Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΡΟΥΣΟΣ Ι. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ Ι. ΚΑΡΟΥΣΟΥ, μητροπολίτη Πειραιώς,

«Μήπως είσαι πλεονέκτης;», εκδόσεις Χρυσοπηγή 1993.



ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ  ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΕΠΑΙΤΕΣ


Και την πλεονεξίαν ήτις εστίν ειδωλολατρία, γράφει ο Απόστολος Παύλος στην προς Κολοσσαείς επιστολή του. Και με έναν μάλλον αφηρημένο συλλογισμό εισάγει στον χώρο της Χριστιανικής Θεολογίας, μια συμβολική υποχρέωση του πιστού της νέας θρησκευτικής δοξασίας. Αν και η παρουσία της παλαιάς θρησκείας (ειδωλολατρίας, κατά τους χριστιανούς) δεν αίρεται, όσο η πλεονεξία αναστέλλει την έκφανση της δράσης του (του νέου χριστιανού πια, ανθρώπου). Με την φράση αυτή ο Παύλος, κομίζει τον φετιχισμό του εμπορεύματος, ως λειτουργικής παντοδυναμίας του Προχριστιανικού κόσμου. Αργότερα, από την πατερική σκέψη, και συγκεκριμένα ο Ιωάννης της Κλίμακος θα προβάλλει την θέση ότι, ο νικήσας πάθος μέριμνας περί έκοψεν.
Έτσι η οργανική τάση της χριστιανικής σκέψης είναι η απέκδυση της πλεονεξίας η οποία κατά τους εγκυρότερους ερευνητές της Καινής Διαθήκης, Μπουσέ, Μπούλτμαν και άλλους, θεωρείται ότι ο χωρίο αυτό αναφέρεται στην «ειδωλολατρική» οικονομία.
Άρα, η πλεονεξία, αποτελεί μια Ρικαρντιανή εκδοχή του πλούτου, που η οικονομική σκέψη του Παύλου αναθεωρεί, εισάγοντας τον νόμο της χριστιανικής διανομής του εισοδήματος. Συνεπώς η άρση της πλεονεξίας σημαίνει χριστιανική οργάνωση του εισοδήματος και, του καταμερισμού εργασίας.
Η άκριτη, πεζή και δουλική αναφορά, από τον συγγραφέα του παρόντος βιβλιαρίου στην λεκτική ύλη της Καινοδιαθηκηκής κριτικής συνιστά την πλέον συμβατική και απόλυτα αρνητική άποψη για την ηθική της πρώτης Εκκλησίας, της Εκκλησίας του Παύλου. Και, η ταπεινόσχημη αυτή αναφορά ανακαλεί στην μνήμη μας την διάκριση που υιοθετεί η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μεταξύ των καθηκόντων και των υπερτάκτων έργων. Opera Superero Gantionis. Μόνο που, η διάκριση και διαίρεση αυτή, αφ’ εαυτής, αποτελεί  μια ελλιπή και χολή παρουσίαση των διαφόρων σταδίων της τελειότητας.
Ο πλεονέκτης λοιπόν άνθρωπος είναι ο αυτεξούσιος ο persona sui juris, του Ρωμαϊκού Δικαίου, ο οποίος θα πρόσθετα ότι μόνο αποδέχεται την ιδιοκτησία σαν θεσμό, αλλά και την κατάχρηση της ιδιοκτησίας την θεωρεί ακόμα δικαίωμά του, jus abutendi.
Από την άλλη ο μη πλεονέκτης χριστιανός, είναι ο οικονομικά ετεροκαθορισμένος, αφού, διαχειρίζεται τον κόσμο με προσόντα τακτικής χρησικτησίας,-για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του Εμπράγματου Δικαίου- και όχι κυριότητας. Αρχή, που αναιρεί θα λέγαμε μάλλον το φιλοσοφικό ερώτημα-παράδειγμα, του ημιόνου του στοχαστή Μπουριτέν.
Έτσι η αναφορά του «έρκουρου»της ηθικής και ταπεινόσχημου συγγραφέα στην Νεοχριστιανική πλεονεξία, είναι μια άποψη ηθικού νηπιακού αυτοσχεδιασμού, και ανέφικτου φραστικού όρου. Που, κινείται στις παρυφές της συνείδησης, ανίκανη να ερμηνεύσει γνήσια, μεθοδικά και αυθεντικά τις συνέπειες, οικονομικές και ηθικές που θα έχει η εφαρμογή μιας ανθρώπινης αξιολογίας. Η οποία, δεν έχει μεταφυσικές προϋποθέσεις και η οποία, οικονομικά ευτραφής προβάλλει την πλεονεξία, όχι επειδή αυτή υπονομεύει τα ηθικά θεμέλια μιας χριστιανικής  κοινωνίας, αλλά γιατί θέτει τις βάσεις για μια πιο παραγωγική οικονομική σκέψη.
Μια θέση που ταιριάζει είτε στους ευρωλιγούρηδες της Δυτικής Εκκλησίας, είτε στους Βυζαντινοεπαίτες της καθ’ ημάς Ανατολής.
Ο μητροπολίτης Πειραιώς, κύριος Καλλίνικος Καρούσος, υπέρμαχος του χριστιανικού φιλελευθερισμού και θιασώτης μάλλον των πολιτειακών αρχών, των παλαιών νομικών Μαντζούφα και Κούμαρου, γνωρίζοντας ότι η σύγχρονη πλεονεξία συνιστά τα Interdicta de Humana Rebus, προσπαθεί με την άρνησή της να καταστήσει την πλεονεξία Interdicta de Divinus. Μετατονίζοντας δηλαδή την θέση, επιδιώκει την προσωπική διαχείριση της πλεονεξίας.
Το «ναύφθορο»μυστικό της απολογητικής του συγγραφέα είναι, ότι προασπίζεται το δικαίωμα του ανθρώπου στην πλεονεξία μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου οικονομικού συστήματος, έτσι όπως μάλλον το εκφράζουν οι Κενσυανικές αρχές. Παραγνωρίζοντας ότι οτιδήποτε ο Καρτέσιος θεωρούσε ανθρωπολογική υπόθεση, τώρα γίνεται οικονομική συνθήκη. Αφού, η φιλελεύθερη οικονομία προηγείται κάθε ηθικής, κάθε περσοναλισμού και όχι μόνο θέτει θέματα μεταφυσικής διλημματικής πράξης, αλλά ο Homo Economicus-άνθρωπος, φανερώνεται ως όμηρος μιας αλήθειας που λάμπει πάνω από τις αρχές και τις αξίες του κόσμου χωρίς πρόσωπο.
Ο συγγραφέας λόγω του επαγγελματικού του αξιώματος, πρέπει μάλλον να γνωρίζει ότι είδον ότι ουκ ισχύον αντιστήναι τω πλούτω, και τω πνεύματι του πλούτου ω ελάλει.
Είναι η στιγμή της αναχώρησης του Ομηρικού Ήρωα, από τον Κήπο της Εδέμ, για να επανέλθει αργότερα είτε ως ανάμνηση κλέους, είτε ως ψυχή στον κάτω κόσμο, είτε ως προπαγανδιστής της προφανούς οικονομικής αδικίας των ανθρώπων, ανήκοντας στην Εκκλησιαστική Ιντιφάντα.
Δυστυχώς, μάλλον ο συγγραφέας ξεχνά, ότι αυτό που δήθεν πολεμά το αντιμετωπίζει Ορολογικά. Υιοθετώντας φανταχτερά συνθήματα κάθε συβαριτικής διανοητικής χριστιανικής σκέψης.
Ο χριστιανός δεν πρέπει να είναι πλεονέκτης, όχι γιατί έχει εξασφαλίσει δίκαιο εισόδημα, ή κοινωνική προστασία και αξιολόγηση της εργασίας του, αλλά, γιατί, ο ευκατόρθωτος χειραγωγούμενος χριστιανός μπορεί ευκολότερα να περιθωριοποιηθεί.
Ο χριστιανός πρέπει να γίνει αποστάτης, να παραιτηθεί δηλαδή από το δικαίωμά του, του Εργατικού Δικαίου, αφήνοντας το πεδίο εργασιακής δράσης στην πλεονεξία των μη χριστιανών που θα το εκμεταλλεύονται τόσο αποτελεσματικά, σε σημείο που η έλλειψη της πλεονεξίας θα είναι μεγαλύτερη αρετή του οικονομικά ανίσχυρου πλέον χριστιανού.
Η οικονομική σκέψη του κληρικού συγγραφέα, είναι μια άποψη ανελεύθερη, άλογη, προεπιστημονική, δυσλειτουργική. Θυμίζει από μια άλλη άποψη τα νηπιακά ιερεμιαδικά γυμνάσματα-κηρύγματα του αλησμόνητου Ιωήλ Γιαννακόπουλου. Με τα παιδαριώδη λεκτικά οψώνια της ερμηνευτικής διδασκαλίας του. Ένα όχι και τόσο ευφυές τέχνασμα, το πλέον κατεστημένο και δοκιμασμένο για την επίλυση του Βεμπεριανού διλήμματος, της υψηλής θρησκευτικότητας και της χαμηλής παραγωγικότητας.
Το βιβλιαράκι αυτό, διανεμήθηκε σε ανθρώπους χαμηλού εισοδήματος που, και να θέλουν, δεν μπορούν να είναι πλεονέκτες, και όχι σε εκείνους πουν θεωρούν την πλεονεξία ως την μόνη κινητήρια δύναμη της Οικονομίας.
Η επιλογή και μόνο του αναγνώστη, δείχνει το σκοπό του πονήματος, που αλλόηχος κραυγάζει σε ένα πλήθος που δεν πρόκειται ποτέ να μάθει τι σημαίνει πλεονεξία και τι ασκητισμός, αφού, δεν είχε ποτέ την Ελευθερία να διαλέξει.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα
«Εξόρμηση», Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 1994, σελίδα 30.

Σημείωση: 
Ο Κώστας Ζουράρης, είναι εκείνος που πρώτος χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο Ευρωλυγούρηδες.
Σε αντιδιαστολή χρησιμοποίησα τον όρο Βυζαντινοεπαίτες, που δηλώνει την χωρίς κρίση και ιστορική ερμηνεία υιοθέτηση του Βυζαντίου ως συνέχεια του Αρχαίου Ελληνισμού.
Από την παλαιά θρησκεία αναφέρω ότι ο Θεός Ερμής, εκτός από αγγελιοφόρος των Θεών, και νεκροπομπός ήταν και Θεός των εμπόρων, ταυτόχρονα όμως, ήταν και Θεός των κλεπτών. Πόσο εύστοχος ο συμβολισμός αυτός, από τότε γνώριζαν ποιος κατακρατούσε το υπερκέρδος.
Και από την άλλη, η ρήση του Ρ. Μπούλτμαν, όταν τον ρώτησαν αν πιστεύει στην Ανάσταση του Ιησού, ο σοφός αυτός καθηγητής και ερμηνευτής των γραφών απάντησε: «Δεν πιστεύω στην Ανάσταση του Ιησού, αλλά πιστεύω στην πίστη που έχουν οι άνθρωποι στην Ανάσταση αυτή»
Μια σαφή ερμηνευτικά, κοινωνιολογικά αλλά και μεταφυσικά απάντηση που καλύπτει το σύνολο των θρησκευτικών και μεταφυσικών δοξασιών που αναφέρονται στις καταβασίες του Κάτω Κόσμου, από τον οποίο κανείς, μα κανείς πλεονέκτης ή μη πιστός της παλαιάς θρησκείας ή χριστιανός δεν γύρισε.
Το αίνιγμα παραμένει αίνιγμα.