Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

ΜΠΑΛΑΝΤΕΖΑ

ΜΠΑΛΑΝΤΕΖΑ
    Πάνε χρόνια τώρα, που σε παλαιοβιβλιοπωλείο της Αθήνας μου κέντρισε το ενδιαφέρον, αυτό το μικρό ποιητικό βιβλιαράκι με τον εύστοχο τίτλο «ΜΠΑΛΑΝΤΕΖΑ». Η τσουχτερή τιμή του, στην αρχή με έκανε διστακτικό στο ν’ αγοράσω αυτό το μικρό ανθολόγιο ποίησης και πεζού, όμως τα ονόματα των συμμετεχόντων, η αισθητική της έκδοσης, η προσθετική συμμετοχή εικαστικών με ενδιαφέροντες πίνακες που κοσμούν την έκδοση, και το κυριότερο, η επιμέλεια της ποιήτριας Έλενας Στριγγάρη, μιας γυναικείας ποιητικής φωνής που σέβομαι τον ποιητικό της λόγο, και φυσικά, η βοήθεια της προσπάθειας από τον ποιητή και εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού «Πλανόδιο», Γιάννη Πατίλη, με έκαναν μετά από ατελέσφορα παζάρια, να αγοράσω την μικρή αυτή ανθολογία, έστω και σ’ αυτή την τσουχτερή επαναλαμβάνω τιμή. Και το αναφέρω αυτό όχι τυχαία, όχι από διάθεση μεμψιμοιρίας, για μια εποχή που στον ελληνικό εκδοτικό χώρο οι τιμές των βιβλίων ήταν πολύ υψηλές, και έπρεπε να δώσεις το ημερομίσθιό σου για να αγοράσεις ένα βιβλίο που σου άρεσε, και πολλές φορές το ημερομίσθιο δύο και τριών ημερών-ιδιαίτερα όσον αφορά τα μυθιστορήματα, τα δοκίμια ή τα βιβλία έρευνας, οι πολύ χαμηλές επίσης εκπτώσεις που έκαναν τα βιβλιοπωλεία, ήταν ένας ακόμα αποτρεπτικός παράγοντας στην απόκτηση των βιβλίων που ήθελες να προμηθευτείς φυσικά, υπήρχαν και οι εξαιρέσεις, που γίνονταν μεγάλες εκπτώσεις 20% ή και 30% σε ορισμένες περιπτώσεις από ελάχιστα βιβλιοπωλεία του κέντρου της Αθήνας,-αυτό οφείλονταν κυρίως στην αγάπη του βιβλιοπώλη προς το βιβλίο και την καλή σχέση που διατηρούσες μαζί του, χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλιοπωλείο-χρυσορυχείο του εκδότη κυρού πλέον, Τάσου Πιτσιλού-στα δε παλαιοβιβλιοπωλεία οι τιμές τους ήσαν κατά το κοινώς λεγόμενο φαρμακείο. Αναφέρω τα περί τιμής των βιβλίων καθέκαστα, όχι τυχαία, γιατί στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, αναφέρονται τα εξής μεταξύ άλλων: «Η έκδοση αυτή κυκλοφορεί εκτός εμπορίου (βάση του Καταστατικού της Ν.Ε.Λ.Ε. για τη μη κερδοσκοπική λειτουργία της) και διατίθεται για βιβλιοθήκες, πολιτιστικά κέντρα και συλλόγους των Δήμων και Κοινοτήτων της χώρας-αλλά και των Κοινοτήτων του εξωτερικού, από τη Νομαρχία Αθήνας (ΝΕΛΕ)-Σταδίου 31, Αθήνα».
     Κάποιο αδιάφορο προς τον ποιητικό λόγο άτομο ή κάποιοι άσχετοι-που μόλις ανοίξουν τις σελίδες ενός βιβλίου και δουν μέσα ποιήματα χαμογελούν κοροϊδευτικά, μειδιούν και, ή πετάν το βιβλίο στα σκουπίδια, ή το χαρίζουν με υπερηφάνεια ή το «σκοτώνουν» στα παλιατζίδικα. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις που καθώς μπουκάρουν συνήθως αθίγγανοι στις οικίες, βουτούν ότι βρουν μπροστά τους και μετά το πωλούν και ακόμα, μετά τον θάνατο ενός λογοτέχνη ή ενός ανθρώπου των γραμμάτων που από το υστέρημά του οικοδόμησε την βιβλιοθήκη του-όταν άλλοι ξόδευαν τα χρήματά τους για είδη ένδυσης, υπόδησης, ταξίδια, αμάξια, στην παρακολούθηση σκυλάδικων κέντρων διασκέδασης, ή ότι τέλος πάντων αγαπά ο καθένας και η κάθε μία, οι οικείοι του, πετούν τα βιβλία του γιατί τους είναι βάρος και φέρουν πολύ σκόνη στον χώρο, όπως έτυχε να ακούσω από το στόμα συζύγου γνωστού αθηναίου λογοτέχνη, που αρνήθηκα με αρκετή ευγένεια να βοηθήσω στην έκδοση της ερωτικής τους αλληλογραφίας, γιατί τα ερωτικά εν οίκω μη εν δήμω. Άλλο να εκφράσεις τις ερωτικές σου προτιμήσεις για μια γυναίκα ή έναν άντρα, και άλλο να δημοσιοποιείς τις ιδιαίτερες στιγμές σου. Αυτό το γενικευμένο πανελλαδικά καρακατσουλιό και, αντρικό και γυναικείο κατιναριό και η απαξίωση των σοβαρών ανθρώπων από όλους τους χώρους της κοινωνίας, της τέχνης και της πολιτικής και του έργου τους, έφερε τα σημερινά κοινωνικά και οικονομικά αποτελέσματα, και την απαξίωση της πολιτικής και της τέχνης. Οι νεοέλληνες, έπαψαν τις τελευταίες δεκαετίες να ιεραρχούν τις ουσιώδεις αξίες της ζωής τους, να στέκονται με σεβασμό απέναντι στον κόπο των άξιων δημιουργών, θεωρούν ψυχαγωγία μόνο την μουσική ακαλαίσθητη διασκέδαση, το σερφάρισμα στο ιντερνέτ για κουσκούς, και την ωχαδερφίστικη φραπεδιάρικη συμπεριφορά τους. Και είναι να γελάς, όταν βγαίνουν με βαρύγδουπα λόγια επίσημοι και ανεπίσημοι να εκφράσουν την πικρία τους στις τηλεοπτικές οθόνες για το κλείσιμο των βιβλιοπωλείων, λες και επισκέφτηκαν ποτέ τους ένα από αυτά, ή έκαναν δώρο στους φίλους τους ένα βιβλίο, και αν το έκαναν από λάθος εκτίμηση δώρου, αυτό, από χέρι σε χέρι θα επανερχόταν ξανά στον πρώτο δωρίσαντα(δεν είναι αστείο μου έχει συμβεί, και με την καρτούλα με τις ευχές μου μέσα). Είναι λοιπόν φυσικό και τα βιβλιοπωλεία να κλείνουν στις μέρες μας, και τα παλαιά πολιτιστικά καταθετήρια των παλαιότερων δημιουργών να τα συναντά κανείς στα αζήτητα των παλαιοβιβλιοπωλείων ή στις χωματερές της καταναλωτικής μας ευμάρειας.
Ας επανέλθουμε όμως σε αυτήν την μικρή ανθολογία ποίησης και πεζού που συμμετέχουν παλιότεροι και νεότεροι συγγραφείς, ποιητές από τον Πειραιά, η συμμετοχή επίσης των γυναικών ποιητριών δεν είναι αμελητέα. Τίτλος της ΜΠΑΛΑΝΤΕΖΑ           
Ανθολογία από τις βραδιές Ποίησης και Μουσικής
με 16 χαρακτικά της Εθνικής Πινακοθήκης
Επιμέλεια: Έλενα Στριγγάρη
Νομαρχία Αθήνας (Ν.Ε.Λ.Ε.)
Αθήνα 1990, διαστάσεις 12Χ17, σελίδες 166, δραχμές 2000
Φωτογραφία εξώφυλλου: Τάκης Ζερδεβάς
Σύνθεση εξώφυλλου: Γιάννης Παπαδόπουλος
Φωτοσύνθεση: Χαρ. Πάνος
Τυπογραφείο: Κώστας Πλέτσας
Διορθώσεις τυπογραφικών δοκιμίων: Έλσα Παπατσαρούχα-Νίκος Μπίλιος
Ο Γιάννης Μιχαηλίδης, με τις πολύτιμες συμβουλές του, βοήθησε να κλείσει αισθητικότερα το κασέ
--
Στις ελάχιστες περιπτώσεις που η επιλογή των δημοσιευμένων κειμένων δεν έγινε από τους ίδιους τους συγγραφείς, την ευθύνη ανέλαβαν η Έλενα Στριγγάρη και ο Γιώργος Δρανδάκης-ενώ ο Γιάννης Πατίλης, με την ευγένεια και την ευσυνειδησία που τον διακρίνουν, ανθολόγησε από το έργο του Κουγέα, Πούλιου και Στριγγάρη.
Η ποσότητα των σελίδων που καταλαμβάνει κάθε συγγραφέας, κάποιες φορές εξαρτήθηκε από το λίγο που μας έδωσε ή από τ’ ότι κάποιο ποίημά του παραήταν μακροσκελές για να περιληφθεί και άρα δεν είναι, συγκριτικά, ενδεικτική.
Τα πρωτοδημοσιευμένα κείμενα δηλώνονται στα περιεχόμενα
Τηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη των συγγραφέων
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα και συνέχεια μιας προσπάθειας τεσσάρων χρόνων που πραγματοποιήθηκε στα διοικητικά όρια της Νομαρχίας Αθήνας. Η προσπάθεια αυτή είχε σκοπό να φέρει σ’ επαφή δημιουργούς με ανθρώπους που συνήθως δεν έχουν την ευκαιρία ν’ ακούσουν ένα ποιητή να διαβάζει ή να απολαύσουν ένα κομμάτι σύγχρονου έλληνα μουσικού. Για το λόγο αυτό η Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμόρφωσης της Νομαρχίας Αθήνας παρουσίασε πάνω από 30 δημιουργούς στα πνευματικά κέντρα αλλά και σε αμφιθέατρα, σχολεία, θέατρα και πολιτιστικούς συλλόγους των δώδεκα Δήμων της Νομαρχίας Αττικής.
     Είναι η πρώτη φορά που από κρατικό φορέα έγιναν τέτοιες εκδηλώσεις σε τόσο πλατιά κλίμακα. Και-σίγουρα-ανεξάρτητα από τις τυχόν αντιρρήσεις που κάποιος μπορεί να έχει για επιμέρους σημεία θα μας επιτρέψει νάμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Καθώς και για το γεγονός πως το έργο αυτό πραγματοποιήθηκε πέρα από προσωπικές αντιλήψεις και πολιτικές ιδεολογίες, χωρίς-όπως είναι φανερό και από τα περιεχόμενα του βιβλίου αυτού-την παραμικρή προσπάθεια ν’ αποσιωπηθεί ή να λογοκριθεί όποια άποψη, σκέψη, θέση ή τρόπος διατύπωσης. Με μόνη διάθεση να λειτουργήσουν οι εκδηλώσεις και η έκδοση αυτή, που περιέχει έργο των λογοτεχνών που παρουσιάστηκαν στις βραδιές μας, σαν «μπαλαντέζα» που μεταφέρει από την πηγή το φως όπου χρειάζεται.
     Από το δημόσιο αυτό βήμα θέλουμε να ευχαριστήσουμε τους λογοτέχνες που παρουσιάστηκαν στις «βραδιές Μουσικής και Ποίησης» και συμπεριλαμβάνονται με δημοσιευμένη ή ανέκδοτη δουλειά τους στην έκδοση αυτή. Εδώ, προτάσσονται οι σημαντικοί και πολυβραβευμένοι παλαιότεροι δημιουργοί που παρουσιάστηκαν. (Δεν περιλαμβάνεται δουλειά του Μίλτου Σαχτούρη ο οποίος δέχτηκε να ακουστούν τα ποιήματά του αλλά, για προσωπικούς του λόγους σε σχέση με τις συλλογικές εκδόσεις, στο βιβλίο αρνήθηκε να συμπεριληφθεί.). Ακολουθεί το έργο νεότερων λογοτεχνών (ήδη βραβευμένων με κρατικά και άλλα βραβεία ή οπωσδήποτε καταξιωμένων στον πνευματικό μας χώρο) αλλά και νεότατων που τελευταία έκαναν τα πρώτα τους βήματα.
     Τους ευχαριστούμε όλους που, παρά τους ενδοιασμούς που έχουν οι πνευματικοί άνθρωποι (δικαιολογημένα ή όχι) απέναντι στη συνεργασία με κρατικούς φορείς, τελικά μας εμπιστεύθηκαν. Ελπίζουμε πως το ίδιο θα συμβεί και στο μέλλον από μέρος τους και από μέρος των άξιων λογοτεχνών που δεν προλάβαμε να παρουσιάσουμε έως τώρα.
     Ευχαριστούμε επίσης όλους τους μουσικούς που συμμετείχαν στις βραδιές μας, και κυρίως τους Ναταλία Μιχαηλίδη, Βαγγέλη Χριστόπουλο, Ροζίνα Χριστοπούλου και Γιάννη Ζουγανέλη που κάλυψαν το μουσικό μέρος του συνόλου σχεδόν των εκδηλώσεων.
     Ευχαριστούμε ακόμα τους εκάστοτε αρμόδιους Περιφερειάρχες, Νομάρχες, Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμόρφωσης και γραμματείς Ν.Ε.Λ.Ε., συμβούλους Λαϊκής Επιμόρφωσης και υπεύθυνους κέντρων που ο καθένας από το πόστο του συνέβαλε στο να πραγματοποιηθεί-πέρα από μικροπολιτικές σκοπιμότητες-αυτό το έργο.
     Ιδιαίτερα, ευχαριστούμε τον Σ.Λ.Ε. Γιώργο Δρανδάκη που στάθηκε η ψυχή της τετράχρονης αυτής προσπάθειας για ενημέρωση και της βάσης με «φρέσκια» Τέχνη αλλά και για κάποια ανταμοιβή του έργου και του δημιουργού-έτσι που το κράτος όχι μόνον οφείλει, αλλά όπως απεδείχθει, και μπορεί να προσφέρει.
    Τέλος, ευχαριστούμε την Εθνική Πινακοθήκη και ειδικότερα την κυρία Οράτη που επέλεξαν και προσέφεραν τα χαρακτικά που κοσμούν το βιβλίο μας.
Ν.Ε.Λ.Ε. Αθήνας, 1989
     Αυτά είναι τα διαφωτιστικά στοιχεία για όσους ενδιαφέρονται για την έκδοση αυτή. Στην έκδοση περιλαμβάνονται 34 δημιουργοί. Πολλοί από τους συμμετέχοντες τους γνωρίζουμε και από την μακρόχρονη παρουσία τους στα ελληνικά γράμματα, άλλοι-τουλάχιστον σε εμένα,-μας είναι όχι και τόσο γνωστοί. Το βιβλίο περιλαμβάνει αποσπάσματα από ποιητικά και πεζογραφικά έργα διαφόρων δημιουργών, δεν είναι δηλαδή, μια αμιγώς ποιητική ανθολογία, αλλά μια ανθολογία ποιητικού και πεζού λόγου. Πολλοί από τους δημιουργούς έχουν φύγει από κοντά μας, με ποιο πρόσφατο τον θάνατο του ποιητή και μεταφραστή Ερρίκου Μπελιέ. Ο Πειραιάς, αντιπροσωπεύεται θα γράφαμε από τον Πειραιώτη ποιητή και μεταφραστή της γενιάς του 1970 Ανδρέα Αγγελάκη. Η γυναικεία συμμετοχή ανέρχεται σε 6 γνωστές μας ποιήτριες και πεζογράφους σε σχέση με εκείνη των αντρών. Συμμετέχουν οι Κατερίνα Αγγελάη-Ρούκ, η Νανά Ησαϊα, η Τασούλα Καραγεωργίου, η Ολυμπία Καράγιωργα, η Νατάσα Κεσμέτη και η Έλενα Στριγγάρη, από τις γυναικείες αυτές φωνές δυστυχώς, η ποιήτρια και συγγραφέας Νανά Ησαϊα έχει φύγει από κοντά μας. Ποιήματα και πεζά σπονδυλώνουν ένα άρτιο αποτέλεσμα και καθιστούν το βιβλιαράκι αυτό ενδιαφέρουσα και ζεστή συντροφιά σε όσους και όσες ελάχιστους λάτρεις της τέχνης του πεζού και ποιητικού λόγου των ημερών μας. Οι περισσότεροι και περισσότερες μεταγενέστερα της έκδοσης αυτής, εξακολούθησαν να εκδίδουν ποιητικά ή πεζογραφικά τους έργα, μελέτες ή δοκίμια ή να δημοσιεύουν κείμενά τους σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Η παρουσίαση των δημιουργών γίνεται ανάλογα με την γενιά που ανήκουν, την μεγαλύτερη σε σελίδες συμμετοχή κρατά ο εκ Θεσσαλονίκης ψηλός ιατρός της ποίησης μας Μανόλης Αναγνωστάκης. Δεν αναφέρονται βιογραφικά ή άλλα διευκρινιστικά στοιχεία των δημιουργών παρά μόνο, ορισμένες χρονολογίες γραφής των κειμένων ή πάλι η χρονιά έκδοσης της συλλογής ή του εντύπου που πρωτοδημοσιεύτηκαν τα κείμενα. Συναντάμε κείμενα που δημοσιεύονται για πρώτη φορά και άλλα που ερανίζονται για δεύτερη. Η μικρή αυτή ανθολογία έχει ποιητική και συγγραφική ταυτότητα, δεν γνωρίζω αν τα άλλα τρία χρόνια που πραγματοποιήθηκαν αυτές οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις εκδόθηκαν άλλοι τόμοι και ποιοι δημιουργοί συμμετείχαν, η έκδοση αυτή, είναι μια μικρή πνευματική όαση μέσα στο άνυδρο πνευματικό τοπίο των ημερών μας.  Αυτοί και αυτές είναι οι συμμετέχοντες στην «ΜΠΑΛΑΝΤΕΖΑ»:
Ρένος Αποστολίδης
-ΣΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ ΤΩΝ ΒΟΡΓΙΩΝ
Βασίλεψ’ ο ήλιος σβήσαν κ’ οι σκιές των πανύψηλων δέντρων, που κυνηγούσαν απ’ τα’ απομεσήμερο η μια την άλλη και τραβιόταν ξέμπλεκες, όλο και πιο λεπτόμισχες, όσο που λιπόθυμες πιά ξεψύχησαν. Η νύχτα τώρα ορμάει κατάδροση από ψηλά, με τον Έσπερο διαμάντι στο μέτωπό της… Καλά θάταν, λέει, ναρχόταν κι ο Καίσαρας! Σιδερένιος έτσι, κατάφραχτος, ζωντανός τάχα πάλι απ’ την Ισπανία-δεν έπαθε τίποτα μπρος στα κάστρα της Παμπελούνα-φήμες!....
Μανόλης Αναγνωστάκης
-Αναμονή
Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσά μας!
-Αναζήτηση
Οι πολιτείες ήτανε λευκές, οι νύχτες φορτωμένες βαριές αναμνήσεις
Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι αναπότρεπτα ταξίδια.
Τώρα πια δεν φωνάζω τώρα πιά δε σκέφτομαι κάτι σταμάτησε μέσα μου
Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέπτη μπορώ να διακρίνω μια μάσκα χλωμή κι ολότελα ξένη.
Θα ρθω μια μέρα, γυμνός απ’ την αγάπη και μίσος
Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ’ οδηγό τη σιωπή μου και σύντροφο.
Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά, δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω.
-Κάτω απ’ τις ράγες…
-Από τα «5 μικρά θέματα»
-Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V
-Χάρης 1944
-Ο Ουρανός
-Πάψαν τα λόγια πιά…
-Το πρωϊ…
-Το σκάκι
-Το ναυάγιο
-Μιλώ…
-Ποιητική
-Αφιέρωση
-Νέοι της Σιδώνος, 1970
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
(Από «Το Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης»)
-Γ΄ Το όργανο τάξεως
Πιστεύω αν λάβαινα την πέτρα για κοινή χρήση, για κάποιο ωφέλιμο πρακτικό σκοπό, δεν θα εμφανιζόταν μπροστά μου απειλητικός ο Χωροφύλακας….
-Δ΄ Στο μνήμα
«Πότι ταις παγαίσι μελίσδεται…
-Ε΄ Μεταμόρφωση
Τι τάχα να σήμαινε τούτ’ η μικτή παράσταση;
Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
-Η σοφία
Πέφτει το βράδυ κι απαλύνει την ανησυχία των φύλλων που σε μια αλλοπρόσαλη σχέση τους με τον αέρα έλκονται και μαζί αρνούνται τη δύναμή του.
Σκέφτομαι τη Σοφία. Πλανιέται στα βότσαλα απλησίαστη με τσουλούφια στον αέρα. Στις τσέπες της κουβαλάει φωτογραφίες του κι είναι γιομάτη άπληστο έρωτα, ως τα ροδαλά νυχάκια των ποδιών της.
-Τα δύο περιβόλια χωρισμένα
Κάθομαι σ’ ένα άθλιο μπαρ
Στους Πενήντα Δύο δρόμους
Αβέβαιος και φοβισμένος
Ενώ εκπνέουν οι έξυπνες ελπίδες
Μιας ποταπής ανέντιμης δεκαετίας
Κύματα θυμού και φόβου
Κυκλοφορούν πάνω από τους λαμπρούς
Και σκοτεινιασμένους τόπους της γης
Στοιχειώνοντας την ιδιωτική μας ζωή
Η ανομολόγητη μυρωδιά του θανάτου
Προσβάλλει τη Σεπτεμβριάτικη νύχτα.
         “September I, 1939”
         W. H. Auden
Είναι απέραντο. Και μέσα μας ένα άλλο
Χωρίς όρια και αυτό με λιγότερο ίσως πράσινο….    
Αντρέας Αγγελάκης
-Εκεί κάτω
Ευλογημένοι κινηματογράφοι, κάπου κοντά
σε λαϊκές πλατείες, σε σταθμούς, ψαραγορές.
Φύλακες άγγελοι με βλέμμα βλοσυρό,
ρόζους στα χέρια ιδρώτα στις μασχάλες,
άγγελοι λιγομίλητοι και φονικοί,
με κάλτσες βρώμικες
που μεσ’ στου σκοταδιού την ευλογία
ανάβετε τσιγάρο, φτύνετε δυνατά ή ρευόσαστε
και ζείτε μια ζωή που πλέκει τον ιστό της
ανάμεσα στις γυμνές γόησσες της οθόνης
και μιας φωνής που σε ρωτάει τ’ όνομά σου δίπλα.
Πόσα ποιήματα δεν γράφονται στη μητρική αγκαλιά
σας,
τι προσδοκίες, τι λύτρωση δεν έχει προσφέρει
το φιλί σας…
-Περί Μοντιλιάνι
-Άγνοια
Εσείς δεν ξέρετε τι ‘ναι να κρατάς ένα κορμί
για μισή ώρα (πολλές φορές και για ένα τέταρτο)
νοικιασμένο ή αφημένο στη μοίρα του,
τι βάρος δυσβάσταχτο που έχει,
τι δύσκολα που αντέχεις το φιλί του.
Συμπυκνώνει ολόκληρη την ιστορία του
σ’ αυτό το μισάωρο,
όσους έχασε, όσα μάταια έλπισε,
το δούναι και λαβείν αυτού του κόσμου,
τι κέρδισε (τι κέρδισε;) αναλωνόμενο.
Είναι στη στάχτη τυλιγμένο.
Πάνω του εμφανή τα δάχτηλα του χρόνου,
γρατζουνιές, παλιές πληγές επουλωμένες,
άλλες πιο φρέσκιες που στάζουν πύο κι αίμα,
μνήμες, σάλιο, αλλαγμένα πρόσωπα
ρημαγμένα στην αναζήτησή τους.
Το άγνωστο κορμί, λοιπόν, είναι πιο δύσκολο,
καθόλου αδιάφορο, μην ξεγελιέστε,
γιατί δεν έχει πιά τι άλλο να χάσει,
αλλά δεν έχει να του πάρουν.
Γι’ αυτό και παραδίνεται σα να ναι η τελευταία φορά,
με μάτια ερμητικά κλεισμένα,
σε προσφορά ολοκληρωτική χωρίς αναστολές,
χωρίς να περιμένει ανταπόδοση.
Συνοψίζει την τύχη του σ’ ένα τελευταίο φιλί,
Σ’ ένα τελευταίο αγκάλιασμα
κι εγκαταλείπεται να το καταβροχθίσουν οι ύαινες.   
-Η Οδός Θρασυβούλου
Λουκάς Αξελός
-Σκοτεινή αγάπη
-Εκεί όπου
Εκεί όπου έσφιζε ένα δάσος
βρίσκεται καρφωμένο ένα γήπεδο.
Τες Κυριακές το απόγευμα,
χιλιάδες χέρια υψωμένα,
θυμίζουν κλαδιά από δέντρα που κόπηκαν
σε άκρα ανθοφορία.
-Κανείς δεν θα σε ρωτήσει
Γιάννης Βαρβέρης
-Μελαγχολία νωχελικού
-Πόκα στον Όλυμπο
-Ρεβεγιόν
-Τα κλειστά μάτια
Ω το φριχτό μαρτύριο του άλλου σώματος
παρείσακτου μες στο σκοτάδι ανάμεσά μας
και τα κλειστά σου δήθεν μάτια από ηδονή
που δραπετεύουν ψάχνοντάς το
και τα κλειστά μου μάτια να φαντάζονται
σώματα ρυμουλκά
που θέλησα στους δρόμους
τι ανυποψίαστα σπλαχνικοί για τα κορμιά μας
οι ξένοι που ποθήσαμε
δε σου μιλάω λοιπόν πέτα μαζί του
μη μου μιλάς θα σκιάξεις το ίνδαλμά μου
μέχρι ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας κι οι δύο
τώρα που σωριαστήκαμε
και φύγαν
κι εσύ αγαπάς
αυτό το πέος χτυπημένο ορτύκι
όπως το χέρι μου
τα ποιήματά μου
τα γυαλιά μου.
-Τι σκέφτηκε ο Κάρλ Μαρξ βγαίνοντας από αθηναϊκό κινηματογράφο;
Γιώργος Δρανδάκης
-Μια προσωπική ψευδαίσθηση
…Και ξαφνικά η πόρτα του καφενείου άνοιξε και μαζί με έναν πελάτη, μπήκε στην αίθουσα ένας σκύλος. Ήταν ένας σκύλος τεράστιος, με μεγάλες καφέ βούλες πάνω στο λευκό του δέρμα, με έξυπνο ευγενικό κεφάλι. Ήταν φανερά ένα σκύλος ράτσας και απορήσανε καθώς καταλάβανε πως ήτανε αδέσποτος. Γύριζε εδώ κι εκεί το πανέμορφο κεφάλι κι οσφριζόταν τον αέρα. Όλοι άρχισαν να παινεύουν το πανέμορφο ζώο κι αυτό άρχισε να πηγαίνει από τραπεζάκι σε τραπεζάκι σαν κάτι να γύρευε….   
Νανά Ησαϊα
-Βροχές
Ι
Βροχές λοιπόν.
Κι ένα μεγάλο φθινόπωρο στο μέλλον.
Το μέλλον είναι το ίδιο με το παρόν.
Κατάλοιπο μιας νεκρής σχέσης.
Περπατώ συχνά στο μέλλον.
Όπως και στο παρελθόν.
Και συχνά συναντώ τον εαυτό μου.
Αυτόν με το τόξο
και με ό,τι σχεδόν
θα ήταν στο φως
βέλος και στόχος.
IV
Και όπως όταν περπατώ
παρασύρομαι από τη διάταξη των δεντροστοιχιών
διαμέσου των ίδιων μου των συλλογισμών
διαρκώς υποθέτω
ότι θα πρέπει να έχω χάσει
τον προσανατολισμό των διαθέσεών μου. 
-Ίδια βροχή
Δημήτρης Κανελλόπουλος
-Canal
-Από την ξύλινη σκάλα
Από την ξύλινη σκάλα
Ανεβαίνει ο πεθαμένος
Πιάνει κουβέντα
Με τη γιαγιά στον ύπνο της
Κι όλο της δείχνει μα δεν έχει δάχτυλα.
-Honori sanctissimae trinitatis
-Προσκλητήριο
Τάσος Καπερνάρος
-Ποίημα για το παλτό μου
-Το φιλότουρκο ποίημα
-Νέος μαθητής με ρολογάκι
Κωστάκη, από δω κι εμπρός
τα ρολογάκια θα ρυθμίζουν τη ζωή σου.
Κομμένη η αναρχία των σοκολατούχων και των παραμυθιών.
Από εδώ κι εμπρός
Χιλιάδες ρολογάκια σιωπηλά κι απάνθρωπα
Χιλιάδες ρολογάκια που ηχούν δαιμονισμένα.
Γιώργος Κ. Καραβασίλης
-Φέτος οι Αλκυονίδες…
-Parthenia pastorale
-Εννιά μικρές στιγμές για το νησί που χάθηκε
ν
Αειθαλές χιονάτο στήθος, με τη μεσοκαλόκαιρη αφή,
κουμπί δε σε κρατά. Θα τα’ ακουμπήσεις κάμπε.
-Φάση θερινού Ηλιοστασίου
ΙΙΙ
Καθώς βουτάς σ’ ανυποψίαστα νερά,
Να ξεπλυθείς από τα δάση
Σε βλέπω μυστική κραυγή
Αόρατο προμήνυμα σ’ ακούω
Της βλάστησης εκείνης:
Να πέσει θέλει, να
Ξεκουραστεί, να σωριαστεί
Στη θάλασσα.
Να μη λησμονηθεί εκείνη η ώρα του τοπίου
Πάνω στο σώμα σου για πάντα.
Τασούλα Καραγεωργίου
-Ερυσίπελας
-Η γάτα του σχολείου μας
Νωχελικά στη σκονισμένην αρχειοθήκη
ξαπλωμένη
πάντα στο μάθημα προσέχει σιωπηλά
ανοιγοκλείνοντας αργά τα νυσταλέα μάτια της.
Η φοίτησή της θεωρήθηκε ως εκ τούτου ανελλιπής
και η διαγωγή «ην επεδείξατο» κοσμιωτάτη
Η γάτα του σχολείου μας
το πίστεψε λοιπόν για τα καλά
πως είναι πλάσμ’ ανθρώπινο
Γι’ αυτό και όταν την πατάς
ποτέ δεν αντιδράει.   
-Πρόχειρον
-Αποκλειστήκαμε!
«Οι ημέτεροι πρόγονοι
τους τούτων προγόνων ενίκων
και κατά γην και κατά θάλατταν…»
-Εμείς ούτ’ ένα γκολ δεν βάλαμε
και συν τοις άλλοις μας αδίκησε κι η διαιτησία.-
«Τοιούτων εσμέν προγόνων»
-εμείς
οι μονίμως δαρμένοι εκτός φάσεως-. 
Ολυμπία Καράγιωργα
-Αγόρι που περνάς
Αγόρι που περνάς
Ωραίο σαν πρώτο μυστικό αγάπης
Στ’ αυτί μιας φίλης σχολικής
Αγόρι που περνάς
Μ’ αυτό το βλέμμα σου
Που τίποτα δε σταματά στο πρόσωπό μου
Αγόρι που περνάς!
Νάξερες πόσο πεθυμάς να μ’ αγαπήσεις.
-Τα έπιπλα
Καλά που ‘ναι τα έπιπλα
Έτσι που κάθονται και μας κοιτάζουν!
Δίχως τρεμούλιασμα ελπίδας,
Δίχως κίνδυνο σκέψης…
-Από το «Ποιός»
-Καθώς κλείνουν να φύγουν
Να πάω που;
Έξω φοβάμαι.
Δε φτάνουν τα τρία περιστέρια
Απέναντι στο άδειο γκαράζ
Και κάποιο κύτταγμα λοξό
όταν περνώ
Θα μείνω εδώ.
Πίσω απ’ το τζάμι της βιτρίνας,
Κλειστό βιβλίο που δεν λέει να τελειώσει.
Τι τώρα, τι ύστερα από χρόνια.
Δεν έζησα.
Βιβλίο είμαι
Βιβλίο θα γίνω
Βιβλίο θα μείνω
Αυτή με τα μεγάλα χρώματα
που κάθεται εδώ και γράφει
εγώ. 

-Πιά
Θ’ αφεθούμε πιά στη θλίψη
Με κινήσεις αργές, αρχαίες,
τελετουργικές
σε μια θάλασσα χυμένο μέλι
Σ’ ένα βουβό ακίνητο
βυθό.
Το σπίτι αυτό θάναι το σπίτι μας.
Το σπίτι που δεν θέλαμε να φτάσουμε
Το σπίτι που δεν θέλαμε να ζήσουμε
Και ας σπρώχνουν
χρόνια τώρα
τους ώμους και τη μέση μας
Αγέρηδες
Χέρια κλειστά
Όνειρα επίμονα
Τυφλοί οιωνοί.
Πάνω ψηλά
στη φόδρα του νερού
θα μας κοιτάει
σκεφτική
η Ζωή μας.  
Δημήτρης Ι. Καραμβάλης
(ΧΑΙ-ΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑΝΚΑ)
-Να μπορώ
Να χαμηλώνεις
να μπορώ να πιάνομαι
απ’ το κλαρί σου
ψηλό δεντρί λευτεριάς
εγώ, ο σκλαβωμένος…
-Προϋπόθεση
-Απολογία
Πολλές οι γλώσσες
που μίλαγ’ η σιωπή σου.
Ποια να πίστευα;
-Ερώτηση
-Αλλαγή
Πιστά τις νύχτες
τις μέρες λιποτάχτες
τα όνειρα μας!
-Μικρές φωτιές
Δημήτρης Ι. Κατσαγάνης
-Από τα «Μικρά Δοξαστικά»
*
Τα βράχια,
η βροχή που θάρθει
η πίσω πλαγιά,
η ανάπηρη μαυροφόρα
που πάει στα μνήματα.
Οι μέρες
μαύρα μυρμήγκια
στ’ άσπρο ψωμί.
Νατάσα Κεσμέτη
-Η καλύπτρα
-Δεν θυμάμαι να είχα ποτέ καμμιάν ιδιαίτερη εικόνα. Θυμάμαι εικόνες από ταινίες, εικόνες τηλεοπτικές. Θυμάμαι εικόνες σε διαφημιστικά φιλμάκια, εικόνες σε περιοδικά, θυμάμαι οικογενειακές φωτογραφίες, και άλλες. Θυμάμαι αγιογραφίες, σκίτσα πίνακες, ζωγραφιές. Θυμάμαι κομμάτια εικόνων από τα σχολικά βιβλία, εικόνες των παιδιών μου, πιο πολύ των πραγμάτων τους παρά των ίδιων των ανθρώπων που αγάπησα… Είναι ένα συγκεχυμένο παζλ από μικρές εικόνες, ένα μωσαϊκό που δεν ταιριάζει…. 
Βασίλης Κουγέας
-Κεντρικός Σταθμός
-Καίγονται χρόνια
Βλέπω
Επειδή έπρεπε να περάσει καιρός
Και η τροχιά περνάει κάποτε μπροστά
Από το φακό
Τα χρόνια καίγονται
Μεθοδικά διαβρώνει η σκουριά τις εφευρέσεις
Που συγκρατούνε τη ζωή και καταρρέουν
Τελείως ξαφνικά, σα σπίρτα στη φωτιά
Καίγονται χρόνια
Και είναι δύσκολο να συγκρατήσουν τα’ όνομα
Η φωνή δεν ακούγεται
Τα κόκκαλα σαπίζουν
Στην υγρασία της μοναξιάς
Ρούχα της ψυχής και του κορμιού
Φθείρονται οριστικά
Μένει η σκιά ή ό,τι μένει
Και πρέπει ανώνυμα να εκπληρώσει
Χρέη
Και απαιτήσεις άλλων.
-Οι ψίθυροί τους χαμηλώνουν
Ζώης Μάναρης
Από το «Οχτώ σχέδια για νοσταλγία»
-1. Μέρες του ‘48(β΄)
-3. Μέρες του ‘51(β΄)
-4. Μέρες του ‘53(ά)
Από το «Η μικρή εταίρα των πελαργών»
-Ι΄
-Επέτειος
Κι όλ’ αυτά να ξέρω πως ήταν όνειρο, να ξέρω
πως ήταν η άλλη όψη των πραγμάτων
πέρα απ’ τ’ ανύπαρκτο και το υπαρκτό
έξω απ’ τ’ πάθος της φυγής που μας λυτρώνει.
Κι’ όλα αυτά να ξέρω πως δεν τα όριζα,
πως ήταν ψέμματα κ’ η επέτειος και τα λάβαρα,
κι όπως το χέρι που δίνει διέξοδο
στη δίψα του μαχαιριού,
τ’ αύριο θα ξανάρχιζε τα’ αντίποινα,
χωρίς τίποτα δικό μου. 
Γιώργος Μαρκόπουλος
-Η Μαρία
-Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι
Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί
Ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…
Αλλάξαν οι καιροί που λέει και ο λαός, γεγονότα συνέβησαν…
Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πως πέθανε και ο πατέρας.
Για αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.
Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε.
-Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας
Στέφανος Μπεκατώρος
-Ελληνικές μέρες, 1989 μ.Χ
Μέσα στο αίμα μου
φαρμάκι
ο τόπος
την κάθε ημέρα
που τα βήματά μου
δραπετεύουν
από το κορμί
διανύοντα μια πόλη
καταφαγωμένη
από την ευτέλεια
πάνω σε πεζοδρόμια
με περίπτερα
όπου η ύβρις
έχει αναρτηθεί.
Κουρέλια οι λέξεις
Από μέσα
έφυγε η ψυχή
όπου
το έλκος
με δόντι
ανθρώπου
σάπιου που έμεινε
μέσα στην κρύα ερήμωση
τα χείλη
σ’ άγριο γέλιο
ανοίγει
ολόγυρα
στη σκοτοδίνη
του άδειου…
Ερρίκος Μπελιές
-Η πρακτική της οπτικής
-Οι Φιλαίματοι
-Όλα για το σκοτεινό στομάχι
Γνωρίζοντας πόσο οδυνηρή η αλλαγή προορισμού έχω βγάλει απ’ το πρωί να ξεπαγώσει μια διάψευση και ήσυχος τη μαγειρεύω κομπάζω ανακαίνιση μυρίζω σιγουριά που έξω άφησα τα πάγια μυστικά μου όμως στρίβοντας για να πιάσω στο ψηλότερο ραφάκι ονείρου ένα μυρωδικό που καρικεύει τις προφάσεις όταν ψήνονται σε τρόμο δυνατό αισθάνομαι Ώμου και Λαιμού γωνία χάδι ατμού κι αμέσως το χέρι μου αλλού αρπάζω ρίχνω από τα χρωματιστά βαζάκια με τους ενεστώτες και τα όσα υπόσχονται πως θα ξανάρθουν αλλά δεν.
Γιώργος Μπλάνας
-Άκουσέ με:
Ίσως ν’ αντέξεις ως το τέλος
Γρήγορη είναι η Ψυχή
γρήγορη και μαλακή
να το θυμάσαι
Αν ζεις είναι γιατί μπορεί να τρέχει
πιο γρήγορα από τη Ζωή
και να περνά τις τρύπες του Θανάτου
δίχως να φθαρεί.
Η Ζωή, αργή και δύσκαμπτη, σ’ ακολουθεί:
Αγκομαχεί, μένει πίσω, σπάζει στις άκρες.
Κάποτε όμως συνηθίζει στο ρυθμό σου
Μαλακώνει, σε ξεπερνά-όπου και να σαι.
Η ψυχή σου σκληραίνει αργά κι αργεί
κι αυτό το λένε Θάνατο, να το θυμάσαι.
-Ένας ήρωας του J. L. Borges κατάφερε να σκηνοθετήσει τη Ζωή
-Τον ουρανό να μου φυλάτε
-Μάτια που μπήκαν στο επόμενο βαγόνι καθώς σκεφτόμουν τα βουνά
-Η ποίηση είναι μπουγάδα απλωμένη στην αυλή του παραδείσου
Θάνος Ξηρός
-Οι γυναίκες που δεν αγαπήθηκαν
-Φόβος
-Ελευσίνα
-Εθνική ομοψυχία
Εθνική ομοψυχία
με τη «Συννεφιασμένη Κυριακή»
σ’ όλα τα μήκη κύματος.
-Επιθαλάμιο
-Ελλάδα, Α
Μεσογειακό κλίμα, ιδανικό για πρώιμα κηπευτικά
και όψιμες επαναστάσεις.
-Υποκατάστατα
Δεν είν’ αγάπη
να μου αλλάζεις τ’ όνομα της Επανάστασης
Κάτω απ’ τ’ άσπρα σου σεντόνια.
-Αυλητής του καιρού
-Άρνηση
Δημήτρης Παλούκης
-Δεν είμαστε παρά
-Χώμα αττικό
-Απ’ την ανάγνωση της Σαπφούς
Ανάρρωση επ’ άπειρον
είναι αρρώστια χρόνια
τι σταματάει τα μάτια μου
κι η όραση
ολοένα με διαψεύδεις;
Η ομορφιά είναι συνάρτηση
Η εκλαμπρότατη δυνατότητα της αγάπης
Τα πράγματα δεν έχουν άλλη τύχη
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου
Από «Το σκοτωμένο αίμα»
-Α΄
-ΣΤ΄
-Η΄
-Ι΄
Κατέβαιναν σαν ένας άγριος ύπνος
μαργαρίτες σε ρυάκι από βροχόνερα τις γνώριζα
από πάντα ωραία λειωμένες ωραία γυμνές
με φαγωμένο το δεξί βυζί ένα μήλο
και χόρευαν ανάποδα επάνω στο ταβάνι
αλλάζοντας χρωματιστά
και δαντελένια εσώρουχα των πεθαμένων
βγάζοντας αηδιαστικές κραυγές
μ’ αισχρές κινήσεις κι άσπρο βλέμμα
έτσι φυτρώσανε τα βρώμικα τα νύχια
του εφιάλτη.  
Θανάσης Παπαθανασόπουλος
-Με τη σοφία της απόστασης
-Ένστικτο φύλου
Η μητέρα μου και η γυναίκα μου
κοιμήθηκαν βαθιά
τυλιγμένες το ίδιο χνουδωτό ένστικτο.
Ονειρεύονται πεθαμένους άντρες.
Η μητέρα μου και η γυναίκα μου,
αι θεοφόροι θήλειαι που λέει κι ο Ρωμανός. 
-Η πράξη
-Η τελική αλήθεια
Γιάννης Πατίλης
-Απόπειρα κατά της σιωπής
-Πορεία
-Κούλουμα 1977
-Όσο πιο βαθιά…
Όσο πιο βαθιά σε κρύβω μέσα μου
Τόσο πιο όμορφη ανατέλλεις.
Νομίζω πως σε κάνουν όμορφη τα μάτια μου.
Αλλά τι φιλολογία!
Σε κάνει όμορφη το τίποτα.
Με τον καιρό θα σ’ ασχημίσουν
Τα συγκεκριμένα.
-Μνήμα γιορτής
-Υπάρχω…
-Ω γή…
-Όνειρο φαντάρου σε διαμέρισμα στα Πατήσια
Λευτέρης Πούλιος
-Η Μπάλα
-Δημοτικό
-Δρόμοι
-Ο Ευγνώμων Νεκρός
Έπλυνα το ρούχο με το νερό της σχιζοφρένειας
αυτή η σωρεία των καθημερινών ανοησιών με πνίγει
όμως εσύ ποίηση
εσύ το πιο σημαντικό το πιο τέλειο
αν και βαδίζω σ’ όλους τους δρόμους
ακουμπώ σ’ όλους τους τοίχους
χώνομαι κάτω από κάθε πέτρα
μέσα σε κάθε λάσπη
σε κάθε ομίχλη, απερίσκεφτα
εσένα να έχω πάνω μου
όπως ο τάφος την πλάκα του.  
-Πέρνα και κοίταξε τον αδελφό σου…
-Γίνε εραστής των κυμάτων…
Κώστας Σοφιανός
-Πετρώνιος
-Ερωτήματα
Ποιάς Νύχτας Φόβος
σε είπε Θεά-χλωμή Σελήνη;
-Κ’ εσύ ‘σαι τόσο ντροπαλό καημένο φεγγαράκι!
Έλα, λοιπόν, δείξε μας και την άλλη όψη…-
-Ανοιχτά της Σάμου
Φασματικά βουνά-
σκυλόδοντα του Ορίζοντα….
-Καταπάνω σου έρχομαι
τι με φοβίζεις…
-Μη μιλάτε Ελληνικά
 •Έλενα Στριγγάρη
-Ρόδινα
Ρόδινα πώς να δω
Οι ιδέες των αγγέλων
Δειλιάζουν στο σκοτάδι, δεν πετάνε.
Χάνουν την πτητική τους σκόνη.
Μόνον στο ημίφως,
Γύρω από τά φτερωτά αφεντικά τους,
με τα βουκολικά αυτοκόλλητα χαμόγελα αγαθότητας.
Σε «Καλημέρες» καλλιγράφων.
Σε απεικονίσεις διακοσμητικές.
Του Έρωτα συνοδοί
Όταν χτυπά.
Ποτέ όταν χτυπιέται.
-Εξίσου
-Θα πικραινόσουν;
Θανάσης Χατζόπουλος
-Ελάσσων Προφήτης
-Ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός
Δανείζομαι τον ύπνο νυχτοφύλακα σε ώρα βάρδιας
Γνωρίζω τη σκανδάλη της υποχρεωτικής εφημερίας
Ανύμφευτος σε όλους φαίνομαι
Ενώ από μέσα
Βριχάται το ω-μέγα του θανάτου.
-Η Κοίμηση
VI
-Ονομαστική
-Δοτική
-Είναι τόσο δύσκολο κάποτε…
Είναι τόσο δύσκολο κάποτε
Το ξημέρωμα
Σ’ αυτό τον αφρό
Μ’ αυτό το γήινο βάρος.
Νίκος Χειλαδάκης
-Μαρία από τα Μάγδαλα
Δεν πίστεψε ούτε λέξη η Μαγδαληνή
Μόνο που να, στενοχωρήθηκε στο βάθος…
Τώρα θα πεις,
Μήπως και ο άλλος της αρραβωνιαστικός
Δεν ήτανε ληστής
Κι ο προηγούμενος προαγωγός στη Γαλιλαία
Ή Μήπως γνώρισε ποτέ κάναν καλό;
Μα αυτός εδώ,
Ο Σαλτιμπάγκος απ’ τη Ναζαρέτ
Ξεπέρασε τα όρια
Σαν έκανε ντου το μπατσαριό
Άρχισε να λέει πως γνώριζε το Θεό
Πως έχει δύναμη σ’ ένα βασίλειο μεγαλύτερο απ’ τη Ρώμη
Κι ότι κι αυτός
Είναι κάτι σαν αντιβασιλέας εκεί κάτω
Τα τρώει τώρα αυτά ο Ρωμαίος επικεφαλής
Είκοσι χρόνια πια στη λεγεώνα
Κι αν έχει ακούσει ιστορίες…
Τον προγκάραν οι στρατιώτες καθ’ οδόν
Μ’ αυτός ατάραχος τους έκανε δηλώσεις…
-Νταλκάς
Δημήτρης Χουλιαράκης
-Ανάπηροι στο γήπεδο
-Οι ιχθυόσκαλες του όρθρου
-Τα βαλς των τηλεγραφητών
-Άσπρο μου μάτι…
Άσπρο μου μάτι που καλπάζεις
μοναχό στα έγκατα του τσέμπαλου
στις γαλαρίες και στα βάθη
των σχισμών
άσπρο μου μάτι που καραδοκείς.
-Όμορφα που είστε κοριτσάκια…
Όμορφα που είστε κοριτσάκια
αχανή μου βλέμματα
με το άσυλο στα τσίνορα
και στις ξανθές πλεξούδες
δρόμους αέναα κεντάτε στη σιγή
των αλατωρυχείων
περνοδιαβαίνουν μέσα σας δραγόνοι
προμαχώνες θαλεροί
λίγο πριν πέσουνε σ’ ενέδρα
και χαθούνε.
     Αυτός είναι ο ποιητικός και πεζογραφικός λόγος της Μπαλαντέζας,  φωνές συγκεντρωμένες που σχηματίζουν το ποιητικό πρόσωπο της Ελλάδας την εποχή εκείνη, φωνές που αγγίζουν τα όρια του μετασχηματισμού τους σε έναν λόγο αποφατικής εξομολόγησης. Αντρικές και γυναικείες φωνές που συναντώνται στο μεταίχμιο της προσωπικής τους αβύσσου με την περιπέτεια της γραφής. Ποιητικές φωνές που σε προκαλούν με την αλήθεια της εξομολογητικής τους διάθεσης, την σταθερή αναφορά των ποιητικών μονάδων στο προσωπικό ποιητικό εγώ. Αρχαίοι συμβολισμοί που ενδύονται σύγχρονα ρούχα περιγραφής για να αποδώσουν το εσωτερικό αδιέξοδο του γράφοντος. Έρωτες φανεροί φανοστάτες αναφοράς που γονιμοποιούν τον ποιητικό λόγο καθιστώντας τον καθρέπτη των βιωμάτων των συγγραφέων. Θρησκευτικές πνοές σύγχρονης περιπλάνησης σε υπαρξιακά σοκάκια χαμένων οραμάτων. Όνειρα που ταξιδεύουν μέσα στον χρόνο της γραφής, καθώς εικονογραφούν τα ίχνη του βίου της μνήμης. Φωνές που ακούγονται ακόμα και σήμερα, σαν ήχοι καμπάνας ζωής που αγωνίζεται να χτυπήσει στους νέους ρυθμούς της ύπαρξης χωρίς να περιμένει να την ακούσει κανείς. Φωνές ποιητικές που διαχέονται μέσα στο σκιόφως της σύγχρονης ζωής των ανθρώπων, και που ίσως, το τυχαίο άκουσμά τους από τον μεταμοντέρνο αναγνώστη, δώσει το ερέθισμα για την επαναμάγευση του Κόσμου.
    Μεταξύ των κειμένων παρεμβάλλονται δημιουργικά και τα χαρακτικά των εξής δημιουργών:
Τόνια Νικολαϊδου,
Θάλασσα με κίτρινες ανταύγειες
Άμμος, θάλασσα και φως
Χάρτινα πουλιά και δίχτυα
Άρια Κομιανού,
Αριθμός 117
Αριθμός 143
Ξενής Σαχίνης,
Καταρράκτης
Κίτρινο
Ο καθρέφτης
Μιχάλης Αρφαράς,
Στο μηχανοδάσος
Οι αρραβωνιασμένοι
Ζωγράφος και σχεδιαστής
Ο δάσκαλος
Εύα Μελά
Για τις «Χιλιετηρίδες» του Τίτου Πατρίκιου
Για τη «Φυγή» του Γιώργου Σεφέρη
Νότα Γεωργίου-Σιοτρόπου,
Φεβρουάριος 73. Νομική 73
Πόλεμος VI.
    Εικαστικές ένθετες ασπρόμαυρες ή έγχρωμες παρουσίες σύγχρονων δημιουργών, που δίνουν μια πολύ επίκαιρη ταυτότητα στον ποιητικό και πεζό λόγο, συμπληρώνοντας με τον έντονο χρωματισμό τους, την αφηρημένη τους φόρμα, αλλά και την ιδιαίτερη συμβολική τους, το αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου και κατ΄ επέκταση και των δημιουργών. Ένας σύγχρονος κόσμος θρυμματισμένος και καψαλισμένος από τα βιώματα των μοντέρνων ανθρώπων που ίσως, η Τέχνη της ποιήσεως και των χρωμάτων να είναι μια ανεπαίσθητη πρόσκαιρη παρηγοριά.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Κυριακή 22 Μαΐου 2016
Υ. Γ. Εποχές, που γίναμε όλοι μας σύγχρονοι Αναστενάρηδες των περασμένων λαθών μας σαν λαός.