ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
(Αθήνα
20/4/1922- Αθήνα 30/10/1988)
ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ
Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ
ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ
Ήταν νύχτα κι είχα πάρει τη μεγαλύτερη
απόφαση του αιώνα: θα έσωζα την ανθρωπότητα, αλλά πώς; χίλιες σκέψεις με
τυραννούσαν όταν άκουσα βήματα, άνοιξα την πόρτα και είδα τον τυφλό της
αντικρινής κάμαρας να προχωράει στο διάδρομο κρατώντας έναν λύχνο, ήταν έτοιμος
να κατέβει τη σκάλα, «τί τον θέλει τον λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε
μέσα μου η ιδέα, είχα βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ’ έστειλε»
και βαλθήκαμε με ζέση κι οι δυό επί τω
έργω… σ. 9
ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ
ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Και τώρα που
ξεμπερδέψαμε πιά με τα μεγάλα
λόγια, τους
άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας-αλλά μάταια, το σχέδιο
της πόλης άλλαξε, κατά που πέφτει ο δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά, που πήγε ο
άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους, υπάρχει ακόμα ο κόσμος,- τώρα στη γλώσσα
μας μπερδεύονται παλιά τραγούδια, κανείς δεν μας καταλαβαίνει και μόνο τα
παιδιά μαντεύουν πιο πολλά, μα μεγαλώνουν γρήγορα και τα πουλιά πετάνε για να
μη θυμούνται-ένα τέτοιο παρελθόν και δεν απομένει παρά λίγη στάχτη, όπου
σκυμμένοι τα βράδια σχεδιάζουμε σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα κι ανάμεσά τους
την τύψη ότι δεν τα δώσαμε όλα
ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και
τις πιό ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος. σ.14
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ
ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
Κάποτε θα
ξανάρθω. Είμαι ο μόνος κληρονόμος.
Κι’ η
κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ. σ.16
ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
Λησμονημένοι
κι άγνωστοι ζήσαμε, σπόνδυλοι από
ναούς ερειπωμένους, μαύρες στοές,
παλιά,
ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο
υποσχόταν-
κι ώ σοφή
προνοητικότητα των παιδιών που πιάνουν
από νωρίς φιλίες με το χώμα. σ.18
ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Αξιοθρήνητοι είμαστε, παλεύοντας τη νύχτα
με τα
όνειρα, τη μέρα με τους θρύλους, κι ύστερα η παράκρουση, η καταφρόνια, τα
σφαγμένα ζώα, ο πυρετός. Κι άραγε κατά που κοιτάζουν τ’ ανεστραμμένα των
νεκρών;
Έτσι είχαμε πάντα έναν δρόμο να
ξεφύγουμε… σ.19
ΣΟΥΡΟΥΠΟ
Αν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα
είχα μιάν άλλη ηλικία απ’ την αληθινή και τώρα πιά τα ‘χω μπερδέψει- δεν ξέρω
αν βρίσκομαι στο τέλος ή στην αρχή, αν πρέπει να φύγω ή να ξαναγυρίσω, και ποιό
δρόμο να πάρω και να πάω πού;- εξάλλου σκοτείνιασε
και τα σκυλιά γαβγίζουν, σταματώντας
τους περαστικούς στα σύνορα του ανείπωτου. σ. 26
ΤΑ
ΨΕΥΔΗ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Ποτέ δε φανταζόμουν ότι τόσες πολλές
μέρες κάνουν μιά τόσο λίγη ζωή. σ.28
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΙΤΙΕΣ
Κι αυτοί που
μαζεύουν τ’ αποφόρια του κόσμου
δεν είναι για να τα φορέσουν,
απλώς
σκεπάζουν το βράδυ τη λάμπα, για να
μπορούν να συγχωρούν. σ. 29
ΕΙΣ
ΜΝΗΜΗΝ
Κάποτε θα πάρουμε ένα γράμμα, θα ‘ναι
από
μιάν άλλη
εποχή, θα το ακουμπήσουμε στο τραπέζι αμήχανοι, θα σκεφτούμε πόσο είμαστε ακόμα
ξένοι, οι λέξεις θα ‘χουν γίνει φαντάσματα, στο δρόμο θα βρίσκεις καμιά φορά ένα
επισκεπτήριο, αλλά δε θα ‘χουμε μνήμη, τα καφενεία άδεια σαν τοπία του
υπερπέραν- και μόνον εγώ, τότε, ο τρελός θα σηκωθώ και θα φωνάξω: «σύντροφοι»,
σαν ν’ απαντάω στην ατέλειωτη αυτή σιωπή…
Το ημερολόγιο θα δείχνει
Οκτώβριο- με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις. σ.34
ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ
Η ζωή δεν έχει έλεος σαν τα παιδιά, ούτε
φιλίες
σαν την
ποίηση. Κι ο κόσμος μοιάζει της μητέρας
μου:
αγαπημένος
και χαμένος για πάντα. σ. 37
ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ
Είμαστε αυτοί που αιώνια πηγαίνουν, δεν
είχαμε ποτέ έναν τόπο δικό μας, που πάμε; Από πού ερχόμαστε; Καμιά φορά
κατοικούμε για λίγο κάπου, αλλά γρήγορα
μας ξαναθυμάται η Μοίρα και φεύγουμε.
Και μόνο καμιά φορά την ώρα που
βραδιάζει κι ανατριχιάζουν οι λίγες βιολέτες στους φράχτες, ένα παράξενο θάμπος
μας πλημμυρίζει, μιά αίσθηση σαν να ξαναγυρίζουμε εκεί απ’ όπου μας είχαν για
πάντα διώξει.
Ή μήπως το λυκόφως είναι η μόνη μας
πατρίδα…. σ.44
ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ
2
Κύριε, μόνο
με τη σιωπή σε νιώθουμε. Κάθε ομιλία
σε πληγώνει.
Κι οι λέξεις
μας είναι τα τραύματά σου απ’ όπου,
μαζί με το αίμα σου,
στάζει και
λίγη απεραντοσύνη. σ.48
4
Κύριε, είσαι
κρυμμένος πίσω από τόσα αινίγματα,
ίσκιους, σκοτεινές παραβολές-πώς να σε βρώ;
Όμως είναι
στιγμές που σ’ αναγνωρίζω: μιά
ξαφνική αφθονία στην καρδιά μου σε προδίνει.
σ. 50
7
Η γέννηση της ομιλίας
Κύριε, είσαι
το μέγα άπειρο που ανασαίνουμε, ο
απέραντος δρόμος που πηγαίνουμε.
Είσαι η
απερίγραπτη σιωπή που την ακούμε μέσα μας
και μιλάμε- για να μην πεθάνουμε από
τρόμο. σ.53
Ο
ΑΔΕΛΦΟΣ ΙΗΣΟΥΣ
Η ταφή
Πέθανε ύστερα από λίγες μέρες. Τον θάψαμε
στην άκρη
ενός παλιού κοιμητηρίου, δυό άνθρωποι όλοι κι όλοι κι ένα περαστικό αδέσποτο
σκυλί που είχε σταθεί και μας κοιτούσε. Έβρεχε.
Έτσι, κάθε που βλέπω τώρα ένα σκυλί,
ξέρω κατά που πέφτει η Παράδεισος. σ.65
ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ
ΑΓΙΟΤΗΤΑ
Ημερολόγιο ήσυχο στον τοίχο, μιά ημερομηνία
κι οι άγιοι
σιωπηλοί, χλωμοί κι αναμάρτητοι,
σημειωμένοι
μόνο με το μικρό τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους.
Κύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει. σ. 69
ΠΑΛΙΕΣ
ΦΙΛΙΕΣ
Και μή
σας ανησυχεί- είναι απλό: σταυρώνετε
τα χέρια
πάνω στο τραπέζι κι εκείνο θα έρθει μόνο
του.
Το μυστήριο σας γνωρίζει κι άς μην το
θυμόσαστε. σ.75
ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΡΙΣΜΟΙ
Κι όταν πιά δε θα ‘χω με τί άλλο να ζήσω, θα
πάρω έναν
μεγάλο καθρέφτη και θα στέκομαι στις
γωνίες, όπως
αυτοί με τις ζυγαριές ή τους βίους των αγίων, κι εκεί για λίγες δεκάρες θ’ αφήνω
να
καθρεφτίζονται
οι περαστικοί, βλέποντας για μιά στιγμή μέσα στο βάθος του καθρέφτη
όλη την έρημο που μας ακολουθεί… σ.85
ΒΙΟΣ
Η μέρα έφυγε
τυλιγμένη στην εφήμερη βουή,
Αλλά το βράδυ
ο ονειροπόλος ρίχνει λίγο αλάτι
πάνω στην πέτρα
και προσκαλεί
τον Θεό του. σ.96
Τάσος
Λειβαδίτης ο σημαντικότερος και μελωδικότερος, λυρικός ποιητής της Α’ Μεταπολεμικής
Γενιάς. Σεμνός αγωνιστής της αριστεράς, ελεήμων προσωπικότητα, τίμιος και άδολος
χαρακτήρας. Φωνή αληθινή και ειλικρινή. Σήκωσε στωικά και καρτερικά τον αγωνιστικό σταυρό της ζωής του και έζησε
αθόρυβα και διακριτικά. Η ποιητική του ανάσα μεταξύ άλλων σημαντικών
ανθρωπιστικών και αγωνιστικών προβολών του διακρίνεται από μία χριστιανική
θρησκευτικότητα στην σκηνογραφία της και τους συμβολισμούς της, μεταποιημένη σε
αγωνιστική ενατένιση και εγκαρτέρηση ως καθημερινή πράξη και εμπειρία συναδέλφωσης
των λαών. Τα βάσανα και οι καημοί του Κόσμου γίνονται πρώτη ύλη της ποίησής του
σε μία πανανθρώπινη Θεική αίσθηση και διάσταση στην απεραντοσύνη ενός σιωπηλού
ουρανού. Εύοσμο ρόδο η ποίησή του όπως και του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη γιατί όπως
μας είπε ο Τάσος Λειβαδίτης: «Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μιά φανταστική
σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό». Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα σαν ΣΗΜΕΡΑ
30 Οκτωβρίου 1988. Ο έλληνας ποιητής που όπως λέει σε στίχους του, «Έζησα μες
στη ματαιότητα/ και πάνω στον Ωκεανό…» και « πεθαίνουμε στερημένοι σ’ έναν παράδεισο
από λέξεις», από την συλλογή του «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα». Τα ποιήματα
που αντιγράφω προέρχονται από την συλλογή του «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ» εκδόσεις «Κέδρος»
Αθήνα 1983, σελίδες 120, δραχμές 300. Η λυρική και συγκινητική συλλογή του χωρίζεται
στις εξής ενότητες: -Δάφνες για νικημένους 36 ποιήματα- Συνομιλίες 12 ποιήματα-
Ο αδελφός Ιησούς 4 ποιήματα – Διανυκτέρευση. 44 ποιήματα. Ποιητικός λόγος
δωρικός, ακριβής, μουσικός πυκνών ανθρωπιστικών νοημάτων. Ο καλύτερος της γενιάς
του. Μεταξύ άλλων ασχολήθηκε με την κριτική βιβλίου παρουσιάζοντας έργα ελλήνων
και ξένων συγγραφέων, με την μετάφραση, την αρθρογραφία, ενώ έγραψε διηγήματα μοντέρνου ρυθμού και φόρμας
«Το Εκκρεμές» και στίχους τραγουδιών που άγγιξαν τις καρδιές και τις ψυχές του
ελληνικού λαού που μελοποιήθηκαν από σημαντικούς συνθέτες. Τα λαϊκά και τρυφερά
τραγούδια του βρίσκονται στα χείλη κάθε ευαίσθητου και ονειροπόλου πολίτη και ας
μην γνωρίζει ποιος είναι ο στιχουργός τους. Τάσος Λειβαδίτης μία σπάνια ποιητική
πολύχυμη παρουσία που το όνομά του και η γραφή του κοσμούν τα ελληνικά γράμματα
και ας έζησε κάτω από την σκιά του πολύκλαδου και πολύριζου δέντρου της Ρωμιοσύνης
Γιάννη Ρίτσου.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
30 Οκτωβρίου
2026
Με την σκέψη
στην τραγωδία που περνά αυτές τις μέρες η πατρίδα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου,
του Θερβάντες, του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα του Πικάσο και του Μπουνουέλ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου