ΛΟΥΚΙΑ ΡΙΚΑΚΗ
ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΣΕ
4 ΚΙΝΗΣΕΙΣ
Του Βασίλη
Ραφαηλίδη
Πρώτη
δημοσίευση εφημ. «ΕΘΝΟΣ» 22/1/1995. Στον τόμο Β. Ραφαηλίδης, Ελληνικός
Κινηματογράφος. Κριτική 1965-1995, εκδ. Αιγόκερως, 1995, σελ. 289-292
Μια καθαρή εξήγηση εξ αρχής: Γνωρίζω τη
Λουκία Ρικάκη από μωρό στην κούνια. Κάποτε ήμουν στενός φίλος της μάνας της,
της Αθηνάς Ρικάκη, μιας δασκάλας πολύ γνωστής κυρίως από την άκρως εντυπωσιακή
δουλειά της πάνω στην αισθητική αγωγή των παιδιών. Γνωρίζω, επίσης απ’ την
κούνια, τον μικρότερο αδερφό της Θανάση Ρικάκη, έναν θεωρητικό της μουσικής και
μαθηματικό με πολύ μεγάλο ταλέντο, που σήμερα διδάσκει σε αμερικάνικο
πανεπιστήμιο, στο ίδιο όπου φοίτησε και όπου προσελήφθη αμέσως μετά την
αποφοίτησή του. Σαν παλιός οικογενειακός φίλος είναι φυσικό να αισθάνομαι
περήφανος και για τα δύο παιδιά της φίλης μου, που μεγάλωσαν, σπούδασαν και
πρόκοψαν κάτω από τραγικά δύσκολες συνθήκες. Η επιτυχία και των δυο είναι κατ’
αρχήν επιτυχία της υπερδραστήριας μάνας τους, που εκτός των άλλων έδωσε στα
παιδιά της, όταν ήταν ακόμα πολύ μακριά, μια σωστά μεθοδευμένη αισθητική αγωγή,
που τώρα δίνει καρπούς και αποδείχνει στην πράξη πόσο σημαντικό πράγμα είναι η
αισθητική αγωγή του παιδιού, που μαθαίνει να επισημαίνει στον κόσμο γύρω του
την ποιότητα των χρωμάτων, των σχημάτων και των ήχων, κατά τα πρότυπα της
αγωγής που προτείνει ο τοποθετημένος «πέραν της ηθικής» Νίτσε, που αγωνίστηκε
να βάλει στη θέση της ηθικής την αισθητική αντικαθιστώντας το ηθικά καλό,
δηλαδή τον καταναγκασμό και τη βία που ενέχει η συμμόρφωση προς τους ηθικούς
κανόνες, με το αισθητικό καλό, δηλαδή την αντιμετώπιση όλων των άψυχων και
έμψυχων σαν ένα πολύμορφο έργο τέχνης, που δεν το καταστρέφεις, εκτός αν είσαι
βάνδαλος, δηλαδή ανήθικος κατά το νιτσεϊκό αηθικό- αισθητικό «ηθικό» σύστημα.
Σημειώστε πώς το ιδεολογικό πρότυπο του μεγάλου ελληνιστή Νίτσε, που μισούσε το
Σωκράτη και χαίρονταν για την καταδίκη του, κατάγεται από την προσωκρατική
ελληνική φιλοσοφική σκέψη, τότε που δεν υπήρχε ακόμα ηθική με την τρέχουσα
έννοια των επιβεβλημένων έξωθεν κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς και που καλό
ήταν κάθε τι που οδηγούσε σε μια ζωή αυθόρμητα συντονισμένη με τη ζωή της
κοινωνικής ομάδας, η οποία σου χρειαζόταν περισσότερο κι απ’ τον «προστάτη»
Θεό.
Ου κλέψεις, λέει ο Θεός κι εσύ δεν κλέβεις,
όχι γιατί είσαι καλός αλλά διότι είσαι ένας φοβισμένος που τρέμει μπροστά στην
πιθανότητα της τιμωρίας, είτε εδώ στη γη (οι φυλακές βρίσκονται στη γη), είτε
στο υπερπέραν (η κόλαση, που είναι μια φρικώδης αιώνια φυλακή βρίσκεται στο
υπερπέραν, δηλαδή στο πέραν απ’ το πέρα, στου διαόλου τη μάνα, όπως λέμε πολύ
παραστατικά). Δεν υπάρχουν «ου» στον Όμηρο, τον δημιουργό μιας αήθικης
«ηθικής», αισθητικής τάξεως. Προσοχή, όμως, το α-ηθικό δεν είναι ανήθικο, απλώς
στερείται ηθικής με τη σωκρατική, τη μετασωκρατική και τη χριστιανική έννοια
των σωκρατικών «καινών δαιμονίων», δηλαδή των εσωστραμμένων, θεϊκής τάξεως
μικροπνευμάτων, που πριν στριμωχθούν στη συνείδηση, ώστε ο εντελώς
εξωτερικευμένος μέχρι τότε Θεός να λειτουργεί ως συνείδηση απ’ τα μέσα, υπήρχαν
σαν απολύτως εξωτερικευμένη θεότητα με συγκεκριμένη κατοικία (Όλυμπος) και
συγκεκριμένη αρμοδιότητα (καταμερισμός έργου της ενιαίας θεότητας στους Δώδεκα
εξειδικευμένους θεούς). Τον Σωκράτη τον καταδίκασε σε θάνατο η Δημοκρατία, που
πήρε τη δύσκολη απόφαση με όλους τους δημοκρατικούς τύπους. Ήξερε η Δημοκρατία
πώς ο Σωκράτης, ο δημιουργός της ηθικής όπως σήμερα εννοούμε το περιεχόμενο της
έννοιας, την οδηγεί στην καταστροφή. Όταν ο καθένας αντιλαμβάνεται το καλό και
το κακό όπως θέλει (κατά συνείδησιν) επανεμφανίζεται η ανάγκη για έναν Θεό-
δικτάτορα, πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα, παρόντα συνεπώς και στη
συνείδηση, όπου μπαινοβγαίνει κατά τα κέφια του, αλλά και κατά την επιθυμία του
πιστού, που εκδηλώνεται με την προσευχή.
Ο Χριστός επιχειρεί τον μεγάλο υπεριστορικό
συμβιβασμό ανάμεσα στον Όμηρο και τον Σωκράτη. Κρατάει απ’ τον Όμηρο τον έξω
από το υποκείμενο περιφερόμενο Θεό κι απ’ το Σωκράτη τη συνείδηση, η οποία
είναι καλά προφυλαγμένη απ’ το κακό όντας καλά τυλιγμένη στον θεϊκό
προστατευτικό σάκο του πανταχού παρόντος Θεού. Έτσι, η τήρηση των θεϊκών
εντολών είναι μία θεϊκή επιταγή, που
μεταφέρεται απ’ ευθείας στη συνείδηση και όχι μια κοινά αποδεκτή
σύμβαση, που κάνει τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας να λειτουργούν ομαδικά. Η
Αθηναϊκή Δημοκρατία προέκυψε απ’ το ομηρικό ήθος, όχι απ’ τη σωκρατική ηθική.
Και ο Σπινόζα, αιώνες αργότερα, θα επισημάνει ευφυέστατα τη διαφορά ανάμεσα στο
ήθος και την ηθική. Η ηθική είναι σύνολο καταναγκαστικών κανόνων συμπεριφοράς,
που σου επιβάλλονται βίαια έξωθεν, το ήθος είναι ψυχική ανάγκη που υπηρετεί το
αυτοπροστατευόμενο άτομο, που ξέρει πως αν κάνει κακό στους άλλους, κάνει κακό
στον εαυτό του, γιατί ο εαυτός του έχει ανάγκη απ’ όλους τους άλλους- ακριβώς
όπως στην Ιλιάδα, που για τους αρχαίους Έλληνες λειτουργούσε και σαν θεολογικό
κείμενο. (Το Δωδεκάθεο είναι η μόνη θρησκεία που δεν έχει κυρίως ειπείν ιερά
κείμενα, κάτι σαν το Ευαγγέλιο και το Κοράνι, ας πούμε, και που δίνει στο πιο
σπουδαίο ποίημα που γράφηκε ποτέ, την Ιλιάδα, θέση ιερού κειμένου. Τι λαός, μα
τον Δία, οι αρχαίοι Έλληνες!).
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανήθικο, με την
τρέχουσα χριστιανική έννοια, από την Ιλιάδα, που θα μπει τελευταίο από όλα τα
άλλα αρχαιοελληνικά κείμενα στα σχολεία της Ευρώπης. Ο Νίτσε και οι άλλοι
μεγάλοι Γερμανοί ελληνιστές θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο στη «νομιμοποίηση» του
Ομήρου. Θα δείξουν πως ο παντελώς ανήθικος με την τρέχουσα έννοια Αχιλλέας, που
κάνει μύρια όσα φρικώδη κερδίζει την πιο εξέχουσα θέση στην παγκόσμια μυθολογία
όχι δια της ηθικής, αλλά δια της αισθητικής. Ο Αχιλλέας που ξέρει πώς θα
πεθάνει (του το είπε η Θέτιδα, η θεά μάνα του, πριν αρχίσει ο πόλεμος) μπαίνει
στη μάχη για να βρει έναν θάνατο αντάξιο του δικού του ηρωικού μεγέθους. Στην
προσωκρατική περίοδο της ελληνικής ιστορίας ακόμα και ο θάνατος είναι πρόβλημα
αισθητικό. (Ο Χατζιδάκις το κατάλαβε αυτό). Άλλωστε, στο Δωδεκάθεο, δεν υπάρχει
ούτε κόλαση ούτε παράδεισος, αλλά ούτε ψυχή αιώνια. Η ψυχή είναι πνεύμα
(αεράκι) που φεύγει και χάνεται, ενώ η κατοικία των σκιών (όχι των ψυχών) είναι
κοινή για όλους τους θνητούς που λέγεται Άδης. Που έχει τρία «διαμερίσματα»:
Τον κυρίως ειπείν Άδη για τους μέσης αισθητικοποιημένης ηθικής ανθρώπους, τα
Τάρταρα για τα καθάρματα, και τα Ηλύσια Πεδία μόνο για τους ημίθεους. Τα τρία
«διαμερίσματα» διαφέρουν μόνο ως προς τον… εξαερισμό. Στα Τάρταρα σκας απ’ τη
ζέστη και την υγρασία, στον Άδη τα βολεύεις καλούτσικα, και στα Ηλύσια Πεδία
έχεις… αιρκοντίσιον! Φαντάζεστε να αγωνίζεται κανείς για το καλό σήμερα, με
ανταμοιβή ένα αιρκοντίσιον μετά θάνατον; Ακριβώς αυτή είναι η αισθητικοποιημένη
ηθική του Ομήρου, που χάθηκε με τον Σωκράτη και που ο Νίτσε πιστεύει πως είναι
δυνατό να ξαναβρεθεί. Το πιστεύω κι εγώ, ή μάλλον μ’ αρέσει πολύ να το πιστεύω,
για να γλιτώσω απ’ τη μιζέρια του φοβισμένου που παριστάνει τον ηθικό, χωρίς να
καταλαβαίνει πως η ηθική του δεν είναι παρά φόβος. Γιατί, ο ηθικός άνθρωπος δεν
είναι παρά ένας φοβισμένος άνθρωπος, παντελώς στερημένος ήθους. Καταλαβαίνεται
τώρα, γιατί ένας χριστιανός μπορεί να είναι και μεγάλος παλιάνθρωπος; (Βλέπε
και Έλληνες δεσποτάδες, αλλά και τους κανίβαλους του 666).
Το Κουαρτέτο σε 4 κινήσεις της Λουκίας
Ρικάκη, κινείται, εντελώς αμεθόδευτα δυστυχώς και μάλλον ασυνείδητα, στην
περιοχή μιας ηθικής που δεν είναι παρά αισθητική. Το καλό και το κακό, με μια
έννοια ηθική, μέχρι λίγο πριν το τέλος απουσιάζει απ’ τη συμπεριφορά των
τεσσάρων ηρώων, που καταργούν το κλασικό (ιψενικό) τρίγωνο για να σχηματίσουν
ένα πιο ισορροπημένο τετράγωνο. Αλλά η παρουσία του γόνου εφήβου στις πλευρές
του ερωτικού τετραγώνου χαλάει το γεωμετρικό του σχήμα και επαναφέρει τη σεναριακή
δομή στη μορφή του «αμαρτωλού» τριγώνου, που στο ηθικό επίπεδο υπηρετεί την
εντολή «ου μοιχεύσεις». Γιατί ου μοιχεύσεις, δηλαδή; Κακό είναι; Κακό δεν
είναι, άβολο είναι. Διότι η εν λόγω εντολή έχει ένα πολύ πραχτικό νόημα: Αν
μοιχεύσεις και γεμίσεις την οικογένεια μπάσταρδα, οι κληρονόμοι θα σκοτωθούν
μεταξύ τους για την περιουσία του πατέρα. Εδώ, με νόμιμους απογόνους και
γίνεται χαμός, σκέψου τι θα μπορούσε να γίνει με νόθους, που τρέχουν να αυτονομιμοποιηθούν
επικαλούμενοι το φυσικόν δίκαιον. Και ευρισκόμενοι σε αδιέξοδο αρχίζουν να
σφάζονται ανελέητα μεταξύ τους για την κληρονομιά. Ο μέγας νομοθέτης Μωυσής
ήξερε καλά τι έκαμνε. Έβαζε θεϊκή σφραγίδα στους πέρα για πέρα ανθρώπινους
νόμους του, για να υποχρεώσει τους χαχόλους να τους σέβονται. Το ίδιο γίνεται
αδιάκοπα μέχρι τις μέρες μας. Ο νομοθέτης σε υποχρεώνει να ορκιστείς επί του
Ευαγγελίου, μπας και σεβαστείς τον ανθρώπινο νόμο εκλαμβάνοντάς τον και σαν
ολίγον θεϊκό. Ο νομοθέτης έχει εμπιστοσύνη στη βλακεία σου και στην αμάθειά σου.
Η Ρικάκη παραπαίει αδιάκοπα ανάμεσα στον
ομηρικό και τον μωσαϊκό νόμο. Δεν έγινε ακόμα αρκούντως… ανήθικη, ώστε να
καταλάβει πώς η αισθητική είναι όντως ηθική. Κι έτσι, η αισθητική εδώ (ή μάλλον
η καλαισθησία) αυτονομείται και λειτουργεί ερήμην του στοχασμού που επιβάλλει
το θέμα.
Ενώ πήγαινε για Όμηρο, της προέκυψε Μωυσής.
Πάντως, ο φορμαλισμός της ταινίας κάπου συγκίνησε, κυρίως τους νεαρούς θεατές.
Που αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως η αισθητική έχει μεγαλύτερη αξία από την
καταναγκαστική ηθική. Απομένει να καταλάβουν, μαζί και η Ρικάκη, πώς η
αισθητική δεν ασχολείται μόνο με τις φόρμες, ασχολείται και με το ήθος. Και η
διερεύνηση του ήθους δια της τέχνης προϋποθέτει παιδεία.
Βασίλης Ραφαηλίδης,
Εφημερίδα
«ΈΘΝΟΣ» 22/1/1995.
«για ένα Πειραϊκό αιρκοντίσιον»
Την
Καλοκαιρινή αυτή περίοδο στα Λογοτεχνικά Πάρεργα ασχοληθήκαμε με το έργο ενός
αγαπημένου μας και σήμερα ακόμη σκηνοθέτη, του Σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
Μεταφέραμε κρίσεις και θέσεις για το κινηματογραφικό του σύμπαν, την
προβληματική του και την φιλοσοφία ζωής του, τις μεταφυσικές του αγωνίες και
πώς τις αποτύπωσε πάνω στην λευκή οθόνη. Σταθήκαμε, κυρίως, στις παλαιότερες
ταινιοκριτικές του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη, όπως είχαμε διαφυλάξει
δημοσιεύματά του σε εφημερίδες, περιοδικά και ξεχωριστά βιβλία που είχαμε
παλαιότερα προμηθευτεί. Οι σκόρπιες Κριτικές του Ραφαηλίδη συγκεντρώθηκαν με
την φροντίδα του φίλου και συνεργάτη του, ιστορικού του ελληνικού
κινηματογράφου Γιάννη Σολδάτου και κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Αιγόκερως».
Ξέχωρα οι έλληνες κινηματογραφιστές και τα έργα τους και ξέχωρα ο ξένος
κινηματογράφος. Ορισμένες άλλες κριτικές του κυκλοφόρησαν και από άλλον
εκδοτικό οίκο. Βλέπε εργογραφία του στην ανάρτησή μας για τον Β. Ραφαηλίδη. Να
επαναλάβουμε, ότι η κινηματογραφοφιλία και οι κινηματογραφόφιλοι στην χώρα μας
οφείλουν πάρα πολλά σε αυτόν τον ακούραστο εργάτη του Ελληνικού Σινεμά τον
Γιάννη Σολδάτο. Ο Γιάννης Σολδάτος όχι μόνο με την πολύτομη Ιστορία του
Ελληνικού Κινηματογράφου που συνέγραψε αλλά και με τα βιβλία και εξειδικευμένες
μελέτες που εξέδωσε από τον εκδοτικό του οίκο «Αιγόκερως», οργάνωσε και αν δεν
κάνω λάθος, σχεδίασε την ευρύτερη ιστορική, χρονική και αισθητική παράδοση και
πορεία του ελληνικού κινηματογράφου, τουλάχιστον όπως η δική μου γενιά των φαν
του σινεμά από τον Πειραιά γνώρισε και αγάπησε, από τότε που άρχισε να
παρακολουθεί στην μεγάλη και την μικρή οθόνη ελληνικές ταινίες του εμπορικού
λεγόμενου κινηματογράφου αλλά και του ποιοτικού, των σοβαρότερων απαιτήσεων για
ένα πιο εκλεπτυσμένο κοινό. Ο Πειραιάς, μια προσφυγομάνα εργατούπολη, «έγια
–μόλα ε γιαλέσα» κάτω στο Λιμάνι μέσα που λέει το τραγούδι, φιλοξένησε όλων των
ειδών και κατηγοριών ταινίες. Από δακρύβρεχτα μελοδράματα με την πάντα δακρυρροούσα
και πονεμένη Μάρθα Βούρτση και το παιδί του λαού με το αντρικό ήθος Νίκο
Ξανθόπουλο, έως τις μαυροφορεμένες μανάδες όπως η Ελένη Ζαφειρίου. Από τα
μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη με την Μαίρη Χρονοπούλου έως τους λαϊκούς μάγκες
που απαιτούν υποταγή των γυναικών τους όπως ο Γιώργος Φούντας και την
χειραφετημένη και ελευθερόφρονα Μελίνα Μερκούρη. Τον Πειραιώτη τραγουδιστή και
ηθοποιό Δημήτρη Παπαμιχαήλ και πολλές άλλες καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες που
συναπαρτίζουν το εκλεκτό επιτελείο του ελληνικού κινηματογράφου και της θεατρικής
σκηνής. Και φυσικά, από το πρώτο λιμάνι της χώρας δεν θα μπορούσε να λείψει και
η παρουσία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, του σκηνοθέτη που άλλαξε το βλέμμα του
ελληνικού κινηματογράφου. Τον ιδεολογικοποίησε και τον ιστορικοποίησε αν το
εκφράζω ορθά, ως μη ειδικός. Έστω και αν υιοθετώντας την χιουμοριστική φλέβα
του κειμένου του Β. Ραφαηλίδη, όταν άρχιζε ένα πλάνο ο «ΤΕΟ» μέχρι να το
ολοκληρώσει είχες την ευκαιρία να βγεις έξω από την κινηματογραφική αίθουσα, να
πιεις μία κόκα-κόλα, να φας ένα κομμάτι πίτσα με την άνεσή σου και μετά να
επιστρέψεις στην σκοτεινή αίθουσα και ο φακός του Αγγελόπουλου να μην είχε
ακόμα ολοκληρώσει το σχετικό πλάνο. Ας με συγχωρέσει ο οικουμενικός αυτός
έλληνας κινηματογραφιστής και ανακαινιστής του ελληνικού σινεμά που όπως γνωρίζουμε
έφυγε αδόκητα και ξαφνικά από κοντά μας στην περιοχή της Δραπετσώνας, στον
Πειραιά και φυσικά ο σύγχρονος ιστορικός του ελληνικού κινηματογράφου
πειραιώτης πανεπιστημιακός Βρασίδας Καραλής ο οποίος κυκλοφόρησε από τις
εκδόσεις «ΔΩΜΑ» το 2023 το μνημειώδες μελέτημά του «Μια ιστορία του ελληνικού
κινηματογράφου». Μία σημαντική και πολύτιμη κοπιώδη και εξονυχιστική εργασία
επισκόπησης της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου, στην συνομιλία του με
τον παγκόσμιο, που, αν οφείλουμε ευχαριστίες στον συγγραφέα του θαυμάζουμε
παράλληλα και το κουράγιο, την τόλμη και την επιθυμία του μεταφραστή κυρίου
Αχιλλέα Ντελλή να το μεταφράσει στα ελληνικά. Αυτόν τον συγγραφικό και
ερευνητικό άθλο με την τόσο πυκνή λεκτική υφή του, την επεξεργασία του
τεράστιου και ακόμα αχαρτογράφητο πολύπτυχου υλικό του, την εξειδικευμένη
γλώσσα του, τα ειδικής ορολογίας γλωσσικά του σήματα και την ποιητική έκφραση
με την οποία συντέθηκε περιοδολογικά- ανά χρονολογική δεκαετία- η δομή του
σημαντικού αυτού πονήματος, με το εξαίρετο εξώφυλλο (φωτογραφία της μεγάλης
Ειρήνης Παππά) της καλαίσθητης και προσεγμένης αυτής έκδοσης. Οι ασχολούμενοι
σοβαρά αλλά και ερασιτεχνικά με την Έβδομη Τέχνη, ιδιαίτερα τον Ελληνικό
Κινηματογράφο θα βρουν στο σύγχρονο και με μοντέρνο τρόπο γραφής αυτό το θεωρητικής
ποιότητας μελέτημα, ένα πολύτιμο βοηθό γνωριμίας μαζί του και μάλιστα, σε μία
ανοιχτή μοντέρνα συνομιλία του με τον ξένο κινηματογράφο και τα ρεύματά του. Ο
Καραλής πατώντας πάνω σε παλαιές συγγραφικές ράγες της ιστορίας του ελληνικού
σινεμά αυξάνει την ταχύτητα της κατανόησής του από εμάς τους καθημερινούς
αναγνώστες μην παραβλέποντας να μας υπενθυμίζει σημαντικούς κόμβους και
σταθμούς του, πρόσωπα και συνεργάτες του, συντελεστές του. Η συνέχεια όχι επί
της Οθόνης αλλά των επερχόμενων νεότερων γενεών κινηματογραφιστών, ερευνητών
και κινηματογραφόφιλων.
Για την πειραιώτισσα γνωστή, αξιόλογη και
βραβευμένη κινηματογραφίστρια και συγγραφέα Λουκία Ρικάκη (Πειραιάς 14/7/1961-
Αθήνα 28/12/ 2011) δεν χρειαζόμαστε νομίζω πολλές συστάσεις, το πολυσχιδές έργο
της και η σημαντική της ταλαντούχα καλλιτεχνική διαδρομή υπήρξε πάντα ανοδική
και προσέχθηκε όπου και αν παρουσίασε την δουλειά της και αναλαμβάνοντας
υπεύθυνες θέσεις, τόσο εντός Ελλάδος όσο και εκτός. Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα την
μνημόνευσαν την χρονιά της απώλειάς της (σε εφημερίδα του Πειραιά) βλέπε
ανάρτηση 7/5/2013 και ο γράφων στις καταγραφές και αποδελτιώσεις των Βιβλίων
του για την Πολιτιστική Ιστορία του Πειραιά και την μικροιστορία των ανθρώπων
της. Ο Πειραιάς ευτύχησε ενός αρκετά μεγάλου καλλιτεχνικού και πνευματικού
δυναμικού από την ίδρυσή του σε αυτόνομο Δήμο μέχρι των ημερών μας, ένα
ανθρωπογενές υλικό- κυρίως εσωτερικών μεταναστών, διαφόρων καλλιτεχνικών
κατηγοριών, ταλαντούχων δημιουργών που διέπρεψαν και καθρέφτισαν τις
πνευματικές ανησυχίες, τις ιδέες, τους στοχασμούς, τις σκέψεις τους
προβληματισμούς, των ανθρώπων και το καθόλου ψηφιδωτό πρόσωπο της Πόλης
διαχρονικά, (Παιδιά του αρχαίου Θεμιστοκλή) έτσι ώστε, ας το επαναλαμβάνουμε
κουραστικά να μιλάμε και να αναφερόμαστε πια για «Πειραϊκή Σχολή».
Ο πειραιώτης Β. Καραλής στην δική του αφήγηση
της επισκόπησης της Ιστορίας του Ελληνικού Κινηματογράφου μνημονεύει εν τάχει
το όνομά της σε τρείς σελίδες 325, 398, 405. Σημειώνει ότι η πειραιώτισσα
Λουκία Ρικάκη συγκαταλέγεται ανάμεσα στις τρείς σκηνοθέτριες που ακολουθούν
«συνεχίζουν τις παραδόσεις της Λιάππα και της Μαρκετάκη». Και «Τέλος, το
Κουαρτέτο σε 4 κινήσεις της Λουκίας Ρικάκη ήταν μια διεισδυτική διερεύνηση της
ψυχοδυναμικής της οικογένειας, καθώς η εύτακτη ζωή ενός ζευγαριού της μεσαίας
τάξης καταστρέφεται μετά τον ερχομό ενός όμορφου μουσικού.» σελ. 325-326 στην
ενότητα «Η Δεκαετία του 1980: Ελπίδα και Απογοήτευση».
Η ταινία της Λουκίας Ρικάκη «Κουαρτέτο σε 4
κινήσεις» βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1994 και έτυχε δύο κρατικών
βραβείων. Η ταινία όταν την παρακολούθησα μου άρεσε και με συγκίνησε, όχι
επειδή είχε σχεδιαστεί από μία Πειραιώτισσα (μακριά από εμάς αυτός ο
τοπικισμός) αλλά γιατί ήταν άρτια κατασκευασμένη. Δεν μπορώ να γνωρίζω γιατί ο
έμπειρος δάσκαλος της 7ης Τέχνης Βασίλης Ραφαηλίδης δεν έγραψε
θετικά για το έργο. Εξάλλου, γνωρίζουμε όσοι διάβαζαν παλαιότερα τα μακροσκελή
δημοσιεύματά του στην εφημερίδα «Έθνος» και σε άλλα έντυπα και κινηματογραφικά
προγράμματα ότι μία ταινία ήταν η αφορμή για να εκθέσει τις ενδιαφέρουσες
σκέψεις του, τις υπαρξιακές του μεταφυσικές θέσεις, τις απόψεις του για την
ιστορία, την πολιτική, την φιλοσοφία. «Γνήσιο» παιδί του Ζαν Πωλ Σαρτρ, του
Μαρλώ Ποντύ και άλλων υπαρξιστών διανοητών και φυσικά του τραγικού ποιητή-
φιλοσόφου Φρειδερίκου Νίτσε εύλογο είναι η ματιά του και η κριτική γραφίδα του
να εστιάζεται σε ζητήματα που πολλές φορές ξεφεύγουν από το κινηματογραφικό
θέμα που εξετάζει την δεδομένη στιγμή. Όπως εδώ, που εύστοχα στα δύο τρίτα του
κειμένου του μιλά και μας διευκρινίζει την διαφορά μεταξύ ηθικής και
αισθητικής. Εξάλλου, συστηματικότερα, το πράττει αυτό τόσο στα «12 μαθήματα για
τον κινηματογράφο» όσο και στο βιβλίο του «Στοιχειώδης Αισθητική», εκδόσεις
«ΏΡΑ» 1970 και του «Εικοστού Πρώτου» 1992 αντίστοιχα. Θα ξεφεύγαμε πολύ αν
εκθέταμε τις απόψεις μας για αυτά που λέει για τον αρχαίο φιλόσοφο σύμβολο
πανανθρώπινο ΣΩΚΡΑΤΗ, όταν μάλιστα, τα όσα γράφει-ο Ραφαηλίδης- δημοσιεύονται
σε ένα φύλλο μιας πολιτικής εφημερίδας με συγκεκριμένους στόχους της αύξησης
της αναγνωστικής της δυναμικής από όσο γίνεται μεγαλύτερο κοινό στην εποχή της
κυκλοφορίας της.
Από την πλευρά μας, μας ενδιαφέρουν στο
σύνολό τους τα δημοσιεύματά του και οι κρίσεις του που έγραψε για τον Σύγχρονο
Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο μια και είναι ο πρώτος που καθιέρωσε τον όρο και
ανέδειξε με τα Κριτικά του σημειώματα νέους κινηματογραφιστές και ταινίες τους.
Βλέπε το βιβλίο του «Ελληνικός Κινηματογράφος- Κριτική 1965-1995» εκδόσεις
«Αιγόκερως» 1995. Ένα ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα βιβλίο για όσους αγαπούν τον
Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο (και τον παλαιότερο της Φίνος Φίλμ και άλλων
κινηματογραφικών παραγωγών και στούντιο) στο οποίο ο Βασίλης Ραφαηλίδης
ασχολήθηκε με τρείς Πειραιώτες Δημιουργούς. Την Λουκία Ρικάκη και την ταινία
της «Κουαρτέτο σε 4 κινήσεις», τον Τάκη Σπετσιώτη και την ταινία του «Μετέωρο
και Σκιά» (1985) το έργο είναι μια περιπλάνηση στις ατομικές περιπλανήσεις του
ποιητή του μεσοπολέμου Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, και τέλος, του Διονύση Γρηγοράτου
και το έργο του «Η υπόθεση Πολκ στον αέρα». Δίχως να παραβλέπουμε και άλλα έργα
που σχετίζονται με τον ένα ή άλλον τρόπο με τον Πειραιά και τα ευρύτερα
προάστιά του όπως πχ. η ταινία του Άδωνη Κύρου, Το Μπλόκο. Φυσικά από το βιβλίο
αυτό με τις Κριτικές του Ραφαηλίδη δεν απουσιάζουν και οι ελληνίδες
σκηνοθέτιδες όπως η Λίλα Κουρκουλάκου, η Μίκα Ζαχαροπούλου, η Αντουανέττα
Αγγελίδη, η Μαρία Γαβαλά, η Πόπη Αλκουλή και άλλες, που κόσμησαν με την τέχνη
τους τον Ελληνικό Κινηματογράφο. Παρενθετικά, ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε εν
τάχει, ότι τις τελευταίες εβδομάδες στην δημόσια τηλεόραση, ΕΡΤ-3 και Κανάλι
της Βουλής, παρουσιάστηκαν δύο παλαιές ταινίες της ταλαντούχας Μαρίας Πλυτά που
ήρθε και πάλι στην επικαιρότητα χάρις στην αγάπη ορισμένων θαυμαστών του έργου
της. Η Εύα με τον Κατράκη και τον Αλεξανδράκη και η άλλη με τον μικρό Βασιλάκη
Καϊλα και τον Κώστα Καρά και την Μπεάτα Ασημακοπούλου. Μάλιστα σε μεσημεριανή
εκπομπή στην ΕΡΤ-1 στις 3μμ καθηγήτρια κινηματογράφου από την Θεσσαλονίκη
μίλησε για την αναστύλωση των ταινιών της.
Σκέφτηκα λοιπόν σαν ένα αντιδάνειο στα «12
μαθήματα για τον κινηματογράφο» του Βασίλη Ραφαηλίδη να αντιγράψω κριτικές για
κινηματογραφικές ταινίες που ανέδειξε και μίλησε για την φιλοσοφία τους, τους συντελεστές
τους (σκηνοθέτες) και τον κόσμο των ιδεών τους. Δεν έχει σημασία για πόσες μίλησε
θετικά και για πόσες αρνητικά, σημασία έχει το τι μας λέει για την ταινία, και
τα όσα γράφει δικά του μέσα στις ολοσέλιδες παρουσιάσεις του, που είχαν άλλον
κεντρικό τίτλο. Κρίμα που η έκδοση του βιβλίου του δεν συμπληρώθηκε με τεχνικά
απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες στην παρουσίαση των ταινιών. Δηλαδή, χρονιά
που προβλήθηκε, πρωταγωνιστές, συνεργάτες κλπ. Έστω όμως και έτσι αξίζει το
βιβλίο να διαβαστεί.
Θα συνεχίσουμε.
Κλείνοντας, ας μας επιτραπεί να αφιερώσουμε
το σημερινό σημείωμα στον δημοσιογράφο Γιάννη Μαρίνο, έναν εξαίρετο συντάκτη
οικονομικών θεμάτων αρθρογράφο από τα χρόνια πριν την δικτατορία όταν άρχισε να
δημοσιεύει στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο». Αποχαιρέτησε τους αναγνώστες του μετά
από 61 χρόνια μάχιμης οικονομικής
αρθρογραφίας του που κάθε φορά τάραζε τα οικονομικά και όχι μόνο νερά αμφοτέρων
των πολιτικών δημοσιογραφικών χαρακωμάτων. Ο παλαίμαχος δημοσιογράφος που έχει
συγγράψει και βιβλία, διέμενε στην Πόλη του Πειραιά για αρκετά χρόνια και ήταν
γνωστός στο Πειραϊκό κοινό. Μία φορά είχα την τύχη να τον συναντήσω και να μιλήσουμε
από κοντά και άλλες δύο στο τηλέφωνο όταν συνέλεγα στοιχεία για τις εργασίες
μου. Ωραίος και ευγενής χαρακτήρας, πρόσχαρος αν και σφόδρα Αντιπαπανδρεϊκός.
ΥΓ. Με όσα
ακούς και βλέπεις να συμβαίνουν γύρω μας μόνο ένας χαρακτηρισμός ταιριάζει στην
Ελλάδα όπως πορεύεται. «Εμπρός Πίσω». Κλασική φράση του Δημάρχου Περίανδρου Πόπωτα
του γνωστού σήριαλ «Το Καφέ της Χαράς».
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
28/9/2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου