Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Το περιοδικό περίπλους για τον Ανδρέα Κάλβο

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ στον ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ

Περιοδικό ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ. Τετράδιο για τα γράμματα και τις τέχνες. Χρόνος Θ΄. Τεύχος 34-35. Ζάκυνθος 1993. Σελίδες 113-288. Εξώφυλλο: Σπύρος Κρητικός, Ανδρέας Κάλβος, Ιανουάριος 1993. Χρώματα σκόνες, caparol και collage σε καμβά 33χ 29,5 cm. Τιμή 800 δραχμές

Ιδιοκτήτης της τριμηνιαίας έκδοσης του περιοδικού «Περίπλους» που εκδίδονταν στην Ζάκυνθο ήταν ο εκδότης και συγγραφέας Διονύσης Βίτσος. Υπεύθυνος του Γραφείου στην Ζάκυνθο ήταν ο Γιάννης Δεμέτης και στην Γραμματεία και το Λογιστήριο η Γιολάνδα Δάλκα και η Μίνα Δάλκα. Την Συντακτική επιτροπή του περιοδικού αποτελούσαν οι: Κατερίνα Κωστίου, ο Νίκος Λούντζης και ο Ζήσιμος Συνοδινός. Το περιοδικό διανέμονταν από Πρακτορεία τύπου στην Αθήνα και το προμηθεύονταν οι όποιο αναγνώστες από Βιβλιοπωλεία και ορισμένα Περίπτερα της πρωτεύουσας και του Πειραιά.

Το διπλό τεύχος του περιοδικού «περίπλους» αφιερώνει όλες σχεδόν τις σελίδες του στον Ανδρέα Κάλβο, σ. 125-265, στις υπόλοιπες σελίδες του έχουμε την σταθερή ύλη του περιοδικού. Την επιμέλεια του Αφιερώματος στον Ανδρέα Κάλβο είχε ο καθηγητής και συγγραφέας Γιώργος Ανδρειωμένος. Το χαρακτικό του Άρια Κομιανού.

Πριν καταγράψουμε τους συγγραφείς και τα κείμενα του Αφιερώματος, ας δούμε την υπόλοιπη ύλη του περιοδικού. Στην μέσα σελίδα του εξωφύλλου έχουμε αναφορά στους «Συνεργάτες του αφιερώματος, οι περισσότεροι προέρχονται από τον πανεπιστημιακό χώρο δίχως να απουσιάζουν οι ερευνητές και οι νομικοί, ακόμα, παρατίθεται σύντομο καλλιτεχνικό βιογραφικό του εικαστικού από το Αίγιο Σπύρου Κρητικού. Σελίδα 113 ο εκδότης  μας εισαγάγει στο αφιέρωμα με τα «Καλβικά επιλεγόμενα» του. Ακολουθούν οι σχετικές πληροφορίες για το περιοδικό και η σελίδα 115 με τα Περιεχόμενα του διπλού τεύχους.  Σε επιμέλεια του διευθυντή και εκδότη του περιοδικού Διονύση Βίτσου έχουμε τις σελίδες «τριβόλων περίπλους» σ. 116-124. Μικρές νύξεις και σχόλια πάνω στην εκδοτική και κοινωνική επικαιρότητα. Μετά τις πλούσιες σε ύλη σελίδες του αφιερώματος 125-265, έχουμε τις σελίδες των «εκδόσεων περίπλους» 266-270. Παρουσιάσεις 11 τίτλων δοκιμίων που κυκλοφόρησαν την χρονική περίοδο 1984 έως 1991. Βιβλία των: Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, «Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη», Διάττων 1990.- «Κυπριακές- Επιστολές του Σεφέρη. Από την αλληλογραφία του με τον Γ. Π. Σαββίδη», Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου 1991.- Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης, «Δημήτρης Λουκάτος, βιογραφικά, σπουδές, επιστημονική δραστηριότητα», Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 1988.- Στέλιος Γεράνης, "Κώστα« Καρυωτάκης, χωρίς αυθαιρεσίες και παραμορφώσεις», Σοκόλη 1991. (ο γνωστός μας Πειραιώτης ποιητής και κριτικός)– Βίκυ Πατσίου, «Τα πρόσωπα του παιδιού στην πεζογραφία (1880-1930)», Δωδώνη 1991, και άλλοι τίτλοι, μεταξύ αυτών και το περιοδικό “HELLENIKAJahrbuch fur die freunde Griechenlands 1991 που απευθύνεται σε νεοελληνιστές του εξωτερικού και εκδίδεται πάνω από 27 χρόνια υπό την διεύθυνση της πειραιώτισσας καθηγήτριας Ισιδώρας Rosenthal- Καμαρινέα. Στις σελίδες 271-280 έχουμε τις «βιβλιογραφίας περίπλους». Στις σελίδες αυτές επώνυμοι κριτικοί βιβλιοκρίνουν βιβλία των εξής συγγραφέων:- Ο Θεόδωρος Αργυρόπουλος κάτω από τον τίτλο «Έμμετρη και ελεύθερη προσωδία» γράφει για το «Νεοελληνικά Μετρικά» σε επιμέλεια Νάσου Βαγενά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ρέθυμνο 1991. –Η Χρυσούλα Καραντζή στο «Άνιση πλην θετική υφολογική κατάθεση» μας μιλά για την μελέτη της Μαίρης Σταθοπούλου- Χριστοφέλλη, «Υφολογία Αρχαία Ελληνική Τεχνογραφία», Αθήνα 1992. –Η Γεωργία Κακούρου-Χρόνη, στην τετρασέλιδη κριτική της υπό τον τίτλο «Η πρόταση δεν είναι καινούργια, αλλά ο τρόπος εκμετάλλευσής της» εξετάζει την συλλογή διηγημάτων «Το Παιχνίδι» του Δημήτρη Πετσετίδη, Νεφέλη 1991.- Η ποιήτρια και καθηγήτρια Ζωή Σαμαρά γράφει με τον τίτλο «Θείο ανδρόγυνο» για το λυρικό ιστόρημα της Νένας Ι. Κοκκινάκη, «Η Χάρτινη Γυναίκα», Δωδώνη 1993. Το κριτικό της σημείωμα φέρει προμετωπίδα από το Πλατωνικό Συμπόσιο «Ανδρόγυνον γαρ εν τότε μεν ην και είδος και όνομα εξ αμφοτέρων κοινόν του τε άρρενος και θήλεος» και από την σελίδα 99 της συγγραφέως «Σ’ αγαπώ γιατί έγινες ο εαυτός μου, ο ίδιος εγώ». Στις 281-283 έχουμε τις σελίδες των «εικαστικών περίπλους». Ενημερωνόμαστε για την «Συλλογή Βλάση Φρυσίρα στο Μουσείο Ζακύνθου» και ο τεχνοκριτικός Χάρης Καμπουρίδης  μας μιλά για τον «Μοντέρνο Μεσαίωνα». Το περιοδικό κλείνει την αυλαία των σελίδων του με την μνημόνευση ονομάτων 284-286 «Μέλη της εταιρίας «Φίλοι του περιοδικού ‘Περίπλους’»».  Ξεχωρίζουμε τα ονόματα της πεζογράφου Τατιάνας Γκρίτση- Μιλλιέξ, της ηθοποιού Εύας Κοταμανίδου, του γεννημένου στον Πειραιά δημοτικιστή καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά, των πανεπιστημιακών καθηγητών Θεοδόση Πυλαρινού, Στέφανου Ροζάνη, Γιώργου Π. Σαββίδη και Ελένης Τσαντσάνογλου, του ποιητή και εκδότη των «Επτανησιακών Φύλλων» Διονύση Σέρρα κ.ά.

Μας λέει στα Καλβικά επιλεγόμενά του ο Εκδότης:

«Το τεύχος αυτό, που είναι αφιερωμένο στον Ανδρέα Κάλβο, έρχεται αμέσως μετά το κλείσιμο του «Έτους Κάλβου». Το συμβατικό κλείσιμο δηλαδή, αφού τα πανηγυρικά για την έναρξή του έγιναν το Μάϊο του 1992 και αφού το σχετικό τυπικό Προεδρικό Διάταγμα ουδέποτε εκδόθηκε. Και πώς να κλείσει κάτι που ποτέ δεν άνοιξε:

          Ασφαλώς δεν είναι εκεί, στους τύπους, το θέμα, αλλά στην ειλικρίνεια του ενδιαφέροντος του Κράτους γι’ αυτά τα πράγματα, που δεν παύουν όμως να κρίνονται και «εξ όνυχος». Ούτε το αφιέρωμα του «Περίπλου» εκδόθηκε για να γκρινιάσει, αλλά να εισφέρει στη μελέτη του καλβικού έργου, στο μέτρο των ουσιαστικών, αλλά και των οικονομικών του δυνατοτήτων. Γι’ αυτό άλλωστε και η ύλη του διπλού αυτού τεύχους επικεντρώνεται στο αφιέρωμα περισσότερο απ’ ότι σε προηγούμενα τεύχη. Γι’ άλλη μια φορά ύλη είχε, τι καλά να είχε και σελίδες. Παραλείπει λοιπόν τις περισσότερες από τις μόνιμες στήλες του στην προσπάθειά του να χωρέσει όσο περισσότερα κείμενα για τον Κάλβο μπορεί.

          Δεν μπορεί όμως να αποφύγει τον πειρασμό να σχολιάσει τα του «Έτους Κάλβου», πέρα από την καταγραφή των γεγονότων που κάνει στο τέλος του αφιερώματος.

          Με το θάρρος λοιπόν κάποιου που παρακολούθησε όσα έγιναν από κοντά, δύο θα έλεγε πώς ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά: η «περιθωριακότητα» των εορτασμών και η εμφάνιση πληθώρας καλβιστών. Το έτος προκλήθηκε και κινήθηκε από τη Νομαρχία Ζακύνθου και αυτό δεν θα ήταν κακό, αν το Υπουργείο έκανε το καθήκον του όσον αφορά την οικονομική κάλυψη. Δεν το έκανε όμως κι έτσι ούτε όσα μπορούσαν να γίνουν έγιναν και ο προγραμματισμός ήταν ανέφικτος. Κατά τα άλλα, έγιναν πολλά και από την επιτροπή εορτασμού της Νομαρχίας και κυρίως από μη κρατικούς φορείς. Πολλά από αυτά ήταν και σημαντικά.

          Από την άλλη δε πλευρά είναι να απορεί κανείς πώς με τόσους καλβιστές και καλβίζοντες ο Ανδρέα Κάλβος επί τόσα χρόνια παρέμενε ο μεγάλος άγνωστος της ελληνικής λογοτεχνίας.

          Αλλά και σήμερα, μετά το πέρας του «Έτους Κάλβου» και με τους πολλούς μελετητές και τους φανατικούς θαυμαστές του, αν κρίνουμε από τη σπατάλη των υπερθετικών που ακούστηκαν, έγινε κάπως πιο γνωστός; Φωτίστηκε στ’ αλήθεια κάποια από τις τόσες σκοτεινές πλευρές του έργου και της προσωπικότητάς του;

          Αλλά δεν προλαβαίνουμε καν να απαντήσουμε, επειδή ήδη εισήλθαμε στο «Έτος Παλαμά!»

              Ο ΕΚΔΟΤΗΣ

Σημείωση: Ενδέχεται η κρατική αδιαφορία και στήριξη ειλικρινούς οικονομικού ενδιαφέροντος για έλληνες και ελληνίδες ποιητές και πεζογράφους, δοκιμιογράφους και ερευνητές, μελετητές της ελληνικής λογοτεχνίας που στηλιτεύει ο εκδότης του περιοδικού για το «Έτος Κάλβου» να υφίσταται μέχρι των ημερών μας, για ανάλογες υψηλές περιπτώσεις ποιητικών φωνών της ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Μάλλον τα φώτα της δημοσιότητας και του κρατικού ενδιαφέροντος πέφτει κυρίως, προς τραγουδοποιούς, ηθοποιούς και καλλιτέχνες του δημόσιου θεάματος. Οι έλληνες και ελληνίδες συγγραφείς, λόγιοι, ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, διανοούμενοι, είναι όπως δείχνουν οι δείχτες της κοινωνικής επικαιρότητας των ημερών μας, ο αναγκαίος «κουλτουριάρικος μαϊντανός» για δημόσιες τηλοψίες, ραδιοφωνικές εκπομπές και επίσημες εκδηλώσεις πολιτικών ή κομματικών αποχρώσεων. Ή μήπως κάνω λάθος; Ασφαλώς εξαιρούνται οι συγγραφείς βιβλίων μαγειρικής και ταξιδιωτικών εμπειριών. Ενώ, τα συγγραφικά και εκδοτικά πεδία ζήλωσαν και διάφοροι πολιτικοί άντρες συγγράφοντας τα πεπραγμένα της κυβερνητικής τους πολιτικής.

     Την Επιμέλεια του Αφιερώματος όπως προ είπαμε είχε ο κύριος Γιώργος Ανδρειωμένος, τότε διδάκτωρ της Φιλολογίας, συγγραφέας της βιογραφίας και εργογραφίας του Ανδρέα Κάλβου και εμβριθής ερευνητής της ζωής και των έργων του επτανήσιου ποιητή.

-Γιώργος Π. Σαββίδης,

ΚΑΛΒΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΣΥΝΟΙΚΕΣΙΑ), 126-137. Το κείμενο φέρει αφιέρωση: «Για τον Bertrand Bouvier, αρχή και τέλος».

Διαβάζουμε σχετικά:

«Έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε τις Ωδές του Κάλβου- θα ήταν ψέμα να ειπούμε: «μονορούφι», αλλά, οπωσδήποτε, σαν μία ενιαία σειρά ποιημάτων αποτελούμενην από 1+20 συνεχόμενες μονάδες. Παραβλέπουμε, δηλαδή, πώς η πρώτη δημόσια παρουσίαση των ποιημάτων αυτών έγινε σε δύο χωριστές, αυτοτελείς εκδόσεις: ο μεν 11 σύλλαβος πρόλογος και οι Ωδές Ι-Χ εκδόθηκαν, το 1824, στην Γενέβη’ οι δε άλλες δέκα Ωδές, που τώρα αριθμούνται ΧΙ-ΧΧ, τυπώθηκαν δύο χρόνια αργότερα, τον Μάϊο 1826, στο Παρίσι, με αντικριστή γαλλική μετάφραση σε πεζό.

    (Ενδιάμεσα, στα 1825, είχε πρωτοδημοσιευτεί, επίσης στο Παρίσι, ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού. Η διεθνής απήχησή του είχε στερεώσει κρίσιμα τις πολιτικές, επαναστατικές διαστάσεις της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, τις οποίες, ένα χρόνο πρίν, είχε θεμελιώσει ο Κάλβος).

        Ακόμη λιγότερο συνειδητοποιούμε πώς η δεύτερη δεκάδα των Ωδών (οι πρώτες 189 σελίδες της έκδοσης του 1826) παρουσιάστηκε συνοδευμένη από μιά δυσανάλογα μικρήν επιλογή 16 Λυρικών και 7 Βακχικών ποιημάτων του Χριστόπουλου (σ.σ.191-251), ήτοι 60 σελίδες), επίσης με αντικριστή πεζή γαλλική μετάφραση. Με την ευκαιρία, σημειώνω τον βιβλιογραφικώς παραμελημένο ψευδότιτλο του βιβλίου “La Lyre Grecque”, ο οποίος θεωρώ πώς προεκτείνει τον τίτλο της πρώτης δεκάδας των Ωδών και μας απαλλάσσει από τον απατηλό τίτλο «Λυρικά».

        Η παράταιρη αυτή εκδοτική συνοικεσία νέων επαναστατικών ωδών του τριαντατετράχρονου Κάλβου, και παλαιών (1811), τρυφηλών στίχων του κατά είκοσι έτη πρεσβύτερού του Χριστόπουλου, νομίζω πώς δεν έχει επαρκώς απασχολήσει τους νεοελληνιστές. Γι’ αυτό δοκίμασα να την σχολιάσω και να την ερμηνεύσω- πρώτα, δοκιμαστικά, στην Θεσσαλονίκη, και τώρα, εκτενέστερα εδώ.».  

-ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΠΕΤΕΑ *,

Ο ΚΑΛΒΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΡΩΜΑΝΤΙΚΟ ΧΩΡΟ, 138-144

  Σημείωση: Η τότε πανεπιστημιακός καθηγήτρια στην Κοπεγχάγη, που έφυγε νωρίς από την ζωή, μας είναι γνωστή και από την αξιόλογη εργασία της στην έκδοση των ποιημάτων του τραγικού και αγαπητού ποιητή Γιώργου Σαραντάρη, ερευνητικές της εργασίες συναντάμε σε διάφορα περιοδικά. Στο παρόν σημείωμα εξετάζει την παρουσία του Ανδρέα Κάλβου μέσα στην Ρομαντική ατμόσφαιρα και το πνευματικό κλίμα της εποχής και των χρονικών ορίων του Ελληνικού Ρομαντισμού. Ωραίο και στρωτό κείμενο, δίχως ερμηνευτικές και νοηματικές δυσκολίες.

*Η εργασία αυτή αποτελεί ανακοίνωση στο Συνέδριο Κάλβου που διοργάνωσε ο καθηγητής Bertrand Bouvier στη Γενεύη, 18-20 Ιουνίου 1992.

Αντιγράφουμε σχετικά αποσπάσματα:

-«Από πολλές απόψεις ανιστόρητο είναι να εντάσσει κανείς έστω έμμεσα τον Κάλβο στον Ρωμαντισμό’ όχι ωστόσο, τουλάχιστον με τη σημερινή λογική, κι εντελώς ασύμφορο.

Αν είναι αλήθεια ότι η ακμή, οι δύο σειρές των Ωδών, Γενεύης και Παρισίων, που συμπίπτουν με τη μόνη έκλαμψη του Κάλβου, έπεται της λήξης του καθαυτό ρωμαντικού κινήματος, ενώ πάλι προηγείται από τα μέχρι χθες καθιερωμένα πλαίσια για τον ελληνικό ρομαντισμό, 1830-1880 (είναι η τοπική και περιφερειακή όψη του Ρωμαντισμού στην Ελλάδα), δεν παύει να εκφράζει αυτό που σήμερα πάλι, και πάντα εκ των υστέρων, θα ονομάζαμε μόνιμη και διαρκή στάση του ρωμαντικού ποιητή.

        Λέγοντας στάση όμως κάθε άλλο παρά κυιολεχτούμε. Το πρώτο που έρχεται στο νου είναι οι εικόνες και οι κινήσεις μιάς ξέφρενης φυγής, μες στις Ωδές μια σταθερή φυγόκεντρη κίνηση. Δεν δικαιολογείται ούτε από το θέμα, ούτε πάντοτε από τον άμεσο περίγυρο. Δεν περιμένει να τον διώξουν για να φύγει ο ποιητής».

Διαβάζουμε:

«Εξακολουθεί να τονίζεται ως κύρια διπλοπροσωπία του Κάλβου η συνύπαρξη είτε η πάλη του κλασικού με το ρωμαντικό στοιχείο.»

Διαβάζουμε:

«ΟΙ Ωδές, αν κι ολοένα λιγότερο ερμητικές με την πάροδο του χρόνου, παραμένουν κλειστό σύστημα. Ό,τι συνέβη στον ίδιο συμβαίνει και στην επαφή του με τον έξω κόσμο. Δεν μπορεί να βρει ούτε οπαδό ούτε συνεχιστή ούτε να κατοχυρώσει τα δικαιώματά του, ούτε στην ποίηση ούτε σε καμιά άλλη χώρα.

        Αποτελεί άλλη μια περίπτωση του ακοινώνητου της ποίησης στη νεότερη εποχή. Αλλά και της παρεξήγησης (συμπεριλαμβάνει και τους κατοπινούς, που δεν έχουν καν τη δικαιολογία της δύσκολης συνύπαρξης), με ευκρινέστατη κι εδώ ρωμαντική καταγωγή. Από κάθε άποψη οι Ωδές του θρυμματίστηκαν, χλεύη σχεδόν αποτελεί η αναζήτηση μαργαριταριών μέσα σ’ αυτόν το σωρό.».

-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ,

ΕΙΚΟΝΟΠΟΙΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΣΤΙΣ ΩΔΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ, 145-156

Διαβάζουμε στην έναρξη του κειμένου για τον «σκοπό του μελετήματος»

«Οι περισσότεροι κριτικοί και μελετητές των Ωδών του Κάλβου συμφωνούν στην επισήμανση μιας πότε μικρής και πότε μεγάλης έλλειψης ενότητας στη συγκρότηση των Ωδών. Είναι ωστόσο πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός πώς από τους κριτικούς που συναντώνται σ’ αυτήν την επισήμανση οι περισσότεροι-έως αυτή τη στιγμή- θεωρούν αυτή τη χαλαρή ενότητα ως το βασικό μειονέκτημα των Ωδών, που οφείλεται στην απουσία συνθετικής προσπάθειας, ενώ αντίθετα αρκετοί από αυτούς στη χαλαρή ενότητα αναγνωρίζουν ένα από τα πιο θετικά χαρακτηριστικά των Ωδών, είτε θεωρώντας το ως δείγμα της ποιητικής τόλμης του Κάλβου, είτε αναγνωρίζοντας σ’ αυτό απηχήσεις ή προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας λυρικής ποίησης.

        Υπάρχει, ωστόσο, κι ένας αριθμός κριτικών και μελετητών που στη συγκρότηση των Ωδών διακρίνει μια συνθετική αξίωση του ποιητή, η οποία εκδηλώνεται με την εφαρμογή σε όλες τις ωδές μιας τυπικής τεχνικής. Είναι, επίσης, πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός πώς μέσα και σ’ αυτή την ομάδα των κατ’ αρχήν συμφωνούντων κριτικών διακρίνονται από το ένα μέρος εκείνοι που αυτό τον τρόπο συγκρότησης των ωδών πάνω στη βάση ενός προυπάρχοντος σχεδίου τον θεωρούν ως βασικό μειονέκτημά τους, και από το άλλο μέρος διακρίνονται εκείνοι που υποστηρίζουν πώς αυτό που εκτιμάται ως σκόπιμη και επίπλαστη αρχιτεκτόνηση των Ωδών αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό τους, ένα χαρακτηριστικό που απορρέει  από την ιδιάζουσα  ηθικού χαρακτήρα φύση τους.».

-ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ,

«ΤΑ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ: ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ. 157-161

Μας λέει στην δική του συμμετοχή ο Στέφανος Ροζάνης:

«Θα μιλήσω λοιπόν για το όραμα το καταστροφικό του Κάλβου, για μια θεώρηση κατακλυσμική του οικουμενικού σύμπαντος. Και διάλεξα να διαβάσω «Τα ηφαίστεια», μια από τις χαρακτηριστικές κατά τη γνώμη μου Ωδές, για να συζητήσω τους χαρακτήρες και τις ποιότητες της φρενήρους έλξης του ποιητή προς την καταστροφή και το πένθος, τη λύρα του προς τον θάνατο, όπως έλεγε πρόσφατα ο Μάριος Μαρκίδης».

-ΡΟΗΣ ΠΑΠΑΓΓΕΛΟΥ, «ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΚΑΤΑΣΧΙΜΕΝΑ». Η ΔΥΣΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΚΑΙ Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ, 162-168

-ΣΠΥΡΟΣ ΑΛ. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ,

Η ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ, 169-193

Σημείωση: Από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα του αφιερώματος όσον αφορά την εξέταση της αρχαιογνωσίας του Ανδρέα Κάλβου και τις επιρροές και αναφορές τους από αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Με την αρχαιογνωσία του μεταξύ άλλων ασχολήθηκαν οι Στ. Διαλησμάς, ο Ι. Ν. Περυσινάκης, ο Θ. Κ. Στεφανόπουλος, ο Γιάννης Δάλλας, ο Μιχάλης Κοπιδάκης, ο Ανδρέας Παναγόπουλος και άλλοι.

-ALICIA VILLAR LECUMBERRI, ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ ΣΤΙΣ ΩΔΕΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ, 194-200

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ,

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ: Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ (1792-1992), 201-213

Σημείωση: Ο εκπαιδευτικός και κριτικός συγγραφέας Γιάννης Κουβαράς όπως μας λέει ο τίτλος του κειμένου του εξετάζει την επιβίωση του έργου του Ανδρέα Κάλβου και του έργου γενικότερα ενός συγγραφέα. Γράφει:

«Η επιβίωση ενός συγγραφέα συναρτάται τόσο από ενδογενείς παράγοντες (εσωτερική δυναμική, βιωματική γνησιότητα και καλλιτεχνική αλήθεια που εγκλείει το ίδιο το έργο, προδρομικότητα και διαχρονικότητα, κ.ά) όσο κι  από εξωτερικούς (εξωκαλλιτεχνικές συγκυρίες, ιδεολογίες, κ.ά.) ή τυχαίους κάποτε. Έργα που ποδηγέτησαν κι έθρεψαν γενιές μεταγενέστερων δημιουργών, στην εποχή τους δεν αναγνωρίστηκαν ή περιέπεσαν σε ολική έκλειψη και αντιθέτως άλλων ο θάνατος προηγήθηκε του θανάτου του δημιουργού τους (Μαλακάσης- Καρυωτάκης, κ.ά. εν μέρει και Παλαμάς-Καβάφης).

        Η περίπτωση του Κάλβου υπήρξε και σ’ αυτό τον τομέα ιδιότυπη και μοναδική.».

-ΝΙΚΟΣ Κ. ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ,

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΟΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟΥ ΔΕΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ, 214-227

Σημείωση: ανάμεσα στις άλλες περί Κάλβου φιλολογικές διαμάχες των ερευνητών είναι και για την προέλευση του τόπου καταγωγής του οικογενειακού δέντρου του Ανδρέα Κάλβου. Ερίζουν αν η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα προερχόμενη από την Κρήτη ή ήταν από την Κέρκυρα. Ο κύριος Κουρκουμέλης όπως μας λέει ερεύνησε «335 δεματότομους (με 4 ‘η 5 βιβλία ο καθένας) ληξιαρχικών πράξεων διαφόρων εκκλησιών της Κέρκυρας που καλύπτουν το διάστημα 1840 έως το 1932.

-ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ*,

Ο ΚΑΛΒΟΣ ΚΑΡΜΠΟΝΑΡΟΣ, 228

*Το κείμενο αυτό είναι πρόλογος στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του Κ. Πορφύρη «Ο Κάλβος καρμπονάρος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος».

Σημείωση: Ο καθηγητής και ποιητής Ν. Βαγενάς στον σύντομο αλλά περιεκτικό πρόλογό του μας μιλά για την αξία του βιβλίου του Κ. Πορφύρη, και στο γεγονός ότι ο συγγραφέας του φωτίζει μία πλευρά της ζωής και των επιλογών του Ανδρέα Κάλβου κάτι που μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα το ποιητή Κάλβο και το έργο του. Μια άλλη διαφορετική ματιά από την ιδεαλιστική οπτική που μας δίνει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος για τον «Αγέλαστο και Μοναχικό Ποιητή».

-ΤΖΙΝΑ ΚΟΝΙΔΟΥ, ΠΟΙΝΗ ΑΓΑΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ, 229-232

-ΒΙΒΕΤ ΤΣΑΡΛΑΜΠΑ- ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ,

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ, 233-243

Σημείωση: Η  φιλόλογος κυρία Κακλαμάνη κατόρθωσε και εντόπισε «επιστολή του καθηγητή της Ιόνιας Ακαδημίας Αθανασίου Πολίτη που ανακοινώνεται εδώ και μας παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για τον Ανδρέα Κάλβο. Το χειρόγραφο αυτό είχε διαφυλαχτεί από τον εξάδελφο του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, Αντωνάκη Σικελιανό και προέρχεται από το προσωπικό αρχείο του θείου τους Μιχαήλ Σικελιανού, υπουργού Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια.». Στο χειρόγραφο αυτό αναφέρονται τα της επιθυμίας του Ανδρέα Κάλβου να πουλήσει την Βιβλιοθήκη του σε πλειστηριασμό. Κάτι που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί ο Ανδρέα Κάλβος υπήρξε μεγάλος «βιβλιοφάγος» και το γεγονός της εκποίησης για οικονομικούς λόγους της μεγάλης και πλούσιας Βιβλιοθήκης του θα του στοίχησε ψυχικά και συναισθηματικά. Ο Κ. Θ. Δημαράς μας μιλά σε κριτικό του κείμενο για ένα μελετηρό και φιλαναγνώστη ποιητή από την νεαρή του ηλικία. Μέντοράς του στα πνευματικά του φτερουγίσματα ήταν ο ιταλός ποιητής Ούγο Φώσκολος. Ο Γιώργος Σεφέρης σε επίσκεψή του στην Αγγλία ζήτησε να μάθει αν υπήρχαν έπιπλα και προσωπικά είδη του ποιητή ακόμα στην οικία του αλλά τον πληροφόρησαν αρνητικά. Για την φιλαναγνωσία του μας μιλά και ο Κωστής Παλαμάς που έφερε στην ποιητική επιφάνεια την ποίηση του Κάλβου στην γνωστή διάλεξή του το 1888. Θα ήταν για εμάς τους αναγνώστες ευτύχημα αν διασώζονταν τα βιβλία της Βιβλιοθήκης του σε διάφορες γλώσσες. Θα πληροφορούμασταν τι βιβλία διάβαζε, ποιους συγγραφείς προτιμούσε, ποιες οι επιρροές του έργου του. Ένα τουλάχιστον θρησκευτικού περιεχομένου βιβλίο από την βιβλιοθήκη του Κάλβου στην Κέρκυρα μας έχει διασωθεί όπως αναφέρει η φιλόλογος κυρία Βιβέτ Τσαρλαμπά- Κακλαμάνη. Η ανακάλυψη του συγκεκριμένου βιβλίου οφείλεται στον καθηγητή κ. Γεώργιος Ανδρειωμένο.

-MIGUEL CASTILLO DIDIER, Η ΚΑΛΒΙΚΗ ΜΑΤΙΑ, 244-252

Σημείωση: Οι δύο ξένες συμμετοχές του αφιερώματος είναι από τα πανεπιστήμια της Χιλής και της Ισπανίας.

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ, ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΔΩΡΑ, 253

-ΣΤΕΛΛΑ ΖΑΧΑΡΙΑ, ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ, 254 (ποίημα)

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΣ, ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ «ΕΤΟΣ ΚΑΛΒΟΥ, 1992», 255-265.

Αθήνα, 1 Νοεμβρίου 1992.

Το κείμενο του Καλβιστή καθηγητή κ. Γιώργου Ανδρειωμένου, που τόσα πολλά έχει προσφέρει στις Καλβικές Σπουδές είναι η διάλεξή του στην Ένωση Ζακυνθίων Αθήνας 2 Νοεμβρίου 1992.

    Το Αφιέρωμα συμπληρώνει τις σελίδες του με ασπρόμαυρες φωτογραφίες εξωφύλλων των ποιημάτων του Κάλβου, με χειρόγραφες σημειώσεις του, την ιδιόχειρη υπογραφή του και φωτό της Αγγλικής πόλης που διέμενε.

 Σαν παλαιά Πειραιώτικη Καλβική σάλπιγγα

        Από το ραδιόφωνο ακούγεται η μελωδική φωνή της Νανάς Μούσχουρη να τραγουδά σε πρώτη εκτέλεση τις ανοιξιάτικες μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι, «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» στίχοι και μουσική Μάνος Χατζιδάκις.

Τώρα που είναι άνοιξη

και τα λουλούδια ανθίζουν

οι νύχτες με ζαλίζουνε

τ' αγόρια όταν σφυρίζουν.

 

Κι όσους τα βράδια συναντώ

μου λένε καλησπέρα

μα εγώ δεν έχω τι να πω

σφυρίζω στον αγέρα.

 

Κάπου υπάρχει η αγάπη μου

μα δεν ξέρω ποια 'ναι

κάπου υπάρχει η αγάπη μου

μα δεν ξέρω πού.

 

Θα την γυρέψω στα χαρτιά,

θα την γυρέψω στ' άστρα

μα σαν την βρω τ' ορκίζομαι

πως θα ντυθώ μεσ' τ' άσπρα.

 Η Σοφία Βόσσου θα έρθει αρκετά χρόνια αργότερα να μας ξεσηκώσει με την εκτέλεση του «είναι σαν να μπαίνει η Άνοιξη…», και πράγματι κάτι σιγά-σιγά αλλάζει στην ατμόσφαιρα. Ο καιρός γλύκανε αυτές τις μέρες, οι καρκαλέτζοι περπατούν πάνω στον ξεραμένο κορμό του αμπελιού που τα πράσινα φύλλα του λυγίζουν τα κλαδιά του. Μικρές πεταλουδίτσες ανοίγοντας τα πολύχρωμα διαφανή φτερά τους χορεύουν στον αέρα με χάρη, οι αράχνες περπατούν πάνω στους τείχους σταματώντας σε κάθε ανεπαίσθητο θρόισμα του αέρα, οι γυμνοσιάλιαγγοι βαδίζοντας αργά-αργά αφήνοντας τα κολλώδη ίχνη τους εισβάλλουν από παντού. Μικρές κόκκινες πασχαλίτσες με τις μαύρες βουλίτσες πετούν ανέμελα από φύλλο σε φύλλο, αν απλώσεις τα χέρια σου δεν θα διστάσουν να περπατήσουν με τα μικρά ποδαράκια τους πάνω στην παλάμη σου άφοβα. Το μυστήριο της Φύσης. Τα εργατικότατα πάντα και ακούραστα μυρμήγκια άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους εμφανίζονται από το πουθενά και αρχίζουν να εξερευνούν τον χώρο. Οι μύγες και τα ενοχλητικά κουνούπια κάνουν πάρτι στον αέρα γύρω από τις αναμμένες λάμπες. Μικρά σπουργιτάκια πετούν σαν σφαίρα από μπροστά μας τιτιβίζοντας, ενώ οι πανούργες γάτες πάνω στα καπό των αυτοκινήτων τα παρακολουθούν γλύφοντας τα μουστάκια τους. Τα περιστέρια από ψηλά σαν «στούκας» ακολουθώντας το ένα το άλλο σε συμμετρικούς σχεδιασμούς επιδεικνύουν τις ουράνιες φιγούρες τους. Τα γλαροπούλια κρώζουν κοιτώντας από ψηλά αναζητώντας τροφή και νερό να ξεδιψάσουν. Οι ηλιακοί θερμοσίφωνες στις ταράτσες των σπιτιών αντανακλούν την θερμότητα των ακτίνων του ήλιου, οι πιο τολμηροί, με τ’ αυτοκίνητά τους καταφεύγουν στις κοντινότερες παραλίες, άρχισαν ήδη τα πρώτα μπάνια. Η Ήρα νιώθει την παρουσία άλλων σκυλιών που περνούν στο δρόμο και είναι όλο ανησυχία, θέλει να βγει έξω, στην αυλή να τα δει, να τα γαυγίσει, να πουν τα δικά τους στην γλώσσα τους και των μυρωδιών τους την ιδιαίτερη αναγνώριση. Οι ηγέτες «έμποροι των εθνών» όπλων, αφού έκλεισαν τις εμπορικές συμφωνίες τους για την αγορά οπλικών συστημάτων και υποβρυχίων με τους έλληνες κυβερνητικούς αξιωματούχους αναχώρησαν για την πατρίδα τους υπό τους ήχους μελοποιημένων στίχων της Μασσαλιώτιδας.

   «…όταν γλυκύ του έαρος/ φυσάη το πνεύμα’»

Συνεχίζω να διαβάζω τα Ποιήματα του Ανδρέα Κάλβου με ένα πείσμα αναγνωστικής απώθησης και έλξης μαζί. Με «φώς και με θάνατο ακαταπαύστως». Δεν ήθελα να μπατάρω προς την πλευρά των αρνητών του και έτσι ανατρέχω για μία ακόμη φορά σε Καλβικές μελέτες και αφιερώματα περιοδικών. Μια μυστική αίσθηση ποιητικής ηρεμίας με συνέπαιρνε κάθε φορά που άρχιζα να διαβάζω δυνατά τις Ωδές του, την  ίδια αίσθηση αισθάνομαι και σήμερα. Αν περνούσε κάποιος στο δρόμο και άκουγε θα νόμιζε ότι συνομιλώ δυνατόφωνα με ξένο επισκέπτη. Είναι άραγε ακόμα ξένος για το ευρύ αναγνωστικό ελληνικό κοινό ο Ανδρέας Κάλβος; Τι μας λένε σήμερα οι 20 Ωδές του, στις νεότερες γενιές; Το γεγονός ότι επανεκδίδονται ή ανατυπώνονται από διάφορους εκδοτικούς οίκους- σχολιασμένες ή ασχολίαστες- οι Ωδές του σημαίνει ότι γίνεται αποδεκτή η φωνή του με τις όποιες γλωσσικές δυσκολίες της από το σύγχρονο φιλότεχνο κοινό; Ή μήπως αποτελεί το έργο του μία πιο «πιασάρικη» πατριωτικών διαθέσεων εκδοτική πρωτοβουλία για το ανέβασμα του εκδοτικού «πρεστίζ» των σύγχρονών εκδοτών. Υφίσταται ακόμη πνευματική διαμάχη μεταξύ Καλβιστών και Αντικαλβιστών; Έχουν λεχθεί τα πάντα γι’ αυτόν τον Επτανήσιο ποιητή ή μήπως υπάρχουν ακόμη άγνωστα στοιχεία και πτυχές της ποίησής του που δεν έχουν εξετασθεί; Τι καινούργιο θα μπορούσα να προσθέσω από την μεριά μου στις Καλβικές σπουδές, ή μήπως αναμασώ περασμένες θέσεις και κρίσεις; Αντέχει το Καλβικό έργο σε νέα, σύγχρονα ερωτήματα των αναγνωστών με άλλες κοινωνικές και πνευματικές, αισθητικές προσλαμβάνουσες και αν ναι, ποια και πόσα είναι αυτά; Και κάτω από ποια οπτική ερμηνευτική γωνία, αισθητική και σύγχρονης ποιητικότητας αντίληψη μπορούν να τεθούν ώστε να προαχθούν οι Καλβικές σπουδές ακόμη περισσότερο; Και η φωνή του Κάλβου θα μας οδηγήσει μόνο στην ποίηση του Μέντορά του ποιητή Ούγο Φώσκολο ή και σε άλλους κλασικοθρεμμένους και λάτρεις της αρχαίας ελληνικής αρχαιότητας έλληνες ποιητές; Ιδεαλιστής αρχαιολάτρης ο Ανδρέας Κάλβος, ξεπερασμένος από την εποχή του ή μήπως πρωτοπόρος μια και οι μεγάλοι μας ποιητές τον αναζήτησαν, τον ανακάλυψαν, τον διάβασαν, εκτίμησαν την αξία του εμπλούτισαν το δικό τους έργο με στοιχεία της ποίησής του. Κωστής Παλαμάς, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης και άλλοι. Η Αρχαία Ελλάδα και οι Μύθοι της πλεονάζουν στο έργο του ενώ απουσιάζει εντελώς το Βυζάντιο, είναι τυχαίο; Βιβλιοφάγος και βιβλιολάτρης ο Ανδρέας Κάλβος το σχετικό άρθρο μας λέει για τα εσωτερικά της ψυχής του αδιέξοδα όταν προσπάθησε να πουλήσει την μεγάλη βιβλιοθήκη του όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγγλία απογοητευμένος και πικραμένος από την απόρριψή του από την εδώ ποιητική πραγματικότητα του καιρού του. Μήπως η άνθηση των Καλβικών σπουδών και η επίσημη μετακομιδή των οστών του και της δεύτερης γυναίκας του στην Ζάκυνθο την γενέθλια γη του, και οι επετειακοί εορτασμοί του δεν είναι παρά μία μορφή εξιλέωσης των επίσημων πνευματικών κύκλων για την προγενέστερή χρονολογικά απόρριψή του ως έλληνα ποιητή, αναπόσπαστο μέλος της ελληνικής ποιητικής παράδοσης; Και η απάντηση του ίδιου του Ανδρέα Κάλβου δίνεται στην στροφή του:

«Πληγωμένος απ’ ύβριν

Ελληνικών στομάτων

άν ήθελες εκδίκησιν-

η καλλητέρα εκδίκησις

    είναι η συμπάθεια».

     Το τετράστιχο του Αλέξανδρου Σούτσου και ο κριτικός και ερευνητικός σχολιασμός του (αναθεωρητικής των αναγνώσεών μας πρόθεση) από τον ποιητή και ομότιμο καθηγητή Νάσο Βαγενά που δημοσίευσα στο προηγούμενο σημείωμά μου, με έκανε να αναζητήσω να διαβάσω το σύνολο των στίχων του μακροσκελούς ποιήματος του παλαιού ποιητή της Αθηναϊκής Σχολής Αλέξανδρου Σούτσου. Την «Επιστολή προς τον Βασιλέα της Ελλάδας Όθωνα». Το 170 στίχων αυτό ποίημα, «Επάτησες ώ Βασιλεύ, το έδαφός μας μόλις/ και μόλις της Ναυπλίας μας σ’ απέλαυσεν η πόλις…» περιλαμβάνεται στις σελίδες 315-319 του τόμου «Ανθολογία Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» τόμος 2ος, Ποίησις (μέρος πρώτον) του παλαιού καθηγητή Φαίδωνα Κ. Μπουμπουλίδου, Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Αθήνα 1973. Το ποίημα αν δεν λαθεύω περιλαμβάνεται στο βιβλίο με τις «Σάτυραι» του Αλεξάνδρου Σούτσου, εκ τυπογραφείου της Ύδρας 1827 όπως μας φανερώνει η φωτοτυπία του εξωφύλλου που βλέπουμε στην σελίδα 310. Το περιβόητο τετράστιχο που αναδημοσιεύεται συχνά, συναντάται στον 55 στίχο του ποιήματος του Αλεξάνδρου Σούτσου. Ας το  μεταφέρουμε εκ νέου προσθετικά.

«Ο Κάλβος και ο Σολωμός, Ωδοποιοί μεγάλοι,

κ’ οι δύο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη’

ιδέαι όμως πλούσιαι, πτωχά ενδεδυμέναι,

δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προωρισμέναι.

Η Ποίησίς μας έλαβε και νεύρα κ’ ευγλωττίαν

‘ς του Οδοιπόρου την λαμπράν και τραγικήν μανίαν…..», σ.316. Ο παλαιός ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας και συγγραφέας στο βιβλίο του αναφέρει στο κεφάλαιο «Επτανησιακή Σχολή» 14 επιφανείς εκπροσώπους της. Ο Ανδρέας Κάλβος είναι ο 11ος  στην σειρά και παρουσιάζεται με στροφές του από «Ο Φιλόπατρις», «Εις τον Ιερόν Λόχον», «Ο Ωκεανός». Δεν χρειάζεται νομίζω να αναφερθούμε στην σκοτεινή εκείνη περίοδο και το τι συνέβαινε στους εκπαιδευτικούς χώρους. Ο χρόνος έχει αμβλύνει τις πολιτικές κώχες της μνήμης και οι εκδόσεις και τα βιβλία εκείνης της εποχής χρησιμοποιούνται με διαφορετικό ερευνητικό ενδιαφέρον. Μια σύγχρονη επίσης πηγή που καταγράφει το Τετράστιχο, την συναντάμε στα Πρακτικά «Ελληνική Αρχαιότητα και Νεοελληνική Λογοτεχνία» Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας, Κέρκυρα 2009, σ.264. Την επιμέλεια της έκδοσης είχε ο ομότιμος πανεπιστημιακός καθηγητής και συγγραφέας Θεοδόσης Πυλαρινός. Ο έγκριτος καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός συμμετέχει στο Συνέδριο με την εργασία του «Η ελληνική αρχαιότητα και η Επτανησιακή σχολή», σελ. 235-247. Το κείμενο αρχινά με το μότο του Διονυσίου Σολωμού από τον γνωστό μας «Διάλογο» «[…] Ουρανός. Μάρκος Μπότσαρης, Σοφολογιότατος. Εις την πρώτη λέξη σκύφτω το κεφάλι μου, αναδακρύζω στη δεύτερη, και στην τρίτη γελώ για χρόνους». Όλα τα ανακοινωθέντα ή γραφέντα κείμενα του Συνεδρίου είναι σημαντικά και το καθένα του διαθέτει την ιδιαίτερη ταυτότητά του-ανάλογα με το θέμα που διαπραγματεύται. Μας διαφωτίζουν για την πρόσληψη που είχε η Ελληνική Αρχαιότητα από την Ελληνική Λογοτεχνία των παλαιότερων και νεότερων γενεών συγγραφείς. Ο Θεοδόσης Πυλαρινός σαν ειδικός στην Επτανησιακή Γραμματεία, ένα μεγάλο μέρος των ερευνητικών εργασιών του περιστρέφεται γύρω από την Επτανησιακή Σχολή και τους εκπροσώπους της, έχει σαν άξονα της εργασίας του το γεγονός μήπως ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός και η επιτυχία του «οφείλεται στην απαγκίστρωσή του από την αρχαιότητα; Ορθότερα, μήπως συνίσταται η επιτυχία αυτή στην πρόσληψη του αρχαίου πνεύματος όχι μέσω της αρχαίας γλώσσας αλλά μέσω των υψηλών νοημάτων του αρχαίου κόσμου;»…. Πάνω σε αυτά τα ερωτήματα περιστρέφεται ο κεντρικός άξονας της εργασίας μιλώντας μας για τις θέσεις άλλων Επτανήσιων λογοτεχνών. Οι απόψεις του Θ. Πυλαρινού για το έργο του Ανδρέα Κάλβου παρατίθενται στην σελίδα 239, μάλιστα αναφερόμενος στον Κεφαλλήνα φοιτητή του Γεώργιο Τυπάλδο εκφράζει αρνητική θέση: «…Η ποίηση του Ανδ. Κάλβου, ο οποίος επηρεάστηκε από τον νεοκλασικισμό-και προσωπικά από τον Ο. Φώσκολο-, παρά το συγχρονικό και εθνικό ενδιαφέρον της δεν έπεισε, δεν μεταδόθηκε, ηχούσε κλούβια, όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Κεφαλλήνας φοιτητής του Γεώργιος Τυπάλδος.». Και συνεχίζει: «Και τούτο, γιατί ο Αν. Κάλβος έζησε την ιταλική και ελάχιστα την επτανησιακή πραγματικότητα στα κρίσιμα χρόνια της διαμόρφωσής του’ δεν μαθήτευσε στους Προσολωμικούς, το πολύ ενδιαφέρον και μη αξιοποιημένο επαρκώς από την έρευνα κοινωνικό και λογοτεχνικό αυτό μόρφωμα με τη μακρά εξελικτική διάρκεια, ούτε έζησε τις αλλεπάλληλες πολιτικές αλλαγές της Ζακύνθου της πρώτης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Δεν βίωσε, επίσης, τον συνεχή και συχνά πεισματικό αγώνα της αντικατάστασης της ιταλικής από την ελληνική γλώσσα, καθώς και την αποκατάσταση και αναβάθμιση της απλής ελληνικής, όπως τις υπέδειξαν τόσο οι Κερκυραίοι που προαναφέραμε, όσο και ο Ιωάννης Καντούνης, πριν από αυτούς, στις μεταφράσεις των έργων του Π. Μεταστάσιου. Κυρίως, όμως, δεν έπεισε, λόγω της πληθώρας του αρχαιόμορφου υλικού  της η καλβική ποίηση, που δεν προσλήφθηκε βιωματικά αλλά ψυχρά από τους αναγνώστες της’ μόνο όταν ταυτίστηκε η αρχαιότητα με τη νεοελληνική παιδεία και μεταδόθηκε οργανικά χάρη σ’ αυτήν, τότε μόνο και, σημειωτέον, εκτός Επτανήσου, στην Αθήνα των συγκλίσεων και των συνθέσεων, βρήκε δικαίωση η ποίησή του, υψηλή καθαυτήν, απρόσφορη όμως κατά την εποχή  της εμφάνισής της.». Το κείμενο έχει συγκεκριμένες απόψεις, στηρίζεται σε θέσεις και αντιλήψεις άλλων Επτανήσιων ποιητών, γνώμες, που ο αγαπητός μας καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός παραθέτει στις αριθμημένες 47 σημειώσεις του. Η μεταφορά του τετραστίχου γίνεται στην σημείωση 27 με ένα μικρό λαθάκι ο ποιητής του δεν ονομάζεται Παναγιώτης Σούτσος αλλά είναι ο Αλέξανδρος Σούτσος. Θέτοντας τις κρίσεις αυτές και ίσως, ας μας επιτραπεί με σεβασμό να γράψουμε, ο συγγραφέας της παρούσης εργασίας αποδέχεται τον ρόλο του «Πόντιου Πιλάτου» στις συμπερασματικές του κρίσεις. Δίχως να σημαίνει ότι τα ερωτηματικά διλήμματα που θέτει δεν αφορούν τον Ανδρέα Κάλβο και ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές τα επαναφέρουν στην επιφάνεια του χρόνου ή τα επαναπροσδιορίζουν δίνοντας τις δικές τους απαντήσεις και εξηγήσεις. Όπως και νάχει οι φανεροί, απροκάλυπτοι αρνητές ή οι με έμμεσο τρόπο του Ανδρέα Κάλβου, δεν εκφράζουν αυτόν τον σκληρό και «χολερικό» φανατισμό άρνησης του Κάλβου που διατύπωσε ο πρώτος καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, ο Γιάννης Μ. Αποστολάκης, διαπρύσιος κήρυκας και μέγας τυμπανιστής της Σολωμικής ποίησης, του Σολωμικού έργου και της Δημοτικής ποίησης και παράδοσης, στο βιβλίο του «Η Ποίηση στη ζωή μας». Την καθηγητική έδρα του Γιάννη Μ. Αποστολάκη έλαβαν κατόπιν ο Λίνος Πολίτης, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Απόστολος Σαχίνης κλπ. Δίχως όμως να ενστερνίζονται τις ακραίες θέσεις και απόψεις του Αποστολάκη. Για την υπενθύμιση των ιστορικών αληθειών και ο ίδιος ο Γιάννης Αποστολάκης έπεσε στα περιπαικτικά και σαρκαστικά χείλη του ποιητή Κώστα Βάρναλη και της γνωστής «μαϊμούς» του, στην εργασία του για τον Διονύσιο Σολωμό ενώ μία πληρέστερη και δυσμενέστερη περιγραφή της προσωπικότητάς του έχουμε σχεδόν σε όλους τους τόμους των «Σελίδων Αυτοβιογραφίας» του Θεσσαλονικού ποιητή Γιώργου Θ. Βαφόπουλου, βλέπε τους 5 τόμους που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Παρατηρητής», 1970 (στα εξώφυλλα αναγράφεται ο εκδοτικός οίκος «παρατηρητής» ενώ μέσα το «Βιβλιοπωλείο και οι εκδόσεις της Εστίας». Ιδιαίτερα τον πρώτο τόμο «ΤΟ ΠΑΘΟΣ», και το «Γιάννης Αποστολάκης» σελίδες 293-297. Εν τάχει, ο ποιητής Γιώργος Θ. Βαφόπουλος θεωρώντας υπερβολικές τις απορρίψεις του Αποστολάκη για τον Κωστή Παλαμά κάνει το «λάθος» να του αποστείλει επιστολή, και από εκεί και πέρα έχασε το «τρένο» της εξέλιξής του, παρά τα όσα γράφει για την σκιερή φυσιογνωμία του, ο Βαφόπουλος συμπερασματικά μιλά με σεβασμό για τον καθηγητή. Όμως σε αυτά θα αναφερθούμε σε άλλο μας σημείωμα.  Να προσθέσουμε ακόμα τον τίτλο ενός βιβλίου. Τα Χολερικά, αρνητικά κριτικά κείμενα κριτικών και συγγραφέων ενάντια σε άλλους ομοτέχνους τους και βιβλία τους, είναι πάρα πολλά και συνεχίζονται ακόμα και μέχρι των ημερών μας. Ένα μέρος αυτών των αρνητικών σχολιασμών συγκέντρωσε πριν χρόνια ο κύριος Βασίλης Καββαθάς, (συλλογή, επιλογή δημοσιευμάτων, έρευνα, συγγραφή, σχολιασμός.). Ο τόμος που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Στάχυ» δεν φέρει ημερομηνία έκδοσης. Ο τίτλος του είναι Ν. 3, «ΤΟ ΑΛΟΓΟ & ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ» ΤΑ ΧΟΛΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Πώς υποδέχθηκαν τους «Μεγάλους» οι Κριτικοί. Πάντοτε και παντού τα πάντα, όσο ψηλά ή και όσο χαμηλά και αν βρίσκεται ο κάθε κριτικός «κλειδοκράτορας» της Ποίησης, της Λογοτεχνίας ευρύτερα.

        Η παρουσία του Πειραιά στο αφιέρωμα του περιοδικού «περίπλους»  αντιπροσωπεύεται με την γραφή του Βαγγέλη Αθανασόπουλου που έφυγε νωρίς. Ευχόμαστε να ενδιαφερθεί κάποιος αρμόδιος και να συγκεντρώσει τα σκόρπια δημοσιεύματά του Βαγγέλη Αθανασόπουλου, να φροντιστούν και εκδοθούν. Όσον αφορά τις Καλβικές Ωδές έχουμε:

[ΠΡΟΛΟΓΟΣ] 2 Στροφές 21 Στίχοι

ΩΔΗ Ι, Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ, Στροφές 23, Στίχοι 115

ΩΔΗ ΙΙ, ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ, Στροφές 25, Στίχοι 125

ΩΔΗ ΙΙΙ, ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ, Στροφές 35, Στίχοι 175

ΩΔΗ IV, ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ, Στροφές 14, Στίχοι 70

ΩΔΗ V, ΕΙΣ ΜΟΥΣΑΣ, Στροφές 27, Στίχοι 135

ΩΔΗ VI, ΕΙΣ ΧΙΟΝ, Στροφές 25, Στίχοι 125

ΩΔΗ VII, ΕΙΣ ΠΑΡΓΑΝΑ, Στροφές 17, Στίχοι 85

ΩΔΗ VIII, ΕΙΣ ΑΓΑΡΗΝΟΥΣ, Στροφές 23, Στίχοι 115

ΩΔΗ IX, ΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ, Στροφές 15, Στίχοι 75

ΩΔΗ X, Ο ΩΚΕΑΝΟΣ, Στροφές 37, Στίχοι 185

ΩΔΗ XI, Η ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗ ΜΟΥΣΑ, Στροφές 26, Στίχοι 130

ΩΔΗ XII, ΕΙΣ ΨΑΡΑ, Στροφές 24, Στίχοι 120

ΩΔΗ XIII, ΤΑ ΗΦΑΙΣΤΙΑ, Στροφές 39, Στίχοι 195

ΩΔΗ XIV, ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ, Στροφές 24, Στίχοι 120

ΩΔΗ XV, ΕΙΣ ΣΟΥΛΙ, Στροφές 31, Στίχοι 155

ΩΔΗ XVI, ΑΙ ΕΥΧΑΙ, Στροφές 18, Στίχοι 90

ΩΔΗ XVII, ΤΟ ΦΑΣΜΑ, Στροφές 23, Στίχοι 115

ΩΔΗ XVIII, ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ, Στροφές 21, Στίχοι 105

ΩΔΗ XIX, ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗΝ, Στροφές 15, Στίχοι 75

ΩΔΗ ΧΧ, Ο ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, Στροφές 10, Στίχοι 50

«Υιέ μου πνέουσαν μ’ είδες’

ο ήλιος κυκλοδίωκτος,

ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε

και με’ φώς και με’ θάνατον

    ακαταπαύστως.»

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

27 Απριλίου 2026           

ΥΓ. Ερωτήματα όταν «η ανάγκη γίνεται Ιστορία». Καλέ μου Κύριε, Κύριε, λύσε  μου σε παρακαλώ μία απορία. Αν ο περιούσιος λαός σου ο ελληνικός δεν ήταν τόσο ευσεβής και ήταν ασεβέστατος και άπιστος, ποια χειρίστη μαύρη συμπεριφορά του χαρακτήρα μας θα εκδηλώναμε στις μεταξύ μας δημόσιες σχέσεις; Το Κακό θα πρυτάνευε τόσο πολύ στις ζωές όλων μας όπως στις μέρες μας;  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου