Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ-1. ΣΧΟΛΙΚΌ ΘΈΑΤΡΟ

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

«Σχολικό θέατρο για Γυμνάσια και Λύκεια»,
εκδόσεις Οδυσσέας 1987.

Ποιος από εμάς τους νεότερους (της γενιάς του 1980) δεν θυμάται τις σχολικές θεατρικές παραστάσεις που ανεβάζαμε σε κάθε ιστορική επέτειο, και δεν χαμογελάει με συγκατάβαση και κάποια θλίψη.
Η Ιστορία, του τόπου μας, μετατρέπονταν σε ένα γεγονός υπερβατικό, που παραμόρφωνε την πραγματικότητα, αλλοίωνε τις κοινωνικές διεργασίες, υπεραπλούστευε τις οικονομικές αιτίες, και δόξαζε με πομπώδη και φανφαρόνικο τρόπο, τα κλέη του Έθνους και τον ηρώων του. Με τον τρόπο αυτόν και την μονοδιάστατη και μάλλον χονδροειδή διδασκαλία διαπαιδαγώγησης, αποψιλώνονταν η ιστορική κίνηση από την πραγματική της ορθολογική και επιστημονική ερμηνεία και δεν επηρέαζε θετικά τα παιδιά, δηλαδή εμάς, που τότε την διδασκόμαστε. Και εμείς με δέος, αθώοι και αφελείς, χωρίς συναίσθηση του τι συμβαίνει από την τότε παιδαγωγική των δασκάλων μας, προσπαθούσαμε κορδωμένοι και χαρούμενοι για την συμμετοχή, να αναπλάσουμε με τις παιδικές θεατρικές μας παραστάσεις το ένδοξο παρελθόν μας, υποδυόμενοι τους φημισμένους ήρωες του 1821 συνήθως.
Τέτοιου είδους και υφής θεατρικές παραστάσεις, ευτυχώς ανήκουν στο παρελθόν και εμείς μεγαλώσαμε όπως-όπως. Το σχολικό θέατρο έχει διαγράψει μια άλλη σύγχρονη και επιστημονικά ορθή πορεία, που εκφράζει τις ανησυχίες, τις ανάγκες και τους προβληματισμούς της μοντέρνας παιδαγωγικής της εποχής μας.
Και αυτούς τους νέους ορίζοντες με έναν άλλο διδασκαλικό τρόπο περιγράφει με απλότητα και λυρικό τόνο ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Πειραιώτης Ανδρέας Αγγελάκης, μέσα στα επτά μονόπρακτα του καινούργιου βιβλίου του.
Ευαίσθητος ποιητής και πολύπειρος εκπαιδευτικός και μεταφραστής ο Αγγελάκης, σκιαγραφεί από τα μέσα τα προβλήματα των μαθητών και φωτίζει με συμπάθεια τις ανησυχίες και τα πνευματικά ενδιαφέροντά τους.
Με τα μονόπρακτα αυτά, δεν επιδιώκει τόσο να κεντρίσει την ευαισθησία τους μόνο, αλλά να αυξήσει και το κοινωνικό τους κριτήριο, να κρατήσει σε εγρήγορση την πολιτική τους συνείδηση.
Έτσι η λιτή δραματουργία του έχει τόση συναισθηματική ένταση, όση χρειάζεται για να δημιουργήσει το κατάλληλο και οικείο κλίμα για τους μαθητές, και, να τους καταστήσει κοινωνούς των συγγραφικών του μηνυμάτων. Χωρίς να υιοθετεί τον άχαρο διδακτισμό, που κατά κόρο χρησιμοποιείτο τις τελευταίες δεκαετίες στα σχολεία, πετυχαίνει να αφυπνίσει την καλαισθησία τους, να παρακινήσει την φαντασία τους, και να αναπτύξει την κοινωνικοποίησή τους.
Με απλό και λαγαρό λόγο, επιδιώκει να μεταδώσει την πείρα και τον προβληματισμό του με τρόπο ανιχνευτικό, έτσι μαζί με την συγκεκριμένη ιστορική γνώση μεταδίδει, και την μέθοδο με την οποία μπορεί να κατακτήσει κανείς, και ιδιαίτερα ο μαθητής την γνώση αυτή. Η διδαχή είναι έμμεση, και το χιούμορ, ή η ένταση της δραματικότητας των διαφόρων σκηνών, βγαίνει αβίαστα από τα ίδια τα πρόσωπα ή τα γεγονότα που εμπλέκονται.
Η θεματολογία του-την οποία αντλεί από την νεότερη Ελληνική ιστορία-στηρίζεται πάνω σε δύο ομόκεντρους κύκλους με διαφορετικό ο καθένας βάθος και πλάτος.
Στον πρώτο, περιστρέφεται η ιστορία, η παράδοση, οι θεμελιακές αρχές του Έθνους των Ελλήνων, τα σταθερά σύμβολα του πολιτισμού του. Στοιχεία που τα αντιπροσωπεύουν ο κόσμος των μεγαλυτέρων.
Στον άλλον, έχουμε τον παρόν, το μέλλον, η αμφισβήτηση, ο δηκτικός λόγος, ο κυνική άρνηση, ο αυθορμητισμός που εκφράζουν οι νέοι.
Και στα επτά μονόπρακτα, η Ιστορία είναι παρούσα και προσπαθεί με τον δικό της τρόπο να καλλιεργήσει τον διάλογο με τον νέο αναγνώστη. Το παρελθόν διαλέγεται με το μέλλον και αγωνίζεται να το εγκλωβίσει μέσα στις αξίες και τις αρχές του. Από την άλλη, το παρόν υπονομεύει το παρελθόν, το χλευάζει, όχι με την άδοξη πρακτική της στείρας αμφισβήτησης, αλλά με συγκατάβαση και καρτερία, μια  και νιώθει ότι έχει ανάγκη από τα γόνιμα στοιχεία και τις καταξιωμένες σταθερές του για να σηματοδοτήσει τον δρόμο του.
Θα ήθελα να σταθώ σε δύο, από τα μονόπρακτα αυτά.
Στο Όταν ο Αύγουστος, και ο άλλος Μπάιρον.
Τα μηνύματα που απορρέουν από τα δύο αυτά έργα δεν είναι τόσο πολιτικά ή κοινωνικά όπως στα υπόλοιπα. Αλλά αγγίζουν τον χώρο των εσωτερικών διεργασιών του ανθρώπου και του ίδιου του ποιητή.
Στο πρώτο, με τον συνδυασμό του ονειρικού με το ρεαλιστικό στοιχείο, πετυχαίνει να μας μεταδώσει το θρησκευτικό συναίσθημα, όχι με τον συνήθη ηθικιστικό ή μελοδραματικό τρόπο, (όπως γινόταν μέχρι τότε παραδείγματος χάριν στα κατηχητικά που υποχρεωτικά πηγαίναμε), αλλά με νέα φόρμα και σύγχρονη συγγραφική τεχνική.
Στο δεύτερο, η δραματικότητα αυξάνει και ο λόγος γίνεται λυρικότερος-και αυτό διακρίνεται από τους μεγάλους μονολόγους σε σχέση με τα υπόλοιπα. Αφού τον Πειραιώτη ποιητή, δεν τον ενδιαφέρει να περιγράψει τα ιστορικά γεγονότα αυτά κάθε αυτά, αλλά να αναδείξει τον εσωτερικό κόσμο και την ταραγμένη προσωπικότητα ενός άλλου ποιητή. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο μας μιλά και για την ομοφυλοφιλία του Άγγλου  ρομαντικού ποιητή και επαναστάτη.
Εδώ ο δημιουργός βρίσκει την ευκαιρία να θυμηθεί το μοτίβο της ποίησής του. Την απομυθοποίηση όχι μόνο του ερωτικού στοιχείου, αλλά και του ίδιου του ποιητή.
Ο Αγγελάκης παρακολουθεί την εσωτερική πορεία και το δράμα που βιώνει ο Άγγλος ρομαντικός. Σκιαγραφεί μια αλήθεια παραπλήσια με την δική του και πετυχαίνει να μεταδώσει ένα καίριο και ακριβές μήνυμα. Ποιο είναι αυτό; Ότι πίσω από τη μαγεία της Τέχνης και το προσωπικό μεγαλείο του Ποιητή, ενεδρεύει η μοναξιά και ο θάνατος.
Σκληρή πραγματικότητα αλλά πραγματικότητα.
Με το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας και ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης, χωρίς να χρησιμοποιεί την φτηνή προπαγάνδα και τους παιδαριώδεις πειραματισμούς-μερικών σύγχρονων συγγραφέων παιδικού θεάτρου-καταθέτει την προσωπική του άποψη για το πώς πρέπει να γράφεται και να ανεβάζεται μια παιδική θεατρική παράσταση.
Ένα θεατρικό είδος, το παιδικό θέατρο, πολύ ενδιαφέρον αλλά και αρκετά δύσκολο. Αφού ο συγγραφέας έχει να κάνει με παιδιά ή εφήβους που είναι αρκετά σκληροί απέναντι σε αυτό που βλέπουν, ακούν και παρουσιάζεται μπροστά τους. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον κόσμο των μεγάλων που λειτουργού άλλες θεατρικές διαδικασίες. Το παιδικό θέατρο οφείλει να έχει μια αμεσότητα και να εκπέμπει ένα διαρκές ενδιαφέρον στην φαντασία των παιδιών καθώς το παρακολουθούν, πρέπει να έχει χιούμορ και κατανοητή γλώσσα, χωρίς διδακτισμούς, ή άλλες κορώνες μηνυματικού μεγαλείου. Και σίγουρα χρειάζεται αρκετή πείρα και εμπειρία από άλλα είδη γραφής. Το θέατρο γενικότερα, προσφέρει στον ίδιο τον συγγραφέα την ευκαιρία να δει άμεσα και από πολύ κοντά τις αντιδράσεις των θεατών πάνω στο συγκεκριμένο κείμενό του. Το διάβασμα ενός μυθιστορήματος ή μιας ποιητικής συλλογής γίνεται κατά μόνας, και ο δημιουργός δεν έχει ιδέα ποιος ή πότε κάποιος αναγνώστης θα διαβάσει το έργο του, δεν το γνωρίζει. Όμως το θεατρικό έργο και ιδιαίτερα το παιδικό, έχει την αμεσότητα της επιδοκιμασίας ή της αποδοκιμασίας της στιγμής την στιγμή που παριστάνεται. Και ο δημιουργός έχει την δυνατότητα να το βελτιώσει ή να το κατεβάσει αν επιθυμεί.
Ο διευκρινιστικός και σαφής πρόλογος του βιβλίου είναι του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Τάκη Καρβέλη.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιά» αριθμός 12898/9 Αυγούστου 1988.

Υ. Γ. Τον ποιητή και συγγραφέα Ανδρέα Αγγελάκη, είχα την χαρά να τον γνωρίσω από πολύ κοντά. Ήταν η εποχή που μου είχε προταθεί να κάνω εκπομπή στο πειραματικό τότε ραδιοφωνικό σταθμό του Πειραιά για την λογοτεχνία και την λαογραφία. Εγώ είχα αρχίσει ήδη να δημοσιεύω κείμενά μου και βιβλιοκριτικές σε διάφορα έντυπα στην Αθήνα και αλλού. Με τον Ανδρέα Αγγελάκη κάναμε θυμάμαι την πρώτη δοκιμαστική κασέτα με μια συνέντευξη δίωρη, την οποία πήγα στο σταθμό, και οι τότε υπεύθυνοι αφού την άκουσαν μου πρότειναν την συνεργασία. Έκτοτε κρατήσαμε μια αρκετή ζεστή φιλία, πήγαινα αρκετές φορές στο σπίτι του, και, με τιμούσε ,στέλνοντάς μου τα βιβλία που εξέδιδε.
Για τον Πειραιώτη ποιητή και συγγραφέα Ανδρέα Αγγελάκη έχω δημοσιεύσει  αρκετά κείμενα, και έχω και άλλα ανέκδοτα. Τα γράφω αυτά για να πω το εξής. Ο ποιητής αυτός της γενιάς του 1970 είναι η σημαντικότερη φωνή στον Πειραϊκό χώρο. Μετά τους παλαιότερους Χαντζάρα, Λεβάντα, Νιρβάνα και άλλους και τους αμέσως επόμενους Στέλιο Γεράνη, και Βασίλη Λαμπρολέσβιο, για να σταθώ μόνον στην ανδρική παρουσία, ο Αγγελάκης είναι ότι καλύτερο και γνωστότερο υπάρχει πανελλαδικά στον χώρο του Πειραιά.
Παρόλα αυτά αγνοήθηκε συστηματικά από το Πειραϊκό κατεστημένο με επιδεικτικό τρόπο και, όπως θυμάμαι από συζητήσεις μας ούτε καν τον καλούσαν στις συγκεντρώσεις τους οι διάφοροι αγράμματοι και συμφεροντολόγοι παρατρεχάμενοι των λογοτεχνικών σαλονιών και συγκεντρώσεων. Δυστυχώς το έχω γράψει και άλλες φορές, ο Πειραιάς ατύχησε και πνευματικά ποδηγετήθηκε παράλογα από ανθρώπους που δεν άξιζαν και δεν ενδιαφερόντουσταν ουσιαστικά ούτε για την Πόλη, ούτε για την λογοτεχνία. Παρά μόνον πως θα ακουστούν αυτοί, και μια κλειστή παρείτσα που δεν είχε μυρωδιά του τι σημαίνει καλλιτεχνική παράδοση. Και, το κυριότερο, δεν διάβαζε ούτε ενημερωνόταν για τις εξελίξεις στον χώρο της Τέχνης. Απλά κρατούσαν τα πόστα, και αλληλολιβανίζονταν μεταξύ τους περιμένοντας τον χρόνο να διαλύσει την ομάδα αυτή.
Δυστυχώς όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, πέσαμε πάνω στην καταστροφική πανελλαδική κρίση, και έτσι τίποτα δεν άλλαξε, και το κακό ήδη είχε γίνει.
Όμως με την συμπεριφορά αυτή, χωρίς να παραγνωρίζω και τα θετικά της παρείτσας αυτής, πάμπολλες συγγραφικές και άλλες φωνές αηδιασμένες από την εχθρότητα και την αδιαφορία, εγκατέλειψαν την πόλη του Πειραιά, και δεν συμμετείχαν στα κοινά, ούτε στην όποια πνευματική κίνηση. Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του, που θα όφειλαν οι ίδιοι να αρνούνται να βραβεύονται συνέχεια από βαρεμάρα τουλάχιστον, και να είχαν παραιτηθεί νωρίτερα από τα συγκεκριμένα πόστα, έδιωξαν την ικμάδα της πόλης και κράτησαν τα πεπαλαιωμένα υλικά. Ατυχήσαμε σύντροφοι Πειραιώτες. Ευτυχώς και άλλοι όπως και εγώ σαν συγγραφέας κράτησα μια σταθερή επαφή με την πρωτεύουσα και άλλες πόλεις της Ελλάδας και έτσι ίσως διέσωσα κάποια γραπτά μου.
Ο Ανδρέας Αγγελάκης επίσης, στάθηκε τυχερός. Είναι αυτός που θα μείνει στην Ελληνική γραμματολογία, και ιστορία, όταν οι άλλοι ή οι άλλες που τον αγνόησαν θα ξεχαστούν και ευτυχώς.
Μόνο ο συγχωρεμένος ο Χρήστος ο Αδαμόπουλος μου είχε εκφράσει την αγάπη του και τον θαυμασμό του για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη και ας απείχαν έτη φωτός οι κόσμοι τους. Οι άλλες, παραγνωρισμένες μεγαλοφυΐες του Πειραιά, που δεν άνοιξαν ποτέ τους ένα βιβλίο, και δεν έγραψαν και τίποτα το σημαντικό, μιλούσαν αρνητικά για αυτόν.
Κρίμα για άλλη μια φορά όχι μόνο για τους εναπομείναντες παραλογοτεχνίζοντες αλλά και για τον Πειραιά, που δεν κατάλαβε ποτέ του τι υλικό αναξιοποίητο είχε στην διάθεσή του.
Για άλλη μια φορά, Πειραιάς τέλος.