Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ-2. τα ποιήματα του δολοφόνου μου

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

«Τα ποιήματα του δολοφόνου μου»,
εκδόσεις Νεφέλη-Αθήνα, 1986.

«Είπα στην ψυχή μου, ησύχασε και περίμενε χωρίς ελπίδα. Γιατί η ελπίδα θα ήταν γι’ αυτό που δεν θα έπρεπε, περίμενε χωρίς αγάπη…», γράφει στην ποιητική συλλογή του «Τέσσερα κουαρτέτα» ο Άγγλος ποιητής και δραματουργός Τόμας Στερν Έλιοτ.

Ένας κόσμος χωρίς αγάπη, χωρίς ελπίδα, χωρίς έλεος είναι το ποιητικό σύμπαν του Πειραιώτη εκπαιδευτικού, συγγραφέα, μεταφραστή αλλά κυρίως ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη όπως εμφανίζεται στην τελευταία του συλλογή.
Ο συγγραφέας καταγράφει τον κόσμο του. Ένα σμήνος από εφιάλτες και άγχη οι ήρωες του, χωρίς ψιμύθια, χωρίς έλεος, χωρίς συγχώρεση, περιδιαβαίνουν γυμνοί, βρώμικοι, επικίνδυνοι, καραδοκούν να σε δολοφονήσουν, να σε κατασπαράξουν με όποιον τρόπο τους είναι δυνατό. ΟΙ ίδιοι, πατάνε πάνω σε κινούμενη άμμο με κάθε τους κίνηση κάθε τους ενέργεια βουλιάζουν όλο και πιο βαθειά, βυθίζονται στην δίνη των ίδιων τους των πράξεων.
Το ποιητικό σύμπαν του Πειραιώτη ποιητή θυμίζει αμυδρά την κινηματογραφική και κάπως την εικαστική γραφή του Αμερικανού ζωγράφου Άντυ Ουώρχολ, στην γνωστή τριλογία του "Σάρκα-Κάψα-Σκουπίδια" και, σίγουρα τον μυθιστορηματικό κόσμο του Αμερικανού συγγραφέα Τζων Ρετς, "Οι πόλεις την νύχτα" ή την κινηματογραφική ταινία «Το ψωνιστήρι» με τον Αλ Πατσίνο.
Ένας κόσμος σκοτεινός, βίαιος, ύπουλος, επικίνδυνος,  χωρίς οίκτο για τον άλλον, χωρίς συμπόνια για τον διπλανό του, χωρίς αυτό το αναγκαίο ερωτικό βλέμμα για τον όμορο ερωτικά άλλον που καλλιεργεί την κοινωνική συνύπαρξη, που με συνειδητή επιλογή και επιθυμία, επιλέγει με άγρια χαρά και σκοτεινή ηδονή τον θάνατό του.
Γράφει ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης:
«Ένας βούρκος από επιθυμίες σαρκοβόρες,
που μας τραβάει ολοένα και πιο κάτω
εκεί προς την φωλιά του φιδιού
χωρίς να φταίει σε τίποτα κανένας
χωρίς να είναι υπόλογος κανένας».
Τα άτομα αυτά,  για το μόνο που ενδιαφέρονται είναι η ικανοποίηση της στιγμής, το άμεσο υλικό κέρδος, η στιγμιαία  κατόπιν λήθη της επιλογικής τους πράξης συνεύρεσης. Ερωτικές συνευρέσεις χωρίς ψυχικό αντίκρισμα,  στιγμιαία όνειρα χωρίς υποψία πραγματοποιήσεως, ελπίδα ανέλπιδη, ψευδαισθήσεις επιθυμίας. Ο άγνωστος ή μη δολοφόνος καιροφυλαχτεί, περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία, την πιο βολική για εκείνον στιγμή για να επιτεθεί. Ύπουλος, σκοτεινός, αιμοβόρος, κουμάσι του δρόμου, χωρίς συναίσθηση των ερειπίων που αφήνει γύρω του, χωρίς κατανόηση των αδιεξόδων που θα δημιουργήσει στον άλλον και πολλές φορές, χωρίς συνείδηση των πράξεών του. Κυριαρχείται μόνο από την επιθυμία να εκδηλώσει τα πιο απόκρυφά του ένστικτα.
«Και όταν καρφώνεις το μαχαίρι σου
Εκεί ακριβώς που έκανες εξάσκηση στους εφιάλτες σου,
Θα φωνάζεις απορημένος, γιατί;», γράφει ο ποιητής.
Ένας δολοφόνος σύντροφος που σκοτώνοντας τον άλλον είναι σαν να θέλει να εξαφανίσει τις δικές του προσωπικές ενοχές, να εξαφανίσει τις προσωπικές του τύψεις αποδοχής της όμορης ερωτικής του εμπειρίας. Ο άλλος είναι ο καθρέπτης των δικών του ενοχών που πρέπει να θρυμματίσει για να αντικρίσει το δικό του αυθεντικό πρόσωπο με τις συγκεκριμένες επιλογές του.
Οι ήρωες-θήτες και θύματα του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, παίζουν παρτίδα σκάκι την ζωή τους με τον θάνατο, όπως (τηρουμένων των αναλογιών και των θεμάτων) ο ιππότης στην ταινία «Έβδομη Σφραγίδα», του Σουηδού σκηνοθέτη Ίγκμαρ Μπέργκμαν, ή πάλι, όπως οι σκορπιοί σκοτώνονται αναδιπλώνοντας την ουρά με το δηλητηριώδες κεντρί τους.
Γράφει:
«Σαν άρρωστος σκορπιός που όλο αναβάλει,
όλο διστάζει να δαγκάσει το κορμί του να τελειώνουμε»
Αυτοκαταστρέφονται για να αποφύγουν την «σχιζοφρένεια» που μέσα τους φωλιάζει, τους δηλητηριάζει τα πολιτιστικά και συναισθηματικά φιλάνθρωπα σπλάχνα της ανθρώπινης παρουσίας τους. Ένας τεράστιος βρόγχος τυλίγει την ζωή και τα προσωπικά τους όνειρά τους που αργά και σταθερά τους πνίγει.
Ο κόσμος του Ανδρέα Αγγελάκη δεν έχει λύτρωση, δεν περιμένει την έλευση κανενός παραδείσου, δεν έχει προσωπική διέξοδο, δεν έχει καθαρτήριο θα σημειώναμε ότι κάποια μυστηριώδη φωνή του φωνάζει δολογονείται. Ο Θεός λυτρωτής και παρηγορητής πατέρας είναι προ πολλού νεκρός, θαμμένος μέσα στην άβυσσο της ανθρώπινης σύγχρονης συνείδησης. Ο κόσμος μας ορφάνεψε ανεπιστρεπτί,  έχασε την μυθική, ψυχολογική του παραμυθία, το κουκούλι της ελπίδας του απομαγεύτηκε ιστορικά.
Κάπου αν θυμάμαι καλά ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει, ότι το κακό δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο αν εσύ το πιστέψεις. Πόσο μακριά βρισκόμαστε εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι-τα τραγικά όντα της στιγμής-όπως θα έγραφε ο Κωνσταντίνος Καβάφης, αλλά και ο σύγχρονος ψαλμωδός ποιητής Οδυσσέας Ελύτης μήπως δεν γράφει τον συνταρακτικό στίχο «Το «κενό» υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του». Ένα σκοτεινό κενό που καθώς ο θήτης σπρώχνει τα θύματά του μέσα πέφτει και εκείνος μαζί του εκούσια ή ακούσια.
Γράφει και πάλι ο Πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης:
«Το μέλλον τους σαρκάζει
Το παρόν τους φτύνει».
Ένας κόσμος κολασμένος, -όχι τόσο με την Ντοστογιεφσκικύ έννοια-, αλλά ανέραστος και σκοτεινός μέχρι θανάτου, ένας κόσμος χωρίς προσωπική ή συλλογική κάθαρση.
Μια, και αυτή ακόμα η λειτουργία της Τέχνης είναι δολοφονική.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα
«Η Φωνή του Πειραιά» αριθ. 12.898/9 Αυγούστου 1988
Πειραιάς Κυριακή 29/9/2013

Σημείωση: από το βιβλίο του Πωλ Ρικέρ «Το κακό»,
«Το να κάνεις το κακό σημαίνει να κάνεις τον πλησίον σου να υποφέρει. Η βία δεν παύει να αναπαράγει την ενότητα ανάμεσα στο ηθικό κακό και τον πόνο. Έτσι λοιπόν κάθε πράξη, ηθική ή πολιτική, που μειώνει την βία που ασκείται από τους ανθρώπους, από τους μεν εναντίον των δε, μειώνει τη στάθμη του πόνου μέσα στον κόσμο. Αν εξαλείψουμε τον πόνο που επιβάλλεται από τους ανθρώπους στους ανθρώπους και τότε θα δούμε τι θα έχει απομείνει από αυτόν μέσα στον κόσμο. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν το γνωρίζουμε, τόσο πολύ η βία έχει διαποτίσει τον πόνο».

Πειραιάς, Κυριακή 11/1/2015
Διορθώνοντας τις ορθογραφικές αβλεψίες των κειμένων για τον Ανδρέα Αγγελάκη και διαπιστώνοντας το πόσο επίκαιρος είναι σήμερα ο λόγος του, πόσο δραματικά ορθός, βλέποντας το τι γίνεται γύρω μας, πως πια η ανθρώπινη ζωή  δεν αξίζει δεκάρα τσακιστή, αντίθετα οι βαρύγδουπες ιδέες και οι αιμοσταγείς Θεοί των ανθρώπων διψούν για περισσότερο αίμα. Αλλά και η δολοφονία του φίλου του και συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα δεν φωτογραφίζει για μία ακόμη φορά τον προσωπικό του ποιητικό κόσμο;
Άραγε, ποιός προηγείται της εποχής του, ο πολιτικός ή ο ποιητής; προηγείται ο ποιητικός λόγος ή αυτή καθεαυτή η κοινωνική εγκληματική πρακτική; ο αναγκαίος και διαρκής έρωτας των σωμάτων ή η δολοφονία τους από τους ίδιους τους ερωτικούς συντρόφους;
Αιώνες Ευρωπαϊκού πολιτισμού οικοδόμησαν μια ηττοπάθεια, ανέχεια και αποδοχή των ανθρώπων απέναντι στο κακό και την δολοφονική πρακτική τους.
Δυστυχώς διαφυλάσσονται τα πνευματικά, ιδεολογικά, νομικά δικαιώματα των δολοφόνων και απαξιώνονται αυτά των θυμάτων. Δολοφόνος και θύμα εξομοιώνονται σε ένα γαϊτανάκι κοινωνικής συγχώρεσης και αποδοχής. 
Μόνο που μάλλον έτσι η Ζωή δεν μετρά, μια που όλοι μας, είμαστε παράπλευρες ενδεχόμενες απώλειες του Κακού που σιγοκαίει μέσα στο ανθρώπινο ζώο.