Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

 ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

     Υπάρχουν βιβλία, που ξυπνούν μνήμες, που ενεργοποιούν συναισθήματα, που φέρνουν στον νου παραστάσεις και εικόνες παιδικές, όνειρα λιγώματα ζωής περασμένης, που ενώ νόμιζες ότι έχουν χαθεί στα βάθη του προσωπικού σου χρόνου, ξαφνικά αναδύονται μπροστά σου και σου υπενθυμίζουν την δική τους καθοριστική συμβολή στην ιστορία του παρόντος χρόνου σου, μνήμες που ζητούν να επανέλθουν στην επιφάνεια της τωρινής σου ζωής, γιατί «κουράστηκαν» να βρίσκονται καταχωνιασμένες μέσα στο μικρό και στενάχωρο σεντούκι του μυαλού σου. Εκεί που κάθε άνθρωπος ξεχωριστά και ανεπανάληπτα κρατά τα κλειδιά του δικού του παραδείσου, φυλάει αναμμένη τη δάδα της δικής του πύρινης μνημονικής κόλασης. Μια που όλοι μας πλέον κατανοούμε, ότι αν υπάρχει παράδεισος σε αυτήν την σκοροφαγωμένη ζωή του καθενός μας, αυτός είναι τα πρώτα ανέμελα, ξέγνοιαστα, μισό τρυφερά, μισό αθώα, ανεπαίσθητα ενοχικά χρόνια των πρώτων παιδικών μας χρόνων, τότε που ο καρπός της γνώσης και η επίγνωση των επιπτώσεων των πράξεών μας, ήταν κάτι εντελώς άγνωστο, κάτι που δεν μπορούσε να φανταστεί η τρελή, πολύχρωμη σαν πεταλούδα μικρή φαντασία μας. Τα παιδικά μας χρόνια, είναι το σκαρί-σχεδία της μνήμης που πάνω της μετέπειτα ναυαγοί της ζωής πορευόμαστε.
    Τα γράφω αυτά για να πω, ότι μνήμες των παιδικών μου χρόνων-των χρόνων του δημοτικού σχολείου της δεκαετίας του 1960 παραθερισμού μου στην Φανερωμένη, μου έφερε στον νου το βιβλίο των Κωνσταντίνου Ι. Γουργουλιάνη και Νίκου Κ. Κυριαζή «Άννα Σικελιανού-Ο έρωτας και το όνειρο», Η ζωή της σαν μυθιστόρημα, που διάβασα πρόσφατα.
    Οι φτωχές και λαϊκές οικογένειες, των μεροκαματιάρηδων ανθρώπων της δεκαετίας του 1960, συνήθιζαν να παραθερίζουν σχεδόν κάθε καλοκαίρι στην περιοχή της Φανερωμένης, στην Σαλαμίνα. Όταν τα θαλάσσια νερά της ήταν ακόμα πεντακάθαρα και το φυσικό της περιβάλλον μαγευτικό και φιλόξενο. Η Μονή της Φανερωμένης της Σαλαμίνας, ενοικίαζε τον πριν και μετά αυτής χώρο, σε οικογένειες που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν πολύμηνες διακοπές σε άλλα μέρη της Ελλάδας ή του εξωτερικού. Η περιοχή πριν και μετά το Μοναστήρι και από τις δύο πλευρές της λεωφόρου, έσφυζε από άσπρα μικρά τσαντίρια φτωχών οικογενειών, που παραθέριζαν από τις αρχές σχεδόν του καλοκαιριού μέχρι της εορτής του Τιμίου Σταυρού, και, οι πιο τυχεροί, και μετά τις 15 Σεπτεμβρίου, όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Κάθε οικογένεια, μπορούσε να νοικιάσει ένα «οικόπεδο» που τα όριά του ορίζονταν για το συγκεκριμένο διάστημα από το Μοναστήρι. Καθόριζε τα σχετικά όρια που θα έστηνε το τσαντίρι της, βάφοντας με ασβέστη τόσο τα πεύκα που βρίσκονταν μέσα στην μικρή περιοχή της, όσο και με μικρές ασβεστωμένες πέτρες που κύκλωναν τον χώρο μέσα στον οποίο οι οικογένειες έστηναν την μικρή τους πραμάτεια που θα περνούσαν το τρίμηνο περίπου των διακοπών τους. Το ίδιο πράτταμε και εμείς, για αρκετά χρόνια αρχές του καλοκαιριού, καλούσαμε ένα μεγάλο αμάξι, και φορτώναμε τα δικά μας φτωχικά συμπράγκαλα, σαν άλλος οικογενειακός θίασος, πριν την κατοπινή ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, και όταν φτάναμε στο Πέραμα, περνούσαμε με το φέρρυ μποτ απέναντι στα Παλούκια,-όπου ο παππούς Αντώνης ήταν φύλακας, σε δυό παλαιά ελλιμενισμένα μεγάλα πολεμικά καράβια-και από εκεί, διασχίζοντας την περιοχή της Κούλουρης, ταξιδεύαμε για την Φανερωμένη και το μικρό «οικόπεδο» που νοικιάζαμε.
    Τα υπάρχοντα του οικογενειακού μας παραθερισμού ήταν: μια μεγάλη λευκή σκηνή φτιαγμένη από χοντρό καραβόπανο, με τα σχετικά της εξαρτήματά (πασσάλους, σχοινιά, μεταλλικοί κρίκοι) που την στήναμε στο χώμα, και την δέναμε στα δέντρα για να κρατιέται σταθερή σε ενδεχόμενες ξαφνικές άσχημες καιρικές συνθήκες. Η σκηνή αυτή, χωρούσε δύο το πολύ ράντζα και μια πλαστική ντουλάπα για τα ρούχα μας, κάτω στο χώμα, στρώναμε κουρελούδες ή μικρά χραμάκια, αφού πρώτα είχαμε καθαρίσει τον μικρό μας ενοικιαζόμενο χώρο, από πέτρες και τσουκνίδες που είχαν σωρευτεί την χειμερινή περίοδο. Μια παράγκα, που ο κυρ Μπάμπης είχε φτιάξει κομμάτι-κομμάτι από καδρόνια και κόντρα πλακέ, βαμμένα θαλασσί και τα ανάλογα ελενίτ που θα μας χρησίμευαν για σκεπή, (η γνωστή γκουμούτσα) και ήταν έτοιμη η μικρή παραθαλάσσια κουζινίτσα μας, που χώραγε ένα μικρό δίπορτο ψυγείο πάγου, μια γκαζέρια και ένα πετρογκάζ,  ένα μικρό ντουλαπάκι για τα τρόφιμα και τα άλλα καθημερινά χρειαζούμενα που θα χρησίμευαν στο καθημερινό νοικοκυριό της κυρά Βάσως. Έξω, δίπλα στην κουζίνα μας, υπήρχε ένα τραπέζι με το σχετικό λευκό τραπεζομάντιλο και την γλάστρα μέσα σε ένα πιάτο με τον ανθισμένο βασιλικό στην μέση, πάνω στο τραπέζι τα τασάκια για τα τσιγάρα ήταν τοποθετημένα σε μικρά δαντελένια χειροποίητα σεμεδάκια, μερικές καρέκλες ξύλινες με τα πολύχρωμα μαξιλαράκια τους, και φυσικά, ένα μεγάλο σιδερένιο βαρέλι τοποθετημένο πάνω σε σκαμπό με μια μικρή βρύση στο κάτω μέρος του, που το γεμίζαμε με νερό, από τα ειδικά αμάξια-υδροφόρες που έρχονταν από τα παλούκια δύο με τρείς φορές την εβδομάδα και εφοδίαζαν τους κατασκηνωτές με πόσιμο νερό, αλλά και για τις άλλες οικογενειακές τους λάτρες. Το νερό το πληρώναμε θυμάμαι δυό δεκάρες τον ντενεκέ,-αυτές τις τρύπιες στην μέση ασημένιες δεκάρες, πόσο μας κόστιζε το γέμισμα του βαρελιού; η μνήμη έχει κενά. Ηλεκτρικό δεν είχε η περιοχή, χρησιμοποιούσαμε το περιβόητο Λουξ με μπουκάλες υγραερίου ή λάμπες πετρελαίου που το γυαλί τους ήταν τόσο εύθραυστο, που συνεχώς μου έσπαζε όταν προσπαθούσα να το καθαρίσω από την κάπνα,-και όπως ήταν επακόλουθο τις έτρωγα από την κυρία Βάσω, την μοδίστρα. Όταν την ανάβαμε-την μικρή μας λάμπα-βάζαμε ένα τσιμπιδάκι στο χείλος του γυαλιού της, για να μην υπερθερμανθεί και σπάσει. Φτιαχνόταν επίσης και μια μικρή τετράγωνη παράγκα που αφού σκάβαμε έναν λάκκο κοντά στην λευκή σκηνή, την χρησιμοποιούσαμε για τουαλέτα. Μπροστά στην σκηνή, η μητέρα, τοποθετούσε ένα κρεβάτι με κουνουπιέρα για τον μεσημεριανό ύπνο, την καθημερινή σιέστα, πριν το απογευματινό κολύμπι, αν μας άφηναν να κοιμηθούμε οι καλλίφωνοι λιτοδίαιτοι τέττιγες, που τόσο αγαπά ο παππούς μας ο Αίσωπος. Οι ασβεστωμένες πέτρες μπροστά στην σκηνή, που χρησίμευαν ως πόρτα, σχημάτιζαν δυό μεγάλους κύκλους, που μέσα τους φυτεύαμε καλαμπόκια ή τοποθετούσαμε δύο μεγάλες βαμμένες πήλινες γλάστρες με τριανταφυλλιές που μοσχομύριζαν και που το άλικο χρώμα τους ήταν χάρμα οφθαλμών. Αν άγγιζες τα μικρά κόκκινα πέταλά τους, και δεν σε τρυπούσαν τα αγκάθια τους, νόμιζες ότι άγγιζες βελούδο. Ο μικρός κόκκινος ροδώνας του καλοκαιριού. Οι πευκοβελόνες πάλι των θεόρατων πεύκων, μας χρησίμευαν για να σχηματίζουμε μικρά σχήματα στο χώμα, καθώς προσπαθούσαμε να σχεδιάσουμε διάφορα σχήματα στο έδαφος για να ομορφύνουμε τον χώρο, και κάθε φορά, για μία ακόμη φορά, μας χαλούσαν τα υποτυπώδη σχέδια ο ατέλειωτος στρατός των μυρμηγκιών που τις κουβαλούσαν με γρηγοράδα σε άλλα μέρος χαλώντας μας τα υποτυπώδη σχέδια. Πολλοί δένανε σχοινιά στους κορμούς των πεύκων και απλώνανε την λεγόμενη τέντα για ίσκιο, άλλοι κρεμούσαν μια αιώρα που ξάπλωναν τα μεσημέρια για να χαλαρώσουν από τις ασκήσεις των θαλάσσιων μπάνιων. Ορισμένοι, οι ποιο τολμηροί, περιέφραζαν τον χώρο τους με χοντρά σχοινιά για να αποτρέπουν την ανεπιθύμητη πρόσβαση των γειτόνων, ή των διαφόρων οικόσιτων ζώων. Η αγωνία και το άγχος των προετοιμασιών για τις επερχόμενες διακοπές μεγάλωνε των τότε μικρών μαθητών, όταν έκλειναν τα δημοτικά σχολεία, και ο έλεγχος είχε λάμβαναν για την προαγωγή στην επόμενη τάξη ήταν με καλό βαθμό, ώστε να μην χρειάζεται να κάνουν καλοκαιριάτικα επαναλήψεις μαθημάτων της προηγούμενης χρονιάς. Πέρα από το γεγονός ότι ο προβιβασμός στην επόμενη τάξη δήλωνε στο οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον ότι δεν είσαι κουμπούρας, το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα συνήθως την προσφορά ενός δώρου, μέσα στα εθιμικά πλαίσια της επιβράβευσης των καλών βαθμών. Ποτέ μου δεν πήρα δέκα, μια και ήμουν και εξακολουθώ να είμαι κακογράφος, με κάτι ορνιθοσκαλίσματα γράμματα. Ο γράφων τις αναμνήσεις αυτές, έβαζε σε μαύρη ασήκωτη σχολική σάκα, που κλείδωνε με μικρό κλειδάκι, τις πολύχρωμες ξύλινες νερομπογιές του και τα μεγάλα μπλοκ ιχνογραφίας με το τσιγαρόχαρτο που τα φυλούσε ως κόρη οφθαλμού με μεγάλη προσοχή κατά την διάρκεια του ταξιδιού, μια που συνήθιζε να ζωγραφίζει ότι έβλεπε μπροστά του, όχι σαν παιδί θαύμα των εικαστικών τεχνών,-μακριά από εμέ η ύβρις αυτή-αλλά για να εξασκείται στην καλλιγραφία για την επόμενη τάξη μπας και ανεβάσει τον βαθμό του. Σε  μια άλλη δερμάτινη τσάντα με αρκετές θήκες τοποθετούσε με απεριόριστη χαρά και ικανοποίηση τα σχετικά για όλους τους μπόμπιρες της εποχής εκείνης, παιδικά βοηθήματα της εξωσχολικής μας αγωγής, που έτρεφαν την άπλαστη ακόμα φαντασία μας και μας έκαναν να ξεχνάμε έστω και για λίγες εβδομάδες τους αριθμούς με τους πολύπλοκους συνδυασμούς τους που μας βασάνιζαν στο σχολείο, τα σύμφωνα και τα φωνήεντα της γραμματικής, με τις δασείες, τις ψηλές και τις περισπωμένες που σκέπαζαν τα ωμέγα και τα ήτα σαν μικρά καπέλα, και τις ακατανόητες σε εμάς υπογεγραμμένες των υπέροχων δοτικών, (τω καιρώ εκείνω…) της απελθούσας χρονιάς του δημοτικού, περιοδικά όπως ο μικρός σερίφης, ο μικρός καουμπόι, ο Μπλέηκ με τον καθηγητή μυστήριο, τα μικρά έγχρωμα εικονογραφημένα κλασσικά, ο περιβόητος Λούκι Λουκ, ο Τιραμόλα, ο Αστερίξ και ο Οβελίξ, και δεκάδες τεύχη με μικρά ή μεγάλα Μίκυ Μάους. Όλα τα  πολύτιμα για την ηλικία μας παιδικά περιοδικά που μας έκαναν να ταξιδεύουμε σε κόσμους ονειρικούς και μαγεμένους, τα καλοκαιρινά ξάστερα βράδια όταν κοιμόμασταν έχοντας στέγη τον ουράνιο θόλο και που πάντοτε μετρούσαμε τα αστέρια της μικρής και μεγάλης Άρκτου με μεγάλη περιέργεια, και πάντα κάτι τύχαινε και μπερδευόμαστε στο μέτρημα, καθώς μας νανούριζαν τα εκατοντάδες τζιτζίκια, και μας παρακολουθούσε με τα μεγάλα φωτεινά μάτια της μια μικρή κουκουβάγια, που κούρνιαζε σε πεύκο μέσα στα δικά μας περιφραγμένα με τις ασβεστωμένες πέτρες μας όρια. Τα πρωινά, μας ξυπνούσε ο κόκορας της γειτόνισσας ή η μυρουδιά του γάλα με το κακάο που ετοίμαζε η μητέρα, μπορεί και ο κτύπος του κουταλιού μέσα στην κούπα, καθώς η μητέρα χτυπούσε τον κρόκο του αυγού μέσα σε τρις κουταλιές ζάχαρη και μια κουταλιά κακάο για να κόψει την μυρωδιά της αυγουλίλας, ή συνήθως, η φωνή του μανάβη με την σούστα γεμάτη φρούτα, λαχανικά και άλλα είδη της εποχής, στοιβαγμένα μέσα σε μεγάλα ψάθινα καλάθια και έναν καταϊδρωμένο από την καλοκαιρινή ζέστη και το βάρος κυρ Κλημέντιο που κουβαλούσε και τραβούσε αγόγγυστα και σιωπηλά την άμαξα, στολισμένος με πολύχρωμες χάντρες, πάντοτε ήρεμος, πάντοτε σκυφτός, θέλοντας ο καημενούλης γαϊδαράκος να μας προετοιμάσει με το παράδειγμά του, για τα δικά μας βάρη της κατοπινής ζωής μας. Τα μικρά και πειραχτήρια πιτσιρίκια, αυτόν τον συγκεκριμένο γαϊδαράκο του κυρ Κώστα του μανάβη, τον είχαμε ονομάσει ο μικρός Κοκός, ποιος ξέρει που είχαμε ακούσει αυτό το όνομα και τον φωνάζαμε έτσι όποτε μας ξύπναγε.
    Σιμά μας τότε όπως θυμάμαι, παραθέριζε και η κυρία Μαριάνθη, με τα δυό της μικρά αγόρια,-τον Γιάννη και τον Μπούλη-που κάναμε παρέα όλο το καλοκαίρι, και των οποίων ο παππούς, ο κυρ Γιάννης, έστηνε ξόβεργες και έπιανε μικρά πουλιά που περνούσαν πάνω από την περιοχή. Πότε μου μέχρι σήμερα δεν κατάλαβα πως άντεχε αυτός ο καλοκάγαθος άνθρωπος να τσακώνει με τα δίχτυα του τόσο μικρά πουλάκια, να τα σκοτώνει και να τα ξεπουπουλιάζει για μεζέ ή φαγητό. Τον μισούσα γιαυτό που έβλεπα ότι έκανε(αλλά βλέπεις, η ηλικία δεν μου επέτρεπε να τον πιάσω και εκείνον μέσα στα ίδια του τα δίχτυα που έστηνε), από τότε, ποτέ μου δεν δέχτηκα να φάω μεζέ ή φαγητό με τόσο μικρά πουλιά. Ακριβώς πίσω μας, έστηνε την σκηνή της η αδερφή της γνωστής λαίκής τραγουδίστριας Πόλυ Πάνου, η γειτνίαση με εμάς για ένα διάστημα, μας έδωσε την δυνατότητα να γνωρίσουμε τόσο στην Φανερωμένη όσο και στην Αθήνα, στο σπίτι της, την γνωστή και καλή λαϊκή αυτή τραγουδίστρια. Κοντά σε εμάς-τότε-παραθέριζε και μια γνωστή όπως έμαθα κατόπιν συγγραφέας, η μητέρα της οποίας, είχε μεγάλες κλούβες με κουνέλια, μεγάλο πειραχτήρι εγώ, συνήθιζα τα μεσημέρια που κοιμόντουσαν να πηγαίνω και να ανοίγω την μικρή πορτούλα του κλουβιού και να βγάζω έξω τα μικρά κουνελάκια με τα τεράστια αυτιά. Το τι επακολουθούσε όταν το έπαιρναν χαμπάρι και τι κυνηγητό για να πιάσουν τα κουνέλια, δεν περιγράφεται, αλλά και το τι ξύλο έτρωγα κατόπιν με την παντόφλα, επίσης δεν περιγράφεται. Αλλά μπρος στην παιχνιδιάρικη αυτή μεσημεριανή συνήθεια, δεν μετρούσαν οι κοκκινίλες στα μπούτια και το τσούξιμο από τις παντοφλιές. Τα βράδια, πολλές φορές, συνηθίζαμε να βγαίνουμε πυροφάνι και να μαζεύουμε καβούρια ή κοκοβιούς στην άκρη της παραλίας, ή να ρίχνουμε τους λεγόμενους κιούρτους με δόλωμα, τους οποίους μαζεύαμε το πρωί, άδειους ή με κανέναν ξεχασιάρη σπάρο που μπήκε μέσα στο συρμάτινο αυτό κλουβί. Υπήρχαν και οι μικροί νυχτερινοί περίπατοι στην λεωφόρο Φανερωμένης είτε προς την μεριά του Μοναστηριού είτε προς την αντίθετη πλευρά που υπήρχε μικρό φέρυ μποτ και σε πήγαινε σε ταβέρνες απέναντι στην Πελοπόννησο, προς την μεριά των Μεγάρων.   Στην πανήγυρι του Μοναστηριού, τον Δεκαπενταύγουστο, πλήθος παραθεριστών και μη προσκυνητών έρχονταν να προσκυνήσουν στην χάρη της όπως έλεγαν, την περίοδο αυτή, στήνονταν Λούνα Πάρκ,-μικρές βαρκούλες-κούνιες, το βαρέλι του θανάτου με τον μοτοσικλετιστή, το γύρω-γύρω όλοι κλπ., και, διάφορα μικρά υπαίθρια μαγαζάκια που πωλούσαν ότι μπορείς να φανταστείς, που έκαναν το παιδικό μας μυαλουδάκι να σβουρίζει ανεξέλεγκτα. Από μικρά ξύλινα σταυρουδάκια, εικονίσματα και λιβάνι που μύριζε λεβάντα, μέχρι μαλλί της γριάς, μηλαράκια φιρίκια καραμελωμένα, καραμέλες τσάρλεστον, σοκολάτες γκοφρέτες, βόλους, άσπρους μεγάλους γαλατάδες και γυαλένια κάθε μεγέθους, και από διάφορα μπιχλιμπιδάκια για το πέτο των γυναικών και των αντρών, μέχρι τσατσάρες, τσιμπιδάκια, σεντόνια και προσόψια με την καλλιγραφικά γραμμένη λέξη «Καλημέρα σας», και από μικρά κουρδιστά παιδικά παιχνίδια μέχρι βίους αγίων, ιερές επιστολές, και πολλά μαντζούνια του βουνού για την βασκανία και τις στέρφες γυναίκες. Στις μικρές, πρόχειρες καλαμοσκεπασμένες ταβέρνες που στήνονταν υπαίθρια κατά μήκος της λεωφόρου Σαλαμίνος, έρχονταν διάφοροι λαϊκοί τραγουδιστές και τραγουδίστριες της εποχής με τις ορχήστρες τους, και το γλέντι, η ελληνική λαϊκή μουσική, ο χορός, το φαγοπότι κρατούσε μέχρι πρωίας, πάνω στις πρόχειρα κατασκευασμένες εξέδρες με τις πολύχρωμες γιρλάντες και τους βαμμένους μικρούς γλόμπους, που μια γεννήτρια τους έδινε φως. Κανείς δεν ήθελε να κοιμηθεί, όταν γίνονταν δίπλα του τέτοιο τρικούβερτο ξεφάντωμα, και ποιος δεν ήθελε να συμμετάσχει σε αυτό το μεγάλο ανθρωπογλέντι, μικροί ή μεγάλοι, άντρες ή γυναίκες, γνωστοί και άγνωστοι επισκέπτες, όλοι ομού, όταν μάλιστα, το μπουζούκι και η φωνή του λαϊκού συνθέτη και ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊωάννου σε κρατούσε καθηλωμένο πάνω στην καρέκλα αλλά και κατάχαμα. Εμείς τα πιτσιρίκια, παρακολουθούσαμε ξάγρυπνα με γουρλωμένα κόκκινα μάτια, τα ξένα ή γνωστά μας άτομα, να χορεύουν και να τραγουδούν, να τα τσούζουν και να τρώνε, κοιτάζαμε τις κυκλικές παρέες που διασκέδαζαν, και αν είμασταν τυχερά, πίναμε καμιά γουλιά κόκκινο κρασάκι ή ένα μικρό ποτηράκι ρετσίνα Κουρτάκη που μας έκανε να ξινίζουμε την μύτη μας, τσιρίζοντας μπλιάχ, καθώς έσκαζαν στα γέλια οι μεγάλοι.  Βλέπεις, δεν είχαμε ακούσει ακόμα τίποτα, για τον Αρχαίο Θεό Διόνυσο και τους Σελινούς του, μια και η θεία Λένα-η εθνική μας παιδαγωγός- με την φωνή της, φρόντιζε να μας ξυπνά τα πρωινά με άλλου είδους παραμύθια από το μικρό ραδιοφωνάκι μας. Τα πρωινά, αλωνίζαμε ξένοιαστοι, ξυπόλητοι και διψασμένοι για νέες εμπειρίες και παιδικές περιπέτειες. Εμείς οι τρελομπόμπιρες νέοι κουρσάροι της εποχής, εξερευνούσαμε σπιθαμή προς σπιθαμή, την νήσο ταύτην, είτε πεζοί, είτε με το μικρό μας ποδήλατο, τοποθετώντας ανάμεσα στις ακτίνες της μπροστινής ρόδας το τετράγωνο πάνω μέρος του κουτιού των τσιγάρων ΆΣΣΟΣ για να κάνει θόρυβο καθώς εντείναμε τις ορθοπεταλιές μας. Ένα μικρό τρανζίστορ με μπαταρίες, μας κρατούσε συντροφιά και σε επαφή με τους ανθρώπους, οι ειδήσεις που ακούγαμε, ήταν η γέφυρα με τους άλλους τα καλοκαίρια, μια και δεν υπήρχαν τηλέφωνα. Κάθε μεσημέρι, τότε, οι νοικοκυρές στήνονταν μπροστά στα ραδιόφωνά τους για να ακούσουν τον Λαμπίρη, στα ραδιοφωνικά επεισόδια της «Μικρής, Πικρής μου Αγάπης», αν θυμάμαι σωστά, με τον ηθοποιό Βύρων Πάλλη και την Αφροδίτη Γρηγοριάδου. Ο Ιταλός τραγουδιστής Αλμπάνο και η σύζυγός του Ρομίνα Πάουερ, με το τραγούδι τους Io di notte, και ο Γάλλος Adamo, μεσουρανούσαν στο μουσικό στερέωμα και ακούγονταν από εμάς με μεγάλη μουσική ικανοποίηση, αλλά και η δική μας τραγουδίστρια Τάμμυ με το «Σαν βγήκε απόψε το φεγγάρι, ήταν θλιμμένο και χλωμό», ή τον Πασχάλη Αρβανιτίδη να τραγουδά τον περίφημο «Αλέξη του».  Συνηθίζαμε ακόμα, ανάμεσα στα άλλα παιδικά μας αυτοσχέδια παιχνίδια, να κατασκευάζουμε μόνοι μας, από χαρτόνι και μικρές κόπιτσες, φιγούρες του Καραγκιόζη, και να στήνουμε πρόχειρες νυχτερινές παραστάσεις,-μέχρι πρόσφατα, μέσα σε κούτα της ΝΟΥΝΟΥ κρατούσα τις χάρτινες αυτές φιγούρες του Θεάτρου Σκιών. Τον μπάρμπα Γιώργο και τον Σορ Διονύσιο, τον Χατζιαβάτη και τον  Βεζύρη, τα Κολλητήρια και τον ίδιο τον καμπούρη παιδικό μας ήρωα και λαϊκό διασκεδαστή. Άλλοι, οι πιο μυημένοι, έκαναν συλλογή γραμματοσήμων, προσέχοντας να μην κοπούν τα μικρά δοντάκια στις άκρες των μικρών αυτών τετράγωνων θησαυρών και χαθεί η πολύτιμη αξία τους, άλλα παιδιά, έκαναν συλλογή από σπιρτόκουτα ή μολυβένια στρατιωτάκια που σχημάτιζαν ολόκληρο στρατό παραταγμένο απέναντι στον αντίπαλο, ατέλειωτες μάχες δίνονταν με έπαθλο νίκης τα παιδικά μας περιοδικά που αγοράζαμε με το πενιχρό χαρτζιλίκι μας, ή μας έφερναν ως δώρο. Επισκεπτόμασταν αρκετές φορές το Μοναστήρι της Φανερωμένης, μια θαυμάσια μονή μέσα σε ένα ακόμα ποιό θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον. Στην δεξιά πλευρά του εντός της Μονής δρόμου καθώς ανεβαίνεις, υπήρχε τότες, όπως θυμάμαι, ένας χώρος με μεγάλα συρμάτινα κλουβιά που ήταν γεμάτα με παγώνια, φασιανούς, μπεκάτσες και διάφορα άλλα μικρά ζώα, ήταν κάτι σαν μικρός ζωολογικός κήπος, χωρίς άγρια θα λέγαμε θηρία. Το Μοναστήρι, διαθέτει μικρό αξιόλογο μουσείο με εκθέματα, που βρίσκεται μέσα στο προαύλιο της αυλής, μιας καταπληκτικής αυλής σκεπασμένης και περικυκλωμένης από δεκάδες λουλούδια, που οι μυρωδιές τους σου έκοβαν την ανάσα, και έναν Εσταυρωμένο κρυμμένο μέσα στα άνθη για να σου θυμίζει το αναμενόμενο θαύμα της ατομικής σου πίστης. Την Μονή φρόντιζαν με μεγάλη επιμέλεια και ευλάβεια οι μοναχές της εποχής, υπό την καθοδήγηση της ηγουμένης τους, της περιβόητης Μακρίνας. Μια καλοκάγαθη γυναικεία ύπαρξη, μεγάλων σωματικών διαστάσεων που πάντα είχε κάτι να σε φιλέψει όταν σε συναντούσε. Η ηγουμένη ήταν ο κέρβερος της Μονής, σε αυτήν πληρώναμε το νοίκι, σε αυτήν απευθυνόμασταν όταν είχαμε προβλήματα στην περιοχή, αυτή καθόριζε τα οικόπεδα προς ενοικίαση. Πάνω από την Μονή, σε μεγάλο ύψος στο βουνό, υπήρχε το μικρό κελλί του Αγίου Λαυρεντίου, που είχαμε σαν παιδιά, επισκεφτεί αρκετές φορές, τότε που άντεχαν ακόμα τα πόδια μας, και η πεζοπορία ήταν στην ημερήσια διάταξη για την εξερεύνηση του κόσμου.
    Το Μοναστήρι της Φανερωμένης, βρίσκεται στην πάνω μεριά του δρόμου, ακριβώς από την κάτω πλευρά του, υπάρχει λιμενοβραχίονας που έδεναν οι υδροφόρες που τροφοδοτούσαν με νερό την Μονή. Εκεί, στο κάτω μέρος στην παραλία, απέναντι από την Μονή, βρίσκεται το σπίτι του ποιητή Άγγελου Σικελιανού. Ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι με σκάλα. Καθώς ανέβαινες την ξύλινη και φθαρμένη σκάλα βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά, δυό μικρά δωμάτια σχεδόν άδεια, με μερικές καρέκλες ξεχαρβαλωμένες, ένα σπασμένο τραπέζι, και ένα άδειο κασόνι. Τα παραθυρόφυλλα ήταν επίσης κατεστραμμένα, η πόρτα του ήταν πάντοτε ανοιχτή. Νομίζω ότι στον περίβολο υπήρχε τότε, η προτομή του ποιητή. Από επισκέπτες ακούγαμε για τον μεγάλο και φημισμένο αυτόν Έλληνα ποιητή, τον αναβιωτή των Δελφικών Εορτών, χωρίς να γνωρίζουμε ή να κατανοούμε για ποιόν μας μιλούσαν. Το σπιτάκι αυτό, αρκετές φορές το επισκεπτόμασταν σαν μικρά παιδιά γιατί ήταν ένας θαυμάσιος χώρος για παιχνίδι, κρυψώνα των μελλοντικών εμπειριών του άγνωστου βίου μας, και κρυφά ανομολόγητα όνειρα, που δεν ξεχώριζαν από την παιδική μας σαν παιχνίδι παιδική πραγματικότητα ζωής.
    Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν μεγάλος πιά, γνώρισα από κοντά την δεύτερη γυναίκα του ποιητή, την Άννα Σικελιανού, σε επίσκεψη μου στο σπίτι της, της  εξομολογήθηκα τις παιδικές μου επισκέψεις στο μικρό αυτό σπιτάκι τους, και ακόμα θυμάμαι την συγκίνησή της, και το πώς άλλαζε το ηχόχρωμα της φωνής της καθώς με ρωτούσε γιαυτό, Θυμάμαι τους σπασμούς του γαλήνιου προσώπου της, τις ασυναίσθητες ελαφριές κινήσεις των χεριών της, την λυγράδα των όμορφων ματιών της. Ήταν μεγάλη ευτυχία, για όσους αγαπούν τον ποιητικό λόγο του Άγγελου Σικελιανού, να συναντήσουν έστω και για μία φορά, την γιομάτη αξιοπρέπεια αυτή γυναικεία ύπαρξη. Που η παρουσία της και μόνο σε έβαζε σε έναν άλλο κόσμο, σε έναν κόσμο τόσο ονειρικό όσο η ίδια η πραγματικότητα που εκείνη εδώ και δεκαετίες ζούσε.
    Φυσικά, ήμουν αρκετά διακριτικός και ευγενικός, και ευτυχώς άτολμος, όπως αρμόζει να είναι κανείς μπροστά σε μια πανέμορφη και λεπτοκαμωμένη αρχόντισσα, μια κυρία των γραμμάτων και του ελληνικού πολιτισμού, που δεν συναντάς πια στις μέρες μας. Η φιλοξενία και η ζεστασιά της ύπαρξής της ήταν κάτι το αλησμόνητο, όταν σου μιλούσε για Εκείνον, η φωνή της αποκτούσε τα ηχοχρώματα του ουρανίου τόξου, γινόσουνα μέτοχος των δικών του οραμάτων με οδηγό το δικό της μαγικό βλέμμα, τις δικές της μυστικές φωνές, τα δικά της μελωδικά ακούσματα. Η ατμόσφαιρα της συνάντησης ήταν τόσο μαγευτική, που με έκανε να μην αναφερθώ καθόλου, στην γυναίκα που οργάνωσε μαζί με Εκείνον τις πρώτες Δελφικές Εορτές, τη γυναίκα θρύλο που έτρεφε την φαντασία μου, την πρώτη σύντροφο του Άγγελου Σικελιανού, την Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ Σικελιανού. Οι συναντήσεις μου μαζί της-αυτές τις ελάχιστες φορές που την είδα, την Άννα Σικελιανού, σε αυτό το σπίτι «λαϊκό μουσείο», όχι μόνο εξαιτίας του μικρού της αργαλειού, των διαφόρων υφαντών και άλλων λαϊκών ομορφιών που ήταν στολισμένο, αλλά και λόγω των λουλουδιών, και των διαφόρων μυρουδιών από τα εδέσματα τόσο εκείνων που έφτιαχνε η ίδια, όσο και αυτών που συν κρατούσε η μνήμη της αξιολάτρευτης αυτής ύπαρξης, της Άννας Σικελιανού, της συγγραφέως, της μεταφράστριας, της γλυκιάς νεράιδας που αυγάτιζε με το προσωπικό της ήθος και στάση ζωής, τα ζώπυρα της εθνικής μας παράδοσης, σημάδια πορείας από την ζωή της με τον Άγγελο, αλλά και, την δική της σημαντική πνευματική διαδρομή.
    Ένα ταξίδι ζωής σαν σιγαλό ονειρικό παραμύθι, που δεν γνωρίζεις ποιος σου το αφηγείται, η λεπτοκαμωμένη πανέμορφη ύπαρξη που έχεις δίπλα σου, ή κάποια αρχαία θεά που φτερουγίζει κρυμμένη μέσα στην ομίχλη του χρόνου και της ιστορίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015
Πειραιάς 22/10/2015