Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΟΣ του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου

 

ΤΕΧΝΗ  ΚΑΙ  ΚΑΛΛΟΣ

Του Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου

   Η ζωή του  ανθρώπου δεν είναι μόνο γνώσις και πράξις αλλά είναι συνάμα και ποιητική ενέργεια, η οποία εκφράζεται συνολικώς με όλα τα είδη της τέχνης. Με την τέχνην, η οποία εις όλας τας μορφάς της είναι δημιουργία, η ζωή προχωρεί πέρα και από την γνώσιν και από την πράξιν. Η φιλοσοφία ως αισθητική προσπαθεί ν’ αναλύση και να ερμηνεύση το όλον νόημα, το οποίον περιέχει η ποιητική, δύναμις του ανθρώπου.Το πρώτον της ερώτημα είναι: «Έχει η τέχνη σκοπόν, και εάν έχη, ποιός είναι αυτός»; Και δεύτερον, ερωτά η φιλοσοφία: Δύναται ο σκοπός αυτός να κείται έξω της ουσίας της τέχνης;».

   Η απάντησις εις τα ερωτήματα αυτά είναι δυνατόν να ευρεθή δια της απαντήσεως εις ένα ακόμη, τρίτον ερώτημα: «Ποιά είναι η εσωτερική ανάγκη, η οποία οδηγεί τον άνθρωπον να δημιουργή τέχνην;»

    Η τέχνη δημιουργεί μορφάς της εικόνας και δι’ αυτών γεννά κάλλος. Αι μορφαί αυταί είναι εξ ολοκλήρου πλάσματα της φαντασίας, η οποία κείται μεταξύ των αισθήσεων και  της διανοίας. Αισθήσεις και διάνοια είναι οι δύο κόσμοι οι οποίοι περιβάλλουν την φαντασίαν. Επειδή η πηγή της τέχνης είναι η ικανότης αυτή του ανθρώπου, είναι φανερόν ότι τα έργα της τέχνης είναι επίσης προβολή των μορφών της φαντασίας εις τους δυό αυτούς κόσμους, εις τον κόσμον των αισθήσεων, όταν πρόκειται περί των εικαστικών τεχνών, εις τον κόσμον της διανοίας και των νοημάτων, όταν πρόκειται περί της τέχνης του λόγου, της ποιήσεως, της τραγωδίας και του πεζού λόγου.

   Η πρώτη ενέργεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι η προβολή μορφών εις τους δύο αυτούς αντικειμενικούς κόσμους. Εις τον κόσμον των αισθήσεων και εις τον κόσμον της διανοίας. Διά τούτο, ενώ η πηγή της τέχνης είναι η φαντασία, τα έργα της είναι πραγματικά και προβάλλονται εις τους δύο αυτούς κόσμους. Αυτό είναι το θαύμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κατά την στιγμήν όμως καθ’ ήν γίνεται η προβολή αυτή μιάς μορφής εις τον κόσμον των αισθήσεων ή της διανοίας, η ίδια αυτή μορφή μεταμορφώνεται εις σύμβολον.

   Ό,τι ήτο απλώς φανταστικόν, τώρα εμφανίζεται ως αναγκαίον, ως εάν υπήρχε τούτο κατά τον αυτόν τρόπον, καθ’ όν υπάρχουν όλα τα άλλα όντα, ενώ τω όντι είναι δημιούργημα της ελευθερίας του πνεύματος του ανθρώπου. Έτσι, καθ’ ήν στιγμήν ο άνθρωπος θεάζεται το έργον της τέχνης και γεύεται την ουσία του, ζη μέσα εις την αυταπάτην, ότι τούτο είναι τόσον αναγκαίον και πραγματικόν και γίνεται όπως και όλα τα άλλα φυσικά όντα.

   Το έργον της τέχνης είναι ειδικόν, είναι ένα και ανεπανάληπτον, υπάρχει μόνον μία φορά. Με το έργον της τέχνης η ζωή υψώνεται πάνω από το παροδικόν, η ζωή απαθανατίζεται, ο χρόνος σταματά εις ωρισμένας στιγμάς, όπου μέσα ο άνθρωπος εγγίζει την αιωνιότητα. Το πεπερασμένον, δηλαδή το έργον της τέχνης, περιέχει μέσα του το άπειρον’ το ειδικόν έχει μέσα του την σημασίαν και την πυκνότητα του αιωνίου. Ακριβώς όπως η γνώσις είναι κάτι διαφορετικόν και ξεχωριστόν από την απλήν πραγματικότητα των αισθήσεων και όπως η πράξις υπερβαίνει την απλήν πραγματικότητα, έτσι και η τέχνη.

    Η ανάγκη συνεπώς, η οποία οδηγεί τον άνθρωπον να δημιουργήση τέχνην, είναι το γεγονός, ότι ο άνθρωπος θέλει να υψώση ενώπιόν του μορφάς, όπου το εσωτερικόν του Είναι, η εσωτερική του ουσία να είναι ενωμένη με αισθητά σύμβολα, με μορφάς, όπου να αναγνωρίζη ο ίδιος τον εαυτόν του. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη η οποία δημιουργεί την τέχνην είναι πνευματική. Ο άνθρωπος επιθυμεί, ποθεί να ιδή την ιδέαν της ζωής κατά τρόπον άμεσον, και να θεασθή τι είναι η ζωή εις το εσωτερικόν της νόημα, τι είναι η ζωή ως χαρά, ως πόνος, ως δράμα, δηλαδή ως αγών ελευθερίας. Όλον όμως το θέαμα τούτο της ζωής θέλει να το ιδή εις την μορφήν του κάλλους, ενωμένον με το κάλλος, θέλει δηλαδή να ιδή την ζωήν ενωμένην με την ιδέα του κάλλους. Τούτο θέλει να αποκαλύψη ο άνθρωπος με την τέχνην, και αυτός και μόνον είναι ο σκοπός της τέχνης.

   Όλη η μεγάλη και υψηλή τέχνη, είτε εργάζεται με την ύλην είτε με την γλώσσαν, είναι ελεύθερα από την γνώσιν και από την πράξιν, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν είναι δεμένη ούτε εις τους νόμους της λογικής και της αντικειμενικής γνώσεως ούτε εις τους σκοπούς της πρακτικής, ηθικής ζωής. Και τούτο διότι, ενώ η κύρια πηγή της πράξεως είναι ο νούς, κύρια πηγή της τέχνης είναι η φαντασία. Γνώσις και φαντασία μας προστατεύουν η κάθε μία από την άλλην. Η υψηλή τέχνη- όλη η περιοχή της ποιήσεως, η οποία περιλαμβάνει, κατά Πλάτωνα, όλας τας τέχνας- έχει τον εσωτερικόν της νόμον και κανείς άλλος νόμος δεν είναι δυνατόν να της επιβληθή έξωθεν. Η τέχνη έχει τους εσωτερικούς σκοπούς της και αποτελεί αυτόνομον και αυτοδύναμον σφαίραν της ζωής.

   Γνώσις και πράξις δίδουν η κάθε μία εις τον άνθρωπον μίαν ωρισμένην ελευθερίαν. Με την ποιητικήν του δημιουργίαν όμως ο άνθρωπος αποκτά μίαν τρίτην ελευθερίαν, διαφορετικήν από εκείνην που του δίδει η γνώσις και από εκείνην που του χαρίζει η πράξις. Τούτο σημαίνει ότι ο άνθρωπος, μέσα εις το ειδικόν αποκρυστάλλωμα, το οποίον ονομάζομεν έργον τέχνης και το οποίον έχει σαφώς πεπρασμένα όρια, προσπαθεί να ενώση το αθάνατον μέρος του Είναι του με την μορφήν του κάλλους.

   Το πάθος, δηλαδή η άλογη δύναμις, δημιουργεί μορφάς, είναι το πρώτον κινούν της τέχνης, ενώ το πρώτον κινούν της επιστήμης είναι η θεωρία. Συνάμα όμως και η τέχνη και η επιστήμη είναι αγωνίσματα ελευθερίας της ζωής- και η κάθε μία είναι ένας χωριστός σκοπός της ζωής. Τούτο σημαίνει ότι καμμία απ’ αυτάς δεν πρέπει να τείνη να εξέλθη από τον εαυτόν της. Η επιστήμη δεν πρέπει ποτέ να προσπαθή να γίνη τέχνη, και ομοίως η τέχνη δεν πρέπει ποτέ να προσπαθή να γίνη επιστήμη, διότι τούτο θα ήτο νοθεία, ενώ η κάθε μία χωριστά είναι τω όντι μία αυτόνομη ενέργεια της ζωής. Η τέχνη «σώζει» το κάλλος της ζωής, υψώνουσα τούτο ακόμη υψηλότερον, ως την ιδέαν του κάλλους, ενώ η επιστήμη σώζει την αλήθειαν της ζωής, δηλαδή την γνώσιν.

   Εξ άλλου, το κάλλος της τέχνης δεν είναι κατ’ ουδένα τρόπον μίμησις του φυσικού κάλλους, αλλά είναι κάλλος γεννώμενον από το πνεύμα του ανθρώπου. Ακριβώς όπως το πνεύμα του ανθρώπου είναι υπεράνω της απλής φυσικής αναγκαιότητας και της τυφλής υπακοής εις τον φυσικόν νόμον, έτσι και το κάλλος της τέχνης είναι ανώτερον του φυσικού κάλλους.

   Η μουσική του ανθρώπου και η τέχνη του λόγου, η αρχιτεκτονική του και γενικώς η όλη τέχνη ως δημιουργία του πνεύματος, είναι παρουσία ελευθερίας, ενώ ό,τι υπάρχει εκ φύσεως τούτο είναι κατ’ ανάγκην, δηλαδή ανελεύθερον. Διά τον άνθρωπον ό,τι αξίζει είναι η ελευθερία και τα αγωνίσματά της.

   Το πνεύμα όμως της τέχνης, όπως και τ’ άλλα συγγενικά του πνεύματα, η φιλοσοφία και η θρησκεία, δεν φανερώνεται ποτέ κατά τρόπον απόλυτον, αλλά πάντοτε ως το συγκεκριμένον πνεύμα ενός λαού. Το έργον της τέχνης είναι κάτι έμψυχον, και η εμψύχωσίς του έρχεται από την ψυχήν και από το πνεύμα του λαού του. Ο καλλιτέχνης υψώνει το πνεύμα του λαού του εις περιωπήν και εις μέγεθος αιώνιον. Και τούτο ακριβώς αποφασίζει, αν ένα καλλιτέχνημα είναι αιώνιον ή όχι. Μόνον δηλαδή όταν το καλλιτέχνημα δεν έχη κανένα σημάδι, που να είναι ταυτοχρόνως και ψεγάδι, από την υποκειμενικότητα του λειτουργού της τέχνης, αλλά όταν φανερώνη το αντικειμενικόν πνεύμα του λαού, το οποίον πρίν συγκεντρωθή εις το έργον της τέχνης ήταν σκόρπιο, μόνον τότε είναι έκφρασις αληθινή του αιωνίου κάλλους, μόνο τότε φανερώνει εις ημάς το πρόσωπον του Θεού.

   Ούτε το ατομικόν, το εγωκεντρικόν, ούτε το δημαγωγικόν στοιχείον έχει θέσιν εις την αληθινήν τέχνην. Άλλωστε το δημαγωγικόν στοιχείον δεν είναι τίποτε άλλο παρά το εγωκεντρικόν, πολλαπλασιασμένον όμως μέσα εις τα πολλά άτομα. Υπάρχει όμως εις κάθε σχεδόν εποχήν, πολύ περισσότερον σήμερα, η τάσις πολλών να μεταχειρίζωνται τα μέσα της τέχνης δια να δημαγωγήσουν. Και η δημαγωγία αυτή φθάνει πολλές φορές ως την εσώτατην ψυχικότητα. Όταν μάλιστα ο δημαγωγός τεχνίτης διαθέτη μεγάλο τάλαντον, τότε τέχνη και τέχνασμα συνοδοιπορούν, τότε η δημαγωγία προσπαθεί να κλονίση και να καταστρέψη το πνεύμα του λαού.

   Αλλά όσο και αν τούτο τραυματίζει την ψυχικότητα του λαού, ποτέ δεν κατορθώνει να εγκαταστήση μέσα εις την ψυχήν του λαού το είδωλον του νέου, τάχα, πνεύματος που φέρει η δημαγωγία. Πολλά από τα φαινόμενα της «σύγχρονης τέχνης» έρχονται ή μάλλον είναι έτσι από πρίν σχεδιασμένα και υπολογισμένα, ώστε να ικανοποιήσουν ωρισμένας ανάγκας κοινωνικάς της ζωής’ ή ακόμα χειρότερον να διαγείρουν ωρισμένα ενορμήματα των μαζών. Εις την περίπτωσιν αυτήν η τέχνη γίνεται τέχνασμα και τεχνική, δηλαδή υπηρέτρια άλλων επιδιώξεων. Και είναι αυτονόητον ότι η μάζα έλκεται περισσότερον από εκείνον ο οποίος την κολακεύει. Και η εγνωμοσύνη των μαζών προς τα δημαγωγικά τάλαντα έγκειται εις το ότι ανοίγει η όρεξίς των όχι μόνον να διαβάζουν ό,τι γράφουν τα δημαγωγικά τάλαντα, αλλά και να πράττουν όπως αυτά διδάσκουν. Συχνά όμως τα δημαγωγικά τάλαντα είναι τα πρώτα θύματα της ορέξεως των μαζών, διότι η όρεξις ζητεί διαρκώς νεωτερισμούς. Συχνά επίσης αι μάζαι δημαγωγούμεναι καταστρέφουν αληθινά έργα τέχνης είτε εις μουσεία υπάρχουν αυτά είτε εις ναούς. Οι οπαδοί των κοινωνικών θεωριών δεν πιστεύουν εις την τέχνην ή το πολύ η τέχνη είναι δι’ αυτούς μέσον. Ο σκοπός των είναι άλλος’ δηλαδή εφαρμογή της κοινωνικής θεωρίας. Δεν υπάρχει όμως την τέχνην μεγαλύτερος εχθρός από την θεωρίαν’ διότι, όπως είπαμεν, η πηγή η μοναδική της τέχνης είναι η φαντασία.

   Το έργον της τέχνης και όταν ακόμη εκφράζη τον πόνον της ζωής είναι ελεύθερον απ’ αυτόν τον πόνον. Επίσης είναι ελεύθερον από κάθε άλλην τυχόν υπηρεσίαν ή αγγαρεία της ζωής, είναι ελεύθερον από άλλους σκοπούς, είτε η ηθική ζητεί να τους επιβάλη είτε η πολιτική (όπως γίνεται εις τα ολοκληρωτικά καθεστώτα) είτε η επιστήμη είτε η θρησκεία. Άλλοι σκοποί δεν πρέπει ποτέ να του επιβληθούν, διότι τότε το υποδηλώνουν. Το έργον της τέχνης είναι εντελέχεια, δηλαδή είναι κάτι που έχει τον σκοπόν μέσα του, που είναι σκοπός του εαυτού του. Η τέχνη δεν αναγνωρίζει «ιδεολογίας», αλλά φανερώνει αδέσμευτα την ομορφιά της ζωής ελεύθερη από κάθε σκοπιμότητα. Ενώ η ιδεολογία είναι ένα σύστημα σκέψεων με σκοπιμότητα, έχει εσκεμμένην κατεύθυνσιν, υπολογισμένην από πρίν, η τέχνη δεν αναγνωρίζει ούτε σκοπιμότητα ούτε εσκεμμένην κατεύθυνσιν.

   ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ. ΜΙΚΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εκδόσεις Αθήνα 1967, σελ. 380-385.

   Το κείμενο είναι Ανακοίνωσις εις το IV Διεθνές Συνέδριον Αισθητικής, γενόμενον εν Αθήναις από 1-6 Σεπτεμβρίου 1960.

   Ο τόμος περιλαμβάνει 29 κείμενα και ανακοινώσεις του Πλατωνιστή Φιλοσόφου.

Το 19ο κείμενο «ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΟΣ» του τόμου αφιερώνεται από τα Λογοτεχνικά Πάρεργα εις μνήμη ΆΝΝΑΣ ΚΑΦΕΤΣΗ (27/10/1955- 21/5/2026) που έφυγε σήμερα από την ζωή και σκόρπισε θλίψη στους φιλότεχνους και όσους αγαπούν την Σύγχρονη Τέχνη και Καλλιτεχνική Δημιουργία στην χώρα μας. Η Άννα Καφέτση υπήρξε μία δυναμική, ακέραια, με ατομικό ήθος γυναικεία προσωπικότητα των ημερών μας στον χώρο των Καλλών Τεχνών στην Ελλάδα. Στο δικό της εμπνευσμένο όραμα, στους δικούς της καλλιτεχνικούς στόχους και προσδοκίες, στις εικαστικές της γνώσεις και την ευρεία παιδεία της, στην ατομική της θέληση, το αμείωτο ενδιαφέρον για την μοντέρνα τέχνη, στο καλλιτεχνικό της αισθητήριο και προσανατολισμούς για το αύριο, τον δυναμισμό και το ταλέντο της, στο επιδραστικό της αισθητικής της βλέμμα και τάλαντο, βεβαιότητάς της κριτήρια, μπορεί σήμερα επάξια η πατρίδα μας να υπερηφανεύεται ότι διαθέτει Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Πολεμήθηκε «σκληρά» από πολιτειακούς και άλλους οικονομικούς παράγοντες των προηγούμενων δεκαετιών, όταν από το 2000  παντελώς μόνη της δίχως βοήθεια συγκρότησε «λιθαράκι» το «λιθαράκι» το ΕΜΣΤ. Και αυτήν την κοσμοπολίτισσα ελληνίδα την πολέμησαν, την εχθρεύτηκαν, την εκπαραθύρωσαν από το Δ. Σ. για «λόγους δημοσίου συμφέροντος», για πολιτικές σκοπιμότητες. Οφείλουμε να μην λησμονήσουμε και να υπενθυμίζουμε στις μελλούμενες γενιές τώρα που εγκατέλειψε την ματαιότητα του κόσμου τούτου, ότι στην δική της και μόνο εμπνευσμένη θέληση και αμέριστη κοπιώδη προσπάθεια και μόχθο ιδρύθηκε το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο οποίο υπήρξε και πρώτη του διευθύντρια. Ο χαρακτήρας και η ταυτότητα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης φέρει την δική της έντονη σφραγίδα, το της καλαισθησίας της άρωμα. Η Άννα Καφέτση δεν υπήρξε μόνο η θεμελιώτρια του Μουσείου αλλά ήταν αυτή που χάραξε καθοριστικά την φυσιογνωμία της μελλοντικής του πυξίδας, οριοθέτησε τα πεδία των κατευθυντήριων γραμμών του στο αύριο. Δεν προσάρμοσε τους μελλοντικούς στόχους και προσδοκίες του στα δικά της αισθητικά «γούστα» και «θέλω» αλλά του πρόσφερε την σύγχρονη, μοντέρνα και απαραίτητη δυναμική και αξία να επικυρώσει με την παρουσία και λειτουργία του την θέση του-και την θέση της Ελλάδας- στον σύγχρονο κόσμο και στους χώρους της Μοντέρνας Τέχνης.

     Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης με την αναγγελία της απώλειάς της έδωσε στην δημοσιότητα την εξής ανακοίνωση:

«Με βαθιά θλίψη το ΕΜΣΤ αποχαιρετά την Άννα Καφέτση, ιστορικό τέχνης και επιμελήτρια, ιδρυτική και πρώτη διευθύντρια του μουσείου. Η Άννα Καφέτση υπήρξε η καθοριστική προσωπικότητα πίσω από τη δημιουργία του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Ανέλαβε τη διεύθυνσή του από το 2000 έως το 2014 και το οργάνωσε από το μηδέν, χτίζοντας βήμα-βήμα τη συλλογή, τη φυσιογνωμία και τη θεσμική του ταυτότητα, πάντα με σοβαρότητα και συνέπεια. Σε μια περίοδο που δεν υπήρχε ακόμη εθνικός θεσμός σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη συγκρότησή του, με αδιάκοπη πίστη στην ανάγκη ύπαρξης ενός τέτοιου μουσείου. Με το έργο και την επιμονή της έθεσε τις βάσεις για έναν θεσμό που άλλαξε το τοπίο της σύγχρονης τέχνης στη χώρα. Στήριξε καλλιτέχνες, ανέδειξε νέες κατευθύνσεις και διαμόρφωσε έναν χώρο ανοιχτό στον πειραματισμό και την διεθνή συνάντηση. Η συμβολή της στη σύγχρονη ελληνική τέχνη, στο πεδίο της επιμέλειας και στην ανάπτυξη των θεσμών της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα υπήρξε θεμελιώδης και διαρκές σημείο αναφοράς. Το ΕΜΣΤ εκφράζει τα ειλικρινή του συλλυπητήρια στους οικείους της και σε όλους όσους συνεργάστηκαν μαζί της. Αφήνει πίσω της ένα μεγάλο έργο και ένα μεγάλο κενό».

   Η Άννα Καφέτση γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1955 στην Αθήνα. Το 1977, πήρε το πτυχίο Φιλοσοφικής από το Πανεπιστήμιο Αθηνών ενώ από το 1977 έως το 1982 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αισθητική και την Ιστορία της Τέχνης στη Σορβόννη (University Paris- I). Από το 2016 έως το 2026 διεύθυνε το annexM, Κέντρο Εικαστικών Τεχνών στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Επιμελήθηκε πολυάριθμες εκθέσεις, μεταξύ των οποίων οι:- «Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου – Η ελληνική εμπειρία», Εθνική Πινακοθήκη 1992- «Ρωσική Πρωτοπορία – Η Συλλογή Γ. Κωστάκη», Εθνική Πινακοθήκη 1995. -- «Σύνοψις 1-3 (Επικοινωνίες, Θεολογίες, Μαρτυρίες)», ΕΜΣΤ 2000-2003. -«Διαπολιτισμοί», ΕΜΣΤ 2004. - «Βιντεογραφίες – Οι πρώτες δεκαετίες», ΕΜΣΤ 2005. - «Ο Μεγάλος Περίπατος» ΕΜΣΤ 2006. -«Διεμπειρίες», ΕΜΣΤ/798 Space, Πεκίνο 2008. - «Ηeart in Ηeart», ΕΜΣΤ 2008. - «Τέχνης Πολιτική», ΕΜΣΤ 2010. - «Sonic Time, λόγος-ήχος-σιωπή», ΕΜΣΤ 2012. -«Ο Κήπος βλέπει», annexM 2017. - Τριλογία Η Άγραφη Βιβλιοθήκη («Ο τελευταίος αναγνώστης», «Μετά τη Βαβέλ»), annex M 2018-2019. Επίσης διοργάνωσε ατομικές εκθέσεις καλλιτεχνών όπως των: Kωνσταντίνου Παρθένη, Θεόδωρου Στάμου, Βλάση Κανιάρη, Γιάννη Τσαρούχη, Γιάννη Κουνέλλη, Γιώργου Ξένου, Chen Zhen, Kimsooja, Shirin Neshat, Y.Z. Kami, Young-Hae Chang Heavy Industries, Yang Fudong, Gulsun Karamustafa, Maaria Wirkkala, Carlos Garaicoa, Dilek Winchester, Andrea Bowers, Γιώργου κ.ά. Έχει συγγράψει και επιμεληθεί πολυάριθμους καταλόγους, άρθρα και μονογραφίες.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Πέμπτη 21 Μαϊου 2026   

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου