Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΟΡΥΤΣΑΙΑ

ΚΟΡΥΤΣΑ
1937
24 Γενάρη, Κορυτσά
Το ζεστό νερό μου θυμίζει κάθε πρωί
πως δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό κοντά μου.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ  ΚΟΡΥΤΣΑΙΑ
9 Απρίλη, Κορυτσά 1937
Όταν οι γονιοί βγαίνουν, στέλνουν την κόρη τους στο σπίτι του θείου, και το γιό στο σπίτι του άλλου θείου, δεν μπιστεύουνται ν’ αφήσουν τ’ αδέρφια μαζί.
     Μια γειτόνισσά μου είχε κάποια προίκα, που τη βοήθησε να παντρευτεί. Είναι ξανθιά, «ομορφονιά», με στιβαρά πόδια και γερά καπούλια. Λένε πως είχε ένα νόθο από κάποιο μπέη πριν από το γάμο της. Η προίκα της ερχότανε από έναν αδερφό στην Αγγλία. Αυτός κατάφερε να τον υιοθετήσουν(;) δυό Εγγλέζες γεροντοκόρες που του άφησαν την περιουσία τους. Αυτά τα διηγούνται όλοι, δεν πειράζεται κανείς. Εδώ, που σκοτώθηκαν τόσο εύκολα για πολιτικούς λόγους και για λεφτά, δεν έχουν απολύτως καμίαν ευθιξία, ούτε «φιλότιμο», όπως σήμερα ακόμη στις συνοικίες της Αθήνας. Δράματα για λόγους τιμής δεν τυχαίνουν, ούτε θυμούνται άνθρωποι που μένουν εδώ από 10 ή 15 χρόνια.
     Λένε για έναν άλλον, από τους γνωστούς, πως όταν πήγαν και του είπαν ότι η γυναίκα του κάνει το ζώο με τις δυό ράχες μ’ έναν αλβανοκαλαβρέζο σχετικό του, αποκρίθηκε: «Μην την πειράξετε, είναι πολύ  νευρική.». Η αλήθεια είναι πως και αυτός πλάγιαζε με τις γυναίκες του αντίζηλού του.
     Οι γυναίκες που δεν έχουν κάποια  ρετσινιά είναι σπάνιες.
     Σεμνότυφοι, περίεργοι, κακολογούν με τη μεγαλύτερη ευκολία. Αναφέρουν έναν πατέρα φωνάζοντας  μόλις ξυπνούσε στη νύφη του: «Πόσες φορές σε καβάλησε ο γιός μου;» Η νύφη είναι Γερμανίδα, ο γιός αφού έφαγε τα λεφτά του στα χαρτιά και τις γύφτισσες (σου μιλούν για μυθώδη ποσά: 20-25.000 αιγυπτιακές λύρες), εκμεταλλεύεται τη γυναίκα του.
     Τέτοια ακατάσχετη σπατάλη αναφέρεται  για πέντε-δέκα ανθρώπους, και πρέπει να σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για μια επαρχιακή πόλη 25.000. Όταν απορήσεις κουνάνε το κεφάλι και απαντούν: «Οι γύφτισσες, τα χαρτιά, τα Τίρανα, η Θεσσαλονίκη» Η Θεσσαλονίκη είναι γι’ αυτούς η μεγάλη πολιτεία.
     Δεν ξέρω καλά τις γύφτισσες. Όσες είδα στους δρόμους είναι ελεεινές και τόσο βρώμικες, που μια γύφτισσα από κείνες που λένε την μοίρα στα καφενεδάκια της Αθήνας θα σιχαινότανε να φτύσει πάνω τους. (Άλλωστε η σωματική καθαριότητα είναι εξαίρεση εδώ.) Σου δείχνουν έναν οικογενειάρχη εξηντάρη: «Αυτός, έχει μια γύφτισσα στο κτήμα του». Μου είπαν προχθές για έναν νέο, πλούσιο, συγγενή υπουργού , παντρεμένο από αγάπη, πως έχει σπιτωμένη γύφτισσα.
     Τις γύφτισσες που δεν είναι σπιτωμένες τις βρίσκεις σε κρυφές προξενήτρες, που τις δείχνει όλος ο κόσμος, ή στα πορνεία, πλάι στο νεκροταφείο, τώρα που οι ξένες γίνουνται λιγοστές(οι Ιταλοί θέλουν να προστατέψουν το εθνικό τους γόητρο). Τα πορνεία έχουν άλλες ιστορίες. Σου λένε λ.χ.: Αυτός (ένας άσωτος ντόπιος) ξεκινούσε με την παρέα του, Σάββατο μεσημέρι, μουσική επί κεφαλής, όπως στους γάμους, για το μπορντέλο. ‘Η ακόμη: Ήταν τα χρόνια που μια πόρνη είχε το ένα πόδι πιο κοντό από τ’ άλλο. Ένας Ιταλός, όταν πήγαινε να την ανταμώσει, καβαλούσε πάντα κι ένα τούβλο μαζί του, για την ισοπέδωση. Τον εβλέπαμε συχνά με το τούβλο στο χέρι.
     Φυσικά, οι γλώσσες, με την παραμόρφωση που έχουνε πάθει, δουλεύουν ανάλογα και για τους ξένους. Η γυναίκα του Άγγλου «μητρομανής» που έβγαινε στο κυνήγι μ’ ένα σωρό παλικάρια του στρατού και της χωροφυλακής για να κάνει τον έρωτα μαζί τους. Η γυναίκα του Γάλλου πλάγιασε με τόσους μπέηδες ο άντρας της, της έκανε τις πλάτες. Και όταν ρώτησα που το ξέρουν τελοσπάντων, μου εξήγησαν πως διάφοροι άτυχοι μνηστήρες της έστησαν παγανιά και την έπιασαν, τη στιγμή της ηδονής, με το διαλεχτό της.
     Κι ενώ ψιθυρίζονταν όλα αυτά, μια βουβή υπουλότητα σαν τη Νεκρή Θάλασσα. Ο διευθυντής του ορφανοτροφείου λεγότανε «άγιος» από όλο τον κόσμο. Θα είναι δυό-τρείς εβδομάδες, πήγανε στο νοσοκομείο ένα παιδί ως δέκα χρονώ, που είχε πάθει αιμορραγία. Το βρήκανε συφιλιδικό. Ομολόγησε πως είχε σχέσεις με το διευθυντή. Έτσι βρέθηκαν και άλλα παιδιά του ορφανοτροφείου με σύφιλη. Η γυναίκα του, όταν την ανάκριναν, βεβαίωνε ότι ήταν ανίκανος, γιατί είχε να την πλησιάσει δέκα τόσα χρόνια.
     Η αρσενική ομοφυλοφιλία είναι σχεδόν συνήθεια. Δεν ξέρω για την θηλυκή, μολονότι γίνουνται συχνά κοινωνικές συγκεντρώσεις γυναικών μόνων, όπου χορεύουν κάνοντας ντάμα και καβαλιέρο. Η σύφιλη, πολύ διαδεδομένη, έχει γεμίσει τον τόπο από ανισόρροπους και ηλίθιους.

Γιώργος Σεφέρης
Μέρες  Γ΄
16 Απρίλη 1934-14 Δεκέμβρη 1940
Εκδόσεις Ίκαρος  1977, σ. 43-45
Πειραιάς,   Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016
Γιώργος Χ.Μπαλούρδος
Υ.Γ. Μια ίωση και ένα τεχνικό πρόβλημα, με κράτησε στο κρεβάτι αρκετές μέρες, και κατέστρεψε τον παλαιό Ηλεκτρονικό Υπολογιστή. Συνήθεια παλιά, όποτε αρρωσταίνω να διαβάζω, για συντροφιά και παρηγοριά, τις πολύτομες ημερολογιακές «ΗΜΕΡΕΣ» του νομπελίστα ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Ημερολογιακές καταγραφές μιας ολόκληρης εποχής και μιας περιόδου, ενός χώρου και ενός τόπου που γνώρισε από κοντά κατά την διάρκεια της εργασιακής του ενασχόλησης ως διπλωμάτης. Σημαντικές απεικονίσεις του ελληνικού χώρου και της ανθρωπογεωραφίας του, των ηθών και των εθίμων του, των κοινωνικών του συμπεριφορών και εθιμικών συνηθειών, του τρόπου σκέπτεσθαι και των φοβερών συνθηκών διαβίωσης των ανθρώπων των μεγάλων πόλεων και κυρίως της υπαίθρου. Η Ελλάδα-σαν χώρος-μας αποκαλύπτεται σαν ένας πανοραμικός χάρτης με φανερά και μη ιστορικά επιτεύγματα αλλά και συνεχείς πολιτικές καταστροφές.  Ο τόπος διαμορφώνει τους αυθεντικούς στο ήθος κατοίκους του αλλά με αρκετά στοιχεία μακραίωνου πρωτογονισμού και ο ίδιος διαμορφώνεται από σταθερά, αποκτώντας μια οντολογική θα γράφαμε υπόσταση.  Η αυθεντική χωρίς εθνικά ψιμύθια συνείδηση των νεοελλήνων αποτυπώνεται με καθαρότητα και σοβαρότητα, ο ατίθασος και ακαλλιέργητος ψυχισμός των φωτίζεται με μέτρο και χωρίς αφορισμούς, το ακατέργαστο και πηγαίο μεγαλείο του συμπορεύεται με τις συχνές ασυνείδητες πτώσεις του,, η γύφτικη πολλές φορές, αρχοντιά του, στηλιτεύεται όπως και η έλλειψη ουσιαστικής του καλλιέργειας, οι αλλόκοτες συνήθειές του, ενός λαού που αναζητά ακόμα και σήμερα την ταυτότητά του, σκιαγραφούνται από την γραφίδα ενός λαμπερού μυαλού και μιας σοβαρής και καλλιεργημένης συνείδησης, ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, ο διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης, ο έλληνας Γιώργος Σεφέρης, δεν θεωρητικολογεί καθώς περιγράφει τα τεκταινόμενα της εποχής του, δεν σχηματίζει μια εθνική θεωρία για το γένος των Ελλήνων και προσπαθεί να εντάξει μέσα στο ερευνητικό αυτό πεδίο τον χώρο που επισκέπτεται και διαμένει και τους ανθρώπους του, όπως πράττουν άλλοι ομότεχνοί του, που πελαγοδρομούν σε σχοινοτενείς αναλύσεις για τα αίτια των παθών της φυλής. Τα πολιτικά πάθη, οι ιδεολογικές  ακρότητες, ο άσβεστος και ανοργάνωτος εθνικισμός  ενός λαού κατατρεγμένου μέσα στο διάβα της ιστορίας, αλλά και ενός λαού εγωπαθούς, ανερμάτιστου ιδεολογικά, με κατσαπλιάδικη και εμφυλιοχαρή κοινωνική συμπεριφορά κατ’ εξακολούθηση, όπως μας αποκαλύπτουν οι πηγές της ιστορικής του πορείας, εικονογραφείται από την τρυφερή, συντηρητική ματιά, ενός ατόμου ξεριζωμένου από τις πατρογονικές του εστίες, δυτικοτραφούς και με βαθειά γνώση τόσο της δικής του εθνικής παράδοσης όσο και εκείνης του δυτικού πολιτισμού. Η ευαίσθητη γραφή του, το υφολογικό του κριτήριο, οι εύστοχες παρατηρήσεις του, οι πολικές του επισημάνσεις και κρίσεις για πολιτικά πρόσωπα και υπεύθυνους φορείς της δημόσιας διοίκησης της εποχής του, οι προσωπικές του εξομολογήσεις που δεν υπερβαίνουν ποτέ τα όρια της αστικής του ευπρέπειας, η βαθειά του και ουσιαστική αγωνία για την μοίρα και την ιστορική πορεία αυτού του τόπου, οι ποιητικές του παρεμβάσεις με ποιητικές μονάδες στην πρώτη μορφή καταγραφής τους, οι στοχασμοί του πάνω σε θέματα που αφορούν τον κόσμο της ποίησης και τα προβλήματα της παράδοσης γενικότερα, η ουσιαστική του εσωτερική πίστη στον Θεό των Ελλήνων, που στηρίζεται τόσο στην πλέρια γνώση της αρχαίας επικής και λυρικής παράδοσης όσο και σε ιερά κείμενα της χριστιανικής θεολογίας, που συμπληρώνονται με ιστορικές γνώσεις και το ένστικτο ενός δυτικού έλληνα, που δεν μιμείται δουλικά την παράδοση του τόπου του, αλλά δημιουργικά και επαναδιαπραγματεύσημα όπως το επιβάλει  η στέρεα παιδεία του όσο και η διπλωματική του σταδιοδρομία, και άλλα πολλά και αξιοσημείωτα, καθιστούν τις πολύτομες αυτοβιογραφικές «ΗΜΕΡΕΣ», του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, αναγκαίο σύμβουλο αυτογνωσίας και ερμηνείας της ελληνικής αυτοσυνειδησίας ακόμα και σήμερα.

     Τα απομνημονεύματα του Κασομούλη, του Φωτάκου, και άλλων αγωνιστών της Επανάστασης, τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, οι απόψεις και οι θέσεις του Νίκου Καζαντζάκη όπως καταγράφονται τόσο στην «Αναφορά στον Γκρέκο» όσο και διάσπαρτες συναντώνται στην αλληλογραφία του, οι εθνικές θέσεις του Κωστή Παλαμά, όπως τις διαβάζουμε στα «Άπαντά» του, και οι αξιοπρόσεκτες του Οδυσσέα Ελύτη στα «Ανοιχτά Χαρτιά», και θα προσθέταμε και ορισμένες επιλεκτικές προσωπικές μαρτυρίες ορισμένων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης της περιόδου της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής, καθώς και τις σύγχρονές μας πολιτιστικές-πολιτικές απόψεις και θέσεις του Μάνου Χατζιδάκι, όπως εκφράζονται μέσα στα δημοσιευμένα γραπτά του και ίσως και σε ένα μέρος της Μουσικής του παρακαταθήκης, είναι οι τα αναγκαία δοκάρια που στηρίζεται το οικοδόμημα του Έθνους των Ελλήνων. Είναι μαζί με άλλα κείμενα, τα απαραίτητα υλικά που χρειάζεται ο ντόπιος κάτοικος αυτής της χώρας και ο ξένος ενδιαφερόμενος για να κατανοήσει την συνέχεια του λόγου του Θουκυδίδη, του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Σοφοκλή, του Αριστοτέλη, σιμά με τον μεταγενέστερο των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Ο λόγος των ελλήνων ποιητών στους οποίους ανήκει και ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, είναι η γέφυρα που ενώνει το ελληνικό ιστορικό χθες με το ελληνικό πολιτικό αύριο. Ο ημερολογιακός λόγος του Γιώργου Σεφέρη, είναι μια παλλόμενη και αγωνιούσα συνείδηση της ελληνικής φυλής. Υπάρχουν σελίδες των ημερολογιακών του καταθέσεων, όσο και εκείνων των «Πολιτικών του Ημερολογίων» που θα γράφαμε, χωρίς να είναι «ύβρις» προς το πρόσωπό του, που τον υπερβαίνουν σαν διστακτικό διπλωμάτη, συντηρητική προσωπικότητα, κρυψίνου χαρακτήρα, μετρημένο ποιητή, αλλά όχι τόσο λιγομίλητου όπως μας φανερώνει η ογκώδης και πολύτομη Αλληλογραφία του, οι σκέψεις του, είναι η συνείδηση του Έθνους, ακόμα και σήμερα, όσο και αν θέλουν να το παραβλέπουν πολλοί σύγχρονοί μας διανοούμενοι. Και κάτι που αξίζει να επισημανθεί, ο προσεκτικός αναγνώστης, θα παρατηρήσει, το πόσες φορές ο ποιητής και άνθρωπος Γιώργος Σεφέρης, μιλά για την ανάγκη του να έχει κοντά του έναν αληθινό καρδιακό φίλο. Η προσωπική του αυτή ανάγκη και επιθυμία, επαναλαμβάνεται πάμπολλες φορές μέσα στο έργο του, και είναι συγκλονιστικό να ακούς από τα χείλη ενός ανθρώπου που συναναστρέφεται τόσον κόσμο λόγο της διπλωματικής του ιδιότητας και της συναναστροφής του με σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους της γενιάς του και όχι μόνο, να επιθυμεί την ανάγκη ενός συντρόφου.