Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

ΙΝΓΜΑΡ ΜΠΕΡΓΜΑΝ


ΙΝΓΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ,
Το αβγό του φιδιού, Αθήνα 1993

     του Γιώργου Χ. Μπαλούρδου, περιοδικό Κ.Λ.Π. τεύχος 2/ Σεπτέμβριος 1993 σ. 30
       και τεύχος 3/ Δεκέμβριος 1993. (βλέπε τα «Παραλειπόμενα»)

Μια παράξενη προφητεία του μέλλοντος

     «Και εν ταις ημέραις εκείναις ζητήσουσιν οι άνθρωποι τον θάνατον και ου μη ευρήσουσιν αυτόν, και επιθυμούσιν αυτόν, και επιθυμούσιν αποθανείν και φεύγει ο θάνατος απ΄ αυτών..».

     Ο λόγος αυτός του Ευαγγελιστή του Τρόμου είναι ο καταλληλότερος για να απεικονίσει το κυρίαρχο συναίσθημα των ανθρώπων για την πριν και μετά περίοδο της ανόδου των Ναζί στην εξουσία όταν η αχαμνή αλλά κυρίαρχος ιδεολογία της φαιάς πανούκλας και οι σκαιοί ευνούχοι της, πυρπολούσαν το Ράιχσταγκ. Έκαιγαν βιβλία στις πλατείες, -ακόμα και Γερμανών συγγραφέων-, κακοποιούσαν και καταλόκιζαν τις διάφορες κοινωνικές μειονότητες, (τους Ρομά, τα άτομα με τις διάφορες μορφές και είδους αναπηρία, τους ομοφυλόφιλους που τους στιγμάτιζαν με ροζ τρίγωνα, τους ιερείς διαφόρων δογμάτων, και γενικά όσους θεωρούσαν ότι «προσβάλλουν» την Αρία φυλή. Εξολόθρευαν ολόκληρες εθνότητες όπως οι Εβραίοι και χρησιμοποιούσαν ως πειραματόζωα χιλιάδες ανθρώπινες υπάρξεις-ανεξαρτήτου φυλής- σφραγίζοντάς τους είτε με αριθμούς στα χέρια, είτε με ροζ τρίγωνα στο πέτο, είτε με το άστρο του Δαβίδ. Την ίδια στιγμή που η μεγαλοαστική τάξη, οι έμποροι όπλων, ο ανώτατος κλήρος άμεσα και φανερά ή υπόγεια με τα σκοτοφόρα και νυκτοβατούντα ανθρώπινα αυτά υβρίδια του ναζισμού. (δες τους «Καταραμένους» του Λουκίνο Βισκόντι, το «Καμπαρέ» του Μπομπ Φος και άλλες ταινίες)
    Από την άλλη η μεσοαστική και μικροαστική τάξη χόρευε τσάρλεστον κάτω από τους ήχους του «Βερολίνο χορευτής σου είναι ο θάνατος» ή κορυβαντιούσε στα κάθε είδους πορνεία και καμπαρέ του ρατσιστικού Βερολίνου. Το σύνολο σχεδόν της Γερμανίας την περίοδο εκείνη (της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας και όχι μόνο), αποπνέει μια μούχλα θανάτου και προετοιμάζει με την κραυγαλέα απάθεια των κατοίκων της την «Gesonderte Unterbringung» τη θανάτωση εκατομμυρίων ανθρώπων στους θαλάμους των αερίων και τα σκοτεινά «μπούνκερς» των διαφόρων στρατοπέδων συγκέντρωσης. Εύστοχα ο θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ιονέσκο θα σημειώσει ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης «είδαμε απλούστατα την εικόνα, κατά κάποιον τρόπο την πεμπτουσία του κολασμένου κοινωνικού περιβάλλοντος, που σαν από πάντα είμαστε, καθημερινά, βυθισμένοι μέσα του». Και ο παράδοξα ξεχασμένος και κακοποιημένος αυστριακός ψυχαναλυτής Βίλχελμ Ράιχ γράφει σε βιβλίο του: «Σήμερα έχει πια γίνει σ’ όλους φανερό, πως ο φασισμός δεν είναι έργο ενός Χίτλερ ή Μουσολίνι, αλλά η έκφραση της άλογης δομής του αγελαίου ανθρώπου..
Ο Φασισμός είναι στην καθαρή μορφή του το άθροισμα απ’ όλες τις άλογες αντιδράσεις του ανθρώπινου χαρακτήρα».
     Ο Ναζισμός, ο Φασισμός δεν ήταν μόνο ένα μικρό πολιτικό κόμμα ή ένα μικρής εμβέλειας αντιδραστικό κίνημα, αλλά μια παραλυτική κοσμοθεωρία και ερμηνεία των ανθρωπίνων χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων. Είναι η μορφοποίηση όχι μόνο μιας στείρας και ανιστόρητης εθνικιστικής και σοβινιστικής μεσοαστικής και πολιτικής πρακτικής, αλλά και η μέχρι παραλογισμού απεχθής ιδεολογία τόσο προς την πανάρχαια έννοια της Δημοκρατίας και όλων των πολιτικών και κοινωνικών αρετών που εκπορεύονται από αυτήν διαχρονικά, όσο και προς την ανθρώπινη σκέψη και δημιουργία γενικότερα. Και έρχεται στη μνήμη ο σοφός λόγος του επαναστάτη κοινωνιολόγου Χέρμπερτ Μαρκούζε: «Η παραφροσύνη του συνόλου του συστήματος δικαιολογεί τους παραλογισμούς των μερών του και κάνει ορθολογιστική επιχείρηση μια σειρά από εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα».
      Και αυτήν την ορθολογιστική εγκληματική επιχείρηση  μοχθηρών ατόμων μας αναλύει παραστατικά μέσα από το εφιαλτικό σενάριο-αφήγημά του ο αινιγματικός «Θεολόγος» της Έβδομης Τέχνης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Το κείμενο του μεγάλου Σουηδού συγγραφέα και Σκηνοθέτη είναι μια συνταρακτική τοιχογραφία πάνω στο φαινόμενο του φόβου. Σπαρακτικά ποιητική, μα και συνειρμική, που δεν περιτοιχίζεται –το κείμενο- από μια ιστορική «ντοκουμενταρίστικη» μόνο αναφορά ή σε μια ισορροπημένη μεν αλλά παγερά πολιτική, κοινωνική και οικονομική έρευνα της περιόδου αυτής, αλλά σαν σοφή αράχνη ο συγγραφέας υφαίνει τη στοχαστική του σκέψη κλιμακωτά σε μια προοπτική τρόμου, κοινωνικής ερήμωσης και καθολικής ενοχής. Έτσι όπως την αποπνέει η ζοφερή ατμόσφαιρα της Ναζιστικής περιόδου. Το σενάριο του έργου όπως έχει λεχθεί-όταν πρωτοπαρουσιάστηκε η κινηματογραφική ταινία το 1978- είναι μια παράξενη προφητεία του μέλλοντος. Το κείμενο καθώς και η ταινία, καταγράφει το παθογενές φαινόμενο του Φασισμού και του Ναζισμού. Όχι όμως σαν μια ιστορική τραγωδία του παρελθόντος αλλά σαν μια προφητεία που θα εξακολουθεί να παραμένει σύγχρονη, όσο οι άνθρωποι άφρονα αγωνίζονται και αλληλοκαταστρέφονται για εθνικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά, ή πολιτικά ζητήματα δογματικής μορφής ή αρηίθοης οικονομικής ευωχίας.
     Οι κύριοι πρωταγωνιστές του αφηγήματος, ο Άμπελ Ρόζενμπεργκ και η γυναίκα του αυτόχειρα αδερφού του Μαξ η Μανουέλα, τραγικά σύμβολα κάθε εποχής, είναι τα άβουλα, παθητικά καθημερινά συντετριμμένα άτομα που εμπρός τους υψώνονται τα ογκώδη προβλήματα της ύπαρξης, το φαινόμενο της κοινωνικής απελπισίας, της προσωπικής απόγνωσης, της εσωτερικής διάψευσης, της υπαρξιακής αυταπάτης, της ηθικής εξαθλίωσης, τέλος της προσωπικής δυστυχίας. Άτομα που πασχίζουν άλλοτε με μεγάλη αδιαφορία, ή με τραγική απάθεια ή ακόμα καταφεύγοντας σε τεχνητές λύσεις (αλκοόλ), άλλοτε πάλι καταφεύγοντας σε μια άκαιρη και ανεδαφική ψυχαναγκαστική αναζήτηση προστασίας από το ψευδο-παρηγορητικό θρησκευτικό είδωλο, -αποτυχημένη προσπάθεια της Μανουέλας να εξομολογηθεί αλλά και επίγνωση του ιερέα ότι ο Θεός δεν μας ακούει πλέον : «Εκείνος δεν μας ακούει όταν προσευχόμαστε ζητώντας τη βοήθειά Του. Έτσι, πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Πρέπει να δίνουμε ο ένας στον άλλον τη συγγνώμη που ένας απόμακρος Θεός μας αρνείται». (σελίδα 82). Τραγικά πρόσωπα που προσπαθούν να διασώσουν την ατομικότητά τους, αναζητώντας μια κοινωνική αξία, ένα ηθικό έρεισμα, μια ατομική επιβεβαίωση, ένα κάποιο νόημα ζωής για να σταθούν όρθιοι μέσα στην καθημερινή φθορά και διαφθορά του κοινωνικού και πολιτικού περίγυρου, αλλά και την δολοφονική απραξία ενός αγελαίου «πατριωτικού» όχλου. Νιώθοντας όπως εύστοχα έχει γραφεί για την περίοδο εκείνη στο Anus Mundi. «Αύριο η άβυσσος θ’ ανοίξει και τα πάντα θα καταστραφούν». (σελίδα 52).
     Τα πρόσωπα του έργου,-Εβραίοι- είναι καταδικασμένα εξ αιτίας της καταγωγής τους. Για το σύστημα είναι διαφορετικά, άρα μιάσματα. Βρίσκονται παγιδευμένα στα ασφυκτικά έως θανάτου όρια του ναζιστικού περιβάλλοντος και μια ειρωνεία της τύχης τα καθιστά μάρτυρες επιστημονικών πειραμάτων εναντίον της ανθρωπότητας από άλλους ομοεθνείς τους. Χωρίς να κατανοούν ότι προετοιμάζουν και τη δική τους εξόντωση.  Στην αρχή ο Άμπελ παρακολουθεί τα γεγονότα με συγκαλυμμένη αδιαφορία. «Σε ακούω. Λες πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Αλλά, ειλικρινά, δεν θα μπορούσαν να με νοιάζουν λιγότερο. Εγώ κάνω τα ακροβατικά μου στο τραπέζι, τρώω, κοιμάμαι, γαμάω,. Τι στην ευχή πρέπει να πω; Δεν πιστεύω  όλες αυτές τις πολιτικές αερολογίες». (σελίδα 18). Ο εφησυχασμός του είναι απόλυτος. Η συνειδητοποίηση της κατάστασής του θα έρθει αργότερα μέσα από τη δική του καταστροφή, το προσωπικό διαλυτικό άγχος της ύπαρξής του. Όταν πλέον η προσωπικότητά του θα προσδιορίζεται από μιαν αυξανόμενη παράλυση τρόμου και αβυσσαλέας ερημιάς. «Η ύπαρξη σήμερα φαίνεται να ταυτίζεται με ένα βαθύ τρόμο». (σελίδα 16)
     Το αφήγημα είναι μια σπουδή πάνω στο φόβο, στην ατομική κόλαση, σ’ αυτό το πολιορκητικό άγχος που γεννά ο φασισμός και η περιρρέουσα ατμόσφαιρά του. Η λέξη φόβος είναι η πλέον πολύ επαναλαμβανόμενη φράση μέσα στο βιβλίο. «Όλοι φοβούνται τώρα, φοβούνται σε βαθμό τρέλας». (σελίδα 17). «Αυτή η μισοερειπωμένη άθλια πόλη κατοικείται από αμέτρητους ανθρώπους που ξυπνούν για ν’ αντιμετωπίσουν ανανεωμένη απελπισία, καινούργιο φόβο». (σελίδα 32). «Τίποτα δεν λειτουργεί σωστά εκτός από το φόβο» (σελίδα 52). «Ότι ο φόβος είναι το μόνο αληθινό πράγμα». (σελίδα 81). «Ο φόβος ανεβαίνει σαν ατμός από την άσφαλτο». (σελίδα 76).
      Αυτή η ιστορική αποφόρτιση και ταυτόχρονη αναγωγή της αφήγησης σ’ έναν διάχυτο μεταφυσικό ενοχικό φόβο, στον οποίο εντάσσει τους ήρωές του ο ‘Ινγκμαρ Μπέργκμαν αποσκοπεί στην απονάρκωση των αισθήσεών μας και στην αφύπνιση της καθεύδουσας συνείδησής μας. Ώστε καμία θέληση Θεού ή παραφροσύνη ανθρώπου να κατορθώσει να μας οδηγήσει ξανά σε τέτοιου είδους ιστορικές περιπέτειες. Αλλά φορτωμένοι με την ιστορική μας μνήμη και τα βιώματά μας, να μην επιτρέψουμε ξανά να μας αποπλανήσουν οι κάθε είδους έμποροι της «Εθνικιστικής ηρωίνης» και εκείνοι που διοχετεύουν στην πολιτική αγορά ενέσεις νοθευμένου πατριωτισμού, αναζητώντας θύματα για τις κερδοφόρες επιχειρήσεις τους.
     Η μετάφραση στρωτή χωρίς νοηματικές ακρότητες, δίνει το στίγμα των γραφομένων του συγγραφέα και σκηνοθέτη δίχως να σκοντάφτει σε επικίνδυνους γλωσσικούς σκοπέλους για τις εκδόσεις «Λιβάνη» είναι της κ. Χριστιάννας Σακελλαροπούλου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, περιοδικό «Κ.Λ.Π. Και Γράμματα και Τέχνες» τεύχος 2/ Σεπτέμβριος 1993 σελίδα 30. Και τεύχος 3/ Δεκέμβριος 1993.