Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μουσικολόγος Γεώργιος Ι. Χατζηδάκις

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

του ΧΡΗΣΤΟΥ  ΛΕΒΑΝΤΑ

περιοδικό ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1964.

ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΤΕΧΝΕΣ

 Έτος Τέταρτο, σ.66-71

Διευθυντής ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΓΙΑΚΗΣ

ΓΡΑΦΕΙΑ: ΚΛΕΙΣΘΕΝΟΥΣ 17 ΑΘΗΝΑ

Εξώφυλλο Σταύρος Μαμινάκης

          Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Σ  Χ Α Τ Ζ Ι ΔΑ Κ Ι Σ

     Στις 3 Νοεμβρίου 1963 σε βαθύ γήρας, έσβησε στον Πειραιά, όπου διέμενε από χρόνια μιά μορφή, που με το πνευματικό έργο του και κύρια με την ανεκτίμητη συμβολή του, στην περισυλλογή, την καταγραφή και τη διάσωσι των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής μουσικής παράδοσης, αλλά και με το υπόδειγμα ζωής, που μας προσέφερε, στάθηκε άξιος, κατά πάντα, γόνος της Κρήτης: Ο Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις, πούχε γεννηθή στις 28 του Δεκέμβρη 1871 στο Ηράκλειο. Ήταν, καθώς ξέρουμε και καθώς, έχει βεβαιωθή από αδιάψευστα στοιχεία, που προέκυψαν από σχετικές έρευνες και μελέτες Κρητικών ερευνητών και ιστοριογράφων έγγονος του θρυλικού Γωνιακού ήρωα του ονομαστού «Χαϊνη» που τόσο τον έχει τραγουδήσει η Κρητική δημοτική ποίηση, για τη λεβεντιά και το μαρτυρικό θάνατό του, του Μιχάλη Βλάχου. Πάει καιρός που χάρις εις άοκνη εργασία του κ. Ν. Σταυρινίδη βρέθηκε στο Τούρκικο αρχείο του Ηρακλείου το Σουλτανικό Φερμάνι της καταδίκης του Μιχάλη Βλάχου σε θάνατο, με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 1856. Παιδί της μοναχοκόρης του Χρυσάνθης, που είχε σωθή, ύστερα από τον αποκεφαλισμό του- που έγινε στο Μεϊντάνι στις 18 Φλεβάρη 1857- με τη φροντίδα των δημογερόντων του Ηρακλείου, «Θυγάτριο» μόλις τριών χρόνων τότε, κι’ είχεν υιοθετηθή  κι’ ανατραφή απ’ τον έμπορο Μάρκο Ελευθεράκη, εκ του γάμου του με τον Φοδελιανό Ιωάννη.

          Ο Μιχάλης Βλάχος-που οι Σφακιανοί χάρις εις την αδρειωσύνη του και την ομορφιά του τον είχε ονοματίσει έτσι- ανήκει ιστορικά στην οικογένεια Καλησπέρη, οικογένεια παλιών αγωνιστών πούχαν παράδοση να εξακολουθούν την πάλη κατά του Τούρκου δυνάστη και μετά τις αναγκαστικές «περιόδους ειρήνης» που τα πολυάριθμα πάντα φουσάτα της Πύλης επέβαλαν στον σε αέναο ξεσηκωμό ευρισκόμενο λαό της Κρήτης.

          Ο τελευταίος που έκλεισε τον αριθμό των αγωνιστών υπήρξε ο Μελέτιος Καλησπέρης, ο ηγούμενος της Μονής Ιερουσαλήμ της επαρχίας Μαλεβυζίου, θείος του Μιχάλη Βλάχου, αδελφός του πατέρα του, πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής των δώδεκα επαρχιών της μέσης και ανατολικής Κρήτης στον αγώνα του 1866 που, ύστερα από μακρόχρονη εξορία στην Πόλη, αξιώθηκε υπέργηρος να ξαναδή το χώμα της Κρήτης και που όλη του την στοργή έριχνε, μαζί με την Χαριστή, την γυναίκα του Μιχάλη Βλάχου, στον μόνον από τους εγγονούς του Βλάχου στην Κρήτη διαβιούντα, τον Γιωργή, τότε μικρό παιδί.

          Από την πλευρά μητέρας ο Γεώργιος Χατζιδάκις είχε περίφημη παράδοση προγόνων που αγάπησαν και θυσιάστηκαν για την Κρήτη. Την παράδοση αυτή, της αγάπης για την Κρήτη την μετουσίωσε θαυμάσια στον τομέα της Τέχνης. Δίδει ολόκληρη την ζωή του, μία ζωή σπουδής και μελέτης, για να συλλέξη και να καταγράψη ότι υπάρχει κίνδυνος να χαθή απ’ όσα εκφράζει σ’ άλλους τομείς, εκτός από τον τομέα του πολέμου και των όπλων, η ψυχή του λαού της Κρήτης.

          Πασχίζει να μη χαθή τίποτε από τους «παληούς σκοπούς», τους παληούς χορούς από τη ζωντανή αυτή έκφραση της ψυχής του Κρητικού. Έχει την πίστη πως στους ήχους της κρητικής λύρας, στα τσακίσματα και στη λυγεράδα του χορευτή, στο ωραίο και αγέρωχο της Κρητικής μελωδίας, αποκαλύπτεται όλο το μεγαλείο της Κρήτης από τους παληούς χρόνους ίσαμε τους τωρινούς.

Η συνειδητή ιστορία του Γ.Ι. Χατζιδάκι, του σπουδαίου αυτού Κρητικού, αρχίζει με την μετακίνηση του νεαρού τότε παιδιού από την Κρήτη στο Πειραιά.

          Οι γονιοί του Γ. Χατζιδάκι, μαζί με τα παιδιά τους, για να περισωθούν από τους καταδιωγμούς των Τούρκων, στα χρόνια των Κρητικών Επαναστάσεων και ολοκαυτωμάτων, στο 1889 είχαν καταφύγει στον Πειραιά, όπου εκείνος σπούδαζε αποφοιτήσας απ’ το Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων, εγγραφείς έπειτα και παρακολουθήσας μαθήματα Νομικής, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο διάστημα των σπουδών του, εκδηλώθηκε η αγάπη του στα πνευματικά έργα και ιδιαίτερα στη Μουσική,- από παιδί αιστάνονταν ακατανίκητη ροπή στη μουσική, σε ηλικία δε 15 χρόνων, ήταν το πρώτο κλαρίνο στη Φιλαρμονική Ηρακλείου-με την ανάμειξή του στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του Πειραιά και στη δημοσιογραφία. Υπήρξε τότε μεταξύ των ιδρυτών του Πειραϊκού Συλλόγου από τον οποίο εξεπήδησεν αργότερα ο και ήδη λειτουργών περίλαμπρος «Πειραϊκός Σύνδεσμος», ο πρωτοστατήσας στην ανασυγκρότηση επί δημαρχίας Τρύφωνος Μουτζόπουλου, της υπό διάλυσι τελούσης Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιώς, με Αρχιμουσικόν τον περίφημον Βαυαρόν Ανδρέαν Σάϊλερ, διευθυντήν της Μουσικής της Φρουράς Αθηνών και μετέπειτα Γεν. Επιθεωρητήν των Στρατιωτικών Μουσικών του Κράτους, συντάξας και το κανονισμόν της το 1898 καθώς και στην υποβοήθησι του Δήμου, με την μουσική του ενημέρωσι αλλά και την γνώσι ξένων γλωσσών- ήταν κάτοχος της Ιταλικής και Γαλλικής- στην μετάκλησι εξαιρέτων και αρτίας συγκροτήσεως μεγάλων Ιταλικών Μελοδραμάτων θιάσων, για να δίνουν παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς.

          Τότε είχε πρωτοπαιχθή από την Δημοτική Φιλαρμονική Πειραιώς, υπό την διεύθυνσιν του Σάϊλερ, που το εναρμόνισε, το πρώτο μουσικό έργο του για πιάνο, η «Πυρρύχη» δηλαδή ο Καστρινός πηδηχτός χορός, που εξεδόθη και από τον Αθηναίο εκδότη Ζ. Βελούδιο. Η παρτιτούρα του, υπάρχει και τώρα στο Αρχείο της Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιώς. Σύγχρονα δίδασκε στη Σχολή της Φιλαρμονικής και σε εργάτες των Πειραϊκών εργοστασίων μουσική και επωφελούμενος της συρροής στον Πειραιά Κρητών προσφύγων, άρχισε να μεταγράφη και να καταρτίζη συλλογές, ακροώμενος φημισμένους Κρητικούς λυράρηδες, λαϊκές μουσικές συνθέσεις της Κρήτης, τραγούδια καθώς και χορούς.

          Τον ίδιο καιρό και συγκεκριμένα από το 1896- νεαρώτατος ακόμα είχε μπη στη δημοσιογραφία και συνεργαζόταν τακτικά στο «Άστυ» του Δ. Κακλαμάνου, στην «Εφημερίδα των Συζητήσεων» του  Β. Δεληγιώργη και στην «Ακρόπολη» του Βλ. Γαβριηλίδη.

          Στα 1899, ένα χρόνο μετά την Αυτονομία της Κρήτης, ο Γεώργιος Χατζιδάκις επανήλθε στην Κρήτη και εγκατεστάθη στο Ηράκλειο όπου ίδρυσε τον Μουσικό Σύλλογο "Απόλλωνα» και τη Φιλαρμονική του Δήμου και μαζί με τον φωτισμένο εκδότη και τυπογράφο Στυλιανό Αλεξίου που τα παιδιά του (1) –η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η Έλλη Αλεξίου, ο Λευτέρης Αλεξίου,- αναδείχθηκαν στα νεοελληνικά γράμματα, κι’ έγιναν απ’ τις πρώτες μορφές τους, τον αλησμόνητο επιστήμονα Ξανθουδίδη, που φρόντισε την έκδοση του «Ερωτόκριτου», τον Καζαντζάκη κι άλλους Ηρακλειώτες λόγιους και φιλότεχνους, προώθησε την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του.

          Στο μεταξύ συνέχιζε ακάματα και μεθοδικά την έρευνα, συλλογή και μελέτη των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής μουσικής, περιερχόμενος την Κρήτη, και καταγράφοντας, ακροώμενος, τους λαϊκούς τραγουδιστές και οργανοπαίχτες, τους μουσικούς τόνους τους.

          Το ήθος, η ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια, αλλά και η νομική του κατάρτισι, έγιναν αφορμή στο διάστημα αυτό, να μην μείνη αχρησιμοποίητος από την νεοσύστατη Κρητική Πολιτεία και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Έτσι κλήθηκε να οργανώση νομοθετικά την Τελωνιακή υπηρεσία, τούτο δε συνετέλεσε να μπη στον τελωνειακό κλάδο, υπηρετήσας αρχικώς σαν τελώνης στον Αγ. Νικόλαο και έπειτα από δέκα χρόνια, όταν επανεγκατεστάθηκε στον Πειραιά, έγγαμος πιά και πατέρας τριών παιδιών-ο δεύτερος είναι διακεκριμένος ήδη παιδίατρος κ. Σοφοκλής Γ. Χατζιδάκις, γνωστός και στους πνευματικούς κύκλους ως τακτικός συνεργάτης στο περιοδικό «Ακτίνες» με το όνομα, που ανήκει στην γενιά του, «Καλησπέρης» (2)-σαν ανώτερος υπάλληλος και στην Τελωνιακή υπηρεσία του πρώτου Ελληνικού λιμανιού.

   Το μεγάλο πάθος του, όμως προς την Κρητική μουσική, ουδέποτε και μέχρι του θανάτου του, έπαυσε να υπηρετή. Έτσι μεγάλη και πολυσήμαντη είναι η εισφορά του: Μελέτες του, δημοσιευμένες κατά το 1909 και το 1911 στο τότε εκδιδόμενο περιοδικό «Κρητική Στοά» (τόμος Β και Γ) για τους Κρητικούς χορούς, με τεχνική ανάλυσι των δύο από τα πιό κύρια ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης, το «Σε ψηλό Βουνό» και το «Πότε θα κάμη ξαστεριά»- προκάλεσαν τόση απήχηση στους μουσικολογικούς κύκλους, ώστε ασχολήθηκε με αυτές και το τότε έγκυρο μουσικό περιοδικό «Η Μουσική», που έβγαινε στην Πόλη από τον Γ. Παχτικό. Σε τεύχος του έγραψε μεταξύ άλλων ότι «ο εξ Ηρακλείου Κρήτης έγκριτος μουσικολόγος κ. Γ. Χατζιδάκις, λύει το ζήτημα της εναρμονίσεως των Ελληνικών δημοτικών ασμάτων διότι υποδεικνύει την δημιουργίαν ειδικών Ελληνικών χαρακτηριστικών συγχορδιών, προς αρμονικήν επένδυσιν της δημοτικής μας μουσικής».

          Πρέπει επίσης να προστεθή, ότι χαρακτηριστική της προκληθείσης εντυπώσεως, είναι ότι από τα πρώτα του αυτά μελετήματα του Γ. Χατζιδάκι, παρακινήθηκαν να κατέβουν τότε στην Κρήτη για να μεταγράψουν ριζίτικα τραγούδια, ο αξέχαστος Ν. Νάζος, διευθυντής στα χρόνια εκείνα του Ωδείου Αθηνών και ο διακεκριμένος καθηγητής της Βυζαντινής Μουσικής Ψάχος.

          Επηκολούθησαν νεώτερα μελετήματά του και επανεκδόσεις του Καστρινού πηδηχτού, για μαντολίνο και βιολί, κατά το 1910, που προκάλεσαν νέα ανεπιφύλαχτα εγκωμιαστικά κριτικά σχόλια των μουσικολόγων.

          Συγκεκριμένα διαβάζουμε στο τότε εκδιδόμενο στην Αθήνα από τον Δ.Ι. Καλογερόπουλο περιοδικό «Πινακοθήκη»- έτος Θ΄ τεύχος 104 Οκτωβρίου 1909- τις ακόλουθες κρίσεις:

          «Σπουδαιοτάτην συμβολήν εις την λαογραφίαν, παρέχει ο εν Ηρακλείω της Κρήτης κ. Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις, δια της εκδόσεως της μουσικής Κρητικών χορών. Πρώτον μουσικόν τεμάχιον εξεδόθη ο Πηδηχτός Μαλεβυζιώτικος και Καστρινός, θα ακολουθήσουν και αι λοιπαί σειραί του Πηδηχτού, ήτοι Κονδυλιές της Μεσσαράς, της Πεδιάδος και του Μεραμβελίου. Ο ρυθμός των Κρητικών χορών, είναι χαρακτηριστικός, διακρινόμενος διά την γοργότητα. Τα μέλη μεταγράφησαν πιστώς εις την εκτέλεσιν παλαιών εγχώριων οργανοπαιχτών απηλλάγησαν δε, από κάθε νεωτέραν προσθήκην ή τροποποίησιν».

          Εξ άλλου, στα «Παναθήναια» του Κιμ. Μηχαηλίδη – Έτος Ι τεύχος 224, 31 Ιανουαρίου 1910- διαβάζουμε κριτικό σημείωμα, με υπογραφή Θ. Κλ…. Για την έκδοση «Κρητικοί χοροί» Α΄ πηδηχτός Μαλεβυζιώτικος και Καστρινός, μεταγραφή δια μανδολίνο ή βιολί υπό Γ. Ι. Χατζιδάκι, στο οποίο εξαιρείται ο μόχθος του για να περισωθούν τα δημοτικά μας τραγούδια και προστίθεται: «Το δημοσιευθέν αυτό δείγμα της επιπόνου, αλλά πολυτίμου Εθνικής εργασίας του κ. Χατζιδάκι, εμπνέει την εμπιστοσύνην την οποίαν πρέπει να έχη τίς είς το έργον του».

          Περνάνε τα χρόνια, οι καιροί, χωρίς να σταματήση ο μόχθος του, η έρευνα, η μελέτη και η διάσωσι των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής λαϊκής μουσικής. Και ο Γεώργιος Σκλάβος αναγνωρίζει τούτο στο κατά την μεταπολεμικήν περίοδο εκδοθέν από τον Σπύρο Μελά, στην Αθήνα περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία» (τεύχος 60), δημοσιεύοντας σ’ αυτό μελέτη του περί Κρητικής Μουσικής, ότι ο κ. Γ. Χατζιδάκις, «πρώτος εγνώρισε την δημοτικήν Κρητικήν εις τον Ελληνικόν μουσικόν κόσμον». Την αυτήν αναγνώρισιν κάνει το 1954 και ο διάσημος Ελβετός Αρχιμουσικός Σαμουήλ Μπομποβί, που είχε μελετήσει τις εργασίες του Γ. Χατζιδάκι και είχε κατέβει τότε στην Κρήτη για την ηχογράφηση Κρητικών τραγουδιών. Ακόμα και ο εξαίρετος Κρητικός πεζογράφος Παντελής Πρεβελάκης στον «Κρητικό» του, κάνει περιγραφή Κρητικού γλεντιού, βασιζόμενος στην εργασία του για τους Κρητικούς χορούς που είχε δημοσιευθή στην «Κρητική Στοά» του Ηρακλείου του 1910.

          Οι Κρητικοί γνώριζαν και παρακολουθούσαν με αγάπη την εργασία του, πρίν μας δώκη το ογκώδες βιβλίο του για την «Κρητική Μουσική» 1958, που τιμήθηκε και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Έργο, που στάθηκε αποκορύφωμα του πολύχρονου και πολύμοχθου πάθους του, για τον λαϊκό μουσικό πλούτο της πατρίδας του. Σχετικό σημείωμα, δημοσιεύτηκε και στην «Κνωσό» το Μηνιάτικο δελτίο του φερώνυμου Αθηναϊκού Συλλόγου Κρητών- Έτος 2ον Αρ. 11, Αύγουστος 1954, σελ. 26 από τον Ο.Θ. (Οδυσσέα Θαλασσινό) αναφέρονται βιογραφικά στοιχεία του και εξαίρεται το έργο του.

          Ο αξέχαστος μεγάλος μας μουσουργός Ακαδημαϊκός Μανώλης Καλομοίρης, στον πρόλογο της «Κρητικής Μουσικής» (Ιστορία, μουσικά συστήματα, τραγούδια και χοροί), που εξεδόθηκε το 1958 (σ. 240 σχ. 80) αναφέρει ότι «γνώριζε και παρακολουθούσε την πολύτιμη λαογραφική και ιστορική προσφορά του σχετικά με τη λαϊκή μουσική της Κρήτης και ο κύριος Χατζιδάκις, ξάνοιξε πλέρια στα μάτια της ψυχής μου την ασύγκριτη λεβεντιά και ομορφιά της Κρητικής μουσικής» και προσθέτει:

          «Όμως έτσι όπως έχω μπροστά μου τον ογκωδέστατο αυτό τόμο, που πραγματεύεται για το Κρητικό λαϊκό τραγούδι απ’ όλες τις απόψεις, ιστορικές, λαογραφικές, επιστημονικές και με τόσες μεταγραφές τραγουδιών, σε Ευρωπαϊκή παρασημαντική, νοιώθει κανείς μαζί με το σεβασμό και το θαυμασμό στην καταπληκτική απόδοση- έργο ολόκληρης ζωής- και κάποιο δέος για τον άθλο και τον επιδιωκόμενο σκοπό». Ανάλογα ευμενέστατες, ήταν και οι κρίσεις του Ακαδημαϊκού Ορλάνδου, στην εισήγησί του στην Ακαδημία Αθηνών για την απονομή του βραβείου. Αλλά θερμά, εγκωμιαστικά, στάθηκαν και τα κριτικά σημειώματα που δημοσιεύτηκαν από μουσικολόγους και άλλους σχολιαστές στον Αθηναϊκό και Κρητικό τύπο.

          Μέχρι την εσχάτη ώρα, του φθαρτού πεπρωμένου του ανθρώπου, ο σεβαστός και προσφιλέστατός μας, ακάματος αυτός Κρητικός γέροντας, πούχε αναθάλλει στην τόση καρπερή γη του Φόδελε, κάτω από τη σκιά του θρύλου του μεγάλου Γκρέκο, δούλευε πάνω απ’ τους όγκους των πολύτιμων χαρτιών του-μας αφήκε κληρονομιά τέσσαρες ακόμα ογκώδεις πολύτιμες συλλογές καταγραφών του για Κρητικά τραγούδια, χορούς και λαϊκές μελωδίες- μέσα στο σπίτι του, στην οδό Σαχτούρη 68 στον Πειραιά, επανεξετάζοντας και διορθώνοντας αυτές για την τελείωση της προσφοράς του, πούχε σταθή πάθος και αυτοσκοπός του για εξήντα σχεδόν χρόνια…

          Κι’ έσβησε ήσυχα απ’ ανάμεσά μας και σεμνά, όπως γεμάτος πραότητα και σεμνότητα ήταν στη ζωή του, παθαινόμενος να σταθή Άξιος της Κρήτης. «Να μην την ντροπιάση ποτές» καθώς παθαίνονται και μιά άλλη μεγάλη και αυτοδυναστευόμενη στο πνευματικό ιδανικό μορφή της: Ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας του «Καπετάν- Μιχάλη». Έσβησε, αφήνοντας όμως πίσω του, στην πατρίδα και στο Έθνος του, αποθησαυρισμένους τους μουσικούς αναπαλμούς της, την ίδια την λυρική φωνή της, το τραγούδι της, πού είναι κάτι πολύ  περισσότερο από ένα τραγούδι: Η ψυχή της, με την πιό φωτεινή  κι’ ανέσπερη λαμπάδα!

            ΧΡΗΣΤΟΣ  ΛΕΒΑΝΤΑΣ

1., Ο Ροδαμάνθυς Αλεξίου, παιδί του Στυλιανού, ασχολούνταν και με το Κρητικό λαϊκό τραγούδι.

2., Καλησπέρηδες, προσωνυμία που δίνονταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας στους κυκλοφορούντας κρυφά αγωνιστές.

Σχετικά:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

(Ηράκλειο 28/12/1871- Πειραιάς 3/11/1963)

 Ο ΔΙΑΠΡΕΠΗΣ  ΚΡΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΟΣ

    «Κατά τους Προϊστορικούς χρόνους η Μουσική δεν ήτο τέχνη αυτοτελής και αυθύπαρκτος. Συνυπήρχε με τον Χορόν και την Ποίησιν, ως ένα σύνολον αδιαίρετον και αδιάσπαστον. Επρώτευον η Ποίησις και ο Χορός, η δε Μουσική εχρησίμευεν ως θεραπαινίς αυτών, και δια των ήχων και του ρυθμού συνετέλει εις την πληρεστέραν ερμηνείαν των στίχων. Την αυτήν υπηρεσίαν παρείχε και η όρχησις, δια της κινήσεως των ποδιών και των μιμήσεων….»

            Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις

           Τις παλαιότερες δεκαετίες-που τα κουράγια άντεχαν και τα πόδια βαστούσαν- κατέβαινα στον Πειραιά και πήγαινα για κολύμπι στην πλαζ της Τερψιχόρης με τα πόδια από το σπίτι μου. Το ίδιο έπραττα όταν επισκεπτόμουν σπίτια γνωστών πειραιωτών λογίων, ποιητών, φίλων που διέμεναν είτε στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου, είτε στην περιοχή της Πηγάδας, είτε στην Καλλίπολη. Στην επιστροφή και πάλι κατέβαινα με τα πόδια μέχρι την στάση μπροστά στα παλαιά Γραφεία της ΕΥΔΑΠ δίπλα σε μία εμπορική τράπεζα και παίρνοντας το παλαιό «21» ή σήμερα «904» επέστρεφα. Ανέβαινα λοιπόν την οδό Σαχτούρη και ανάλογα έστριβα ή έφτανα μέχρι την περιοχή που βρίσκεται το κτήριο του «ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΥ» το γνωστό «Μεταξά» (παλαιά θερινή έπαυλη του πολιτικού Σκουλούδη), πίσω από την εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Η πλατεία Πηγάδα με τον ευρύχωρο χώρο της, την παιδική της χαρά και τα παγκάκια της φημίζονταν για τα οικογενειακά φαγάδικά της. Παραδοσιακά εστιατόρια μα καλό και φτηνό φαγητό, τα στέκια της για τους λάτρεις των θαλασσινών εδεσμάτων, (τα πλοκάμια των ψημένων χταποδιών κρέμονταν μπροστά στα ουζερί), τα ζαχαροπλαστεία της κλπ. Σχεδόν πάντα όμως περνούσα μπροστά από το παλαιό δίπατο ερειπωμένο οίκημα με το καγκελοφραγμένο μπαλκόνι του (με τα σχέδιά του) και τα ξύλινα παράθυρά του στο νούμερο 68 της οδού Σαχτούρη. Μπροστά στην παλαιά πόρτα υπήρχαν «ξεχασμένοι» λογαριασμοί ή διάφορα διαφημιστικά προσπέκτους  προϊόντων. Δεν έδινα και πολύ σημασία, εξάλλου δεν ήταν η μοναδική περιοχή, διαμέρισμα του Δήμου που συναντάει κανείς παλαιά, εγκαταλελειμμένα και ερειπωμένα κτήρια. Μονοκατοικίες ή δίπατα σπίτια που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και ομορφιά, και διέμεναν στους ευρύχωρους χώρους τους, στα μεγαλοαστικά διαμορφωμένα και στολισμένα δωμάτιά τους γνωστοί γόνοι πλούσιων πειραιώτικων οικογενειών, εφοπλιστές, βιομήχανοι αλλά και ποιητές, καθηγητές, μουσικοί, διανοούμενοι, έμποροι. Από τα «Πειραιώτικα» του ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα έως τις δημοσιογραφικές αναμνήσεις Πειραιωτών λογίων διαβάζουμε ωραίες απεικονίσεις και ανάγλυφες περιγραφές της περιοχής και των κατοίκων της. Περνώντας μπροστά από την Σαχτούρη 68 πάντα αναρωτιόμουν με μελαγχολία άραγε ποιοί κατοικούσαν σ’ αυτό το σπίτι, τι όνειρα έκαναν, τι στόχους της ζωής τους πέτυχαν, τι αποτυχίες και δράματα παίχτηκαν μέσα στα δωμάτιά τους. Πόσες χαρές και λύπες άκουσαν οι τοίχοι του. Γάμοι, βαφτίσια, αρραβώνες, παιδιά, αρρώστιες, θάνατοι, πένθη, αποτυχίες, οικονομικές καταστροφές ή επιτυχίες, μνήμες ζωής ατελεύτητης ανοιχτές στον χρόνο και τον τόπο. Όλος ο τυχαίος κύκλος της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη που ποτέ κανείς μας δεν γνωρίζει πού θα καταλήξει πότε και πώς. Σε ένα από τα περάσματά μου παρατήρησα μία μεταλλική μικρή πινακίδα που βρίσκονταν στην πόρτα, υπήρχε γραμμένο ένα όνομα «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ». Συλλογίστηκα ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού θα ήταν κάποιο άτομο που κατάγεται από την Μεγαλόνησο, το επίθετο παρέπεμπε σε Κρητικό, παραξενεύτηκα λιγάκι μια και γνωρίζουμε ότι η συνοικία των Κρητών βρίσκονταν από την άλλη μεριά της Πόλης στην περιοχή της Καστέλας. Έπειτα προσπάθησαν να θυμηθώ αν είχα συναντήσει ξανά το επίθετο αυτό και μάλιστα με κατάληξη γραμμένη όχι με «η» αλλά «ι» (τριτόκλιτη). Ο χρόνος πέρασε ανέμελα και το όνομα λησμονήθηκε στα κατάστιχα του νου μου. Χρόνια αργότερα, στο υπόγειο παλαιοπωλείο της Αθήνας «Κουλτούρα» του κ. Παύλου, στην οδό Σόλωνος που αγόραζα βιβλία πειραιώτικα για τις εργασίες μου συνάντησα μία ανατύπωση ενός πολυσέλιδου μελετήματος που, είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1958. Ήτα ένα ειδικό βιβλίο για Μουσικούς,  συγγραφέας του ο Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις και ο τίτλος του «ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ» Ιστορία, Μουσικά συστήματα, Τραγούδια και Χοροί. Σελίδες 242 με Πρόλογο του Ακαδημαϊκού Μανώλη Καλομοίρη. Ενδιαφερόμουν και άκουγα Μουσική σαν μουσικόφιλος και μουσοτραφής αλλά δεν ασχολιόμουν ιδιαίτερα. Γνώριζα τα χρήσιμα βιβλία Κλασικής Μουσικής που κυκλοφορούσαν οι εκδόσεις «Ζαχαρόπουλος», τα βιβλία των εκδόσεων «Νεφέλη», αγόραζα δίσκους από το Δισκοπωλείο μέσα στην Στοά της Όπερας, από το Δισκάδικο του Νίκου Ξυλούρη (το είχε η γυναίκα του), τον «Θεοφανίδη» και των αδερφών «Γεωργιάδη» στον Πειραιά όπως όλοι οι φιλότεχνοι πειραιώτες των χρόνων εκείνων. Για τον σπουδαίο Κρητικό Μουσικολόγο και συλλέκτη Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι δεν είχα ακούσει τίποτα. Τουλάχιστον η μνήμη μου, δεν είχε συγκρατήσει. Έτσι παρά του ότι μου άρεσαν τα Ριζίτικα, τραγουδούσα Κρητικές μαντινάδες και γνωστά τραγούδια, μου άρεσε η Κρητική λύρα και οι πηδηχτοί χοροί, ο στιχουργός και συνθέτης, λυρικός μπαλλαντοποιός Λουδοβίκος των Ανωγείων, δεν ασχολιόμουν ερευνητικά παραπέρα. Ακόμα και όταν συγκέντρωνα υλικό για το «Πειραϊκό Πανόραμα» δεν πέρασε από την σκέψη μου ότι αυτή η σημαντική λησμονημένη μουσική φυσιογνωμία που διέμενε στον Πειραιά είχε συνδεθεί με την Πειραϊκή Μουσική Παράδοση. Ξεφύλλισα το βιβλίο, διάβασα τον Πρόλογο του Μανώλη Καλομοίρη και συνέχισα στην ανεύρεση βιβλίων σχετικών με την φιλολογία, το δοκίμιο, τον ποιητικό και πεζό λόγο, την ιστορία του Πειραιά. Έχοντας κυκλοφορήσει το βιβλίο μου, σε σπίτι φίλου πεζογράφου πειραιώτη συνάντησα ξανά το βιβλίο και πληροφορήθηκα-τότε- για την σχέση του συγγραφέα του με την Πόλη μας. Το όνομα του Γεωργίου Ι. Χατζιδάκι επανήλθε εκ νέου στη σκέψη μου όταν άρχισα να ξεφυλλίζω ορισμένους τόμους της «ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ», αναζητούσα παλαιά δημοσιεύματα του δημοσιογράφου και πεζογράφου, κριτικού Χρήστου Λεβάντα. Γνώριζα ότι εκτός από αυτά που γνωρίζουμε σε γενικές γραμμές και έχουμε διαβάσει σε πειραϊκά έντυπα και περιοδικά και σε λογοτεχνικά περιοδικά της πρωτεύουσας, υπήρχαν αθησαύριστα- ασυγκέντρωτα κείμενά του, Πρόλογοί του σε βιβλία τρίτων δες Νίκος Ορφανός, «Κρητικά Διηγήματα» Α΄ έκδοση 1967, Β΄ Έκδοση 1987, Γ΄ έκδοση 1990 όπου στην συλλογή αυτή των 252 σελίδων και 50 Κρητικών Διηγημάτων, έχουμε ανάμεσα στους τέσσερεις Προλόγους και αυτόν του Πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα. Οι άλλοι είναι: της ποιήτριας Σοφίας Μαυροειδή- Παπαδάκη, του συγγραφέα και μουσουργού Μανώλη Γ. Σκουλούδη (αν θυμάμαι καλά τα κείμενά του τα διαβάζαμε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»), της συγγραφέως Άννας Κελεσίδου Γαλανού και του πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα. Τα Κρητικής θεματολογίας καλογραμμένα Διηγήματα συνοδεύονται και από Κρητικό Γλωσσάρι αρκετά χρήσιμο για μη Κρητικούς. Σε τόμους λοιπόν της «ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ» της δεκαετίας του 1960 συναντάμε τα ονόματα Κρητών συγγραφέων που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στον Πειραιά, όπως ο Χ. Λεβάντας, ο Βελισσάριος Μουστάκας κ.ά.

Στον τόμο του 1964 διάβασα για το λίμπρο ντόρο, την καταγωγή και την ζωή την καλλιτεχνική μουσική παρουσία του        Γεώργιου Ι. Χατζηδάκι ο οποίος φοίτησε σε Πειραϊκό Γυμνάσιο και διέμενε μόνιμα στον Πειραιά και υπήρξε ένας από τους κυριότερους συντελεστές της Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιά και Μουσικός δάσκαλος για Πειραιώτες της εποχής του. Από τα λεγόμενα του Χρήστου Λεβάντα ο άοκνος και «ταμένος» στον ιερό Μουσικό σκοπό του της διάσωσης της Κρητικής Μουσικής των Τραγουδιών και των Χορών του τόπου του, Γεώργιος Ι. Χατζηδάκις βλέπουμε ένα άτομο το οποίο αγωνίστηκε να μάθει μουσική τους Πειραιώτες, να αποκτήσουν Μουσικό «αυτί». Όπως από την πολιτιστική ιστορία του Πειραιά γνωρίζουμε, αλλά και της χώρας, η δεκαετία 1960 πριν την επταετία ήταν η  πλέον «χρυσή» παραγωγικά σε κάθε πολιτιστικό τομέα και καλλιτεχνική έκφραση. Από τις μεγαλειώδεις συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη έως τις θεατρικές παραστάσεις του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Την ίδρυση πολιτιστικών κέντρων και τον Πειραϊκό Κινηματογράφο. Τα «Παιδιά του Πειραιά» όπως τα τραγούδησε ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις βίωσαν την πολιτιστική τους άνοιξη που, σταμάτησε η επταετία. Λίγη από την τότε ατμόσφαιρα έζησε και η δική μου Πειραϊκή γενιά μετά την μεταπολίτευση.

          Το κείμενο του Χρήστου Λεβάντα είναι καλογραμμένο και μας παράσχει τις πληροφορίες εκείνες που καλύπτουν την ζωή και την μουσική περιπέτεια του Γιώργου Ι. Χατζιδάκι, τον αδικαίωτο ίσως αγώνα του να ολοκληρώσει και να δημοσιεύσει το μουσικό καταγραφικό του ερευνητικό έργο και να το προσφέρει ως μουσικό κειμήλιο στις επόμενες γενεές, δυστυχώς δεν βρήκε ενδιαφέρον η πολύτιμη εργασία του. Μας έμεινε όμως το μελέτημά του «Κρητική Μουσική» που είδε το φως της δημοσιότητας το 1958. Ο τόμος περιλαμβάνει Τον Πρόλογο του Μανώλη Καλομοίρη πού γράφτηκε την Λαμπρή του 1958 στο Παλαιό Φάληρο. Την Εισαγωγή και τις Σημειώσεις του συγγραφέα. Χωρίζεται ακόμα σε Τρία Μέρη. Το πρώτο έχουμε τους «προϊστορικούς χρόνους» 5 Κεφάλαια. Το δεύτερο μέρος «μουσικά συστήματα» 15 Κεφάλαια. Μέρος τρίτο «Σύγχρονος Κρητική Δημώδη Μουσική» Κεφάλαια 12. Τέταρτο Μέρος «Περί Κρητικών Χορών» Κεφάλαια 12. Ο τόμος περιλαμβάνει ακόμα «Πίνακες Τραγουδιών», «ΒιβλιογραφίỨ, «Γλωσσάριον». Η επιλογή του Χρήστου Λεβάντα να συντάξει το πληροφοριακό αυτό κείμενο για τον Μουσικολόγο Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι δείχνει και την συνεχή αγάπη του για τον τόπο καταγωγή τους και το ενδιαφέρον του. Σε σημεία του κειμένου του έχουμε και την χρήση Κρητικής γλωσσικής γλωσσολαλιάς.    
      Δεν θέλησα να προσθέσω περισσότερες πληροφορίες από αυτές που μας δίνει ο Χρήστος Λεβάντας, ας χαρούμε αναγνωστικά το κείμενο και ας μνημονεύσουμε τον Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι. Η πόλη του Πειραιά του το οφείλει ή κάνω λάθος;

          Από τον ΠΡΟΛΟΓΟ του Μανώλη Καλομοίρη

          «Μια τόσο σπουδαία και διεξοδική μελέτη για το Κρητικό Τραγούδι του κ. Γ. Χατζιδάκη δεν μπορεί κανείς ελαφρά τη καρδία να την κρίνη και να την αναλύση. Πρόκειται για ένα σοβαρό έργο που πιστεύω θα αποτελέση σταθμό και αφετηρία στη μελέτη του δημοτικού μας τραγουδιού. Την πολύτιμη λαογραφική και ιστορική προσφορά του κ. Χατζιδάκη σχετικά με τη λαϊκή μουσική της Κρήτης τη γνώριζα και την παρακολουθούσα από πολύ καιρό χρόνια και χρόνια. Και μπορώ να πω πως πρώτος ο κύριος Χατζιδάκης ξάνοιξε πλέρια στα μάτια της ψυχής μου την ασύγκριτη λεβεντιά και ομορφιά της Κρητικής Μαντινάδας. Όμως έτσι όπως έχω μπροστά μου τον ογκωδέστατο αυτό τόμο που πραγματεύεται για το Κρητικό λαϊκό  τραγούδι από όλες τις απόψεις, ιστορικές, λαογραφικές, επιστημονικές και με τόσες μεταγραφές τραγουδιών σε Ευρωπαϊκή παρασημαντική, νοιώθει κανείς μαζί με το σεβασμό και το θαυμασμό στην καταπληκτική απόδοση- έργο ολόκληρης ζωής- και κάποιο δέος για τον άθλο και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Με το σημείωμα αυτό δεν κρίνω το έργο του κ. Χατζιδάκη γι’ αυτό θα μου χρειαζότανε πολύς χρόνος και πολλή μελέτη που δυστυχώς δεν διαθέτω ούτε επαρκώ. Θέλω μόνο να σφίξω το χέρι του σεβαστού συγγραφέα και να του εκφράσω το θαυμασμό και τη συγκίνηση που  ένοιωσα παρακολουθώντας στις σελίδες του βιβλίου του τα ιστορικά και το ξετύλιγμα της Λαϊκής Κρητικής Μουσικής.».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

26 Φεβρουαρίου 2026

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου