Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
Ανεκπλήρωτοι φόβοι
Εκδόσεις Μελάνι 2016, Δεύτερη έκδοση
σελίδες 53,  τιμή 8,98 ευρώ

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος γεννήθηκε το 1988 στη Χιμάρα και μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ανεκπλήρωτοι Φόβοι (Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013, πρώτη έκδοση 2012 από τις εκδόσεις Πολύτροπον) το μυθιστόρημα Η Λάσπη 2014 (υποψήφιο για το Athens Prize for Literature 2015), και την συλλογή διηγημάτων ΤΡΑΜΠΑΛΑ, 2016. Και τα τρία βιβλία κυκλοφορούν από τις προσεγμένες και καλαίσθητες εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ.
     Τα απαραίτητα σύντομα αυτά βιογραφικά στοιχεία αναγράφονται στο «αυτί» των βιβλίων του νέου σε ηλικία πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή και συγγραφέα κυρίου Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Ενός σύγχρονου νέου, μόλις 29 ετών, πάνω δηλαδή στην ακμή του βίου του και της άνθησης της συγγραφικής του δημιουργίας. Κατά την γνώμη μου, είναι μάλλον «απαραίτητο» και ενδιαφέρον να ενημερώνεται ο ενδιαφερόμενος ή οι ενδιαφερόμενοι για τα ποιητικά πράγματα των ημερών μας, για τις εκδοτικές παραγωγές των σύγχρονων νέων αγοριών και κοριτσιών που μας καταθέτουν την δική τους μαρτυρία, μας μαρτυρούν την ατομική τους αλήθεια για τα πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα της εποχής τους μέσω του ποιητικού, διηγηματικού, μυθιστορηματικού ή δοκιμιακού τους λόγου. Τα κατά καιρούς διάφορα Βραβεία Κρατικά ή Ιδιωτικά, που δίνονται σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, δεν αντιπροσωπεύουν πάντα και με ασφαλή τρόπο την σύγχρονή μας αλλά και παλαιότερη εκδοτική παραγωγή. Είναι ένας ασφαλώς νομιμοποιητικός δείκτης αναγνώρισης της συγγραφικής προσπάθειας των νέων αντρών ή γυναικών δημιουργών, αλλά ας μην μας διαφεύγει, ότι μέσα στην τεράστια χοάνη της ελληνικής εκδοτικής σκηνής, πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς αγνοήθηκαν ή αποσιωπήθηκε το έργο τους, επειδή δεν ήταν αρεστοί στους ημέτερους. Έχουμε συναντήσει πάμπολλες περιπτώσεις που «θάφτηκαν» κατά το κοινώς λεγόμενο σημαντικά βιβλία από τις διάφορες «παρέες και παρεούλες», ή επειδή δεν είχαν τα οικονομικά εφόδια-οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς-ώστε να συμβάλουν στην έκδοση των ποιητικών κυρίως, συλλογών τους, αλλά και των μυθιστορημάτων τους ή των διηγηματικών τους προτάσεων. Μικρή εκδοτική αγορά η ελληνική, πάμπολλοι και πάμπολλες οι συγγραφικές δυνάμεις του τόπου μας, δυναστευτική ίσως και η παρουσία των παλαιότερων γενεών δημιουργών, που, άθελά τους, μονοπωλούν το ενδιαφέρον των σύγχρονων αναγνωστών, ενός αναγνωστικού κοινού, που μάλλον όσο πάει και λιγοστεύει. Πολλοί οι κλητοί θα λέγαμε, λίγοι όμως οι εκλεκτοί. Θεωρώ όμως, με την μικρή αγοραστική και αναγνωστική εμπειρία που μου δίνουν τα χρόνια της ζωής μου που «σπατάλησα» στην ανάγνωση ποιητικών και όχι μόνο συλλογών, και την παρακολούθηση των εκδοτικών πραγμάτων στην ελληνική επικράτεια, ότι, ένα βιβλίο που εκδίδεται αν έχει κάτι να μας πει, αν έχει κάτι να κομίσει στον χώρο της τέχνης, θα βρει το δρόμο του, θα αναγνωριστεί έστω και με αρκετή καθυστέρηση, έστω και αν ο συγγραφέας, με την μη άμεση πρόσληψή του έργου του από τους συγκαιρινούς του, πικραθεί ή νιώσει αδικημένος, ή συστηματικά αγνοηθεί. Το καλλιτεχνικό έργο αυτονομείται από τον δημιουργό του μόλις εκδοθεί-για να μην είμαστε υπερβολικοί και γράψουμε μόλις αποτυπωθεί στις λευκές σελίδες του χαρτιού-και αρχίζει το άγνωστο και περιπετειώδες ταξίδι του μέσα στον χρόνο. Το καλλιτεχνικό έργο είναι μια σχεδία, που ίσως σταθούμε τυχεροί να την συναντήσουμε. Η συγγραφή ενός έργου, είναι μια άλλη μορφή εσωτερικής πίστης, για να ξορκίσουμε την απρόοπτη και ξαφνική παρουσία των Ερινυών της ζωής μας. Τα άλλα, που είναι και αυτά απαραίτητα-αναγνωρίσεις, βραβεία, οικονομικά οφέλη-είναι το βάζο με το γλυκό τριαντάφυλλο ή το περγαμόντο που μας γλυκαίνει μέχρι να αδειάσει το βάζο και θέλουμε με λαιμαργία να γευτούμε.
     Και μέσα σε αυτό το σύγχρονο εκδοτικό σκηνικό, είναι τύχη αγαθή, να διαβάσεις την βραβευμένη ποιητική κατάθεση ενός νέου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, όπως είναι αυτή του κυρίου Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Ενώ περιμένεις μάλλον, μια από τα ίδια, σε εκπλήσσει η ωριμότητα της γραφής του, θαυμάζεις την σκέψη του, χαίρεσαι το καθαρό ύφος του, σε κεντρίζει η υποδόρια σαρκαστική του διάθεση, ενός σαρκασμού που υφαίνει με όχι φανερό τρόπο την πίκρα της σύγχρονης ζωής και του κόσμου. Ανυστερόβουλη ευχαρίστηση νιώθεις με την καθαρότητα των λέξεων που χρησιμοποιεί για να μας περιγράψει μια κατάσταση, μια ιδέα ένα καθημερινό της ζωής του στιγμιότυπο, που αφήνει τα ίχνη του μέσα στις ποιητικές καθαρές εικόνες που οικοδομεί. Τα υλικά της ποιητικής του δημιουργίας δεν είναι περίτεχνα, ξαφνιάζουν περισσότερο με την στιλπνότητά των υπερρεαλιστικών τους εικόνων, ίσως και να μην παραπέμπουν σε προγενέστερες φωνές επιρροής, δεν αγοράστηκαν από ακριβά εμπορικά μαγαζιά της τέχνης, που όλοι μας ίσως κρυφά θαυμάζουμε, είναι υλικά που κουβαλούν μέσα τους μια αλήθεια που σε τρομάζει την ίδια στιγμή που σε χαροποιεί με την αμεσότητά της. Υλικά από το σουρεαλιστικό πεδίο μιας σαρκαστικής «θανατολαγνείας», μιας πένθιμης σαρκαστικής εσωτερικής ατμόσφαιρας. Λυρισμός ενός βίου ακρωτηριασμένου, και χαμένου μέσα στην τύρβη της ίδιας της συνείδησής του. Άρνηση ίσως της καθαρής πραγματικότητας για να αναδυθεί η υπερπραγματικότητα της συνείδησης, το εξωπραγματικό αίσθημα, να αφομοιωθεί η σκοτεινή εμπειρία της ονειρικής συνείδησης που αντικαθρεπτίζει τον λυρισμό της πραγματικότητας.  Δεν ξέρω γιατί, αλλά τα ποιήματα του Γκέζου, φέρνουν στον νου τον εικαστικό κόσμο του ισπανού Σαλβαντόρ Νταλί. Ενός ποιητή ζωγράφου τόσο σκοτεινού, ακριβώς επειδή οι πίνακές του πλημμυρίζουν από ένα εσωτερικό φως, που εξεικονίζει τον θρυμματισμένο λυρισμό της παραισθητικής πραγματικότητας. Ένας παρόμοιος ενδόμυχος ονειρικός λυρισμός πλημμυρίζει τα ποιήματα του Γκέζου, με τις τρομαχτικές του εικόνες να διαδέχονται η μία την άλλη μέσα σε ένα πλαίσιο σπαραχτικού κυνισμού και παράλογης τόλμης.  Ένας λυρισμός χαμηλόφωνος, τρυφερός, καθημερινός, απλός, αναγνωρίσιμος. Μιας θερμής κλίμας λυρική ατμόσφαιρα, που περνά με μεγάλη άνεση από το μειδίαμα στην απελπισία, από το στοχαστικό ξεχείλισμα στον βίαιο σαρκασμό, από την λεπτεπίλεπτη έξαρση στην καθημερινή μας αβάσταχτη και ασήκωτη πεζότητα. Με μαεστρία γραφής, ο νέος σε ηλικία ποιητής Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, με την πρώτη αυτή ποιητική του κατάθεση κατορθώνει να μας μεταδώσει ένα ισχυρό και έντονο αίσθημα θα σημειώναμε του μέσα του κόσμου και της εξωτερικής του πραγματικότητας. Τα ποιήματά του, έχουν κάτι το νευρικό αλλά όχι το νευρασθενικό, καθώς απεικονίζουν εσωτερικές ανθρώπινες  καταστάσεις, συναντάμε ένα ανήσυχο πνεύμα, ένα πνεύμα βασανισμένο, ορισμένες φορές σπασμωδικό, να διαπερνά τα ποιήματα αυτά καθώς οι εικόνες εναλλάσσονται με τρυφερή τραχύτητα. Νομίζω ακόμα, ότι παρά το ενιαίο της σύλληψης βλέπουμε μια όχι μεγάλη αλλά ικανοποιητική ποικιλία ποιητικών τόνων και εσωτερικών της μορφής τους επιτονισμών. Οι μεταπτώσεις των διαθέσεων γίνονται με απαλότητα, συγκρατημένη και ελεγχόμενη απελπισία, με λεπτούς λεκτικούς χειρισμούς χωρίς ηθικούς διδακτισμούς, δίχως κοινωνικές στηλιτεύσεις των ίδιων των συμβάντων, πέρα από εξαγνιστικές αναμνησιολογίες. Τα ποιήματα, δεν διαθέτουν το αναμενόμενο νεανικό πάθος ζωής που ίσως θα περίμενε κανείς λόγω της νεότητας του συγγραφέα,  αντίθετα, εκφράζουν τα ίδια μια ωριμότητα ενός λόγου καθημερινού, μιας συνομιλίας μεταξύ φίλων, που δεν επικοινωνούν μέσω των κινητών τους, αλλά εξομολογούνται τα ουσιαστικά και τα καίρια της ζωής τους, μέσω μιας γλώσσας με χρωματισμούς οντολογικής συνάφειας. Χωρίς να έχουν όμως την σκοτεινότητα μιας φιλοσοφικής αναφοράς, αλλά, ούτε και την απλοϊκότητα της λαϊκής θυμοσοφίας. Οι κρήνες της ζωής, με ότι αυτές θετικό ή αρνητικό σε συναισθήματα εκχύνουν στην συνείδηση του ποιητή, ποτίζοντας με αμεσότητα καταλυτική και τις ποιητικές του μονάδες. Ο κόσμος μας-και ιδιαίτερα ο σύγχρονος και μεταμοντέρνος-έχει απομαγευτεί ανεπιστρεπτί δεν μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να επιστρέψει πίσω, στις ρίζες της ανθρωπολογικής του αθωότητας, αν υπήρξαν ποτέ τέτοιες ρίζες στην ιστορία της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους. Αυτό, το γνωρίζει καλά ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, όπως και οι σύγχρονοί μας νέοι και νέες, και φαίνεται ξεκάθαρα η αίσθηση αυτή μέσα στα ποιήματά του. Ο σύγχρονος δημιουργός και ιδιαίτερα ο ποιητής, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένας “lakist” των ημερών μας, οι συνθήκες έχουν αλλάξει τραγικά, η ιστορική διαδρομή του μοντέρνου ανθρώπου και του καλλιτέχνη επακόλουθα, ακολουθεί άλλους ατραπούς εκτόνωσης και βίωσης της καθημερινής αβίωτης κοινωνικής και οικονομικής μας πραγματικότητας. Η ζωή, δεν λαμποκοπά αχόρταγα, ίσως όπως λαμποκοπούσε την περίοδο που την αποτύπωνε με τον δικό του μαγευτικό και ξεχωριστό ποιητικό τρόπο, ο Οδυσσέας Ελύτης. Το γεγονός αυτό, το συνειδητοποιούν καθαρά οι σύγχρονοί μας νέοι δημιουργοί και ασφαλώς, οι ποιητές μας. Ο σύγχρονος ποιητικός λόγος, δεν εκφράζει παρά την τραγικότητα της ρήσης, αλλά και την σκέψη κάθε σκεπτόμενου προσώπου των καιρών μας, γκρεμίστε κάθε ελπιδοφόρα πρόθεσή σας για αθανασία. Τα ανθρώπινα όνειρα, δεν κατοικούν ούτε μέσα στις σύγχρονες συνειδήσεις των ανθρώπων ούτε μάλλον, σε μια ποιητική σύνθεση.
     Αυτό είναι το δικό μου ποιητικό σεργιάνι στην μεστή και ωραία ποίηση του νέου ποιητή από την Χιμάρα, κύριου Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Εύχομαι η δημοσιότητα με την οποία περιέβαλλαν τον ίδιο και το έργο του, να μην τον βλάψει. Οι αληθινοί δημιουργοί, αυτοί που εκφράζουν την μαρτυρία της ψυχής τους και του κόσμου γύρω τους, μένουν εν μέρει στο περιθώριο της δημοσιότητας. Αφήνουν το έργο τους να μιλήσει και να εκφράσει και την δική τους αλήθεια. Ή μήπως κάνω λάθος;                              

…ΚΑΙ ΠΑΜΕ
Γεννιόμαστε και πάμε.

Μας αφήνουν σ’ ένα καλαθάκι
στην πόρτα του κόσμου
και χάνονται πριν το λυκόφως τους διαλύσει.
Κανένας δεν ανοίγει,
η καταχνιά μας θρέφει μοναχά.

Μεγαλώνοντας,
πέφτουμε σαν νεκρά κύτταρα
από στήθος κοριτσιού
και παρασυρόμαστε απ’ τον άνεμο,
στοιβαζόμαστε σ’ αγκαλιές ζητιάνων
που παλεύουν για να ζεσταθούν.

Κάποτε σμίγουμε.
Τυχαία σκουντάμε τους ώμους μας
καθώς σκύβουμε ν’ αποφύγουμε τις σφαίρες.
Χωρίς να το καταλάβουμε
χαμογελάμε,
κι έπειτα αρχίζει ο χορός,
χορεύοντας γυρίζουμε τον κόσμο,
περιδεείς στην Πράγα και στο Εδιμβούργο,
παίζοντας με τα φώτα στο Παρίσι,
αλλόφρονες κι ηλιοκαμένοι στο Μεξικό,
πάντα χορεύοντας,
τραγουδώντας σε γλώσσες που ποτέ δεν μάθαμε,
βρέχοντας τα πόδια μας ο ένας στο σώμα του άλλου.

Και πάνω που αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε
πότε άλλαξα εγώ κορμί;
Χωρίζουμε.
Σκίζεται στα δύο το σώμα
πάνω στη διχάλα του μονοπατιού,
εξαργυρώνεται ο φόβος της απώλειας,
αυτή η φρικαλεότητα της αναμονής
για τη στιγμή που είχαμε κλείσει στην ντουλάπα.
Τώρα μας κατακαίει η απώλεια η ίδια.

Τινάζουμε την τέφρα απ’ τα μαλλιά,
τα ίχνη σβήνουνε απ’ το χιόνι
και πάμε.
Εγώ εδώ κι εσύ στο όχι εδώ,
τίποτα δεν ζήσαμε.
Κεφάλι δεν γυρνάμε,
μόνο πεθαίνουμε και πάμε,
πάμε
στου διαόλου την ευχή.
ΔΙΓΑΜΙΑ
Κάποιες φορές χαμογελώ και νιώθω άσχημα,
σαν να παραβιάζω της ύπαρξής μου κεκτημένα.
Τύψεις για κάποια θλίψη που ξεχάστηκε,
για ένα δάκρυ που χύθηκε και πάει χαράμι.

Δεν αναγνωρίζω τον άντρα στον καθρέφτη,
είμαι ένας ξένος που έτυχε να βρεθεί
σ’ αυτό το σώμα,
και βασανίζομαι για κείνον μου τον εαυτό
και άφησα μονάχο, που άφησα
να κείτεται κάτω απ’ τα συντρίμμια.

Κάποιες φορές ζω και νιώθω άσχημα,
σαν να διαπράττω μοιχεία έναντι της ποίησης.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΔΙΧΩΣ ΦΕΓΓΑΡΙ
Όσο θυμάσαι τον εαυτό σου
στον δρόμο περπατάς μια νύχτα,
στον άδειο δρόμο,
και πίσω κοιτάς, πάνω απ’ τον ώμο,
με φόβο μην πεταχτεί από κάνα σοκάκι
το άγνωστο
και πισώπλατα σε μαχαιρώσει.

Δεν θα σου ζητήσω να παραδοθείς,
ούτε θα θέσει το αιώνιο ψευτοδίλημμα
τα λεφτά ή τη ζωή σου,
γιατί ζωή δεν έχεις.

Μόνο τη λεπίδα θα καρφώσει στον σβέρκο σου
και θα χαθεί μες στο γνωστό σκοτάδι,
το άγνωστο,
αφήνοντάς σε χωρίς σκιά
να κείτεσαι μόνος πάνω στην άσφαλτο.

Μα κι αυτό ένας φόβος είναι μονάχα,
κι όπως κάθε άλλη σου επιθυμία
δεν πραγματοποιείται.
Κι έτσι συνεχίζεις
παίζοντας στα χέρια σου δυο φεγγάρια,
ένα σε κάθε τσέπη,
να περπατάς μέσα στην ίδια πάντα νύχτα,
περιμένοντας.
Η ΕΞΑΡΓΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ
Διαλέξαμε τον δύσκολο δρόμο,
ξυπόλητο περπάτημα γραμμή πάνω στη λάμα.
Διαλέξαμε, ποιος διάλεξε;
Έτσι μας έριξαν στον λάκκο εμάς τους λίγους,
γυμνούς,
πάρε κόσμε να ‘χεις,
αλλά όχι, εμείς εκεί, διαλέξαμε,
και μετράμε ο ένας τις πληγές
στην πλάτη του άλλου
και χαράζουμε ο ένας γραμμές
στο στήθος του άλλου,
για να μετράμε και τα βογκητά
αυτού του καραβανιού των φαντασμάτων.

Μόνη μας παρηγοριά το αύριο
που, λέει, θα βγάλουμε κόκαλα κι αγάπες,
θα φυτρώσουμε λουλούδια στο στόμα.
Μα όχι, μην τους κοιτάτε που κάνουν έρωτα
στην άλλη πλευρά του ποταμού,
μην κοιτάτε τα σύννεφα που βάφονται
κόκκινα απ’ τη λαγνεία,
και το χρυσάφι στις πατούσες τους.

Αυτοί είναι οι πολλοί,
δεν ξέρουν,
έτσι σας φαίνεται εσάς,
στρεβλώνει η εικόνα απ’ το κλάμα
κι ο πόνος τούτος δεν συγχωρεί,
σκοτώνει.
Αυτοί μόνο το χώμα ξέρουν να μασούν,
να γλείφουν τα κόκαλα των πεθαμένων.
Εμείς, το βλέμμα μας στα αγκάθια.

Και να θυμάστε:
θα τους βλέπουμε αύριο και θα γελάμε,
θα τους βλέπουμε,
αν μας έχουν μείνει ακόμα μάτια.
ΕΙΔΟΠΟΙΗΤΗΡΙΟ ΘΑΝΑΤΟΥ
Περπατούσα κι είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν το χαρτί.

«Τον αγαπητό μας εχθρό
κι  αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν,
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής,
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνου».

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Έναν μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί,
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται δω πέρα ξένοι.
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Είμαστε όλοι μας παιδιά του χρόνου.
Αυτός μας θρέφει,
αυτός μας σκεπάζει με σύννεφα το βράδυ,
σ’ αυτόν λέμε τα μυστικά,
τα όνειρά μας,
και μας φιλά στο μέτωπο, χαμογελά,
λέει:
όλα θα γίνουν, θα σας γεμίσω δώρα,
θα σας πάρω αγάπες και φωτιές,
ύστερα μας φορτώνει στους ώμους του
και τρέχει για τον ήλιο.

Κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι,
μέσα στην αγκαλιά, πάνω στο στήθος του
γελάμε.
Ξεχνάμε
πως ο χρόνος τρώει τα παιδιά του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 21 του Γενάρη του 2017
ΥΓ. Διαβάστε τα κείμενα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, εορτάζει σήμερα, μην αφήνετε αυτά τα θεσπέσια κείμενα της βυζαντινής και εκκλησιαστικής γραμματείας, στα χέρια μόνο των δημόσιων υπαλλήλων ιερέων και των άγευστων της ποίησης ιεροκηρύκων. Αξίζουν καλύτερη τύχη.