Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΑΕΝΑΟΝ ΣΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΛΒΟΥ

 

ΑΕΝΑΟΝ  ΣΗΜΑ 

        ΤΟΥ

ΑΝΔΡΕΟΥ  ΚΑΛΒΟΥ

ΣΤΑ  160  ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ  «ΛΥΡΙΚΩΝ»

ΤΕΤΡΑΔΙΑ  ΕΥΘΥΝΗΣ  ΝΟΥΜΕΡΟ 24/4, 1986, σ. 168

            ΦΥΛΛΑ  ΤΙΜΙΑ  ΔΑΦΝΗΣ

          Στου Ανδρέου Κάλβου το κρυσταλλωμένο έργο βρίσκει στην γλώσσα μας την πιό εκπλήττουσα, περίλαμπρη εμφάνειά του το απερίγραπτο μυστήριο της Ποίησης.

     Έργο λιγοστό εκλεκτικής και μονήρους ύπαρξης, που έζησε τον νοητό της βίο κοντά στον βωμό της Πατρίδας, μέσα σε δάσος δαφνών, αναδύεται κάθε μέρα, όσο πιό ευαίσθητη και σοφή γίνεται η ψυχή μας μέσα στην ποίηση, υψηλότερο, μυστηριωδέστερο, ακήρατο-καθώς η αβέβαιη μορφή του ποιητή παραμένει επίμονα στο ημίφως, και μετά την σιωπή του θανάτου πού ελευθέρωσε τις γλώσσες του έργου του.

      Έργο κρημνώδες, φανέρωση της αριστοκρατικότητας του πνεύματος,, έργο οραματικό της Ελευθερίας και της Ελλάδας, αναδείχνεται σήμερα όργανο και ουσία ακριβή υψηλής εθνικής ποιητικής παιδείας.

     Για τούτο, οι Έλληνες, το τιμούμε αντικρύζοντας στον Ανδρέα Κάλβο το σεπτότερο πρόσωπο της ποίησής μας, το πρόσωπο πού μας δίδαξε από ποιά σκοτεινά υλικά πόνου, μόνωσης και σιωπής πλάθεται το αθάνατο έργο τέχνης και με ποιά οδυνηρή προσήλωση της αξιοπρέπειάς μας τιμάται η αμάραντη αγάπη στην Πατρίδα.

                   Η  «ΕΥΘΥΝΗ», σ.7

-ΒΑΓΓΕΛΗΣ  ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, 109-114,

ΟΙ ΑΝΑΓΩΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ

Η ποίηση του Κάλβου παρόλη την- έστω καθυστερημένη-αναγνώρισή της εξακολουθεί να παραμένει ένας γρίφος που αποκρύπτει σχεδόν εντελώς ό,τι πιο πολύτιμο υπάρχει σε έναν ποιητή: την ποιητική εμπειρία του. Το εθνικό- ιστορικό όραμα της αναγεννημένης Ελλάδας που είχε ο Κάλβος υπηρετείται τόσο πιστά από την ποίησή του ώστε τα περιθώρια που αυτό αφήνει για την ανάδυση κάποιου άλλου εντελώς προσωπικού και ιδιαίτερου οράματος είναι ελάχιστα. Τα φανερώματα ενός τέτοιου οράματος είναι σπάνια, ατελή και έμμεσα, και αποτελούν τα θραύσματα-δείγματα μιάς λανθάνουσας ποιητικής εμπειρίας’ έτσι, παρότι ο Κάλβος μας άφησε μόνο ολοκληρωμένα ποιήματα, παρόλα αυτά το ποιητικό έργο του είναι ουσιαστικά περισσότερο αποσπασματικό, και από εκείνο του άλλου μεγάλου ποιητή μας, του σύγχρονου και συμπατριώτη του Διονυσίου Σολωμού.

          Αν μέσα από τις είκοσι Ωδές του Κάλβου θέλουμε να φτάσουμε στη συγκεκριμένη εμπειρία του ποιητή- με πιθανό παραπέρα σκοπό την εκτίμησή της- θα πρέπει πρώτα να διακρίνουμε μέσα σε αυτές ορισμένα στοιχεία που την καθορίζουν, τα στοιχεία δηλαδή εκείνα που προσδίδουν στην ποίησή του τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της και που έχουν εξασφαλίσει στον ποιητή εκείνον τον προσωπικό και απαραβίαστο χώρο που κατέχει μέσα στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης. Τα στοιχεία αυτά είναι:

1., αυτό που  ονομάζουμε ‘τόνο’ της ποίησής του’

2., τις εικόνες του εκείνες που είναι καθημερινά λειτουργικές, καθώς και την περιοχή από όπου τις αντλεί.

3., τις εικόνες εκείνες που επιλέγονται από τον ποιητή για να διευρυνθεί το πλαίσιο αναφοράς τους’ και τέλος

4., την προσωπική μυθολογία του ποιητή.

     Τα στοιχεία που προτείνονται εδώ σαν μέρη- απόψεις της αυθεντικής ποιητικής εμπειρίας του Κάλβου αποτελούν, όπως θα δούμε στην συνέχεια, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘αναγωγικές’ ιδιότητες της ποίησής του (1). Πρόκειται για τα στοιχεί εκείνα που πηγάζουν από τη μαγική και μυθική καταγωγή της ποίησης και γενικότερα της λογοτεχνίας, και που ως τέτοια αποτελούν τον ζωντανό πυρήνα κάθε μεγάλης ποίησης.

          Από τα στοιχεία αυτά τα περισσότερο εμφανές, δηλαδή εκείνα που κατορθώνει να περάσει μέσα από τους πολλαπλούς φραγμούς που δημιουργούν οι διεκδικήσεις του εθνικού- ιστορικού οράματος του ποιητή για αναγωγή του στο επίπεδο του ποιητικού λόγου, είναι εκείνο του ‘τόνου’. Από τις Ωδές εκείνο που φαίνεται πώς αποτελεί το πιο γνήσιο μέρος του ποιητή είναι ο ΄τόνος΄. ΄ο τόνος’ ενός ποιήματος δηλώνει, γενικά, τη στάση του ποιητή απέναντι στο θέμα του, απέναντι στο νοητό αναγνώστη του, και, μερικές φορές, απέναντι στον εαυτό του.

          Ο ‘ο τόνος’ της ποίησης του Κάλβου, πράγματι, δηλώνει με τον πιο ουσιαστικό τρόπο τη στάση του απέναντι σε αυτούς τους τρείς παράγοντες της ποίησής του. Και σε ό,τι αφορά τη στάση του απέναντι στο θέμα του-πού πολύ γενικά μπορούμε να πούμε πώς το αποτελεί η Ελληνική Επανάσταση-και στο νοητό αναγνώστη του- που είναι καταρχήν οι Ευρωπαίοι των οποίων το φιλελληνισμό θέλει να εξάψει ο ποιητής, οι Έλληνες των ελληνικών παροικιών της Ευρώπης, και, φυσικά, οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι στην πατρίδα Έλληνες- αυτός συνήθως σοβαρός, αυστηρός και συχνά άτεγκτος- όταν ανταποκρίνεται σε ένα ποιητικό λόγο που συμπτύσσεται σε λόγο αποφθεγματικό-τόνος είναι απόλυτα φυσικός. Αλλά σε ποιό σημείο θα βρίσκαμε στοιχεία αυθεντικότητας σε αυτόν τον τόνο δεχόμενοι πώς δηλώνει τη στάση του ποιητή απέναντι στον εαυτό του;

          Ακριβώς, όμως, εδώ βρίσκεται η σημασία που έχει ο τόνος για την ανάπλαση της ποιητικής εμπειρίας του Κάλβου, γιατί δείχνει τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο ο ποιητής έχει αποφασίσει να αντιμετωπίσει τις διάφορες πιθανές εκφάνσεις του προσώπου του μέσα στην ποίησή του’ έτσι, μέσα στα πλαίσια των επιδιώξεων του ποιητή- πλαίσια που τα καθορίζει η προσπάθεια της αναγωγής του εθνικού- ιστορικού οράματός του στο επίπεδο του ποιητικού λόγου- η θέση του ίδιου του ποιητή ως προσώπου, πέρα από το ρόλο του ως υμνητή των κατορθωμάτων των αγωνιστών, πρέπει να προσαρμόζεται στο αποφασισμένο από τον ίδιο πρόγραμμα της ποίησής του.

          Ένα από τα πιό χαρακτηριστικά παραδείγματα μιάς τέτοιας προσαρμογής αποτελεί η ωδή Εις θάνατον, όπου στις στροφές α΄-κζ΄ ο ποιητής έχει ξεχαστεί σε ένα υπαρξιακό πρόβλημά του, το θάνατο, ενώ από τη στροφή κή΄ μέχρι τέλος (στροφή λε΄) η λύση που δίνει- δέχεται για το πρόβλημά του, και που αποτελεί καρπό της ενασχόλησής του με αυτό το υπαρξιακό πρόβλημα κατά το πρώτο μέρος, μπαίνει στην υπηρεσία της αποτίναξής της τυραννίας. Ο τόνος και στα δύο μέρη της ωδής διακρίνεται για την ίδια σοβαρότητα’ με τη μόνη διαφορά πώς στο πρώτο μέρος αποκτά σε ορισμένα σημεία και μιά δραματικότητα. Ο ποιητής κρατά, λοιπόν, απέναντι στον εαυτό του και στα προσωπικά ή υπαρξιακά προβλήματά του μιά αυστηρή στάση που λειτουργεί αποτρεπτικά για την οποιαδήποτε τάση παρείσφρησης αυτών των προβλημάτων στην ποίησή του.

          Για να πετύχει μιά τέτοια στάση και ένα τέτοιο τόνο ο Κάλβος έπρεπε να βρει ένα σημείο θεώρησης, των πραγμάτων που θα βρίσκεται εντελώς έξω και πολύ υψηλότερα από τα θεωρούμενα αλλά και  από αυτόν τον ίδιο. Αλλά παράλληλα θα έπρεπε να βρει και ένα τρόπο αναγωγής των θεωρούμενων πραγμάτων στο σημείο-επίπεδο όπου θα βρισκόταν ο ποιητής- θεωρός. Το επίπεδο από το οποίο διάλεξε να κοιτά τα πράγματα είναι αυτό που καθορίζεται από το εθνικό- ιστορικό όραμά του’ και το μέσο για την επίτευξη της αναγωγής υπήρξε η Ελληνική Επανάσταση πού από ιστορικό γεγονός αποκτά μέσα στην ποίησή του τις διαστάσεις της ιδέας. Έτσι, η Επανάσταση αφού προσέχθηκε σαν ένα αρχικό αντικείμενο της αναγωγής, γίνεται στη συνέχεια το αποκλειστικό μέσο για αυτή την αναγωγή.

          Τα στοιχεία που πρέπει, φυσικά, πρώτα να υποστούν αυτή την αναγωγή είναι η Φύση και ο Χρόνος, γιατί αυτά συναπαρτίζουν το διάστημα μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η ποίηση του Κάλβου. Δείγματα της επιχειρούμενης αναγωγής της πρώτης μας δίνονται μέσα από το ποιητικό τοπίο του Κάλβου. Το φυσικό τοπίο και τα φυσικά φαινόμενα είναι σύμμορφα της ιδέας, χωρίς παράλληλα να παραιτούνται από τη διεκδίκηση της αισθητικής αξίας του συγκεκριμένου’ αντίθετα, όσο η ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο στοιχεία είναι ακριβέστερη, τόσο το αισθητικό αποτέλεσμα είναι αρτιότερο’ και όταν η ακριβής αυτή ισορροπία κατορθώνεται σε περιπτώσεις πού η δύναμη της ιδέας διαποτίζει εντελώς το τοπίο, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ποιητικό τοπίο- ιδεολόγημα εξαιρετικής αισθητικής αξίας, όπου η Φύση εμφανίζεται σαν ένας εξωιστορικός φορέας της συνέχειας και ως μήτρα της παράδοσης του έθνους.

          Μιά παρόμοια διαδικασία εφαρμόζεται και πάνω στο χρόνο. Σαν βάση του χρόνου ο ποιητής δέχεται το ιστορικό παρόν- όχι οποιοδήποτε ιστορικό παρόν, αλλά εκείνο που καθορίζεται από το γεγονός της Επανάστασης. Αυτό το ιστορικό παρόν προικισμένο από τα δυναμικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης διαστέλλεται προς την κατεύθυνση του απώτερου ένδοξου ιστορικού παρελθόντος των Ελλήνων και κατορθώνοντας να συνδεθεί με αυτό, αποκαθιστώντας έτσι την ιστορική συνέχεια του έθνους, ανάγεται μαζί με αυτό σε ένα απώτατο μυθικό παρελθόν που αποτελεί σύμβολο του μυθικού χρόνου. Έτσι, στην αναγωγή της Φύσης στην Ιδέα αντιστοιχεί η αναγωγή του ιστορικού χρόνου στο μυθικό χρόνο. Με αυτή την αναγωγή του ιστορικού χρόνου στο μυθικό χρόνο αναιρείται η χρονική διάσταση της ιστορίας και η όλη ιστορική πορεία του έθνους τοποθετείται μέσα σε ένα πλαίσιο μυθικό, δηλαδή αχρονικό, που είναι καρπός ακαθόριστης, ημιθρησκευτικής αίσθησης από τον Κάλβο ενός άχρονου υπερβατικού σχήματος.

          Αυτή η αίσθηση ανταποκρίνεται στο είδος της μνήμης του Κάλβου, η οποία καθορίζει και τη σχέση που έχει- ή που φτιάχνει- αυτός με το ιστορικό παρελθόν. Η μνήμη αυτή είναι σαφώς μυθική και όχι ιστορική μιά και δεν επιδιώκει με αυτήν να οργανώσει την ιστορική εμπειρία καλύπτοντας τα χάσμα-που εμφανίζεται κυρίως σαν χρονικό αλλά που δεν είναι μόνο τέτοιο στη συνείδηση του ποιητή- που υπάρχει ανάμεσα στο απώτερο ιστορικό παρελθόν και στο ιστορικό παρόν, για να πετύχει με αυτόν τον τρόπο τη σύνδεση που αναφέραμε πιό πάνω, αλλά θέλει να συστήσει όλο αυτό το σχήμα αρραγούς ιστορικής διάρκειας με ένα συνοπτικό τρόπο, δηλαδή με μιά αναγωγή του σύγχρονου με αυτόν του ιστορικού γεγονότος της Επανάστασης σε ένα χρόνο μυθικό, σε μιά εναρμόνιση και ένωση με τον κοσμικό ρυθμό και τάξη.

          Η χρονική διαστολή του ιστορικού παρόντος που αποτελεί το θεμελιώδες χρονικό εγχείρημα του Κάλβου και συνιστά τον πυρήνα του εθνικού του οράματος αλλά και της ποιητικής εμπειρίας του- αποτελώντας έτσι τον βασικό, ή και μοναδικό, συντελεστή της όσμωσης του πρώτου με το δεύτερο- απαιτεί ανάλογες διαδικασίες και μηχανισμούς στο επίπεδο της λειτουργίας της ποιητικής γλώσσας και πιό συγκεκριμένα στο σημασιολογικό. Ο ποιητής επιχειρεί και εδώ μιά συνεχή διεύρυνση του πλαισίου αναφοράς και ξεκινώντας από απλές εικόνες ή ιδέες προχωρά σε εικόνες- ιδέες, σε εικόνες σύμβολα, φτάνοντας αρκετές φορές και στη χρήση αρχετύπων συμβόλων.

          Η καλλιέργεια μιάς ποίησης σαν αυτή του Κάλβου απαιτεί από τον ποιητή μιάν ικανότητα οριακής διεύρυνσης του πλαισίου αναφοράς των λέξεων, των εννοιών, των ιδεών, των εικόνων, των προσώπων, και των καταστάσεων. Αλλά ακόμη και αν ο ποιητής διαθέτει την ικανότητα εκείνη που κάνει πραγματικότητα αυτή τη διεύρυνση του πλαισίου αναφοράς, το εγχείρημα δεν παύει να είναι εξαιρετικά δύσκολο μιά και απαιτείται ακόμη μιά πολύ λεπτή αίσθηση της ισορροπίας και του μέτρου, μία αίσθηση που δεν έχει σχέση αποκλειστικά με αυτό που αποκαλούμε- σε αντιδιαστολή με το ρομαντικό- κλασικό ή νεοκλασικό, αλλά που αποτελεί συνάρτηση της μεγάλης ποίησης κάθε εποχής και κάθε λογοτεχνικού ρεύματος.

          Σε ό,τι αφορά τον Κάλβο διαπιστώνουμε πώς η ικανότητα διεύρυνσης του πλαισίου αναφοράς υπάρχει, με τη διαφορά πώς αυτή η διεύρυνση επιχειρείται αυστηρά μέσα στα πλαίσια κάποιων κοινά παραδεκτών ποιητικών συμβάσεων, και με τρόπους όχι απόλυτα προσωπικούς. Ακόμη και η επιλογή των λέξεων, εννοιών και προσώπων που θα διευρυνθεί το πλαίσιο αναφοράς τους, δεν διακρίνεται από προσωπική ιδιοτυπία, αλλά ακολουθεί και αυτή τρόπους παγιωμένους που διαθέτουν την ιστορική αίγλη και ασφάλεια του κλασικού, αλλά παράλληλα έχουν αποβεί ποιητικά αναποτελεσματικοί. Χρησιμοποιεί, με άλλα λόγια, σε μεγάλο βαθμό έτοιμα σύμβολα.

          Δεν μπορούμε, όμως, να πούμε με βεβαιότητα πώς αυτή η ασθενής πλευρά της ποίησης του Κάλβου οφείλεται στην αδυναμία του ποιητή να υπερβεί με τρόπους προσωπικούς τις συμβάσεις της ποίησης του νεοκλασικισμού που του είχαν εμφυτευθεί κυρίως από τον Φώσκολο’ και δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό γιατί υπάρχει το ασφαλές δεδομένο των άλλων επιλογών του ποιητή που έχουν σχέση με την επιδίωξη της ενίσχυσης ή και της δημιουργίας ενός αισθήματος ιστορικής διάρκειας και συνέχειας της φυλής και του έθνους στις οποίες έχουμε ήδη αναφερθεί.

          Μέσα στα πλαίσια αυτής της επιδίωξης- πού και αυτή είναι δυνατό να γίνει αντικείμενο υποψίας λόγω της συμφωνίας της με τα θέματα ή το γενικό πρόγραμμα της ποίησης του νεοκλασικισμού, αλλά που από την κριτική έχει γίνει γενικά αποδεκτό πώς καθορίζεται από το γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης- ο Κάλβος κάνει συχνές αναφορές στην ελληνική μυθολογία χωρίς όμως να επιχειρεί μιά αναβίωση του πνεύματος του μύθου μέσα στην ποίησή του: απλώς κάνει αναφορές στο μύθο προσπαθώντας έτσι να υπηρετήσει τους γενικότερους σκοπούς του. Αυτό συμβαίνει γιατί το τελετουργικό στοιχείο που είναι τόσο έντονο στην ποίηση του Κάλβου δεν αποβλέπει σε μιά έξαρση της συλλογικής βίωσης ορισμένων καταστάσεων, δεν αποβλέπει δηλαδή σε μία αναβίωση μυθικών τρόπων ζωής και σκέψης, αλλά έχει σαν σκοπό του την προβολή της χρονικής- ιστορικής συνέχειας ανάμεσα στο ιστορικό παρόν από το ένα μέρος και στο απώτερο ιστορικό παρελθόν από το άλλο. Η Επανάσταση των Ελλήνων μέσα από τη σύνδεσή της με τον αρχαίο ελληνικό μύθο αποβαίνει μιά τελετουργική πράξη ανανέωσης- αναγέννησης του γένους των Ελλήνων.

          Άσχετα από τη σκοπιμότητα αυτή που έχει σχέση με το ιδεολογικό πρόγραμμα της ποίησης του Κάλβου, ίσως θα  έπρεπε να δεχτούμε και την πιθανότητα πώς η καταφυγή του ποιητή στην αρχαία ελληνική μυθολογία υποδηλώνει μιά συγγένεια της τελευταίας με την προσωπική μυθολογία του ποιητή-αλλά και δασκάλου- Κάλβου, δηλαδή με το γενικό διανοητικό και ιδεολογικό πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο κινείται η σκέψη του. Αυτή η εκδοχή διαθέτει αρκετή αληθοφάνεια για τον λόγο ότι ένας ποιητής που προσπαθεί να αναγάγει σε ποίηση ένα όραμα που είναι εθνικό- ιστορικό, είναι δυνατό- και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο πιό ειλικρινές είναι αυτό το όραμά του- να ταυτίζεται μερικά η προσωπική μυθολογία του με την αρχαία ελληνική μυθολογία.

          Πάντως πέρα από αυτή την εκδοχή, η καταφυγή του Κάλβου στη μυθολογία θα έπρεπε να αναμενόταν  δεδομένου του τελετουργικού χαρακτήρα της ποίησής του, στον οποίο αναφερθήκαμε μόλις πιό πάνω, και ο οποίος στοιχειοθετείται από την παρουσία- λειτουργία της κατάστασης της Επανάστασης. Πράγματι, το τελετουργικό στοιχείο είναι σταθερά παρόν μέσα στις Ωδές. Ίχνη τελετουργίας εντοπίζουμε στην κατάσταση της Εορτής που συνεχώς επανέρχεται, και η οποία κλιμακώνεται με την κατάσταση της Εορτής- Επανάστασης που είναι μία τελετουργική πράξη που καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις ιδιότητες εκείνες που συνιστούν μιά ιεροτελεστία: η ιεροτελεστία της Επανάστασης εορτάζει την άνοιξη του ιστορικού χρόνου του έθνους, συνιστά μιά εθνική αναγέννηση, και συγκροτεί την αιώνια νεότητα της φυλής, αποτελώντας με αυτόν τον τρόπο μιά πράξη χρονικής υπέρβασης.

          Από αυτή την άποψη θεωρημένη η Εορτή- Επανάσταση περιέχει και μιά Χριστολογική αναλογία που δίνει σε αυτή την αναγωγική ιδιότητα της ποίησης του Κάλβου και ένα μυστικό χαρακτήρα: όπως ο Χριστός για την ολοκλήρωση- μέσα από την ανάστασή του- της πορείας του πάνω στη γη ήταν αναγκαίο να υποφέρει και να πεθάνει, έτσι και η περίοδος της σκλαβιάς δεν αποτελεί για το έθνος το ιστορικό τέλος του, αλλά μιά περίοδο- κατάσταση μεταβατική που θα την ακολουθήσει νομοτελειακά η εθνική αναγέννηση.

          Τελειώνοντας πρέπει να επισημάνουμε πώς η διαστολή του ιστορικού παρόντος προς την κατεύθυνση του απώτερου ιστορικού παρελθόντος, και, παραπέρα, προς το μυθικό παρελθόν αποτελεί τη βασική αναγωγική ιδιότητα της ποίησης του Κάλβου’ από τη στιγμή που το ιστορικό γίνεται μυθικό, το συγκριμένο ιστορικό γεγονός της Επανάστασης αποκτά τη σημασία και το νόημα της ιεροτελεστίας, τη σημασία και το χαρακτήρα μιάς πράξης τελετουργικής, δηλαδή μιάς πράξης-γεγονότος που ταυτόχρονα με το ιερό παρόν του έχει και ένα μυθικό παρελθόν, ή πιό σωστά πολλά μυθικά παρελθόντα. Αν στις Ωδές του Κάλβου δεν αναγνωρίσουμε αυτή τη μεταμόρφωση του ιστορικού και επικαιρικού, τότε η ποίησή του υποβιβάζεται και στενεύει. Αντίθετα, η σαφής και διαρκής αναγνώριση της αναγωγής του ιστορικού στο μυθικό συνιστά μιά προϋπόθεση για την ανακάλυψη της σημαντικότητας αλλά και του μεγαλείου της ποίησης του Κάλβου.   

(1)., Σαν αναγωγικές ιδιότητες της λογοτεχνίας χαρακτηρίζονται οι σχέσεις ανάμεσα στη λογοτεχνία και τις παραδόσεις του μυστικισμού ή εσωτερισμού. Αντί του «αναγωγικός» θα ήταν δυνατό να χρησιμοποιήσουμε το «μυστικός» ή «εσωτερικός» στην ευρύτερη σημασία αυτών των όρων, αλλά προτιμάται ο πρώτος από αυτούς τους τρείς όρους γιατί αποφεύγεται έτσι μιά πιθανή παρεξήγηση που θα μπορούσε να δημιουργήσει το «μυστικός» μιά και περιορίζεται συχνά σε εμπειρίες, κείμενα και παραδόσεις Ιουδαϊκές και Χριστιανικές.

(2)., βλέπε παραπάνω, σ.110, σημ. 1.

-ΟΛΓΑ  ΒΟΤΣΗ, 46-50,

       ΚΑΛΒΟΣ- ΣΟΛΩΜΟΣ

     Η γλώσσα του Κάλβου εμπόδισε τους Έλληνες να τον αγαπήσουν και να τον στήσουν στο βάθρο πού του άξιζε. Όσο κι αν το έργο του έχει μελετηθεί και φωτιστεί, ο Κάλβος παραμένει ένας ποιητής απομονωμένος και αριστοκρατικός στη Λογοτεχνία μας, ταγμένος μόνο για τους λίγους, για όσους έχουν τη δύναμη να ξεπεράσουν τον καγκελωτό φράχτη του γλωσσικού του ενδύματος και να το δούνε στην ιδιότυπη ομορφιά του. Για ν΄ αγαπήσεις τον Κάλβο πρέπει να έρθει μιά στιγμή ξαφνική, να πέσουν τα λέπια της αδιαφορίας σου-γιατί ο ποιητής αυτός αντιστέκεται-για να τον δείς ξεκάθαρα, μ’ όλα τα θετικά και τα’ αρνητικά του, για να τον δεις στο ύψος του και να τον τοποθετήσεις εκεί που του αξίζει. Πρέπει να έρθεις σ’ επαφή με τον διονυσιασμό των εικόνων του, να μεθύσεις απ’ αυτόν. Γιατί αν ο Σολωμός βυθίστηκε ολοκληρωτικά στην απολλώνια ουσία της φύσης του για να πλαστουργήσει την εικόνα του ανθρώπου που έφερνε μέσα του, ο Κάλβος μας αποκάλυψε τη διονυσιακή μά και αυστηρή συγχρόνως και τιθασευμένη από τον ηθικό νόμο ύπαρξή του, για να μας ζωντανέψει ένα σύμπαν παλλόμενο, γεμάτο πάθος και κίνηση. Και οι δύο ύμνησαν τον αγώνα για την ανάσταση της Ελλάδας. Και οι δύο έζησαν τις πρώτες δεκαετίες του απελευθερωμένου έθνους. Και οι δύο συνέλαβαν στην ποίησή τους τα προτερήματα και τα ελαττώματα του αγωνιζόμενου έθνους, όμως πόσο διαφορετικός είναι ο ένας από τον άλλον! Η διαφορά είναι ολοφάνερη, διαφορά προσωπικότητας, διαφορά στον τρόπο της όρασης του κόσμου.

     Η ιδέα της Ελλάδας στον Κάλβο είναι ποτισμένη από οδύνη και κλέος. Στο καταρρακτώδες πάθος των στίχων του σμίγουν ανάκατα μνήμες του απώτατου ένδοξου ελληνικού παρελθόντος μαζί με συναισθήματα βαθύτατα πόνου’ η Ελευθερία υμνείται σαν η υπέρτατη αρετή. Η Ελλάδα του Κάλβου είναι σπαραγμός και λυγμός, μά πάνω απ’ όλα είναι ανάταση ψυχής, ήθος υψηλό και αρετή. Ήθος αυστηρό και διπλωμένο στον εαυτό του, γενεσιουργός πυρήνας γιά να έρθουν στο φώς πιό γενναία και ευγενικά φρονήματα της ψυχής,, ήθος ολόρθο σαν ξίφος αστραφτερό, πού όμως πότε-πότε αφήνει να φαίνεται σαν από καταπακτή η τρυφερότητα και η απελπισία του ίδιου του ποιητή.

     Ο Κάλβος μες από κείνη την υψηλή ιδέα για την Ελλάδα, που την είχε ολοζώντανη μες στο αίμα του, πού τη ζούσε με ολόκληρη την ύπαρξή του, ανακαλεί, όταν γράφεις τις «Ωδές» του, εκείνο το υψηλό και λαμπρό όραμα των παλαιών ένδοξων χρόνων για να το αποθέσει στην τραχειά πραγματικότητα των ημερών του’ εκείνη πού δεν μπορούσε ακόμα να στήσει το αυτί της στον υψηλό του λόγο. Ο πόνος και ο ύμνος είναι το μεγάλο χαρακτηριστικό των «Ωδών» του. Εδώ δεν έχουμε πατριωτική ποίηση, όπως την ξέρουμε, κενή τις πιό πολλές φορές και μεγαλόστομη. Εδώ έχουμε έξαρση και μεγάλα φτερά πού στο άνοιγμά τους ζητούν ν’ απλωθούν σ’ όλο τον ουρανό, έχουμε ένθεη βίωση της ελευθερίας. Γιατί ο Κάλβος, αν και μακριά από την πατρίδα του, όμως τυλιγμένος από τον φιλελληνικό οίστρο της Ευρώπης, τον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης, έζησε μέσα του, βαθιά και συγκλονιστικά, τον παλμό του αίματος των συμπατριωτών του, εκείνων των ανθρώπων της μαύρης δουλείας, πού έζησαν τέσσερεις αιώνες σαν τρομαγμένα ζώα, κρατώντας άσβηστη τη φλόγα της ψυχής τους, βαστώντας μέσα τους ορθόν τον πόθο της ελευθερίας-αυτής της αδούλωτης αναπνοής τού σώματος και της ψυχής, αυτής της πρώτης αρχής της ανθρώπινης ύπαρξης. Αν ο Σολωμός ύμνησε την ελευθερία με πιό μουσικό και μυστικό τρόπο, ο Κάλβος έστησε το τρόπαιό της μ’ όλη την ορμή της νεανικής του καρδιάς. Περιπαθής, θυελλώδης, γεμάτος φλόγα και λατρεία της αρετής, ορμάει μές στους στίχους του να τιμωρήσει εχθρούς, να υψώσει ως τον ουρανό τους ζωντανούς και νεκρούς ήρωες, να συμπονέσει, να κλάψει στα άγια με βασανισμένα χώματα. Γιατί πιό μεγαλύτερο γεγονός στα μάτια του μπορούσε να υπάρξει από τούτη την ελευθερία που ήταν πρώτιστα ανάσταση ζωής, δικαίωμα στη χαρά και στο χαμόγελο, όρθωμα του περήφανου σώματος στον αέρα;

      Τραγικός, γεμάτος αβύσσους μέσα του, με τη δύναμη ν’ αφοσιώνεται στα μεγάλα, μας άφησε για μια στιγμή μες από τις είκοσι Ωδές του να δούμε την ιδιοτυπία της παράφορα διονυσιακής και αυστηρής ψυχής του. Οι Ωδές του είναι μέθη και παραφορά. Η ποίησή του έχει εκστατική συγκίνηση, όλο δυνατό ανατρίχιασμα, το τάνυσμα των φτερών του δεν γίνεται πιό μεγάλο. Άλλοτε στροβιλίζεται μέσα σ’ αισθήματα θαυμασμού για κάθε τι ηρωικό κι άλλοτε σ’ αισθήματα καταλυτικά περιφρόνησης και μίσους για κάθε τυραννία, για να φέρνει στο φώς κάθε τόσο εικόνες μεγαλόπρεπες που σε σταματούν, βουτηγμένες καθώς είναι στη μεγάλη συγκίνηση και στην υψηλή θέα των ανθρώπινων. Οι εικόνες του είναι σα λάμψεις μέσα στη νύχτα, που αφήνουν να φανούν μεγαλόπρεπα τοπία, είναι βαθύ ανατρίχιασμα ψυχής, και σε καρφώνουν στο βουβό θαυμασμό με την επιγραμματικότητά τους και την αποκαλυπτικότητά τους. Γιατί μόνο μιά βαθειά και αληθινή ποιητική φύση μπορεί να φέρει στο φώς τέτοιες υψηλές ποιητικές εκφράσεις:

          Ως απ’ ένα βουνόν

          ο αετός εις άλλο

          πετάει, κι εγώ τα δύσκολα

          κρημνά της αρετής

             ούτω επιβαίνω

          («Είς θάνατον»)

          ή

          ο ήλιος κυκλοδίωκτος,

          ως αράχνη μ’ εδίπλωνε

          και με φώς και με θάνατον

            ακαταπαύστως

          («Είς θάνατον»)

           ή

          Ωσάν επί την άπειρον

 θάλασσαν των ονείρων

ολίγαι, απηλπισμέναι

ψυχαί νεκρών διαβαίνουσι

             με δίχως βίαν

    («Ο Ωκεανός»)

Η ποίησή του είναι όλη κίνηση, όλη ροή. Όμως μέσα σ’ αυτή την κίνηση του βιώματος και των εικόνων υπάρχει πάντα ένας πυρήνας σταθερός, η αρετή, που ο Κάλβος της πλέκει αμάραντα στεφάνια. Όλος ο διονυσιασμός του περιπτύσσεται με πάθος αυτόν τον ακίνητο αθάνατο πυρήνα και από κει ορμά ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο, που του γίνεται σκηνικό, η γη, η θάλασσα και ο αιθέρας. Συνδιαλέγεται με το θείο όπως μόνο ο ποιητής μπορεί να το κάνει. Βάζει έσχατες ερωτήσεις για τη ζωή και για το θάνατο, για τη δικαιοσύνη και την αδικία. Ξέρει ότι η ζωή είναι άδικη, όμως πιστεύει στη μεγάλη υπόθεση της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Είναι μερικές φορές που η ανομία στον κόσμο ξεχειλίζει και τα πράγματα πρέπει να μπαίνουν στη θέση τους. Τότε επικαλείται την υπέρτατη Δικαιοσύνη. Γιατί τί αξία έχει ο κόσμος αν δεν ικανοποιούνται πότε- πότε μερικά βαθύτατα αιτήματα της ανθρώπινης ψυχής;

          Ενώ όμως ο Κάλβος απλώνεται μ’ όλη τη δύναμή του προς τα έξω, ο Σολωμός στην ποίησή του ολοένα μαζεύεται προς την εσώτερη ψυχή για ν’ ανακαλύψει τα μυστικά μονοπάτια, για να πλαστουργήσει τον δικό του άνθρωπο, τη δική του εικόνα γι’ αυτόν. Σμιλεύοντας το άγαλμα της ποίησής του όλο και πιό πολύ, του δίνει αυτό το τρέμουλο μυστικό νόημα, που μόνο αβρά πιά και αγνά χέρια μπορούν ν’ αγγίσουν. Ο Σολωμός όλα τα μυστικά βιώματα της ψυχής του στην ποίησή του, γι’ αυτό και της έδωσε ένα απέραντο κρυστάλλινο βάθος, όπου τίποτα δεν έμεινε θολό- και κυρίως βέβαια στα τελευταία ποιήματά του.

          Γράφει στίχους παραδείσιους που σε γεμίζουν με άπειρη γλυκύτητα, στίχους μυστικούς, γεμάτους υπερούσια έκσταση, που θέλουν να ρουφούν το κέντρο της ευτυχίας της. Η ψυχή στα τελευταία ποιήματά του έχει βυθήσει στον άπειρο κύκλο της μυστικής ένωσης με το Πάν και δε θέλει να βγει από κει. Η πατρίδα έχει μετατεθεί στα άκρα, στο κέντρο πάλλει ο άνθρωπος. Ο ήχος που ακούει ο «Κρητικός» στο ομώνυμο ποίημα είναι ουράνιος, είναι το σκίσιμο του χωματένιου ανθρώπου προς μιάν ουράνια πατρίδα παντοτινά ποθητή. Στίχοι γλυκύτατοι που σ’ ακουμπάν στην άφατη ευδία της ψυχής, που ξεπέρασε το τρικύμισμα των πόνων της και ζει στην ευτυχισμένη φωλιά της, στην ένωση με τον κόσμο και ίσως με κάτι βαθύτερο απ’ αυτόν, κάτι ανέκφραστο και αμετάδοτο, κάτι που φέρνει το μικρό πλάσμα στα δυνατά λυτρωτικά χέρια του μεγάλου Όντος, της μεγάλης Ψυχής, που γυρίζει γύρω από τους ανθρώπους και είναι έτοιμη να φανερωθεί αν τη ζητήσουν.

          Η λαχτάρα του Σολωμού είναι η βύθιση της ύπαρξης στη ζεστή παραδείσια φωλιά, όλο αγάπη, φώς και καλοσύνη, όλο έξαρση ουράνια σ’ έναν πλατύ κύκλο, όσο είναι ο ουρανός. Ο ποιητής βαθαίνοντας στους κύκλους των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» συνάντησε την υπερούσια πλησμονή του μυστικού πυρήνα της ψυχής του, τον φωτεινό χώρο που μόνο τα τρυφερά φτερά των πουλιών μπορούν να τον κατοικήσουν. Η φωτεινή του φύση ζητούσε την αγγελικότητα μες από τα βάσανα και το σκοτάδι σαν από τρέμουλο κλαδί να πιαστεί. Να πιεί από το πολύτιμο φώς, περ’ από τον διχασμό και τον βασανισμό της ψυχής. Μες από το βίωμα της πατρίδας ο Σολωμός δεν μπήκε μόνο στον αιώνιο άνθρωπο αλλά σ’ έναν ακριβό του χώρο.

          Μες από την απλή και απέριττη λέξη, τη γεμάτη φόρτο υπερούσιου νοήματος, σα μέσα από λεπτή μεμβράνη, πέρασε ο Σολωμός στην ένωση με κείνον τον τρέμουλο κόσμο των εσώτατων στρωμάτων, τον μυστικό, που να είσαι βαθιά του είναι άφατη ευτυχία. Στον «Κρητικό» και στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»  ζωή χάνει το εθνικό της πρόσωπο, γίνεται ένα μουσικό ρευστό απ’ όπου βγαίνει σαν αύρα η ψυχή για να βιώσει άλλες υπέρτατες εμπειρίες και καταστάσεις:

Έλεγα πώς την είχα ιδεί πολύν καιρό οπίσω,

καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσιο,

κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,

κάν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεψε το γάλα της μητρός μου’

ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά κι αστοχισμένη,

πού ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει.

Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει

ξάφνου όχ’ τα βάθη του βουνού κι ο ήλιος το στολίζει,

βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,

κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,

γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου

που έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.

          («Ο Κρητικός»)

   Ο πόνος και ο θάνατος γίνονται αφορμή για να υψωθεί η ύπαρξη στην άλλη εκείνη διάσταση, την πολύτιμη, που οι άνθρωποι τη νιώθουν στο πιό μεγάλο μέρος τους σαν κάτι εχθρικό, όμως αυτός που την ανακάλυψε μέσα του τη σφίγγει σα φυλαχτό στο στήθος του. Η μετάβαση στο υπέρτατο αυτό στοιχείο γίνεται απλά, φυσικά, χωρίς αγωνία, χωρίς σπασμωδικότητα, μ’ όλη τη γλυκύτητα του δώρου της ζωής, γίνεται όπως η απαλή ροή της ανάσας προς την άλλη μεριά ενός αραχνοϋφαντου μεταξωτού. Το κατακόρυφο ύψος της ψυχής πραγματοποιείται αβίαστα, όλο πλησμονή και πλούτο, όλο μακαριότητα, ακόμα κι όταν είναι βουτηγμένη στον πόνο, γιατί είναι μυστική ταύτιση με την ευδαιμονία του Παντός, είναι εκτίναξη του κρυφού εσώτατου πυρήνα του εαυτού προς το μυστικό κέντρο του ουρανού. Γιατί είναι ευδαιμονισμένη σιωπή μπροστά στο άρρητο, το άρρητο τούτο, τη γλυκύτατη ανακάλυψη της ψυχής, την εξαίσια στιγμή, όπου αυτή διπλώνει, για να καθίσει, τα φτερά της, να τυλιχτεί μες στο βόμβο της, να ζήσει την ευτυχία της ένωσης.

          Δύο ποιητές, δύο κόσμοι. Παθητική εκδίπλωση ο ένας ως τα πιό ακραία σύνορα του κόσμου, συσπείρωση ο άλλος μες στα άδυτα της ψυχής και από κει ανάβαση προς τον ουρανό. Ο Σολωμός μας έδινε τη μεγάλη ποίησή του στα ώριμα χρόνια του, όλη απολλώνειο φώς, άς ήταν και σε μεμονωμένους στίχους, ο Κάλβος μας χάριζε τη διονυσιακή και δραματική κατάθεση της νεότητάς του στο βωμό της αρετής.

-ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ, 115-120,

ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΔΙΚΛΕΙΔΕΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ ΚΙ ΕΝΑ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

………………………………………….

          «Αυτό το γλωσσικό παιδί του Κοραή δεν φοβάται και να επηρεαστεί και από ξένους ποιητές, όπως π.χ. απ’ τον Δάντη (τους τριγύρω χορεύοντας ουρανούς) στην Ωδή «Είς Αγαρηνούς», όπου γίνεται σαφής αναφορά στον «Παράδεισο» κλπ.

          Αν προτείνουμε τώρα την Ωδή «Εις προδότη» σαν ένα μακρινό πρόδρομο του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα κι’ έρθουμε στις μέρες μας, τολμώ να υποστηρίξω ότι μες απ’ τον Κάλβο ο Σεφέρης βρίσκει τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή κι’ ο Εγγονόπουλος μες απ’ τις «Ωδές» συναντά κάποιες πινδαρικές αποχρώσεις. «Το άξιον Εστί» του Ελύτη δεν ξέρω αν θα είχε γραφτεί, αν ο Κάλβος δεν μας άνοιγε τα μάτια μες στους αιώνες. Άφησα τελευταίον τον Καβάφη που και χάρη στον Κάλβο επαναβρίσκει τις εκλεκτικές πνευματικές του συγγένειες μες από μιά γλώσσα αιρετική, αλλά όχι τόσο τολμηρή όσο του δημιουργού της ωδής «Είς Μούσας». Και ρωτώ όσους ξέρουν κάπως τη Γαλλική ποίηση. Μήπως χάρη στον Τριστάν Κορμπιέρ δεν ανακαλύπτουμε ξανά τον Φρανσουά Βιγιόν;

          Γενικότερα, στην ποίησή μας, ο ρόλος του Ανδρέα Κάλβου με την αυτονομία του παραμένει μιά πυξίδα μες στους αιώνες, ένας καθοριστικός δείκτης ποιητικής φόρτισης και, όπως γράφει ο Ελύτης στα «Ανοιχτά χαρτιά» στο λιγοστό σε όγκο έργο του Κάλβου πετυχαίνεται «η ανθρωποποίηση στοιχείων της φύσης, η υλοποίηση των άυλων, ο έμψυχος ρόλος των αψύχων, η αμοιβαία μετάθεση ουσιαστικών και επιθέτων, η λεκτική ευκινησία, η παράλειψη ενός ακέραιου ελιγμού σκέψης». Άς προσθέσουμε μεις την όχι πάντοτε εύστοχη χρήση παρθενικών επιθέτων, την οξύτατη όσο και κάποτε εκκωφαντική ακουστική φαντασία, την ταύτιση της εικόνας με την ιδέα, τις αντιθέσεις του ανάμεσα στον αυτοπεριορισμό και την εξέγερση, τις φωτεινές του ιδέες όπως εξακτινώνονται μες από τη μονομανία του, τη χρήση υποθετικών και ερωτηματικών προτάσεων, που άλλοτε εντείνουν και άλλοτε χαλαρώνουν τον ειρμό της εκφραστικής του ανάπτυξης, όσο και τις επαναλήψεις που δημιουργούν ρυθμό πάνω σ’ αρχαία πρότυπα. Κι’ ακόμα στον Κάλβο αντικρίζουμε την αίσθηση και τις «διαθέσεις» της φύσης με παραβολή ψυχικών καταστάσεων, αναπνέουμε σπάνια και ξεχασμένα σχήματα λόγου όπως και το εν διά δυοίν π.χ. στην «Είς Φιλόπατριν» («Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος») ή στην «Ο Ωκεανός», στην ι στροφή, που όπως σημειώνει ο Μιχάλης Μερακλής, συναντάμε ένα πρωτότυπο είδος παρομοίωσης: το παρουσιαζόμενο περιέχει την παρομοίωση χωρισμένο στα δύο κλπ.

          Δεν θα μπορούσαμε να ξεπεράσουμε την εργαστηριακά δουλεμένη εναλλαγή φωνηέντων και συμφώνων, τους ασυναίρετους τύπους κυματισμών και καταλήξεων, τα μουσικά μοτίβα που επανέρχονται μες από αρνητικές και θετικές στροφές στην ίδια ωδή.

          Και τέλος, ποιός άλλος ποιητής θα μπορούσε να μας πείσει ότι τα «τα στεφάνια της δόξας είναι καλά», ανυψώνοντας αυτό το κοινότοπο επίθετο «καλά» μες απ’ την τριπλή έννοια της λιτότητας, της μνήμης και της τύχης;

          Ο Ανδρέας Κάλβος σταμάτησε νωρίς να γράφει. Ίσως απογοητεύτηκε από την έκβαση των πραγμάτων, ίσως δεν μπορούσε πιά να μεταπηδήσει σε άλλα ποιητικά πεδία, ίσως να εξαντλήθηκε από τις διαδρομές που επιχειρούσε μες στους αιώνες. Το χώνεμα τόσων στοιχείων μέσα σε λίγες ωδές φαίνεται συντριπτικό για έναν δημιουργό, οποιαδήποτε προσωπικότητα κι’ αν έχει. Και φυσικά ένας τέτοιος ποιητής κάποτε βρίσκει και τον αρνητή του. Ο Γιάννης Αποστολάκης, καθηγητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας και κριτικός όχι ευκαταφρόνητος, αλλά μονομανής κι’ αυτός με τον Σολωμό, απέρριψε κατά την γνώμη του τον ποιητή των «Ηφαιστείων». Είχε έρθει ο καιρός που το τόλμημα του Κάλβου, τα ανοίγματά του προς άλλες εποχές και η αγωνιώδης προσπάθειά του να μην πέσει από το βάθρο του έπρεπε να πληρωθούν. Στον τόμο «Τα τραγούδια μας» (1934) ο Αποστολάκης μάζεψε όλα τα μειονεκτήματα αυτής της ποίησης και ουσιαστικά διέγραψε από το ποιητικό πάνθεον έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές μας. Κανείς δεν αρνείται πώς ολόκληρες στροφές από το έργο του  Κάλβου δεν διαβάζονται πιά, πώς συχνά υπερισχύουν άστοχοι παρατονισμοί, χασμωδίες, βιασμοί της γλώσσας πού δεν δικαιολογούνται, μιά λογοκρατούμενη έμπνευση κλπ., αλλά ήταν επόμενο να συμβεί αυτό όταν προσπαθεί κανείς να βρει τις ρίζες του μες στους αιώνες, να τις μαζέψει, να τις ενώσει και να δημιουργήσει ένα καινούργιο δέντρο από την πεμπτουσία τους, το οποίο πρέπει να ανδρωθεί κατά τον ποιητή τη συγκεκριμένη ώρα και να εξυπηρετήσει ένα συγκεκριμένο και  υψηλό σκοπό μες από την ολοκληρωτική προς τούτον στράτευση. Και δεν είναι λίγο, μιά κληρονομιά αιώνων μες απ’ αυτή τη σχεδόν μαζοχιστική πίστη, να εκβάλλεται στις μέρες μας σ’ ένα μεγάλο μέρος της με όλη της τη χυμώδη ζωντάνια χάρη στον εν πολλοίς αδικημένο Ανδρέα Κάλβο. Και δω ας θυμηθούμε την θ΄ στροφή της Ωδής «Εις Πάργαν».

«Έχεον πολυάριθμα

μελισσών έθνη οι σίμβλοι

της Πάργας, βομβηδόν

εις τον πολύν επέταον

           καρπόν λυαίον».

    Διαβάζοντας την παραπάνω στροφή και πολλές άλλες έρχεται στο μυαλό η σκέψη αν ο Κάλβος τιμωρήθηκε και υποτιμήθηκε από τα ίδια τα πράγματα. Περ’ από λίγους ποιητές, ιδιαίτερα μοντέρνους, ποιός άλλος αγάπησε την ποίησή του; Όχι πολλοί. Δεν τον θέλουμε τον Κάλβο, ίσως γιατί υποσυνείδητα δεν θέλουμε να διατηρήσουμε τους δεσμούς μας με τις υψηλές επιτεύξεις της φυλής μας, ίσως γιατί νιώθουμε πόσο συντριπτικά κατώτεροι είμαστε από τους προγόνους μας και από κάθε τι το υψηλό. Ο Κάλβος λοιπόν γρήγορα αποβλήθηκε από τον τόπο του με την ετικέτα του εθνικού ποιητή. Εγώ όμως θα τολμήσω να πω, πώς ο Κάλβος είναι ένας από τους καταραμένους ποιητές της φυλής μας, όσο στίλβων δικαιωμένος και καταξιωμένος να φωταυγάζει σε μια μικρή δράκα ανθρώπων και το ξανατονίζω, ποιητών ιδιαίτερα.»

……………………………………………….

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΡΣΟΣ, 51-54, Ο ΥΜΝΩΔΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

-Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, 121-127, Ο ΚΑΛΒΟΣ  ΣΗΜΕΡΑ

-ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ, 128-137, ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΛΕΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ

-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ, 55-71, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ

-ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ, 72-85, ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΟΙΝΗ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ

-ΚΩΣΤΑΣ Π. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, 86-90, ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΟΝΤΟΓΕΝΕΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ

-ΠΑΝΟΣ Β. ΞΕΝΟΣ, 138-140, 

 Ω  ΦΙΛΤΑΤΗ  ΠΑΤΡΙΣ!

Έχει πραγματικά ενδιαφέρον, το να παρακολουθήσει κανείς την εκδοτική δραστηριότητα του Ανδρέα Κάλβου, που ενώ άρχισε με δύο τραγωδίες, «Θηραμένης», «Δαναϊδες», επηρεασμένος ίσως στη νεότητά του από τον φίλο του ποιητή Ούγο Φώσκολο, συνέχισε μετά μανίας να συνθέτει τις ωδές του, με κείνο τον πρωτοφανή πατριωτισμό του και την ανώτερη ποιητική του τεχνική και σύλληψη, που αληθινά και σήμερα ακόμα, δεν έχει ξεπεραστεί. Τις ωδές του ο Κάλβος δεν τις έγραψε για τον εαυτό του κάνοντας lart pour lart. Τις αντέγραφε σε πάμπολλα αντίγραφα και τις έστελνε σε όλους τους λόγιους, τους Ελληνολάτρεις, τους Ελληνομαθείς. Οι ωδές του απηγγέλλονταν στις συνάξεις και τα φιλολογικά σαλόνια, συζητούνταν, αποστηθίζονταν και έτσι ο Κάλβος έπαιρνε σιγά και σταθερά τη θέση του ανάμεσα στους καθιερωμένους λογίους της προηγμένης Ευρώπης. Βέβαια οι δημόσιες ομιλίες του μέσα στους φιλολογικούς και επιστημονικούς κύκλους του Λονδίνου, που σαν έμφυτος εθνικός προπαγανδιστής έδινε με πάθος, πάνω στα ζητήματα της αρχαίας και της νέας ελληνικής γλώσσας, άφηναν εμβρόντητους τους διανοούμενους της Αγγλίας. Οι Times του Λονδίνου, δημοσίευαν ενθουσιώδεις κριτικές γι’ αυτές τις ομιλίες και ο Κάλβος είχε γίνει γνωστότατος στους φιλολογικούς κύκλους της Ευρώπης. Παρά το ότι ο Κάλβος γίνονταν από παντού αποδεκτός, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να βοηθήσει την έκδοση των ποιημάτων του, πράγμα που ερέθιζε αφάνταστα το δημιουργό τους. Αυτό κατορθώθηκε μετά το Φεβρουάριο του 1821, αφού για πολιτικούς λόγους εκδιώχθηκε από τη Φλωρεντία και πήγε στην Ελβετία. Στη Γενεύη, σαν άνθρωπος με τεράστια μόρφωση για την εποχή του, γνωρίστηκε αμέσως με τον λόγιο Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό, που δίδασκε νεοελληνική φιλολογία σ’ ένα από τα διδακτήρια της πόλης. Ο νεαρός Ανδρέας του διαβάζει τις ωδές του. Ενθουσιασμένος ο Νερουλός με τη μεγαλόπνοη ποιητική του δημιουργία, την γεμάτη άφθαρτο πατριωτισμό, τον φέρνει σ’ επαφή με τον Ευνάρδο και τον Καποδίστρια. Οι δύο μεγάλοι άνδρες εξετίμησαν τον σοβαρό, κλειστό και σιωπηλό, αλλά τόσο δραστήριο Ζακύνθιο. Ο νεαρός Κάλβος διάβασε στον Καποδίστρια δύο από τις ωδές του, τις «Είς Ιερόν Λόχον» και «Είς Μούσας», με αληθινό πάθος. Ο Καποδίστριας του ζήτησε τα χειρόγραφα. Ενθουσιασμένος ο μετέπειτα κυβερνήτης της Ελλάδος από τον μέγα ποιητικό οίστρο του Κάλβου επιθυμεί να εκδοθούν οι ωδές. Έτσι πείθει τον Εϋνάρδο να χρηματοδοτήσουν μαζί την έκδοση των ωδών. Και ώ του θαύματος, το καλοκαίρι του 1824, το πρώτο μέρος της Λύρας βλέπει το δημόσιο φώς, σε μιά πολυτελέστατη για την εποχή της έκδοση. Ας σημειωθεί ότι στην έκδοση αυτή, εκτός από το επώνυμόν του, ο Κάλβος προσθέτει και το Ιωαννίδης από το πατρωνυμικό του Ιωάννης. Ύστερα από αυτήν την έκδοση που ενθουσίασε τους λόγιους της Γενεύης, ο Κάλβος στέλνει μερικά αντίτυπα στο Παρίσι, στο φίλο του διανοούμενο Ανδρέα Νικολόπουλο. Ο Νικολόπουλος μοίρασε τα αντίτυπα σε διακεκριμένους μορφωμένους φιλέλληνες, που δοκίμασαν μεγάλη έκπληξη βλέποντας να εμφανίζεται ξαφνικά στα γαλλικά γράμματα η νεοελληνική Μούσα. Στη Γαλλία ο Σολωμός ήταν ακόμα άγνωστος και μόνον τα δημοτικά τραγούδια που τύπωσε ο Fauriel, τα συγγράμματα του Κοραή και του Κοδρικά ήταν γνωστά στους κύκλους των γραμμάτων. Κανένας όμως νεοέλληνας ποιητής δεν είχε εμφανιστεί. Οι Ελληνιστές διάβασαν με απληστία τις ωδές. Ενθουσιασμένοι απ’ το ρυθμό, το κλασσικό στυλ, τον εθνικό παλμό και προ πάντων το ύψος των ιδεών του ποιητή, όλος ο μορφωμένος κόσμος της Γαλλίας αναγνώρισε αμέσως και ανεπιφύλακτα την αξία του. Ο διακεκριμένος σινολόγος Ελληνιστής Stanislas Julien ζήτησε αμέσως από το Νικολόπουλο να μεσολαβήσει στον Κάλβο και να του δοθεί η ευκαιρία να μεταφράσει τη Λύρα στα Γαλλικά. Το βιβλίο κυκλοφόρησε και οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Προετοιμασμένος ψυχολογικά, τον Ιανουάριο του 1826 ο Κάλβος έφτασε στο Παρίσι και βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε μιά ατμόσφαιρα άκρατου και συγκινητικού ενθουσιασμού. Τον υποδέχονται θερμά. Ο Νικολόπουλος τον παρουσιάζει στον μεταφραστή του σινολόγο S. Julien,  στον ακαδημαϊκό και κριτικό N. Lemersier,  στον διευθυντή της εγκυκλοπαιδικής επιθεώρησης Revue Encyclopedique, M. Avenel. Ο τελευταίος τον προσέλαβε αμέσως στο επιτελείο της σύνταξης του περιοδικού του και έτσι ο Κάλβος εξασφαλίζεται και οικονομικά. Με την υποστήριξη των νέων φίλων του τώρα, ο Κάλβος άρχισε να τυπώνει το δεύτερο μέρος των ωδών του. Ο Ελληνιστής μεταφραστής G. Pauthier αναλαμβάνει  και τις μεταφράσεις ταυτόχρονα στα Γαλλικά. Οι δεύτερες αυτές δέκα ωδές τυπώθηκαν σ’ ένα βιβλίο μαζί με μερικά ποιήματα του Χριστόπουλου. Καινούργιες διθυραμβικές κριτικές, καινούργιες δάφνες. Ο Κάλβος καταξιώνεται. Σίγουρος τώρα για την αξία του και την προσφορά του, αποφασίζει να γυρίσει θριαμβευτής στη χώρα του. Έτσι στις 10 Ιουλίου 1836 ο Κάλβος με την βασιλική φορτηγίδα «Πέστροφα», έφτασε στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, το Ναύπλιο. Η έκπληξή του, μη βρίσκοντας ίχνος ελληνικής κυβέρνησης, ήταν εντελώς απρόσμενη. Μη έχοντας που να απευθυνθεί, κατευθύνθηκε στα γραφεία της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» και ζήτησε τον διευθυντή της Φαρμακίδη. Ο Φαρμακίδης ούτε που τον ήξερε κάν. Ο Κάλβος του έδωσε τι δύο ποιητικές συλλογές του της Γενεύης και των Παρισίων. Μετά από λίγες μέρες στο Ναύπλιο, ο Κάλβος απογοητευμένος φοβερά αποφάσισε να φύγει για την Κέρκυρα. Ο Φαρμακίδης που στο μεταξύ διάβασε τις ωδές, του έδωσε συστατική επιστολή για τον λόγιο καθηγητή των Ελληνικών στην Ιόνιο Ακαδημία Κ. Ασώπιο.

          Όταν ο Κάλβος έφτασε στην Κέρκυρα, ο Ασώπιος τον παρουσίασε στον Πρύτανη της Ιονίου Ακαδημίας, λόρδο Γκύλφορδ. Ο Γκύλφορδ διαβάζοντας από χρόνια τους Times του Λονδίνου, γνώριζε τον λογιοτατισμό και την επιστημονική μόρφωση του Κάλβου από τα άρθρα του και τις ομιλίες του. Έτσι εκτιμώντας σε βάθος, τον συνεργάτη του Φώσκολο, τον άνθρωπο που δίδαξε τα Ελληνικά και έδωσε περισπούδαστες διαλέξεις στην Αγγλία, που συνεργάστηκε με τους μεγάλους επιστήμονες πανευρωπαϊκής ακτινοβολίας κι έκανε ν’ ακουστεί η φωνή της Ελλάδας στην καρδιά της Αγγλίας, τον οραματιστή για την αδιάσπαστη ενότητα του αρχαίου και του νεώτερου ελληνικού κόσμου, που δίδαξε Ελληνικά στη Ζυρίχη και στη Γενεύη, που συνεργάστηκε με τον Καποδίστρια και που οι ωδές του συνετάραξαν την ευαίσθητη Ευρώπη, τον πρότεινε αμέσως για καθηγητή στην Ιόνιο Ακαδημία, στην έδρα της Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Ως καθηγητής ο Κάλβος ήταν σοβαρός και αυστηρός, έτσι που ο Σπυρ. Δε Βιάζης έγραψε στη βιογραφική μελέτη του για τον Κάλβο: «Μόλις επείθετο περί του αδυνάτου της ευδοκιμήσεως του μαθητού έγραφε προς τους γονείς ν’ αποσύρωσι του σχολείου το τέκνον…». Οι απογοητεύσεις που δέχονταν στην Κέρκυρα ο ποιητής ήταν η μία κατόπιν της άλλης. Το μίσος και η μισαλλοδοξία βασίλευαν παντού. Στο νησί έκανε ελάχιστους φίλους μα πολλούς, πάρα πολλούς εχθρούς. Οι φιλολογικοί κύκλοι δεν τον δέχτηκαν. Γράφουν οι μελετητές του, ότι με τον Σολωμό δεν μίλησαν ποτέ. «Αν και συναντιόνταν ταχτικά, αντιπαρέρχονταν χωρίς να χαιρετισθούν, ωσάν δύο άγνωστοι μεταξύ τους». Η άγνοια που έδειχναν για την ποίησή του οι λογοτέχνες της γενιάς του, ύστερα μάλιστα από την αναγνώριση της μεγάλης ποιητικής αξίας των ωδών του στο εξωτερικό, ερέθιζε και πίκραινε τον Κάλβο. Η επτανησιακή σχολή, Πολυλάς, Τυπάλδος, Μαρκοράς, Λασκαράτος, Σολωμός κλπ. τον αγνοούσαν. Πικραμένος και βαθύτατα θλιμμένος ο Κάλβος εγκαταλείπει την πατρίδα του στις 27 Νοεμβρίου 1852 για την γηραιά Αλβιόνα. Στην Ελλάδα θα γυρίσει με την μεταφορά των οστών του το 1960. – Ώ φιλτάτη πατρίς! Πόσον ενωρίς ενθυμείσαι τα τέκνα σου!!!

-ΘΑΝΑΣΗΣ  ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, 141-144, «ΚΑΙ  ΣΥ ΤΟΝ ΥΜΝΟΝ ΔΕΞΟΥ» Προσβάσεις στον κόσμο του Ανδρέα Κάλβου

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΛΑΚΑΣ, 145-155, ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΛΜΗ 

-ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΛΗΣΗΣ, 91-96, ΠΟΙΗΣΗ  ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΚΗ

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ, 9-45, ΚΑΛΒΟΣ, ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ

-ΚΩΣΤΑΣ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, 156-160,

Ο ΚΑΛΒΟΣ  ΠΟΙΗΤΗΣ  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ

          Γνωρίζετε πώς υπάρχουν ποιητές, που προσελκύουν κατ’ εξοχήν την προσοχή μας στο τί λένε- ή για να χρησιμοποιήσω μιάν άστοχη τρέχουσα έκφραση: στο περιεχόμενο της ποίησής τους. Και υπάρχουν άλλοι ποιητές που μας μαγνητίζουν με το πώς, με τον τρόπο, ακριβώς, που διατυπώνουν σε γλώσσα ό,τι έχουν να ειπούν. Από τον Μαλλαρμέ και δω, εννοήσαμε οι Ευρωπαίοι ότι η αυθεντική δημιουργία Τέχνης συσπειρώνεται ακριβώς σ’ αυτό το πώς, στον τρόπο γραφής που κατορθώνει κάθε συνειδητός δημιουργός ποίησης. Και τρόπος γραφής σημαίνει γλώσσα, γιατί η γλώσσα ακριβώς αυτή- πού είναι, θαρρείς, μια ξεχωριστή, ιδιότυπη γλώσσα μέσα στην γλώσσα ενός λαού-, οι λέξεις του ποιητή, οι φράσεις που επιλέγει, είναι εκείνες που δημιουργούν το έξοχον πνευματικό γεγονός της ποίησης. Όταν ο ποιητής πάρει από την κοινή γλώσσα τα υλικά και πλάσει την δική του γλώσσα, τότε κατορθώνει σ’ αυτήν ν’ αποτυπώσει την ιδιοτυπία της προσωπικότητάς της, την αρχέτυπη μορφή του πνεύματός του. Γιατί το κατορθωμένο «ποίημα- καθώς επισημαίνει ο Τζώρτζ Στάινερ- διεισδύει ως αυτές τις ρίζες της γλώσσας».

          Γνωρίζετε, ακόμη, κυρίες και κύριοι, πόσο μεγάλο κίνδυνο αντιμετωπίζει ο ποιητής που είναι συνειδητά ποιητής πατριωτικός, καθώς ο Κάλβος, κίνδυνο να επισύρει την προσοχή των αναγνωστών του στο τί λέει, κάνοντάς τους να παραθεωρήσουν το πώς, τον τρόπο που ολοκληρώνεται και λειτουργεί το ιδικό του αποκλειστικά λεκτικό. Τον κίνδυνο αυτό δεν κατορθώνει να νικήσει ο Ουγκώ.

          Και γνωρίζετε, τέλος, τί σκληρή πίεση ασκεί η ομιλούμενη γλώσσα, η λαλιά της κάθε ημέρας, στον ποιητή που ζώντας τα γεγονότα της εποχής του και την γλωσσική της πραγματικότητα, που τα σημειώνει νοητά, ακουστά και ορατά, αναζητεί ακριβώς, μέσα στους τρόπους της γραφής την φυσιογνωμία του, τον εαυτό του- δηλαδή την αποκλειστικά δική του γλώσσα, εκείνη που ορθώνει τελικά ως τρόπαιο, επάνω από την καθημερινή χασμωδία, την χασμωδία που σκεπάζει το χαίνον μυστήριο της ύπαρξής μας στον κόσμο αυτό.

          Ο Ανδρέας Κάλβος, όμως, αυτός ο κρυσταλλώδης ποιητής, ο ποιητής της ιδέας κατά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, κατόρθωσε να πλάσει ένα γλωσσικό όργανο ειδικά για την ποίησή του, και να του εμφυσήσει ζωή αθάνατη, πώς, με ποιό τρόπο; Συμπεραίνοντας με γνώση, σοφία ποιητική και αποκρυμμένη ευαισθησία, όλη την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, από τον Όμηρο ως το θεοκεντρικό Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία.

          Η ποίησή του είναι ένα κρουστό, μοναδικό, ατίμητο ύφασμα λέξεων- σημείων που μας ανοίγουν, με τρόπο υπαινιχτικό, το πνεύμα σε όλη την γλωσσική περιπέτεια των Ελλήνων, στη μάχη τους να καθυποτάξουν στις λέξεις της γλώσσας τους την πραγματικότητα και να την αθανατίσουν με τον τρόπο της Τέχνης. Έτσι δικαιώνεται ο Παλαμάς γράφοντας πώς «η ποίηση του Κάλβου εξυμνεί την Επανάστασιν, εκπροσωπούσα την ελληνικήν παράδοσιν». Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον ποιητή στη  νεοελληνική λογοτεχνία που να έπλασε μιάν αποκλειστικά δική του ποιητική γλώσσα- εκτός από τον Καβάφη που κι εκείνος, με τον τρόπο του, είναι, γλωσσικά, ένας ποιητής συμπερασματικός.

          Και είναι τόση η δημιουργική δύναμη του Κάλβου, τέτοια η γλωσσική του εξουσία κι επιβολή, η περίπου αυταρχική, ώστε όχι μόνο να μη μας ενοχλεί η γλώσσα αυτή, όχι μόνο να μας διαποτίζει πλήρως και να προκαλεί το θάμβος που ονειρευόταν ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, αλλά να μας επιβάλλεται με την συγκλονιστική, οργανικά ολοζώντανη πολυφωνία των μορφών της ελληνικής γλώσσας του παρελθόντος.

          Η γλώσσα του Ομήρου, η γλώσσα του Πινδάρου και των αρχαίων Τραγικών, με λέξεις- σημεία μοναδικά της ακήρατης φυσιογνωμίας τους, ξαναζούνε μέσα στην γλώσσα του Κάλβου. Πώς; (Ιδού, πάλι ερωτηματικό τροπικό επίρρημα- κλειδί). Όχι με τρόπο τεχνητό και ψεύτικο, ούτε με στολίσματα μιάς τυχόν γλωσσικής αμηχανίας του δημιουργού, αλλά ως μέλη οργανικά ενός σώματος που ασπαίρει μέσα στο έκθαμβο φώς της μεγάλης Ποίησης. Η γλωσσική συνειδητότητα του Κάλβου δημιουργεί ένα κολοσσιαίο πνευματικό γεγονός: μιά γλώσσα αποκλειστικά και μόνο για την ποίησή του, που στην πραγματικότητα δεν μιλιόταν, με τα ζωογόνα σημεία της ελληνικής γλώσσας που αποτυπώθηκαν στα μεγάλα μνημεία του ελληνικού λόγου- μιά γλώσσα που είναι αυτή η χαμένη ένσαρκη μορφή του, ο τύπος του πνεύματός του, επάνω στο σώμα το άχραντο της ποίησης, βαθιά χαραγμένος. Έτσι, μας πρόσφερε ένα έργο που η προσεχτική μελέτη του μας οδηγεί, κατά την έκφραση του Ρολάν Μπάρτ, από την λογοτεχνία στην γραφή.

          Δεν ανήκει στις προθέσεις μου να προσφέρω παραδείγματα από τις «Ωδές» του και να τις συγκρίνω με μύρια θραύσματα της αρχαίας και βυζαντινής ελληνίδας γλώσσας. Τα σοφά αυτά συγκριτικά δείγματα των μελετητών του συνάθροισε και εμπλούτισε ο καθηγητής κ. Μ. Γ. Μερακλής. Σ’ αυτόν θα παρέπεμπα. Αντίθετα, πρόθεσή μου είναι να αποτιμήσω τον γλωσσικό άθλο του Κάλβου και να υπογραμμίσω την σπουδαιότητα του έργου του, για την ελληνική γλώσσα, που υψώνεται σε μνημείο ποιητικό. Για τον άθλον αυτό ο Κάλβος είχε αρμόδια προετοιμαστεί με ενδόμυχη σοφία, όχι μόνο στα πρώτα χρόνια του βίου του στη Ζάκυνθο, αλλά και αργότερα, στις ανθούσες ελληνικές παροικίες της Ευρώπης, όπου η γλωσσική φθορά ήταν περιορισμένη και η γλωσσική μνήμη ισχυρότερη, καθώς απέμενε ανέπαφη από την καθημερινότητα. Είχε διαβάσει τους αρχαίους και το αναγνώριζε-αλλά με τί οξύ και υψηλά δημιουργικό αισθητήριο τους είχε διαβάσει!

          Ετοίμαζε στο Λονδίνο ένα ελληνοαγγλικό λεξικό που φυσικά τον είχε ωθήσει στην αναδίφηση άλλων, παλαιότερων ελληνικών Λεξικών- μιάν αναδίφηση που αρέσκονται να ασκούν όλοι οι συνειδητοί ποιητές- οι σωτήρες των λέξεων μιάς γλώσσας. Και είχε μεταφράσει τους Ψαλμούς και την Θεία Λειτουργία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

          Ο Κάλβος, μετά από κάποιες ατυχείς προσπάθειες να γράψει τραγωδία- προσπάθειες που απογοήτευσαν ακόμη και τον στενό του φίλο Ούγο Φώσκολο- κατορθώνει να υψωθεί σε μιά παράξενη γλωσσική συνειδητότητα, καταβυθιζόμενος, με νου και καρδιά, μέσα στην ελληνική παράδοση. Από το αναιώνιο αυτό ελληνικό ορυχείο ανηφορίζοντας, αιστάνθηκε τον λόγο του να μεστώνει ποιητικά, να αποχτά οργανική ταυτότητα με το πνεύμα του, αλλά και να συμπεραίνει ποιητικά- δηλαδή γλωσσικά, οπλισμένος με τις λέξεις- σημεία των εποχών που οι Έλληνες έζησαν δημιουργικά, με ύψιστο καημό τους την γλώσσα, ως έργο αθανασίας τους. Με το επίτευγμά του αυτό ο Κάλβος έπλασε και μας κληροδότησε «μετόπας αρχαϊκάς αλλά και αρχαϊκάς τριγλύφους», κατά τον Σίμο Μενάρδο. Πώς; Με φρόνημα αρχαίο και με ήθος χριστιανικό.

          Αυτά τα δύο στοιχεία είναι οι ηθικές συντεταγμένες που κυριαρχούν στην ποίησή του, έστω και αν η πρώτη είναι πιο φανερή και η δεύτερη δρα υποδόρεια. Ο Κάλβος αναδείχτηκε ποιητής μέγας του γένους των Ελλήνων όχι μόνο γιατί με την προσωπική του γλώσσα συμπέρανε τα χαρακτηριστικά στοιχεία και τους κυρίαρχους τρόπους ποιητικής γραφής των Ελλήνων. Αλλά και γιατί κατόρθωσε τον τρόπο γραφής του, το πώς δηλαδή, να τον συνταιριάσει με την μεγαλοσύνη της ιδέας που εβουλήθηκε να εκφράσει- δηλαδή με το τί, ας το πούμε και πάλι, διαφωνώντας με την έκφραση: με το περιεχόμενο της ποίησής του.

          Ποιητής κατ’ εξοχήν πατριωτικός, συμπέρανε όχι μόνον τη γλώσσα της πατρίδας αλλά και την Ιστορία της. Πώς; Αποκαλύπτοντας στα γεγονότα της ελληνικής Επανάστασης του Εικοσιένα τα αρχαία, ανεξάντλητα, κινούντα αίτια της ιστορικής συμπεριφοράς των Ελλήνων. Ξεκινώντας θαρρείς από την τρομερή, σαν κραδαινόμενη σπάθα, απόφανση του Ομήρου:

«την μισή αξία του ανθρώπου ο βροντόλαλος ο Δίας

του παίρνει, απ’ την στιγμή που επλάκωσε γι’ αυτόν σκλαβιάς ημέρα»

θεωρεί την μοίρα των Ελλήνων με κεντρικό άξονα- σημείο, την Ελευθερία, ως ύψιστη αρετή, Έτσι, στην Ωδή «Είς τον Ιερόν Λόχον» αντηχεί η κραυγή των Θερμοπυλών και η έσχατη κραυγή της Βασιλεύουσας που ψυχορραγεί’ στην Ωδή «Είς δόξαν», το ύψιστο μάθημα του Ελληνισμού από την αρχαιότητα, και στις Ωδές «Είς θάνατον», «Είς Ελευθερίαν», «Είς την νίκην», ή «Αι ευχαί» όλος ο ελληνικός ηθικός κόσμος συμπεραίνεται με μίαν υψηλή ομορφιά και που είναι ουσία λέξεων- σημείων και εικόνων.

Στις Ωδές του όμως ο Κάλβος συμπεραίνει και κάτι άλλο, βαρυσήμαντο: τα ελληνικά σύμβολα. Ξεκινώντας από το αρχαϊκό σύμβολο του Ωκεανού ως πατέρα των θεών, απολήγει με ιστορική συνέπεια, στο σύμβολο του Σταυρού που νοηματίζει το ήθος της ποίησής του όχι μόν ως σύμβολο μαρτυρίου του δουλωμένου Έλληνα αλλά και ως σύμβολο της νίκης, ως σύμβολο υπερφυούς ελπίδας που προκαλεί την αναγωγή της Ιστορίας στο θείο:

          «Πολλά μεν σκοτεινά’

          φέγγει επ’ ολίγα τ’ άστρον

          Το της αθανασίας’

          Την εκλογήν ελεύθερον

                Δίδει το θείον».

Νομίζεις πώς ακούς όχι μόνο κατακλείδα αρχαίας τραγωδίας, αλλά και συμπέρασμα υψηλής χριστιανικής διδαχής. Τα σύμβολα αυτά, και άλλα, της Ειμαρμένης, του Χρόνου, της Δόξας- εικονίσεις λιτές, πυκνότατες σε ποιητική ουσία, συναρθρώνονται με συμβολικές εικόνες της φύσης πού μας ανάγουν στους Ορφικούς Ύμνους (της Νύχτας, της Μέρας, της Θάλασσας), σύμβολα που για τον Κάλβο είναι, αληθινά, ένας έμψυχος κόσμος. Τα σύμβολα αυτά είναι, πέντε χιλιάδες τώρα χρόνια, τα αείζωα σύμβολα πού συγκρατούν τις συνειδήσεις των Ελλήνων μέσα στον αισθητό κόσμο. Πώς; Με τρόπο καθολικό, δηλαδή ποιητικό, κατά τον λόγο του Αριστοτέλους: «Η μέν γάρ ποίησις μάλλον τα καθόλου, η δε Ιστορία τα καθ’ έκαστον λέγει».

          Ο Ανδρέας Κάλβος, λοιπόν, ποιητής κατ’ εξοχήν πατριωτικός, συμπέρανε την πολυμορφία και την πολυσημία της ελληνικής γλώσσας, συμπέρανε τα ηθικά στοιχεία της ελληνικής Ιστορίας και ακόμη, συμπέρανε τα διαιώνια σύμβολα του Ελληνισμού με τρόπο αρμόδιο, δηλαδή ποιητικό. Συμπέρανε, τέλος, τις ελληνικές ιδέες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης, του Ηρωϊσμού, της Ομορφιάς, και όλες τις ανήγαγε στην Ιδέα της Αρετής. Και δικαιώνεται ο Κωνσταντίνος Τσάτσος που τον ονομάζει «τον κλασσικότερο ποιητή που έχομε στην Ελλάδα».

          Οι κρυσταλλώδεις, ασκίαστες, ιδανικές εικόνες συμβολισμού και ερμηνείας της μοίρας των ανθρώπων με τις οποίες εδόμησε την ποίησή του, ακόμη και όταν περιγράφουν συμβάντα ή καταστάσεις της φύσης, ή της Ιστορίας- παραδ. Η Ωδή «Είς Χίον»,- μεταμορφώνονται σε γεγονότα πνευματικά. Πώς; Διά της μοναδικής, εντελώς προσωποπαγούς γλώσσας του που δεν είναι γλώσσα αισθητή, σαρκική αλλά γλώσσα νοητή. Και όπως σημειώνει ο Πλωτίνος: «ο μέν γαρ αισθητός κόσμος μοναχού, ο δε νοητός πανταχού». Στο έργο του Κάλβου μεταστοιχειώνεται η νοητή πραγματικότητα της αρχαίας, μεσαιωνικής, νεώτερης Ελλάδας σε ποίηση.

          Αυτή την νοητή πραγματικότητα αποτύπωσε χαράζοντάς την σε μάρμαρα σκληρά εκτυφλωτικής λευκότητας, με τα ελληνικά ποιητικά μέτρα. Όσο και αν η Σημείωση για τη μετρική του με την οποία συνόδευσε την α΄ έκδοση της «Λύρας» να μη μας φωτίζει αρκετά, ακούμε, όταν μέσα σε σιγή ψυχής αρθρώνουμε τον τιμιότατο ποιητικό του λόγο, τα μέτρα του Πινδάρου, των Τραγικών, της βυζαντινής ποίησης. Αναδύθηκε από μιά θάλασσα δημοτικού τραγουδιού αλλά δεν έχασε την ακήρατη ιδιοτυπία του. Με την περήφανη χειρονομία του δημιουργού που εβρήκε στην γλώσσα του ακέριο τον εαυτό του, ελάκτισε την ομοιοκαταληξία των στίχων που τόσο επίεζε τον ποιητή του καιρού του και αναδείχθηκε ο πρώτος και μέγας μοντέρνος ποιητής των Ελλήνων. Σεβάστηκε και δημιουργικά συμπέρανε την αρχαία παράδοση του μέτρου- με τον τρόπο του. Κι αυτό είναι το ύφος του. Αρνήθηκε, ως ελάχιστα ελληνική, την ομοιοκαταληξία, και την απέρριψε. Γιατί η γλώσσα, καθώς σοφά σημειώνει ο Πάστερνακ, «διαλογίζεται μονάχη της για λογαριασμό του ανθρώπου… χάρη στην ορμή και την δύναμη που της δίνει η εσωτερική της κίνηση».

          Όπως όταν βλέπουμε με αστερωμένη συνείδηση, στον  ύπνο μας, κάποιον ν’ ανεβαίνει και να περπατεί σε πανύψηλο βουνό,- αυτός προς το μέγα φώς, εμείς, ακόμη, στο σκότος του μυστηρίου των ονείρων- αλλά δεν διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και μόνο το υψηλότατο ανάστημά του μετρούμε, «υπέρ την νύκτα», έτσι και απόψε, μη μπορώντας να αναπολήσουμε την αυστηρή μορφή του που εχάθηκε, ατενίζουμε με δέος, το ποιητικό του μέγεθος, ως φώς νοητό και ως δίδαγμα.

Κείμενο Ομιλίας, 1984     

-ΠΕΤΡΟΣ  ΧΡΟΝΑΣ, 102-108, ΑΚΑΜΑΝΤΑ  ΑΛΟΓΑ

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΦΩΤΕΑΣ, 97-101, ΚΑΙΡΙΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ

-ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, 163-164,  ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ  ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΛΒΟΥ

  Λίγα ακόμα για τον Ανδρέα Κάλβο

          «Επί το μέγα ερείπιον

          η Ελευθερία ολόρθη

          προσφέρει δύο στεφάνους’

          έν’ από γήϊνα φύλλα,

             κ’ άλλον απ’ άστρα.»

          («ΕΙΣ ΨΑΡΑ»)

          Ένα ακόμα «Τετράδιο Ευθύνης» αναρτάται στην πειραιώτικη ιστοσελίδα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Είναι το Νούμερο 24 του Απρίλη του 1986 με την συμμετοχή εξαίρετων μελετητών και ερευνητών της ποίησής του. Στον αφιερωματικό τόμο έχουμε και την παρουσία δύο πειραιωτών ποιητών και μεταφραστών, του κατοπινού πανεπιστημιακού και κριτικού της ελληνικής λογοτεχνίας Βαγγέλη Αθανασόπουλου και της ποιήτριας και μεταφράστριας Όλγας Βότση. Και τα δύο αυτά γνωστά μας ονόματα υπήρξαν συνεργάτες του εκδότη συγγραφέα Κώστα Ε. Τσιρόπουλου και του περιοδικού και των εκδόσεων της «ΕΥΘΥΝΗΣ». Ανάμεσα στους συμμετέχοντες διακρίνουμε δύο  ακόμα ονόματα τα οποία ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το έργο και τις φιλοσοφικές και άλλες ιδέες του Καρμπονάρου ποιητή. Του πολιτικού και φιλόσοφου Κωνσταντίνου Τσάτσου και του πανεπιστημιακού καθηγητή, ιστορικού και κριτικού της ελληνικής λογοτεχνίας Μιχάλη Γ. Μερακλή. Όλα τα κείμενα είναι βατά και παρά του γεγονότος ότι έχουν δημοσιευθεί 40 και πλέον χρόνια και οι Καλβικές σπουδές έχουν εξελιχθεί και παρουσίασαν άνθηση έκτοτε, όλα τα δημοσιεύματα παρουσιάζουν ακόμα το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους στην καταγραφή της πρόσληψης και της διαδρομής της ποίησης του Ανδρέα Κάλβου μέσα στην Ελληνική Ποιητική Παράδοση. Επιβεβαιώνοντας τον λόγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου ότι "Σπάνια ένα ποιητικό έργο δίνει τόσες αφορμές να σκεφτούμε τα γενικότερα προβλήματα της τέχνης, όσο το σύντομο έργο του Κάλβου. Ίσως γι’ αυτό να δυσκολευόμαστε όταν προσπαθούμε να εκφράσουμε το πνεύμα του και να εξηγήσουμε την τεχνική του. Διαισθανόμαστε την πολύτιμη ουσία πού βρίσκεται εκεί κι όμως δεν είναι εύκολο να την ορίσωμε. Βέβαια σε τέτοιες δυσκολίες σκοντάβομε πάντα στη σφαίρα της αισθητικής κρίσης. Ίσως όμως ειδικά στον Κάλβο να μας συμβαίνη τούτο σε μεγάλο βαθμό…..», σ. 9. Ο Ζακύνθιος ποιητής μετά την μεταπολίτευση του 1974, για την ακρίβεια θα γράφαμε μετά την μετακομιδή των οστών του ίδιου και της δεύτερης γυναίκας του από την Αγγλία στο κοιμητήριο της Ζακύνθου το 1960 έγινε για μία ακόμη φορά το κέντρο των πνευματικών ενδιαφερόντων ποιητών, πεζογράφων, συγγραφέων, εικαστικών και φιλολογικών κύκλων. Και αν η μνήμη δεν με απατά, μοιράζονταν στα Σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ένα ανθολόγιο των Ωδών του Κάλβου, με εισαγωγή του δεύτερου προέδρου της Μεταπολιτευτικής μας περιόδου Κ. Τσάτσου. Εξάλλου, αφήναμε πίσω μας την στρατιωτική χούντα, ενώ, είχε παρέλθει η πολιτική περίοδος-από το Καλοκαίρι του 1826- που η Αστυνομία των Παρισίων και οι πράκτορές της παρακολουθούσαν την κεντρική πόρτα μιάς τετραγώνου οικίας της οδού Ρύ ντε λ’ Εκόλ ντέ Μεντσίν να « εξήρχετο σχεδόν κάθε πρωί ένας σκυθρωπός και αμίλητος κύριος περίπου 33 ετών. Είς την άκραν της αυτής οδού και προ της παλαιάς Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Παρισίων, ανέμενε σχεδόν κάθε πρωί την έξοδον του σκυθρωπού νέου, ένας σκυθρωπότερος μεσήλιξ με το βλέμμα καρφωμένον εις την θύραν της τετραωρόφου οικίας, την οποία ήτο απομεμακρυσμένος περί τα δέκα μέτρα.». Ο ξένος αυτός ήταν «Ο αλλοδαπός αυτός που κατάγεται από την Ζάκυνθο, και διακηρύσσει το πνεύμα του ενθουσιωδεστέρου φιλελευθερισμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι λαμβάνει μέρος εις τας πολιτικάς μηχανορραφίας της Ανατολής…». Αυτά αναγράφονται σε άκρως εμπιστευτικό έγγραφο της Παρισινής Αστυνομίας και φυλάσσονταν στο φάκελο του ποιητή. Τα ανωτέρω μαζί με την παράθεση 8 μυστικών εγγράφων στα Γαλλικά μας ανακοινώνει στο άρθρο του «Ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος και η Αστυνομία των Παρισίων» σελ. 121-131, ο παλαιός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, στο σύμμεικτο έργο του «Κοραής-Κούμας- Κάλβος», Πηγαί και Έρευναι περί της Ιστορίας του Ελληνισμού από του 1453. Τόμος 2ος, εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της «Εστίας», Αθήνα χ.χ. (1967). Ο τόμος του επιφανούς καθηγητού που έχει συνδεθεί και με την πόλη μας, τον Πειραιά, είναι αφιερωμένος «εις τον αλησμόνητον Γεώργιον Συριώτην διευθυντή του «Βήματος»». Πριν και κυρίως μετά την πολιτική μεταπολίτευση του 1974 ο Ανδρέας Κάλβος είχε αρχίσει να γίνεται «της μόδας» για να υιοθετήσω την διαπίστωση του βυζαντινολόγου Νικολάου Β. Τωμαδάκη, στο δικό του άρθρο που υπογράφει το 1960 στο περιοδικό της «Κρητικής Εστίας». Βλέπε «Ανδρέας Κάλβος» σ.159-162 στο Ν. Β. Τωμαδάκη, «Απανθίσματα» Γραμματολογικά και Βιογραφικά της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. (Μελέται και άρθρα), εκδόσεις Γ. Φέξη 1962. Ασφαλώς, την παρουσία του κλασικιστή ολιγογράφου ποιητή- δημοσίευσε μόνο 20 ΩΔΕΣ δεν υποδέχθηκαν όλοι οι κατοπινοί σχολιαστές του θετικά, υπήρχαν και οι αρνητές του. Στις μέρες μας όμως, είμαστε πλέον βέβαιοι ότι το πνευματικό του έργο και η φιλοσοφία του δεν «κρύβεται» μέσα στην καταχρηστική ποιητική προπαγάνδα εθνικών μηνυμάτων του έργου του-όπως και του έργου του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού από τους αρμόδιους κρατικούς εκπαιδευτικούς φορείς της επαράτου (θυμόμαστε ονόματα καθηγητών και ιερέων που υμνούσαν το τότε καθεστώς και το τι έλεγαν για τους δύο αυτούς μεγάλους μας ποιητές), αλλά στην ίδια την αξία της φωνής του Επτανήσιου ποιητή. Αυτό το ηρωικό σφρίγος του λόγου του που αντλεί τα εφόδιά του τόσο από την αρχαία μυθική των ελλήνων τοιχογραφία, όσο και από τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του και όλα αυτά που ονειρεύτηκε και οραματίστηκε μας τα πρόσφερε σε ένα πλούσιο και πολύχρωμο υφαντό του ελληνικού τοπίου και της ελληνικής φύσης και του ελληνικού φωτός μπλεγμένου με την σκιά του θανάτου. Αρχαιοπρέπεια, Πινδαρικό ύφος και γλώσσα Ομηρικών καταβολών, εκφραστική μεγαλοστομία, ηρωική ιστορικότητα στιγμών της Ελλάδος, ένδοξη υπόμνηση, εικόνες θαυμάσιας λαμπρότητας και φωτεινές μεταφορές ακόμα και μέσα στο γεμάτο σκιές ταμπλό τους, γραφή που δεν βρήκε συνεχιστές παρά τα αφιερωμένα ποιήματα στο όνομά του, όπως του ποιητή Τίτου Πατρίκιου, του Ηλία Γκρή, του Θανάση Κ. Κωσταβάρα για να μείνω σε ενδεικτικά ονόματα. Η Φιλοπατρία του όχι μόνο υπερβολικά εμφανής αλλά δηλώνεται και με όσο γίνεται περισσότερους υψιπετείς τόνους, λέξεις και φράσεις, εικόνες.

«Θερμότατον τον πόθον

εφύτευσας της δόξης

εις την καρδίαν των τέκνων σου,

ώ Ελλάς, και καλείσαι

   μήτηρ ηρώων.»

(«Είς δόξαν»)

          Ποιοί από τους σημερινούς μας ποιητές και ποιήτριες θα υιοθετούσαν το Κάλβειο ύφος, την λυρική ποιητική σκληρότητα της γλώσσας του, τους αναβαθμούς θερμότητας της φιλοπατρίας του και για πια ιστορική αιτία; Οι σύγχρονες Μούσες στην χώρα μας δεν θα μπορούσαν να εγερθούν από τον λήθαργό τους, και να εκφράσουν με την τέχνη τους το φρόνημά ημών των Νεοελλήνων, και την πορεία που επέλεξε να ακολουθήσει η πατρίδα μας. Οι καιροί και οι κοινωνικές συνθήκες και καταστάσεις άλλαξαν τόσο μα τόσο δραματικά και αμετάκλητα. «Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της Γης, στου Κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς» μελοποιεί με την άκρα ευαισθησία του ο Μελωδός των Ονείρων μας αιώνιος Μάνος Χατζιδάκις.

          ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ

Ανδρέα Κάλβο

που έσφιγγες με τους στίχους σου

το λαιμό των τυράννων

σήμερα οι τύραννοι έχουν οργανωθεί

σ’ απρόσωπους μηχανισμούς

δύσκολα ξεχωρίζεις το λαιμό τους.

Ίσως να ‘ναι κι αυτό ένας λόγος

που δυσκολεύονται οι ποιητές

στο πιό αληθινό τους έργο.

Τίτος Πατρίκιος, «ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β΄ 1959- 2017», εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, 3, 2018, σελ. 36        

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς 21/4/2026

ΥΓ. Ερωτήματα όταν «η ανάγκη γίνεται Ιστορία»: Καλέ μου Κύριε, Κύριε, αληθεύει ότι είχες προφητεύσει μέσα στην πανσοφία σου ότι οι εκλεκτοί υπηρέτες σου την αποφράς ημέρα του «ΕΛΛΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ» θα διάβαζαν; Και κάτι ακόμη, είχες προβλέψει ότι ούτε οι «κομμουνιστοσυμμορίτες» ούτε ο τροτσκιστής ερχόμενος εξ Αμερικής Ανδρέας εντέλει μας πήραν τα σπίτια, αλλά οι Τραπεζίτες επί εποχής πλήρους αποκατάστασης των δημοκρατικών και πολιτικών ελευθεριών μας (;).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου