Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ


Μια συνάντηση με τον Γιάννη Τσαρούχη
                                                           
                                                                                                 

     Ένα από τα έμπειρα και πολυμαθή πρόσωπα της ζωής που αξίζει κάποιος να γνωρίσει από κοντά και να συνομιλήσει μαζί του, σαν επισκεφτεί το Περιβόλι της Παναγίας, είναι ο γέροντας Ιερόθεος. Το κελί που ασκητεύει με τη συνοδεία του-του πατρός Κυρίλλου και άλλων υποτακτικών-βρίσκεται κοντά στις Καρυές. Σε απόσταση σαράντα κύριε ελέησον με το κομποσκοίνι. Το ασκητήριό του, διατηρώντας την αυτονομία του βρίσκεται υπό την επιστασία της ιεράς μονής Κουτλουμουσίου. Ο Ιερόθεος διετέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα επιστάτης στον ιερό ναό του Πρωτάτου στο κέντρο των Καρυών. Διαθέτει επίσης, βιβλιοπωλείο που γειτνιάζει με το Πρωτάτο. Ο ναός και ο πέριξ αυτού χώρος, βρίσκονται υπό την άγρυπνη σκέπη-κατά την παράδοση-της Παναγίας του Άξιον Εστί. Και, ιστορικά και πολιτιστικά, υπό το καθοδηγητικό χρωματικό βλέμμα του «αρχετυπικού» αγιογράφου του έχοντος βυζαντινό ήθος κυρ Εμμανουήλ Πανσέληνου. Αυτού του ιερού μάγου της σχεδιαστικής και χρωματικής αγιογραφίας. Που, οι ανανεωτικής πνοής συνθέσεις του, η μυστηριακή υφολογία των παραστάσεών του, η σαφήνεια της λειτουργικής του πρόθεσης και η δεξιοτεχνία της χρωματικής του κατάθεσης, λαμπρύνουν τόσο την εκκλησία που τον στεγάζει, όσο και την υπόλοιπη χερσόνησο του Άθω. Αξίζει να αναφερθεί ότι, σε ακτίνα δογματικής πίστης, ισόμετρα σχεδόν από το κελί και το βιβλιοπωλείο, προβάλλει η Πηδαλιούχος ορθοδοξίας σκήτη που ασκήτευε η ελεήμων πνευματικότητα και ορθόδοξη γεωμέτρηση ενός Ναξιώτη αγίου, του Νικοδήμου του Αγιορείτου. Που η συμβολή του, στην αναστύλωση των χριστιανικών νηπτικών γραμμάτων, υπήρξε καθοριστική στον επαναπροσανατολισμό της εκκλησιαστικής πνευματικότητας.
    Στο φημισμένο κελί του Ιερόθεου-ενός μοναχού αχόρταγου για κάθε είδους εμπειρική γνώση και πνευματική καλλιέργεια συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά αυτόν τον αρχαίο Έλληνα. Τον δάσκαλο ζωής, τον ορθόδοξο χαρακτήρα της καθ’ ημάς Ανατολής, τον Έλληνα στο φρόνημα και στον τρόπο όρασης του βίου, Γιάννη Τσαρούχη. Που στο έργο του, διαπορθμεύεται η παράδοση και η καλλιτεχνική ιστορία του έθνους.
    Το παράξενο παιχνίδι της τύχης βοήθησε εκείνη περίπου τη χρονική περίοδο, στο να μου δοθεί η αναπάντεχη ευκαιρία-στο βιβλιοπωλείο-να συναντήσω έναν κατεξοχήν δυτικό διανοούμενο, έναν διεθνούς φήμης συγγραφέα και βαθύ γνώστη της καθολικής παιδείας και του δυτικού πολιτισμού, τον Ουμπέρτο Έκο. Να συνομιλήσω μαζί του προσφέροντάς του μάλιστα, το βιβλίο της Αποκάλυψης στην ελληνική, που αναζητούσε για μια εργασία που-τότε-ετοίμαζε. Είναι από τα παράδοξα παιχνίδια της μοίρας να συναντηθούν δυο «άθεοι» και να προβληματίζονται για θέματα πίστης σε έναν τέτοιο χώρο.
    Σε αυτό το ψυχοφελές περιβάλλον, που η δροσιά της ανθρώπινης φιλοξενίας προσέλκυε κάθε είδους αναζητητή και της πίστης περιπατητή και που προσθετικά, η διακριτική και ανθρώπινη παρουσία του γέροντα Ιερόθεου τραβούσε σα μαγνήτης όλων των ειδών τα αγρίμια, μπορούσες να συνάψεις τις πιο σπουδαίες και ετερόκλητες γνωριμίες. Από την συναναστροφή των δύο πεπαιδευμένων αυτών φυσιογνωμιών(Ιερόθεου-Τσαρούχη), διδαχτήκαμε την αριστοκρατικότητα της πτωχείας, την ασκητικότητα της αποτελεσματικής γνώσης, την ηδονική κλίμακα που δεν ξεστρατίζει από το μέτρο της συνείδησης, την αλληλουχία πίστης και ζωής. Την καλαισθησία που μπορεί να ανακαλύψει κανείς και στα πιο φθαρτά και καθημερινά πράγματα. Ιδιαίτερα ο λόγος του γέροντα Ιερόθεου δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την ανθρωποκεντρική θεώρηση του καθόλου της ζωής. Και με μεγάλη βεβαιότητα, υπομονετική διάθεση και ηδονοβλεπτική λαγνεία τολμώ να πω, ότι την ίδια ανθρωποκεντρική όραση και φιλοσοφία ζωής αναγνωρίζει εύκολα ο παρατηρητής στη συνολική δημιουργική παρουσία, του Πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη.
    Το σύντομο διάστημα της εκεί παραμονής του, προσπάθησα να το εκμεταλλευτώ στο έπακρο. Με την νεανική μου φαντασία και τολμηρή διάθεση, έπλεα σε πελάγη ευτυχίας καθώς με κρατούσε από το μπράτσο και τον συνόδευα στους σύντομους περιπάτους του. Σα σφουγγάρι όλο μου το είναι αγωνιούσε να συγκρατήσει τα καίρια και επικοδομητικά του λόγια. Λες και κάποιος λησμονημένος άγιος, μυρωμένος από τα άνθη των λουλουδιών, άφησε την σιωπηλή ενατένισή του σε κάποιο αλιβάνιστο ξωκλήσι και κατέβηκε να συμβαδίσει μαζί μας, έμοιαζε η φωτισμένη παρουσία του. Θυμάμαι τις εικαστικές του παρατηρήσεις για τον αρχιτεκτονικό χώρο γύρω από το Πρωτάτο. Την ευκολία με την οποία ζωγράφιζε τα μικρά φαναράκια των τοίχων. Τις απόψεις του για τα τότε κοινωνικά προβλήματα. Τις ερωτήσεις του, για τα διάφορα διαβάσματά μου, τα ενδιαφέροντα μου, την ζωή μου. Είχε συγκινηθεί θυμάμαι όταν του είπα ότι είμαι από τον Πειραιά και ότι είχα παρακολουθήσει τρεις φορές την θρυλική παράστασή του, των «Τρωάδων», τόσο στο πάρκιν της οδού Καπλανών, όσο και στο Δημοτικό Θέατρο, εδώ στο πρώτο λιμάνι. Με ρωτούσε θυμάμαι, για το τι είδους κοινωνία είχα με την ορθόδοξη πίστη και ελληνική παράδοση γενικότερα. Για το πώς αντιμετώπιζε ένας νέος-τότε-τον κόσμο, την κοινωνία, την τέχνη, και τι θα ήθελε να αλλάξει σε αυτήν. Ερωτήματα, που, συνήθως οι ώριμες ηλικιακά προσωπικότητες συνηθίζουν να θέτουν στους πολύ νεότερούς τους. Με αυτό το πατρικό, συγκαταβατικό και στοργικό ύφος, που σε κάνει να νιώθεις δέος και συγκίνηση μαζί. Κατανοώντας, πως εσύ-ο νεότερος-οτιδήποτε και να αποκριθείς, ο Άλλος, που αποτελεί την προϊστορία σου, κατέχει ήδη τις απαντήσεις σου. Με το πέρασμα των χρόνων μπορώ με νοσταλγία να αναφέρω, ότι, άλλες δύο φορές ένιωσα την ίδια γλυκύτητα της συνομιλίας, την ίδια πραότητα των συμβουλών, την ίδια αθωότητα των προθέσεων. Η μία, ήταν, όταν για δύο φορές στον μετέπειτα βίο μου, συνάντησα από κοντά τον ιστορικό Νίκο Σβορώνο. Και η άλλη, από τις σποραδικές αλλά ουσιαστικές συνομιλίες μας με τον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή. Είναι αυτές, οι σοφές γλαύκες, που τις φιλίστορες ψυχές μας γαληνεύουν και το λαβυρινθώδες της ζωής περαιώνουν.
            Οι προσωπικές αυτές σκέψεις ήρθαν στον νου μου καθώς παρακολούθησα την ενδιαφέρουσα έκθεση του ζωγράφου, που διοργανώνει το Μουσείο Μπενάκη.    
Η υψηγορία των χρόνων πέρασε, το κορμί ψελλίζει τα βάρη του, αλλά, οι αναμνήσεις ονειροδρομούν ακόμα. Ζωή-θάνατος μια δρασκελιά πλέον. Και ενδιάμεσα, η συνάντησή μου μαζί του. Το έργο, αυτού του μαΐστορα του έρωτα, δεν άφησε ακόσμητο τον φτωχό και ταπεινό κόσμο μας. Παραμένει παρόν και επιβλητικό. Γυμνό, αθώο, πάνλευκο, ιερά προκλητικό, όπως το εξαγνιστικό φως που εκπέμπουν οι εικόνες των αγίων στις λησμονημένες και αλειτούργητες απόμακρες και υγρές σκήτες της χερσονήσου του Άθω.
    
         Γιώργος Χ. Μπαλούρδος,
περιοδικό Φιλολογική Στέγη, τχ. 23/ Γενάρης, Φλεβάρης, Μάρτης, 2010 σ. 21-23
                                                                                                                                       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου