Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Ο Ποιητής και ηθοποιός Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης

 

ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ

(Αθήνα 21/5/1944-Αθήνα 6/3/2026)

          Εκ ποιητικής αντανακλάσεως

Ο ΦΑΣΟΥΛΗΣ

Μένει σ’ ένα σπίτι στην Κυψέλη,

έχει ένα δωμάτιο ζεστό,

το παντζούρι πάντα είναι κλειστό’

θέλει να τ’ ανοίξει και δε θέλει.

 

Χαϊδεμένος από τη μαμά του

κυνικός κι ευαίσθητος μαζί,

λέει πώς μόνο στα όνειρά του ζει’

τον τρομάζει η ιδέα του θανάτου.

 

Αγαπάει το θέατρο, τους ανθρώπους,

τα λουλούδια και τη μουσική’

η ζωή του εδώ είναι αστική,

η ψυχή του όμως πετάει σ’ άλλους τόπους.

 

Η κακία του κόσμου τον πληγώνει

κλαίει για τ’ αφρικάνικα παιδιά’

μούπε τρέμοντας κάποια βράδια:

«Ξέρεις… είμ’ ένα κερί που λιώνει».

 

Κι αν γνωρίσει ένα πρόσωπο νέο

κι είν’ το περιβάλλον φιλικό,

λέει μ’ ύφος λίγο ειρωνικό:

«Αν γελάω, είναι για να μην κλαίω».

 

Όταν όμως στη σκηνή ανέβει

και σταθεί μπροστά στους προβολείς,

γίνεται ένας λυπημένος Φασουλής

πούχει από τον ουρανό κατέβει.

 

Μά για να γυμνάσει τα φτερά του

κι ίσως για να δει τη διαφορά,

πάει να συναντήσει τη χαρά

στο Ναδίρ κι ακόμα παρακάτου.

          ΑΓΑΛΜΑ

Ολόκληρο από γύψο

μόνο τα πόδια από χρυσάφι

πώς να το στήσεις όρθιο

λυώνει στα χέρια σου

κι έτοιμα τα γυαλένια μάτια να κυλήσουν’

άσ’ το ακουμπισμένο στη γωνιά

και ξέχασέ το.

Να μη σε δω να ξανασηκωθείς

να το στηρίξεις.

          ΧΑΛΙ

Μην πέφτεις πίσω σε παρακαλώ

μή με κοιτάζεις έτσι μές στα μάτια-

βλέπω τριγύρω φύλλα να φυτρώνουν

λουλούδια πολυπέταλα που γέρνουν-

θέλω να ξαπλωθώ κι εγώ κοντά σου

 

σήκω, πάρε με μαζί σου στη βεράντα

εκεί στα σκοτεινά θα σ’ αγκαλιάσω

 

θα μας τυλίγει ο επίδεσμος του ανέμου.     

 

ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Φθαρμένη μουσική

κι όμως γλυκόπιοτη

απομεινάρια αγάπης

που τα σαρώνει ένας ύποπτος άνεμος

 

χέρια ακουμπισμένα

στην καχεκτική ακακία

πρωί

περιμένοντας το λεωφορείο

 

απέναντι στην πολυκατοικία

σώματα στα παράθυρα

υγρά από σάλιο κι αίμα

 

τρόμος κι αδιαφορία

σ’ αυτόν εδώ τον σκουπιδότοπο

 

σφίγγομαι μέσα στο κορμί μου

κι ανεβαίνω

7/3/1978

          ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗ

Τρομαγμένα παιδιά στα χέρια σου

κλαίνε για τις φωτιές στα δάση

είναι πολλά τα δάκρυα

δε θ’ αντέξει η πικροδάφνη-

γλώσσες φωτιάς θα την κυκλώσουν

πράσινα φίδια θα τη δαγκάσουν

τέσσερα δειλινά θα την τσακίσουν

και πάει.

Είσαι καλή

και το στόμα σου είναι καλό

και το βλέμμα σου είναι καλό

και το κορμί σου.

Τί κορμί, τί καράβι, λες

χίλια λευκά πανιά πάνω στη θάλασσα

δε βλέπω τίποτ’ άλλο, η ζωή μου-

δε θ’ αντέξει η πικροδάφνη

είναι πολλά τα δάκρυα

τρομαγμένα παιδιά στα χέρια σου

κλαίνε για τις φωτιές στα δάση.

          NOCTURNE

Τα καλοκαίρια έχω το σπίτι σκοτεινό,

το βράδυ

έρχεται κάποιο αγέρι μακρινό

σα χάδι.

Αφήνω τα παράθυρα ανοιχτά

και πάντα

κάθομαι και ρεμβάζω μόνος

στη βεράντα.

Μέσα μου επίμονη αντηχάει

μιά νότα’

ανάβουνε στο αίμα μου φωτιές

τα φώτα.

Μπαλκόνια και παράθυρα παντού’

υποφέρω-

(τα πιό καλά είν’ σκοτεινά,

το ξέρω).

Πηγαίνω μέσα κι έρχομαι ξανά

με κυάλια-

θάλασσα η νύχτα γύρω, τα σπίτια

κοράλια.

Τέλος σαν βρω κάπου ένα θέαμα

με μέλλον

πάνω στ’ άσπρα φτερά ξαπλώνω

των αγγέλων.

Ά ναι, τα βράδυα του καλοκαιριού

είναι θαύμα,

ανακουφίζουν κάπως μέσα μου

το τραύμα.

          ΠΑΤΗΣΙΩΝ 118

Αυτός ο δρόμος είχε τραμ κι άλλο αριθμό το σπίτι

Βούϊζε η σκάλα η ξύλινη: «… εκεί στην Αραπιά»

έσταζε η βρύση ρυθμικά μέσα στο νεροχύτη

στο υπόγειο κρυβόντουσαν δυό άταχτα παιδιά.

 

Στους τοίχους έχασκαν πληγές απ’ τα μυδραλλιοβόλα

ο πόλεμος πού τέλειωσε συνέχιζε μακριά

κάτω μιά εβραία σφύριζε: «γλυκειά μου Αμαπόλα…»

στο πάνω πάτωμα ο γιατρός, η γάτα κι η Αθηνά.

 

Κάθε που βράδυαζε, η Αθηνά καθότανε στο πιάνο

κι έπαιζε Μπάχ ή Μέντελσον ή πού και πού Σοπέν

θυμάμαι η γάτα ανέβαινε στον ώμο της απάνω

στην είσοδο φυλλόδεντρα, στον τοίχο ένας Γκωγέν.

 

Ο τρόμος που ξεχείλιζε στης μάνας μου τα μάτια

κάθε που η πόρτα χτύπαγε ή μούγγριζε το τράμ

για μένα ήταν τα οχτώ σκοτεινά σκαλοπάτια

πού στο υπόγειο πήγαιναν, στους φίλους του Ε.Α.Μ.

 

Κι όταν τους πήραν μιάν αυγή, οι γείτονες σωπαίναν,

εγώ θυμάμαι κοίταζα τη διπλανή αυλή

κι είδα για πρώτη μου φορά τα ξύλα που ανεβαίναν

στον ουρανό και το μπετόν στη νέα οικοδομή.

          ΘΑΛΑΣΣΑ 1970

Ήρθανε με το πούλμαν-

βγήκανε ξεφωνίζοντας

κάτσανε πλάι στα πεύκα

δε μπήκανε στη θάλασσα

ήταν γεμάτη πίσσες.

Τα φαγητά τους άνοιξαν

φάγαν και τραγουδήσαν

μαζί με το ραδιόφωνο’

μετά ‘ποκοιμήθηκαν

κάτω από τα σεντόνια τους.

Είδανε το ίδι’ όνειρ’ όλοι

ότι σκοτωθήκαν:

ήρθε το μπλε αυτοκίνητο

κι όλους μαζί τους έριξε

σ΄ ένα βαθύ χαντάκι.

Ξύπνησαν με το κλάξον-

τα πράματά τους μάζεψαν

φώναξαν τα παιδιά τους

ανέβηκαν και φύγαν.

Τώρα επιπλέει στη θάλασσα

μιά νάυλον σακκούλα

τα ψάρια βλέπουν τώρα

μιά εφημερίδα ανοιχτή

ακίνητη στον πάτο.

          VALIUM

Τόση λοιπόν

 τόσο μεγάλη είναι λοιπόν η

 

Φωνή του τοίχου

μύγα γύρω απ’ το γλόμπο

γάλα στο φλυτζάνι

και ποδοβολητά παιδιών στο πάνω πάτωμα

δε μ’ ακούς;

Σταμάτησέ τα επιτέλους, θα σε

 

θα

 

Άκου

χωρίς αυτά

χωρίς νάχω αποκούμπι τον ύπνο

γύρω μου δόντια

πάνω μου ερπετά

γεμίσαμε από έντομα, δε βλέπεις

 

τετράγωνα κουτιά

και φλέβες τρυπημένες.

          ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Το σφυγμό μου έχω μόνο

να μετράω

τη ζέστη μες στα χέρια μου έχω

να χώνω μέσα το κεφάλι

ν’ ανασαίνω.

Ένα σωρό παιχνίδια θέλω

κάτι να το κρατάω

να με γνωρίζουν.

Δεν έχει άλλα τραγούδια

χτυπάνε τσίγκινες καμπάνες τα παιδιά

τα φώτα δυναμώσαν

λυώσανε τα βιβλία

τα κόλλησαν στους τοίχους

 

έρχεται εκείνη η σαρκοβόρα νύχτα

 

ο μεθυσμένος σφίγγεται στο δέντρο.

    ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΙΝΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Όταν έλιωσαν οι πάγοι

οι γυναίκες μείναν στις σπηλιές.

Φτιάξαμε τόξα και κοντάρια

βγήκαμε στο κυνήγι.

Το δέρμα μας είναι άσπρο

τα μάτια μας πράσινα ή γαλάζια

στη γη φυτρώνουν λουλούδια

σπάει σε χίλια χρώματα ο ήλιος

σαν πέφτει πάνω στα λουλούδια που φοράμε

χαιρόμαστε τον έρωτα με άγνωστους ανθρώπους.

Μονάχα ο ρυθμικός αντίλαλος κάποιου τυμπάνου

γεμίζει την καρδιά μας τρόμο κι αγωνία.

 

Πρέπει να φτιάξουμε όπλα πιό σκληρά.

ΠΗΓΕΣ              

«Θεωρώ τους ποιητές της Γενιάς του ’70 διορατικούς, γεγονός που σε εμάς τους νεότερους έδρασε θετικά στον τρόπο που γράφαμε. Ο καθένας με τον δικό τρόπο μας έδωσε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το μήνυμα: αποφύγετε τις ευκολίες, επικεντρωθείτε στην ουσία, μην σπαταλάτε τις δυνάμεις σε ανούσια γλέντια της εξουσίας, παραμείνετε αληθινοί».

                Γιώργος Λίλλης

-Το απόσπασμα του ποιητή Γιώργου Λίλη είναι από το κείμενό του «Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘70» και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τα Ποιητικά» τχ.29/3, 218. Τώρα και στον τόμο της σειράς Έλληνες Ποιητές- η γενιά του ’70. «ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ‘70» εκδόσεις Γκοβόστη 2019, σ.105. (υπεύθυνος σειράς: Κ. Γ. Παπαγεωργίου)

-Το ποίημα «Ο Φασουλής» είναι από την συλλογή «Ποιήματα 1962-1970», το «Άγαλμα» και το «Χαλί» από τη συλλογή «Εικοσιοχτώ Ποιήματα». Και τα τρία ποιήματα, καθώς και τα «Ανάσα» και «Λουτρό» περιλαμβάνονται στο βιβλίο «ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ 1965-1980» Με εκτενή Εισαγωγή του Αλέξη Ζήρα, εκδόσεις «γραφή», Αθήνα 1979, σ.45-48

-Για το ποίημα «Λεωφορείο» βλέπε: Περιοδικό Ευθύνη τχ.86/2,1979, σ.67 και στις 55 ΦΩΝΕΣ. Ποιητική Ανθολογία 1979. Επιμέλεια: Τάσου Κόρφη. Βιβλίο 15ο, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1980, σ.15.

-Τα Ποιήματα: «ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗ», “NOCTRUNE”, «ΠΑΤΗΣΙΩΝ 118», «ΘΑΛΑΣΣΑ 1970», “VALIUM”, «ΓΕΝΕΘΛΙΑ», στον τόμο: «ΠΟΙΗΣΗ ‘75» Με ανέκδοτα ποιήματά τους. των Θανάση Θ. Νιάρχου- Αντώνη Φωστιέρη, εκδόσεις μικρή άρκτος, Αθήνα, 12,1975, σ. 20-23.

-Το άτιτλο ποίημα «Η ζωή μου», το «Ποίημα της Πέτρινης Εποχής» καθώς και τα «Βλέπω μέσα σου να κλείνει ο δρόμος/μιά ξερολιθιά και πάνω η σαύρα….», το «Το Λεμόνι», «Ο Πορνολόγος», τα «Εφτά Ποιήματα μέσα στο Δωμάτιο», το «Από τις «τρείς φωτογραφίες»» [Γυμνό τ’ ακρωτήρι/ άδειο το σκοινί/η θάλασσα ήρεμη/κι αυτός περιμένει την άνοιξη/ άσπρο το μανταλάκι απ’ τον ήλιο/ κοιτάζοντας τον ουρανό/ κομμένον στα δύο:/ πάνω/ η σιωπή/και κάτω/ το μεράκι της θάλασσας.], το ποίημα «Ο Ποιητής» και η «Ανάσα» και το άτιτλο: «Στην αυλή δουλεύουν τα μερμήγκια-/πόσα έχω λιώσει/ κι άλλα τυραννήσει/παίζοντας./ Έτσι μια μέρα θα χαθώ κι εγώ/για το μεγάλο ψίχουλο/ σαν τα μερμήγκια.». Από το βιβλίο των ποιητών Στέφανου Κ. Μπεκατώρου και Αλέκου Ε. Φλωράκη, «Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ» ποιητική ανθολογία 65-40, εκδόσεις «Κέδρος»1971, σ.13-18.

          «Η ζωή μου

          της έλεγε

μοιάζει με το κάστρο-

πότε το κυριεύουν

πότε το κατοικούν

πότε το συνηθίζουν»

  Χ. Ν. ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ   

          Μέσα στων τελευταίων ημερών μας σκοτεινό πολύβουο συνεχιζόμενο πολεμικό, και κοινωνικό θανατερό κουρνιαχτό, πληροφορηθήκαμε από το Διαδίκτυο την είδηση του θανάτου του ταλαντούχου και αξιόλογου ηθοποιού Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη. Η είδηση του θανάτου του θεατρικού, κινηματογραφικού και τηλεοπτικού ηθοποιού Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη συνέπεσε με την απώλεια του σπουδαίου τραγουδιστή και θεατρίνου Γιώργου Μαρίνου και του σημαντικού παλαιού δημοσιογράφου της δημοκρατικής εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» Γιώργου Βότση. Σαν αναγνώστες της εφημερίδας από το πρώτο της σχεδόν φύλλο μετά την μεταπολίτευση, διαβάζαμε τα πολιτικά και «πύρινα» άρθρα και κείμενα του. Χαιρόμασταν τις μάλλον αναρχίζουσες πολιτικές του θέσεις, την πρωτοπόρα σκέψη του, την δημοσιογραφική του εντιμότητα, την ανεξαρτησία του λόγου του, την σοβαρότητα της γραφής του. Πάντα αδέσμευτη η φωνή του, διέθεται κοινωνικά δημοκρατικά φιλολαϊκά αντανακλαστικά, δημοσιογραφική όσφρηση να συλλαμβάνει το καίριο και ουσιαστικό στην είδηση και όχι το «πιασάρικο», το «σκανδαλώδες» που θα ανέβαζε το τιράζ των φύλλων των πωλήσεων της εφημερίδας που εργάζονταν. Εστίαζε το δημοσιογραφικό του ενδιαφέρον στο πολιτικό συμβάν, στις κυβερνητικές αυθαιρεσίες, σε κρατικές νομοθετικές αντιλαϊκές αποφάσεις διατυπώνοντας ξεκάθαρα τις θέσεις του από την πλευρά της μη κομματικής αριστεράς. Μετά την μεταπολίτευση του 1974 το όνομά του και η δημοσιογραφική του φήμη βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή και έχαιρε της εκτίμησης τόσο της κυβερνητικής εξουσίας και των πολιτικών παραγόντων της όσο και μεγάλης μερίδας της αντιπολίτευσης. Αδέσμευτη πολιτική δημοσιογραφική σκέψη, κατά διαστήματα οι θέσεις και απόψεις του προξενούσαν δυσφορία αν και επηρέαζαν σε γενικές γραμμές θετικά τους αναγνώστες της «Ελευθεροτυπίας». Αρθρογραφική πένα από τις λίγες, με επαναστατικές ιδέες για την εποχή του, πολιτικά αντισυμβατικός και ασυμβίβαστος. Αυτόφωτη φωνή δεν δίσταζε να εκφράζει δημόσια τις θέσεις του ακόμα και αν γνώριζε ότι θα ενοχλούσε το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο της μεταπολίτευσης, όπως ήταν οι πεποιθήσεις και οι δημόσια γνώμη του για την μείωση της ποινής από ισόβια, σε 20 έτη, στον πρωταίτιο του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου του 1967 που είχε καταδικαστεί σε ισόβια. Όπως έλεγε και υποστήριζε: «ακόμα και για έναν δικτάτορα τα 20 χρόνια στην φυλακή είναι αρκετά». Ο Γιώργος Βότσης ήταν ο μόνος από τους δημοσιογράφους της εποχής που μίλησε κατ’ ιδίαν με τον φυλακισμένο δικτάτορα. Από το Κανάλι της Βουλής μεταδόθηκε πρόσφατα συνέντευξή του στην οποία εξέφραζε την θλίψη και αγανάκτησή του για την πτώση του επιπέδου της σημερινής δημοσιογραφίας και των δημοσιογράφων σε σχέση με τα χρόνια που εκείνος ήταν ενεργός δημοσιογράφος πριν συνταξιοδοτηθεί.

    Ο Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης, ο ταλαντούχος ηθοποιός που υπηρέτησε όλα σχεδόν τα είδη της Θεατρικής τέχνης, ο αξιόλογος ποιητής της Γενιάς του 1970, ο σεναριογράφος και βραβευμένος κινηματογραφικός ερμηνευτής, έχασε την μάχη με την ζωή την ίδια περίοδο με τους άλλους δύο έλληνες δημιουργούς. Η αποτέφρωσή του έγινε στο Κοιμητήριο της Ριτσώνας με την παρουσία της ηθοποιού συζύγου του, μελών της οικογένειάς του και πλήθος φίλων του Ηθοποιών, καλλιτεχνών από τον χώρο του Θεάματος που συνεργάστηκαν μαζί του όλα αυτά τα χρόνια στο Θεατρικό σανίδι, σε τηλεοπτικά σήριαλ, στον κινηματογράφο. Αρκετές και χρήσιμες πληροφορίες, συνεντεύξεις του, διαβάζει κανείς σε σελίδες του Διαδικτύου για την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία, την παραστασιογραφία του, τις συμμετοχές του και τις άλλες πολιτιστικές δραστηριότητές του, τον σχηματισμό της Θεατρικής Σκηνής που ίδρυσε μαζί με την ηθοποιό σύζυγό του.

          Ο γράφων γνώριζε την διπλή παρουσία του Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη, και ως ποιητή, όχι άμεσα από τις ελάχιστες ποιητικές του συλλογές που μας άφησε αλλά έμμεσα από τα βιβλία και τις ανθολογίες των ποιητών της Γενιάς του 1970  από όπου αντιγράφω Ποιήματά του. Η ενασχόλησή του με τον ποιητικό λόγο ήταν η άλλη ευαίσθητη, τρυφερή και δημιουργική πλευρά της πολιτικοποιημένης προσωπικότητάς του και του ανθρωπιστικού χαρακτήρα του που διατήρησε μέχρι το τέλος του βίου του. Ένας ποιητικός λόγος καίριος, αντισυμβατικός, πολιτικός με ανθρωπιστικό πρόσημο και χαρακτηριστικά, φιλάνθρωπος, εξομολογητικός και σε χρονικούς τονισμούς του αναφορικός. Ξεδίπλωμα της σκέψης και των κοινωνικών του αισθημάτων, της καλλιεργημένης και ας μας επιτραπεί φυσιογνωμίας του. Η ίδια η εμφάνιση του στο δημόσιο σανίδι ήταν μία ξεχωριστή περσόνα. Συνέθεσε κατά μεγάλα διαστήματα, Ποιήματα γεμάτα εικόνες ομορφιάς αλλά και θλίψης, απογοήτευσης. Το ερωτικό στοιχείο συμπλέει με το νοσταλγικό συναίσθημα και το ερωτικό του ταξίδι με τις γυναίκες που συνάντησε στο διάβα του συνοδοιπορούν με τις ενεργούσες παραστάσεις της μνήμης του. Τρυφερός και οξύς ο λόγος του, ακριβείς οι λέξεις του, μιάς άλλης ποιότητας ποιήματα μακρυά από τις ποιητικές κραυγές της Μπήτ (Beat) ποίησης που ήταν στην ημερήσια ποιητική διάταξη των χρόνων που εμφανίστηκε στην Ελλάδα. Ενός ποιητικού ρεύματος που, ελπίζοντας να μην λαθεύω, η Αμερικάνικη εκδοχή της δεν ήταν παρά μία αφορμή-τουλάχιστον σε στιγμές της- αποδοχής της από το πολιτικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο που φωνακλάδικα στηλίτευε και μέμφονταν, όπως έδειξε η μετέπειτα πορεία της. Στα καθ’ ημάς έμεινε μάλλον σε μία προσωπική περιπέτεια αναζήτησης νέων ποιητικών εκφραστικών μέσων, μιά και η ελληνική παραδοσιακή ηχητική και μορφική οργανική λειτουργία της ελληνικής ποιητικής κληρονομιάς από την αρχαιότητα έως την δημοτική μας παράδοση και κατοπινή εκτίναξή της από τους νομπελίστες μας ποιητές διαθέτει στέρεες και γερές ρίζες στην χώρα μας και στους ποιητές της. Μικρές αρκετές φορές άτιτλες οι ποιητικές μονάδες του ποιητή Χ.Ν. Βαλαβανίδη, σε κεντρίζουν από την πρώτη στιγμή, ερεθίζουν και την δική σου σαρκαστική διάθεση, στην σατιρική απόλαυση του διαρκώς μεταβαλλόμενου παιχνιδιού της ζωής. Μικρές και ουσιαστικές οι στιγμές της χαρά της ζωής μας, μία ποίηση που εμπνέεται από τα απλά πράγματα γύρω του, τις καθημερινές καταστάσεις, τις ανθρώπινες στιγμές του βίου. Μία αδιόρατη κίνηση, ένα βλέμμα της συντρόφου του, ένα ατένισμα του ουρανού από την βεράντα του σπιτιού, ένα χάδι, το σύρσιμο ενός ανυπεράσπιστου εντόμου,  μία λέξη από το πουθενά. Ανιχνεύσεις χρωματισμών και τόνων Καρυωτακικής διάθεσης. Όμορφες εικόνες φέρνουν στο νου η σαρκαστική τους ατμόσφαιρα τον αυτόχειρα ποιητή της Πρέβεζας, τον Κώστα Καρυωτάκη. Ενός έλληνα ποιητή που η παρουσία του είναι ακόμη έντονη μέσα στην ποίηση των νεότερων ηλικιών ελλήνων ποιητών. Παραδοσιακή μικρή, σύντομη, λιτή η ποιητική φόρμα του «πειραχτήρι» Βαλαβανίδη, μονολεκτικές ορισμένες φορές οι λέξεις του σχεδιάζουν με μεστές εικόνες καταστάσεις και ατομικά του συναισθήματα. Στίχοι δημόσιες παρεκβάσεις με γαλήνιο τρόπο. Ίσως αν δεν λαθεύω, η άλλη του καλλιτεχνική ιδιότητα τον βοηθά να σκηνοθετήσει το ταμπλό της ποίησής του, αν και, στο σανίδι ο Βαλαβανίδης από όσο γνωρίζω υπήρξε πιο πληθωρικός περισσότερο εκφραστικά δηλωτικός. Μια ποιητική φωνή η οποία φανερώνει τους δεσμούς της με την σκληρή πραγματικότητα και ταυτόχρονα τις αναγκαίες αποστάσεις της. Μια ήρεμη εξοικείωση με την απλότητα και την ευθοβολία των αποτυπώσεων των πραγμάτων, μία αποδοχή της σκληρής αλήθειας που εσωτερικεύεται και αποδίδεται απαλά, χιουμοριστικά ίσως και παιχνιδιάρικα, στην μνημονική ανάπλαση της. Το ποιητικό του ύφος φαίνεται ξεκάθαρα ότι διαμορφώθηκε από την άλλη του καλλιτεχνική ιδιότητα αυτήν του ηθοποιού. Εδώ να σημειώσουμε ότι συναντάμε αρκετούς έλληνες ηθοποιούς οι οποίοι ασχολήθηκαν παράλληλα και με την ποίηση, την συγγραφή. Όπως πχ. Ο Δημήτρης Ποταμίτης, ο Γιώργος Μετσόλης, ο Γιώργος Λαιμός, ο Θάνος Κωτσόπουλος (που έγραψε και Τραγωδίες), ο Ιάκωβος Ψαρράς και αρκετοί άλλοι ηθοποιοί προερχόμενοι από το θεατρικό φυτώριο του Εθνικού Θεάτρου. Ας μην μας διαφεύγει και η περίπτωση του Δημήτρη Πουλικάκου που μαζί με την ομάδα του υπερρεαλιστή ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη μας εξέδωσαν το γνωστό περιοδικό. Ο Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης δεν μένει αμέτοχος, δεν αποστασιοποιείται από το περιβάλλον του και τις αλλαγές του, συμπλέει μαζί του με τις αισθήσεις του τεντωμένες, με τα ραμφίσματα των καθαρών λέξεών του, με τις καλοσχεδιασμένες και δομημένες ορθά εικόνες του οικοδομεί τα οικεία και σε εμάς μοτίβα της ποίησής του. Ο λόγος του ρυθμολογεί τόσο τον προσωπικό του μύθο και αυτόν της φαντασίας του όσο και την εύστοχη απομυθοποίησή τους. Ένας συνδυασμός ρομαντικής αναπόλησης και λυρικής όχι και τόσο ψιθυριστής νοσταλγίας όχι μόνο γι’ αυτό που χάθηκε αλλά και γι’ αυτό που μας αναμένει. Μία συστοιχία ευρηματικών παραστάσεων- εικόνων που είναι έκδηλη η ευγλωττία των μηνυμάτων τους.

    Ποιήματα του Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη είχαμε διαβάσει κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά και ανθολογίες. Δεν είναι αριθμητικά πολλές οι ποιητικές του συλλογές- όλες και όλες τέσσερεις- αν φέρουμε στο νου μας την χρονιά που έκανε την επίσημη ποιητική του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα και κυκλοφόρησε την πρώτη του συλλογή. Το 1970 κυκλοφορεί την συλλογή του «Ποιήματα 1962-1970» από τις εκδόσεις «Κέδρος». Τέσσερα χρόνια μετά, το 1974 από τις εκδόσεις «Οι Εκδόσεις των Φίλων» εκδίδει τα «Εικοσιοχτώ Ποιήματα». Ακολουθεί ένα μακρό διάστημα εκδοτικής του σιωπής και το 2007 από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» εκδίδει την «Ανοικτή Ακρόαση», τέλος, το 2022 από τις εκδόσεις «Βακχικόν» παρουσιάζει την συλλογή του «Ανέκδοτα, Αδέσποτα, Ιδιωτικά». Αυτό είναι όλο κι όλο το ποιητικό corpus του ταλαντούχου και αγαπητού καλλιτέχνη και μιάς πολύ καλής ποιητικής φωνής της Γενιάς του 1970 ή Γενιά της Αμφισβήτησης. Για την ποίησή του έγραψαν ο ποιητής και κριτικός Βασίλης Στεριάδης, («Χρονικό» 1971). Ο ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικός ομότιμος καθηγητής Μιχάλης Γ. Μερακλής, οι κριτικοί Αλέξης Ζήρας και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου και άλλοι. Βλέπε: [Βασίλης Στεριάδης, «Η Τέχνη της Ανάγνωσης» Τα Κείμενα για την Ποίηση, εκδ. «Γαβριηλίδης» 2004, σ.65-66 (β/κη για την 2η συλλογή της), Μιχάλης Γ. Μερακλής, «Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία 1945-1980» Μέρος πρώτο: Ποίηση, εκδ. «Πατάκη» 1987, σ. 325-326, (παρουσίαση της πρώτης του συλλογής). Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Η Γενιά του ‘70» Ιστορία- Ποιητικές διαδρομές, εκδόσεις «Κέδρος» 1989, σ. 98. Όπως γνωρίζουμε, σύμφωνα με τους Γραμματολόγους και Κριτικούς, Ανθολόγους της Ελληνικής Ποίησης ο Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης θεωρείται ένας από τους εκπροσώπους της Γενιάς του 1970. Αυτό σημαίνει, ότι αναφέρεται στα αντίστοιχα βιβλία και μελέτες το όνομά του, αν και δεν συνέβει πάντα έτσι. Αν ξεφυλλίσουμε το «Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων «Πατάκη» 2007 δεν θα συναντήσουμε το λήμμα του. Η πολύτομη «Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας» που συνέθεσε ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου των εκδόσεων «Καστανιώτη» μόνο στον τόμο Ζ αναγράφεται το όνομά του δίχως σχολιασμούς, μάλλον «καταχρηστικά» λόγω αναφοράς των τόμων των «Καταθέσεων». Σε άλλες «Ι.Ν.Λ.» που ανέτρεξα δεν συνάντησα το όνομά του. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για τους χώρους των Ελληνικών Ποιητικών Ανθολογιών, αν δεν λαθεύω, παρά του ότι έχει μεταφραστεί και στο εξωτερικό. Ο ποιητής Γιώργος Ν. Θεοχάρης τον συμπεριλαμβάνει στο «Ξένων Αιμάτων τρύγος», εκδ. «Γαβριηλίδης» 2014, σ. 36 το ποίημα «ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ»

[Μαραμένη η φρίκη στο βλέμμα σου/

σκουπίδια θανάτου στους διαδρόμους/

ο γιατρός πλάι σηκώνει τους ώμους/

οι πλύστρες ξεπλένουν το αίμα σου.

 

Ζωντανεύει για λίγο η φωνή σου/

και ζητάει νερό, εφημερίδες-/

μήπως γράφουν για όλα όσα είδες/

μέσα στους κήπους του Παραδείσου.

 

Κορμιά σπαραγμένα και μύγες/

το ‘να φίδι να τρώει το άλλο/

και ξοπίσω ένα πλήθος μεγάλο/

 

να φοβάται ένα σκύλο με ρίγες./

Κι ανοιχτή καθώς μένει η πληγή σου/

από μέσα της βγαίνει η ζωή σου.

(από τη συλλογή Ανοιχτή ακρόαση, Καστανιώτης, 2007.)]

Και σε τόμο της ανθολογίας των «Δεκάτων». Ο πολυσέλιδος τόμος «ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘70» των εκδόσεων «Όμβρος» 2001 σε επιμέλεια του ποιητή Δημήτρη Αλεξίου και εισαγωγή του κριτικού Αλέξη Ζήρα, ο τόμος περιλαμβάνει 58 αντρικές και γυναικείες ποιητικές φωνές της Γενιάς του 1970 με αλφαβητική σειρά, ενώ δίνονται χρήσιμα στοιχεία και πληροφορίες για Εργογραφία των ποιητών- Βασική κριτικογραφία- Αποσπάσματα από κριτικές και –Ανθολόγηση Ποιημάτων, των αγνοεί εντελώς.

  Το όνομά του ως σύγχρονος ποιητής πρέπει να ομολογήσουμε σύμφωνα με τις δικές μας πηγές δεν αναφέρεται συχνά στις εργασίες που καταγράφουν την πορεία και εξέλιξη αυτής της Γενιάς αλλά περισσότερο, και κυρίως ως καλός ηθοποιός ο οποίος ήταν ευρύτερα γνωστός και αγαπητός από το ελληνικό κοινό και τις συμμετοχές του. Στο Διαδίκτυο διαβάσαμε ότι από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» κυκλοφόρησε μία ακόμα ποιητική του συλλογή η οποία περιλαμβάνει ανέκδοτα ποιήματά του και ποιητικές του μονάδες από προηγούμενες συλλογές του που ο ποιητής θεώρησε ότι κέρδισαν τον αναγνωστικό χρόνο.

          Μαθαίνοντας την απώλειά του τα Λογοτεχνικά Πάρεργα αποφάσισαν να του αφιερώσουν ένα ποιητικό σημείωμα όπως το δικαιούται άλλωστε. Ένα μικρό ανθολόγιο της ποιητικής του φωνής και παρουσίας η οποία στηρίζεται σε έμμεσες προγενέστερες ποιητικές πληροφορίες και ανθολογήσεις ποιημάτων του από τρίτους. Έτσι και ο τίτλος του παρόντος σημειώματος «Εκ ποιητικής αντανακλάσεως».

          Ο μελετητής και ανθολόγος της Γενιάς του 1970 Γ. Α. Παναγιώτου στο βιβλίο του «Γενιά του ’70- ά ποίηση», Εισαγωγή- Ανθολόγηση Γ.Α. Παναγιώτου, εκδόσεις «σίσυφος» 1979, το συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στα 47 ονόματα της Γενιάς με Έξι ποιήματά του από την δεύτερη συλλογή του (Εικοσιοχτώ Ποιήματα), σ. 54-57. Μετά το μικρό αυτοβιογραφικό:

«Γεννήθηκε το 1944 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και θέατρο. Έχει εκδόσει τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα 1962-1970» (1970) και «Εικοσιοχτώ Ποιήματα» (1974). Πρόσφατα τιμήθηκε με το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στο Κ’ Φεστιβάλ Κινηματογράφου για τη συμμετοχή του στην ταινία του Ν. Νικολαϊδη «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμη»……

Τα Ποιήματα

          ΟΡΓΑΝΟ

Ως πότε

θα χτυπά στις φλέβες

το αίμα;

ως πότε θα φωνάζω

το όνομά Σου;

θα φεύγει λοιπόν

η ζωή μου,

θα ξανάρχεται;

ξύλο

σεντόνι,

γαλάζια νύχτα

προς τα πάνω.

          ΧΑΡΤΙ

Άνοιξε το συρτάρι

πάρε ό,τι θες’

αράδιασέ τα πάνω στο γυαλί

φύσα τη σκόνη-

εγώ δε θα μιλήσω

ίσως πιάσω τα χέρια σου

αν βρεις το άσπρο χαρτί

          ΡΟΥΧΑ

Μή μου λές να βιαστώ-

ράψε μου το κουμπί στο παντελόνι

την τρύπα από το σκώρο στο πουλόβερ-

μπορούν να περιμένουν

κρυώνοντας

θα περιμένω να τελειώσεις

          ΠΕΤΡΕΣ

Με παπούτσια σφιχτά

κλειστά ρούχα

ή με το υγρό κορμί δίπλα στο κύμα;

Με σπίτι από βελούδο και σκοτάδι

ή με το γυάλινο περίπτερο στον κήπο;

Χέρι ζεστό

πουκάμισο του ανέμου

ή σφαίρες στο παλτό

κι εφημερίδες;

Ψαλλίδι η αλήθεια

δύσκολη η αγάπη

η θάλασσα όσο πάει και θολώνει

ο ξένος στέκεται στην πόρτα

και δεν μπαίνει

Και τα Ποιήματα «Έρωτας» και «Ηχώ».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026    

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Έφυγε ο Γιώργος Μαρίνος

 

Ο Γιώργος Μαρίνος στην Οδό των Ονείρων μας

          Σε ευχαριστούμε Γιώργο Μαρίνο για όση χαρά, ψυχαγωγία, ανθρώπινη ζεστασιά, καλλιτεχνική ομορφιά και ποιότητα ελληνικού πολιτισμού μας πρόσφερες τόσες δεκαετίες πάνω στο μουσικό και θεατρικό σανίδι που ξεδίπλωνες με απονήρευτη φρεσκάδα και προσωπική αθωότητα κάθε φορά-σαν να ήταν η πρώτη σου φορά- με ανεπανάληπτη μαγεία το φώς της ψυχής σου. Από τον χώρο της «Μέδουσας» που σε πρωτοείδαμε έως το Αρχαίο Θέατρο του Ηρωδείου το «θερμοκήπιο» του καλού, αξιόλογου μουσικού σου γούστου, των εμφανίσεών σου πάνω στο σανίδι ήταν απαράμιλλο, μαγευτικό. Απέφευγες κάθε μετριότητα από αγωγή και παιδεία, έχοντας την τύχη να μαθητεύσεις κοντά σε ιερές φυσιογνωμίες του ελληνικού μας πολιτισμού από διάφορα πεδία της Τέχνης μιάς άλλης Ελλάδας, ουσιαστικότερης μαρτυρίας ζωής, αληθινών ανθρώπινων επαφών και σχέσεων. Ωρίμαζες και εμπνεόσουνα σε κάθε σου εμφάνιση. Ήσουνα γεννημένος για το σανίδι και όχι για την εργασιακή σταδιοδρομία που σε προετοίμαζαν οι γονείς σου, και επιθυμούσε ο εξόριστος αριστερός πατέρας σου. Χαρούμενος και Μοναχικός, απέφευγες τους δημόσιους επαινετικούς πανηγυρισμούς αν και σου άρεσε το χειροκρότημα σαν γνήσιος και αυθεντικός θεατρίνος. Στεκόσουνα μακριά από κάθε δημόσια χυδαιότητα και κουτσομπολιό, από κάθε μουσικό εκθειασμό σε ότι ερμήνευες. Άνοιγες δρόμους δίχως τυμπανοκρουσίες και έφερνες κοντά το κοινό σου με τον «διασκεδαστή του», οργάνωνες με επιτυχία την μουσική διαλεκτική των επιλογών σου που ερμήνευες εξαιρετικά δίχως κούραση. Οι ρυθμοί της αναπνοής σου ήσαν οι ρυθμοί των παραστάσεών σου πάνω στο σανίδι. Χάρασσες με σοβαρότητα και υπευθυνότητα την ιδιαίτερη αρμονία της αισθητικής σου σκηνικής παρουσίας ακόμα και όταν από πολύ νωρίς- μέσα δεκαετίας του 1960- φανέρωσες δημόσια την ερωτική σου ιδιαιτερότητα, την ομοφυλοφιλία σου. Την ομοφυλόφιλή σου ερωτική κλίση που ούτε έκρυψες, ούτε την διατυμπάνισες, ούτε την έκανες σημαία καλλιτεχνικής σου καταξίωσης και αποδοχής. Έπαιξες το ερωτικό παιχνίδι της ζωής έντιμα και αντρίκεια, πήρες και έδωσες τα μαθήματά σου, βίωσες την ταυτότητα των επιλογών σου στην δημόσια εικόνα σου θαρραλέα. Πρωτοπόρος για την ελληνική gay κοινότητα σε κυβερνητικούς καιρούς σκοτεινούς, πολιτικά αποτρεπτικούς, κοινωνικά υβριστικούς, θρησκευτικά στιγματικούς σε κάθε εκδήλωση ανατροπής του αντρικού παραδοσιακού ρόλου, σε κάθε απόπειρα εμφάνισης της αντρικής ευαισθησίας ως δημόσια εξομολογητική εικόνα και σωματικής αυτοδιάθεσης επιλογών. Έζησες την ιστορική πολιτιστική περιπέτεια μιάς άλλης Ελλάδας που με κάθε τρόπο και εκδήλωση ζητούσε να αλλάξει, να ανασάνει από το βάρος της κοινωνικής της καχεξίας και οικονομικής ανίας ως τουριστικό μόνο προϊόν στα μάτια των ξένων. Μιάς Ελλάδας στρατοπεδευμένης σε συντηρητικά πλαίσια εκπαιδευτικών και πολιτικών επιλογών. Μιάς πατρίδας που αναζητούσε τρόπους να χαρεί και να ζήσει την αληθινή σύγχρονη πραγματικότητά της, χωρίς να πλήττει από μετριότητα και εθνική δουλοφροσύνη. Εξάλλου, υπήρξες αγαπημένος μαθητής του Μελωδού των Ονείρων μας ο οποίος τόλμησε να αμφισβητήσει την ακαδημαϊκή μουσική αγωγή της γενιάς του και να μας ανοίξει τους νέους πνευματικούς και μουσικούς ορίζοντες της αστικής του επαναστατικής λαϊκότητας. Αυτήν την αστική λαϊκότητα που «λιποθυμούν» οι ερωτικές λέξεις πάνω σε ένα πεντάγραμμο, σε μία ρεμπέτικη παρτιτούρα πλάθοντας και αναπλάθοντας παλαιούς ήχους και ερωτικά ψιθυρίσματα της λαϊκής μας μουσικής παράδοσης. Αυτήν την αστική λαϊκότητα που αναζητούσαν και πρέσβευαν οι πνευματικοί δημιουργοί και καλλιτεχνικοί εκφραστές του ρεύματος εκείνου της Τέχνης που ονομάζουμε Γενιά του 1930. Φυσιογνωμίες της Τέχνης και Καλλιτεχνίας υψηλού μορφωτικού επιπέδου μα, και οικονομικά εύρωστων οικογενειών καταγωγής. Ο σοφός και ελευθερόφρων, δημοκράτης αναρχικός Μάνος Χατζιδάκις έκανε την ρήξη, βάζοντας την μουσική και πολιτιστική του ευαίσθητη σφραγίδα με ότι καταπιάστηκε ως μουσική μας αγωγή, έθεσε τα θεμέλια μιάς χαμηλόφωνης αδιαπραγμάτευτης ευαισθησίας της εσωτερικής φωτεινής όψης των ζωών μας, οι μαθητές, συνεχιστές του με την «Ορχήστρα» των Μουσικών τους «Χρωμάτων» βάδισαν πάνω στα ίχνη του. Ακολούθησαν με υπερηφάνεια το δρόμο που χάραξε Εκείνος μακριά από κάθε μετριότητα και νόθα μουσικά ψυχαγωγικά ακούσματα και θορυβώδεις εμφανίσεις.

     Χειμαρρώδης η παρουσία του Γιώργου Μαρίνου, ωραίο το παρουσιαστικό του, ευαίσθητη και χαρμολυπικών χρωματισμών και αισθήσεων η φωνή σου. Είτε ερμήνευε τον Μελωδό των Ονείρων μας Μάνο Χατζιδάκι, είτε απέδιδε την σκληρή ευαισθησία των στίχων, αισθαντικότητα των τραγουδιών του δίσκου «Μόνο για Άντρες», είτε δοκίμαζε θεατρικά τις αντοχές του στην «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» στο Θέατρο του Νίκου Κούρκουλου, είτε στην θρυλική παράσταση της «Λούλου», είτε πεισματικά έδινε την τελευταία του παράσταση- εμφάνιση- καταχειροκροτούμενος στο Ηρώδειο στην παράσταση του φίλου του μουσικοσυνθέτη Σταμάτη Κραουνάκη παρέμενε αυθεντικά ο ίδιος. Ακόμα και όταν παρουσίαζε διάφορα τηλεοπτικά σώου κατά καιρούς στην τηλεόραση. Ο αγαπημένος μας Γιώργος Μαρίνος ο ζωόφιλος και μοναχικός, που έκρυβε την θλίψη του με τα αστεία την σάτιρα και τις παρλάτες του, την χαροποιό συμπεριφορά του. Ήθελε μέχρι τέλους η δημόσια εικόνα του να παραμείνει ατσαλάκωτη και το κατόρθωσε δίχως να ενοχλεί.           

Πρωτοπόρα η καλλιτεχνική του παρουσία, το ταλέντο σου αξιοζήλευτο, αμίμητο όπως και η καλλιτεχνική του σεμνότητα και αξιοπρέπεια. Αντιμετώπιζε με σεβασμό το ετερόκλητο ηλικιακά κοινό του, όσες φορές τον είχα ακούσει στην «Μέδουσα» και σε άλλους χώρους έκανα πάντα την ίδια διαπίστωση, είχε το θείο χάρισμα να απλώνει γύρω του μία λάμψη, το δυνατό της ψυχής του φως. Η μελωδική φωνή του γαλήνευε με τους ίδιους τόνους που άλλοτε ξεσήκωνε σε αστεία και με ένα ανεξάντλητο χιούμορ που εξέπεμπε είτε πάνω στην πίστα είτε όταν έρχονταν κοντά στις φιλικές παρέες στα τραπέζια του μαγαζιού του. Ταξίδευε ο ίδιος και ταξίδευες και εσύ μαζί του. Έτυχε να τον δω από κοντά από την νεαρή μου ηλικία, να τον ακούσω να ερμηνεύει τραγούδια όχι μόνο στην «Μέδουσα» αλλά και στο «Μουσικό Μπάρ» της τραγουδίστριας Νινής Ζαχά, σε φιλικό σπίτι που επισκέπτονταν. Έκλεινε μέσα του έναν άλλον κόσμο, μιάς άλλης πολιτιστικής ταυτότητας Ελλάδα και εποχές γοητευτικά ελπιδοφόρες αλλά και μελαγχολικές, ηττημένες από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Η επιλογή της στάσης του να αποσυρθεί εγκαίρως από τα φώτα της δημοσιότητας, να μην δούνε οι άλλοι, το κοινό του και οι θαυμαστές του την φυσική φθορά του δηλώνει ένα είδος ΟσκαρΟυαλδικής φιλοσοφίας και στάση ζωής αλλά και μεγάλη ατομική αξιοπρέπεια. Έφυγε έχοντας χάσει ένα μέρος της οικονομικής του άνεσης-έχοντας επενδύσει τις οικονομίες του σε επιχειρηματικές δραστηριότητες που δεν είχαν αίσιο αποτέλεσμα. Ζούσε αποτραβηγμένος σε Οίκο Ευγηρίας υπό την προστασία στενού του φίλου και της γυναίκας του που τον φρόντιζαν με επιμέλεια και αγάπη.

          Άλλος ένας κύκλος των παλαιών πολιτιστικών αναμνήσεων της ζωής μας κλείνει. Το ανθρώπινο δάσος υλοτομείται από τον Χρόνο και την Μοίρα του καθενός μας. Μόνη ίσως μελαγχολία ότι μέσα σε αυτήν την Ελληνική και Ξένη Μουσική κακοηχία της εποχής μας είναι λιγάκι δύσκολο να διακρίνουμε την αυθεντικότητα των νέων μουσικών ελληνικών ταλέντων. 

Για θεατρική παράσταση του Γιώργου Μαρίνου έχουμε γράψει παλαιότερα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα.

   Το τελευταίο μουσικό της φωνής του χαροποιό μειδίαμα και το σιγοψιθύρισμα της μελωδίας «Ο Αχιλλέας από το Κάϊρο, εδώ και χρόνια ζει στην Αθήνα, σε ένα υπόγειο σκοτεινό γωνιακό κάπου στη Σίνα……….»

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

ΠΕΡΙ ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ

 

     ΜΝΗΜΗ ΔΟΜΝΑΣ ΣΑΜΙΟΥ

Καισαριανή 12/10/1928-Αθήνα 10/3/2012

 

        ΠΕΡΙ  ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ

Θέλω ν’ αρχίσω θλιβερό καταλόγι για τίς πίκρες των ξενιτεμένων  (1-45)

Θέλω ν’ αρχίσω ο ταπεινός, ο παραπονεμένος,

θέλω ν’ αρχίσω τίποτες εκ την αρχήν του κόσμου,

να γράψω ο πολύθλιβος ολίγον καταλόγιν,

να βάλω λόγια θλιβερά, πικρά, φαρμακωμένα

περί των ξένων τις πικριές, πώς περπατούν στα ξένα,

και πώς διαβάζουν την ζωήν μυριοτυραννισμένοι,

τές θλίψες και τα βάσανα και τές αναισχυντίες,

τα δάκρυα και τις χολές, οπού ουδέν τους λείπουν’

αυτά να γράψω ο ταπεινός, οπόχουν καθ’ ημέραν.

Άκουσον δε και της νυκτός τον ύπνον πώς διαβάζουν

οι ξένοι οι κακόμοιροι και οι κακογραμμένοι.

Όταν γάρ έλθη η νυκτή, ν’ αναπαυθή ο κόσμος,

υπά να πέση ο ελεεινός, να κοιμηθή ο ξένος,

αναθυμάται και θρηνεί και βαριαναστενάζει,

το πώς τον εκατάφερεν η τύχη του στα ξένα

και μυριοτυραννίζει τον νύκταν και την ημέραν’

κι’ από την κάψην την πολλήν, την έχει η καρδιά του,

να πιή ολιγούτσικον νερόν, δαμίν να τον δροσίση,

το φά του γίνεται πικρόν σαν άδολον φαρμάκι,

και το νερόν που καταπιή δαμίν να τον δροσίση,

χολή και άλας γίνεται, κεντά τον είς τα σπλάγχνα.

Αν ήτον μπορεζόμενον τον ύπνον να κοιμάτον,

αλησμονήσειν ήθελεν ολίγον εκ την λύπην.

Τάχατε κλεί τα μάτια του μήνα τον έλθη ύπνος,

και κόπτουν και πλανούσι τον, δεν ημπορεί να κλείση

από το δάκρυον το πολύ το χύνει καθ’ ημέραν.

Στρίφει πότε εις μιάν μεριάν και πότε είς την άλλην,

κι όλην την νύκτα ο ελεεινός γυρίζει ωσάν ανέμη’

κι εκεί, προς την βαθιάν αυγήν, κοντά να ξημερώση,

εκ τον πολύν του τον δαρμόν κι από τον λογισμόν του

ολίγον αγαλιάζεται, επαίρνει τον ο ύπνος

και ονειρεύεται ο ‘λεεινός, άκουσον τί εβλέπει.

Φαίνεταί τον στο σπίτιν του ευρίσκεται απέσω,

τάχατες η μανίτσα του λόγια τον συντυχαίνει:

«Εγείρου, υιέ Αλέξιε, εντύσου και ποδέσου’

οι φίλοι σου σε κράζουσιν, οι αδελφοποιτοί σου,

να πάς να ευθυμήσετε είς ώριον περιβόλι

και να χαρής, αυθέντη μου, σαν ήσουν μαθημένος».

Ξαφνίζεται ο ελεεινός, σηκώνεται, καθίζει

και γίνεται χαιράμενος- θωρεί ολόγυρά του,

και βρίσκεται ο ελεεινός μόνος, μεμονωμένος.

Και παρευθύς ο δυστυχής ραγίζεται η καρδιά του,

αναστενάζει, θλίβεται, πάλιν γογγύζει, πέφτει.

Ώ συμφορά την έχουσιν οι ελεεινοί οι ξένοι!

Οι  λεξούλες σημαίνουν:

το Φα= το φαγητό

Αγαλιάζεται= ησυχάζει, ηρεμεί, ευφραίνεται

το Καταλόγι= παροιμία, διήγηση. Και (ερωτικό) δημοτικό τραγούδι

Συντυχαίνω= κουβεντιάζω, συνομιλώ

Δαμίν (επίρρημα)= λίγο

Απέσω (επίρρημα)= μέσα

Ο Αδελφοποιτός= Σταυραδελφός, Βλάμης. Όταν δύο πρόσωπα τα οποία δεν έχουν μεταξύ τους συγγένεια εξ αίματος γίνονται αδερφοί σε ειδική τελετή ενώνοντας το αίμα τους και δίνοντας όρκους αμοιβαίας υποστήριξης και αλληλεγγύης. Κάτι σύνηθες την περίοδο της Τουρκοκρατίας μεταξύ των Ελλήνων Αγωνιστών, ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

        Το χειρόγραφο με τα Δημώδη ποιήματα της Ξενιτειάς (Ξενιτιάς) το εξέδωσε για πρώτη φορά το 1871, βλέπε περιοδικό «Πανδώρα» ο Κωνσταντίνος Ν. Σάθας. Το συμπεριέλαβε ο Wagner στην Ανθολογία του με τα Δημοτικά Τραγούδια των Ελλήνων. Το παρουσίασε εκ νέου ο Ιωάννης Καλιτσουνάκης από ένα δεύτερο Αθηναϊκό χειρόγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Το Δημώδες λαϊκό Άσμα αποτελείται από προσωπικούς θρήνους γενικά για την Ξενιτειά, δίχως συγκεκριμένη ταυτότητα αναφοράς. Περιλαμβάνεται και στο ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ- ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ, «ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» του Λίνου Πολίτη, εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1967, β΄ έκδοση 1975. Ο τόμος παρουσιάζει ακόμα, απόσπασμα των στίχων 353-428 από το Άσμα «το ποιητικό πουλάκι και το γράμμα του ξενιτεμένου».

        Δεν νομίζω να χρειαζόμαστε συστάσεις για την μουσικολόγο, ερευνήτρια, ερμηνεύτρια και διασώστρια, δασκάλα της Δημοτικής μας Παράδοσης Δόμνα Σαμίου, που έφυγε σαν σήμερα πριν δεκατέσσερα χρόνια για το αιώνιο ταξίδι. Η προσφορά της ανεκτίμητη και αιώνια. Όπως και η Μνήμη της.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Υστερόγραφο ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ

ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ, «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ»

Στίχοι- Μουσική- Ερμηνεία του Πειραιώτη Δήμου Μούτση. Από τον δίσκο του «ΝΑ» του 1987

Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό

στ’ όνειρό που είδα χθες το βράδυ

Κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ

κι εγώ από την άλλη

Κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ

ήμουνα εγώ κι από την άλλη

Έτοιμος να μου αποκριθώ

και να ρωτήσω πάλι

Κι ύστερα χάθηκα μακρυά,

χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,

παρέα  με τους Δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά,

χορεύοντας και τραγουδώντας

Έϊβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας,

Έϊβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.

 

Κι είδα ένα παιδί, μικρό παιδί

που έπαιζε και μου ΄ριχνε στα ζάρια

το ύστερο του πόθου μου φιλί,

τα πρώτα παιδικά μου χάδια

κι εκεί εκείνη τη στιγμή

άκουγα να τραγουδάει εντός μου

ο ύπνος με το θάνατο μαζί,

τραγούδια του έρωτός μου

Κι ύστερα πάλι ξαφνικά,

χάθηκα σε ολάνθιστα περβόλια,

παρέα με τους Δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά,

χορεύοντας και τραγουδώντας

Έϊβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.

 

Κι είδα τις ελπίδες μας σκιές,

βάδιζαν αμίλητα εμπρός μου,

σύμβολα, σημεία και μυστικές μορφές

αυτού του μάταιου κόσμου.

Και είκοσι αιώνες σκοτεινοί

έφταναν στο τέλος τους πια τώρα

κι’ από ‘ναν κόσμο σ’ άλλονε τελικά, εμείς,

περνάμε, λέει, ώρα την ώρα

Κι ύστερα πάλι ξαφνικά,

χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,

παρέα με τους Δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά,

χορεύοντας και τραγουδώντας

Έϊβαλα, χορεύοντας και τραγουδώντας,

Έϊβαλα, χορεύοντας και τραγουδώντας.

 

Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό

στ’ όνειρο που είδα χθες το βράδυ

κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ

κι εγώ από την άλλη

πες μου τι είν’ αυτά που βλέπω εδώ,

πρόφτασα να πω στον εαυτό μου

μη μιλάς μον’ κοίτα και πέρνα

λέει αυτός

και βγήκα από τ’ όνειρό μου.

--

Από τις σημαντικότερες Μουσικές Μελωδίες που γέννησε η Ελληνική Μουσική και Στιχουργική Τέχνη.           

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Ο ρομαντικός ποιητής Φρήντριχ Χαίλντερλιν με τα μάτια του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου

 

ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ- Ι.Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

     «Κι’ εσείς χαριτωμένες αναμνήσεις το μέτωπό μου στεφανώστε!».

Φ. Χ. «Ποιήματα. Μεγάλη Εκλογή σε Τρία Μέρη», εκδ, Αρμός 2002, σ.85. «Η Περιουσία μου, μτφ. Δημήτρης Θ. Γκότσης 

Την Εικόνα της ζωής του γερμανού ρομαντικού ποιητή Φρήντριχ Χαίλντερλιν και της ποίησής του- αυτού του αποτραβηγμένου από τους ανθρώπους για πάνω από σαράντα χρόνια (ως το τέλος της ζωής του) ερημίτη ποιητή, που, αποστρέφονταν τον Γερμανικό δεσποτισμό της εποχής του και είχε ταχθεί με τους Γάλλους Επαναστάτες του 1798 μα και με τους επαναστατημένους εναντίον των Οθωμανών του 1770 Έλληνες, γράφοντας το κλασικό του έργο «ΥΠΕΡΙΩΝ», (Ο τραγικός ποιητής έπασχε από “dementia praecox catatonica”, όπως ονόμασαν την βαθειά του κατάθλιψη οι γιατροί της εποχής)- την είχαμε γνωρίσει σε μία σειρά παλαιότερων σημειωμάτων μας το δεύτερο εξάμηνο του 2024 στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Αναρτήσαμε ενδεικτικές μεταφράσεις ποιημάτων του από σύγχρονους και παλαιότερους έλληνες μεταφραστές, σχολιάσαμε σύγχρονες εκδόσεις και αναφερθήκαμε στην ελληνική Βιβλιογραφία του. Ο τραγικός γερμανός ποιητής είναι από τους πλέον αγαπημένους ρομαντικούς ποιητές στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό της ποίησης και μαζί με την περίπτωση του «Νύκτιου» ποιητή Νοβάλις και διεθνώς. Φυσικά δίχως να παραβλέπουμε την σημαντική παρουσία και το πνευματικό εκτόπισμα του πολιτικού και ποιητή, πεζογράφου Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε. Η Γερμανική πνευματική ζωή και η διανόησή της, κυρίως, αλλά και το Ευρωπαϊκό Πνεύμα επηρεάστηκε και συνδιαλέχθηκε με τρείς μεγάλες Γερμανικές προσωπικότητες του 18ου και 19ου αιώνα. Δύο παγκόσμιους ογκόλιθους της Φιλοσοφίας, τον Έγελο και τον Εμμανουήλ Κάντ και τον ποιητή και σεβάσμιο «πρεσβύτη» της Βαϊμάρης Γκαίτε. Με αυτές τις ζωντανές πνευματικές πηγές ήρθε σε επαφή και ο νεαρός έλληνας φοιτητής της φιλοσοφίας από την Σπάρτη Πλατωνιστής Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για όσους Έλληνες μετέβησαν για να σπουδάσουν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα-περίοδο Δημοκρατίας της Βαϊμάρης- στο ξακουστό και αρχαίο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με τα ερείπια του αυτοκρατορικού του ανακτόρου να προσθέτουν φήμη και αρχαιολογική περιέργεια στο μικρό χωριό και το φυσικό του περιβάλλον. Ιστορία και Φύση είναι τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα που κοσμούν και καλλιεργούν τους τόνους και τους χρωματισμούς ενδιαφέροντος για τον πανεπιστημιακό αυτό χώρο και περιβάλλον κοντά στον ποταμό Νέκαρ. Γνωστές μας και οι περιπτώσεις των πνευματικών φίλων και συνοδοιπόρων του πολιτικών και καθηγητών του Δικαίου και της Κοινωνιολογίας Κωνσταντίνου Τσάτσου και Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Η στενή πνευματική τους φιλία κράτησε μέχρι την βιολογική τους απώλεια. Πρώτος έφυγε ο Πλατωνιστής δάσκαλος των Σεμιναρίων της Μαγούλας. Νεαρός φοιτητής ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος τελειώνοντας το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετέβη πρώτα στην Αυστρία και κατόπιν στην Γερμανία για σπουδές. Πρώτη του επιλογή να σπουδάσει Μουσική που λάτρευε, τον κέρδισε η Ελληνική Κλασική Φιλολογία και Πλατωνική Φιλοσοφία και η Ιστορία των Θρησκειών που σπούδασε. Περάτωσε τις σπουδές του με μεγάλη επιτυχία και αναγνωρίστηκε η πνευματική του κατάρτιση, μόρφωση και ευφυΐα της σκέψης του από τους επιφανείς γερμανούς καθηγητές της εποχής εκείνης. Ήταν ο πρώτος Έλληνας που εξέδωσε στην Γερμανική γλώσσα τις δύο διατριβές του- Για τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο- από την σειρά των εκδόσεων του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Αρκετά μεγάλη τιμή και αναγνώριση για έναν Έλληνα. Του προτάθηκε να παραμείνει στο Πανεπιστήμιο ως υφηγητής και να διδάξει αλλά, ο νόστος της πατρίδας, το ελληνικό φως και η ατμόσφαιρα τον τράβηξαν περισσότερο. Επέστρεψε και σταδιοδρόμησε σαν πανεπιστημιακός δάσκαλος της φιλοσοφίας και ακαδημαϊκός, δίχως να κόψει τους δεσμούς του με το Πανεπιστήμιο των σπουδών του όπου ως προσκεκλημένος μετέβαινε κάνοντας επιμορφωτικά σεμινάρια, δίδαξε και σε διάφορα άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού. Τα σημαντικά και καθοριστικά αυτά χρόνια της ζωής του, των χρόνων των σπουδών του, την εκεί παρουσία του και την σχέση του με τους κατοίκους, το πανεπιστημιακό περιβάλλον και τον φυσικό χώρο μέσα στο οποίο βρίσκεται το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης μας αφηγείται μισό αιώνα αργότερα προς τας δυσμάς του βίου του σε ένα αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», Αθήνα 1980, σελίδες 320. Ένα πενταμερές βιβλίο, μία καθαρά βιωματική της νεανικής του ζωής και των σπουδών του περιπέτεια προσωπογράφηση, την οποία στηριζόμενος αποκλειστικά στις προσωπικές του αναμνήσεις, εμπειρίες και επαφές, συνομιλίες και παραστάσεις, κατέγραψε και κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν τον θάνατό του. Ο Θεοδωρακόπουλος δεν γράφει ιστορία της πόλεως της Χαϊδελβέργης, ούτε λαογραφεί το φυσικό τοπίο που την περιβάλλει και βρίσκεται το πανεπιστήμιο, μας δίνει με ειλικρίνεια και ευσυνειδησία, σοβαρότητα και φιλοσοφική ματιά το ταμπλό των Νιάτων του και αυτών που τον διαμόρφωσαν σαν προσωπικότητα, επηρέασαν και οργάνωσαν την σκέψη και τους στοχασμούς του, έδωσαν «μορφή» στις Πλατωνικές του έρευνες και ενδιαφέροντα, στάθηκαν οι πρώτες του φιλοσοφικές αναφορές και ανακάλυψη του Γερμανικού πνεύματος του Φιλοσοφικού Ιδεαλισμού της σύγχρονης Γερμανίας. Τίτλος του βιβλίου «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη» καταλαμβάνει τις σελίδες 9-72 του τόμου και δανείζει, εύλογα, τον τίτλο σε όλο το εξομολογητικό του μελέτημα. Το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρεται στην γνωριμία του νεαρού έλληνα φοιτητή από την Βασαρά της Σπάρτης (γεν. 28/2/1900- Αθήνα 20/2/1981) με τους επιφανείς καθηγητές του την περίοδο εκείνη, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Στους σημαντικούς Εγελιανούς  φιλοσόφους καθηγητές του όπως ο Heinrich Rickert, o Karl Jaspers, o Kurt Wildhagen ο Φιλόσοφος του Καφενείου Krall. Το πέμπτο κεφάλαιο αναφέρεται στην μητέρα του Κωνσταντίνου και Θεμιστοκλή Τσάτσου την Θεοδώρα Τσάτσου, ενώ υπάρχει και το 6ο κεφάλαιο με τους Πίνακες Ονομάτων. Όλο το πνεύμα και η φιλοσοφική σκέψη και ατμόσφαιρα του πανεπιστημίου εκείνης της εποχής με μία εκπληκτική εικονογράφηση διαχέεται μέσα στην νεανική ψυχή και σκέψη του νεαρού έλληνα φοιτητή και διοχετεύεται χρόνια αργότερα μέσα στις σελίδες του εξαιρετικού αυτού βιβλίου. Το αυτοβιογραφικό αυτό μελέτημα μας βοηθά να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα, την ποιότητα του ατόμου, την ελκυστική φυσιογνωμία του έλληνα Πλατωνιστή φιλοσόφου και το ελεύθερο, ακμαίο, ανεξάρτητο, δημοκρατικό και σοβαρό ανανεωτικό πνεύμα του. Μια φιλοσοφική παιδαγωγική και εκπαιδευτική δραστήρια παρουσία σπάνιων προσόντων στους χώρους της Φιλοσοφίας όπως υπήρξε ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος που σημάδεψε την εποχή του και άφησε άριστες αναμνήσεις στους φοιτητές και το ακροατήριό του. Ο σεβασμός του νεαρού μουσικόφιλου φοιτητή προς τους πανεπιστημιακούς δασκάλους των νιάτων του είναι κάτι παραπάνω από εμφανής μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Η ευγένεια του νεαρού έλληνα δεν είναι η αναγκαστικά επίκτητη είναι βαθειά ριζωμένη στην αγωγή και τον χαρακτήρα του κάτι που του αναγνωρίστηκε στο ξένο περιβάλλον που βρίσκονταν. Τα οικονομικά του μέσα δεν ήταν πολλά, παρ’ όλα αυτά έμεινε συνεπής στις οικογενειακές του ελληνικές αρχές και κατάλαβε από την πρώτη στιγμή πώς έπρεπε να συμπεριφερθεί στην δημόσια εικόνα του και τι περίμεναν οι γύρω του από εκείνον. Το ευπροσήγορο του χαρακτήρα του, το ότι κατάγονταν από την Ελλάδα με την μακρόχρονη πολιτιστική της κληρονομιά του πρόσθετε ένα επιπλέον θετικό για τους Γερμανούς των χρόνων εκείνων που ήσαν αρχαιολάτρες. Από το πρώτο διάστημα της παρουσίας του στην Χαϊδελβέργη και την παρακολούθηση των μαθημάτων και των σεμιναρίων έγινε κέντρο ενδιαφέροντος και δέχονταν διάφορες προσκλήσεις γνωριμίας να επισκεφτεί στα σπίτια τους, όπως και έπραξε (καθώς και άλλοι φοιτητές από άλλες χώρες) τους καθηγητές του που τον δέχτηκαν στα Μαθήματά τους και Σεμινάριά τους, 15 άτομα το πολύ. Γνώρισε την ποιότητα του χαρακτήρα των πανεπιστημιακών του δασκάλων μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, συνομίλησε και ήρθε σε επαφή με μέλη των οικογενειών τους, τους συζύγους των που τον προσκαλούσαν στα διάφορα πνευματικά σουαρέ γνωριμίας του με την Γερμανική Γοτθική Τέχνη, ζωγραφική και γλυπτική. Οι Γερμανοί πανεπιστημιακοί καθηγητές και μέλη των οικογενειών τους έδειχναν ειλικρινές ενδιαφέρον για το άτομό του και τον προσκαλούσαν στους πνευματικός τους κύκλους εκφράζοντας την ευαρέσκειά τους που προέρχονταν από την ηλιόλουστη πνευματοφόρο Αρχαία Ελλάδα κοιτίδα και μήτρα του δυτικού πολιτισμού. Η βαριά πολιτιστική της κληρονομιά βάραινε πάνω στους ώμους του νεαρού φοιτητή και του αύξανε το σπουδαστικά του καθήκοντα.

Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος δεν αγιογραφεί αλλά και ούτε δαιμονοποιεί το Γερμανικό πνεύμα τους εκπροσώπους του και το φυσικό τοπίο και βόρεια ατμόσφαιρα που διέπλασε τον χαρακτήρα και την δημόσια ιδιοσυγκρασία τους. Με διακριτικότητα στηλιτεύει τις περιπτώσεις εκείνες μόνο, που νεαρά μέλη γερμανικών οικογενειών διάκεινται φιλικά προς την τότε ανερχόμενη ομάδα των εθνικοσοσιαλιστών που έκαναν δημόσια την εμφάνισή τους. Στο προηγούμενο σημείωμά μας αντέγραψα αυτά που ο νεαρός Θεοδωρακόπουλος μας εξομολογείται, ότι είδε από κοντινή απόσταση μαζί με τον ξάδερφό του τον μετέπειτα γερμανό δικτάτορα που αιματοκύλησε την Ευρώπη και τον Κόσμο. Το βλέμμα του είναι διακριτικό όταν φωτογραφίζει τις εύσωμες κόρες των Γερμανών και τα φαγητά τους, χωρίς όμως να πάψει να μας τονίζει την φιλόξενη περιποίησή τους, είτε στα σπίτια που προσκαλείται είτε στους φοιτητικούς ξενώνες και πανσιόν που κατά διαστήματα διέμενε. Τα οικονομικά του δεν είναι ανθηρά κάτι που τον αναγκάζει να μένει σε χώρους λιτούς και φτηνούς. Επισκέπτεται Μουσεία και Εκκλησίες και περιεργάζεται και θαυμάζει την Μεσαιωνική Γοτθική τους Αρχιτεκτονική. Ο ποταμός Νέκαρ αναφέρεται συχνά ως σύμβολο στο κείμενό του, καθώς και η παραστατική προσωπογράφηση των κτισμάτων και του τοπίου τόσο της δεξιάς όσο και της αριστερής του πλευράς που σφύζουν από μικρές φοιτητικές πανσιόν και εστιατόρια. Ρίχνεται με τα «μούτρα» στο διάβασμα και τελειοποιεί την εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας, απαραίτητη διαδικασία για να εκφράσει τις λεπτές έννοιες και τους ιδιαίτερους φιλοσοφικούς του χρωματισμούς στην  εκπόνηση των εργασιών του. Συγκρίνει την αρχιτεκτονική της πλούσιας Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου με εκείνη του Αναγνωστηρίου της που συγκεντρώνονται οι φοιτητές για να διαβάσουν τα σύγχρονα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής σε διάφορες γλώσσες. Σιωπηλός, στοχαστικός αλλά καθόλου μονήρης συνομιλεί και κάνει γνωριμίες με γερμανούς φοιτητές και σπουδαστές από διάφορες χώρες, τους οποίους στα μετά πανεπιστημιακά του χρόνια τους συναντά ως καθηγητές σε διάφορα πανεπιστήμια του εξωτερικού, πχ. Αμερική. Το Χεγκελιανό Γερμανικό Πνεύμα και ο ποιητικός Ρομαντισμός και μυστικιστική του διάθεση ξυπνούν μέσα του καταστάσεις και συναισθήματα πρωτόγνωρα. Ιστορία και Θρύλος, Φυσικό Τοπίο και ένα άλλο κλίμα ενθουσιαστικής ευλογίας και θαυμαστικής ομορφιάς στεφανώνουν τον σκοτεινό χώρο των πανεπιστημιακών αιθουσών αλλά και την φυσική ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Πόσα αλήθεια Γερμανικά Πνεύματα διαισθάνθηκαν την πολεμική λαίλαπα που θα έρχονταν μετά από μία εικοσαετία και θα οδηγούσε στον παγκόσμιο πολεμικό όλεθρο και την χώρα του Γερμανού ποιητή Φρήντριχ Χαίλντερλιν στην καταστροφή. Η καρδιά του νεαρού φοιτητή χτυπά στοχαστικά ενώ ο πειθαρχημένος χαρακτήρας του συγκρατεί τις ορμές της νιότης. Οι προσωπικές διασκεδάσεις και φοιτητικά ξεδόματα ελάχιστα, οι παρουσίες στα μαθήματα του Αμφιθεάτρου απαραίτητες και αναγκαίες. Διατηρεί αλληλογραφία με στενούς του φίλους στην Ελλάδα και μέλη της οικογένειάς του. Η Νεότητά του όπως και των υπόλοιπων φοιτητών του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης ξοδεύεται στα ευδαίμονα συμπόσια της γνώσης και της φιλοσοφίας. Η γη ανθίζει γύρω από το Πανεπιστήμιο, τα νερά των βουνών τρέχουν ορμητικά από τις χιονισμένες βουνοκορφές, το χώμα καρπίζει και αλλάζει στις διάφορες εποχές του χρόνου ενώ οι σπουδαστές προσμένουν το «θαύμα» της ψυχής και της νόησής τους από τα χείλη και τα διδάγματα των φιλόσοφων γερμανών καθηγητών τους που η σοφία τους κρατά μαγεμένες τις αισθήσεις και τις κεραίες του μυαλού τους. Χαριτωμένες και όμορφες αναμνήσεις μεστές προσωπογραφίες προσώπων, χώρου, αισθήσεων και μελλοντικών οραμάτων. Ιερό και ιλαρό φως της Νιότης που φωτίζει το γήρας που καλπάζει αλλά δεν το σταματά η των χρόνων σοφία και εμπειρία του. Μια οδοιπορία του αρχαίου φιλοσοφικού πεπρωμένου που αναζητά διέξοδο να συνεχίσει την παρουσία του στο παρόν. Χαράσσοντας τα νέα ίχνη της ιστορικής του περιπέτειας. Ή όπως λέει ο «σαλός» και βασανισμένος ποιητής, «στη μνήμη ζει ο Φιλοκτήτης».

Συνεχίζω να διαβάζω τα βιβλία και τα κείμενα του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου με τον δικό μου αναγνωστικό ρυθμό, τις Πλατωνικές εργασίες του και όσα Πλατωνικά έργα εκ νέου είχα διαβάσει τις παλαιότερες δεκαετίες. Μέσα σε μία πολιτική και κοινωνική σκοτεινή ατμόσφαιρα των ημερών μας που ο Πόλεμος μαίνεται, συνεχίζεται δίχως έλεος στην γειτονιά μας. Άμαχοι εξανδραποδίζονται και διώχνονται από τις εστίες τους, αθώοι- γυναικόπαιδα- σκοτώνονται δίχως να φταίνε, πολιτικοί ηγέτες κρατών δολοφονούνται, δικτάτορες φυλακίζουν και σκοτώνουν τον ίδιο τους τον λαό που αμφισβητεί την εξουσία τους. Ζούμε την ανατροπή κάθε βεβαιότητας και ασφάλειας. Ο Δυτικός Πολιτισμός σε κατάρρευση και στην πτώση του παρασέρνει και τους άλλους που έρχεται σε επαφή. Το Διεθνές Δίκαιο παραβιάζεται δίχως να κρατούνται έστω τα πολιτικά προσχήματα που οι παλαιότεροι μεταπολεμικοί ηγέτες κρατούσαν. Οι μεγάλες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας που διαμόρφωσαν την μοίρα των Λαών μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου δεν υπάρχουν πια. Τα πολιτικά τους διδάγματα δημοκρατικής διακυβέρνησης έγιναν διδακτορικές διατριβές μέσα στα εκπαιδευτικά σπουδαστήρια, παρελθοντολογικές αναμνήσεις στους ναούς των μεγάλων λυγμών, από ιερείς δίχως λόγο ουσίας και αληθινής μαρτυρίας ζωής. Θυελλώδεις οι Καιροί μας που δεν γνωρίζουμε προς τα πού θα στραφεί η πυξίδα της Ανθρωπότητας. Οι νέοι και οι νέες της γενιάς μου πίστευαν και υπερηφανεύονταν ότι ήταν η μόνη γενιά που δεν γνώρισε και δεν έζησε Πόλεμο, Κατοχή, Πείνα και Εξαθλίωση και όμως διαψεύστηκε οικτρά. Επικρατεί πλέον το συμφέρον και η πυγμή του ισχυρότερου στρατιωτικά και οικονομικά.

Επανέρχομαι-σαν πνευματική παρηγοριά στα κείμενα και τα βιβλία παλαιότερων γενεών ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Καταφεύγω στις αυτοβιογραφικές, βιωματικές φοιτητικές αναμνήσεις και περιγραφές, στις προσωπογραφίες που ύφανε με την εξαιρετική περιγραφική του γλώσσα και προσωπικό ύφος, το σπινθηροβόλο βλέμμα και την πλούσια σε χρώματα και αποχρώσεις πένα του ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος. Επιφανείς φιλόσοφοι της εποχής που διαμόρφωσαν την σύγχρονη ευρωπαϊκή σκέψη και φιλοσοφική θεώρηση του Κόσμου όπως ο Μπαρούχ Σπινόζα, ο Σοπενάουερ, οι θεμελιωτές της Επιστήμης της Κοινωνιολογίας αδέρφια Μάξ και Άλφρεντ Βέμπερ, στον ξακουστό φιλόσοφο της Χαϊδελβέργης Κούνο Φίσερ, τον Γκράντοβιτς. (Kuno Fischer, Fried Ebet,) ο Ferdinand Toennies που πρώτος μίλησε για την διαφορά της Κοινωνίας από την Κοινότητα. Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι μιάς άλλης του ανθρώπου εποχής και φιλοσοφικής εκπαίδευσης.  Η γραφή του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου δεν καταφεύγει σε ωραιοποιήσεις ανθρώπων και χώρου, ούτε χάνει ποτέ την σοβαρότητα με την οποία βιώνει την φοιτητική περιπέτεια και το περιβάλλον της ο έλληνας Πλατωνιστής φοιτητής. Δεν σπουδαιολογεί με τα συγγραφικά του κατορθώματα που αναγνωρίστηκαν από νωρίς από τους καθηγητές που μαθήτευσε κοντά τους, παρακολούθησε τα μαθήματά τους διάβασε τα βιβλία τους. Συναντά σπουδαίους ρομαντικούς ποιητές της εποχής και εκθέτει τις αρνητικές σκέψεις του όπως ο Στέφαν Γκέοργκ, μια αρνητική κρίση για τον ποιητή είχε εκφράσει και ο αισθητιστής ποιητής Δημήτριος Καπετανάκης που πέθανε νέος στην Αγγλία. Αντίθετη γνώμη για τον Γκέοργκ εκφράζουν άλλοι έλληνες διανοητές και λόγιοι στοχαστές. (την προσωπογράφησή του την δώσαμε σε προηγούμενο σημείωμα)

Στο βιβλίο του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη» ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος μας λέει την άποψή του για τον ρομαντικό ποιητή Φρήντριχ Χαίλντερλιν και μεταφράζει ένα του ποίημα, για την «Ρομαντική πόλη». Ενώ μας μιλά για την ποιητική παράδοση των Ρομαντικών της Χαϊδελβέργης αφιερώνοντας αρκετές σελίδες στον Β. φον Γκαίτε.

Στο νέο αυτό σημείωμα μεταφέρω τις σελίδες που έχουν να κάνουν με τον γερμανό ρομαντικό ποιητή Φρήντριχ Χαίλντερλιν και για την μουσική ρομαντική ταυτότητα του Καρλ Μαρία Βέμπερ (Karl Maria Weber) ενός ξακουστού μουσικοσυνθέτη που ακούγονται οι μουσικές του συνθέσεις,-η συμβολή του στο μουσικό στερέωμα- από το ραδιοφωνικό σταθμό του Τρίτου Προγράμματος.

Γράφει ο Ι.Ν.Θ.:

     «Ένα σημαντικό γεγονός για τον τόσο γνωστό ρομαντισμό της Χαϊδελβέργης είναι ότι στα 1810 έρχεται στην πόλη αυτή ο πρώτος μεγάλος ρομαντικός μουσικός Karl Maria Weber και συνδέει την δημιουργία του στενότατα με λαϊκές παραδόσεις που εισέρχονται έτσι στον κόσμο της μουσικής. Το σπουδαιότερο από τα ρομαντικά του αυτά δημιουργήματα είναι η όπερα “Freischuetz”, το οποίον εμπνεύστηκε από ένα βιβλίο περί φαντασμάτων, που το βρήκε στο Stift Neuburg, που είναι κοντά στην Χαϊδελβέργη, και όπου εφιλοξενήθηκε από τον κυβερνητικό επίτροπο Hoot. Ο Freischuetz είναι ένας σύντροφος του διαβόλου και κατά την λαϊκή παράδοση δεν του αστοχεί καμιά βολή του όπλου του. Ο ρομαντισμός του Weber, όσο πλούσιος κι αν είναι, δεν χάνει ποτέ το μέτρο και δεν χάνεται ποτέ μέσα στο παράλογο. Ο Weber έχει την δύναμη να συλλαμβάνη και να εκφράζη λαϊκά βιώματα με μουσικά μέσα και χρώματα, τα οποία προσλαμβάνουν στην μουσική του μεγάλη πλαστικότητα. Ο Freischuetz, ο οποίος ανεβάσθηκε στα 1821, θεωρείται ότι εξεπέρασε την ιταλική όπερα του Spontini. Εκτός όμως απ’ τον Freischuetz εμελοποίησε και άλλες λαϊκές παραδόσεις, όπως την παράδοση του Odenwald. Για τον αρχηγό αυτόν του μουσικού ρομαντισμού είχαν μεγάλη σημασία τα βιώματα, που εδοκίμασε τις νύχτες, όταν κατοικούσε στο Stift Neuburg της Χαϊδελβέργης και άκουγε τους φλοίσβους των υδάτων του Neckar. Από εδώ εμπνεύσθηκε και τις μελωδίες για την τελευταία του όπερα Oberon, μιά αρχαία γερμανική, μυθική μορφή. Ο Oberon ήταν βασιλιάς των συλφίδων και ήταν σύζυγος της Titania. Ο Wieland έχει γράψει ένα έπος για τον Oberon και σύμφωνα με αυτό ο Blanche έγραψε το κείμενο για την τελευταία όπερα του Weber “Oberon”. Σημασία έχει ότι η μορφή του Oberon υπάρχει ακόμα και στον Σαίξπηρ. Ο Karl Maria Weber με τον πλούσιο μουσικό ρομαντισμό του ανοίγει απίθανες διαστάσεις σε ό,τι ονομάζομε ρομαντισμό της Χαϊδελβέργης. Ο μεγάλος αυτός μουσικός ήταν τόσο ένθερμος μύστης του ρομαντισμού, ώστε ανάλωσε την ζωή του πολύ ενωρίς, γιατί απέθανε σαράντα χρονών.

     Και όμως ο Weber ανήκει στην παλαιότερη γενιά των μουσικών, τους οποίους συνήθως χαρακτηρίζομε ως κλασικούς. Ο Weber ήταν έντεκα χρόνια μεγαλύτερος απ’ τον Schubert (γιατί γεννήθηκε στα 1786) και πέθανε πρίν απ’ αυτόν. Ο Weber είναι λοιπόν ο πρώτος των τριών μεγάλων, ο οποίος τώρα φεύγει απ’ τον κόσμο. Ακολουθούν ο Beethoven, ο οποίος πεθαίνει στα 1827, και ο Schubert στα 1828.

     Όμως κανείς δεν ετραγούδησε την Χαϊδελβέργη και τον Neckar τόσο πολύ, όσο ο Friedrich Hoelderlin. Αυτός έδωκε και στον ρομαντισμό της πόλεως αυτής και του τοπίου της την ακρότατη έκφραση. Τούτο εξηγείται από το γεγονός ότι ο Hoelderlin ήταν γεννημένος δίπλα στον Neckar και είχε από παιδί η φαντασία του παίξει με τα νερά του και με όλες τις λαϊκές παραδόσεις που κυκλοφορούσαν στο στόμα του λαού. Ο Hoelderlin γράφει σε ένα του ποίημα για την Χαϊδελβέργη:

Από παλιά σ’ αγαπώ και θα ήθελα για ηδονή δική μου

να σ’ ονομάσω μητέρα, και να σου χαρίσω ένα άτεχνο τραγούδι.

Εσύ, που είσαι ομορφότερη από της πατρίδας μου τον τόπο, απ’ όσο γνωρίζω.

Όπως το πουλί του δάσους πετάει πάνω από τις κορυφές,

έτσι μετεωρίζεται πάνω από το ποτάμι, πού δίπλα σου λάμπει,

ελαφρά και δυνατά η γέφυρα,

που ηχεί από αμάξια και ανθρώπους.

 

Σα να ήταν από τους θεούς σταλμένη, με άδραξε άλλοτε μιά μαγεία

πάνω στην γέφυρα, όταν την περνούσα,

και μακριά, μέσα στα βουνά,

εφαίνονταν το γοητευτικό μάκρος.

 

Και ο έφηβος, ο ποταμός, προχωρούσε προς την κοιλάδα,

λυπητερά- χαρούμενα, όπως η καρδιά, όταν, όμορφη,

μέσα της αγαπάει να βυθίζεται

στα ρεύματα του χρόνου.

 

Πηγές του χάρισες, εδώρισες στον φυγάδα

δροσερές σκιές, και η όχθη λαχταρούσε

πίσω του, και από τα κύματα

αναδύονταν η όμορφη εικόνα της.

 

Αλλά βαριά μέσα στο ρέμα εκρέμονταν ο γιγάντιος

πύργος που εγνώριζε την μοίρα του.

    Το ποίημα τούτο το έγραψε ο Hoelderlin στα 1788, όταν ήρθε στην Χαϊδελβέργη από το Maulbronn. Επίσης έγραψε τότε και τα εξής: «Η πόλη μου άρεσε πάρα πολύ. Η τοποθεσία είναι τόσο όμορφη, όσο θα μπορούσε κανείς να φαντασθή. Και από τις δύο μεριές και στην ράχη της πόλεως υψώνονται δασωμένα βουνά, και επάνω εκεί στέκει το παλαιό αξιοσέβαστο παλάτι.» Ο Hoelderlin πέρασε από την Χαϊδελβέργη επίσης στα 1795, όταν επήγαινε στην Φραγκφούρτη, όπου συνάντησε την Διοτίμα, πού ήταν το μεγάλο όραμα και πάθος της ζωής του. Εκεί επήγε ως δάσκαλος των παιδιών του τραπεζίτου J.F. Gontard και της γυναίκας του Susette, την οποίαν ακριβώς ελάτρευσε όσον τίποτε άλλο στην ζωή του και την ωνόμασε Διοτίμα. Τα ποιήματά του και το μεγάλο του έργο «ο Υπερίων» δείχνουν το βάθος αυτής της αγάπης. Ο Hoelderlin είναι ο μέγας ελληνολάτρης ποιητής της Γερμανίας, ο οποίος αναγέννησε μέσα του και στην γλώσσα του λαού του όλα τα μεγάλα ελληνικά σύμβολα και τελικώς αναγέννησε και το πρόσωπο του Χριστού όπως τούτο φανερώνεται στο ποίημά του «Πάτμος». Σπάνια η μοίρα έδωκε τόσα δώρα σ’ έναν άνθρωπο, όσα έδωκε στον Hoelderlin, και συνάμα η ίδια μοίρα τον εβάσκανε τόσο, ώστε όλα όσα του έδωσε να του τα πάρη πίσω, γιατί τα τριάντα εφτά τελευταία από τα εβδομήντα τρία χρόνια της ζωής του έζησε μέσα σε πνευματικό σκοτάδι.

     Ο Hoelderlin πέρασε τα χρόνια των σπουδών του μαζί με δύο άλλα μεγάλα πνεύματα του τόπου του, τον Έγελο και τον Schelling στο Tuebingen. Είναι συγκινητική η βαθειά φιλία που  αναπτύχθηκε μεταξύ τους και η αμοιβαία επίδραση του πνεύματος του ενός επάνω στον άλλον. Δεν έχομε άλλο παράδειγμα τόσο πλούσιας συντυχιάς πνευμάτων. Η πατρίδα τους η Βυρτεμβέργη εγέννησε τα γονιμώτερα πνεύματα της Γερμανίας, γιατί, εκτός απ’ αυτούς τους τρείς, που ο καθένας είναι αξεπέραστος στο είδος του, εγέννησε και τον Schiller, ο οποίος είναι λίγα χρόνια μεγαλύτερος απ’ αυτούς. Ο πνευματικός πλούτος των μεγάλων αυτών δημιουργών είναι στενότατα συνδυασμένος με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης.». Σελίδες 55-59.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026