Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Δημήτρης Δανίκας γράφει για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

 

ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Περιμένω με ενδιαφέρον τον θάνατό μου»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ  ΔΑΝΙΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στο ένθετο «ΠΡΟΣΩΠΑ 21Ος ΑΙΩΝΑΣ» τχ. 93/ 16-12-2000

   Για τον εξαίρετο δημοσιογράφο και κριτικό κινηματογράφου κύριο Δημήτρη Δανίκα, νομίζω ότι ο έλληνας αναγνώστης- αναγνώστρια των παλαιότερων δεκαετιών Εφημερίδων και άλλων εντύπων, αλλά και της σημερινής έντυπης έκδοσης της εφημερίδας «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ», δεν χρειάζεται συστάσεις. Το όνομά του ήταν γνωστό στους φιλαναγνώστες της Γενιάς μας και όχι μόνο, από τα έντυπα του «ΔΟΛ». Αρθρογραφική και κριτική πένα αξιόλογη, σπινθηροβόλα, σαρκαστική, ίσως ορισμένες φορές ειρωνική, με πολιτική άποψη και ξεκάθαρη θέση πάνω στα διάφορα κοινωνικά θέματα και παθογένειες που καυτηρίαζε, σχολίαζε τσουχτερά, για πρόσωπα της πολιτικής επικαιρότητας και του δημόσιου βίου, όπως και συνεχίζει να πράττει. Με την ανάπτυξη και ευρεία διάδοση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Ηλεκτρονικών Μέσων, η φωνή και η παρουσία του κυρίου Δημήτρη Δανίκα μας έγινε γνωστότερη, μια και είναι συχνά προσκεκλημένος στα διάφορα πάνελ και συζητήσεις. Τον διακρίνει η δημοσιογραφική ευθυκρισία, το άκουσμα των λόγων και των λεγομένων του συνομιλητή του ή συνομιλητών του, η με ευγένεια και ειλικρίνεια διατύπωση της γνώμης, των απόψεών του, των κρίσεών του στις συμμετοχές του. Η υπογραφή και το όνομα του κύριου Δημήτρη Δανίκα- όπως και άλλων της παλαιάς φουρνιάς των δημοσιογράφων- τιμά το δημόσιο επάγγελμα ενημέρωσης της κοινής γνώμης με τον καλύτερο τρόπο. Δίχως φυσικά αυτό να σημαίνει ότι ο αναγνώστης ή αναγνώστες των άρθρων και των δημοσιευμάτων του συμφωνούν πάντα με τα όσα γράφει και εκθέτει στις δημόσιες εμφανίσεις του.

    Συνεχίζω κάπως φλύαρα και ίσως άτακτα, επαναληπτικά, μπορεί και κουραστικά να αναρτώ αυτήν την Καλοκαιρινή περίοδο του 2026, στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, παλαιές κρίσεις και σχόλια, δημοσιεύματα εφημερίδων και περιοδικών για το Κινηματογραφικό και Συγγραφικό έργο του Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman που είχα διαφυλάξει. Θέλησα να κάνω ένα πολλαπλό Αφιέρωμα στην μνήμη του με τα όποια στοιχεία και πληροφορίες είχα συγκεντρώσει. Να αναφερθώ ξεχωριστά σε ταινίες του που έχω παρακολουθήσει σε κινηματογραφικές αίθουσες και τηλεοπτικές οθόνες, στα Σενάριά του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και έχουν εκδοθεί αυτόνομα και γνωρίζω, σε ελληνικές θεατρικές σκηνές που παραστάθηκαν έργα του, σε κριτικές στον τύπο, σε συνεντεύξεις του, στην Αυτοβιογραφία του. Παράλληλα, κάνω και μία χρονική αναδρομή των δικών μου καλλιτεχνικών πεπραγμένων, μνημών, εμπειριών και πνευματικών καταστάσεων εκ Πειραιώς, φιλικών συναντήσεων και γνωριμιών που συνδέονται κατά κάποιον τρόπο με τους χρόνους μετά την Μεταπολίτευση του 1974 που παρακολουθήσαμε για πρώτη φορά ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και έκτοτε παραμείναμε φανατικοί θαυμαστές των αριστουργημάτων του. Στην κινηματογραφική μας εκτίμηση και προτίμηση σε αυτά τα μοναδικά αριστουργήματα της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης και του μαγευτικού Σουηδού δημιουργού τους, συνέβαλε όχι μόνο η παιδική μας αγάπη για την Τέχνη του Σινεμά, αλλά, και οι διθυραμβικές συνήθως θετικές κριτικές που έχουμε μέχρι σήμερα διαβάσει για τις ταινίες του, που ενίσχυσαν τις απόψεις μας μετά την παρακολούθηση των ταινιών του. Δίχως σε αυτό το επαινετικό πανόραμα κρίσεων και απόψεων των ελλήνων κινηματογραφικών κριτικών να σημαίνει ότι δεν έχουν δημοσιευτεί σποραδικά και αρνητικά σχόλια. Όμως οι κινηματογραφόφιλοι θαυμαστές του Μπέργκμαν ακόμα και σήμερα υπερτερούν και δεν τον λησμονούν. Κλασικά παραδείγματα η συγκεφαλαιωτική αποτίμηση των ταινιών του από έναν άλλον δάσκαλο του Σινεμά του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου που υπογράφει το λήμμα σ. 384-386 του «Παγκόσμιου Βιογραφικού Λεξικού» τόμος 6ος της «Εκδοτικής Αθηνών- ΤΑ ΝΕΑ» 1999 και άλλων συζητητών για ταινίες του στο διαδίκτυο και ηλεκτρονικές εκδόσεις εφημερίδων.

  Διαβάζοντας εκ νέου τα δύο βιβλία Σεναρίων του «Σκηνές από ένα γάμο» και «Το Αυγό του φιδιού» (έχουμε δημοσιεύσει κριτική για το δεύτερο παλαιότερα) που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα- Α.Α. Λιβάνη» και αντιγράφοντας σιγά-σιγά κριτικές δασκάλων της Έβδομης Τέχνης όπως του Βασίλη Ραφαηλίδη και του Νίνου Φένεκ- Μικελίδη, κάνουμε μία απαραίτητη και αναγκαία στάση σε μία άλλη εξαιρετική κινηματογραφόφιλη φωνή, του έμπειρου και καταρτισμένου κινηματογραφικά πάντα Δημήτρη Δανίκα. Θεωρώντας ότι οι όποιοι αναγνώστες/ αναγνώστριες των Λογοτεχνικών Πάρεργων θα έχουν την ευκαιρία εφόσον το θελήσουν να ξαναθυμηθούν και να διαβάσουν συγκεντρωτικά κρίσεις και απόψεις για το διεθνώς αναγνωρισμένο και βραβευμένο έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Υπομονή λοιπόν μέχρι τα επόμενα Μπεργκμανικά σημειώματα και αναρτήσεις.

  Ανοίγει την αυλαία του κειμένου του ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ:

   «Δεν ακούει, δεν βλέπει, δεν περπατάει καλά και με ενδιαφέρον περιμένει τον θάνατό του. Η ζωή για τον 82χρονο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι ένα απίστευτο βάρος. Αλήθεια, πόσα παιδιά έχει; Μερικοί βιογράφοι του ισχυρίζονται πως είναι 8, όμως ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξή του που παραχώρησε στη σουηδική τηλεόραση- και μάλιστα ύστερα από παρακάλια και διαβεβαιώσεις του στενού του φίλου και συνεργάτη Έρλαντ Γιόζεφσον –τα παιδιά του είναι 9. Στον δρόμο μπορεί να ξέχασε μερικά. «Ποτέ δεν αισθάνθηκα πατέρας. Κάποτε ένας γιός μου μού είπε: «΄΄Δεν υπήρξες για μένα αληθινός πατέρας΄΄». Τα παιδιά γι’ αυτόν προέκυψαν έτσι… τυχαία. Αποκλείεται επίσης να θυμάται πόσα εγγόνια και δισέγγονα έχει. Ούτε τον ακριβή αριθμό των γυναικών του θυμάται. «Όλες τους πάντως αποδείχτηκαν κυρίες». Δημοσίως καμία δεν εξέφρασε παράπονο. Μια «συνάντηση» με τον Μπέργκμαν ίσως να ‘ναι ευλογία. Επισήμως- στα χαρτιά- μόλις… πέντε είχαν το προνόμιο να φέρουν το επίθετο Μπέργκμαν. Η Έλσε ήταν η πρώτη του σύζυγος. Εκείνος ήταν μόλις 25 χρόνων, με ελάχιστη, ίσως και μηδαμινή, σεξουαλική πείρα! «Μικρός ήμουν άσχημος, κοκαλιάρης και άχαρος». Τα κορίτσια τον περιφρονούσαν και μόνο μια 14χρονη χοντρούλα καταδέχτηκε να τον πλησιάσει. «Ίσως να με λυπήθηκε». Ύστερα από 2 χρόνια βιαστικού γάμου ο 27χρονος πια Ίνγκμαρ δίνει τα παπούτσια στην Έλσε. Ο λόγος είναι εξηγήσιμος. Θα συνέβαινε και στον τελευταίο κομπάρσο του έσχατου αθηναϊκού θεάτρου. Είναι τα πρώτα χρόνια του στον μαγικό κόσμο του κινηματογράφου, όπου «επικρατούσε μια διάχυτη ερωτική ατμόσφαιρα». Αμέσως μετά την Έλσε πέφτει πάνω στην Έλεν. Ο γάμος διαρκεί κάτι περισσότερο. Περίπου πέντε χρόνια. Στα χαρτιά, γιατί στην πράξη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Μπέργκμαν έχει ήδη αρχίσει να προπονείται στο αγαπημένο του χόμπι. «Πάντα ερωτευόμουν τις πρωταγωνίστριές μου». Μόνο τις πρωταγωνίστριες; Όσοι τον ξέρουν, αμφιβάλλουν. Η επίσημη σύζυγος αρρωσταίνει και όσο εκείνη πάλευε με τη φυματίωση εκείνος έτρεχε πίσω από κάποια Γκουν. Ένα χρόνο μετά την παντρεύεται, εξακολουθώντας όμως να επιδίδεται στο ίδιο σπορ, βεβαιώνοντας κάθε χρόνο τις επιδόσεις του. Μετά την Γκουν καταφθάνει η Κάμπι. Αυτός ο γάμος διαρκεί 6 χρόνια. Ρεκόρ. Στα 52 του πια τα ‘χει κάνει όλα. Κάτι η κόπωση, κάτι το χαμηλό προφίλ της επόμενης συμβίας του, κάτι ο υπομονετικός της χαρακτήρας και ο γάμος με την Ίνγκριντ, την Πέμπτη-στη σειρά-κυρία Μπέργκμαν, βαστάει 24 ολόκληρα χρόνια. Και μάλιστα η αιτία του χωρισμού τους είναι ο… θάνατος. Ποια ήταν; «Σάμπως την ξέρουμε;» μου έλεγε φυσικότατα συνάδελφος από τη Σουηδία. Η Ίνγκριντ ήταν η φιλική συντροφιά. Τη γυναικεία συντροφιά την αποτελούσαν πολλά ωραία κορίτσια. «Ήμουν περικυκλωμένος από πολλά ωραία πλάσματα», ομολογεί με την ανατριχιαστική ειλικρίνεια που τον διακρίνει. Με την απώλεια της Ίνγκριντ αρχίζει να βαράει το κουδουνάκι. Φτάνει όπου να ‘ναι. Αν γίνει φυτό, θα προτιμούσε εκείνη τη στιγμή να αυτοκτονήσει.

Ο μεγαλύτερος εν ζωή, δραματουργός του κινηματογράφου είναι ένας αποτυχημένος άνθρωπος. Το δηλώνει άνευ περικοκλάδων. Και αισθάνεται τη ζωή σαν ένα μεγάλο, ανυπόφορο βάρος. Πώς εξηγείται αυτή η διάσταση, αυτή η κολοσσιαία αντίφαση, αυτό το χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη; Ίσως μόνο το δικό μας μυαλό, το μυαλό «φυσιολογικών» κοινών θνητών να εκλαμβάνει όλα αυτά σαν χάσμα, σαν σχίσμα ανάμεσα στον καλλιτέχνη- Άγγελο και τον άνθρωπο-Διάβολο. Αν μικρός ήταν όμορφος. Αν από νωρίς έκανε παρέα με κορίτσια. Αν ο πατέρας του δεν ήταν τόσο άκαμπτος και ήταν ας πούμε παπουτσής και όχι ταγμένος πάστωρ της εκκλησίας των διαμαρτυρομένων. Αν δεν είχε συσσωρευτεί μέσα του τόσος θυμός και τόση οργή. Αν δεν «έπνιγε» κάποιον Κριτικό. Αν όλα αυτά που εξομολογείται και πολλά άλλα που θα τα πάρει στον τάφο του δεν είχαν συμβεί στην τρικυμιώδη ζωή του, τότε ίσως η μεν κυρία Έλσε να κέρδιζε έναν απολύτως υγιή και αφοσιωμένο σύζυγο, εμείς όμως να χάναμε την ευλογία μιας «Περσόνα». Τα πράγματα στη ζωή και την Τέχνη δεν είναι αγγελικά πλασμένα. Στην περίπτωση μάλιστα του Μπέργκμαν θα έλεγα πως είναι εντελώς… σατανικά καμωμένα! Μερικές ιδιοφυϊες της Τέχνης προκύπτουν από παρά… φύση καπρίτσια.

Απ’ αυτήν τη συνέντευξη, την τελευταία που έδωσε πριν από μερικούς μήνες στη σουηδική τηλεόραση και που ίσως αποδειχθεί πραγματικά η τελευταία, δύο πράγματα με συγκλόνισαν. Το «ποινικό του μητρώο» και η αυτογνωσία του. Έχει πλήρη συνείδηση των «εγκλημάτων» του και δεν έχει κανένα δισταγμό να τα ομολογήσει. Τι έχει να φοβηθεί; Ούτε τον Χάρο. Τον περιμένει- σου λέει- με ενδιαφέρον. Ανατριχιαστικό. Ξεπερνάει κάθε ανθρώπινο μέτρο. Και κάτι ακόμα πριν σας τον παραδώσω ατόφιον. Όσοι δεν απολαύσουν τα μαθήματα σεναρίου που παραδίδει με την «Απιστία» (Trolosa –προβάλλεται στην Αθήνα) θα… εγκληματήσουν. Μια δική του, από τις τόσες «ασήμαντες» απιστίες του, καταλήγει  σε ιστορία τρόμου.».

   Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Του εύχομαι να καίγεται στην κόλαση»

Ακούγονται πολλά για τα εκρηκτικά, τα βίαια ξεσπάσματα του χαρακτήρα σας…

«Ως νέος, ναι. Μια φορά από τον θυμό μου είχα σπάσει την τζαμαρία σε ραδιοφωνικό στούντιο. Η αλήθεια είναι πως η συμπεριφορά μου ήταν βίαιη. Όμως τα τελευταία είκοσι χρόνια έχω ηρεμήσει. Μερικές φορές αυτά τα ξεσπάσματα με κάνουν να αισθάνομαι αποτυχημένος και ως επαγγελματίας. Τώρα έχω ησυχάσει. Στο περιβάλλον μας είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε και να συνεργαζόμαστε με διαφορετικούς ανθρώπους. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει ατμόσφαιρα ηρεμίας και ισορροπίας, όχι όμως και υποταγής. Όταν κάποιος ηθοποιός ή συνεργάτης μου σηκώσει τα χέρια ψηλά λέγοντας «αυτό δεν μπορώ να το κάνω», πρέπει να τον αντιμετωπίσω με πυγμή. Πάντως οι άνθρωποι που διαδίδουν αυτές τις φήμες για τον βίαιο χαρακτήρα μου δεν είχαν ποτέ δουλέψει μαζί μου.».

   Είναι αλήθεια πώς είχατε σπρώξει βάναυσα έναν Κριτικό;

«Έχει συμβεί, αλλά το περιστατικό έχει διογκωθεί. Αυτό που έγινε ήταν εντελώς δικαιολογημένο από τη μεριά μου. Επί σειρά ετών με «κυνηγούσε» με τον πιο άθλιο τρόπο. Μια μέρα σε κάποια πρόβα κουστουμιών τον είδα μπροστά μου και σκέφτηκα πως αν τον… έπιανα ίσως τελικώς να με απάλλασσε από την παρουσία του δια βίου. Ίσως ακόμα και η εφημερίδα του να μην τον άφηνε να γράφει κριτικές για τις παρουσιάσεις μου. Στη συνέχεια το σωματείο των Κριτικών έβγαλε μία ανακοίνωση λέγοντας πώς κανείς δεν έχει δικαίωμα να συμπεριφέρεται έτσι σε κάποιον που γράφει τις απόψεις του. Όμως ομολογώ πώς ύστερα απ’ αυτό το ξέσπασμα αισθάνθηκα περίφημα. Και η αλήθεια είναι πώς δεν τον χτύπησα, απλώς τον άρπαξα από το κολάρο κι αυτός από τον τρόμο του… εξαφανίστηκε στο πάτωμα. Στη συνέχεια μια εισαγγελέας, που βρήκε την ευκαιρία να γίνη διάσημη, μου έβαλε πρόστιμο 5.000 κορόνες. Τώρα έπειτα από τόσα χρόνια εύχομαι να καίγεται στην κόλαση. Ακόμα και σήμερα που είναι νεκρός εξακολουθώ να τον μισώ. Δεν μίσησα πολλούς, αλλά αυτόν ποτέ δεν θα τον συγχωρήσω».

        «Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα πατέρας»

   Μου κάνει εντύπωση πόσο λίγες φορές εμφανίζεται στα κείμενά σας η λέξη «πατέρας»;

  «Ά, πρέπει να σας πω ότι οι μανάδες τους είναι εξαιρετικές κυρίες. Ουδέποτε μίλησαν για μένα με πικρία, λύπη ή απογοήτευση. Ούτε μία απ’ αυτές Θυμάμαι τότε που συγκρούστηκα με έναν από τους γιους μου κι εκείνος μου είπε «ποτέ δεν υπήρξες αληθινός πατέρας για μένα». Μπορεί και να ‘χει δίκιο. Ούτε μια στιγμή στη ζωή μου δεν κατάλαβα ούτε αισθάνθηκα… πατέρας».

Το λέτε με τόση ευκολία, χωρίς τύψεις και ενοχές.

  «Έχετε δίκιο, έτσι είναι. Μπορεί πατέρας να μην ήμουνα, αλλά σας βεβαιώ πώς πάντα ήθελα να είμαι ένας καλός φίλος για τα παιδιά μου. Θυμάμαι τότε που η γυναίκα μου Ίνγκριντ κανόνισε την πρώτη μεγάλη οικογενειακή συνάθροιση στο σπίτι μας στο νησί Φάρο και με τα 9 παιδιά μου (!). Μερικά απ’ αυτά δεν γνώριζαν την ύπαρξη των άλλων. Ύστερα από αυτή την ευχάριστη οικογενειακή συγκέντρωση κάθε 14 Ιουλίου στα γενέθλιά μου τους υποδέχομαι στο Φάρο. Πιστεύω πως μερικοί σαν κι εμένα είμαστε οι τελευταίοι Δεινόσαυροι στον πλανήτη. Δυστυχώς, το είδος πεθαίνει».

  Αφού ο ελεύθερος χρόνος σας ήταν τόσο περιορισμένος, τι σας έσπρωξε να κάνετε τόσα πολλά παιδιά;

    «Ά, ποτέ δεν μπορείς να υπολογίσεις τα όρια και τις αντοχές σου. Άλλωστε, ούτε ένα απ’ αυτά τα παιδιά δεν προέκυψε ύστερα από σχεδιασμό και συνειδητή επιθυμία. Απλώς, έτυχε! Πάντως όλα τους ήταν πλάσματα εκρηκτικών σχέσεων. Μεγάλοι έρωτες. Και όλους αυτούς τους έρωτες εξακολουθώ να τους λατρεύω. Και είναι υπέροχα τώρα να είναι κανείς περικυκλωμένος από τόσα εγγόνια και… δισέγγονα. Μου αρέσει να τα βλέπω να παίζουν και να τιτιβίζουν τριγύρω μου. Φυσικά έπειτα από μία ώρα πονοκεφαλιάζω και παίρνω βάλιουμ για να ηρεμήσω. Αλλά μια και μιλάμε για τύψεις και ενοχές, πρέπει να σας υπενθυμίσω πώς μεγάλωσα σ’ ένα αυστηρό προτεσταντικό περιβάλλον που προσπαθούσε να μου εμφυσήσει την ενοχή σαν συστατικό όρο της ύπαρξής μου. Έτσι όταν ήμουν μικρός για να επιβιώσω έλεγα ψέματα, κορόιδευα και υποκρινόμουν. Μεγαλώνοντας έγινα χειρότερος. Συμπεριφερόμουν προς όλους σαν κόπανος. Εντελώς άθλια. Το βάρος αυτών των ενοχών ήταν ασήκωτο και κάποια στιγμή αποφάσισα να τις πετάξω στα σκουπίδια. Αλλά πρόσεξε κάτι. Άλλο πράγμα είναι η ενοχική συνείδηση και εντελώς άλλο είναι η ενοχοποιημένη, από τους άλλους, συνείδηση. Όσο πετούσα τις ενοχές μου τόσο πείσμωνα με τη δουλειά μου. Έπρεπε να γίνω ο καλύτερος του κόσμου. Κανένα εμπόδιο δεν έπρεπε να μπει ανάμεσα σε μένα και στις επαγγελματικές μου κατακτήσεις. Έτσι από τη μια ως άνθρωπος αισθανόμουν αποτυχημένος και από την άλλη προσπαθούσα να υπερκεράσω αυτή την αποτυχία μέσα από τα επαγγελματικά μου κατορθώματα. Αυτή η αντίφαση με ανάγκασε να πάρω ορισμένες αποφάσεις. Έγινα ένας αυστηρός, άκαμπτος επαγγελματίας γεγονός που την πλήρωσαν οι συνεργάτες μου. Η σχέση μου μαζί τους κατάντησε μια βασανιστική δοκιμασία γι’ αυτούς».

   «Πάντα ερωτευμένος με τις πρωταγωνίστριές μου»

   Να μιλήσουμε για γυναίκες; Η Πινακοθήκη του Μπέργκμαν είναι από τις πλουσιότερες.

    «Όταν ήμουν μικρός δεν υπήρχε ούτε μία. Θυμάμαι τα κορίτσια να κυνηγούν τους ωραίους της παρέας, τον Έρλαντ και τον Σβεν (εννοεί τους στενούς φίλους και συνεργάτες του, τον ηθοποιό Έρλαντ Γιόζεφσον και τον διευθυντή φωτογραφίας Σβεν Νίκβιστ). Για μένα τα εμπόδια ήταν δυσθεώρητα. Έπρεπε να… δουλέψω πολύ σκληρά. Όσο με θυμάμαι, ήμουν πάντα ερωτευμένος. Ο πρώτος μεγάλος έρωτας ήταν η μητέρα μου. Ήταν μια απίστευτα όμορφη γυναίκα. Αλλά κάθε προσφορά λατρείας από μένα σ’ αυτήν ήταν απαγορευμένη. Δυστυχώς… γεννήθηκα αγόρι».

   Απ’ όσο ξέρω, κάθε μεγάλος έρωτας στη ζωή σας διαρκούσε μία τριετία.

  «Λάθος πενταετία ή κάτι τέτοιο».

  Δεν είναι ελάχιστος χρόνος για να ωριμάσει βαθύτερα μια σχέση;

  «Μην ξεχνάτε πως η σχέση μου με την Ίνγκριντ κράτησε 24 χρόνια και πως αν δεν πέθαινε θα διαρκούσε περισσότερο. Όταν την συνάντησα και την παντρεύτηκα, όλες οι άλλες ιστορίες ξεχάστηκαν, θάφτηκαν. Ήταν μια αληθινή αγάπη. Ήμουν 52 ετών όταν παντρευτήκαμε και το αστείο είναι πως έμοιαζε πολύ στη μητέρα μου. Κάτι λέει αυτό. Βέβαια πρέπει να ομολογήσω πώς όλα αυτά τα χρόνια με τριγυρνούσαν πολλά ωραία κορίτσια. Και μη νομίζετε πώς όλα αυτά τα πλάσματα με μίσησαν. Λάθος. Εξακολουθούν να με βλέπουν σαν φίλο τους».

  Και η πρώτη σας σύζυγος; Αν θυμάμαι καλά, την εγκαταλείψατε για κάποια άλλη την ώρα που είχε αρρωστήσει από φυματίωση και σας είχε ανάγκη. Αν αυτή η γυναίκα εξακολουθεί να αισθάνεται φιλικά για σας, τότε πρέπει να είναι πρωταθλήτρια γενναιοδωρίας.

  «Κι όμως, έτσι είναι. Κοιτάξτε, γεννήθηκα κοκαλιάρης, ψηλός και άχαρος. Από την πρώτη στιγμή μίσησα το κορμί σου. Η πρώτη μου μικρή ασήμαντη ερωτική εμπειρία ήρθε καθυστερημένα όταν ήμουν 16 χρόνων. Και μάλιστα ήρθε από κάποια που με λυπήθηκε και που διέθετε τον διπλάσιο όγκο από μένα. Χοντρούλα και άσχημη. Τόσο άσχημη που όταν η μητέρα μου την είδε τρόμαξε και έκανε τα πάντα για να με αποτρέψει. Στην πραγματικότητα οι πρώτες μου αληθινές εμπειρίες άρχισαν το 1943, όταν ήμουν 25 χρονών. Τότε που μπήκα στον μαγικό κόσμο του κινηματογράφου. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να είναι η αιτία του απίστευτου θυμού που μέχρι τότε είχε συσσωρευτεί μέσα μου. Γι’ αυτό όταν ήμουν νέος, ανασφαλής και φοβισμένος, εκτονωνόμουν με ξεσπάσματα οργής και μίσους. Συνεχώς φώναζα και κλωτσούσα. Άρχισα να ηρεμώ όταν κατάλαβα πώς ελέγχω τα εργαλεία της δουλειάς μου. Το αποτέλεσμα ήταν πώς πάντοτε ερωτευόμουν τις πρωταγωνίστριές μου. Φυσικά αυτός ο έρωτας δεν κατέληγε πάντα σε μια μεγάλη σχέση. Με άλλα λόγια, κάπως έτσι άρχιζαν οι επιπλοκές και κάπως έτσι ήρθαν τα παιδιά. Κάθε νέα ταινία, μια νέα ερωτική σχέση κ.ο.κ.».

  «Θα αυτοκτονούσα, το θεωρώ φυσιολογικό»

 Μου φαίνεται αδιανόητο να ανοιγοκλείνει κανείς με τόση ευκολία τις πόρτες των σχέσεων και των χωρισμών του…

   «Κοιτάξτε, αν δεν ελέγξεις τον τρόμο που σου προκαλεί η χαοτική κατάσταση της πραγματικότητας και της προσωπικής σου ζωής, θα διαλυθείς. Αν δεν ήλεγχα πλήρως την κατάσταση θα κατέρρεα μέσα στο χάος. Γι’ αυτό άλλωστε σιχαίνομαι κάθε είδους και μορφή αυτοσχεδιασμού. Θέλω όλα να τα ελέγχω πριν ακόμα τα οργανώσω. Ίσως γι’ αυτό αποφεύγω την κοινωνική ζωή. Όμως εν τέλει είναι αδύνατον να τα ελέγχεις όλα. Τον θάνατο, ας πούμε, δεν μπορείς να τον κουμαντάρεις. Τα τελευταία χρόνια μετά την απώλεια της Ίνγκριντ δεν έχω συναντήσει έξω από τη δουλειά μου ούτε έναν φίλο, έναν γνωστό, έναν συνεργάτη. Φανταστείτε πώς τον Έρλαντ τον βλέπω μόνο στο θέατρο και κάποιες φορές ανταλλάσσουμε μερικές κουβέντες τηλεφωνικώς. Ποτέ μου δεν δυσκολεύτηκα να μείνω μόνος με τον εαυτό μου. Αντιθέτως μονίμως αισθάνομαι την ανάγκη της μοναξιάς και της απομόνωσης. Έτσι με θυμούμαι από μικρό παιδί. Απλά τα χρόνια με την Ίνγκριντ ήταν μία ευχάριστη περίοδος. Αποκλείω να μου ξανασυμβεί κάτι ανάλογο. Τώρα έχω επιστρέψει στη μοναξιά μου, με μοναδική συντροφιά μια βαθιά, ανείπωτη αίσθηση απώλειας. Αυτή την αίσθηση την κουβαλάω διαρκώς μαζί μου. Ταυτόχρονα κουβαλάω μαζί μου και τις δύο άλλες μου αγάπες, το θέατρο και τις πρόβες».

   Νομίζετε πώς ήρθε η ώρα να μιλήσουμε και για τον θάνατο;

   «Θα ξεκινήσω από τον προθάλαμο του θανάτου. Κανείς δεν μας έχει μιλήσει διεξοδικά για το πόσο σκληρά είναι τα γηρατειά. Ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που αρχίζουν να εμφανίζονται πάνω μου μερικά ταπεινωτικά… γελοία συμπτώματα. Τα γηρατειά από μόνα τους είναι δουλειά πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης! Πίστευα πώς πρώτα εγώ θα πέθαινα και μάλιστα είχα πει στην Ίνγκριντ όταν το διαισθανθεί να μου πιάσει το χέρι σαν σημάδι αποχαιρετισμού. Μερικές φορές αισθάνομαι πώς υπάρχω ερήμην της… ζωής. Προσπαθώ να γεμίζω τα κενά διατηρώντας μια τάξη στην καθημερινότητά μου. Κάθε πρωί σηκώνομαι στις 6 και δουλεύω μέχρι το βράδυ. Κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, όλα αυτά τα χρόνια. Και συνεχίζω την ίδια πορεία με το ίδιο αυστηρό πρόγραμμα. Η ίδια η ζωή για μένα είναι ένα μεγάλο βάρος. Η σκέψη πώς δεν θα ξαναδώ την Ίνγκριντ είναι ανυπόφορη, απαίσια, βασανιστική. Μέσα μου διαρκώς συγκρούονται ερωτήματα για τη ζωή, τον θάνατο, για την Ύπαρξη και την ‘ανυπαρξία’. Έτσι αρχίζω να θέλω να πιστεύω πώς θα ξαναδώ την Ίνγκριντ και πώς υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα. Δεν μπορώ να χωνέψω την ιδέα της οριστικής εξαφάνισης. Τελικά, στην πραγματικότητα έπαψα να φοβάμαι το θάνατο. Αντιθέτως, πιστεύω πως εκείνη η ώρα θα έχει ενδιαφέρον! Το μόνο που με τρομάζει είναι η αναπηρία, η ταπείνωση και η φυτοποίηση. Να γίνω βάρος στους άλλους. Αν το πνεύμα μου είναι αναγκασμένο να ζει σ’ ένα σάπιο κορμί, τότε ελπίζω να έχω τα συγκαλά μου για να πάρω τις αποφάσεις μου.».

  Θα αυτοκτονούσατε;

  «Οπωσδήποτε! Θέλει και ρώτημα; Βρίσκω πως θα ‘ναι το πιο φυσιολογικό φινάλε της ζωής μου».

  Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να ζει μέσα σας το μικρόβιο της περιέργειας.

   «Μα, δεν έχετε ακούσει που λένε για κάποιον που δεν είναι περίεργος ‘τι έπαθε αυτός, άρρωστος είναι;’ Πάντα με θυμάμαι έναν απίστευτα περίεργο τύπο. Η περιέργεια είναι θείο δώρο. Αν σταματήσω να δουλεύω και να ξετρυπώνω, θα πεθάνω στη στιγμή».

     ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, εφ. ΤΑ ΝΕΑ 16/12/2000

Κλείνοντας

   Ο δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Δανίκας, από όσο γνωρίζω, έχει δημοσιεύσει στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 10/12/2000 κριτική για την ταινία της ηθοποιού Λίβ Ούλμαν «Απιστία» (“TROLOSA”) με τίτλο «Το δημόσιο «στριπτίζ» του Μπέργκμαν», και πρότιτλο «Ο 82χρονος σκηνοθέτης υπαινίσσεται στο σενάριο της ταινίας της Λιβ Ούλμαν “Trolosa” («Απιστία») ότι μπορεί να υπήρξε άφιλος, άπιστος, παντελώς αδιάφορος για την οικογένειά του και ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας φίλου του». Το Σενάριο της ταινίας το έγραψε ο ίδιος ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν σε προχωρημένη ηλικία. Όπως γνωρίζουμε πολλές από τις κινηματογραφικές του παραγωγές στηρίζονται σε δικά του σενάρια. Η ταινία της πρώην γυναίκας του, ηθοποιού Λιβ Ούλμαν, προβάλλονταν εκείνο το διάστημα σε Αθηναϊκές αίθουσες και ήταν η πρώτη της εργασία ως σκηνοθέτης. Αν διαβάσουμε την προσωπογράφηση του Δημήτρη Δανίκα που αναρτούμε σήμερα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, τις κρίσεις του για την ταινία «Απιστία» (θα τις αναρτήσουμε σε επόμενο σημείωμά μας, κάνοντας μνεία του και σε ένα άλλο κριτικό σημείωμά του για την ταινία του Δανού σκηνοθέτη Τόμας Βίντεμπεργκ, και την ταινία του «Οικογενειακή γιορτή» βλέπε εφ. «Τα Νέα» 2/10/ 1998) και προσμετρήσουμε τα όσα μας εξομολογείται στην τελευταία συνέντευξή του ο Σουηδός σκηνοθέτης Ι. Μπέργκμαν, θα διαπιστώσουμε το πόσο δύσκολο και μάλλον «σκοτεινό» σαν άτομο υπήρξε αυτός ο σπουδαίος καλλιτέχνης στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Αυτός ο μάγος της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης που δεν έπαψε να ανασκαλεύει συνεχώς το παρελθόν της οικογένειάς του και να μας προσφέρει εξαιρετικά αυτοβιογραφικά πορτραίτα των δικών του ατόμων. Μικρές ιστορίες τους μπλεγμένες με την δική του πορεία ζωής. Θα επιβεβαιώσουν τις απόψεις κριτικών και θεωρητικών της Λογοτεχνίας- και της Καλλιτεχνίας ευρύτερα- που μας υπενθυμίζουν στα κείμενα και τα γραπτά τους ότι άλλο πράγμα είναι το καλλιτεχνικό έργο, το τελικό αποτέλεσμα αθανασίας ενός δημιουργού ως ανάγνωσμα ή θέαμα και άλλο ο ίδιος ο δημιουργός- καλλιτέχνης που το κατασκεύασε σαν άτομο, σαν διακεκριμένη προσωπικότητα μέσα στην Κοινωνία, την στάση και αντιδράσεις του μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον και τον κοινωνικό περίγυρο. Η αναγνώρισή του ότι δεν υπήρξε καλός πατέρας ή σύζυγος, ίσως και η πολυγαμία του, να φανερώνουν το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από τις ενοχές και τις τραυματικές εμπειρίες αγωγής του αυταρχικού και πουριτανού πάστορα πατέρα του σαν παιδί, και οι απορρίψεις του από τα κορίτσια της εποχής του. Πάντως, πέρα από την προσωπική του περιπέτεια, είναι άξιο θαυμασμού πώς αυτός ο παθιασμένος καλλιτέχνης και ταλαντούχος συγγραφέας του προηγούμενου αιώνα, κατόρθωσε να τιθασεύσει τους εσωτερικούς του «δαίμονες», να αναμετρηθεί με ιερά κινηματογραφικά «τέρατα» της εποχής του και να μας προσφέρει κινηματογραφικά έργα υψηλού υπαρξιακού και μεταφυσικού προβληματισμού και δραματικής ποιότητας. Ταινίες που κάτω από ένα σύγχρονο πρίσμα και ερμηνευτικό βλέμμα προσομοιάζουν με τα κλασικά έργα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας αλλά και της σαιξπηρικής. Υλοποίησε με την οπτική του τέχνη τα παιδικά του οράματα, όνειρα και κόσμους της φαντασίας του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

8/9/2026  

 

 

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου