Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Ιστορικός του Ελληνικού Θεάτρου Γιάννης Κ. Σιδέρης (μέρος πρώτο)


Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΣΙΔΕΡΗΣ
     (Αθήνα 1898-Αθήνα 22/12/1975)

«…πέρα από το σεβασμό και την ευγνωμοσύνη που οφείλουμε στον Γιάννη Σιδέρη για το πρωτοπόρο ερευνητικό έργο του, έχουμε και την υποχρέωση να μελετήσουμε σε βάθος όχι μόνο αυτό καθαυτό το έργο, αλλά και τις συνθήκες της σύνθεσής του.»
        Πλάτων Μαυρομούστακος, Ένα Θαμπό χειρόγραφο, εκδ. Καστανιώτη 1994, σ.49.

       Η γενιά μου, γενιά του 1980, θα τολμούσα να έγραφα μετά από τέσσερεις δεκαετίες έστω και με μια δόση υπερβολής,-τουλάχιστον όπως εγώ την κατανόησα και την καταγράφω-υπήρξε η πλέον θεατρόφιλη γενιά των νεότερων ιστορικών χρόνων. Των πολιτικών χρόνων μετά την μεταπολίτευση του Καλοκαιριού του 1974. Έφηβοι νέοι και νέες έντονα πολιτικοποιημένοι και επαναστατημένοι (το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής νεολαίας εκείνα τα χρόνια ήταν ενταγμένο στα κόμματα, ιδιαίτερα τα αριστερά, σε όλες τις αποχρώσεις και εκδοχές), οργισμένοι και ατίθασοι, απόλυτοι ενάντια στο επτάχρονο δικτατορικό καθεστώς (1967-1974) διαδηλώναμε υπέρ της θανατικής ποινής των χουντικών που βύθισαν την χώρα σε ένα τέλμα πολιτικών και κοινωνικών αδιεξόδων, με κυριότερο εθνικό πρόβλημα εσκεμμένα πολιτικά άλυτο μέχρι σήμερα, την στρατιωτική κατοχή και την σκλαβιά της Κύπρου. Την κυπριακή προσφυγιά και τον διαμελισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα τούρκικα-μουσουλμανικά στρατεύματα κατοχής. Κατοχικά στρατεύματα που παραμένουν ακόμα στο Κυπριακό έδαφος κρατώντας διαιρεμένη την νήσο της Θεάς της ομορφιάς Αφροδίτη. Από εδώ η ελληνοκυπριακή κοινότητα από εκεί η τουρκοκυπριακή. Σίγουρα η ευθύνη ήταν δική μας. Άφρονες έλληνες στρατιωτικοί και κύπριοι πολιτικοί και οι τρείς τότε μητροπολίτες, οι οποίοι συνέργησαν στο γνωστό πραξικόπημα εναντίον του εθνάρχου Μακαρίου με σκοπό την δολοφονία του. Απέτυχαν τα τυχοδιωκτικά αντεθνικά σχέδιά τους με τα γνωστά κατόπιν αποτελέσματα. Ακόμα και σήμερα δυσκολευόμαστε να διδαχθούμε από τα λάθη μας, να αναλάβουμε τις ιστορικές και πολιτικές ευθύνες που μας αναλογούν είτε σαν λαός είτε σαν πολιτικό σύστημα. Ο φάκελος της Κυπριακής τραγωδίας δεν άνοιξε ακόμα, παρ’ ότι γνωρίζουμε τους υπαίτιους. Κανένας αμερικανός υπουργός εξωτερικών δεν θα μπορούσε να επιβάλλει το ελληνικό και κυπριακό πραξικόπημα αν δεν έβρισκε υποστηρικτές εντός της πατρίδας μας. Τον άκουσαν, ξεγελάστηκαν οι τότε έλληνες στρατιωτικοί ηγέτες με αποτέλεσμα να απολέσουμε ένα μέρος του Κυπριακού Ελληνισμού. Και όσοι σαν παιδιά εκείνη την περίοδο, άκουγαν οι γονείς τους ξένους παράνομους ραδιοσταθμούς, Ντόιτσε Βέλλε πχ., θα θυμούνται ότι την πτώση της χούντας-την αλλαγή του καθεστώτος όπως έλεγαν, την άκουσαν από τα λεγόμενα του Χένρυ Κίσινγκερ, υπουργού των εξωτερικών της κυβέρνησης Ρίτσαρντ Νίξον. Η ευθύνη βαραίνει τους στρατιωτικούς και πολιτικούς έλληνες και κύπριους. Δεν μας πήραν από το χεράκι για να κάνουμε το πραξικόπημα. Το προετοιμάζαμε ηττηθήκαμε. Όπως το 1922. Το πολιτικό πείραμα του παλαιού πολιτικού και ιστορικού Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη είχε αποτύχει, για μια κάπως ομαλή μεταβίβαση από την δικτατορία στην δημοκρατία. Η φοιτητική εξέγερση του Πολυτεχνείου, η εξέγερση της Νομικής και ο αγροτικός ξεσηκωμός στα Μέγαρα, αν θυμάμαι καλά, έγιναν οι σπίθες ανατροπής για την επερχόμενη πολιτική μεταβολή στην χώρα μας. Επαναλαμβάνω τα γνωστά στους μεγαλύτερους ιστορικά και πολιτικά αυτά γεγονότα, όχι μόνο για να μην ξεχνάμε αλλά γιατί, όσοι είναι συστηματικά θεατρόφιλοι και αγαπούν την θεατρική τέχνη, γνωρίζουν ότι το Θέατρο είναι στην ουσία του μια πολιτική στάση απέναντι στον κόσμο και τα προβλήματά του. Το Θέατρο είναι πολιτική παιδαγωγία, ιδιαίτερα η αρχαία ελληνική τραγωδία και κωμωδία. Πολιτικό θέατρο δεν έγραψαν μόνο ο γερμανός Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο ιταλός Ντάριο Φο, ο ισπανός Φερνάντο Αρραμπάλ, για να αναφέρω ενδεικτικά ονόματα γνωστά των σύγχρονων καιρών μας, και πολλοί άλλοι σύγχρονοι θεατρικοί συγγραφείς. Στην ουσία της η θεατρική πράξη είναι πράξη πολιτική, ενέχει θέση πολιτικής διδαχής. Ο ποιητικός θεατρικός λόγος της αρχαίας τραγωδίας μπορεί στην θεματολογία του να διαπραγματεύεται τις παρεμβάσεις, αντιδράσεις και την άμεση ή έμμεση συμμετοχή των αρχαίων Θεών στις επιλογές και ενέργειες των ανθρώπων, μπορεί να μας μιλούν για τα πολιτικά πάθη και μίση μελών των μεγάλων βασιλικών οίκων και οικογενειών, να συνάγουμε από την ανάγνωση και παράστασή τους  διδαχές και μηνύματα οντολογικών και φιλοσοφικών ερωτημάτων και διλημμάτων, στον κεντρικό τους όμως λαϊκής παιδαγωγίας σχεδιασμό, είναι έργα πολιτικά ή μεταφέρουν μέσα τους προεκτάσεις και μηνύματα πολιτικά. Σχέσεις εξουσίας, σχέσεις αρχόντων με αρχόμενους. Την στάση του πολίτη απέναντι στην πολιτική εξουσία και τις αυθαιρεσίες της. Την αμφισβήτησή της. Την προσαρμογή της σε ένα κανονιστικό πλαίσιο πολιτειακών νόμων και θεσμικών επιταγών που θα γίνονται σεβαστοί από άρχοντες και αρχόμενους. Η εθιμική των βασιλικών οίκων αρχή ή ο εκ θεού νόμος και εξουσία απέναντι στον απλό πολίτη της εκκλησίας του δήμου. Ο Αριστοτέλης όρισε τον άνθρωπο ως πολιτικό ον, ως μετέχοντας στα κοινά και την διακυβέρνησή πολιτικό υποκείμενο, με ενεργή πολιτική βούληση, δημοκρατικό ψήφο, κοινωνική-πολιτική συμπεριφορά (αν και ακόμα και σήμερα ζητούμενα στις σύγχρονες κοινωνίες μας). Αν διαβάζω σωστά τον τραγικό λόγο, τότε, είναι κατ’ εξοχήν πολιτικός ο λόγος των αρχαίων τραγικών. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για τις πολιτικές, αντιπολεμικές κωμωδίες του παππού μας Αριστοφάνη. Όπως αντίστοιχα και για την μυητική στάση, την πολιτική των Ομηρικών Επών. Οι συνελεύσεις και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τους αρχηγούς των φατριών, οι συνεδρίες των ομιλιών δεν είναι παρά μιας άλλης μορφής πολιτικά κοινοβούλια. Πολιτική συμμετοχή στα κοινά και για το κοινό καλό και συμφέρον.
     Το Θέατρο είτε ως θεατρικός λόγος είτε ως θεατρική σύλληψη είτε ως σκηνική πράξη είναι ένα ανοιχτό, δημόσιο σχολείο ατομικών και συλλογικών συμπεριφορών, πολιτικών στάσεων και αποφάσεων, επιμέρους αντιδράσεων απέναντι στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, στην εκάστοτε πολιτική εξουσία στην όποια ατομική, οικογενειακή ή κοινωνική-κρατική αρχή. Είναι η στάση του συνειδητού πολίτη που επεξεργάζεται και αναζητά λύση των προβλημάτων με πολιτικό συνταγματικό τρόπο και επιλογές. Ακόμα και το είδος αυτό του θεάτρου που ονομάζουμε αστικό, ποιητικό, επιθεώρηση κλπ. δεν είναι παρά μια άλλης μορφής πολιτικό θέατρο. Εφόσον δεχόμαστε ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται από το υπάρχον κοινωνικό, πολιτικό και οικογενειακό περιβάλλον. Ο χαρακτήρας και οι συμπεριφορές μας διαπλάθονται από ένα ιδεολογικό ή πολιτικό σύστημα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις θρησκευτικές εξουσίες και αρχές. Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί μάλλον να υποταχτεί, σε ένα πολιτικής ουράνιας αρχής και εξουσίας θρησκευτικό μοντέλο κοινωνίας. Έχουμε την Πολιτεία του Θεού. Ακόμα και η οικεία βούληση του πιστού οφείλει να παραχωρήσει το θέλημά της σε μια ουράνια κυρίαρχη αρχή και εξουσία χωρίς αμφισβήτηση. Αν είναι ορθές οι ερμηνευτικές αυτές σκέψεις που διατυπώνω, το γενικό αυτό πλαίσιο αναφορών για την πολιτική σημασία του θεάτρου και των μηνυμάτων που απορρέουν από αυτό, τότε, αβίαστα θα αποδεχτούμε, ότι η μεταπολιτευτική ελληνική γενιά, η γενιά του 1980, για να μιλήσω για του οίκου μας, υπήρξε όχι μόνο η πλέον σύγχρονη ιστορικά πολιτικοποιημένη (και κομματικοποιημένη) αλλά και η πλέον θεατρόφιλη γενιά. Αυτή που θεατριζόταν ανά πάσα στιγμή και με κάθε ευκαιρία. Σίγουρα ιστορικά οι γενιές της Κατοχής και της Αντίστασης και των κατοπινών χρόνων, αγαπούσαν την τέχνη του Θεάτρου και την υπηρέτησαν από όποιο μετερίζι τους δόθηκε η δυνατότητα. Τα επαρχιακά Μπουλούκια και οι ερασιτεχνικοί θίασοι, το θέατρο του Βουνού φρόντιζαν να αφήσουν έντονα εποικοδομητικά σημάδια στις συνειδήσεις των θεατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εικόνας των περιπλανώμενων θιάσων η ταινία «Θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Οι λαίκοί θίασοι, όπως του Βασίλη Ρώτα και άλλων θεατρικών ομάδων είναι ένα ακόμα παραδείγματα διαχρονικής αγάπης των ελλήνων-όσο δύσκολες ιστορικά στιγμές και αν περνούν- για το Θέατρο. Στα μετά την μεταπολίτευση του 1974 χρόνια, οι νέοι και οι νέες σε κάθε ευκαιρία έτρεχαν να παρακολουθήσουν μια ερασιτεχνική ή μη παράσταση. Πήγαιναν με χαρά και ενδιαφέρον στα αρχαία θέατρα της Επιδαύρου, του Ηρωδείου, στο θέατρο του Λυκαβηττού. Επισκέπτονταν θεατρικά περιβάλλοντα που είχαν δημιουργήσει τα περιφερειακά θέατρα και οι θίασοί τους. Όπως τους ιερούς χώρους της Ελευσίνας, των Θηβών. Παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις σε πλατείες, σε παλαιά νταμάρια, σε αυλές σχολείων κλπ.(έχει γραφτεί και μουσική σάτιρα για την συνήθεια αυτή από τον αξέχαστο Τζίμη Πανούση). Η θεατρική-πολιτική μας διαπαιδαγώγηση γίνονταν με ποικίλους τρόπους και εκδηλώσεις. Από το Εθνικό Θέατρο και το εκλεκτό επιτελείο του, το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, το θίασο των Χατζήσκου-Νικηφοράκη, τον θίασο του Λεωνίδα Τριβιζά, τον θίασο του Θεσσαλικού θεάτρου. Του Εθνικού Βορείου Ελλάδος, της κατεξοχήν πολιτικής θεατρικής πρότασης της Μαριέττας Ριάλδη. Του Ανοιχτού θεάτρου του Γιώργου Μιχαηλίδη, του θιάσου του Δημήτρη Ποταμίτη, του θιάσου του Βασίλη Διαμαντόπουλου, της Ρούλας Πατεράκη, του θιάσου Τζένης Καρέζης-Κώστα Καζάκου και μιας σειράς άλλων θεατρικών θιάσων και ομάδων που εκείνη πάνω κάτω την χρονική περίοδο ταξίδευαν σε όλη την ελληνική επικράτεια ή στεγάζονταν κάτω από δύσκολες οικονομικές συνθήκες σε θεατρικές αίθουσες της πρωτεύουσας και μας γνώριζαν, κοινωνούσαν στην θεατρική μαγεία και συμμετοχή. Τις χαρές και την παιδευτική αγωγή της θεατρικής τέχνης. Πολιτική και Θέατρο συμβάδιζαν την περίοδο εκείνη στις συνειδήσεις και κοινωνικές εκδηλώσεις των νέων ελλήνων και ελληνίδων. Το Θέατρο, η Τέχνη γενικότερα, ήταν μια έκφραση πολιτικής στάσης, εκδήλωσης και αντίδρασης. Η συμμετοχή και η παρακολούθηση μιας παράστασης δήλωνε όχι μόνο ότι κάποιος ήταν θεατρόφιλος αλλά και ότι ήταν ενεργός πολίτης, δηλαδή είχε πολιτική στάση και ανάλογη συμπεριφορά απέναντι στα δημόσια κοινά και τα ζητήματα. Ποιος δεν θυμάται χαρακτηριστικά, την συμμετοχή στην παράσταση που μας στιγμάτισε στο Ηρώδειο, του έργου Ειρήνη του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Που μετά το τέλος της παράστασης ή προς το τέλος της, έρχονταν στις κερκίδες-τα δύο διαζώματα οι ηθοποιοί μοιράζοντάς μας χαρτιά γραμμένα σε διάφορες γλώσσες με την λέξη Ειρήνη. Ή τα άλλα με το Δεν ξεχνώ για την Κύπρο. Τους θεατές κατέβαιναν τον περιφερειακό του Λυκαβηττού (μετά την παρακολούθηση μιας παράστασης) γινόμενοι όλοι μια μεγάλη συντροφιά μιλώντας πολιτικά και εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον τους ή την κατοπινή συμμετοχή τους-προτίμησή τους σε πολιτικούς σχηματισμούς. Παρόμοια θεατρικά συμβάντα και καλλιτεχνικά γεγονότα χαράχτηκαν έντονα στην μνήμη των τότε ελλήνων και ελληνίδων εφήβων. Αγοριών και κοριτσιών που μπορεί να μην ψήφιζαν-έπρεπε να γίνεις 21 για να αποκτήσεις δικαίωμα ψήφου και ενηλικίωσης-,ο νεανικός τους όμως ενθουσιασμός και τα οράματα για μια πολιτικά δικαιότερη κοινωνία και χώρα, η νεανική τους τόλμη και τρέλα να αλλάξουνε τον κόσμο, ωθούνταν και από θεατρικές πολιτικές διδαχές και τα μηνύματα μιας παράστασης. Σε παρότρυναν να αναλογιστείς (αυτή ήταν η μέσω του θεάτρου κοινωνικοποίησή μας) να μάθεις να ερμηνεύεις τα πράγματα κάτω από τον φακό της πολιτικής επεξεργασίας, να ψάξεις να βρεις το ατομικό σου στίγμα και ρόλο μέσα στην κοινωνία, στο υπάρχον πολιτικό σύστημα αναφορών της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Κυρίαρχος άξονας προσεγγίσεων των προβλημάτων της κοινωνίας και της πολιτικής είναι το Θέατρο. Το Θέατρο είναι άμεση συμμετοχή, επικοινωνία, τριβή με τα χνώτα του διπλανού σου άγνωστου θεατρόφιλου. Είναι μια εκκλησία ατόμων που συγκλήθηκε για δύο περίπου ώρες για να δουν και να συζητήσουν ή να συμμετάσχουν-όσο αυτό είναι δυνατόν- σε ένα ανοιχτό δημόσιο σχολείο. Σε μιά συν-λειτουργία μάθησης κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς. Μιας στάσης απέναντι στα κοινά. Από μία θεατρική παράσταση, μια δευτεροκλασάτη επιθεώρηση, μπορεί ο θεατής να αντλήσει μηνύματα. Ακόμα και από έναν κακοσχεδιασμένο με πρόχειρα τεχνικά μέσα ερασιτεχνικό θίασο, μπορείς να αποκομίσεις πολιτικά μηνύματα, πέρα και πάνω από την στελέχωση της πρόχειρης ή πειραματικής αυτής πρότασης.                        Η αγάπη μας για την αρχαία τραγωδία μας έδωσε την δυνατότητα να ακούσουμε, να πληροφορηθούμε για την ύπαρξη ενός προσώπου παθιασμένου για το θέατρο. Τον δάσκαλο, τον ιστορικό του ελληνικού νέου θεάτρου τον Γιάννη Σιδέρη. Ενός ακάματου σεβάσμιου γέροντα χρησμένου στην διάσωση του θεατρικού λόγου και των παραστάσεών του στην χώρα μας. Μπορεί να είχε προηγηθεί η επίσης αναγνωστικά ωφέλιμη Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου από τον Νικόλαο Λάσκαρη, ένα δίτομο έργο που διαβάζεται σαν νοσταλγικό παραμύθι στο θεατρικό παραγώνι, όμως, οι κοπιώδεις και ογκώδεις αποδελτιωτικές εργασίες του ποιητή, θεατρικού συγγραφέα, φιλόλογου και ακούραστου ρέκτη Γιάννη Σιδέρη, ήταν για την εποχή του ένα μικρό θαύμα. Ο Σιδέρης συγκέντρωσε, αποδελτίωσε, επεξεργάστηκε, αξιολόγησε, μάζευε σε όλη του την ζωή κάθε πληροφορίας και τεκμήριο που αφορούσε το θέατρο για να συγγράψει την δική του Ιστορία του Νέου Ελληνικού Θεάτρου. Μιά Ιστορική διαδρομή του ελληνικού θεάτρου βασισμένη σε πρωτογενές υλικό, ένα αειθαλές μνημείο θεατρικού πολιτισμού και μνήμης βασισμένο σε ελληνικά δεδομένα και εκδοχές. Ο σεβασμός, η αγάπη και το αμέριστο συνεχές ενδιαφέρουν ενός έλληνα δάσκαλου, το μεράκι ενός παθιασμένου λάτρη του θεάτρου, είναι κάτι μάλλον πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Τουλάχιστον των χρόνων του Γιάννη Σιδέρη και των συνθηκών που εργάστηκε για να φέρει σε πέρας το όραμά του. Γιαυτό και ο αμοιβαίως μέσα στον χρόνο αντισεβασμός και εκτίμηση προς το πρόσωπό του από τους μεταγενέστερους. Σε αυτόν τον άξιο και ακούραστο εργάτη, εκλεκτό διασώστη του ελληνικού θεατρικού μας πολιτισμού.
Το πρόσωπο αυτό δεν το μνημονεύεις μόνο επετειακά, ή όταν χρειάζεται να αντλήσεις στοιχεία και πληροφορίες για το θέατρο. Τον φέρνεις εικόνισμα στο καθόλου εικονοστάσι της ψυχής και του πνεύματος του ελληνικού πολιτισμού. Και ας μην το γνώρισες ποτέ από κοντά, ας μην τον συνάντησες στα καμαρίνια ενός θεάτρου, δεν καθίσατε μαζί στο ίδιο τραπέζι μιας δημόσιας βιβλιοθήκης αναζητώντας, διαβάζοντας και καταγράφοντας δελτάρια αρχείων, ας μην είχες την ευτυχία να είσαι μαθητής του. Ο Γιάννης Σιδέρης, θα το γράψω και ας ενοχλήσει πολλούς ή ας θεωρήσουν ανίερη την συσχέτιση, ο ναυαγοσώστης των θεατρικών μας κειμηλίων, παραστάσεων και ειδήσεων, επιτέλεσε ένα έργο διάσωσής της θεατρικής τέχνης παρόμοια με αυτήν που έπραξε ο μοναχός από την Νάξο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, με την δική του «Φιλοκαλία» των ιερών Νηπτικών. Που συγκέντρωσε και συνεξέδωσε σε ένα πεντάτομο έργο έλληνες εκκλησιαστικούς πατέρες νηπτικούς συγγραφείς. Η αν δεν σας αρέσει το παράδειγμα από τον χώρο της ορθόδοξης παράδοσης, ας φέρουμε στον νου τον Κωνσταντίνο Σάθα, ο οποίος κάτω από άλλες πολιτιστικές και παιδευτικές επιλογές μας διέσωσε τεκμήρια του μεσαιωνικού πολιτισμού. Ο Ιστορικός Γιάννης Σιδέρης συνεκέντρωσε τα θησαυρίσματα της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου, ερμηνεύοντάς τα κάτω από μιά ελληνοκεντρική προοπτική. Συγκεφαλαίωσε την σκόρπια και άτακτα αχαρτογράφητη θεατρική περιπέτεια και παράδοση που ακόμα και σήμερα, με την ανάπτυξη και την ευκολία της τεχνολογίας δυσκολεύεσαι να πετύχεις, σε κάνει να θαυμάζεις αυτόν τον άθλο που έφερε σε πέρας. Μιά διαφορετικής μεθόδου, σκοπού και οργάνωσης συγγραφική καταγραφή για το ελληνικό θέατρο έχει πραγματοποιήσει και η κριτικός Ελένη Νεγρεπόντη, η γνωστή μας Άλκης Θρύλος, στο πολύτομο έργο (12 τόμοι) που εκδόθηκε και κυκλοφορεί από το Ίδρυμα Ουράνη, και συμπεριλαμβάνει τις θεατρικές κριτικές της. Όμως οι εργασίες του Γιάννη Σιδέρη, στηρίζονται σε κάτι που θα λέγαμε απαιτεί θεατρικό τσαγανό, αμέριστο μεράκι και φροντίδα για το ελληνικό θέατρο, και από αυτή την στόφα ήταν γενημένος ο Γιάννης Σιδέρης.
Ποιητής και θεατρικός συγγραφέας ο ίδιος, γνώστης από τα μέσα των ελλείψεων και των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο αναγνώστης και ο θεατρόφιλος της εποχής του όταν αποφάσιζε να γνωρίσει την διαδρομή της ιστορίας του νέου ελληνικού θεάτρου μας διέσωσε αυτό το ογκώδες σε μικρολεπτομέρειες πανόραμα των θεατρικών συμβάντων, εσωτερικών ειδήσεων και γεγονότων, υλικών λεπτομερειών (κοστούμια, προγράμματα κ.ά) για το ελληνικό θέατρο. Μπορεί να προηγήθηκε χρονολογικά ο Νικόλαος Λάσκαρης και η τετράτομη «Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου» και του «Θεατρικού του Λεξικού» από τα μέσα της δεκαετίας του 1940,-η δίτομη "Ιστορία του Νεοελληνικού Θεάτρου" του που έχω υπόψη μου εκδόθηκε το 1938 και 1939 αντίστοιχα από τον εκδοτικό οίκο Μ. Βασιλείου, Σταδίου 48,-σίγουρα επίσης αναγνωστικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εργασία του συγγραφέα Δημήτρη Σιατόπουλου «Το Θέατρο του Εικοσιένα» που κυκλοφόρησε το 1971, βλέπε εκδόσεις Αλκαίος, που, αν την συνεξετάσουμε με το βιβλίο «Πεζογραφία του Εικοσιένα» των Άλκη Τροπαιάτη και Δημήτρη Γιάκου, έχουμε μια σαφή εικόνα του θεάτρου και της πεζογραφίας την περίοδο αυτή, το έργο όμως του Γιάννη Σιδέρη έρχεται και συγκεφαλαιώνει ένα διάσπαρτο και δύσκολο ίσως και στριφνό στην εξέτασή του υλικό, που ολοκληρώνει με μεγάλη επάρκεια τον κύκλο γνωριμίας μας με την Ιστορία του Νέου Ελληνικού Θεάτρου στην χώρα μας. Τίποτα δεν περνά απαρατήρητο και ασχολίαστο από το βλέμμα και την γραφίδα του. Ελέγχει το υλικό του, το επανεξετάζει, το εμπλουτίζει, το διορθώνει, το επιμελείται. Στέκεται σχολαστικά από πάνω του, το ψιλολογεί, ανοίγει διαύλους επικοινωνίας μαζί του. Μέχρι την τελευταία του στιγμή, ή μάλλον και αφού το δημοσιεύσει ή το εκδόσει ο Σιδέρης, εξακολουθεί να εργάζεται πάνω στο κατατιθέμενο σώμα του συγγραφικού υλικού του. Το εμπλουτίζει. Να γιατί οφείλουμε να διατηρήσουμε μέσα στο σεντούκι της συνείδησης των νεότερων γενεών των ελλήνων που αγαπούν την τέχνη και τον ελληνικό πολιτισμό, σέβονται την κληρονομιά τους, το έργο του Γιάννη Σιδέρη αλλά και των προγενέστερων. Αυτήν την ιερή του Διονύσου εικόνα της συλλογικής μας μνήμης. Οφείλει η ελληνική πολιτεία να αναλάβει την επανέκδοση των εργασιών του και να την προσφέρει δωρεάν στους έλληνες μαθητές και μαθήτριες, στους φοιτητές, όχι σαν εξεταστέα ύλη αλλά σαν χαράς περιδιάβαση στον ελληνικό θεατρικό λειμώνα. Όφειλαν οι θεατρικές σχολές να έχουν ξεχωριστές ώρες διδασκαλίας όχι για την ιστορία του ελληνικού θεάτρου αλλά, για την Ιστορία του Νεοελληνικού Θεάτρου όπως την αποδελτίωσε, την κατέγραψε μας την διέσωσε ο Γιάννης Σιδέρης. Να ακούσουν και να μάθουν για τους τρόπους και την μέθοδο που ακολούθησε στην επιθυμία του να μας διασώσει αυτόν τον πλούτο, όχι του θεάτρου αλλά του πολιτισμού της ελλάδος. Ένας έλληνας που με προσωπικό μόχθο, πενιχρά της τεχνολογίας μέσα, ίσως και με όχι κατάλληλες οικονομικές ευκολίες, αφιέρωσε ή μάλλον δώρισε τον προσωπικό της ζωής του χρόνο στην συγκέντρωση, αποδελτίωση και επεξεργασία ενός σε ορισμένες του πτυχές αχαρτογράφητου ακόμα και σήμερα υλικού. Ενός απέραντου κόσμου επισημάνσεων, προσώπων, συντελεστών, πρωταγωνιστών, συγγραφέων, μεταφραστών, ηθοποιών, τεχνουργών, ενδυματολόγων, χρονολογιών, θεατρικών συμβάντων, μουσικών, θιάσων, εντύπων, ονομάτων σημαντικών και λιγότερο σημαντικών ατόμων, φημισμένων και άσημων, μιας διαρκούς εν δράση κοινωνίας που ο Γιάννης Σιδέρης διέσωσε και διατήρησε στην επιφάνεια του χρόνου και της ιστορίας του ελληνικού πολιτισμού το ενεργό ζουζούνισμά του, κάθε φορά που χτυπά το τρίτο κουδούνι. Όλβιοι όσοι τον γνώρισαν από κοντά, τον είχαν δάσκαλο, όσοι συνομίλησαν μαζί του, όσοι τον άκουσαν να τους μιλά για το μέγιστο της ζωής του πάθος, το Θέατρο.
Έλληνες σαν τον Γιάννη Σιδέρη, σαν τον Δημήτρη Ροντήρη, σαν την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, σαν τον Θάνο Κωτσόπουλο, σαν την Μαίρη Αρώνη, σαν τον Παντελή Ζερβό, σαν τον Κάρολο Κουν, σαν την Ελένη Χατζηαργύρη, σαν τον Αιμίλιο Βεάκη, σαν τον Γιάννη Τσαρούχη, σαν την Ελένη Παπαδάκη, σαν την Ζωζώ Νικολούδη, σαν την Ραλλού Μάνου, σαν τον Κλεόβουλο Κλώνη, σαν τον Μάνο Χατζηδάκι δεν βγάζει εύκολα αυτή η πατρίδα. Καλλιτέχνες σαν τον Αλέκο Αλεξανδράκη, σαν την Βάσω Μανωλίδου, σαν τον Δημήτρη Χορν, σαν τον Μάριο Πλωρίτη, σαν τον Λευτέρη Βογιατζή, σαν τον Νίκο Τζόγια, σαν τον Θεόδωρο Μορίδη δεν γεννούν εύκολα αυτά τα χώματα. Προσωπικότητες όπως ο Γιώργος Λαζάνης, ο Γιώργος Αρμένης, η Ρένη Πιττακή, η Μπέττυ Αρβανίτη, η Λυδία Κονιόρδου, η Εύα Κοταμανίδου, ο Διονύσης Φωτόπουλος, ο Μάνος Κατράκης, και μια σειρά άλλων αξιοσημείωτων συντελεστών της θεατρικής αγωγής δεν εμφανίζονται εύκολα σε αυτά τα εδάφη. Η ελληνίδα μάνα Ελένη Ζαφειρίου, ο καλοκάγαθος πατέρας Λαυρέντης Διανέλλος είναι από μοναδικό καλούπι. Όπως μοναδική είναι και η τελευταία ελληνίδα θεά, η Μελίνα Μερκούρη. Ο ελληνικός νεανικός μας μύθος, η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Η λαϊκή αξέχαστη παρουσία της Σαπφούς Νοταρά. Η ταλαντούχα Μάρθα Βούρτση. Εραστές και στυλοβάτες μιας πανάρχαιας τέχνης θρησκευτικής και πολιτικής κοινωνικοποίησής μας. Μια παράξενη της ελλάδος μοίρα, έκανε την ίδια στιγμή που για πολλές δεκαετίες η πατρίδα μας βασανίζονταν ιστορικά και πολιτικά, (ξένη εισβολή, κατοχή, πείνα, εμφύλιος σπαραγμός) να φανούν προσωπικότητες που αναδύονται μία και μοναδική φορά στο πολιτιστικό στερέωμα. Όσο υπέφερε πολιτικά και κοινωνικά η χώρα μας και ο λαός μας, εμφανίζονταν μέσα από τις ιστορικές στάχτες ελληνικές φυσιογνωμίες σε όλους τους χώρους της Ελληνικής Τέχνης. Λες και η Τέχνη και τα πρόσωπά της, προσπαθούσαν να ξορκίσουν το κακό που κουβαλούσε μέσα της η Ιστορία, η αφροσύνη των ανθρώπων, η ίδια η πατρίδα που τους κυοφόρησε. Και σε σχολεία να μην φοιτούσαμε αν παρακολουθούσαμε τις θεατρικές παραστάσεις μετά το 1974, θα είχαμε διδαχθεί ισάξια με την δημόσια υποχρεωτική εκπαίδευση. Ας θυμηθούμε τι έγραφε το σύνθημα του Μάη του 1968. «Τα πτυχία είναι τα διαπιστευτήρια της άρχουσας τάξης». Θα μπορούσαμε να το ισχυριστούμε αυτό και για τους θεατές των θεατρικών παραστάσεων; Με βεβαιότητα όχι.
     Πρωτογνώρισα το όνομα του Γιάννη Σιδέρη μέσα από παλαιά τεύχη του περιοδικού «Θέατρο» του δημοσιογράφου Κώστα Νίτσου. Η αργή και σταθερή κατόπιν αγορά τίτλων παλαιών λογοτεχνικών περιοδικών, σταθεροποιούσε το όνομά του στην μνήμη μου όπως και η σποραδική ανάγνωση εργασιών του που διάβαζα σκόρπια σε περιοδικά. Όπως πχ. η αποδελτίωση για τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στην Ελλάδα. Ο πρώτος θίασος νέων στο Παγκράτι. Ο Θωμάς Οικονόμου, ο πειραιώτης Αιμίλιος Βεάκης και άλλες του εργασίες που συναντούσα σταθεροποιούσαν το δικό μου ενδιαφέρον για το άτομο αυτό. Η εργασία του όμως που με έφερε κοντύτερα στην παρουσία του και με έκανε να τον σεβαστό και να τον αγαπήσω, να τον γνωρίσω πληρέστερα, ήταν ο τόμος του: Γιάννης Σιδέρης, «ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ» 1817-1932, τόμος Α΄, εκδόσεις Ίκαρος 1976. Ένας τόμος 475 χορταστικών πλούσιου σε στοιχεία σελίδων, που εκείνη την περίοδο κυκλοφορούσε ευρέως στα βιβλιοπωλεία και σε όχι υψηλή τιμή για το σημαντικό περιεχόμενό του. Η σπάνια σε ποιότητα αυτή ερευνητική-συνθετική εργασία για την διαδρομή του Αρχαίου Δράματος, υπήρξε μαζί με την «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» του Άλμπιν Λέσκυ, (στην μετάφραση του Αγαπητού Τσοπανάκη) το αναγκαίο εφόδιο γνωριμίας και αγωγής μας, πάνω στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και το θέατρο. Η επαφή μας με αυτές τις σημαντικές εργασίες είχε έρθει την κατάλληλη χρονική στιγμή, στην επιθυμία μας να ανακαλύψουμε και να μάθουμε πράγματα που αφορούν την αρχαία ελληνική γραμματεία και ιστορία. Τον αρχαίο μας ελληνικό πολιτισμό.
Η πολύμοχθη εργασία του Γιάννη Σιδέρη ασφαλώς δεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με ευκολία παρά το εύληπτο και με σαφήνεια ύφος της γραφής του. Τέτοιου είδους εργασίες προϋποθέτουν την ανάλογη πείρα και εμπειρία, εξοικείωση του αναγνώστη με το θέμα και τον περίγυρο. Όμως η απλότητα όχι απλοϊκότητα της γραφής και του ύφους του Γιάννη Σιδέρη, η μέθοδος με την οποία μας εκθέτει τις δεκάδες πληροφορίες, τα σπαράγματα στοιχείων που μας παραθέτει, διασώζει, συσχετίζει, καθιστούν το βιβλίο αυτό επίκαιρο παρά ποτέ. Ακόμα και στις μέρες μας εν έτη 2020, που έχουν παρουσιαστεί στο θεατρικό δοκιμιακό και ερευνητικό στερέωμα δεκάδες άλλες σύγχρονες ερευνητικές συγγραφικές μονάδες. Θεατρολόγοι και θεατράνθρωποι των οποίων οι ερευνητικές εργασίες και τα βιβλία είναι πολύτιμες παρακαταθήκες για τους μελλοντικούς αναγνώστες, θεατές και ερευνητές.  Εργασίες όπως αυτές του Κώστα Γεωργουσόπουλου, του Τάσου Λιγνάδη, του Στάθη Ιωάννη Δρομάζου, του Βάλτερ Πούχνερ, του Αλέξη Σολωμού, του Μήτσου Λυγίζου, του Θόδωρου Χατζηπανταζή, του Θεόδωρου Γραμματά, του Δημήτρη Σπάθη, του Ιωσήφ Βιβιλάκη, του Πλάτωνα Μαυρομούστακου, του Άγγελου Τερζάκη, της Χαράς Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου, της Γεωργίας Λαδογιάννη, της Κυριακής Πετράκου, του Γιάγκου Ανδρεάδη, του παλαιού Φώτου Πολίτη είναι ορισμένα από τα ονόματα των ελλήνων ερευνητών, θεατρολόγων και μελετητών που ήρθαν να προστεθούν στις θεατρικές βάσεις που έθεσαν ο πρώτος γραφιάς Νικόλαος Λάσκαρης και με ακλόνητη βεβαιότητα ο πατέρας της Ιστορίας του Νέου Ελληνικού Θεάτρου Γιάννης Σιδέρης. Ονόματα και εργασίες, δοκίμια και θεατρικές κριτικές που σχεδίασαν και σχημάτισαν το ψηφιδωτό πρόσωπο της θεατρικής τέχνης στην χώρα μας. Σε αυτήν την ακανθώδη προσπάθεια οφείλουμε να συμπεριλάβουμε και τα κατά καιρούς θεατρικά περιοδικά που εκδόθηκαν. Θεατρικά περιοδικά με ταυτότητα, άποψη και σημαντικό επιτελείο συνεργατών. Να αναφέρουμε ορισμένα ενδεικτικά ονόματα όπως του Θόδωρου Κριτά,-και τους ετήσιους τόμους του, του Κώστα Νίτσου,-και του περιοδικού Θέατρο, του Νίκου Λαγκαδινού και του περιοδικού Δρώμενα, του Νικηφόρου Παπανδρέου και τα Θεατρικά Τετράδια, του περιοδικού Φουαγέ, Εκκύκλημα και άλλων παλαιότερων και σχετικά σύγχρονων θεατρικών περιοδικών. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχάσουμε και την συνεισφορά των θεατρικών κριτικών που γράφτηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην χώρα μας, αντρών και γυναικών που εμφανίστηκαν στα μετά το 1974 χρόνια και στελέχωσαν τις σελίδες των εφημερίδων και των ποικίλης ύλης περιοδικών. Ποιητές όπως ο Γιάννης Βαρβέρης άφησαν το της κριτικής θεατρικό τους στίγμα για αρκετές δεκαετίες στην χώρα μας. Συνεχίζοντας τον θεατρικό κριτικό λόγο του Βάσου Βαρίκα του πεζογράφου Μ. Καραγάτση κ.ά. Ακόμα πάμπολλα στοιχεία και αναφορές αντλούμε και από ορισμένα θεατρικά προγράμματα-που εκδίδονται με την ευκαιρία του ανεβάσματος μίας παράστασης-(βλέπε τα προγράμματα του Αμφι-θεάτρου, του Λευτέρη Βογιατζή κλπ.) τα οποία επέχουν θέση θεατρικών βιβλίων και στέκονται ισάξια στα ράφια των θεατρικών βιβλιοθηκών.
     Ο σοφός αυτός δάσκαλος Γιάννης Σιδέρης, έρχονταν πάντα στη σκέψη μου όποτε διάβαζα δοκίμια και μελετήματα, σχόλια για το θέατρο. Ανέτρεχα σε αυτόν όταν αναζητούσα πληροφορίες για την πορεία της αρχαίας τραγωδίας. Διάβαζα κατά διαστήματα τις δημοσιευμένες μελέτες του σε παλαιά έντυπα και αναζητούσα στα παλαιοπωλεία τον αφιερωματικό τόμο που εξέδωσε το Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο «Ωρα» του Ασαντούρ Μπαχαριάν το 1972 προς τιμήν του. Δυστυχώς δεν κατόρθωσα το αφιέρωμα αυτό να το συναντήσω και να το διαβάσω. Όπως όλοι οι θεατρόφιλοι νεοέλληνες, μελέτησα και ανατρέχω στους δύο τόμους του έργου του Γιάννη Σιδέρη, (αναφέρομαι στον πρώτο τόμο και στους τρείς του δεύτερου) «Ιστορία του Νέου Ελληνικού Θεάτρου» που εξέδωσαν με μεράκι και φροντίδα οι εκδόσεις Καστανιώτη. Που όπως μας πληροφορεί ο Πλάτων Μαυρομούστακος, ο εκδότης Θανάσης Καστανιώτης υπήρξε μαθητής του Γιάννη Σιδέρη στο γυμνάσιο. Χωρίς να είμαι ειδήμων και να κατέχω τον πληθυσμιακό πλούτο πληροφοριών που αξίζει να γνωρίζουμε και που αναλογεί στον δάσκαλο Γιάννη Σιδέρη, παραθέτω ελάχιστες πληροφορίες. (Υπάρχει σχετική εργογραφική εργασία του Γιάννη Σιδέρη «από την Λίνα Παπαϊωάννου: Βιβλιογραφία (επιλογή) των εργασιών του Γιάννη Σιδέρη για την Ι. Ν. Ε. Θ., και για το Θεατρικό Μουσείο» στο αφιέρωμα του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου Ώρα: Η Ιστορία του Νεοελληνικού Θεάτρου και το Θεατρικό Μουσείο, Αθήνα, 1972, σελ. 41-60.») η πληροφορία στο Πλάτων Μαυρομούστακος, «Ένα θαμπό χειρόγραφο», σελίδα 46, σημείωση 7.
Οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. (δεν συμπεριλαμβάνω στο πρώτο αυτό σημείωμα το κείμενο του Τάσου Λιγνάδη που υπήρξε μαθητής του, όπως ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ούτε το κείμενο της τραγωδού Άννας Συνοδινού). Σίγουρα στο Θεατρικό Μουσείο στους φακέλους που αφορούν τον ιστορικό του ελληνικού θεάτρου Γιάννη Σιδέρη θα έχουν συγκεντρωθεί τα ανάλογα στοιχεία και οι πληροφορίες για το έργο του και που όπως θέλω να πιστεύω με την πάροδο του χρόνου θα εμπλουτίζονται. Στο παρόν σημείωμα το βάρος έπεσε σε κείμενα που έγραψαν για τον Γιάννη Σιδέρη σημαντικοί σύγχρονοι μελετητές και συγγραφείς, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, που τον γνώρισαν από κοντά και κοινώνησαν του πάθους του για την θεατρική τέχνη.                  
Ελάχιστες βιβλιογραφικές πληροφορίες
-Γιώργος Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Πέτρος Κ.Ράνος 1966, σ. 174.
-Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Οδυσσέας 2003, σ. 319, 320,321.
(μικρή επισήμανση. Στο λήμμα για τον Γιάννη Σιδέρη στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη 2007, σ.2011, στην βιβλιογραφία για τον Γ. Σ. υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι όσον αφορά τις σελίδες που αναφέρονται για την Ι. Ν. Λογοτεχνίας του Μάριο Βίττι. Εκτός αν οι σελίδες που αναφέρει ο συντάκτης του λήμματος, είναι από άλλη χρονολογική έκδοση του τόμου του Μ. Β.)
-Ηλίας Βουτιερίδης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, (1000-1930) 3η έκδοση. Με συμπλήρωμα του Δημήτρρη Γιάκου (1931-1976), εκδ. Δημήτρη Δ. Παπαδήμα 1976, σ. 397. (στο κεφάλαιο σύγχρονη εποχή- Η δραματουργία)
«Ωστόσο, δεν μπορούμε να κλείσουμε παρά με την αναφορά στο πολύμοχθο και πολυσήμαντο  έργο του Γιάννη Σιδέρη, θεατρικού συγγραφέα, κριτικού και ιστορικού του νεοελληνικού Θεάτρου. Ο Γιάννης Σιδέρης, αρχίζοντας από μεταφράσεις αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής κωμωδίας, πέρασε σε εξονυχιστικές μελέτες και σχολιασμένες εκδόσεις νεοελληνικών θεατρικών έργων και παράλληλα σε βασική εξιστόρηση της πορείας και των επιτεύξεων της νεοελληνικής δραματουργίας στον ΙΘ και στον Κ΄ αιώνα. Έτσι, η «Ιστορία» του συνεχίζει την «Ιστορία του Νεοελληνικού Θεάτρου (τόμοι 2, 1938-39) του Ν. Λάσκαρη και ολοκληρώνεται με «Το Θέατρο του Εικοσιένα» του Δημήτρη Σιατόπουλου (1972), που ερευνά εξονυχιστικά την ελληνική δραματουργία από το 1720 έως το 1830, προσκομίζοντας νέα στοιχεία.». 
-Κώστας Γεωργουσόπουλος, Γιάννης Σιδέρης (1898-1975), ετήσιο «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘76», εκδ. Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα, 9/1975-8/,1976, τόμος 7ος, σ.196-197
-Κώστας Γεωργουσόπουλος, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό,τόμος 9ος, σ.212, εκδ. Εκδοτική Αθηνών- Τα Νέα 1999
-Μάρη Θεοδοσοπούλου, εφ. Η Εποχή 17/2/1991, Ο ιστορικός του θεάτρου μας, βιβλ/κη Γ. Σ. Ιστορία του νέου ελληνικού θεάτρου, Τόμος Πρώτος./ 1990.
-Μάρη Θεοδοσοπούλου, εφ. Η Εποχή, Κυριακή 20/2/2000, σ. 27-28, Μια ακριβοθώρητη έκδοση, βιβλ/κη Γ. Σ. Ιστορία του νέου ελληνικού θεάτρου, Τόμος Δεύτερος. /1999.
-Σωκράτης Καραντινός, Όπως τον ξέρω, ετήσιο «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘72», εκδ. Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα, 9/1971-8/1972, τόμος 3ος , σ. 166-167.
-Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Από το 1453 ως το 1961). Πρόλογος Κώστας Βάρναλης, εκδ. Βιβλιοεκδοτική 1962, σ. 323, σημείωση 2.
-Πλάτων Μαυρομούστακος, ΕΝΑ ΘΑΜΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ, Παρουσίαση ανέκδοτων κειμένων του Γιάννη Σιδέρη. Ο Β΄ τόμος της Ιστορίας του Νέου Ελληνικού Θεάτρου, εκδ. Καστανιώτη, Μάρτιος 1994, σ. 52, 6,27 ευρώ.
-Παναγιώτης Δ. Μαστροδημήτρης, Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία, 6η έκδοση, εκδ. Δόμος 1996, σελίδα 55 σημείωση 4, σελίδα 152 σημείωση 3. Και σελίδες 168,416,417, 518,536, 594.
-Θανάσης Παπαγεωργίου, εφ. Τα Νέα, Τετάρτη 10/11/1999, σ. 31, Πολύτιμο απόκτημα. Γ. Σιδέρη, Ιστορία του νέου Ελληνικού Θεάτρου. (στην σελίδα Πανόραμα. Θέματα. Το Ελληνικό βιβλίο του 20ου αιώνα)
-Τάσος Ν. Πετρής, Λογοτεχνία των Ελλήνων, τόμος 12ος, εκδ. Χάρη Πάτση χ.χ. σ. 161-162. Λήμμα.
-Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 1978, σ. 264.
-Β. (άλτερ) Π.(ούχνερ), Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη, σ. 2011. Λήμμα.
-Δημήτρης Τσάκωνας, Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ’30. ΤΑ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΑ. Ιστορία της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. Κάκτος- Οδυσσέας Χατζόπουλος 1989, σ. 333-336. (στην ενότητα: «Το Ελληνικό Θέατρο». Καραγκιόζης και Επιθεώρηση./ Γιάννης Σιδέρης./Μανώλης Σκουλούδης./ Αλέκος Λιδωρίκης./Δημήτρης Μπόγρης).
-Πέτρος Χάρης, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ, τόμος 6ος, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Δεκέμβρης 1981, Γιάννης Κ. Σιδέρης σ.127-145. (περιέχει μελετήματα για: Γιάννη Ψυχάρη- Γρηγόριο Ξενόπουλο (Β)- Φώτο Πολίτη- Άγγελο Τερζάκη- Γιάννη Σιδέρη- Ανδρέα Λασκαράτο).
-Πέτρος Χάρης, περιοδικό Νέα Εστία έτος Ν΄, τόμος 99ος, τχ. 1164/1-1-1976, (Ο θάνατος του) Γιάννη Σιδέρη (Αθήνα 1898- 22/12/1975), σ. 48-49.
-Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά, τόμος 33/1976, σ. 280. Το Λογοτεχνικό 1975. Εκείνοι που έφυγαν
«Τελευταίος νεκρός του 1975 ο ιστορικός του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννης Σιδέρης, ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην προβολή του θεάτρου μας, στη δημιουργία του θεατρικού μουσείου κλπ. Ο Σιδέρης υπήρξε αυθεντία στα νεοελληνικά θεατρικά θέματα και το αρχείο του πολύτιμη πηγή για κάθε είδους μελέτες. Άριστος φιλόλογος, είχε και γραμματολογικά χαρίσματα. Ο χαμός του μεγάλη απώλεια.».
Σημείωση: την ίδια χρονιά έφυγαν ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, ο πεζογράφος Φαίδρος Μπαρλάς, Έφυγαν επίσης, ο πειραιώτης πεζογράφος Χρήστος Λεβάντας καθώς και ο πειραιώτης ποιητής Νίκος Καββαδίας. Ο δοκιμιογράφος Γιάννης Χατζίνης και ο υπερρεαλιστής ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο συγγραφέας Γιώργος Πράτσικας και ο καλοκάγαθος Μάριος Βαιάνος. Ο Χρήστος Ζαλοκώστας. Η ποιήτρια και ανθολόγος, λαογράφος Αθηνά Ταρσούλη. Ο ταξιδογράφος Κούλης Ζαμπαθάς, ο Γεώργιος Μόδης. Ο καθηγητής της Λαογραφίας Γεώργιος Σπυριδάκης και της Φιλοσοφίας Κωνσταντίνος Λογοθέτης. Ο αρχαιολόγος Γιάννης Μηλιάδης και ο ζωγράφος Αλέκος Κοντόπουλος.
-εφημερίδα Εξόρμηση 2/10/1994. Για μια ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου.
-εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος 19/5/1991. Η Ιστορία του Νέου Ελληνικού Θεάτρου
-περιοδικό Περίτεχνο τχ. 5/ 2000. Γ. Σ. Ι. Ν. Θ. Τόμος Δεύτερος
- Ο Χαρτοκόπτης, περιοδικό Αντί τχ. 558/2-9-1994, σ. 65. Βιβλ/κη Πλάτων Μαυρομούστακος, Ένα θαμπό χειρόγραφο.
-εφημερίδα Τα Νέα, Σάββατο 22/12/1990, Η θεατρική ιστορία βρήκε στέγη και… εργαλείο.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ
ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΞΕΡΕΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ. Ο άνθρωπος που η παρουσία του είναι αισθητή σε όλο το νεοελληνικό θέατρο. Σε όλες τις θεατρικές εργασίες των χρόνων μας, σε όλες τις θεατρικές εκδηλώσεις όλων των λογίων μας. Παρών στο σοβαρό και το ελαφρότερο θέατρο’ στο δραματικό, το μουσικό, την επιθεώρηση. Στους κρατικούς οργανισμούς, καθώς και στη σκηνή, το παρασκήνιο και το μόχθο του ελεύθερου θεάτρου. Παρών στα πλούσια επίσημα φανερώματα, μα και στα φτωχά των παλιότερων ή των νεώτερων μυστικών της θεατρικής τέχνης’ στον πυρήνα κάθε απόπειρας προβολής του σύγχρονου θεάτρου, προβολής όμως και του περασμένου, που εκείνος ξέρει κι’ έχει τη μαγική δύναμη να του ξαναδίνει πνοή και να μας ξαναφέρνει ολοζώντανο, σα σημερινό μπροστά μας.
     Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην εξαρτήθηκε κάποτε- αν μάλιστα, έχει και κάποια ιδιαίτερα ενδιαφέροντα-από τη γνώση, την ευαισθησία, την καρδιά, ως και το πείσμα του Γιάννη Σιδέρη. Εκείνος του προσφέρεται-πολλές φορές μάλιστα, προλαβαίνει την επιθυμία του άλλου- και προσφέρεται πάντα με προθυμία, χωρίς να υπολογίζει ή  να δέχεται αντάλλαγμα. Ο Γιάννης Σιδέρης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που σκόνταψα απάνω του-ευτυχισμένα και εγκάρδια-όταν, γυρίζοντας από το εξωτερικό, αποφάσιζα να ξεκινήσω την επαγγελματική μου δραστηριότητα στο θέατρο. Πάνε να κλείσουν τώρα, κάπου σαράντα χρόνια. Τότε (θέρος του 1933) βρεθήκαμε στην αυλή του Ρώτα στο Παγκράτι, προετοιμάζοντας για το «Κεντρικό» της πλατείας Κολοκοτρώνη, χειμωνιάτικη θεατρική δουλειά, που τελικά, δεν έγινε μ’ εμάς. Εμείς, ο Γιάννης Σιδέρης, ο αξέχαστος Νίκος Παρασκευάς, ο μεγάλος Δημήτρης Πικιώνης, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Στρατής Δούκας, ο Ιωσήφ Γκρέκας, ιδρύαμε τη «Νέα Δραματική Σχολή»  (1933). Από τότε, με το Γιάννη Σιδέρη, είτε συνοδοιπορούσαμε μοιράζοντας την ευθύνη στα ίδια θεατρικά ενδιαφέροντα ή συναντιόμαστε σε άλλες θεατρικές εκδηλώσεις’ στην παρουσίαση λ.χ. ενός κλασικού του θεάτρου, στην ταχτοποίηση- υποτυπώδη από το μέρος το δικό μου-του σπουδαίου Θεατρικού του Μουσείου στην οδό Ναυαρίνου, στην οργάνωση μιας μεγάλης θεατρικής έκθεσης, σαν εκείνη του Γαλλικού Ινστιτούτου (1960). Αργότερα, στα πρώτα χρόνια του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, ο Σιδέρης, συνταξιδιώτης της καρδιάς, μ’ ευθύνη στον τομέα του, από μακριά κι’ από κοντά, πάλι παρών. Με τη σοφία του και με την έγνοια του έδινε χέρι βοηθείας, και ενδυνάμωνε, και υπηρετούσε. Κάποτε άλλοτε, μας χτύπησαν  και τους δυό άπονα και άδικα, όταν (θέρος του 1948) ανεβάζαμε –ανέβαζα δηλαδή, εγώ-ένα από τα θεατρικά του έργα.
    Ο Γιάννης Σιδέρης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Διορίστηκε καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση, όπου υπηρέτησε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στο Δημόσιο. Για μερικά χρόνια είχε αποσπασθεί στη Διεύθυνση Θεάτρου, στο Υπουργείο Παιδείας, όπου πρόσφερε αξιόλογες υπηρεσίες.
     Σα δάσκαλος στη Μέση Εκπαίδευση, δεν ξέρουμε τί εκθέσεις είχε από τους επιθεωρητές του. Ξέρουμε όμως ότι γενιές νέων άκουσαν τη διδασκαλία του και ξέρουμε καλά ότι κάτι ξεχωριστό τους έμεινε από την έμπνευση που τον κυριαρχούσε όταν-μακριά από τους τυποποιημένους δασκαλίστικους τρόπους-τους παράδινε τα αρχαία και τα νέα ελληνικά, ή την ιστορία. Ήταν πάντα δάσκαλος-ποιητής’ και αληθινά, ποιητής. Νέος είχε τυπώσει ποιητική συλλογή και οι παλαιότερες ανθολογίες δημοσιεύουν στίχους του.
Σά δάσκαλος του θεάτρου δίδαξε στις σοβαρότερες Δραματικές Σχολές, καθώς και στην επίσημη του Εθνικού Θεάτρου. Δίδαξε πρώτα στον «Πειραϊκό Σύνδεσμο» (1931). Κατόπι- ιδρυτικό στέλεχος –στη «Νέα Δραματική Σχολή» (1933-1939)’ στη Δραματική Σχολή του Κάρολου Κουν (από το 1943)’ στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (1945-1946, 1950-1953, 1964-1970) στη «Σχολή Θεάτρου του «Μορφωτικού Συλλόγου Αθήναιον» (1947- 1950)’ στο Ωδείο Αθηνών (από το 1946). Σήμερα εξακολουθεί να διδάσκει στη Σχολή Κουν και στο Ωδείο Αθηνών. Με τη διδασκαλία του, μοναδικός αυτός, μπάζει τους αυριανούς ηθοποιούς στο νόημα και τα καθέκαστα της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου και τους συνδέει με την παράδοσή μας. Τη νεοελληνική παράδοση που τη ζει βαθιά μέσα του, την τιμάει και ξέρει τί μπορεί να δώσει στο δημιουργικό καλλιτέχνη το βίωμά της. Γιατί έχει το πάθος του θεάτρου και της ιστορίας του. Αυτό το  πάθος που στάθηκε η αφορμή να δημιουργηθεί το 1938 στους κόλπους της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων, το Θεατρικό Μουσείο της Ελλάδας και πού ο Γιάννης Σιδέρης είναι θεός του και υπηρέτης του.
Με την ιστορία του θεάτρου ο Σιδέρης ασχολήθηκε από πολύ νέος’ στο χώρο της, όμως, βρίσκεται από την πρώτη κιόλας στιγμή κι’ ίσαμε σήμερα, πάντα σ’ έξαψη. Επειδή εκείνος τα ιστορικά του θεάτρου δεν τα πληροφορείται’ τα ξαναζεί με θέρμη και με φαντασία’ με μιά δύναμη υπερφυσική, πού τον στέλνει στις περασμένες εποχές, για να γυρίσει πίσω και να φέρει την εικόνα τους σπαρταριστή, ολοζώντανη, παλλόμενη, μπροστά στα μάτια μας και να τη βάλει σε ανταπόκριση με την ευαισθησία μας. Όταν σου μιλάει για τη Ραλλού Καρατζά της Ρουμανίας, ή τον Ανδρονόπουλο και το Λεκατσά, την Ειμαρμένη Ξανθάκη, τον Ευάγγελο Παντόπουλο, την Αικατερίνη Βερώνη, την Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, θαρρείς πως αυτοί ζούν μέσα του’ έχεις την αίσθηση πώς τους έκανε παρέα, πώς κουβέντιασε μαζί τους, χάρηκε την τέχνη τους, μοιράστηκε τις χαρές και τα φαρμάκια τους’ λές πώς τους συνάντησε χτές, προχτές και πώς-στο χώρο του Μουσείου του, όπου έχει απλωθεί η άχνα της ψυχής του-θα τους συναντήσει και αύριο ζωντανούς όπως σένα και μένα. Όταν σου μιλάει για το ξύλινο εκείνο θέατρο του Μπούκουρα στην οδόν Αιόλου, εκεί που σήμερα βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ή για τα θεατράκια στις όχθες του Ιλισού, για τις «νούτικες» κωμωδίες, για τον άντρα των παντομιματζήδων, δεν παραδέχεσαι πώς σου δίνει  πληροφορίες. Νομίζεις πως μιλάς με άνθρωπο πού πήγε από νωρίς, πήρε το καφεδάκι του στο τσίγκινα τραπέζι της μικρής παράγκας, δίπλα στο θέατρο, παρακολούθησε ν’ ανέβουν τα κεριά, οι ασετυλίνες, τα αεριόφωτα, και κάθισε με μάτια ανοιχτά, μεγάλα, να δει την παράσταση από την αρχή ως το τέλος. Ξέρει πράματα και ανθρώπους. Έχει «ψαύσει» τα αντικείμενα πού χρησιμοποίησαν, παρακολούθησε τη χρήση τους και τον προορισμό τους. Και τα έχει ψαύσει πραγματικά. Επειδή το πάθος του τον έκανε να τα αναζητάει με μανία, θα έλεγα, τρέλα. Γατί είναι τρέλα να ζεις μέσα στην κατοχή νηστικός, ξεπαγιασμένος στο σώμα και την ψυχή, τυραννισμένος και γερτός από τον ηθικό και σωματικό κάματο, και να κινάς από τον Άι- Γιάννη, της Γαργαρέττας, να πεζοπορείς ως τα Πατήσια, για να συλλέξεις ένα χειρόγραφο, μιά παλιά ξεθωριασμένη φωτογραφία, ένα τσαλακωμένο και κιτρινισμένο πρόγραμμα, ένα σκοροφαγωμένο σάλι, ένα ιερό κουρέλι που κάποτε λειτουργήθηκε σε μιά αθηναϊικια παράσταση του παλιού καιρού.
Ο Σιδέρης όλο του τον πλούσιο αποθησαυρισμό τον κάνει βιβλία, μελέτες, άρθρα, σημειώματα, διαλέξεις, ανταποκρίσεις σε ξένα περιοδικά, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, λήμματα σε ελληνικά και ξένα λεξικά.
Είναι μέλος στη «Διεθνή Συνομοσπονδία των Ιστορικών του Θεάτρου» και συνεργάτης του οργάνου της, «Θεατρικές Έρευνες». Της «Διεθνούς Συνομοσπονδίας των Θεατρικών Μουσείων». Της «Αμερικανικής Σαιξπηρικής Εταιρείας» και συνεργάτης του οργάνου της, «Σαιξπηρικά Τετράμηνα».
Πρεσβευτής του ελληνικού θεάτρου στο εξωτερικό, το αντιπροσωπεύει συστηματικά από το 1960, σε διεθνή συνέδρια (Παρίσι, Μόναχο, Άμστερνταμ, Γένοβα…). Ταξιδεύει μόνος του, μα δεν πάει μονάχος του ποτέ’ μας κουβαλάει κι’ όλους εμάς μαζί του, όλους, ζωντανούς και πεθαμένους’ όλους, όσοι βάλαμε το πόδι μας στο χώρο του θεάτρου’ γιατί έχει συγκεραστεί η ψυχή του με την ψυχή μας. Δεν κάνει αυτός χωρίς εμάς κι’ εμείς χωρίς Εκείνον.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΟΣ, Γενάρης 1972, τόμος 3ος, «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘72» καλλιτεχνική πνευματική ζωή, έκδοση Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα, Σεπτέμβρης 1971-Αύγουστος 1972, σελίδες 166-167.
--
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
    Χαίρομαι πού μου δίνεται η ευκαιρία να εκφράσω τα αισθήματά μου για τον αξιαγάπητο φίλο ακούραστο ερευνητή των θεατρικών μας πραγμάτων Γιάννη Σιδέρη.
Για το φαινόμενο Σιδέρης με τις φανταστικές διστάσεις πνεύματος και δράσεως.
Για τον άνθρωπο που ανάλωσε τη ζωή του υπηρετώντας αθόρυβα και δημιουργικά, με υπέρθεη αγάπη το θέατρό μας. Για τον άνθρωπο που άρπαξε τη σκυτάλη της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου από τον πρωτοδάσκαλό του, τον αείμνηστο Νικόλαος Λάσκαρη για να τρέχει μαζί μας βήμα το βήμα σαράντα τόσα χρόνια. Άλλοι από εμάς σταμάτησαν, τέλειωσαν τον αγώνα. Οι υπόλοιποι ζυγώνουνε το τέρμα αγκομαχώντας.
Ο Σιδέρης θα τρέχει και ύστερα από μας’ ο Σιδέρης θα τρέχει πάντα.
Εμείς θα φύγουμε, ο Σιδέρης θα μείνει. Θα μείνουμε και εμείς αλλά σαν παρενθέσεις, σαν κόμματα, ή σαν ερωτηματικά. Σπάνια μέσα στον μακρύ δρόμο της ιστορίας του νεοελληνικού μας θεάτρου θα φιγουράρει και κάποιος από μας, σαν-θαυμαστικό-.
Όμως το μεγάλο θαυμαστικό είναι ο Γιάννης Σιδέρης, που κατάφερε να καρφώσει τρυπώντας με τα δάχτυλά του σ’ έναν τσιμεντένιο τοίχο, την ταμπέλα της ιστορίας όλων μας.
Την ταμπέλα του- Θεατρικού μας Μουσείου-.
Με πόση πίστη, με τι αγάπη.
Πόσο επίμονα και επίμοχθα αγωνίστηκε’ Και πόσα χρόνια!!!
Μά η αγάπη του δεν αγκάλιασε μόνο το παρελθόν και το παρόν του θεάτρου μας.
Αγκάλιασε όλους εμάς’ μικρούς και μεγάλους.
Χρόνια μας παραστέκει. Πρόθυμα. Στοργικά.
Μας έχει κλείσει στο κέντρο της καρδιάς του. Έτσι όπως έκλεισε την ιστορική ευθύνη του. Το χρέος του.
Το σκοπό του.
Μακάρι να μπορούσαμε να τον μιμηθούμε, μακάρι να του μοιάζαμε.
Θα του δίναμε χαρά και δουλειά, περισσότερη δουλειά.
ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ, τόμος 3ος, «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘72» Καλλιτεχνική Πνευματική Ζωή, έκδοση Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα, Σεπτέμβρης 1971-Αύγουστος 1972, σελίδες 165.
Σημείωση: Πρίν το κείμενο του ηθοποιού Μάνου Κατράκη και του σκηνοθέτη Σωκράτη Καραντινού για τον Γιάννη Σιδέρη, υπάρχει κείμενο της έκδοσης του περιοδικού που μας λέει τα εξής:
ΤΙΜΗΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ
Με πρωτοβουλία του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου «Ωρα» τιμήθηκε ο ιστορικός του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννη Σιδέρη. Στο πλαίσιο των τιμητικών αυτών εκδηλώσεων, οργανώθηκε στην αίθουσα της Ώρας έκθεση ντοκουμέντων του Θεατρικού Μουσείου. Τη βραδυά των εγκαινίων μίλησαν για τον Γιάννη Σιδέρη και το έργο του οι Δ. Ιωαννόπουλος πρόεδρος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων και Γ. Κουρνούτος Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, καθώς και ο ίδιος ο τιμώμενος. Επίσης ειδική τιμητική βραδυά οργανώθηκε στο Θέατρο «Αθηνών» με ομιλητές τους Α. Γεωργούλη, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Αλέκο Λιδωρίκη, Δημήτρη Μυράτ και Μενέλαο Παλλάντιο.
Το «Χρονικό ‘72» αναδημοσιεύει δύο άρθρα των Μάνου Κατράκη και Σωκράτη Καραντινού απ’ το ειδικό τιμητικό λεύκωμα που κυκλοφόρησε η «Ώρα» με την ευκαιρία του εορτασμού.
--
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ (1898-1975)
        Φοβάμαι πώς δεν είμαι ο μόνος που θέλοντας να μιλήσω για τον Γιάννη Σιδέρη θα καταφύγω στο συναισθηματισμό. Δεν είναι μονάχα η προσωπική σχέση μας, η μαθητεία μου κοντά του, στο αξιολάτρευτο ερείπιο του Ωδείου Αθηνών στην οδό Πειραιώς’ δεν είναι μονάχα τα κοινά ενδιαφέροντα και  η σπουδή της ίδιας της επιστήμης’ δεν είναι μονάχα η περίεργη σύμπτωση να έχει υπηρετήσει στο ίδιο γυμνάσιο, συνάδελφοι με τον πατέρα μου, την εποχή που γεννήθηκα, στη μικρή κωμόπολη της Λοκρίδας. Αταλάντη, πατρίδα της μάνας μου. Ο συναισθηματισμός ήταν η αρετή και το ελάττωμα του Γιάννη Σιδέρη. Μόνο μέσα από αυτό το φίλτρο  μπορούσες να επικοινωνείς μαζί του. Μόνο έτσι μπορείς να τον θυμάσαι και  μόνο έτσι και να τον κρίνεις. Όταν περάσουν τα χρόνια και έρθουν ψυχρότεροι άνθρωποι ή ψυχραιμότεροι, φοβάμαι πως, κρίνοντας το έργο του θα τον αδικήσουν γιατί θα τους λείπει αυτό το συναισθηματικό υπόβαθρο, το  μόνο κίνητρο της ιστοριογραφίας του Γιάννη Σιδέρη.
     Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του ούτε μπορώ ούτε θέλω να κρίνω το έργο του. Το μόνο που μπορώ είναι να το καταλάβω. Και μόνο όσοι μαθητεύσαμε κοντά του έχουμε τα σωστά κριτήρια για να δικαιολογήσουμε τις αγάπες του, να κατανοήσουμε τις σιωπές του και να αποκρυπτογραφήσουμε τις «μπηχτές» του.
     Ο Γιάννης Σιδέρης λειτουργούσε σε τρία επίπεδα. Είχε μιά προσωπική γοητεία ώστε στο καθένα να είναι και να φαίνεται αυθεντικός.
     Στο πρώτο επίπεδο λειτουργούσε ωε δάσκαλος. Αμφιβάλλω αν υπήρξε πιό ανορθόδοξος δάσκαλος στο ελληνικό κράτος για την επίσημη θεωρία της παιδαγωγικής. Δε μετέδιδε γνώσεις, δεν δίδασκε μέθοδο, μονολογούσε, «θαύμαζε» την άγνοια των μαθητών του, δεν είχε κανένα πρόγραμμα, δεν απαιτούσε καμιά πειθαρχία εκδήλωνε τις προτιμήσεις του πέρα από κάθε δασκαλίστικη δεοντολογία, μετέφερε μέσα στην τάξη τα μίση και τις αγάπες του. Αν είχε μιά μέθοδο ήταν η ανεκδοτολογία και η εμμονή στη φλύαρη λεπτομέρεια.
     Κι όμως αυτή η ανορθοδοξία ήταν η γοητεία του δασκάλου Σιδέρη. Πολλές φορές σκέφτηκα πώς πίσω απ’ τις χαριτωμένες αποστροφές του, πίσω από τις χαμένες ώρες για τον τρόπο που ντυνόταν η Παρασκευοπούλου ή για την χάρη που είχε το ντεκολτέ της Κοτοπούλη ή μια κίνηση της Παπαδάκη, κρυβόταν μιά παμπόνηρη υστερόβουλη επιδίωξη: ο προσηλυτισμός.
     Ο δάσκαλος Σιδέρης ήταν ο μάγος της βιωματικής διδασκαλίας. Με λίγες-λίγες γλυκειές δόσεις συνήθιζε το μαθητή στο «δηλητήριο» του θεάτρου. Το μάθημά του σιγά-σιγά γινόταν μαγγανεία σε κάποια κρυφή κατακόμβη και οι κατηχούμενοι προσηλυτίζονταν όχι με τη γνώση, αλλά με τα ακατανόητα σύμβολα μιάς θρησκείας που τους σαγήνευε στο θύμο αδένα τους.
     Με το Σιδέρη δε μάθαινες ούτε την ιστορία του θεάτρου, ούτε τη Λογοτεχνία, ούτε τη Δραματουργία. Μάθαινες ν’ αγαπάς το θέατρο, παράλογα, παράφορα.
     Ο Σιδέρης ήταν τοξικομανής του θεάτρου και συνειδητά μετέδωσε το πάθος του στους μαθητές του.
Στο δεύτερο επίπεδο λειτουργούσε ως συλλογέας, υλικού. Εδώ άλλαζε άρδην προσωπικότητα. Καχύποπτος, εριστικός, ανικανοποίητος, θαυμαστής της ακρίβειας, δύστροπος, σχολαστικός-ως την παραφροσύνη. Μπροστά στο υλικό που διασταύρωνε έπαιρνε τη στάση παλιού φαρμακοτρίφτη ή τσιγκούνη αργυραμοιβού. Πρίν καταγράψει κάτι, πρίν το κατατάξει, το ξετίναζε. Μέρες ολόκληρες χωμένος σε παλιές εφημερίδες, στις βιβλιοθήκες αναζητούσε μιά ταύτιση, μιά συσχέτιση, μιά ευθεία ή μιά πλάγια επιβεβαίωση, απαιτούσε μιά σωτήρια παραπομπή. Ένα θεατρικό κοστούμι που έφτανε στο Μουσείο «του» δεν ήταν μόνο ένα τεκμήριο για μια παράσταση’ ανακάλυπτε τη ράφτρα του, τον υφασματέμπορο, την καπελού. Δε ρωτούσε μόνο για την ποιότητά του, τον ενδιέφερε η τιμή του ως υφάσματος, το κόστος του. Διέκρινε τις βολές του. Η φόρμα του τον οδηγούσε στην ανατομία του ηθοποιού, ανακάλυπτε πίσω απ’ το σχέδιο και την εφαρμογή της ευχέρεια της χειρονομίας ή το ελάττωμα που το ένδυμα έκρυβε.
    Τον ενδιέφερε κάθε τι που έχει σχέση με τη θεατρική πράξη: Τα συμβόλαια, οι μυστικές συμφωνίες, οι μισθοί, η πρόβα, η διαφήμιση, η αφίσσα, η αγγελία, η κριτική, η επιστολογραφία, το τεχνικό λεξιλόγιο, το βιβλίο σκηνοθεσίας, ο μηχανικός, ο φωτιστής, η ράφτρα, ο προπομπός, ο ατζέντης, ο υποβολέας, πέρα από το θιασάρχη, το θίασο, το γενικό, τους χορευτές, το σκηνογράφο, τον ενδυματολόγο. Τον απασχολούσε η γεωγραφία της περιοδείας, οι πιάτσες, οι εισπράξεις, τα έξοδα, η πρεμέρια και η πλατεία της.
      Σε μιά εποχή που αυτή η επιστήμη ήταν άγνωστη, ο Σιδέρης εφάρμοσε τις αρχές της μικροκοινωνιολογίας στο θεατρικό φαινόμενο.
     Το θεατρικό μουσείο και οι άπειρες καρτέλλες του είναι η αδιάψευστη απόδειξή του.
     Στο τρίτο επίπεδο λειτουργούσε  ως ιστορικός και κριτικός του θεάτρου. Όπου ξεπερνούσε τα όρια του ιστοριοδίφη και έμπαινε στην περιοχή, όσο το υλικό χρειαζόταν ο κριτικός έλεγχος, η ερμηνεία, η αποτίμηση και η αξιολόγηση, ο Σιδέρης άλλαζε πάλι πρόσωπο. Χωριζόταν στα δυό. Αγαπούσε και μισούσε.
     Ότι αγαπούσε το περιέβαλε με μιά στοργή σχεδόν μητρική. Έχανε το μέτρο. Ενθουσιαζόταν και εγκατέλειπε κάθε κριτήριο, εκτός από το κριτήριο της ανοχής.
     Ό,τι μισούσε το ταπείνωνε, το απωθούσε, έχανε πάλι το μέτρο. Εξαντλούσε όλα τα απόλυτα κριτήρια, εκτός από το κριτήριο της κατανόησης. Ο Σιδέρης προτιμούσε να προδώσει την ιστορία παρά την καρδιά του. Ξέροντας αυτή του τη διάσταση δίστασε να προχωρήσει την «ιστορία» του στο δεύτερο τόμο (ο πρώτος σταματά το 1908) γιατί ήξερε πως είχε πιά να αντιμετωπίσει ζωντανούς ανθρώπους, Με τους πεθαμένους ήταν πιο δίκαιος. Η τελευταία μνημειώδη του δουλειά που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, «το αρχαίο θέατρο στη Νέα ελληνική σκηνή», σταματάει πάλι στο ’32 και δεν περιλαμβάνει ούτε τις σκηνοθεσίες του Φ. Πολίτη.
     Ο Σιδέρης καυχιόταν για τις αγάπες του και διατυμπάνιζε τις αντιπάθειές του. Σκοπός μου δεν είναι να ελέγξω τα κίνητρά του και τα κριτήριά του. Άλλοι, σε λίγο ή πολύν καιρό, θα ασχοληθούν με την ιστοριογραφική εργασία του Σιδέρη.
     Ο πρόσφατος θάνατος, η συναισθηματική μου πρόθεση και η πίστη μου πως με το θάνατο του Γιάννη Σιδέρη το ελληνικό θέατρο έχασε το «στοιχειό» του, κλείνω αυτό το σημείωμα, φόρο τιμής στον παθιασμένο δάσκαλο, στον φιλόπονο ερευνητή και στο μαχόμενο ιστορικό του Νεοελληνικού Θεάτρου, μη θέλοντας ν’ ανοίξω ένα διάλογο με την επιστήμη, επειδή θα κινδύνευα να χάσω ένα προσφιλή διάλογο με μιάν αγαθή μνήμη ανθρώπινης παρουσίας.
ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, τόμος 7ος, «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘76» Καλλιτεχνική Πνευματική Ζωή, έκδοση Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα, Σεπτέμβρης 1975-Αύγουστος 1976, σελίδες 196-197.
Σημείωση: Ακριβώς πάνω από το κείμενο του θεατρολόγου Κώστα Γεωργουσόπουλου, δημοσιεύονται και τα εξής από την διεύθυνση της ετήσιας αυτής έκδοσης:
«Το «Χρονικό ΄76» στερήθηκε αναπάντεχα την πολύτιμη συνεργασία του θεατρικού συμβούλου του αείμνηστου ιστορικού του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννη Σιδέρη, που μας συμπαραστάθηκε μ’ ενθουσιασμό, απ’ τα πρώτα βήματα τούτης της έκδοσης.
Για μιά ευτυχή συγκυρία, το κενό της απουσίας του έρχεται να καλύψει ο μαθητής του, θεωρητικός του θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος.».
Ελάχιστα:
Ο φιλόλογος και θεατρολόγος Κώστας Γεωργουσόπουλος, αμέσως μετά το κείμενο του Σωκράτη Καραντινού για τον Γιάννη Σιδέρη, στον 3ο τόμο 1972 του «Χρονικού» υπογράφει το μακροσκελέστατο και χρήσιμο κείμενο για τον πειραιώτη σκηνοθέτη και ιδρυτή του Πειραϊκού Θεάτρου Δημήτρη Ροντήρη, σελίδες 168-170. Ενώ αμέσως μετά η Άννα Κολιτσιδοπούλου γράφει το άρθρο «Ο Κουν το κοινό η παράσταση». Ενώ στον 7ο  τόμο του 1976, αμέσως μετά τον Κ Γεωργουσόπουλο, ο θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Διαλεγμένος γράφει το «160 χρόνια μιζέριας». Ο Μήτσος Ευθυμιάδης υπογράφει το κείμενο «Δυό προβλήματα για λύση», ο Βάιος Παγκουρέλης γράφει για το «Θέατρο των εδράνων ή δύο σημαντικά συνέδρια», ενώ η συγγραφέας Ζωρζ Σαρή για «Το Θέατρο ανάγκη για το παιδί». Ενώ στις επόμενες σελίδες παρουσιάζεται το «Θεσσαλικό Θέατρο» Το οδοιπορικό μιάς χρονιάς.». Ενώ και πάλι η Άννυ Θ. Κολτσιδοπούλου γράφει για «Τρείς Μπρέχτ, δύο θέσεις», και τον Θεατρικό απολογισμό της περιόδου 1975-1976.
Διατήρησα την ορθογραφία των κειμένων. Και πάλι επειδή το παρόν σημείωμα είναι 25 σελίδες αρκετά μακροσκελές για ανάγνωση χωρίς βοηθητικό φωτογραφικό  υλικό, το αφιέρωμα στον Γιάννη Σιδέρη, το χωρίζω σε δύο μέρη. Στο δεύτερο μέρος θα αντιγράψω τις πληροφορίες που γνωρίζω και θα συμπληρώσω τα όποια βιβλιογραφικά κενά βρω.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020
ΥΓ. Για ότι έχει απομείνει από την Διακήρυξη του… «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες, 3 του Σεπτέμβρη να περνάς, και τσικουδιά στους καφενέδες τα παλικάρια να κερνάς». Γηράσκω αεί κοκκινίζων.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Είκοσι χρόνια παλεύω μόνος μου


Συνέντευξη του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου
«Είκοσι χρόνια παλεύω μόνος μου»

             Μεταφέρω μία ακόμα από τις συνεντεύξεις που έχει κατά καιρούς δώσει ο ποιητής, εκδότης, επιμελητής, βιβλιοθηκάριος, φιλόλογος, μεταφραστής, διηγηματογράφος, «γκαλερίστας», «ραδιοφωνικός παραγωγός», συγγραφέας, λάτρης των ρεμπέτικων τραγουδιών και του λαϊκού μουσικοσυνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη από την Θεσσαλονίκη, του πολυτάλαντου, εργασιομανή, συστηματικού μελετητή της πολιτιστικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης και των εκδόσεών της Ντίνου Χριστιανόπουλου, που έφυγε από κοντά μας την Τρίτη 11 Αυγούστου 2020. Αναχώρησε για την γειτονιά των δικών του συντρόφων, τον ουράνιο μπαξέ των ποιητών και των αγαπημένων του φίλων και πνευματικών συνοδοιπόρων της συμπρωτεύουσας. Ο κατά κόσμο Κωνσταντίνος Δημητριάδης, παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 20/3/1931 την πολύοσμη πολιτιστικά, βυζαντινόμορφη πόλη του Βορά, Θεσσαλονίκη. Την Πόλη των βυζαντινών κτισμάτων και τειχών και της εβραϊκής κοινότητας. Των ένδοξων ελληνικών νικηφόρων μαχών και της ιεράς σκέπη της από το περιβόλι της Παναγίας. Των θρησκευτικών ερίδων, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και της σφαγής των Παυλικιανών-Βογομίλων. Του Λευκού Πύργου σημείο αναφοράς της, της Εγνατίας των πολλών ανθρωποσυναντήσεων, του Επταπύργιου των τσαρκών, το Καραμπουρνάκι των ερώτων της. Του προστάτη της αγίου Δημητρίου και του «πολυπολιτισμικού» εμπορικού λιμανιού της. Της ελληνικής πόλης διαμετακομιστικό κέντρο των Βαλκανίων. Της πόλης λαοθάλασσας που είναι μέσα στην Βαλκανική πανιστορία ταξιδιωτικό και εμπορικό πέρασμα λαών και εθνοτήτων, φυλών και θρησκειών, εμπόρων και προσφύγων. Λάγνα νύφη του Θερμαϊκού μέσα στην καθόλου Ιστορία που οι βαλκάνιοι λαοί της χερσονήσου του Αίμου την πόθησαν, φιλοδόξησαν και προσπάθησαν να την κατακτήσουν, να την κυριεύσουν, να τη κουρσέψουν, να την κατοικήσουν. Να την διαμελίσουν εδαφικά, να της αλλάξουν την εθνολογική ταυτότητα, να την κάνουν δική τους. Έλληνες, Σλάβοι, Βυζαντινοί, Οθωμανοί, Ευρωπαίοι, αυτοκρατορικοί στρατοί την φλέρταραν πολιτικά, στρατιωτικά, διπλωματικά. εμπορικά. Μια πόλη της Μακεδονικής γεωγραφικής επικράτειας πάντα σημείο αναφοράς το ερωτικό της σώμα, όπως θα μας έλεγε ένα από τα παιδιά της, ο Κωστής Μοσκόφ. Μια πόλη, με πανάρχαια ελληνική ιστορική υπερηφάνεια και λαϊκή αρχοντιά, χαρακτηριστική φυσιογνωμία. Μια πόλη που σμιλεύει με ζέση τον χαρακτήρα των κατοίκων της.      Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος (όπως έμεινε με το ψευδώνυμο αυτό στα ελληνικά γράμματα) αναπαύεται από την Πέμπτη 13 Αυγούστου στα χώματά της, στα χώματα που βάδισε και τα σοκάκια που από έφηβος αγάπησε παθιασμένα, και δεν εγκατέλειψε ποτέ. Ο όλος επίγειος βίος του υπήρξε ένα διαρκές σεργιάνι στα φανερά και κρυφά μυστικά της. Είναι μία από τις ελάχιστες μάλλον περιπτώσεις ελλήνων λογοτεχνών-ποιητών, που δεν εγκατέλειψαν σχεδόν ποτέ την πόλη τους για να μετοικήσουν σε άλλη. Δεν ταξίδεψε παρά ελάχιστα πέρα των ορίων της. Υπήρξε ο ποιητής που δέθηκε τόσο στενά και υγειά με την πόλη του, που είναι δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο όταν αναφερόμαστε στην Θεσσαλονίκη να μην φέρουμε στην σκέψη μας την εικόνα του ποιητή της, του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Του ποιητή που συστηματικά και άοκνα, με αμέριστο πάθος και προσωπικό μεράκι διέσωσε όχι μόνο την πνευματική της κληρονομιά μα και ένα μεγάλο κομμάτι της πολιτιστικής της ιστορίας. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δεν έπαυε όποτε έδινε συνεντεύξεις, όταν μιλούσε δημόσια, να μνημονεύει την πόλη του, την Θεσσαλονίκη. Αυτή η αμφίδρομη αγάπη της πόλης προς τον ποιητή της και του ποιητή προς την πόλη του, διατηρήθηκε άρρηκτα μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του. Αν η πόλη της Αλεξάνδρειας και του ερωτικού κλίματός της διαχέεται μέσα στο έργο του ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, αν η παλαιά Αθήνα και ο κόσμος της αναδύεται μέσα από το έργο του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη κυρίως, και εικονογραφείται στο έργο του Κωστή Παλαμά, αν ο παλαιός Πειραιάς φωτίζεται μέσα από το ποιητικό έργο του Βασίλη Λαμπρολέσβιου και τα Πειραϊκά Χρονογραφήματα του ποιητή του μεσοπολέμου Νίκου Χαντζάρα, αν τα Ιόνια Νησιά ευτύχησαν να έχουν το καθένα τον ποιητή τους που τα δόξασε, και η Μεγαλόνησο απόκτησε τον ζωγράφο της στο πρόσωπο του Νίκου Καζαντζάκη, η πόλη της Θεσσαλονίκης στάθηκε διπλά τυχερή, γιατί ο ποιητής της, δεν μίλησε μόνο για αυτήν στο έργο του αλλά, διέσωσε και κατέγραψε στιγμές του χρόνου της πολιτιστικής της ιστορίας και ανθρωπογεωγραφίας. Αποδελτίωσε και μας παρουσίασε ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες περασμένων περιόδων της, διατηρώντας ζωντανή την μνήμη της πόλης του στον χρόνο. Η Θεσσαλονίκη του Χριστιανόπουλου είναι διαρκώς παρούσα στους αναγνώστες του έργου του. Ένα καμπαναριό λαϊκής και όχι μόνο υπόμνησης της παρουσίας της. Με καθημερινή γραφή, οικείο, κατανοητό, προφορικό πολλές φορές λόγο, καθόλου «ακαδημαϊκό», κουλτουριάρικο όπως συνήθιζε συχνά να μας λέει, μας κληροδότησε μια συγγραφική παρακαταθήκη τεκμηρίων της, δεκάδες ιστορικά και πολιτιστικά κτερίσματα που αφορούν την πόλη της Θεσσαλονίκης. Μας αφηγήθηκε το ιστορικό της παραμύθι που έγινε παραμυθία ζωής των Θεσσαλονικέων. Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος φέρνει στο νου και πάλι τον Αλεξανδρινό, ο οποίος συνήθιζε να λέει, ότι θα μπορούσε άνετα και απρόσκοπτα να είναι ένας καλός ιστορικός αντί για ποιητής. Και μεγάλο μέρος της ποιητικής του δημιουργίας με τα ιστορικά της υποστρώματα, μας δηλώνουν την αλήθεια της ενδόμυχης αυτής του επιθυμίας. Ο Χριστιανόπουλος όμως, προχωρά ακόμα περισσότερο, στα έργα που συνέγραψε και επιμελήθηκε διεύρυνε την ερευνητική ματιά του. Μας φώτισε και μια πλευρά της λαϊκής της φυσιογνωμίας, που παρουσιάζει έντονο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Αχαρτογράφητη για τους πολλούς εικόνα της πόλης του και των συμπολιτών του. Μια λαϊκότροπη λαογραφικών τόνων και διαθέσεων καθημερινότητα της ζωής της. Μας φιλοτέχνησε μια ερωτική εικόνα της ιστορίας της, μας ξενάγησε στα ερωτικά της καλντερίμια, και όλα αυτά τα συνέπλεξε αρμονικά και ισορροπημένα, με συγγραφική μαεστρία και τέχνη, ποιητικό ύφος με ατομικές του βίου του περιπτώσεις και ιδιαιτερότητες περιστατικών και σωματικών επαφών του. Ο Χριστιανόπουλος, δεν ασχολήθηκε με την «λούμπεν» πλευρά της, όπως έπραξε σε κείμενά του ο Ηλίας Πετρόπουλος, ένα άλλο γνωστό παιδί της συμπρωτεύουσας. Δεν μας εξομολογήθηκε στις αυτοβιογραφικές του σελίδες την «αστική» της πλευρά και κλίμα, όπως διαβάζουμε στις αναμνήσεις του ποιητή Γιώργου Βαφόπουλου. Δεν μας άφησε εκπληκτικές περιγραφές της, εικόνες ευαισθησίας και τρυφερότητας της γενέθλιας πόλης του, που όμως εγκατέλειψε για να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα, όπως ο θεσσαλονικιός πεζογράφος αγαπητός μας Γιώργος Ιωάννου. Δεν έμεινε μόνο στην πνευματική της διαδρομή και καταξίωση όπως έπραξαν πολλοί δημιουργοί της, όπως πχ. έπραξε κυρίως μέσα από την έκδοση του περιοδικού του ο συγγραφέας Τηλέμαχος Αλαβέρας. Δεν μας έδωσε μια μάλλον «αλχημιστικών γλωσσικών περιγραφών ταυτότητά της» όπως έκανε αν δεν λαθεύω ο φαρμακός Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Η Θεσσαλονίκη  σαν πνευματικό στίγμα, θα σημειώναμε κάπως παράτολμα και υπερβολικά, προετοιμάστηκε από τα πριν τον Χριστιανόπουλο λογοτεχνικά ρυάκια πολλά από τα οποία, εκβάλουν στο δικό του της γραφής ποτάμι. Αυτήν του την πολύτιμη συνεισφορά, δεν του την αρνήθηκαν οι συμπατριώτες του θεσσαλονικείς πνευματικοί δημιουργοί και καλλιτέχνες, του την αναγνώρισαν όσο βρίσκονταν εν ζωή και θα του την οφείλει η ιστορική μνήμη του μέλλοντος της Πόλης. Αρκετοί δημιουργοί και συγγραφείς της Θεσσαλονίκης άφησαν επάξια τα ίχνη τους στα χώματά της, όμως ο Χριστιανόπουλος, χάραξε τα δικά του βήματα τόσο βαθειά και έντονα που αυλάκωσε μοναδικά και ανεπανάληπτα τα χώματά της. Οι ερωτικοί του φωτισμοί απλώθηκαν και στις σκιερές της πλευρές, σε μέρη της που διαρκώς εξερευνούσε, περιδιάβαινε τολμηρά, περπάταγε θαρραλέα, ιχνογραφούσε τις ενοχές του, ενώ μας μιλούσε ταυτόχρονα και για την ιστορία της. Ο ποιητής δεν κοίταξε από ψηλά την πόλη του, κρατώντας τα ερωτικά του μυστικά-που ήταν και δικά της-για τον εαυτό του, ο ποιητής μας τα εξομολογήθηκε με παρρησία και σταθερές δόσεις ενοχικής αθωότητας, μέσα από σχέσεις αλληλεξάρτησης και ιστούς ισόμοιρους πνευματικούς και ερωτικούς. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος υπήρξε ο ποιητής της πιάτσας, του ερωτικού σουλατσαρίσματος, του ερωτικού πάγκου της αναμονής, του ψυχρού αέρα της αίσθησης της μοναξιάς και σωματικής ερημίας, ήταν η πλευρά του χαρακτήρα και επιλογών του, που στέκονταν παράλληλα, με την εικόνα του δημιουργού, του καταξιωμένου ποιητή, του πνευματικός προσώπου, που ήξερε βιωματικά και εμπειρικά να εργάζεται συστηματικά και να ξεκλειδώνει μνήμες της πόλης,  των κατοίκων της, της πορείας της ιστορίας της. Εστίασε την προσοχή μας στις μικρολεπτομέρειές της ανθρωπογεωγραφίας του ερωτικού σώματος που υγράνθηκε με ιδρώτα και ηδονή, στέρηση και ερημιάς . Ένα θρησκευτικών χρωματισμών αγάπης πείσμα και αυτοβασανισμού βλέπουμε στο ταξίδι της ζωής του να κυριαρχεί. Μια ερωτική θάλασσα σκιερών εκπλήξεων και βιωμάτων, στάσεις και πρακτικές συγχωνευμένες με τα λαϊκά κληροδοτήματα της Πόλης του. Αυτός είναι ο ποιητής και καλλιτέχνης Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο σύγχρονος ακρογωνιαίος πνευματικός λίθος της Θεσσαλονίκης.
Κάθε Πόλη έχει τον εκφραστή της λαϊκής και ντόμπρας φυσιογνωμίας, της αυθεντικότητάς της, του λαϊκού της ήθους που παραμένει ακέραιο μέσα στον χρόνο. Η Θεσσαλονίκη ευτύχησε να έχει τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο σαν λαϊκό της ζωγράφο. Αυτόν που κατόρθωσε να συγκεράσει την λαϊκή της φυσιογνωμία με την «αστική» ταυτότητα του πνεύματός της. Την χαραχτηρογραφία της ερωτικής πιάτσας μιας πόλης με το ερωτικό πρόσωπο των δημιουργών της. Αρνήθηκε τα εύσημα των ισχυρών και τα παράσημα των επισήμων, ζώντας σχεδόν σε όλη του την ζωή σε εποχές ισχνών αγελάδων. Κράτησε μέχρι τέλους τον πηγαίο και μπρούτο ερωτισμό του. Το πικρό μεράκι της ερωτικής του διάθεσης που με τον χρόνο έγινε σαράκι. Λαϊκή βρυσομάνα προσφυγιάς η Θεσσαλονίκη, λαϊκός βάρδος του προσφυγικού έρωτα ο Ποιητής της.
      Η ποιητική ματιά του Ντίνου Χριστιανόπουλου, δεν έχει αυτόν τον εκ των υστέρων λεπτό σαρκασμό και ειρωνεία που έχει το βλέμμα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, που καθώς βλέπει στον καθρέφτη του χρόνου το γήρας του σώματός του ξυπνά η μνήμη των περασμένων επιθυμιών και ηδονών του. Των αντρικών σωμάτων που τους παραδόθηκε με στιγμιαία λαγνεία και δόσεις ηδυπάθειας. Δεν έχει την ηττοπάθεια της ερωτικής ματιάς του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που κινείται διαρκώς σε ένα κλίμα υγρής και τρυφερής απαισιοδοξίας, της απώλειας όχι της ρώμης του σώματος αλλά της στέρησης της τρυφερότητάς του. Του αμοιβαίου αγκαλιάσματος, των γλυκών φιλιών και σαρκικών περιπτύξεων που ολοκληρώνουν τον ονειρικό ερωτισμό του ποιητή. Η ερωτική ποίηση του Χριστιανόπουλου, δεν έχει το κυνικό και δολοφονικό πρόσωπο, του παγερού ρεαλισμού που συναντάμε στην ποίηση  του πειραιώτη ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη. Η ποιητική εικονογραφία του Ντίνου Χριστιανόπουλου, είναι η σύγχρονη ερωτική τυπολογία των ερωτικών προθέσεων της πόλης, των αντρών με την στολή που «με τι συστολή φοράς την στολή/ και όταν την πετάς, πετάς» όπως μας λέει σε στίχο του. Είναι η όψη της πόλης που έρχεται σε επαφή χωρίς τα ψιμύθιά της, η σκληρή αυθεντικότητα ενός σωματικού χώρου που η εσωτερική του υγρασία είναι διαρκώς παρούσα μέσα στους αφυδατωμένους μικρής φόρμας πάντα στίχους του. Τα ποιήματά του, έχουν την φόρμα των αρχαίων επιγραμμάτων, είναι σφιχτά και πυκνά όπως τα ερωτικά σωματικά συναισθήματα που μας καθρεφτίζουν. Δεν είναι ο ποιητικός λόγος που πάσχει στον Χριστιανόπουλο αλλά ο ίδιος ο ποιητής που υποφέρει από την μη ολοκλήρωση της ερωτικής πλήρωσης. Ο λόγος του καθρεφτίζει τα βιώματα ενός ερωτικού προσώπου, που μένει με την αίσθηση του «αιώνιου παράπονου», της αέναης αναζήτησης μιας πλήρωσης που βρίσκει την δικαίωσή της μέσα από θρησκευτικά σύμβολα και περιστατικά πόνου που επανέρχονται στον προφορικών προδιαγραφών ποιητικό του λόγο. Ο ποιητής δεν ανοίγεται σε πελάγη ερωτικής αισιοδοξίας, έχει συναίσθηση της θέσης που επέλεξε να παίξει στο παιχνίδι αυτό, του σημαδεμένου ρόλου του ίσως από την μοίρα σίγουρα από την κοινωνία. Φετιχιστικές εικόνες συμπληρώνουν την ερωτική των στρατιωτικών στολών εικονογραφία της ζωής του. Τα φανταράκια του Χριστιανόπουλου, δεν χορεύουν το ζεϊμπέκικο του αντρισμού τους μόνο μέσα σε υγρά κουτουκάκια, έξω από καφενεία που συχνάζουν οι αστοί εραστές κυνηγοί τους όπως βλέπουμε στους πίνακες του πειραιώτη ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη, τα ανώνυμα αντράκια του Χριστιανόπουλου εξακολουθούν να παραμένουν ανώνυμα και μετά την σωματική τους επικοινωνία μαζί του, ή μάλλον μας δηλώνουν την παρουσία τους μέσω της αντροσύνης τους που τυλίγεται μέσα στις ενοχικές διαθέσεις τους ή αυτές που καλλιεργούν στον ίδιο τον ποιητή. Ο ποιητής συνομιλεί με την σωματική τους συνειδητή εργαλειοποίηση που περνά μέσα στην ποίηση σαν αίσθηση μοναξιάς, ερημιάς, μη πλήρωσης. Η αναζήτηση του αιώνιου εραστή είναι η άλλη όψη της θρησκευτικής πίστης του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου. Είναι οι παιδικές και εφηβικές του καταβολές σωματικής μνήμης. Το ανθρώπινο Σώμα οφείλει να σταυρωθεί ερωτικά από τους εραστές του για να μπορεί κατόπιν να δοξαστεί ή μάλλον να τελειωθεί η μνήμη του μέσα στην γραφή, ως παράσταση ενός παιχνιδιού που έχει συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς και τυπολογία εκδηλώσεων. Οι κατοπινές ενοχικές μεταμέλειες του ποιητικού υποκειμένου δεν κάνουν τίποτε άλλο, από το να επαναφέρουν στην επιφάνεια της ερημιάς περιπλανήσεις του Κορμιού που πόθησε να αγγιχθεί ερωτικά να ψηλαφηθεί σαν ενιαίο σωματικό όλο και όχι σαν διαμερισματοποιημένη εμπορικής χρήσης περίπτωση.  Δεν είναι η σωματική ερωτική πράξη και επαφή που χαράσσει την μνήμη του με σκοτεινά χρώματα, αλλά η κατοπινή συνειδητοποίηση της εφημερότητάς της. Είναι η συναίσθηση της απώλειας του χρόνου που δεν σου αφήνει περιθώρια να ολοκληρωθεί το της αγάπης όραμα του ποιητή. Ο Ποιητής αναμένει μέσα από τις τυχαίες σωματικές συνευρέσεις του να αγαπηθεί από τους άγνωστους εραστές του. Προβάλλει στις σωματικές τους προθέσεις τον δικό του οραματισμό ανάγκη αγάπης, και κρατά για τα ερωτικά του μετόπισθεν, τις θρησκευτικής φύσεως ενοχές του. Ενοχές που δεν προέρχονται από αυτήν καθ’ αυτήν ερωτική σωματική ομοφυλόφιλη επιθυμία του αλλά από τα αποτελέσματα της επιθυμίας αυτής. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην επιλογή αλλά στην χρήση της επιλογής αυτής, δηλαδή, στην ουσία της, στην διαχείριση και χρήση του ίδιου του κορμιού. Οι ανάγκες του μετατρέπονται σε εκ των υστέρων ενοχές και διαψεύσεις και οι εμπειρίες των επαφών σε μόνωση και αίσθηση ερημίας και στέρησης. Υπάρχει ένας ασκητικός ερωτισμός στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, μια έρημος σωματικών αισθημάτων, που την βαδίζουν τόσο ποιητής όσο και ο άλλος, ο σωματικός του σύντροφος. Γιατί ο κρυφός πόθος και των δύο καθορίζεται από θρησκευτικές εθιμικές επιταγές και κανόνες απαγόρευσης. Από σύμβολα ενοχών που έχουν εμποτιστεί μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων εμποδίζοντάς τους να απολαύσουν αυτό που ποθούν. Ο χρόνος εκπλήρωσης αναγκών του ανθρώπινου κορμιού ποτέ μέσα στην ιστορία δεν συμβάδισε με τον χρόνο των ανθρώπινων αναγκών του μέσα στην κοινωνία σε όλους τους πολιτισμούς. Οι επίσημοι θεσμοί και κανόνες ενός κράτους που μέσα σε αυτούς εντάσσονται και οι διάφορες θρησκείες και κατά τόπους εκκλησίες, αντιμάχονται τις ενστικτώδεις ανάγκες και επιθυμίες του Κορμιού. Το Σώμα μπορεί να γίνει αποδεκτό και οι ανάγκες του, μόνο ως εργαλείο παραγωγής και διαχειριζόμενο ή αυτοδιαχειριζόμενο εργαλείο καταστολής επιθυμιών προς δόξα των άνωθεν απαγορεύσεων. Οι ενοχές, δεν προέρχονται από την βιολογία αλλά από την εθιμική παράδοση μέσα στην οποία είναι ενταγμένο το ερωτικό υποκείμενο και ακολουθεί το ερωτικό πρόσωπο. Μια σκλαβωμένη συνείδηση προϋποθέτει ένα σκλαβωμένο σώμα και τις επιθυμίες του. Στις πένθιμες πανηγυρικές εκδηλώσεις της παράδοσης των μονοθεϊστικών θρησκειών κήδευσης του θανάτου, του ένστικτου του θανάτου, το ανθρώπινο Σώμα σε όλη του την φθαρτότητα και χθόνια ύλη σταυρώνεται και κηδεύεται. Και στον μελλοντικό μυθικό οραματισμό της ανάστασης, και πάλι το Σώμα θα αναστηθεί και όχι η προτεραία συνείδησή του. Η κατάσταση θα είναι σωματική όχι πνευματική. Εδώ βρίσκεται όλος ο αγώνας εναντίον των γήινων επιθυμών του, και όχι στις ερωτικές του επιλογές και εκπληρώσεις. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Το ανθρώπινο Σώμα στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, δεν βαπτίζεται μέσα στην κολυμπήθρα της αμαρτίας του έρωτα πριν την πράξη, την επαφή των δύο σωμάτων, αλλά στις εκ των υστέρων ενοχές που του φορτώνουν οι πραιτοριανοί των ενοχών του. Η Φύση, δεν πλημμυρίζει ενοχές το ανθρώπινο Σώμα, η Κοινωνία και οι θεσμοί της είναι αυτή που το κάνει. Η Φύση επιλέγει ή απορρίπτει, δοκιμάζει ή γεύεται. Γιαυτό νομίζω είναι κοινωνική σε μεγάλο βαθμό η ποίηση του θεσσαλονικιού ποιητή, γιατί μας μιλά για την κοινωνική πλευρά του σωματικού έρωτα, και όχι μόνο για την ανθρώπινη σωματική του «καύλα». Ο ανθρώπινος καημός της ποίησής του είναι κοινωνικός ή τουλάχιστον, ισοδύναμος με τον ερωτικό. Τι άλλο από κοινωνικό πρόσημο έχει η αναζήτηση του ποιητή να αγαπήσει και να αγαπηθεί, μέσω των αναγκών των σωμάτων τους. Η θλίψη της ερωτικής έκπτωσης περνά πρώτα από την ξηρασία της κοινωνικής των ανθρώπων αναζήτηση επαφής. Της ακοινωνησίας των σύγχρονων καιρών μας. Του πλακόστρωτου της αγάπης που έχουν ξηλωθεί από τον χρόνο, την συνήθεια και τους απαγορευτικούς κανόνες οι αρμοί αυθεντικής επικοινωνίας. Το αιώνιο ζητούμενο του ανθρώπου, δεν είναι οι απαγορευτικοί κανόνες ενός Θεού, ή η εκπλήρωσή του μέσω της τέχνης και των εκφράσεών της αλλά, η μεταξύ των ανθρώπων σωματική επαφή και αναγνώριση, επικοινωνία, και αυτό επιτυγχάνεται με μια κοινή και κατανοητή γλώσσα, του σώματος που μας δωρίθηκε από την Φύση. Και το εκμεταλλευόμαστε. Και απολαμβάνουμε τις χαρές του μέχρι να έρθει το πλήρωμα του χρόνου που θα γίνει ποιητική εικόνα και σύμβολο αφθαρσίας στα χέρια ενός ποιητή-δημιουργού.
     Η Πόλη της Θεσσαλονίκης ευτύχησε να έχει καλούς και άξιους ποιητές και ποιήτριες, συγγραφείς και γραφιάδες με πάθος και αυθεντικότητα, ειλικρινείς φωνές που τραγούδησαν την πόλη και τους καημούς της. Και ένας λυράρης της είναι και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.        
     Έχω γράψει αρκετά κείμενα για τον ποιητή και έχω μεταφέρει-αντιγράψει στην ιστοσελίδα και παλαιότερα συνεντεύξεις του Ν. Χ., βλέπε τις ημερομηνίες: 8/11/2018, 11/11/2018, 30/11/2018 κλπ., στα περιοδικά «Κράξιμο», «Αντί», εφημερίδες «Τα Νέα», «Η Αυγή». Είναι πάνω από δύο δεκάδες οι συνεντεύξεις που έχει δώσει στην διάρκεια της πνευματικής του πορείας ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Μίλησε σε εφημερίδες όπως η «Ελευθεροτυπία» 6/11/1989,  19/9/1993, στον Βασίλη Κ. Καλαμαρά,, 31/10/1993, στην Κυριακάτικη 27/3/1994, στον Γιώργο Χριστοφουλόπουλο, στις 16/3/1997 στον Απόστολο Διαμαντή, στο φύλλο της 31/10/1993, στην Μαριάννα Πολυχρονιάδου και σε άλλες ημερομηνίες. Στην εφημερίδα το «Έθνος» 22/7/1988 στην Ελένη Σπανοπούλου,. Στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής» 6/2/1994 (μεταφορά λεγομένων του από το αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού «Γιατί»), στην εφημερίδα «Τα Νέα» 7/3/1998, στην  εφημερίδα «Η Πρώτη» 18/11/1989. Στον Κόσμο του Επενδυτή. 26/2/2000. Στον Γιώργο Χρονά στην Lifo 27/9/-3/10/2007. Στον Μάκη Καραγιάννη στην Κυριακάτικη Αυγή, Σάββατο 1/1/2005. Στο ποικίλης ύλης περιοδικό «Ένα» τχ.16/,17/4/1991 στον Χρήστο Ζαμπούνη, στο περιοδικό «Ο1», τεύχος 9/ Αύγουστος 1994 στον Στάθη Τσαραγκουσιάνο, στο περιοδικό  «Βήμα magazinο» τχ.217/ 12/12/2004 στον Θανάση Λάλα, στην έρευνα στον Γιώργο Λιάνη στα «Νέα» (που έχω αντιγράψει στην ιστοσελίδα) στο μουσικό περιοδικό «Δίφωνο» τχ. 40/ Σεπτέμβριος 1999 στον Γιώργο Μητράκη, (συνέντευξη-προδημοσίευση) και σε αρκετά αμιγώς λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης και όχι μόνο. Τα αφιερώματα των λογοτεχνικών περιοδικών στον ποιητή είναι αρκετά, βλέπε Εντευκτήριο, Φιλόλογος, Μπιλιέτο κλπ. και όχι αμελητέα και τα άλλα αφιερώματα στην πόλη και στην λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης, που μας βοηθούν στην έρευνα, ανάλυση, ερμηνεία του έργου, και στην επαρκή σύναξη στοιχείων και πληροφοριών για μια ανοιχτή και στον χρόνο συμπληρούμενη βιβλιογραφία της παρουσίας του. Οι ψηφίδες των στοιχείων που θα μας φιλοτεχνούν την εικόνα της δημιουργίας του στον χρόνο. Σε παλαιότερα σημειώματα έχω καταγράψει τις εκδόσεις του. Σε αυτό το σημείωμα, μεταφέρω συνεντεύξεις του-στην μνήμη του-καθώς και ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία για την συγγραφική του παρουσία. Το έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου είναι πολύπλευρο και πολυποίκιλο και άντεξε στο χρόνο. Χρειάζεται όμως, ιδιαίτερη εξέταση, επισκόπηση και καταγραφή του κάθε τομέα του ξεχωριστά. Δηλαδή έχουμε την καθ’ αυτό ποιητική του πορεία και διαδρομή, δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα, ανθολογίες και βιβλία. Ξεχωριστή περίπτωση αποτελούν τα μικρά του δοκίμια και μελετήματα για άλλους πνευματικούς δημιουργούς, οι διάφορες βιβλιοκριτικές και παρουσιάσεις του. Οι μεταφράσεις του. Η ενασχόλησή του με τα εικαστικά, οι επιμέλειες και οι εκδόσεις του εκδοτικού οίκου που ίδρυσε «Διαγώνιος». Και σε αυτά, προσμετράμε το λογοτεχνικό περιοδικό που ίδρυσε και εξέδωσε για πολλές δεκαετίες, την γνωστή «Διαγώνιο». Πολλά δημοσιεύματά του έχουν συμπεριληφθεί σε αυτόνομες εκδόσεις βιβλίων του που κυκλοφορούν στα κατοπινά χρόνια. Έχει συνταχθεί μια επαρκή βιβλιογραφία συγγραφικών χρόνων του και έχει αποδελτιωθεί η ύλη τευχών του περιοδικού. Έχουν επίσης εκδοθεί και κυκλοφορήσει στο εμπόριο αρκετές σύγχρονες μελέτες που αναλύουν το έργο του, την πνευματική και καλλιτεχνική του διαδρομή, καθώς και μια επιλογή βιβλιοκρισιών και δοκιμίων για τα ποιήματά του. Σε γενικές γραμμές ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, ευτύχησε και είδε εν ζωή να τον τιμούν και να υπάρχει ένα όχι ευκαταφρόνητο αναγνωστικό κοινό που ενδιαφέρονταν και εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την ποιητική και πνευματική του παρουσία. Σε αυτά συνεπικουρούν οι ξενόγλωσσες μεταφράσεις ποιημάτων του, οι προσκλήσεις του σε δημόσιες διαλέξεις, τα λογοτεχνικά ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά αφιερώματα που κατά διαστήματα του έχουν γίνει. Τώρα που η σωματική του παρουσία έχει φύγει από κοντά μας, μένει παρακαταθήκη στα ελληνικά γράμματα το πολυσχιδές έργο του. Το διάβασμα των ποιημάτων και των κειμένων του και το αναγνωστικό και ερευνητικό ενδιαφέρον των μελλοντικών αναγνωστών του.     
Χριστιανόπουλος: «Είκοσι χρόνια παλεύω μόνος μου»
ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Εφημερίδα «Η ΠΡΩΤΗ», Σάββατο 18 Νοεμβρίου 1989.
     «ΕΚΑΤΟ χρόνια λογοτεχνικού περιοδικού στην Θεσσαλονίκη, 1889-1999». Η πρώτη μοναδική έκθεση στη Θεσσαλονίκη, που βάζει τις βάσεις για μια εκλαΐκευση του θέματος του πνευματικού παρελθόντος της Θεσσαλονίκης,, χάρις στην επίπονη προσπάθεια είκοσι χρόνων του γνωστού Θεσσαλονικιού λογοτέχνη και ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, λειτουργεί από χθες στον εκθεσιακό χώρο του δήμου Θεσσαλονίκης – Εθνικής Αμύνης 9-.
     Η επετειακή μορφή της έκθεσης που θα διαρκέσει μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου, ενσωματωμένη στα «Δημήτρια ΚΔ» αποτελεί ευτυχή συγκυρία του εορτασμού των 50 χρόνων λειτουργίας της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, και της συμπλήρωσης 100 χρόνων από την έκδοση του πρώτου ελληνικού περιοδικού της Θεσσαλονίκης, που κυκλοφόρησε το 1889, με τον τίτλο «Αριστοτέλης».
ΛΟΓΟΤΈΧΝΕΣ
Μιλώντας γι’ αυτό το τόσο σημαντικό γεγονός ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, αναφέρεται αρχικά στο ξεκίνημα:
«Είκοσι χρόνια τώρα παλεύω από το ’69, μόνος μου για να βρω στοιχεία του πνευματικού παρελθόντος της πόλης, μετά τη θλιβερή διαπίστωση ότι γιατρειά δεν υπάρχει από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ειδικότερα από το Νεοελληνικό Τμήμα, που είναι το πιο ενδεδειγμένο για τέτοιες έρευνες.
Εννοούν να γνωρίζουν τους τελευταίους κλάσεως στιχοπλόκους της Αθήνας και τα βιογραφικά τους οι εδώ καθηγητές, και αγνοούν τις εδώ βασικές μορφές και πράξεις, μιας πόλης ανεξάντλητης με αξιόλογους λογοτέχνες που διακρίνει η συνεχόμενη κοινωνική και πνευματική ζωή, κάτι που δεν το είχε ποτέ η Αθήνα. «Στις έρευνές μου» συνεχίζει ο ποιητής, έθεσα ως όριο το 1850, χρονιά που λειτούργησε το πρώτο τυπογραφείο στη Θεσσαλονίκη από τον Μιλτιάδη Γκαρμπολά, αποτελώντας μια απόδειξη ότι βγήκαν λογοτεχνικά βιβλία. Τρομακτικό σε σπουδαιότητα γεγονός, αν σκεφτείται ότι οι Εβραίοι είχαν τυπογραφείο στην πόλη από το 1570 και οι Βούλγαροι από το 1838.
Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ο αδερφός του Μιλτιάδη, Σοφοκλής Γκαρμπολάς, ιδρύει την πρώτη ελληνική εφημερίδα, τον «Ερμή», επίσης συγκλονιστικό γεγονός.
Και το 1880, ένας άγνωστος δασκαλάκος από τον Όλυμπο, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ιδρύει το πρώτο περιοδικό και μάλιστα λογοτεχνικό τον «Αριστοτέλη». Αυτές οι ημερομηνίες είναι σημαντικές και σημαδιακές για την πνευματική ανέλιξη αυτού του τόπου. Να σκεφτείτε, ότι μέχρι το 1963 δεν υπήρχαν σε καμιά βιβλιογραφία και μετά από επίπονες προσπάθειες το ανακάλυψα μόνος μου».
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ
-Ποιό ήταν το περιεχόμενο του πρώτου περιοδικού και τι επιδράσεις είχε στο κοινό που απευθύνονταν;
-«Ήταν κυρίως μορφωτικό με γενική ύλη (όπως και τα αντίστοιχα περιοδικά της εποχής εκείνης στην Αθήνα), μέσα στην οποία η λογοτεχνία δεν κατείχε την πρώτη θέση, ούτε και ήταν καλής ποιότητας.
     Αλλά σε μια μικρή κοινωνία εμπόρων και μάλιστα υπόδουλη, δεν ήταν δυνατόν και να ξεκινήσουμε με λογοτεχνία. «Ο Αριστοτέλης» βάσταξε μόνο ένα χρόνο, μια και οι Τούρκοι τον φίμωσαν δύο φορές κλείνοντάς τον.
-Ποια είναι τα συμπεράσματά σας από αυτή την έρευνα;
-«Κατ’ αρχήν η διαπίστωση για την πλήρη άγνοια μεταξύ των πανεπιστημιακών, των λογοτεχνών και των παλαιών Θεσσαλονικέων, για το τι έγινε σ’ αυτή την πόλη πριν από το 1930, Μά καλά, όλα αυτά τα περιοδικά τα σπουδαία, οι ομάδες λογοτεχνών, όλοι αυτοί τι έγιναν; Κανείς δεν ήξερε.
     Λες και η ζωή ξεκίνησε το ’30 μετά τις «Μακεδονικές Ημέρες» του ’32, τον «Κοχλία» του ’45 και τη «Διαγώνιο» του ’58.
     Η διαπίστωσή μου λοιπόν είναι, ότι περιοδικά βγήκαν αρκετά, ώστε να δίνουν ένα εντυπωσιακό πανόραμα της εκδοτικής ζωής στη Θεσσαλονίκη ως προς τον τομέα των λογοτεχνικών περιοδικών.
     Στην έκθεση δεν προβάλουμε αυτή τη στιγμή την ποιότητα, αλλά μόνο την ποσότητα. Ένα έξυπνο μάτι όμως, μπορεί να αντιληφθεί πολύ καλά πια περιοδικά από αυτά έγραψαν ιστορία και ποια υπήρξαν λαθρόβια».
-«Και για τα κοινό που δεν έχει ασχοληθεί με τη λογοτεχνία πως μπορεί να κατανοήσει τη διαφορά που επικαλείσθε και πως μπορεί να βοηθηθεί;
-«Με την καθημερινή ξενάγηση που θα κάνω στο χώρο της έκθεσης αλλά και με τον αναλυτικό κατάλογο που θα παίρνει ο επισκέπτης, έτσι ώστε και αν ξεχάσει την επομένη μέρα την έκθεση να του μείνει ο κατάλογος που περιέχει εισαγωγή για την ιστορία των περιοδικών, αναλυτική καταγραφή για την ιστορία των 230 περιοδικών που εκτίθενται μετά από εξαντλητική παρακολούθηση τους. Ένα χρήσιμο βοήθημα και για τον ιστορικό του μέλλοντος».
-Πόσα περιοδικά έχουν εκδοθεί από το 1889 μέχρι σήμερα;
-«Περί τα 1000, από τα οποία μπόρεσα να βρω τα 550. Η δυσκολία η μεγάλη υπήρξε στην ταξινόμησή τους, για την οποία έχω προχωρήσει σε οχτώ ενότητες: τα κυρίως λογοτεχνικά, τα ημιλογοτεχνικά, τα ημερολόγια και λευκώματα, τα νεανικά και μαθητικά, τα φοιτητικά, τα καλλιτεχνικά, τα φιλολογικά, τα λαογραφικά και εκπαιδευτικά (εφ’ όσον περιέχουν μελέτες για τη νεοελληνική λογοτεχνία) και τέλος τα περιοδικά ποικίλης ύλης.
ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ
-Οικονομικά, ποιος φορέας έχει καλύψει αυτές τις έρευνές σας;
-«Κοιτάξτε, παρόλο που κοντεύω να εγκαταλείψω  εντελώς το επάγγελμά μου ειδικά τους τελευταίους μήνες και έχω φθάσει σε σημείο οικονομικής εξαθλίωσης, αρνήθηκα τις 600. 000 που μου πρόσφερε ο δήμος Θεσσαλονίκης
      Είναι εξοντωτικό βέβαια αυτό, αλλά είναι και ο μόνος τρόπος να επιπλεύσω με αξιοπρέπεια, μέσα από αυτή τη ζούγκλα των συμφερόντων των τόσο πονηρών καιρών.
     Δεν δέχομαι χρήματα γιατί δεν είναι μια εξυπηρέτηση με αντίτιμο την πληρωμή, αλλά μια προσφορά στη Θεσσαλονίκη.
Ο δήμος βέβαια κάλυψε το κόστος του 1 εκατομμυρίου του καταλόγου. Καταλήγοντας ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, μας αποκαλύπτει ότι επόμενη ερευνητική του δουλειά είναι η έκδοση ενός τόμου για τα ελληνικά βιβλία που τυπώθηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Τουρκοκρατίας. «Δεν είναι δυνατόν να αγνοούμε το παρελθόν και να γνωρίζουμε το παρόν» μας είπε χαρακτηριστικά.
ΑΓΝΗ ΓΙΑΝΝΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ
Εφημερίδα «Η ΠΡΩΤΗ», Σάββατο 18 Νοεμβρίου 1989.
--
Ελάχιστα συμπληρωματικά.
     Μεταφέρω μία ακόμα από τις 20 πάνω κάτω συνεντεύξεις του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου που γνωρίζω, και έχω διασώσει στον φάκελό του στο δικό μου αρχείο για τον ποιητή. Συνεντεύξεις που έχει δώσει κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά, σε ποικίλης ύλης περιοδικά και πολιτικές εφημερίδες της πρωτεύουσας. Ή συμπεριλαμβάνονται σε αφιερωματικά τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών στον ίδιο και την πνευματική του παρουσία και διαδρομή. Στις συνεντεύξεις αυτές, ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, μιλά συνήθως για τους πάντες και τα πάντα. Τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και για την δημόσια εικόνα του ως ποιητής και συγγραφέας. Τις συνεντεύξεις του θα μπορούσαμε σχηματικά να τις κατατάξουμε σε τρείς μεγάλες ενότητες. Στην πρώτη ενότητα θα κατατάσσαμε  τις συνεντεύξεις που δίνει και μας μιλά για την ζωή του, τα εφηβικά και σπουδαστικά του χρόνια, την σχέση του με τα κατηχητικά της Θεσσαλονίκης, την τοποθεσία της και κυρίως για τις ερωτικές του τσάρκες και περιπέτειες, και πως η ερωτική του ιδιαιτερότητα, αισθητοποιήθηκε μέσα στην ποίησή του, Στην δεύτερη ενότητα θα εντάσσαμε τις προσωπικές του εξομολογήσεις για πρόσωπα και γεγονότα, καταστάσεις και συμβάντα, πνευματικά και καλλιτεχνικά και εκδοτικά πράγμα της Θεσσαλονίκης, τις προτιμήσεις του σε συγγραφείς και πρόσωπα της πόλης του και φυσικά, για την δική του συγγραφική περιπέτεια, σαν ποιητής, επιμελητής εκδόσεων, εκδότης τίτλων βιβλίων που δεν ανήκουν στον στενό ποιητικό χώρο της συμπρωτεύουσας, τέλος σαν εκδότης του περιοδικού «Διαγώνιος» που ίδρυσε και διεύθυνε για σχεδόν 30 χρόνια. (Δύο εκδοτικοί περίοδοι). Και φυσικά, για την σχέση του με τον χώρο των εικαστικών τεχνών, σαν γκαλερίστας μια και διατηρούσε για μεγάλο διάστημα έναν εκθεσιακό χώρο που εξέθετε έργα ελλήνων καλλιτεχνών και τα πωλούσε.  Υπήρξε ένας πολυτάλαντος όχι μόνο συγγραφέας αλλά και επαγγελματίας, από την στιγμή που αποφάσισε να μην ενταχθεί στην δημόσια εκπαίδευση σαν φιλόλογος, και κατόπιν να παραιτηθεί από τον εργασιακό του βίο στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης, προτιμώντας να εξασκεί στον ιδιωτικό χώρο τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Το ελεύθερο και ανεξάρτητο του χαρακτήρα του, η ατίθαση και πάντα υπερήφανη σκέψη του, η μη ένταξή του σε κλίκες και κυκλώματα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά, η εξακολουθητική στάση του να μην αποδέχεται εύκολα δημόσιες βραβεύσεις και επαίνους, τιμητικές διακρίσεις που προέρχονταν από την επίσημη ελληνική πολιτεία, το κράτος, επειδή δεν ένιωθε ότι κάνει κάτι το ξεχωριστό ούτε ήθελε να  ξεχωρίζει από τους απλούς καθημερινούς συμπολίτες του που έρχονταν σε επαφή, δεν είναι τυχαίο η συνειδητή του επιλογή να μην έχει τηλεόραση στα σπίτια που νοίκιαζε για διαμονή, του έδιναν την δυνατότητα να εκφράζει με άνεση την γνώμη του και να εκθέτει τις σκέψεις του για τα πνευματικά πράγματα της χώρας και της εποχής του, τους ανθρώπους της. Η Τρίτη ενότητα είναι αυτή στην οποία ο Θεσσαλονικιός ποιητής και εκδότης μιλά κυρίως αρνητικά αλλά και ελάχιστες φορές θετικά για ποιητές και συγγραφείς του αθηναϊκού κέντρου, την πρωτεύουσα, που ελάχιστες φορές επισκέπτονταν. Οι κρίσεις του για μεγάλα και αγαπητά και αποδεκτά μας ονόματα της ποίησης είναι συνήθως τόσο αρνητικές, που οι απόψεις του δημιουργούσαν πάντα αντιδράσεις και αντιρρήσεις. Το φειδωλό και επιγραμματικό του ποιητικού του λόγου και της γραφής του, δεν ίσχυε όταν μιλούσε ή αναφέρονταν σε ομοτέχνους του αθηναίους. Φυσικά, σε αυτές τις τρείς γενικές ενότητες τις έκθεσης των απόψεών του και πολλές φορές απόλυτων κρίσεών του, μπορούμε να εντάξουμε μικρότερες ενότητες εξομολογητικών ενδιαφερόντων που εντάσσονται μέσα στις παραπάνω ή που οι ενότητες των εξομολογήσεών του τέμνονται ανάλογα με το περιοδικό που δίνει συνέντευξη ή τον δημοσιογράφο, το πρόσωπο που του παίρνει την συνέντευξη.
Μεταφέρω εδώ ξεχωριστά μόνο την μικρή συνέντευξη του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου στην παλαιά εφημερίδα «Η ΠΡΩΤΗ» Σάββατο 18 Νοεμβρίου 1989, επειδή αποτελεί μια συνέντευξη που έχει από μόνη της μια ενότητα λεγομένων και αναφορών, και πραγματοποιείται με την ευκαιρία της έκθεσης που οργάνωσε ο ποιητής στην Θεσσαλονίκη. Η πολιτική εφημερίδα «Η ΠΡΩΤΗ» κυκλοφόρησε για μικρό χρονικό διάστημα, σε μια πολιτική περίοδο που στην χώρα μας, είχε αρχίσει να διασπάται η ενότητα της πολιτικής εκπροσώπησης και δημόσιας πολιτικής εικόνας της. Την εφημερίδα είχαν στελεχώσει δημοσιογράφοι και λογοτέχνες που προέρχονταν από τον λεγόμενο δημοκρατικό και αριστερό χώρο και συγγραφείς με αριστερές ανησυχίες και θέσεις. Η συνέντευξη δημοσιεύεται στην σελίδα της εφημερίδας με τον γενικό τίτλο Ιδέες-Τέχνες-Πολιτισμός. Ενώ στο δεξιό μονόστηλο με τίτλο «διακριτικά» αναφέρεται στον θάνατο της παλαιάς ηθοποιού Μαίρης Γιατρά-Λαιμού. Ενώ αμέσως μετά παρουσιάζεται το γνωστό νέο τεύχος του παλαιού περιοδικού «ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ». Η εφημερίδα είχε και σελίδες αφιερωμένες στην κριτική βιβλίου, που την επιμέλειά της κρατούσε ο ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής δημοσιογράφος Παντελής Μπουκάλας., κάτω από τον γενικό τίτλο «γραφή και ανάγνωση». Στο φύλλο αυτό του Σαββάτου ο Δημήτρης Κυρτάτας γράφει κάτω από τον γενικό τίτλο «Δουλεία, κτηνοτροφία και βιοτεχνία στην ελληνική αρχαιότητα» για τις εργασίες των Χρύσα Χρονοπούλου-Πανταζή, «Δούλοι και δουλεία στον Όμηρο», Μάρκος Α. Γκιόλας, «Η κτηνοτροφία στην αρχαία Αττική» και Αθανάσιου Π. Κανελλόπουλου, «Η ηλειακή «βιομηχανία» κατά την αρχαιότητα. Ενώ αμέσως μετά κάτω από τον γενικό τίτλο «διαγωνίως» ο Παντελής Μπουκάλας, παρουσιάζει βιβλία του Αδαμάντιου Κοραή, του Ούγγρου θρησκειολόγου Καρλ Κερένυϊ και του ελβετού ψυχολόγου Καρλ Γιουνγκ: «Η επιστήμη της μυθολογίας» και το βιβλίο του γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ. Το φιλοσόφου που ένα «μα» ακολουθεί πάντα σαν σκιά το όνομά του, όπως είπε παλαιότερα ο Σάμιουελ Μπέκετ. Έχοντας κατά νου ο θεατρικός συγγραφέας του παραλόγου την ολιγόχρονη συνεργασία του Μάρτιν Χάιντεγκερ με το ναζιστικό καθεστώς της εποχής του στην πόλη του.
      Συμπληρωματικά να αναφέρουμε ότι το 1995 κυκλοφόρησε στην Θεσσαλονίκη από τις εκδόσεις Διαγώνιος σε συνεργασία με τη Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, η εργασία του Ντίνου Χριστιανόπουλου: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1889-1954) Εισαγωγή-Βιβλιογραφία- Καταγραφή-Προσωπογραφία, σελίδες 136 η έκδοση κυκλοφόρησε για λογαριασμό της Βιβλιοθήκης σε 1000 αντίτυπα. Ο τόμος ολοκληρώνει παλαιότερες εργασίες του Χριστιανόπουλου που είχε αρχίσει να δημοσιεύει από την δεκαετία του 1960, κυρίως την δεκαετία του 1980 και περάτωσαν τον κύκλο τους με την έκθεση και την παρούσα έκδοση. Να θυμίσουμε ακόμα, ότι κυκλοφορεί η εργασία του Γιώργου Μολυβίδη, «ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ» Η κριτική κατά την πρώτη πενταετία (1958-1962), με επίμετρο του Ντ. Χριστιανόπουλου, εκδόσεις «Νησίδες» σελίδες 102. Επίσης, το 1997 από την Παιανία οι εκδόσεις «Μπιλιέτο» εξέδωσαν την εργασία του Κώστα Κουρούδη, «ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΚΟΧΛΙΑΣ»» Θεσσαλονίκη (1945-1948) Εισαγωγή-Συνεντεύξεις-Βιβλιογραφία, σελίδες 168. Ενώ το 2006, δημοσιεύονται από τον Δήμο Θεσσαλονίκης-Αντιδημαρχία Πολιτισμού, Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, τα Πρακτικά του Συνεδρίου, «ΦΥΤΩΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗ» Τα λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης στον 20ο αιώνα. Την επιμέλεια της έκδοσης είχε ο συγγραφέας Περικλής Σφυρίδης. Σελίδες 336.
Σε μεταγενέστερο σημείωμα θα αντιγράψω και άλλη συνέντευξη του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 1 Σεπτεμβρίου 2020