Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Μιά συνομιλία της Φωτεινής Πιπιλή με την Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ

 

Μια συνομιλία της Φωτεινής Πιπιλή με την Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ

Περιοδικό ΧΙΟS BANK τχ.3/6,1993, σ.20-22

Η ΜΟΝΗ ΝΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

            Ιδιαίτερη επίκαιρη και ενδιαφέρουσα η συνέντευξη με την Πρύτανη των Πανεπιστημίων της Γαλλίας και Πρόεδρο του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού κ. Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ. Και αυτή τη φορά η ίδια η κ. Αρβελέρ δεν συγκράτησε την έκπληξή της αλλά και τη χαρά της, όταν την ενημέρωσα για το θέμα που θα συζητούσαμε. «Α, επιτέλους κάποιοι ενδιαφέρονται για το Βυζάντιο, για την «Ορθοδοξία», αναφώνησε. Και δεν ήταν καθόλου τυχαία η επιλογή του θέματος, ούτε ήταν απαραίτητη λόγω της αρχικής ιδιότητας της διακεκριμένης Ελληνίδας, αυτής της Βυζαντινολόγου. Γιατί δεν αρκεί να επισείουμε στην καθημερινότητά μας- χρησιμοποιώντας τες ως ατράνταχτα εθνικά επιχειρήματα-τις ιστορικές μας αξίες, εάν δεν τις γνωρίζουμε πρώτοι εμείς οι ίδιοι.

Φ.Π. Την τελευταία περίοδο υπάρχει στη χώρα μας μια τάση επιστροφής στην Ορθοδοξία, στις αξίες της, παρ’ ότι διανύσαμε μια πολύ μεγάλη περίοδο κατά την οποία, όποιος πίστευε στη θρησκεία και γενικότερα στις αξίες, όπως η Σημαία, η Πατρίδα κατηγορούνταν από πολλούς εκφραστές συγκεκριμένων πολιτικών χώρων ως «οπισθοδρομικός», «φασίστας», «συντηρητικός»…

Ε.Γ.Α. «Ναι, πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο, μόνο που κατά τη γνώμη μου δεν είναι επιστροφή στην Ορθοδοξία. Νομίζω πώς είναι επιστροφή σε μία οργανική, διαχρονική συνέχεια της ελληνικής ιστορίας. Έως τώρα, όλη μας η ιστορία, από την απελευθέρωση του 1821 και πέρα, στράφηκε γύρω από τον αρχαίο κόσμο. Όλοι οι Ρωμιοί ξέρουν τι θα πει Αρχαία Ελλάδα, ποιός ήταν ο Περικλής, ποιός ο Αριστείδης, ενώ κάναμε ένα μεγάλο πήδο- το χιλιόχρονο Βυζάντιο- στο οποίο δε σταθήκαμε καθόλου αν και είναι η οργανική μας βάση και η θεμελίωση της σύγχρονης πορείας μας. Και τι είναι «Βυζάντιο»; Βυζάντιο είναι ακριβώς: Ορθοδοξία και Γλώσσα ελληνική, όπως αυτή εξελίχτηκε στο χρόνο. Βυζάντιο είναι το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» που ακούμε και σήμερα με κατάνυξη.

Καθώς βρεθήκαμε αυτή τη στιγμή με τα προβλήματα του βαλκανικού χώρου, τα οποία μας βάζουν αντιμέτωπους, αλλά και παράλληλους, με ανθρώπους που έχουν τις ίδιες καταβολές μ’ εμάς ως προς την Ορθοδοξία αλλά και ως προς το χώρο όπου οι ίδιοι κάποτε ανήκαν, το αυτοκρατορικό Βυζάντιο, άρχισε η προσπάθεια προσέγγισης σ’ εκείνη την περίοδο. Και κατά κάποιο τρόπο, σχεδόν ασυνείδητα, γυρίσαμε προς αυτή την πτυχή της ιστορίας μας, την ίδια που είχαμε βάλει σε παρένθεση και προσπαθούμε να εξαγνιστούμε. Και αυτό γίνεται για μεν τους γραμματισμένους, μέσα από βιβλία, για δε τον απλό κόσμο μέσα από τη ζωντανή παρουσία του Βυζαντίου, την Ορθοδοξία. Γι’ αυτό και πρέπει να μιλάμε για την ανακάλυψη από τους συγχρόνους της Ορθοδοξίας και όχι του Θεού. Πιστεύω πώς δεν βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο του μυστικισμού ή σ’ ένα θεοκρατικό φανατισμό, όπως συμβαίνει στις ισλαμικές χώρες. Βρισκόμαστε μπροστά στην ανάγκη να συνδέσουμε οργανικά την Ιστορία μας με όλο της το παρελθόν και όχι μόνο με μια πτυχή της. Και το παρελθόν το βυζαντινό, που είναι και χιλιόχρονο, γίνεται για τον καθένα μας μέσα από την παρουσία της ορθοδοξίας».

Φ.Π. -Συμφωνώ μαζί σας πως για την πλειοψηφία των Ελλήνων, ακόμα και των σημερινών μαθητών η βυζαντινή περίοδος είναι άγνωστη, αδιάφορη. Ποιες όμως είναι για σας, την παγκοσμίως γνωστή Βυζαντινολόγο, οι αξίες-αν υπήρχαν-του βυζαντινού πολιτισμού και ποιες από αυτές τις αξίες έχουν εξαφανιστεί, ποιες διαιωνίζονται;

Ε.Γ.Α. «Εγώ θα πρόσθετα πώς όχι μόνο είναι άγνωστο το Βυζάντιο, είναι και παρεξηγημένο. Και όχι μόνο εδώ, αλλά και έξω. Συχνά διαβάζοντας-κυρίως σε πολιτικά θέματα- αναφορές σε σκάνδαλα και άλλες καταστάσεις…»

Φ.Π.- Να αναφέρονται στις… βυζαντινές ραδιουργίες.

Ε.Γ.Α. «Ναι, «βυζαντινές ραδιουργίες», «βυζαντινές ίντριγκες», «βυζαντινές συνωμοσίες». Αυτή τη σύγκριση χρησιμοποιούν κάθε φορά που θέλουν να αναφερθούν σε σκοταδιστικές πολιτικές ενέργειες. Κατ’ αρχήν πρέπει να τονίσουμε πώς ουδέποτε οι Βυζαντινοί ονόμασαν τους εαυτούς τους Βυζαντινούς, και αυτός ο χαρακτηρισμός είναι εφεύρεση των Δυτικοευρωπαίων, των Καθολικών οι οποίοι δεν ήθελαν ν’ αφήσουν στους σχηματικούς Ορθοδόξους της Πόλης τους ευγενείς όρους Ρώμη και Ρωμαϊκό Κράτος, του Ρωμαίου κ.λπ. Και εμείς, αντί να σταθούμε σ’ αυτό που πραγματικά είμαστε, Ρωμιοί και Ρωμιοσύνη- γιατί ο καθένας μας λέει πώς είναι Ρωμιός- πήραμε το χαρακτηρισμό του Βυζαντινού που μας λανσάρισαν οι Ευρωπαίοι, ακριβώς για να μας απομακρύνουν από τη μεγαλειώδη αυτή ιστορία και πέσαμε στην ονοματολογική παγίδα. Λοιπόν όλα αυτά πρέπει να τα προσέξουμε, γιατί αυτό ήταν που, υποσυνείδητα ίσως, μας απομάκρυνε, νέους, γέρους, μορφωμένους, λαϊκούς από το βυζαντινό κατόρθωμα. Ποιο είναι το βυζαντινό κατόρθωμα; Πρώτα πρώτα, θα έλεγα πώς ήταν ένα είδος έμπρακτου ανθρωπισμού. Μην ξεχνάμε πως ήταν οι Βυζαντινοί που κατάργησαν επισήμως τη σκλαβιά. Όταν στη Δύση έχουμε ακόμα την Ιερά Εξέταση- το 12 αι.- όταν έχουμε όλες αυτές τις κακουργίες εναντίον της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου, οι Βυζαντινοί καταργούν τη σκλαβιά και θεσμοθετούν νόμους οι οποίοι ορίζουν πως «απαγορεύεται δια βασάνων εξετάζεσθε…». Δηλαδή θεσμοθετούν την απαγόρευση της διά βασανιστηρίων ανάκρισης. Οι Βυζαντινοί ήταν εκείνοι που ανήγαγαν τη φιλανθρωπία ως την ανώτατη αυτοκρατορική αρετή. Και όταν ο Αυτοκράτορας λέει ότι είναι φιλάνθρωπος και εξασκεί φιλανθρωπία, θέλει να είναι ο μηνυτής του Θεού. Γιατί κατά το βυζαντινό νόμο-ή μάλλον κατά την παράδοση- ο Αυτοκράτορας είναι ο τοποτηρητής του Θεού, του μοναδικού Θεού. Οπότε η φιλανθρωπία είναι η βασικότατη αρετή του κράτους. Δεν είναι, απλώς, μια ατομική αρετή, γι’ αυτό και έχουμε τόσα ευαγή ιδρύματα, τόσα ορφανοτροφεία. Και οι πολίτες του κράτους απολαμβάνουν τη μέριμνα του κράτους, της αυτοκρατορίας. Απόδειξη ότι ένα από τα σύμβολα του αυτοκράτορα είναι η ακακία. Η ακακία ήταν ένα κουτί που είχε ο αυτοκράτορας και έδειχνε ακριβώς ότι όλα περνούν σ’ αυτή τη ζωή, πώς όλα είναι ματαιότητα, και ότι το ουσιώδες είναι να σταθείς στην πραγματική αρετή. Μιά άλλη αξία του Βυζαντίου είναι αυτή που την ονομάζω η πατρική εικόνα. Μην ξεχνάτε πως ο Χριστιανισμός αρχίζει με την ηθική των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Αυτοκράτορας θεωρείται πατήρ των υπηκόων αλλά και πατήρ των μοναρχών του κόσμου, επειδή είναι ο μόνος ο οποίος αντιπροσωπεύει την Αυτοκρατορία που πρώτη πίστεψε στο Δεσπότη Χριστό και γι’ αυτό «ουκ ηττηθήσετε ανά τους αιώνες». Πατρική εικόνα ο Αυτοκράτορας, πατρική εικόνα ο κάθε ανώτατος υπάλληλος. Αυτού του είδους η οικογενειακή σχέση κυβερνώντων και κυβερνουμένων δημιουργεί ένα είδος αλληλεγγύης το οποίο δημιουργεί, από τη μια μεριά τον έμπρακτο ανθρωπισμό και από την άλλη μια ιεραρχία, μια πυραμίδα που είναι αναγνωρίσιμη από όλους. Το Βυζάντιο είναι μια αξιοκρατική κοινωνία όπου ο καθένας μπορεί να περάσει από τη μια τάξη στην άλλη. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν τάξεις ευγενείας…»

Φ.Π.-Δεν υπάρχουν τίτλοι;

Ε.Γ.Α. «Ακριβώς και είναι βασικότατο αυτό…»

Φ.Π. –Θυμάμαι πόσο εντύπωση μου είχε κάνει, όταν φοιτήτρια είχα πρωτοδιαβάσει το βιβλίο του Ράνσιμαν «Βυζαντινός Πολιτισμός» (σ.σ. ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν είναι ιστορικός παγκοσμίου κύρους και το έργο του για το Βυζάντιο πρωτοεκδόθηκε το 1933!), ο οποίος σημείωνε πως σ’ ένα θρησκευτικό κράτος όπως το Βυζάντιο, εν αντιθέσει με τον καθολικισμό, δεν υπήρχε η εξουσία της θρησκείας που βασάνιζε, που δίκαζε που θανάτωνε στην πυρά…

Ε.Γ.Α. «Ναι, αλλά δεν είναι αυτή η διαφορά μεταξύ της Ορθοδοξίας και του Καθολικισμού. Η Ιερά Εξέταση αποδεικνύει την παρουσία της Καθολικής Εκκλησίας στα εγκόσμια. Αντιθέτως η Ορθοδοξία αρνήθηκε να μπει στα εγκόσμια. Γι’ αυτό και ήταν τελείως διαφορετική η εξέλιξή της».

Φ.Π. –Είπατε- και συμφωνώ ως ένα βαθμό- πώς το Βυζάντιο είναι μια πολύ παρεξηγημένη ιστορική περίοδος που γεννά συνειρμούς κάθε άλλο παρά κολακευτικούς. Μην ξεχνάμε όμως τη σωρεία δολοφονιών, εγκλημάτων, δολοπλοκιών που όντως έγιναν στις αυτοκρατορικές αυλές.

Ε.Γ.Α. «Το Βυζάντιο παρεξηγήθηκε από τη στιγμή που το συνέκριναν με τον αρχαίο κόσμο. Οπότε, εάν έχεις το αρχαιοελληνικό κατόρθωμα, με την Παιδεία, τη Φιλοσοφία, όταν έχεις τον ελληνικό ορθολογισμό που επιτρέπει να ρωτάς και να σε ρωτούν, πριν να πιστεύεις, όταν φτάνεις σε μια περίοδο όπου η αλήθεια είναι αποκαλυπτική και όχι κριτική, ε, βεβαίως βρίσκεσαι σε μια περίπτωση που δε θα λέγαμε πως είναι από τις καλύτερες».

Φ.Π.- Είπατε έως τώρα πώς οι βασικές αξίες του Βυζαντίου ήταν η πυραμίδα, η ιεραρχία και η φιλανθρωπία.

Ε.Γ.Α. «Αυτά είναι ο έμπρακτος ανθρωπισμός που διέκρινε το Βυζάντιο».

Φ.Π.-Ποιες είναι οι άλλες μεγάλες αξίες του Βυζαντίου;

Ε.Γ.Α. «Οι πιο υψηλές αξίες του Βυζαντίου είναι ακριβώς η άμυνα απέναντι στην Ασία, το ασιατικό πνεύμα. Ένα βάρος που το Βυζάντιο το σήκωσε μόνο του. Ήδη από τον 7ο αιώνα ο Ηράκλειος βαδίζει εναντίον των Περσών και βρίσκει το σταυρό, τον αληθινό σταυρό που φέρνει στην Κωνσταντινούπολη. Όταν αρχίζουν να φτάνουν οι Τούρκοι στο Βυζάντιο, όχι μόνο οι Σελτζούκοι αλλά και οι Οθωμανοί, ποιά είναι τα επίθετα που τους δίνουν οι Βυζαντινοί; Πέρσες και Αχαιμινίδες τους αποκαλούν επειδή έχουν τη συνείδηση πως συνεχίζουν τον προαιώνιο ελληνικό αγώνα ενάντια της Ασίας. Και όλη η πνευματική αντίσταση εναντίον του Ισλάμ, όλη η πρακτική αντίσταση εναντίον του Ισλάμ, γίνεται χάρη στο Βυζάντιο. Όταν στα 717 μ.Χ. τα αραβικά στρατεύματα και ο στόλος σταμάτησαν μπροστά στην Πόλη, σταμάτησαν και την προέλασή τους στην Ευρώπη, μολονότι είχαν φτάσει, από άλλη δίοδο, στην Ισπανία, όπου οι Δυτικοί ήταν ακόμα αδύναμοι, ανοργάνωτοι για τη χριστιανική τους αντίσταση και είχαν υποχωρήσει στον αραβικό κίνδυνο. Οπότε όλη η αντίσταση του ευρωπαϊκού, του ελληνικού πνεύματος της Ορθότητας-δηλαδή να είσαι ορθός και όρθιος όπως λέω- της Ορθοδοξίας, της ορθής σκέψης και της ορθής δόξας, όλη αυτή η αντίσταση ήταν ακόμα καθημερινό βυζαντινό μάθημα. Και αυτό ακριβώς το καθημερινό μάθημα τους έκανε και διασώσανε κείμενα και πράγματα που δεν ήταν σύμφωνα με το Χριστιανισμό.  Ούτε καν προϊόντα του Χριστιανισμού. Εννοώ την αρχαία γραμματεία, με τις αντιγραφές μέσα στα μοναστήρια, με τις αντιγραφές μέσα στα αυτοκρατορικά εργαστήρια. Κι έτσι διασώθηκε όλη η φιλοσοφία, η φιλολογία, όλη η σκέψη η αρχαιοελληνική. Μέσω της βυζαντινής μέριμνας. Και από την άλλη, μην ξεχνάμε πως υπάρχει ένας μεγάλος βυζαντινός πολιτισμός…. Η βυζαντινή τέχνη, ακριβώς, είναι η τέχνη που δέχτηκαν τις επιρροές της οι σουρεαλιστές. Ενώ αρνήθηκαν την αρχαιοελληνική τέχνη. Και γιατί; Γιατί αντί να αντιγράψει το σωσία ή το πράγμα σαν να ήταν μια φυσική φωτογραφία- ανύπαρκτη εκείνη την εποχή-περιγράφει συναισθήματα και πράγματα που δεν μπορεί να δει το γυμνό μάτι».

Φ.Π. –Μέσα στο πλέγμα των παρεξηγήσεων για τον κόσμο του Βυζαντίου, εντάσσονται και οι  γυναίκες του..

Ε.Γ.Α. «Κι εδώ το Βυζάντιο ξεχωρίζει, γιατί αν υπάρχει μια αυτοκρατορία που ονόμασε γυναίκα Αυτοκράτορα –Βασιλέα και όχι βασίλισσα, αυτό ήταν το Βυζάντιο. Όπως ίσως ξέρετε τα νομίσματα της Ειρήνης της Αθηναίας δεν αναγράφουν «Βασιλίσσης Ειρήνης», αλλά Ειρήνη Βασιλεύς. Η γυναίκα εξομοιώθηκε ως προς το ανώτατο αξίωμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πήρε τα κοινωνικά αξιώματα σε μεγάλο βαθμό. Αλλά μέσα στα βυζαντινά δεδομένα- κρατικά και άλλα θεσμικά- δεν υπάρχει τίποτα εναντίον των γυναικών, αν και συνεχίζεται και εκείνες τις μέρες η αρχαιοελληνική, η ρωμαϊκή νομοθεσία σχετικά με τις διαθήκες, την εξάσκηση επαγγελμάτων κ.λπ., γιατί βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο που είναι ακριβώς η συνέχεια του αρχαιοελληνικού. Η διάλεξη που έδωσα στο Μέγαρο Μουσικής είχε θέμα; «Η Ελένη ο αντινάρκισσος», γιατί όλες οι γυναίκες στην αρχαιότητα ήταν το εργαλείο και ποτέ μια προσωπικότητα. Ο Νάρκισσος, ο ωραίος παις, αντίθετα με την Ελένη, ήταν μια προσωπικότητα. Αποφασίζει τι θα κάνει και δεν αποφασίζουν οι άλλοι γι’ αυτόν».

Φ.Π. –Από τις γυναίκες αυτοκράτειρες του Βυζαντίου, ποια κατά τη γνώμη σας ήταν όντως προσωπικότητα;

Ε.Γ.Α. «Εγώ δεν πιστεύω στις προσωπικότητες της ιστορίας. Πιστεύω πώς υπάρχουν ιστορικές στιγμές, όπου ο καθένας είναι έτοιμος σύμφωνα με τα δεδομένα και με τον κύκλο που έχει, για να μπορέσει να αντιδράσει. Γιατί όλοι μπορούν να μιλήσουν για τη Θεοδώρα, να μιλήσουν για τη Θεοφανώ, επειδή είτε με την ομορφιά τους, είτε με την επιρροή τους επηρέασαν μεγάλους αυτοκράτορες, εγώ όμως προτιμώ να μιλήσω για τη Ζωή την Πορφυρογέννητη, η οποία φτιάχνοντας τα αρώματά της διοικούσε το Βυζάντιο μέσω των εραστών και των συζύγων της. Η Άννα η Κομνηνή δεν έγινε ποτέ αυτοκράτειρα, είναι όμως μία από τις πιο συγκινητικές πνευματικές μορφές του Βυζαντίου. Και σηματοδοτεί το πέρασμα από τη «Μεσαιωνική Εποχή»- σε εισαγωγικά γιατί δεν θα έλεγα ποτέ Μεσαιωνική για το Βυζάντιο-το πέρασμα από τους Μέσους Χρόνους προς μια νεότερη συγκινησιακή μορφή. Φτάνει να θυμηθούμε πώς αρχίζει την «Αλεξιάδα».

Ένα ακόμα αεροπλάνο περίμενε την κ. Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, για να συνεχίσει το καθημερινό της πρόγραμμα. Με τη βιασύνη που την χαρακτηρίζει κι ένα άγχος που μάλλον έχει να κάνει με την ίδια τη δυναμική προσωπικότητά της και όχι με την πιθανότητα να χάσει την πτήση, με αποχαιρέτησε.

Γνώριζε και κείνη πώς ρίξαμε απλώς μια σύντομη ματιά- αλλά προσδιοριστική για τη συνέχεια του καθένα μας, εάν ενδιαφέρεται για τις πηγές της στο άγνωστο Βυζάντιο.

Και ο αποχαιρετισμός συνοψίστηκε στη φράση: «Πρέπει να πάψουμε εμείς οι Έλληνες να ντρεπόμαστε, γιατί η μόνη ντροπή είναι να μην ξέρουμε το Βυζάντιο…».

          ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΙΠΙΛΗ, περ. ΧΙΟS BANK τχ. 3/6, 1993.

Πληροφοριακά

   Στην ελληνική γη αναπαύεται από εχθές η αεικίνητη πάντα σπουδαία ελληνίδα Βυζαντινολόγος. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στην Μητρόπολη Αθηνών- ενώ η σορός της είχε τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Πλήθος κόσμου και η πολιτική και η πνευματική ηγεσία της χώρας την συνόδευσε και την αποχαιρέτησε, μαζί με την οικογένειά της στο αιώνιο τελευταίο ταξίδι της. Ο χρόνος της επίγειας σωματικής της βιολογίας τερματίστηκε στα 99 της χρόνια. Έζησε και έφυγε τιμημένη και δοξασμένη, αφήνοντας πίσω της τα αυτοβιογραφικά της βιβλία, τις βυζαντινές της μελέτες, τα χιλιάδες δημοσιεύματά της, την αρθρογραφία της. Τους φοιτητές και «ακολούθους της» που γέμιζαν τις αίθουσες και τα αμφιθέατρα για να ακούσουν τις διδασκαλίες της να παρακολουθήσουν τις διαλέξεις και τις ομιλίες. Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα ασχολούμενα το τελευταίο διάστημα και διαβάζοντας ο υποφαινόμενος τις μελέτες του Πλατωνιστή καθηγητή της Φιλοσοφίας Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, κάνοντας μία μικρή στάση, μετά τα έκτακτα γεγονότα των ημερών (Θάνατος της Ε. Γ. Αρβελέρ, Θάνατος του πειραιώτη Ιστορικού της Τέχνης και τεχνοκριτικού Μανόλη Βλάχου, εύρεση Φωτογραφιών των Ελλήνων Αγωνιστών των 200 δολοφονημένων από τα Γερμανικά Στρατεύματα Κατοχής στην Καισαριανή), αναρτήσαμε ένα πρώτο σημείωμα, για την σπουδαία Βυζαντινολόγο μιλώντας εν τάχει για την ποίησή της. Γιατί, η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, δεν ήταν μόνο μία παγκοσμίως αναγνωρισμένη Ελληνίδα Ιστορικός η οποία μιλούσε συνεχώς για την Συνέχεια του Ελληνισμού, της Ελληνικής Γλώσσας, την Φιλοσοφική και Οντολογική παράδοση και Παιδεία των Εθνικών Ελλήνων Κόσμο, έφτανε με τις ιστορικές της αναλύσεις και έρευνες μέχρι τις ταραγμένες ημέρες μας, της τρίτης του ανθρώπου χιλιετίας του 21ου αιώνα. Αφιερώνοντας φυσικά το κυριότερο και μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της ζωής της, των ερευνών και της αγάπης της, των επαγγελματικών της καθηγητικών υποχρεώσεων στο Βυζάντιο, την Βυζαντινή Ιστορία και Πολιτισμό που υπήρξε η μεγάλη αδυναμία της και δίδαξε για χρόνια. Επιχειρηματολογώντας πάντα με την σημαντική επιστημονική της επάρκεια, τα ιστορικά της εφόδια, την ερευνητική της σπουδή και σταθερό λόγο, υπέρ της προσφοράς και του αυτοκρατορικού μεγαλείου της χιλιόχρονης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως Συνέχεια του Ελληνισμού και της διάδοσης του Ελληνικού Πνεύματος στα πέρατα της Οικουμένης διαχρονικά. Ο λόγος της στεντόρειος, το πάθος της για το Βυζάντιο μεγάλο, η φωνή της πολλές φορές ακούγονταν υπερβολική, ο τόνος της οξύς, καίριος, σαφής, δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση, κρυστάλλινη η σκέψη και ο στοχασμός της όταν μιλούσε- μας μιλούσε για το Βυζάντιο. Δεν μπορώ να γνωρίζω πώς θα ακούγονταν και θα υποδέχονταν τα επιστημονικά της ιστορικά συμπεράσματα και θέσεις για το «αμαρτωλό» Βυζάντιο οι προηγούμενες γενιές των Ελλήνων Βυζαντινολόγων, όπως ο Διονύσιος Ζακυθηνός, ο Βασίλειος Τατάκης, ο Φαίδων Κουκουλές, ο Νικόλαος Τωμαδάκης και άλλοι των προηγούμενων γενεών. Το βέβαιο πάντως είναι ότι η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ διέπρεψε στο εξωτερικό- στην Γαλλία όπου εκπαιδευτικά και επαγγελματικά σταδιοδρόμησε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος του βίου της και αναγνωρίστηκε από την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα και τον πνευματικό κόσμο της Ελλάδας και παγκοσμίως. Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ ως Βυζαντινολόγος όπως και άλλοι, πχ. ο φιλόσοφος και στοχαστής Χρήστος Γιανναράς, ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος, ο πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός ως ιστορικός καθηγητής, ο Ιστορικός Νίκος Σβορώνος υπήρξαν κατά κάποιον τρόπο, τις δεκαετίες μετά την μεταπολίτευση, το αντίπαλο «στρατόπεδο» από την ομάδα και τους πνευματικούς και των γραμματιζούμενων κύκλων των Αρχαιοελληνιστών. Εκείνης δηλαδή της μερίδας των Νεοελλήνων που πρέσβευαν και όμνυαν μόνο στον Αρχαίο των Εθνικών Ελλήνων Κόσμο και θεώρηση ζωής και πολιτιστική παράδοση που η άλλη πλευρά ονόμαζε «Παγανιστική». Ενώ οι Αρχαιολάτρες τους αποκαλούσαν συλλήβδην «Νεορθόδοξους». Όροι θρησκευτικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων που καθιερώθηκαν και «επιβλήθηκαν» στην δημοσιογραφική αρθρογραφία της εποχής στην κειμενογραφία και σε βιβλία που κυκλοφόρησαν. Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ μαχόμενη και αγωνίστρια πάντα, γυναικεία παρουσία ασυμβίβαστη, δυναμική και αρκετά επικοινωνιακή στάθηκε όρθια στις επάλξεις των Βυζαντινών Καστρόπυργων και υπερασπίστηκε με πυρετώδη θέληση το Βυζαντινό Αυτοκρατορικό Χριστιανικό- Ορθόδοξο Μεγαλείο ως αδιάρρηκτη ενότητα και συνέχεια του Αρχαίου Ελληνισμού της Ιστορικής και Πολιτιστικής παράδοσης των Εθνικών Ελλήνων, πριν την έλευση των Χριστιανών. Για όσους και όσες είχαν παρακολουθήσει Ομιλίες και Διαλέξεις της, διαβάσει τις μελέτες και τα βιβλία της την προσομοίαζαν με την πεισματική θέληση του μικρασιάτη μυθιστοριογράφου και αγιογράφου κυρ Φώτη Κόντογλου, του ακραίου στις θέσεις του αξιόλογου συγγραφέα και πιστού της πίστης του. Γι’ αυτό και ο λόγος της Αρβελέρ προκαλούσε ορισμένες φορές αντιδράσεις είτε στις ομιλίες της, είτε στις συνεντεύξεις της σε διάφορα έντυπα ή τηλεοπτικές εκπομπές. Αλλά ήταν τέτοιο το εύρος των γνώσεών της πάνω στην Ιστορία, σε Ιστορικά ζητήματα και πτυχές του Βίου των Βυζαντινών που δεν γίνονταν να μην αποδεχτείς το μεγαλύτερο μέρος των συμπερασμάτων της. Η Αρβελέρ προσπάθησε να σπάσει ερευνητικά και της σκέψης στεγανά, να μας κάνει να αναρωτηθούμε για τις δικές μας επιλογές και θέσεις. Την θέση της Ελλάδας και του Ελληνισμού στον σημερινό σκοτεινό κόσμο μας, που δεν γνωρίζουμε ποιος αποφασίζει τι και πότε. Οι απόψεις της για το Αιγαίο και το Μακεδονικό ζήτημα προκάλεσαν αντιδράσεις, και αναμοχλεύσεων διαμάχες, υποστηρικτών της και αρνητών της. Γράφτηκαν πολλά και δημοσιεύτηκαν άλλα τόσα εκατέρωθεν των ερμηνευτικών θέσεων. Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ όπως και ορισμένοι άλλοι Έλληνες Ιστορικοί δεν κατάλαβαν- έστω εγκαίρως- ότι εκπαιδευτικές, πολιτιστικές και πολιτικές αγκυλώσεις αιώνων δεν σβήνονται εν μία νυχτί, με μία κυβερνητική απόφαση, με ένα φιλοσοφικό ή ιστορικό μανιφέστο, με μία συνέντευξη επί των ιστορικών δικαίων του Ελληνισμού και της κληρονομιάς του-μας. Εκείνο που συνειδητοποίησε μάλλον εγκαίρως ήταν, ότι σαν καθηγήτρια Βυζαντινολόγος, σαν δασκάλα Ιστορικός μπροστά στο ακροατήριό της όταν στέκονταν και συνομιλούσε, συνδιαλέγονταν δεν γίνονταν να αναφερθεί σε ορισμένα κρίσιμα σημεία και αποφάσεις ιστορικών προσώπων και γεγονότων, όταν μάλιστα, οι αποφάσεις αυτές και τα όσα συνέβησαν στο παρελθόν της πρόσφατης ή της απώτατης Ελληνικής Ιστορίας μας και διαδρομής της κοινής μας παράδοσης έχουν τυλιχθεί εδώ και αιώνες στον Μύθο και από έναν δημιουργικό Θρύλο στις συνειδήσεις των Ελλήνων και Ελληνίδων, δηλαδή του συνόλου-σαν σώμα- του Ελληνικού Λαού. Το ιστορικό αναμφισβήτητο γεγονός υποχωρεί μπροστά στο μυθικό ερμηνευτικό του αποτύπωμα και περιγραφή. Ο Μύθος υπερισχύει της Ιστορικής Αλήθειας, όπως και η Επιστημονική εξήγηση απορρίπτεται από τις συνειδήσεις των λαϊκών ανθρώπων από την παρηγορητική παραμυθία της αποκαλυπτικής μεταφυσικής σωτηριολογίας της Θρησκείας ή των διαφόρων Εκκλησιών και των δογμάτων τους. Αυτό το κατανόησε η πανέξυπνη Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, ένα ευφυές γυναικείο πνεύμα και τα ανέφερε σε συνεντεύξεις της αλλά κυρίως, το κρυστάλλωσε και το οργάνωσε μέσα στον ποιητικό της λόγο. Και στις τρείς προηγούμενες ποιητικές της συλλογές-τις οποίες αναφέραμε στο πριν δύο ημερών σημείωμά μας-οι οποίες αποτελούν ένα ενιαίο όλο ιστορικής αντίληψης και θεώρησης της Ελληνικής αλλά και της Παγκόσμιας Ιστορίας βλέπουμε την ποιήτρια Αρβελέρ, να δίνει απαντήσεις, να θέτει ερωτήματα, να σχολιάζει αρνητικά, να αναδεικνύει διλήμματα, να κρατά τα στοιχεία του ειρωνικού και σατιρικού ύφους, αναφερόμενη σε μεταιχμιακές στιγμές της Βυζαντινής Ιστορίας και αποφάσεων όχι μόνο Αυτοκρατόρων αλλά και των Θρησκευτικών Ιερών Συμβόλων της Χριστιανικής Ορθόδοξης Σκηνογραφίας της Σωτηριολογίας της. Διαβάζοντας τα Ποιήματά της ως Ποιήματα Ιστορίας, της Ιστορίας φωτισμένης από διάφορες γωνίες λήψεις από την επίσημη, συναντάμε ακόμα και την αρχαιοελληνική θρησκευτική θεώρηση της Ομηρικής Κοινωνίας όπου ο πατέρας των Θεών και των Ανθρώπων ο Νεφεληγερέτης Ζευς δεν μπορεί να επέμβει μέσα στην Ιστορία και να ανατρέψει αποφάσεις της κοινής Μοίρας και να σώσει από τον βέβαιο θάνατο τον Υιό του, το ίδιο έχουμε και στον Χριστιανικό Κόσμο, η Αρβελέρ καταθέτει την απορία της για την μη σωτήρια επέμβαση της Παναγίας στην διάσωση της Πόλης και σε άλλες ιστορικές κρίσιμες στιγμές. Και εδώ- παρενθετικά να σημειώσουμε τις εικόνες που βλέπουμε σε κινηματογραφικά ντοκιμαντέρ της εποχής της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922, Έλληνες Μικρασιάτες εξαθλιωμένους και βασανισμένους ανθρώπους, διωγμένους από τις πατρογονικές τους εστίες, να παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς και της ξενητειάς, με μόνο τα παλαιά τους ρούχα και ένα ιερό εικόνισμα στο χέρι. Το οξύμωρο της ιστορικής πραγματικότητας με την μεταφυσική ανυπαρξία μιάς ανώτατης προστατευτικής δύναμης η οποία παραμένει απαθής, αδιάφορη και αρκετές φορές επιλεκτικά εχθρική απέναντι και στους πιστούς ακολούθους της. Ο Μύθος συνήθως υπερισχύει της Ιστορικής Αλήθειας και Μαρτυρίας. Ό,τι λοιπόν δεν μπορούσε να εκφράσει και να διατυπώσει ελεύθερα μέσα στα ιστορικά της βιβλία και ομιλίες, το πράττει με τα εξαιρετικής σοφίας και ποιότητας ποιήματά της. Μάλιστα, οι αναγνώστες τους που έχουν την ανάλογη εμπειρία της Καβαφικής ιστορικής ποίησης, ορισμένων έργων του Κωστή Παλαμά κ.λπ. θα αναγνωρίσουν το ιστορικό ποιητικό παιχνίδι της Βυζαντινολόγου Ιστορικού που αποδεικνύεται και εξαιρετική Ελληνίδα ποιήτρια, με ποιητικές προδιαγραφές που ξεπερνούν άλλες αμιγώς γυναικείες ποιητικές φωνές της εποχής μας. Η Ποίησή της συμπληρώνει την Ιστορική ματιά της με τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο. Κάτι, που, μάλλον, δεν προσέχθηκε όσο της άξιζε και η ίδια εμμέσως επεσήμανε.

          Πληροφορούμενος το έκτακτο γεγονός της απώλειάς της, την Δευτέρα που μας πέρασε έπιασα ξανά να διαβάσω τις ποιητικές της συλλογές που είχα και ορισμένες, 22 για την ακρίβεια, Συνεντεύξεις της από το 1982 έως το 2004 που είχε δώσει σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά ποικίλης ύλης και σε γνωστές μας δημοσιογραφικές πένες, όπως της δημοσιογράφου, πολιτικού και συμβούλου δημοσίων σχέσεων και φιλόζωης κυρίας Φωτεινής Πιπιλή της οποίας την παλαιά συνέντευξη αντιγράφω. Στις συζητήσεις της αυτές η Βυζαντινολόγος δεν "δίνει" μια προφορική πραγματεία περί Βυζαντίου και Ελληνικότητας ιστορικής Συνέχειάς της αλλά, με εύληπτο λόγο θίγει ζητήματα, θέτει προβληματισμούς, καταθέτει ερωτήματα προς όλους μας. Όσους τέλος πάντων ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους Ιστορικά και της Ελληνικής Ταυτότητας ζητήματα και ο προσανατολισμός των ερμηνευτικών τους προσεγγίσεων δεν ακολουθεί Μανιχαϊστικούς κανόνες και απολυτότητες επεξηγηματικές. Στην πρώτη αυτή ανάρτηση Συνεντεύξεων της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ να επισημάνουμε και την σοβαρότητα και υπευθυνότητα των γυναικών ελληνίδων δημοσιογράφων οι οποίες παίρνουν συνέντευξη από την πρόεδρο του Κέντρου Ζωρζ Πομπιντού στο Παρίσι, την Πρύτανη της Σορβόννης, της Ελληνίδας παλαιάς επονίτισσας από τον Βύρωνα που συναντήθηκε με τις μεγαλύτερες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής της κρατώντας πάντα το πνεύμα της ανεξαρτησίας της, διατυπώνοντας ευθαρσώς την γνώμη της και διατρανώνοντας με την σταθερότητα της φωνής της τις εκπαιδευτικές και γνωστικές της πεποιθήσεις Ιστορία και Παιδεία το μεγάλο της πάθος, τον σημαίνοντα ρόλο της σε θέσεις και αξιώματα τόσο στην Γαλλία όσο και στην Ελλάδα όπως μας λέει στις Συνεντεύξεις της αυτές. Την δική της ατομική ιστορική περιπέτεια πληθωρικής ζωής σαν μητέρας, συζύγου, ιστορικού και Βυζαντινολόγου. Μπορεί να επαναλαμβάνεται στις Συνεντεύξεις της αλλά αξίζει να διαβαστούν. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά γυναικεία ονόματα που συνομίλησαν μαζί της. Η γνωστή μας Μαρία Καραβία στην εφ. «Η Καθημερινή» της 25/9/1988 «Οι Έλληνες έχουν Παιδεία αλλά δεν έχουν Μόρφωση».  Η πολιτικός και δημοσιογράφος κυρία Λιάνα Κανέλλη στο περιοδικό που εξέδιδε «NEMECIS” τχ. 19/6,1998 «Τίνος εστίν το Ελληνίζειν;». Η κυρία Άννα Γριμάνη συνομιλεί μαζί της στο περιοδικό «Κ» της «Καθημερινής» τχ. 32/4-1-2004 «Η μεγαλύτερη ανήθικη πράξη είναι η έλλειψη αυτογνωσίας».  Η Μαριάννα Πολυχρονιάδου συζητά μαζί της στο «Εθνος» της Κυριακής 3/1/1993 «Από ποιους κινδυνεύει η Ελλάδα», η ίδια δημοσιογράφος συζητά μαζί της και στην εφημερίδα «Η Αυγή» της Κυριακής 21/4/1996 «Έχουμε ανάγκη από γεφυροποιούς». Η δημοσιογράφος Κίτσα Μπόντζου στην ίδια εφημερίδα της 1/12/1996 «Μόνο τα οικονομικά συμφέροντα των δύο λαών θα φέρουν…» καθώς και στην εφ. «Ελευθεροτυπία» 24/9/2001 «Ο 20ος αιώνας καταστρατήγησε αυτά που δίδαξε». Στο περιοδικό “Symbol” της 8/6/2002 η Άριαν Λαζαρίδου στο «Ε.Γ.Α. Όσα μας έμαθε η ζωή». Στο περιοδικό «Αντί» τχ. 414/8-9-1989 η Βάσια Καρκαγιάννη- Καραμπελιά γράφει και συνομιλεί για το Πολιτιστικό Κέντρο G. Pompidou το γνωστό (Beaubourg), η κυρία Άννα Παναγιωταρέα στο περιοδικό «Εφτά Ημέρες» της Καθημερινής 1/11/1992 «Δεν βλέπω την Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα», ενώ η Σταυρούλα Παπασπύρου συζητά στην «Αυγή» της 25/3/89 «Φιλοδοξώ να κάνω το Μπομπούρ καταλύτη του Ευρωπαϊκού Πνεύματος». Η Ήρα Φελουκατζή στην εφημερίδα «Τα Νέα» 2/2/1982 μιλά για «Την Τεχνολογία στην Υπηρεσία του Ανθρώπου», στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος» τχ. 6/7-2-1991 «Η Εικόνα του Μέλλοντος», στην «Ελευθεροτυπία» της 14/7/1997 «Να μάθουμε στην αρμονία και στην επιτυχία της μιάς μέρας». Η Ελένη Αποστόλου στο περιοδικό «ΈΝΑ» τχ. 32/8-8-1985 «Δεν θα διάλεγα την Ελλάδα…». Η διευθύντρια της Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα στο «Βήμα» της 16/9/1990 «Δικαίωμα στο λάθος». Η Αρβελέρ έδωσε επίσης και άλλες συνεντεύξεις στον «Ελεύθερο Τύπο» Κυριακή 16/7/2000 στην Ελπίδα Πασσαμιχάλη, «Χωρίς Ειρήνη δεν υπάρχει Πολιτισμός», στην Έμμη Πανούση στον «Αδέσμευτο της Κυριακής» 17/9/2000 «Ποιος κυβερνάει τον άθλιο κόσμο μας;» και πολλές άλλες. Οι δημοσιογραφικοί τίτλοι είναι από τα λεγόμενα της Βυζαντινολόγου. Όπως βλέπουμε η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, η Ελληνίδα με το ελεύθερο πνεύμα μίλησε πέρα από τα πεδία των επιστημονικών της ενδιαφερόντων και για άλλα κρίσιμα της εποχής μας ζητήματα όπως το "Σκοπιανό", την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας θέματα που δεν αφορούσαν μόνο την πατρίδα μας αλλά και ευρύτερων γεωστρατηγικών αποφάσεων και διπλωματικών ενεργειών. Μίλησε για το πανάρχαιο σαράκι των Ελλήνων και του Ελληνισμού την διχόνοια: Γράφει στο ποίημά της «Νεοελληνικό» της συλλογής της «Ένδοξος Ελλάς», εκδ. Ερμής, 3, 2004.

Παλιά και γνήσια ελληνική αυτή η διχοστασία.

Παιδιά οι μεν αγίων κι αγγέλων ασωμάτων,

απόγονοι οι άλλοι αρχαίων αγαλμάτων,

προσμένουν όλοι θαύμα την παλιγγενεσία,

χωρίς διόλου να νοιάζονται πού, τώρα εδώ και χρόνια,

άγρια αλληλοσφάζονται στα μαρμαρένια αλώνια.

          Ας κλείσουμε το δεύτερο αποχαιρετιστήριο σημείωμά μας με την Ποιητική της φωνή ως Μάθημα Ιστορίας.

          Θάνατος Ιουλιανού Παραβάτη

Ειδωλολάτρες δαιμονισμένοι ξωτικοί

μέσα στην Εκκλησία, στον Δία έκαμαν προσευχή

και πονηρά επικαλέσθηκαν πνεύματα.

Σάστισαν με την προσβολή οι στρατηγοί

και μύρια εσοφίστηκαν τεχνάσματα,

την σύγχυση να κρύψουν και την ταραχή

που τα χριστιανικά κατέλαβε στρατεύματα.

Αμέσως στους καντάτορες έδωσαν προσταγή,

ύμνους κι ηρωικά να τραγουδήσουν άσματα

που έλεγαν για τις νίκες του Σταυρού

και για όλεθρο μιλούσαν, ολοσχερή και παντελή,

του κάθε βάρβαρου και άπιστου εχθρού.

 

Όμως πάνω απ’ όλους κι από όλα είπαν,

πρέπει να δοξασθεί η Οδηγήτρα Παναγία,

που δίχως λόγχη λόγχισε, με μόνο μια ματιά

τον δαίμονα Ιουλιανό και την σατανική στρατιά. Σελ. 19

          Λιθοβολισμός της Υπατίας

             Τους ιερείς δει σιγάν ή τεθνάναι

                    Λιβάνιος

Εφυλακίσαν στο πραιτώριο τους μύστες

και έντρομοι οι ιερείς σιωπούν.

Επίμονα φημολογούν οι αγοραίοι

πώς όπου νάναι, οι έννοιες των μυστηρίων

σε δρόμους και πλατείες θα κοινοποιηθούν

εφ’ όσον οι πρώην δαδοφόροι νέοι,

(αυτοί που όλο για την Ίσιδα ρωτούσαν

κι ήθελαν της Σίβυλλας τα μυστικά να πουν)

στης Εκκλησιάς τις πόρτες τώρα δορυφορούν.

Μάλιστα μερικοί της φιλοσόφου Υπατίας

ένθερμοι ήσαν πρώτα οπαδοί και μαθητές’

αφ’ ότου όμως γίναν του Αγίου Πέτρου μιμητές,

δημόσια αρνήθηκαν, Δάσκαλο και διδασκαλία.

 

Ήλπιζαν έτσι, οι μωροί, πώς οι εν Αλεξανδρεία

-μιά κι είχε λείψει από την μέση η Υπατία-

δεν θα είχαν λόγο πιά, κι ούτε εύλογη αιτία

μέχρι θανάτου να μισούν και να φθονούν,

στην Πόλη να διαβάλλουν και να συκοφαντούν,

της Κυρηναϊκής την ένδοξη και έντιμη πολιτεία. Σελ. 20

            Ελληνορωμαίος Μάρτυρας

Δεν ζητωκραύγασα τον Καίσαρα,

δεν χειροκρότησα τον λόγο του Υπάτου,

ούτε χαιρέτησα τα λάβαρα των λεγεώνων.

Παντάπασιν ανάξιος Ρωμαίος…

Το γένος όμως Έλλην προ αιώνων,

και τώρα Χριστιανός μέχρι θανάτου,

φανατικός κι ορθόδοξος ακραίος. Σελ. 17

            Επίλογος

             Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά

                        Γιώργος Σεφέρης

Πώς θέλεις η πληγή σου αυτή να γειάνει

όταν σε βρίζουν στο δρόμο τα παιδιά προδότη,

και λένε κι άλλα χλευαστικά πολλά ακόμη,

κι όταν η μάνα σου στον αστυνόμο είπε ότι

ήσουν «ο μόνος που χειροκροτούσε την Σαλώμη

τότε που οι άλλοι εθρηνούσαν τον Άη- Γιάννη».

Πάντως του ταξιδιού το τέλος όπου νάναι φτάνει

κι απ’ την παρέα σίγουρα δεν θα βρεθεί κανείς

μαζί σου να εγγυηθεί της Λευτεριάς τα λύτρα

(ο λόγος περί θάρρους, τόλμης και αρετής

και όχι βέβαια για του χρυσού την ρήτρα).

Μην προσπαθείς λοιπόν το δίκιο σου να βρεις.

Πρόσεχε όμως! Μόνος στα σκοτεινά μην προχωρείς’

συνοδοιπόρο πάρε τον γιό σου από νωρίς

και κάποιον φίλο, ή μάλλον κάποιον χάρτη, ρώτα

πού άραγε να βγάζει αυτός ο δρόμος ο μακρύς

τώρα που οι ήρωες κουράστηκαν,

και τίποτα δεν είναι όπως πρώτα. Σελ. 62

Από την συλλογή ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Ποιήματα Ιστορίας, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ, 10, 1998, σ. 68.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

21 του «Άγιου Φεβρουάριου» του 2026                          

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ λίγα λόγια για την ποίησή της

 

Ποιήματα της Κατοχής και της Καισαριανής

της

ΕΛΕΝΗΣ ΓΛΥΚΑΤΖΗ ΑΡΒΕΛΕΡ

          Η Κατοχή σε Εικόνα Αγιορείτικη

Ακάκιε, η εικόνα αυτή θα πρέπει ίσως

να κεντηθεί επάνω σε καμβά’

μπορεί να γίνει και ψηφιδωτή.

Πάντως τα χρώματα κάπως να ‘ναι μουντά,

το σκηνικό με πένθιμα σημάδια,

για να θυμίζουν την κακιά εποχή

που μας εχώριζε το μίσος

και μας ενώναν μόνο τα σκοτάδια.

 

Τα θέματα του πίνακα γνωστά’

με τη σειρά αυτά:

«Πόρτα αμπαρωμένη,

αυλή χορταριασμένη,

χέρια αλυσσοδεμένα,

λόγια φυλακισμένα,

πλοία σε καραντίνα,

σπίτια σε πυρκαγιά».

Στο βάθος, φύλλο τρεμάμενο, η Αθήνα,

και στο κέντρο, μαυροντυμένη, η Παναγιά,

κάτωχρη απ’ το κρύο και απ’ την πείνα.

 

Ακάκιε, να μη δουλέψεις για λεφτά.

Το θέλει ο Πρώτος, το ζητούν και οι μοναχοί.

Σου φτάνει του ηγουμένου σου η ευχή

κι ένα ζευγάρι ράσα από βαρειά μεταξωτά.

Και εάν δεν θελήσεις ν’ αρκεσθείς σ’ αυτά,

πρόσθεσε ακόμη, το πολύ-πολύ,

άμφια κεντητά από ταφτά,

πολυτελή. Σελ. 40

          Σκοπευτήριο Καισαριανής

Είπες, θαρρώ, «Τετέλεσται»

και απαλά, γύρισες το κεφάλι

προς την μεριά που έγερνε ο ήλιος.

Οι φρουροί, το δάχτυλο επάνω στην σκανδάλη,

μου φώναζαν να φύγω.

Όμως εγώ έμεινα εκεί

και με τα μάτια μου είδα τα σκοτάδια

καταμεσήμερο να πέφτουνε στην αγκαλιά την άδεια.

 

Ποιός νάλεγε πώς θα σε τύλιγε

το κρύο στην Αθήνα

την πρώτη του Μαγιού…

Θυμάμαι, βγήκες βόλτα στον Λυκαβηττό

(θα ήταν ίσως τ’ Άη-Γιωργιού)

με κοντομάνικο πουκάμισο ανοιχτό

και με σαντάλια

κι άς φώναζε η μάνα σου με παρακάλια

«βάλε μιά καμπαρντίνα

και ρίξε στη φωτιά

τα συνωμοτικά χαρτιά».

Είχες κιόλας τον νου σου αλλού’

χωρίς να ρίξεις πίσω μιά ματιά,

με το ντουφέκι σου στον ώμο

πέρασες στην απέναντι όχθη.

 

Τώρα εδώ, στα πόδια του Σταυρού

με δάκρυα ποτίζουμε το δρόμο

που χάραξαν του πόθου σου

οι κόποι και οι μόχθοι. Σελ.41

          Στόλοι Παροπλισμένοι

Το καταδρομικό το έλεγαν Αυγή,

το αντιτορπιλικό το είπαν Έλλη,

και το μοναδικό μας θωρηκτό

άκουγε στ’ όνομα Αβέρωφ.

Το είδος και το όνομα γιατί θα πρέπει να μας μέλλει

αφού του ίδιου καραβιού είμαστε όλοι ναυαγοί;

 

Έτσι, δεν ξέρω αν ήτανε στο Λένινγκραντ,

στην Τήνο, ή στον Μαρμαρά

εκείνα τα κοχλάζοντα νερά

της οργισμένης του καιρού μας νιότης.

Ένα θυμάμαι μοναχά

πώς ήταν μαύρα σκοτεινά

τα μάτια της αγάπης μου της πρώτης,

τότε, που πίσω από την κόκκινη παντιέρα

της λευτεριάς σφυρίζοντας τραγούδια στον αγέρα,

παίρναμε ένας-ένας τα βουνά.

 

Τώρα που ο καθένας μας κάπου σε κάτι

στάθηκε προδότης

έγινε γενικά παραδεκτό

πώς το πρωί, το μεσημέρι ή το δειλινό,

στο Αιγαίο πέλαγος, στην Βαλτική,

ή στον μεγάλο Ωκεανό,

με όποια σημαία, το όποιο

μεγάλο ή μικρό πολεμικό,

θα είναι πάντα, σαν του τραγουδιού την Κυριακή,

συννεφιασμένο, γκρίζο και σταχτί. Σελ.42

          Του Τελευταίου Αντάρτη

Εχλώμιασε η μάνα σου όταν τους είδε

μ’ ένα μολύβι κόκκινο στο χέρι

στον χάρτη να χαράζουν μιά γραμμή

πού από του Γράμμου την βουνοκορυφή

στου Υμηττού κατέληγε τα μέρη.

 

Ευθύς εμήνυσε στ’ αφεντικό σου, στην δουλειά,

να μην σ’ αφήσει να φανείς ξανά στην γειτονιά.

Ζήτησαν τότε οι αστυνομικοί απ’ το παιδί

να μαρτυρήσει και να πει

πότε για τελευταία φορά σε είχε δει

να παίζεις στην ταράτσα με το γιατί και το σκυλί.

Ακόμη το ρωτήσαν

ποιός κόρφος κρύβει του σπιτιού σας το κλειδί

αφότου αυτοί εκλείσαν

τον διακόφτη του νερού και μαγαρίσαν

και το παλιό πηγάδι στην αυλή.

 

Απ’ το παιδί απάντησε καμμιά’

ξέρουνε όμως ότι έχεις στο μάγουλο ουλή

και ότι τώρα ζεις σε μιά αετοφωλιά.

Θα περιμένουν, είπαν, ν’ απαυδήσεις και να βγεις

να πέσεις, να ξεπέσεις, στα πεδινά να κατεβείς.

Έτσι μακρυά απ’ του πόλεμου την αντάρα,

όταν δεν θάσαι για κανένα πιά αναφορά ηρωική,

θα σκύψουν να σου πούν σιγά στ’ αυτί,

οι ίδιοι, πάντα αυτοί,

«Δώσ’ το ντουφέκι σου και βγάλε το χακί».

Δεν ωφελεί να συζητήσεις το πώς και το γιατί.

Για έναν χαμό οι σύντροφοί σου κρυφομίλαγαν

όταν στης Ιστορίας το χαρτί

κάπου στην Βάρκιζα υπέγραψαν το «άρα».

 

Άλλαξαν τώρα οι καιροί, αλλάζουν και οι φίλοι.

Σήμερα λένε εχθρούς αυτούς που στην Καισαριανή

μία Πρωτομαγιά εσκότωσαν οι Γερμανοί,

κι αποκαλούν μωρούς

όσους με τον Παλαιολόγο φύλαγαν

του Ρωμανού την Πύλη. Σελ. 43

          Η Κηδεία του Ιδεώδους

Σ’ απόσταση αναπνοής

από το τέλεια ουσιώδες,

μεσ’ στην ρακένδυτη Αθήνα,

-ένα άθλιο τότε λασποχώρι-

θάψαν οπλοφορούντες ρασοφόροι

το τελευταίο ιδεώδες.

Το Σούλι και η Σαλαμίνα

το Μεσολόγγι και η Πόλη

εσήκωσαν το ξόδι’

ακολουθούσαν πίσω οι συγγενείς,

ήρωες των βιβλίων όλοι,

και μέσ’ στο πλήθος του Σαράντα

και της Αντίστασης οι ανώνυμοι νεκροί’

αμέτρητοι και όμως όλοι εκεί…

 

Όλοι, εκτός απ’ τα δικά μας παλληκάρια

που μέσ’ στα καφενεία της γειτονιάς σκυφτά

εδιάβαζαν το μέλλον στα χαρτιά

και έπαιζαν τα υπόλοιπα στα ζάρια. Σελ. 60

          Τόποι κρανίου

Μνήμη κι οδύνη, αστροπελέκι αμφίστομο,

μέσα στην μήνι και την δίνη αμήχανων καιρών

όταν, σαν τώρα ακόμη, στον ίσκιο αμέτρητων σταυρών,

θρηνούν οι στοιχειωμένες από τον πόνο μάνες

που με την Παναγιά και την Μαγδαληνή μαζί

είδανε τα παιδιά τους να τα σταυρώνουν οι Ναζί,

άλλη στο μακρυνό Οραντούρ, άλλη στο Δίστομο

και άλλη στα Καλάβρυτα, τις νέες Αλαμάνες.

 

Προς τί λοιπόν οι ηρωικοί αυτοί παιάνες,

όταν το βάραθρο αυτό, του πόνου το φαράγγι,

το σκάβει ακόμη ο στεναγμός, η οργή και η ανάγκη;

Σελ. 47.

Ανακαλύφθηκαν 12 ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τους 200 Έλληνες Πατριώτες Αγωνιστές Κομμουνιστές που σκοτώθηκαν στην ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ την Πρωτομαγιά του 1944 από τα Ναζιστικά Γερμανικά στρατεύματα Κατοχής.  Από τις ειδήσεις αυτής της εβδομάδας.

          «Πώς να μιλήσω για το Δίστομο

          τί απ’ τα Καλάβρυτα να δείξω

          όταν, εργάτης, ψάχνω για δουλειά

          χρόνια εδώ στην Γερμανία

          αναμασώντας για παρηγοριά

          κάποια παλιά μας μεγαλεία;»

  Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το ποίημα «Ρήξη Συνέχειας» σ. 61 της συλλογής της ποιήτριας ιστορικού Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ  Ποιήματα Ιστορίας», εκδ. «Ερμής» 1998 σ.68, 3120 παλαιές δραχμές. Από την ίδια συλλογή προέρχονται και τα υπόλοιπα ποιήματα εκτός από το ποίημα «Τόποι κρανίου» που περιλαμβάνεται στην δεύτερη συλλογή της «ΜΕΜΦΟΜΑΙ ΤΟΝ  ΑΙΩΝΑ  Ποιήματα Ιστορίας», εκδ. «Ερμής» 2001, σ. 47, 3.640 παλαιές δραχμές.

          Η Μοίρα της Ιστορίας το έφερε ώστε την ίδια χρονική περίοδο που έφυγε πλήρης ημερών η παλαιά Επονίτισσα Ελληνίδα διεθνούς φήμης Βυζαντινολόγος και καθηγήτρια Ιστορίας Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026 (γεννήθηκε στον Βύρωνα 29/8/1926) να ανακαλυφθούν και να αναρτηθούν στο διαδίκτυο προς πώληση από Βέλγο συλλέκτη 12 ασπρόμαυρες φωτογραφίες Ελλήνων πατριωτών αγωνιστών οι οποίοι οδηγούνταν στην εκτέλεση (ανά εικοσάδα) από τα Γερμανικά Ναζιστικά στρατεύματα Κατοχής την Πρωτομαγιά του 1944. Σημαντικό και συγκλονιστικό ιστορικό ντοκουμέντο της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας μας. Της Μαύρης και σκοτεινής περιόδου του Πολέμου της Κατοχής, του Λοιμού του 1941 και των Αγωνιστικών Πατριωτικών δράσεων και αντιστασιακών ενεργειών ενάντια στον ξένο κατακτητή την περίοδο 1940-1944 του Ελληνικού Λαού. Σημαντική ιστορική μαρτυρία, φωτογραφικό αδιάψευστο ντοκουμέντο της εποχής που είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας τα κρίσιμα εκείνα χρόνια της σκλαβιάς και της κατοχής της πατρίδας μας από ξένη δύναμη. Βλέπουμε ορισμένους από τους 200 θαρραλέους και υπερήφανους πατριώτες Έλληνες κομμουνιστές να οδηγούνται στην εκτέλεση από τις Κατοχικές στρατιωτικές δυνάμεις αψηφώντας τον θάνατο. Έλληνες Ήρωες κάθε ηλικίας προερχόμενοι από τα σπλάχνα του Αγωνιζόμενου Ελληνικού Λαού που θυσίασαν την ζωή τους για έναν σκοπό, την Ελευθερία και Ανεξαρτησία της Ελλάδας και δολοφονήθηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Με γρήγορα αντανακλαστικά και πρωτοβουλίες το πολιτικό προσωπικό της χώρας και η κυβέρνηση (το Υπουργείο Πολιτισμού) αποφάσισε να απευθυνθεί στον Βέλγο συλλέκτη-από το δικό του Αρχείο προέρχονται τα αδιάψευστα αυτά ιστορικά τεκμήρια- και εφόσον είναι αληθινές οι φωτογραφίες να αγοραστούν από την Ελληνική Πολιτεία και να αποτελέσουν Μνημείο Ιστορικής Αφύπνισης της Εθνικής Κληρονομιάς του Ελληνικού Λαού. Παράλληλα, η δεύτερη είδηση που «μονοπώλησε» το ενδιαφέρον των ΜΜΕ και του κοινού, ήταν η απώλεια της σημαντικής Ελληνίδας Ιστορικού, Βυζαντινολόγου και Ποιήτριας Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ.

          Πώς αλήθεια να φιλοτεχνήσεις μία τέτοια πολυσχιδή και πληθωρική φυσιογνωμία. Πώς να σμιλεύσεις μιά προσωπικότητα διεθνούς κύρους όπως αυτή της επιφανούς Βυζαντινολόγου Ιστορικού Ελληνίδας καθηγήτριας. Με τι χρώματα να σχεδιάσεις το πορτραίτο μίας γυναικείας εικόνας, μιάς Ελληνίδας Δασκάλας που δόξασε την χώρα μας παγκοσμίως, μίλησε για την Ιστορία και τον Πολιτισμό της, την διαχρονικότητα της Ελληνικής Γλώσσας, την παράδοση της Ελληνικότητας και της συνέχειάς της μέσα στους χρόνους και τους λαβυρίνθους της Ιστορίας. Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ μίλαγε και αναδείκνυε την Ελληνική ιστορική περιπέτεια, την συνεχή παρουσία, την διάρκεια του Ελληνικού Πνεύματος μέχρι σήμερα. Η Ελληνίδα Δασκάλα και πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης ζούσε και ανέπνεε κοντά έναν αιώνα με την πνοή και το εύοσμο άρωμα της Ιστορίας. Ήταν η ταμένη στα διδάγματα και τα μηνύματα της Ιστορίας, όπως τηρουμένων των εκπαιδευτικών αναλογιών υπήρξε η Γαλλίδα Δασκάλα Ζακλίν ντε Ρομιλύ η οποία αφιερώθηκε στην έρευνα και την συγγραφή βιβλίων για τον έλληνα αρχαίο ιστορικό Θουκυδίδη και την συμβολή της Αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας την εποχή του Χρυσού Αιώνα του Περικλέους. Πώς να σκιτσάρεις σε ένα σημείωμα μία Ελληνίδα που γεννήθηκε σε μία φτωχογειτονιά του Βύρωνα, παλαιά Εαμίτισσα, σπούδασε και διέπρεψε στην Γαλλία αφιερώνοντας την ζωή της στην διάδοση του Ελληνικού Πολιτισμού. Μία πολίτης του Κόσμου και μία Πολίτισσα Ελληνίδα που θεωρούσε τον εαυτό της και Γαλλίδα, μια και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της λόγω των σπουδών της και των πανεπιστημιακών της και άλλων καθηγητικών καθηκόντων διέμενε στην Γαλλία, στο Παρίσι την Πόλη του Φωτός που θεωρούσε την ομορφότερη Πόλη του Κόσμου. Ιστορία το Μεγάλο Μάθημα αυτοσυνειδησίας της Ανθρωπότητας, που, όπως λέγεται, άλλοτε μας διδάσκει και άλλοτε όχι. Δεν διδασκόμαστε σαν άτομα και σαν λαός από την ανάγνωσή της. Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ αγάπησε με πάθος, θέρμη την Ελληνική Ιστορία στην διαχρονικότητά της. Σπούδασε και ερεύνησε μας μίλησε όχι μόνο για την χιλιόχρονη αυτοκρατορική περίοδο του Χριστιανικού Βυζαντίου,- του ελληνόφωνου και όχι αποκλειστικά ελληνικού- αλλά και της Αρχαίας των Εθνικών Ελλήνων Ιστορική παράδοση. Την ελληνική ιστορική περιπέτεια της Μεσαιωνικής Οθωμανικής περιόδου και των αιώνων μετά την Εθνική Ανεξαρτησία και την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, την Συνεχή διαδρομή του Νέου Ελληνισμού. Και η μνήμη μας ανακαλεί ονόματα μεγάλων ελλήνων ιστορικών όπως του Απόστολου Βακαλόπουλου, του Νίκου Σβορώνου, του Ζακυθινού, του παλαιού ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου και άλλων που μας μίλησαν και έγραψαν για την όχι πάντα αρμονική και ισορροπημένη Συνέχει του Ελληνισμού ρίζες. Όσοι και όσες είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν Ομιλίες και Διαλέξεις της στο Ίδρυμα Χορν Γουλανδρή και σε άλλες Αίθουσες, θα θυμούνται το πάθος αυτής της Δασκάλας για την Ελληνική Ιστορία, τους πρωταγωνιστές της, τις καταστάσεις και τα γεγονότα της που ήξερε να ερμηνεύει και να τα συνδυάζει παραδειγματικά με σύγχρονά μας ιστορικά και πολιτικά συμβάντα και καταστάσεις των καιρών μας. Αεικίνητη και δυναμική πάντα, απλή και βέβαιη για την αγάπη της για το Βυζάντιο και την πολιτιστική κληρονομιά του, όπως ο άγγλος ιστορικός σερ Στήβεν Ράνσιμαν (ενδεικτικά τα ονόματα που αναφέρουμε). Με φωνή δυνατή και παθιασμένη η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ μας μυσταγωγούσε με την μεγάλη ιστορική της παιδεία και σοφία με συγκλονιστικό τρόπο. Και γινόταν ακόμα πιο ελκυστικός ο λόγος της και η παρουσία της πάνω στο σανίδι όταν συσχέτιζε την ιστορική ατμόσφαιρα που γεννούσαν τα ιστορικά συμβάντα και οι διπλωματικές και πολιτικές πράξεις ηγετών της χριστιανικής βυζαντινής αυτοκρατορίας σε όλες της περιόδους της, με την Ποίηση, την ποιητική δημιουργία και έμπνευση. Ύφαινε τον καμβά των ιστορικών ερμηνειών της με τον ποιητικό λόγο, με την ποιητική φλόγα που και η ίδια διακονούσε ως ποιήτρια στον ελεύθερο χρόνο από τα επιστημονικά της και καθηγητικά της καθήκοντα. Ο λόγος και η γραφή της διανθίζεται από ποιητικές φράσεις, ποιητικά θραύσματα, ποιητικές ρήσεις Ελλήνων και Γάλλων Ποιητών και στις τρείς συλλογές που κυκλοφόρησε. Η τρίτη ποιητική της συλλογή εκδόθηκε και  πάλι από τις εκδόσεις «Ερμή» το 2004 και έχει τίτλο «ΕΝΔΟΞΟΣ ΕΛΛΑΣ Ποιήματα Ιστορίας» σελίδες 84, 11.50 ευρώ. Γνωστά ονόματα όπως του νομπελίστα μας Οδυσσέα Ελύτη, του Αλεξανδρινού Κωνσταντίνου Π. Καβάφη του οποίου η επιρροή και το ύφος γραφής των ιστορικών του ποιημάτων είναι εμφανής. Μεγάλη της αγάπη και εξίσου έντονη ποιητική επιρροή αντλεί από τον Μικρασιάτη νομπελίστα μας ποιητή και διπλωμάτη Γιώργο Σεφέρη, με αυτόν ανοίγει ως Πρόλογο και κλείνει ως Επίλογο την πρώτη της ποιητική εμφάνιση με τα 50 ποιήματά της που περιέχονται στην «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ» με τον σταθερό υπότιτλο Ποιήματα Ιστορίας. Η ποιητική αύρα του Κωστή Παλαμά την αισθανόμαστε στην ποίησή της. Ο αγωνιστής ποιητής Γιάννης Ρίτσος και η θεώρηση της Ρωμιοσύνης του, είναι ότι και η ίδια πρέσβευε, αποδέχονταν και υποστήριζε στις διδασκαλίες της και την γραφή της. Και ορισμένες άλλες γαλλικές και ελληνικές φωνές της ποίησης υπόγεια αρδεύουν τον δικό της λόγο και την ποιητική της αφήγηση της Ελληνικότητας και της Ελληνικής Ιστορίας στην Συνέχειά τους. Ιστορικός και Ποιήτρια μαζί σπάνια μάλλον διπλή ιδιότητα για τα ελληνικά καλλιτεχνικά μας πράγματα. Πίστευε ακράδαντα και αγωνίζονταν συνεχώς, μιλούσε όπου βρίσκονταν και μπροστά σε όποιο ακροατήριο για την συνέχεια του Ιστορικού Ελληνισμού, την κοινή μας Κληρονομιά, την Ελληνική λαϊκή μας παράδοση, την Ελληνική Γλώσσα, το Ελληνικό Πνεύμα που διατρέχει και αναζωογονεί το καθόλου σώμα του Ελληνικού Έθνους δίχως να χαρίζεται και να μας υπενθυμίζει με τα παραδείγματά της αντλούμενα από την Ελληνική Ιστορία και Πολιτική τα λάθη και τις αστοχίες μας, τις παραλείψεις μας και την αρνητική πλευρά του χαρακτήρα μας σαν Λαός και σαν πολιτικό προσωπικό. Ιστορικά λάθη που οδήγησαν σε σημαδιακές καταστροφές, μείωσαν τα γεωγραφικά όρια της ελληνικής επικράτειας και ακτινοβολίας. Δεν αρνιόταν την συμβολή και την προσφορά του Ελληνισμού και του Ελληνικού Πνεύματος στον Δυτικό Κόσμο και σε άλλες Ηπείρους της Υδρογείου ενώ, δεν λησμονούσε να τονίζει και την πολιτιστική και επιστημονική συνεισφορά και άλλων εθνοτήτων και κρατών της Ευρωπαϊκής γηραιάς Ηπείρου και κυρίως της Γαλλίας και τις οφειλές της Ελλάδος. Αμφίδρομη η προσφορά και η συμβολή των πολιτιστικών φώτων και του πνεύματος μέσα στην Οικουμενικότητα της Ιστορίας της Ανθρωπότητας δεν επιμερίζεται και περιορίζεται από ποσοστιαίες λογιστικές αναλογίες. Η Ελληνική Κληρονομιά και το Ελληνικό Πνεύμα μία αέναη διαδρομή πολιτιστικής παράδοσης που έχει αφετηρία της τους προϊστορικούς χρόνους, διαβαίνει τα Ομηρικά χρόνια, την Κλασική περίοδο, διαχέεται στην αυτοκρατορική Βυζαντινή και συνεχίζεται μέχρι των ημερών μας, τον 21ον αιώνα, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα μας ως άτομα, ως λαός, ως χώρα. Ορισμένες φορές κάποιοι παρεξηγούσαν αυτά που με ένθερμο ζήλο και πυρετώδη διάθεση υποστήριζε και δίδασκε «πεισματικά» και με έντονο δημόσιο λόγο τόσο στους φοιτητές της όσο και σε όλους εμάς τους Έλληνες και Ελληνίδες όχι μόνο τους φιλίστορες και τους φιλότεχνους που την ακούγαμε, διαβάζαμε τις συνεντεύξεις της, τα βιβλία της. Το όλο παρουσιαστικό της και το πάθος της για το μάθημα της Ιστορίας έσφυζε από ενέργεια και δυναμισμό. Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ αυτή η μικρόσωμη το δέμας Ελληνίδα με καταγωγή Μικρασιάτικη και με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη έθεσε ως στόχο ζωής της να φωτίσει και να μιλήσει για το Ελληνικό Πνεύμα στην Εσπερία, να μας διδάξει με απλό και κατανοητό παραδειγματικό τρόπο την ιστορική αίσθηση και θέαση του Κόσμου όπως η ίδια βίωνε τις κρίσιμες μεταιχμιακές στιγμές του παρελθόντος όπως φαίνεται στις τρείς Ποιητικές της συλλογές, στα «Ποιήματα Ιστορίας» της με τις σκληρές και ανάλγητες στιγμές της σύγχρονής μας πολιτικής μοντέρνας ιστορικής πραγματικότητας και γεγονότα που σημάδεψαν τον 20ο και τον 21ο αιώνα μας στις συνεχόμενες ανακατατάξεις στον Δυτικό και όχι μόνο Κόσμο. Σε στίχος της γράφει ότι αισθάνεται σαν την ιερή μορφή της ελληνίδας Παναγιάς μέσα στην Ιστορία. Το σύμβολο και η παρουσία της Παναγίας είναι κάτι παραπάνω από έντονο μέσα στα ποιήματά της και σηματοδοτεί το βλέμμα της και την διάθεση επεξεργασίας του ιστορικού υλικού της καθώς τα μεταποιεί σε καθαρή ιστορική ποίηση. Το-αν στέκει- ιδεολογικό Βυζαντινό βεληνεκές του βλέμματός της εξακτινώνεται μέσα στον ποιητικό της λόγο και ερμηνεία, είτε με την απαραίτητη σοβαρότητα, είτε περιπαιχτικά είτε σε δόσεις λεπτής ειρωνείας και διακριτικού ευγενικού σαρκασμού, δημιουργώντας μια εξαιρετική ποιητική ατμόσφαιρα και φωτίζοντας καταστάσεις, μιλώντας μας για την κρισιμότητά τους, μέσω της Ποίησης, διαισθανόμενη και εξομολογούμενη ότι δεν θα μπορούσε να το πράξει αυτό, δηλαδή να μιλήσει ανοιχτά για τέτοια ζητήματα στα κανονικά μαθήματα Ιστορίας που δίδασκε από την έδρα. Και η ιδιοφυία της αυτή μας αποκαλύπτεται σε όλο της το συγγραφικό μεγαλείο και ταλέντο, όταν της πρότειναν να γράψει ένα βιβλίο Ιστορίας για παιδιά και εκείνη συνθέτει με μαγευτικό τρόπο και ύφος, καθαρή έκφραση και γλώσσα ποιητικά λυρική τις τρείς ποιητικές της συλλογές, συλλογές που αποτελούν ένα ενιαίο της φιλοσοφίας της όλο. Ένα ποιητικό υφαντό το οποίο ύφαινε σε διάφορες στιγμές του βίου της. Νομίζω, αν δεν λαθεύω, δεν συναντάμε-αναφερόμενοι στην ελληνική επικράτεια- και πολλές γυναικείες συγγραφικές ιστορικές παρουσίες που αποπειράθηκαν κάτι παρόμοιο, έχοντας μάλιστα και την αίγλη της παγκόσμιας αναγνώρισής της από την διεθνή επιστημονική κοινότητα και την μεγίστη μερίδα του ελληνικού αναγνωστικού κοινού. Η Αρβελέρ θα σημειώναμε ότι κατά κάποιον τρόπο «συμμόρφωσε» τον κάπως παγερό και σκληρής αποτελεσματικότητας ιστορική αφήγηση μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου ποιητικού λυρισμού. Η ιστορικός και σοβαρή επιστήμονας μας προσφέρει μία ποίηση διαφορετικής τεχνοτροπίας και ύφους από την μία ποιητική μονάδα στην άλλη, μικρής σε φόρμα, υιοθετώντας τους κανόνες της παλαιάς στιχουργικής ομοιοκαταληξίας και εσωτερικής εμφανής όμως μελωδίας, με λέξεις ποιητικής βαρύτητας και φορτισμένες με έναν ελεγχόμενο λυρισμό στην επιθυμία της να μας καταδείξει όλο τον ιστορικό θίασο του Ελληνισμού στην ιστορική του περιπέτεια και συμβολή. Αξιοποιεί και δίνει σημασία τόσο στα θετικά όσο και στα αρνητικά χαρακτηριστικά της ελληνικής φυλής του διαχρονικού χαρακτήρα ημών των Ελλήνων επισημαίνοντάς μας από ποιητική μονάδα σε ποιητική σύλληψη την κακοδαιμονία μας παράλληλα με τις αρετές μας. Πολιτικές αβελτηρίες, κυβερνητικές πρακτικές επικίνδυνες εκ του αποτελέσματος, διπλωματικές λανθασμένες ενέργειες που στοίχησαν σε εθνικό επίπεδο, στρατηγικά λάθη κυβερνόντων που είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια εδαφών, προσωπογραφήσεις ισχυρών και επιφανών ηγετών που ο ρόλος τους μέσα στην Ιστορία παρερμηνεύτηκε, φιλόσοφοι και αυτοκράτορες που στιγματίστηκαν ιστορικά όπως η Φιλόσοφος και Μαθηματικός Υπατία, ο παρεξηγημένος βυζαντινός αρχαιοελληνιστής αυτοκράτορας Ιουλιανός, που σκοτώθηκε όχι και τόσο αινιγματικά από Πάρθια Βέλη. Τραγικοί Έλληνες Ποιητές όπως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, τραγικοί κλασικοί ήρωες όπως ο Οιδίποδας, ο Φιλοκτήτης, μυθικοί όπως ο Ηρακλής, ο κλεινός Αχιλλέας, ο πολυμήχανος Οδυσσέας και οι αρχαίοι Θεοί και Ήρωες που παρελαύνουν τροπαιοφόρα με λάβαρο την τραγική της ζωής τους Μοίρα μέσα στα Ομηρικά Έπη, και καθιστούν τα μεγάλα γεγονότα της ελληνικής αρχαιότητας σε Μύθο, δηλαδή στην διατήρηση τους στον χρόνο ως λαϊκή παραμυθία. Και από κοντά ο Χριστιανικός Σταυρός, τα δύο κεντρικά πρόσωπα του Θείου Δράματος ο Χριστός και η μητέρα του Πλατυτέρα Παναγία, που, όπως με πικρία και θλίψη διαπιστώνει η ιστορικός ποιήτρια δεν σκέπει πάντοτε υπό την προστασία της κρίσιμες και καθοριστικές στιγμές του γένους των Ελλήνων. Στέκει απόμακρη από τα τραγικά συμβαίνοντα του Ελληνικού γένους. Η ιστορικός και ποιήτρια Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ εκλαϊκεύει όσο το απαιτεί η λανθασμένη δράση, το καθοριστικό συμβάν ή η λανθασμένη στάση και δημόσια επιλογή των διαφόρων φυσιογνωμιών της Ιστορίας και του Μύθου που απαρτίζουν την πολύχρωμο και πολύπτυχο υλικό από το οποίο συντίθεται αυτό που ονομάζουμε και κληροδοτήσαμε ως Ελληνικότητα στην χρονική διάρκειά της και τα μικρά ή μεγάλα βήματά της και παραλείψεις της. Τα Μαθήματα της Ιστορίας ευρύτερα η ίδια η διασώστρια ανθρώπινη Ιστορία δεν αξιολογεί στις κρίσεις της πάντοτε με δικαιοσύνη, υπάρχουν και οι λανθασμένες ερμηνείες της που χειραγωγούν ως εκπαιδευτική αγωγή γενιές και γενιές ελλήνων και γενικότερα ανθρώπων. Επαναξιολογεί ανάλογα με τις «σκοπιμότητες» της εποχής της ζωής ήρωες και σύμβολα και της πολιτικής «ναυάγια», είδωλα του ελληνικού πολιτισμού που έσβησε το άστρο τους πριν προλάβει να φωτίσει μεταγενέστερες της φυλής μας συνειδήσεις. Δανείζεται από μη της λογικής επεξήγησης ρεύματα κρίσεις και απόψεις και τις μετατρέπει σε θρύλο διασώζοντάς τα στον χρόνο, ορισμένες φορές τις μετατρέπει σε ιστορικό κανόνα ερμηνευτικών μας προσεγγίσεων. Επαναλαμβάνει λάθη της και φωτίζει παραλείψεις της όταν είναι πλέον αργά με αμφίβολα αποτελέσματα. Τα κίνητρά της συνήθως καθορίζουν και τα συμπεράσματά της. Κρατά τις αναγκαίες αποστάσεις της και ταυτόχρονα μπλέκεται μέσα στους καθημερινούς βηματισμούς μας. Αποβαίνουν αξιοποιήσιμα τα τεκμήριά της ανάλογα μάλλον την κοσμοθεωρία και ιδεολογία του συγγραφέα της. Δεν θα υποστηρίζαμε με αναγνωστική βεβαιότητα ότι η σύνολη ατμόσφαιρα που αποπνέουν αυτά τα ιστορικά στο βάθος και το ύψος τους ποιήματα που ύφανε τόσο αριστοτεχνικά η Αρβελέρ είναι αισιόδοξα, εμπνέονται από κλίμα αισιοδοξίας. Αρκετά αποπνέουν μία ερωτηματική πικρία, ένα στενάχωρο συναίσθημα που προέρχεται από τα ίδια τα παρελθόντα συμβάντα, από την έλλειψη συνεχούς ενδιαφέροντος της Χριστιανικής στη δεδομένη περίπτωση προστασία. Σαν να κουράστηκαν οι Θεϊκές αόρατες δυνάμεις να φροντίζουν συνεχώς το ανθρώπινο και ελληνικό γένος. Η Μακρινή Μητέρα Μάνα Παναγιά παραμένει αμέτοχη στα όσα καταστροφικά συμβαίνουν και μας δηλώνει η ιστορικός ποιήτρια. Παρερμηνείες, νοσταλγική διάθεση, ανεκπλήρωτες ευχετικές υποσχέσεις, μεταμορφωτικοί ενθουσιασμοί που καταλήγουν σε ιστορικά δράματα είναι το τίμημα των Μαθημάτων μας της Ιστορίας που αποκτούν με τις τρείς ποιητικές της συλλογές Ποιητική όψη, μεταποιούνται σε Ποιητική εικόνα και λαλιά. Μια περιπέτεια για όσα βίωσε και για όσα έζησε στον επίγειο χρόνο του βίου της, εξάλλου, τι να σου αφηγηθεί ο ποιητικός λόγος από τα πολιτικά πολεμικά γεγονότα της Γιουγκοσλαβίας, πώς να αποκρυσταλλώσει την πείνα στην Αφρική, πώς να μην δείξεις συγκατάβαση όταν γράφει ότι τόσο οι πρόσφυγες όσο και οι γηγενείς νεοέλληνες βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι μέσα στο ίδιο της φυλακής της χώρας μας περιβάλλον. Όταν σιμά στα ποιήματα υψηλής ιστορικής θρησκευτικότητας συναντάμε ποιητικές μονάδες με θέμα τους την αναρχία. Όμως δεν είναι και τόσο μαύρη η ποιητική ατμόσφαιρα της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ, δεν εμπεριέχει μόνο του παρελθόντος και σύγχρονα πολεμικά γεγονότα, περίοδοι του πολέμου και της κατοχής, του εμφύλιου σπαραγμού, των επαναλαμβανόμενων εσωτερικών μας διχασμών, η πλούσια ιστορική αρματωσιά της δεν την αποτρέπει από το να μας δώσει και καθημερινές εικόνες της Αθήνας των νεανικών της χρόνων, οικογενειακών της στιγμών την περίοδο της Καθαρής Δευτέρας και των εθίμων της, να ιχνογραφήσει την ψυχολογία ανθρώπων του λαού και των ηγεμονικών προσωπικοτήτων. Δίχως να λησμονεί να μας υπενθυμίζει ότι είμαστε συλλογικά και ατομικά και εμείς υπεύθυνοι για τις καταστάσεις που βιώνουμε και περνάμε. Μας λείπει το εξερευνητικό πνεύμα του Οδυσσέα και ο οραματικός σκοπός ενός Δον Κιχώτη, του μόνου ήρωα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που μνημονεύει. Ευτυχώς η ιστορικός δασκάλα Αρβελέρ δε δογματίζει ούτε «κιτρινίζει» στις απόψεις της σκοπός της δεν είναι αυτός, σκοπός της είναι να μας φρονηματίσει από τα διδάγματα της Ιστορίας, να εμπνευσθούμε και να ονειρευτούμε μαζί της, να πάψουμε να φοβόμαστε και να ανοιχτούμε στους νέους των καιρών ορίζοντες συμμετέχοντες ενεργά στην διαμόρφωσή τους. Ο Αλεξανδρινός με τα ιστορικά του ποιήματα άνοιξε τον δρόμο, ο Κωστής Παλαμάς μίλησε για την Μεγάλη Ιδέα μέσω ποιητικών του συνθέσεων αυτήν συνεχίζει η Αρβελέρ επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της στην Συνέχεια του Ελληνισμού και την διάδοση του μηνύματός του. Η ελληνική γλώσσα γνωρίζει τα κατατόπια και κατορθώνει όχι πάντα ευθύγραμμα να ξεπερνά τους σκοπέλους των ξένων προσμείξεών της. Πικρή η ιστορική διαπίστωσή της όταν σε στίχο της γράφει «κι ότι ποτέ η Παναγία δεν στάθηκε ελεούσα», βλέπε ποίημά της «Υποθέσεις», αλλά αληθινή και προέρχεται από τον ρεαλισμό της διατύπωσης της Ιστορικής ερμηνείας. Όμηρος και Δον Κιχώτης τα απαραίτητα εφόδια, ενώ η Βασιλεύουσα, η Κωνσταντινούπολη σαν τόπος και σαν συμβολισμός απασχολεί την θεματική αρκετών ποιημάτων τους. Ποιήματα που ο τίτλος τους εκφράζει συμπυκνωμένα την ουσία τους. Δεν απουσιάζουν και τα μεταιχμιακά γεγονότα του 13 αιώνα, την περίοδο της Αλώσεως, των Ακριτικών Επών. Και τα ποιήματά της που έχουν να κάνουν με την Ελληνική Γλώσσα, την Γραφή. Μότο από λόγια του Πώλ Βαλερύ, του Δάντη, του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, σπαράγματα από τον Ακάθιστο Ύμνο, αλλά και του Ευριπίδη, του Αθήναιου, του Θουκυδίδη, του Γουστάου Φλωμπέρ και του Απόκρυφου Ευαγγελίου του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη μας εισαγάγουν στην ποιητική θεματολογία των ποιημάτων της. Πέρα από τους αρχαίους ποιητές Στησίχορο και Σαπφώ, πέρα από φράσεις του Σιμωνίδη, την Ωραία Ελένη και την προφήτιδα Πυθία, η πόλη μας ο Πειραιάς αναφέρεται «ως υδατογραφία» σε ποίημά της και φυσικά σε διάφορες ιστορικές φάσεις της η Αθήνα. Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Καραγκιόζης και η Σεφερική Γοργόνα κάνουν την παρουσία τους μέσα στα ποιήματά της. Η Ρωμιοσύνη όπως την απεικόνισε ο Γιάννης Ρίτσος αποτελεί το κεντρικό της ενδιαφέρον της Βυζαντινολόγου καθηγήτριας η οποία είναι ίσως η πρώτη ιστορικός επιστήμονας από την γενιά της η οποία έστρεψε το επιστημονικό και ερευνητικό της ενδιαφέρον προς την Βυζαντινή περίοδο, την Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως συνέχεια της Κλασικής των Εθνικών Ελλήνων Αρχαιότητας. «Το γένος όμως Έλλην πρό αιώνων,/ και τώρα Χριστιανός μέχρι θανάτου,/ φανατικός κι ορθόδοξος ακραίος.» μας λέει σε ποίημά της, «Ελληνορωμαίος Μάρτυρας». Της πρώτης της συλλογής «Ελληνική Συνέχεια» Ποιήματα Ιστορίας.  Η συλλογή αποτελείται από 50 ποιήματα διαχωρισμένα σε μικρέ ενότητες.

     Ένας ποιητικός λόγος, Μαθήματα Ιστορίας πέρα από ποιητικούς «τυμβωρύχους» του λαϊκισμού και του άκαιρου εθνικισμού, από «πατριδοκάπηλων» ιστορικές θεωρίες και πολιτικά τσιτάτα. Χριστιανοί Άγιοι και Αρχαίοι των Εθνικών Ελλήνων Ήρωες περπατούν σιμά μας, αρχαίοι Θεοί και ο Χριστός συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στα Ποιήματα αυτά, ο Γολγοθάς και η Μακρόνησος ομού, οι Χριστιανοί Σταυροφόροι και οι Μαραθωνομάχοι στο ίδιο ποιητικό κάδρο, πρόσωπα, μύθοι, καταστάσεις, εποχές, δύσκολα διλήμματα και ιστορικές διφορούμενες επιλογές, άθλα και αθλήματα Αυτοκρατόρων, η φιλόσοφος Υπατία και ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, η Στάση του Νίκα και η Τροία όλα όσα η παράδοση του Ελληνισμού συγκράτα στην ροή του και η Ποίησή της, τα Ποιήματά της τα οποία δεν το κρύβει βρίσκονται κάτω από την νοερή πνευματική ομπρέλα του Μικρασιάτη ποιητή Γιώργου Σεφέρη.

Μια σοφή ελληνίδα «γιαγιά» Δασκάλα παιδαγωγός η οποία ήξερε να μεταποιεί την ιστορική φορεσιά της σε ποιητική με την οποία προστάτευε την «Ελληνική Συνέχεια» όπως την είχε βιώσει και ζήσει στην διαδρομή της ζωής της.

          Αξίζουν της προσοχής μας οι τρείς αυτές της ποιητικές συλλογές, που μας αποκαλύπτουν το άλλο ουσιαστικό πρόσωπο της Ελληνίδας Βυζαντινολόγου και καθηγήτριας Ιστορίας Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς 19 Φεβρουαρίου 2026

Αύριο η Αττική Γη θα υποδεχθεί τον επίγειο χρόνο της.

Έφυγε πλήρης ημερών ο Πειραιώτης πανεπιστημιακός καθηγητής και τεχνοκριτικός, ευπατρίδης Μανόλης Βλάχος. Η κηδεία του τελέστηκε στο Κοιμητήριο του Σχιστού την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου το πρωί.  

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος Για την Ελληνική Γλώσσα

 

ΣΙΩΠΗΤΗΡΙΟ  ΕΠΙΓΕΙΟΥ ΒΙΟΥ

της Ελένης Γλύκατζη -Αρβελέρ

(Αθήνα 29/8/1926- Αθήνα 16/2/2026).

Από τα Μαθήματα για την Ελληνική Γλώσσα

του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου.

          ΜΑΘΗΜΑ  ΔΕΥΤΕΡΟΝ

    Η ελληνική γλώσσα

Όπως είπαμε εις το χθεσινό μου μάθημα, η ελληνική γλώσσα ομιλείται εις τον τόπον αυτόν περίπου 4.000 χρόνια. Κατά την τελευταία γενεά η ελληνική ιστορία επροχώρησεν εις βάθος 18 αιώνων προ Χριστού. Με την ανάγνωση των πινακίδων της Πύλου κατορθώσαμε να προχωρήσουμε προς το παρελθόν πολλούς αιώνες. Είναι σχεδόν η περίοδος προ Χριστού τόσον μακρά όσο και η περίοδος μετά Χριστόν. Καθ’ όλην λοιπόν αυτήν την σειράν των αιώνων ομιλείται εδώ εις αυτόν τον τόπον η ελληνική γλώσσα και παρά τις ιστορικές δυστυχίες και γενικώς τους ταλανισμούς του έθνους, η γλώσσα αυτή διατηρήθηκε εις το στόμα του λαού καθαρή και εις την ολότητά της. Αυτό δε έχει τεράστια σημασία, ότι δηλ. διατηρήθηκε η γλώσσα. Και όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά εγγράφησαν εις αυτήν έργα μεγάλης σημασίας, σημαντικά γλωσσικά δημιουργήματα. Έτσι έχομε κατά τον μεσαίωνα τα ακριτικά έπη, για να περιορισθώ εις αυτά, και κατά την τουρκοκρατίαν έχομε το δημοτικό τραγούδι, το οποίον έγινε πηγή για την γλωσσική αναγέννηση της Ελλάδος. Εις αυτό κατέφυγε ο Σολωμός και από κεί άντλησε τη μεγάλη του πίστη για τη γλώσσα την ελληνική. Και από άλλα κείμενα, γιατί ο Σολωμός άντλησε από όλα τα κείμενα που έτυχε να μελετήση. Η γλώσσα τώρα η ελληνική αποτελεί μία αδιαίρετη ενότητα. Είναι ένας τεράστιος οργανισμός, ο οποίος αρχίζει από τον Όμηρο και καταλήγει ως εμάς σήμερα. Ο Όμηρος, βέβαια, είναι ο μεγάλος δημιουργός, ο μέγας παιδαγωγός των Ελλήνων. Ο Όμηρος για τους αρχαίους ήταν η Βίβλος. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η παιδεία των Ελλήνων δεν είναι δυνατόν να νοηθή δίχως τον Όμηρο, δίχως τον μεγαλειώδη αυτόν ποιητή, τον ποιητή του φωτός. Ο Όμηρος είναι όλος φώς. Όλα τα Ομηρικά είναι γεμάτα ζωή και φώς. Φώς, άγιον φώς. Άπλετο φώς. Μεσογειακό φώς. Καμμιά φορά εμείς, επειδή ζούμε μέσα σ’ αυτό το φώς, λησμονούμε και την αγιοσύνη του, λησμονούμε και πόσο μεγάλη σημασία έχει το φώς αυτό για την ύπαρξή μας και την πνευματική μας δημιουργία και για την γλώσσα μας. Γατί η γλώσσα αυτή είναι ακριβώς αρμονική προς το περιβάλλον το φυσικό. Ακούγεται μέσα στο περιβάλλον το φυσικό, όπως ακριβώς δεν ακούγεται καμία άλλη γλώσσα εδώ. Άμα ακούσωμε μία άλλη γλώσσα, ξενιζόμαστε. Δεν γίνεται δεκτή από το περιβάλλον μιά άλλη γλώσσα. Γι’ αυτό, λέγω, πρέπει να συνειδητοποιούμε μέσα μας ότι η γλώσσα ευρίσκεται εν αρμονία με την φύση, με το έργο της φύσεως, με αυτό που υπάρχει γύρω μας. Με το φώς, με τα χρώματα, με τις μορφές, με όλον τον αισθητικό κόσμο. Δεν είναι, λοιπόν, νοητό για την παιδεία του Έλληνος να λείπη απ’ αυτήν ο Όμηρος. Και όταν λέμε δεν μπορεί να λείπη, εννοούμε βέβαια ότι ο Όμηρος πρέπει να μαθαίνεται από τους Έλληνες στην γλώσσα την δική του. Αυτό είναι ένα πράγμα που δεν θέλει εξήγηση, ότι δηλ. για να καταλάβωμε τον Όμηρο πρέπει να τον μάθωμε στη γλώσσα του. Το πράγμα δεν είναι τίποτε το δύσκολο ούτε τίποτε το φοβερό. Γιατί; Γιατί τα 60% του θησαυρού του γλωσσικού του Ομήρου είναι σήμερα κτήμα και στη γλώσσα που ομιλούμε όλοι μας. Τα εξήντα τοις εκατό του γλωσσικού θησαυρού είναι εν χρήσει σήμερα εις το στόμα μας. Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να μάθωμε, με βάση αυτά τα 60%, και τα άλλα 40. Παιδεία, άλλωστε, είναι όπως το είπαμε, να αφομοιώσουμε την ιστορική δημιουργία, το πνεύμα της ιστορίας μας. Δεν είναι νοητό, όπως είπα, χωρίς τον Όμηρο και θα συνεχίσω βέβαια να πω και χωρίς όλους τους συγγραφείς τους αρχαίους. Γι’ αυτό, είναι μεγάλο σφάλμα της Πολιτείας που απομάκρυνε τα αρχαία ελληνικά από τα Γυμνάσια. Έχω πεποίθηση ότι γρήγορα θα το διορθώση το σφάλμα της αυτό η πολιτεία. Διεφώνησα ριζικώς για το θέμα αυτό. Ριζικώτατα διεφώνησα και είπα ότι με την απομάκρυνση των αρχαίων ελληνικών από τα σχολεία τρέφομε τον κίνδυνο να βαλκανοποιηθούμε. Τα αρχαία γράμματα είναι για μας βιολογική ανάγκη. Όχι πνευματική απλώς, αλλά βιολογική ανάγκη. Και διότι όλη μας η πνευματική δημιουργία έρχεται από κει και διότι η νέα ελληνική γλώσσα κατάγεται από την αρχαία και την καταγωγή της αυτή την  απέδειξε με τρόπο περισπούδαστο ο μέγας γλωσσολόγος ο Χατζηδάκις’ απέδειξε πώς κατάγεται η νέα ελληνική γλώσσα από την αρχαία. Αν λοιπόν εμείς δε είμαστε οι φύλακες αυτών των μεγάλων δημιουργιών, ποιοί θα είναι; Εάν εμείς δεν κρατήσωμε τα αρχαία ελληνικά, ποιοί θα τα κρατήσουν τότε; Ξέρετε ότι στην ιστορία του ελληνικού έθνους η γλώσσα αυτή η ελληνική απλώθηκε κάποτε και εκάλυψε όλη τη Μεσόγειο και πέρα ακόμη από τη Μεσόγειο. Ήταν δηλαδή μιά εποχή που η γλώσσα ήταν οικουμενική. Με τον Αλέξανδρο, όπου κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, τα όρια αυτά έφθασαν εις το άκρον άωτον. Ο Αλέξανδρος ήταν εκείνος, ο οποίος επραγματοποίησε εις το έπακρον τον λόγον του Ισοκράτους, ο οποίος λέγει: «Έλληνες εισίν οι της ημετέρας παιδεύσεως μετέχοντες». Ποιοί είναι, λέει, Έλληνες; Όσοι έχουν ελληνική παιδεία. Αυτοί είναι Έλληνες. Αυτός ήταν ο λόγος, ο μέγας λόγος του Ισοκράτους.

          Η ελληνική, λοιπόν, Μεγάλη Ιδέα είναι η γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα. Αυτή είναι η πραγματική Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων. Αργότερα στη γλώσσα αυτή εγράφησαν τα κείμενα των Ευαγγελίων. Την παγκοσμιότητά του δηλ. ο χριστιανισμός την οφείλει εις την ελληνική γλώσσα, όπως θα εξηγήσω αναλυτικά σε άλλη ομιλία. Δεν είναι, λοιπόν, δυνατόν να αθετήσωμε εμείς την καλλιέργεια των αρχαίων ελληνικών. Είναι πλάνη και μεγάλο λάθος της Πολιτείας να απομακρύνη τα αρχαία ελληνικά από τα Γυμνάσια και οι γονείς έχουν εδώ τον πρώτο λόγο. Διότι δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος ή δύο ή πέντε να αποφασίσουν εάν θα μείνουν τα αρχαία ελληνικά εις τα σχολεία ή όχι. Με ποιό δικαίωμα δηλαδή μπορούν πέντε άνθρωποι να το αποφασίσουν αυτό; Δεν έχει κανείς το δικαίωμα αυτό, γιατί όλοι είμεθα περαστικοί και το έθνος είναι αιώνιο. Κανείς δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Γι’ αυτό, λέγω, είμαι πεπεισμένος ότι γρήγορα θα επανέλθουν τα γράμματα τα αρχαία εις τα κλασσικά Γυμνάσια. Και υπάρχει ανάγκη και διότι δεν είναι δυνατόν ο μαθητής στο 16ον έτος της ηλικίας του να αρχίζη να μάθη πλέον τα αρχαία ελληνικά. Έχει άλλα προβλήματα το παιδί στην ηλικία αυτή. Έχει μεγάλα προβλήματα βιολογικά, κοσμοθεωρητικά, έχει μεγάλες ανησυχίες και δεν μπορεί πλέον να αφομοιώση κείμενα, τα οποία του είναι τελείως άγνωστα, ενώ, αν έχη το         Γυμνάσιο αρχίσει, βεβαίως το πράγμα είναι τελείως απλό πιά και πολύ εύκολο. Βεβαίως, πρέπει να αλλάξη ο τρόπος διδασκαλίας και πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα, τα οποία είναι αναγκαία. Όχι όμως να λέμε ότι επειδή δεν τα μαθαίναμε τα αρχαία, γι’ αυτό πρέπει να τα βγάλωμε από τα σχολεία. Την ευθύνη την δική μας θα την φέρωμε στα γράμματα τα αρχαία; Εμείς είμαστε υπεύθυνοι που δεν τα μαθαίναμε και οι δάσκαλοί  μας που δεν μας τα εμάθαιναν καλά. Δέν φταίνε, λοιπόν, τα αρχαία γράμματα. Φταίμε εμείς. Και όπως είπα, πώς; Τα μαθηματικά τα εμάθαιναν όλα; Να τα βγάλωμε τότε και τα μαθηματικά και τη φυσική με αυτό το συλλογισμό. Να βγάλωμε τα δύσκολα όλα, για να ευχαριστηθούμε. Τότε δεν έχομε σχολεία. Το σχολείο έχει αυτόν τον προορισμό. Να μας μάθη ορισμένα πράγματα.

          Η γλώσσα αυτή, όπως είπα, αποτελεί μία ενότητα, από πάνω ως κάτω, δηλ. απ’ τον Όμηρο ως σήμερα. Είναι ένας ποταμός ο οποίος ρέει από την εποχή του Ομήρου έως σήμερα η ελληνική γλώσσα. Βεβαίως, γίνονται μεταβολές, αλλά ο βασικός χαρακτήρας της γλώσσας μένει σταθερός. Όλες οι μεταβολές αυτές μας είναι γνωστές. Τίς σπουδάζομε και πρέπει να τις σπουδάζωμε, για να φθάσωμε στην σημερινή νέα ελληνική γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα είναι γλώσσα συντηρητική. Τα λεκτικά σύμβολά της μένουν αναλλοίωτα διά μέσου των αιώνων. Ο Όμηρος έλεγε θάλασσα, φώς, άνθρωπος, γη, θάνατος κ.λπ. Αυτά τα σύμβολα είναι αυτούσια στο στόμα του σημερινού ελληνικού λαού. Οι νεώτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, δεν έχουν αυτήν την συντηρητικότητα. Γι’ αυτό, ένας σημερινός Γερμανός δεν μπορεί να διαβάση τα κείμενα της γερμανικής γλώσσας που ανήκουν τέσσερες αιώνες πρίν από σήμερα. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες δύο γλώσσες. Αυτή η συντηρητικότης της ελληνικής γλώσσας εξασφάλισε εξ αρχής την ιστορική  της αθανασία.

          Σήμερα υπάρχει μία αναρχία γλωσσική. Και για την αναρχία αυτή βέβαια είμεθα υπεύθυνοι εμείς. Εμείς οι ίδιοι πρέπει όμως να συνειδητοποιήσωμε τί σημαίνει αυτή η αναρχία. Και υπάρχει-και έρχομαι τώρα σ’ ένα δεύτερο σημείο που θέλω να τονίσω- μία έλλειψη σεβασμού προς την γλώσσα. Η γλώσσα απαιτεί τον σεβασμό μας. Την κακοποιούμε την γλώσσα. Κακοποιείται από τον Τύπο, κακοποιείται από τα μέσα τηλεπικοινωνίας, κατά έναν τρόπο απαράδεκτο πολλές φορές. Ένα γενικό χαρακτηριστικό, ένα χάρισμα της ελληνικής γλώσσας γενικώς και της αρχαίας και της νέας ελληνικής είναι ότι κλείνεται. Κλίνονται οι λέξεις, κλίνονται τα ουσιαστικά, κλίνονται τα επίθετα, κλίνονται τα ρήματα. Αυτό, λέγω, είναι ένα χάρισμα, γιατί δείχνει ακριβώς την ευλυγισία που έχει το όργανο αυτό και την αισθητική, την ομορφιά. Διότι η κλίσις είναι χαρακτηριστικό ολίγων γλωσσών. Η ελληνική γλώσσα βέβαια κατέχει τα πρωτεία. Και η αρχαία. Εκεί πλέον η κλίσις είναι κάτι το καταπληκτικό. Κλίνεται όλος ο θησαυρός αυτός ο γλωσσικός. Με την κλίση εκφράζονται αποχρώσεις διανοητικές, πνευματικές, ψυχολογικές. Δεν κλίνεται απλώς για παιχνίδι. Όχι! Είναι μέσα εις την φύση της ελληνικής γλώσσας να κλίνεται. Και όταν κλίνεται, συχνά ο τόνος μετατοπίζεται. Τον μετατοπισμόν αυτόν του τόνου είναι μία ανάγκη αισθητική, η οποία τον επιβάλλει. Αυτήν την ανάγκη πολλοί σύγχρονοι την έχουν καταργήσει. Τέλειωσε. Άκουσα χθες «Το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη». Τί θα πη αυτό; Έπειτα θα μας πη «του άνθρωπου» και ούτω καθεξής. Αυτά είναι βαρβαρότητες. Ή «του δάσκαλου». Ο λαός λέει «του δασκάλου». Γιατί θα πούμε «του δάσκαλου»; Στο στόμα του λαού δεν υπάρχει αυτό, για να είμεθα συνεπείς με αυτό που είπε ο Σολωμός, την γλώσσα δηλαδή που μας εδώρισε ο ίδιος εκείνος. Εδώ λοιπόν υπάρχει μία ασέβεια και η ασέβεια αυτή οδηγεί σε μία αμορφωσιά.

          Είναι προνόμιο του ανθρώπου να μορφώνεται. Όλοι ζητούν να πάνε παραπάνω από ‘κει που είναι. Ο δε λαός περισσότερο από όλους κυττάζει προς τα πάνω. Υπάρχουν, λοιπόν, τώρα μερικοί οι οποίοι τόσο πολύ ασεβούν προς την γλώσσα, ώστε δεν σέβονται ούτε τον λαό. Τον λαό που την εκράτησε στο στόμα του την γλώσσα αυτή. Διότι αυτό είναι το κατόρθωμα το μεγάλο. Την εκράτησε. Για σκεφθήτε, εάν είχε γενικευθή το κακό το οποίον συνέβη σε ωρισμένες ακραίες περιφέρειες του ελληνισμού, να χάσουν οι Έλληνες την γλώσσα τους. Θα είχαν χαθή ως έθνος. Δεν θα τους εγνώριζε κανείς. Υπάρχουν σημεία γύρω στις άκρες, όπου οι Έλληνες πράγματι εξέχασαν την γλώσσα τους από την καταπίεση των βαρβάρων. Δεν είναι λοιπόν αυτό, η ασέβεια προς την γλώσσα, δείγμα αγάπης προς τον λαόν. Όχι! Στρέφεται εναντίον του λαού και είναι κακός ο σκοπός που κρύβεται πίσω απ’ αυτή την ιστορία. Δεν το πίστευα ως τώρα αυτό. Τώρα όμως το πιστεύω. Ότι πίσω απ’ αυτή την κακοποίηση της γλώσσας κρύπτονται κακοί σκοποί! Και το πιστεύω αυτό πλέον. Πενήντα χρόνια δουλεύω τη νέα ελληνική γλώσσα και προσπάθησα σ’ αυτήν να εκφράσω όλη μου την φιλοσοφική σκέψη, όλη μου την δημιουργία την φιλοσοφική. Όλα τα διανοήματά μου. Και πιστεύω ότι αυτό το κατόρθωσα. Βεβαίως δεν είναι εύκολο πράγμα να το κατορθώση κανείς. Αλλά, άμα προσπαθήση και αγαπήση την γλώσσα όπως πρέπει να την αγαπήση, κάποτε φθάνει είς αυτό το σημείον, να μπορή να εκφράζεται και να τα πη όλα, και τα υψηλότερα διανοήματά του. Μπορείτε όλα να τα πήτε στη νέα ελληνική γλώσσα. Στην αρχή μου είπαν πολλοί, πρεσβύτεροι τότε από μένα, τί πάς να κάνης; Δεν μπορείς να τα πής αυτά τα νοήματα στη νέα ελληνική γλώσσα. Δηλ. πρέπει να ακολουθήσω την καθαρεύουσα. Είπα όχι! Γιατί θέλω ακριβώς να καλλιεργήσω την γλώσσα που ο λαός την εκράτησε στο στόμα του χιλιάδες χρόνια. Βεβαίως η γλώσσα αυτή δίχως τον θησαυρό του λεξικού δεν ήταν αρκετή. Αλλά ο θησαυρός του λεξικού του ελληνικού γι’ αυτό υπάρχει. Πρέπει μόνο να ξέρη κανείς να τον χρησιμοποιήση τον θησαυρό αυτό. Και σιγά-σιγά μπαίνει κάθε σύμβολο, σύμφωνα με την ανάγκη που έχει ο συγγραφεύς, μέσα στην ομιλία του. Ας είναι παλιό το σύμβολο. Άμα ξέρης να το χρησιμοποιήσης, μπαίνει και γίνεται δεκτό από τον λαό, γίνεται δεκτό από την κοινωνία, αρκεί να ξέρης. Βέβαια χρειάζεται πολύς κόπος , χρειάζεται πολλή τέχνη, δεν είναι το πράγμα πολύ εύκολο, αλλά γίνεται. Το λέγω αυτό γιατί, επειδή είπα ότι τα αρχαία ελληνικά πρέπει να μείνουν στα Γυμνάσια, ωρισμένοι καλοθεληταί είπαν ότι ο Θεοδωρακόπουλος έγινε καθαρευουσιάνος. Έχομε αυτό το κακό της συκοφαντίας. Είναι πάρα πολύ εύκολο το πράγμα. Πενήντα χρόνια δουλεύω στη νέα γλώσσα και δεν μπορεί να λεχθή αυτός ο λόγος, και όμως το είπαν, γιατί φοβούνται την αλήθεια. Συγχρόνως είμαι ο εισηγητής της καθιερώσεως της δημοτικής εις τα Γυμνάσια και τα Λύκεια. Η αλήθεια είναι ότι τα αρχαία ελληνικά μας χρειάζονται για την ζωή μας. Μας χρειάζονται, επειδή είμεθα Έλληνες. Γιατί δεν έχομε και πολλά πράγματα. Κύριοι. Δεν έχομε και πολλά πράγματα. Έχομε τα αρχαία γράμματα, έχομε τα σπασμένα μάρμαρα, έχομε τα βουνά μας, έχομε λίγες πεδιάδες, πτωχές, μικροπράγματα, έχομε την θάλασσα και το  φώς. Αυτά είναι τα υπάρχοντά μας. Άλλοι λαοί έχουν τα πλούτη της γης και μπορεί να αδιαφορούν. Δεν τους μέλει. Εμείς όμως δεν μπορούμε. Κρατούμε τα ιερά. Όλα αυτά, τα αρχαία γράμματα είναι τα ιερά μας. Δεν μπορούμε χωρίς αυτά. Αλλά δεν μπορεί και η νέα γλώσσα χωρίς την παλιά. Γιατί από κεί παίρνομε συνεχώς. Κι από κεί παίρνουν και οι ξένοι. Η επιστήμη. Η ιατρική, η βιολογία κάθε μέρα αντλεί από κει και κάνει έναν όρο επιστημονικό. Εξακολουθεί δηλ. η ελληνική γλώσσα να έχη παγκόσμια σημασία. Και να την αφήσωμε εμείς; Θα βαρβαρωθούμε.  Ή όπως λέγω απλούστατα θα βαλκανοποιηθούμε. Και είναι κρίμα γι’ αυτό τον λαό, ο οποίος δεν εβαρβαρώθηκε τώρα τόσες χιλιάδες χρόνια και να τον εκβαρβαρώσωμε εμείς;

          Η γλώσσα, λοιπόν, όπως είπα, είναι μία και αδιαίρετη από την αρχαιότητα ως σήμερα. Βεβαίως έχει πολλές μορφές. Και στην αρχαιότητα είχε. Στην αρχαιότητα υπήρχαν πολλές διάλεκτοι. Και βεβαίως την γλώσσα του Ομήρου και την γλώσσα των λυρικών και την γλώσσα των τραγικών δεν την ωμίλησε ο αρχαίος Έλλην έτσι, όπως την γράφουν οι συγγραφείς. Εχρησιμοποιούσε μεν τις λέξεις αυτές, αλλά την πλοκή αυτή, τον λόγο αυτό τον περίτεχνο δεν μπορούσε ο λαός να τον έχη. Μιλούσε απλούστερα. Δεν συνειδητοποιούμε ότι κι εκείνοι τότε οι Έλληνες δεν ωμιλούσαν όπως γράφει ο Πλάτων ή ο Αριστοτέλης, ούτε κι όπως ο Ξενοφών ακόμα. Άλλο λοιπόν είναι ο γραπτός λόγος, ο οποίος είναι λόγος έντεχνος και άλλο ο προφορικός λόγος, ο καθημερινός λόγος. Εδώ υπάρχει μεγάλη διαφορά από τον ένα λόγο στον άλλο. Τα νέα ελληνικά, όπως είπα, έρχονται κατ’ ευθείαν από τα αρχαία, αρκεί να γνωρίζη κανείς να χρησιμοποιή, σύμφωνα με την ανάγκη που έχει το πνεύμα του, να χρησιμοποιή τα σύμβολα που χρειάζεται. Όσα δεν έχει η νέα γλώσσα, θα τα πάρη από την αρχαία. Τελείωσε. Δεν είναι δυνατόν να γίνη αλλοιώς. Ούτε είναι δυνατόν να δημιουργήσωμε καινούργιες λέξεις. Μωρία θα είναι αυτό. Να είμαι πλούσιος και να θέλω να γίνω πτωχός, αφού είμαι πάμπλουτος. Διότι και αυτό είναι το ιδανικόν μερικών. Να πτωχεύσωμε γλωσσικώς. Να κηρύξωμε γλωσσική πτώχευση. Έ όχι! Πάει πολύ. Η σημερινή μάλιστα ανάγκη του έθνους είναι πολύ μεγάλη, γιατί ετοιμαζόμαστε να πάμε εις την Κοινή Αγορά ως λαός, ως έθνος. Εκεί που θα πάμε, δεν μπορούμε να πάμε γυμνοί. Και βεβαίως, ως προς το θέμα των αρχαίων ελληνικών, πάμε με μειωμένα τα κεφάλαιά μας. Θα πάμε εις την Ευρώπη χωρίς τα κεφάλαιά μας αυτά. Αυτό είναι τραγικό! Να έχωμε τα πλούτη αυτά και να τα πάμε πτωχοί, τη στιγμή κατά την οποίαν εκείνοι να ξέρουν αυτά και τα κατέχουν; Έ! Όχι. Πρέπει να το σκεφθούμε πάρα πολύ αυτό το θέμα.

          Είναι, λοιπόν, βιολογική ανάγκη των Ελλήνων να καλλιεργήσουν τα αρχαία γράμματα. Γιατί; Γιατί με την καλλιέργεια των αρχαίων καλλιεργούμε και τα νέα ελληνικά γράμματα. Πρέπει να σας αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, ότι όλοι οι νέοι Έλληνες που έγραψαν καλά τα νέα ελληνικά. Δηλαδή την δημοτική γλώσσα που λέμε, ήξεραν καλά αρχαία ελληνικά. Και οι ποιηταί μας και οι πεζογράφοι μας και όλοι αυτοί. Για να αναφέρω μερικά παραδείγματα, ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Δροσίνης, ο Προβελέγγιος, ο Σικελιανός, όλοι αυτοί εγνώριζαν καλά αρχαία ελληνικά και γι’ αυτό ακριβώς έγραψαν τόσο καλά νέα ελληνικά. Άσχημα τα γράφουν εκείνοι που δεν ηξέρουν καλά ελληνικά αρχαία. Αυτό, λοιπόν, έχει τεράστια σημασία γα την περαιτέρω τύχη της ελληνικής γλώσσας. Γι’ αυτό, ένα μεγάλο αίτημα της παιδείας των Ελλήνων είναι η καλλιέργεια των αρχαίων ελληνικών., σελ.20-30.

--

          ΜΑΘΗΜΑ ΤΡΙΤΟΝ

   Το χρέος μας προς την γλώσσα.

………………………………..

          Κατέληξα χθες να πώ ότι η ελληνική γλώσσα είναι η Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού. Και πράγματι, αυτή είναι η Μεγάλη μας Ιδέα, η ελληνική γλώσσα. Άλλοτε η επικράτειά της ήταν πολύ μεγαλύτερη από σήμερα, αλλά και σήμερα βεβαίως η επικράτεια της ελληνικής είναι πολύ μεγάλη. Και είναι δυνατόν να μεγαλώση η επικράτειά της, αρκεί εμείς να το θελήσωμε και να το αποφασίσωμε. Οραματίζομαι τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα ξένα Πανεπιστήμια και ιδίως εκεί που δεν διδάσκεται, όπως είναι όλα τα κράτη της Ανατολής, όλα τα Αραβικά κράτη, τα οποία έχουν μία συμπάθεια εις τους Έλληνες, δεν τους αντιπαθούν, κατά κανόνα τουλάχιστον. Εκεί οραματίζομαι ότι υπάρχει μεγάλο μέλλον για την ελληνική γλώσσα, τον ελληνισμό γενικώς, το πνεύμα του ελληνισμού. Μπορεί η ελληνική Πολιτεία, εν συμφωνία με την αντίστοιχη ξένη Πολιτεία να πληρώση μία έδρα και να στείλη έναν εκεί πέρα καθηγητή, ο οποίος να διδάσκη  τα ελληνικά. Σιγά-σιγά- σιγά θα αρχίσουν να τον ακούνε. Το πιστεύω ακράδαντα αυτό, αρκεί να το αποφασίση η πολιτεία μας και να το βάλη εμπρός.

          Είπα χθες στο δεύτερο μέρος της ομιλίας μου ότι υπάρχει σήμερα και μία έλλειψη, μεγάλη μάλιστα έλλειψη σεβασμού προς την γλώσσα και αυτό βέβαια είναι κάτι που μειώνει τον πολιτισμό, τον γλωσσικό  πολιτισμό, γιατί η καλλιέργεια της γλώσσας είναι ακριβώς το σπουδαιότερο αίτημα για την όλη καλλιέργεια ενός λαού. Δεν πρέπει λοιπόν να λείπη ο σεβασμός μας προς την γλώσσα. Υπάρχει μία κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Τα πράγματα βέβαια ωδήγησαν εκεί, θα εξηγήσω όμως ότι πάλι εμείς είμαστε υπεύθυνοι για αυτό. Στα 1976 το Υπουργείο Παιδείας συνέστησε μία Επιτροπή Παιδείας και είχα την τιμή να ορισθώ πρόεδρος αυτής της επιτροπής. Τα άλλα μέλη όλα ήσαν εκπαιδευτικοί, και μάλιστα εκπαιδευτικοί πεπειραμένοι. Εργάσθηκε η επιτροπή αυτή επί 4 μήνες, όλο το καλοκαίρι, υπό καύσωνα και κατέληξε εις ωρισμένα συμπεράσματα. Τα πρακτικά της περιλαμβάνουν 1.000 σελίδες και τα συμπεράσματα 160 σελίδες. Εκεί μέσα ακριβώς είναι πάρα πολλά, από αυτά τα οποία λέω εδώ ενώπιον υμών σήμερα, δηλαδή, πράγματα τα οποία τα υπεστήριξα εκεί στην επιτροπή και έγιναν δεκτά παμψηφεί. Έγινε δεκτό, ότι πρέπει να καθιερώσωμε τη δημοτική γλώσσα εις τα Γυμνάσια, σταδιακώς όμως, όχι από την μία μέρα στην άλλη, σταδιακώς και αφού έχωμε εκ των προτέρων το βιβλίο έτοιμο, τα βιβλία μάλλον έτοιμα, καινούργια, όχι να μεταφράσωμε τα βιβλία που υπήρχαν στην καθαρεύουσα, διότι αυτό έγινε με την μεταρρύθμιση. (Πενήντα βιβλία παλαιά στην καθαρεύουσα μεταφράστηκαν από το Υπουργείον και εδόθηκαν ως νέα βιβλία. Αυτό είναι απαράδεχτο και το καταγγέλλω το γεγονός αυτό.). Τότε λοιπόν κατέληξε η επιτροπή εις ωρισμένας αποφάσεις. Μία από τις αποφάσεις αυτές ήταν ότι τα αρχαία θα διδάσκωνται τόσες ώρες την εβδομάδα, δέκα ώρες την εβδομάδα… Γιατί; Λέει η επιτροπή, γιατί θέλομε να υποστηλώσωμε ακριβώς με την καλλιέργεια της αρχαίας τη νέα ελληνική γλώσσα. Καμμία από τις αποφάσεις και τις προτάσεις της επιτροπής δεν έγινε δεκτή. Το όλον σώμα των αποφάσεων επήγε στο ντουλάπι. Και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό, είναι η δεύτερη. Διότι στα ’57 είχε επίσης συσταθή μία Επιτροπή Παιδείας που ήμουνα μέλος τότε επίσης και εργάσθηκε αυτή η επιτροπή επί μήνες και κατέληξε σε ωρισμένα συμπεράσματα, αλλά και τότε όλη αυτή η εργασία παραμερίσθηκε. (Δεν πρέπει εδώ να λησμονήσω να σας πω ότι τότε ακριβώς, στα ’57 δηλαδή, όταν συνεζητούσαμε τα θέματα των Πανεπιστημίων, έθεσα το πρόβλημα, την ανάγκη, ιδρύσεως τρίτου Πανεπιστημίου. Το αναφέρω αυτό για την συνέχεια. Όχι γιατί είπα να γίνη τρίτο Πανεπιστήμιο, αλλά η συνέχεια ήταν ότι όλα τα μέλη της τότε Επιτροπής απόρησαν για την πρότασή μου αυτή. Όμως με την επιμονή που έδειξα αναγκάσθηκαν να αλλάξουν γνώμη. Και είπα μάλιστα, ότι ο χώρος στον οποίο πρέπει να γίνη είναι ο βορειοδυτικός χώρος της Ελλάδος, ο οποίος είναι ακριβώς ακάλυπτος πνευματικώς. Είπα ότι είναι της πολιτικής χρέος να πη που θα γίνη το Πανεπιστήμιο, σε ποια πόλη, αλλά εγώ είπα ότι ο χώρος αυτός, ο βορειοδυτικός, είναι πνευματικώς ακάλυπτος. Βέβαια είναι κάτι το, θα έλεγα όχι μόνο περίεργο, αλλά έχει μέσα και μια ειρωνεία της ιστορίας αυτό που θα σας πώ τώρα’ ότι τα πράγματα ήρθαν έτσι, ώστε ωρίσθηκα ως πρόεδρος, μαζί με άλλους συναδέλφους στα ’66 να ιδρύσω το Πανεπιστήμιο Πατρών, αυτό το πανεπιστήμιο, το οποίον η επιτροπή το έβλεπε σχεδόν τότε ως μία φαντασιοκοπία. …….

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ- 3 ΜΑΪΟΥ 1979.

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΧΟΛΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Ο ΠΛΗΘΩΝ.

ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ.

ΜΑΓΟΥΛΑ  ΣΠΑΡΤΗΣ

ΤΌΜΟΣ 5Ος

Αθήνα 1979.

Το βιβλίο περιλαμβάνει:

1., ΠΡΟΛΟΓΟ του Ι. Ν. Θ.

2., Η ελληνική γλώσσα

3., Το χρέος μας προς τη γλώσσα

4., Ανθρωπιστική και τεχνική Παιδεία

5., Η ελληνική μυθολογία ως κύριον μάθημα εις τα ελληνικά σχολεία

6., Το μάθημα της Ιστορίας της Τέχνης

7., Το μάθημα της Ιστορίας

8.,, Το μάθημα των Θρησκευτικών

          Τα όσα μας λέει ο Πλατωνιστής Δάσκαλος Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλος, δεν εκφράζουν μόνο την εκπαιδευτική κακοδαιμονία της εποχής του αλλά, σε σημεία τους και την σημερινή μας πολιτική και κοινωνική αβελτηρία και νοοτροπία ημών των Ελλήνων. Σίγουρα ο Ι. Ν. Θ. κατέχει μία εξέχουσα θέση όχι μόνο στους χώρους της ελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και στην Πλατωνική γραμματεία αλλά και στην Ιστορία της Ελληνικής Εκπαίδευσης. Οι απόψεις του είναι πρωτοποριακές για την εποχή τους και σοβαρές ως προς την υλοποίηση των ζητημάτων που θίγει. Όσον αφορά την έγνοια του για την ελληνική γλώσσα αυτό είναι κάτι το αυτονόητο για ένα πνευματικό μέγεθος σαν τον Θεοδωρακόπουλο. Γιά την χρήση τόσο της Καθαρεύουσας όσο και της Δημοτικής μας έχει σε κείμενά του ξεκαθαρίσει τις απόψεις και τις θέσεις του. Η λεγόμενη από τον ίδιο «Υψηλή δημοτική» που ο ίδιος επέλεξε να χρησιμοποιεί σε βιβλία του είναι ένα κράμα που κινείται μέσα στα όρια μιάς «κόσμιας» Δημοτικής έκφρασης κατανοητής και εύληπτης. Εξάλλου, ο ίδιος όπως του αναγνωρίστηκε ευφηύρε τους ελληνικούς φιλοσοφικούς όρους και τις έννοιες των ξένων κειμένων που μεταφράζει στα ελληνικά. Πυκνογραμμένη η γραφή του αλλά όχι δυσνόητη το δε ύφος του καθαρό. Εμφανίζονται σποραδικά στα κείμενά του λέξεις που χρειάζονται λεξικό για να τις καταλάβεις. Πάντως τα κείμενά του είναι στρωτά και δεν τα φορτώνει με λεκτικά μπιχλιμπίδια. Οι δε μεταφράσεις του και ο σχολιασμός των Πλατωνικών έργων που σπουδάζει και ερευνά διατηρούν ακόμα και σήμερα το εύοσμο άρωμά τους και την γλωσσική φωτεινότητά τους.

          Από το 1975 έως το 1979 που ο Θεοδωρακόπουλος ίδρυσε στη Μαγούλα της Σπάρτης την ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΧΟΛΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Ο ΠΛΗΘΩΝ, κυκλοφόρησαν 5 βιβλία με τα Μαθήματα που έγιναν στα Φιλοσοφικά και ευρύτερα της Ελληνικής Παιδείας αυτά Σεμινάρια. Τα Μαθήματα της Β΄ και Γ΄ περιόδου είχαν σαν θέμα τους τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθων. Οι γερμανόγλωσσες εργασίες του δεν έχουν μεταφραστεί όλες στα ελληνικά. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μικρές εργασίες του για έλληνες λογοτέχνες όπως ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Γιάννης Ζερβός, ο Γιώργος Σαραντάρης, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Άγγελος Σικελιανός, ο κλασικός δάσκαλος Ιωάννης Συκουτρής, ο Μακρυγιάννης... Η καθηγήτρια Αναστασία Κατσίκη- Γκίβαλου εξετάζει ορισμένες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες με τις οποίες ασχολήθηκε ο Ι. Ν. Θ. στο «Νεοελληνικά Προβλήματα». Χρήσιμες υποδείξεις ενός φιλοσόφου, ιδιαίτερα στην δεύτερη ενότητα του άρθρου της σελ. 454-460 στον Αφιερωματικό Τόμο του «Δεσμού» Αθήνα 1975.

Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος ευτύχησε να ζήσει και να καλλιεργήσει την προσωπικότητά του σαν νέος φοιτητής σε ένα πνευματικά πλούσιο σε παιδεία και ευκαιρίες φιλοσοφικό περιβάλλον στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης κοντά σε σημαντικούς καθηγητές της εποχής εκείνης. Η γερή κατοχή στις ξένες γλώσσες ιδιαίτερα τα Γερμανικά στα οποία έγραψε και τις πρώτες του διδακτορικές διατριβές αλλά και τα Γαλλικά του, τον βοήθησαν να φανερώσει τις υψηλές δυνατότητες της σκέψης του και της σοβαρής κλίσης του, το πάθος του προς την Φιλοσοφία. Όπως ο ίδιος μας αφηγείται στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο των χρόνων των σπουδών του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», του προσφέρθηκαν οι δυνατότητες και του προτάθηκαν οι ευκαιρίες να παραμείνει στην ανακτορική Χαϊδελβέργη και να σταδιοδρομήσει ως πανεπιστημιακός δάσκαλος από τις δεσπόζουσες πανεπιστημιακές προσωπικότητες της εποχής εκείνης. Η μεγάλη του όμως νοσταλγία για την Ελλάδα και το Ελληνικό φώς της, το ελληνικό τοπίο της, τον έκαναν να αρνηθεί τις ξένες προτάσεις και να επιστρέψει στην πατρίδα του όπου ευδόκιμα και παραγωγικά σταδιοδρόμησε ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, χαράσσοντας την εύκαρπη πάντα συγγραφική πορεία του με σημαντικές αναγνωρίσεις και τιμές. Η ζωή του Πλατωνιστή Έλληνα Δασκάλου μοιάζει με παλαιό θρύλο όπου το άτομο, ο χώρος και η σπουδή της φιλοσοφίας γίνονται ένα. Δένουν αρμονικά σε μία πορεία συνεξέτασης και παρατήρησης καταγραφής των βιωματικών του συμβάντων. Η προσωπική του μαρτυρία αν προστεθεί με τις προσωπικές αναμνήσεις των άλλων φίλων του συν σπουδαστών και συναθλητών του Κ. Τσάτσου, Π. Κανελλόπουλου και άλλων, μας δίνουν μία πανοραμική εικόνα της πανεπιστημιακής ατμόσφαιρας του ευρωπαϊκού χώρου που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Σίγουρα η ανάγνωση της 7η Πλατωνικής Επιστολής που μας άφησε ο θείος Πλάτων και μας αφηγείται πολιτικά πεπραγμένα της δικής του ζωής θα επηρρέασαν τον νεαρό έλληνα σπουδαστή και εραστή της φιλοσοφίας. Αν φέρουμε στην σκέψη μας και το παράδειγμα του ποιητή Γκαίτε και το ενδιαφέρον του για τα πολικά κοινά ή πάλι την πολιτική πλευρά του Λόρδου Μπάϊρον θα κατανοήσουμε γιατί ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος  ακολουθώντας την των αρχαίων ελλήνων ποιητών παράδοση να μετέχουν στα κοινά, να ενδιαφέρονται δηλαδή για την Πόλη τους, τι άλλο μας δείχνουν τα έργα «Πολιτεία» και «Νόμοι» του Πλάτωνος, ασχολήθηκε-όπως και οι άλλοι δύο- με τα πολιτικά κοινά. Και οι τρείς Χαϊδελβεργιανοί, Τσάτσο, Κανελλόπουλος, Θεοδωρακόπουλος δεν υπήρξαν θεωρητικοί φιλόσοφοι αλλά και έντονα πολιτικοποιημένες προσωπικότητες που σημάδεψαν τα πολιτικά πράγματα της σύγχρονης Ελλάδας.

          Είθε με τα σημειώματα αυτά να ξανά έρθουν σε επαφή με το φιλοσοφικό και παιδαγωγικό πνεύμα και την σκέψη του οι σύγχρονοι Έλληνες, να αναζητήσουν τις μελέτες και τα βιβλία του. Όσο για τα Λογοτεχνικά Πάρεργα, θα συνεχίσουν με μερικά ακόμα σημειώματα εις μνήμη του.

       Ο ουρανός «ο μεγάλος Ουρανός» που μας τραγούδησε ο Δημήτρης Χορν στην γνωστή μελωδική σύνθεση του Μάνου Χατζιδάκι «είναι ακόμα σκοτεινός….». Αφρικανική σκόνη εδώ και δύο μέρες σκεπάζει την ατμόσφαιρα του λεκανοπεδίου, τα μάτια τσούζουν, δακρύζουν, η αναπνοή δυσκολεύει, η μύτη στάζει, όπως και η οροφή του σπιτιού. Βρέχει συνεχώς εδώ και μέρες, κρύο, η υγρασία πιρουνιάζουν τα κόκκαλα, το σώμα κυρτώνει, πίνεις ζεστά ξεφυλλίζοντας βιβλία. Απόγευμα Δευτέρας 16 Φεβρουαρίου 2026, οι σταθμοί διακόπτουν το πρόγραμμά τους και ανακοινώνουν την είδηση της απώλειας της ιστορικού και Βυζαντινολόγου Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ σε ηλικία 99 ετών. Πρυτάνεις και καθηγητές μιλούν για το έργο της. Από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του σύγχρονου Ελληνισμού. Την θυμόμαστε στις ομιλίες της στο Ίδρυμα Χορν Γουλανδρή. Ποιήματά της μελοποιήθηκαν και ερμηνεύτηκαν με επιτυχία. Τα Βυζαντινά βιβλία της και οι μελέτες διαβάστηκαν με μεγάλο και θερμό ενδιαφέρον. Θα φτερουγίζει τώρα για να συναντήσει τον Χρίστο Γιανναρά, τον Νίκο Σβορώνο, τον Στήβεν Ράνσιμαν, τον Βασίλιεφ, τον Ζακυθηνό, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και άλλους εραστές του Βυζαντίου για να διοργανώσουν τα πνευματικά τους Συμπόσια.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

17 Φεβρουαρίου 2026