Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

Ένα βιβλιοπωλείο του Πειραιά Η ΚΙΒΩΤΟΣ

           ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ και ΒΑΓΓΕΛΙΤΣΑ ΣΟΛΩΜΟΥ

     Ακολουθώ τις συντεταγμένες

     που μ’ όρισες

     Σκοπός

     Πώς;

     Το νερό του γέλιου σου

     Πού;

     Το μάννα των χεριών σου

     Χωρίς.

     Η αλήθεια σου,

     γοργόνα καρφωμένη στην πλώρη,

     χαράζει την ρότα μου

     για όπου…

     για όσο…

                    Βαγγελίτσα  Σολωμού

       «Πόθεν ούν γνωσόμεθα ει εν ημίν ο Χριστός εστι, και πώς εαυτούς ημάς καταμάθωμεν»;  Ρωτά με υπαρξιακή αγωνία ένας μυστικός ποιητής της ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης, ο νηπτικός άγιος της Εκκλησίας Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Ας μου συγχωρέσει ο Δημήτρης Σολωμός που κατανοούσα εν ζωή τα πελάγη της μεταφυσικής του κόκκινης απιστίας το παράθεμα αυτό, "ως κατευόδιο" τώρα που η λευκοφόρα ψυχή του φτερουγίζει, εδώ και δύο περίπου εβδομάδες στο ουράνιο στερέωμα. Ενώ το κουρασμένο κορμί του αναπαύεται στο Ξηροκάμπη Λακωνίας από την Παρασκευή 26 Μαρτίου, γίνεται λίπασμα για τα μυροφόρα αγριολούλουδα του Ταϋγέτου. Και ο άγιος ας μου συγχωρέσει την επισήμανση της φράσης του ως επεξήγηση της καρδιακής καθαρότητας ενός σύγχρονου «αγνωστικιστή» δια βίου κοινωνικό "επαναστάτη". Ο Δημήτρης Σολωμός πέταξε για τους συμπαντικούς λειμώνες της ακτινοβολούσας αγάπης να συναντήσει την σύντροφο της ζωής του Βαγγελίτσα και το μοναχοπαίδι τους Βασίλη. Πάει να τους ανταμώσει, να τους ασπασθεί με λαχτάρα,  να τους αγκαλιάσει με αγάπη, τρυφερότητα, να τους πει αυτό το χαρακτηριστικό της φωνής του "γειά σου, τι κάνεις..." να συνεορτάσουν το Πάσχα της επανεύρεσής τους. Ο μικρός τους Βασίλης έφυγε πρώτος, στα 24σερά του (28/11/2005) τον ακολούθησε κατόπιν Καλοκαιράκι του 2018 η μητέρα του Βαγγελίτσα. Τον προσμένουν μαζί με την Χάρης, την αδερφή της Βαγγελίτσας, με θέρμη και αγωνία, νοσταλγία, να τους μεταφέρει τις ειδήσεις από την πόλη που αγάπησαν και έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, τον Πειραιά τους. Να ακούσουν από τα χείλη του τα χαιρετίσματα των πολλών και καλών, πιστών τους φίλων. Των οικείων τους συγγενών. Των συντρόφων τους στους κοινούς κοινωνικούς τους αγώνες του λιμανιού της αγωνίας. Των φίλων με την πολιτική και ουμανιστική συνείδηση. Η οικογένεια σφιχταγκαλιασμένη θα προμηθεύει τώρα με γνώσεις και πρωτόγνωρες εμπειρίες και αισθήσεις, μικροχαρές το νέο τους Βιβλιοπωλείο-Στέκι, τη Νέα τους ουράνια ΚΙΒΩΤΟ που ταξιδεύει στον χρόνο. Την ΚΙΒΩΤΟ των πλουραλιστικών εμπειριών και γνώσεων, της μεγάλης αγκαλιάς-φιλοξενίας, με τους χιλιάδες τίτλους βιβλίων και το ζεστό χαμόγελο του Δημήτρη και της Βαγγελίτσας. Τους προστάτες εν ζωή των φτωχών και των ανέστιων, των ρακοσυλλεκτών και των άστεγων, ημεδαπών και αλλοδαπών που είναι εξόριστοι από την γη των προγόνων τους από τους δυνάστες ισχυρούς και χορτάτους της γης. Των κατατρεγμένων αιρετικών της ζωής, του έρωτα, της θρησκείας, της πολιτικής, της κοινωνίας.

Χωρίς να περιμένουν δάφνες ανταμοιβής ο Δημήτρης και η Βαγγελίτσα ήσαν από τα πιο ανιδιοτελή πρόσωπα που θα συναντούσες στην πόλη μας, τον Πειραιά. Γιαυτό και ελάχιστες, σπάνιες φορές θα άκουγες παράπονο για την δημόσια εμπορική συμπεριφορά τους από τα χρόνια μετά την μεταπολίτευση του 1974 που άνοιξαν αυτήν την φωλιά του βιβλίου στο κέντρο του Πειραιά. Πρόσχαρα και χαμογελαστά άτομα παρά τα δεκάδες οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν σαν βιβλιοπώλες σε μια πόλη εργατούπολη όπως ο Πειραιάς, που οι βιοποριστικές καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων του υπερτερούν μάλλον των πνευματικών τους αναγκών και ενδιαφερόντων. Φιλάσθενη στο σώμα η Βαγγελίτσα, είχε γεννηθεί (5/12/1947) κατάγονταν από την Σύμη, και όμως διέθεται μεγάλες ψυχικές αντοχές αγάπης και κατανόησης. Και ο συνομήλικός της περίπου Δημήτρης, κέρβερος πιστός δίπλα της, να την φροντίζει, να την περιποιείται, να την προσέχει. Να την σέβεται και να την αγαπά. Τις εορταστικές περιόδους και ιδιαίτερα την Πασχαλινή, συνήθιζε η φιλάσθενη Βαγγελίτσα να φτιάχνει μόνη της με απλά, φτηνά αλλά ποιότητας καθημερινά υλικά, τις πολύχρωμες χειροποίητες πασχαλινές της λαμπάδες με γούστο, τα μικρά φαναράκια της Ανάστασης που κρεμούσε στο μαγαζί, τα χαρτονένια και πάνινα πολύχρωμα παιδικά παιχνίδια και άλλα μπιχλιμπίδια με καλαισθησία και στόλιζε την βιτρίνα του μαγαζιού. Κουκλίτσες και μικρά μπιμπελό, τυλιγμένα με γουστόζικες σε σχέδια κορδελίτσες παιδικά βιβλία που ομόρφαιναν την ατμόσφαιρα του βιβλιοπωλείου, ενώ οι λιχουδιές της βρίσκονταν στον πάγκο που έσφυζε από τίτλους βιβλίων. Νησιωτοπούλα από οικογενειακή καταγωγή, συνήθιζε να ζυμώνει σπιτικά κουλουράκια, να φτιάχνει γλυκά και να τα προσφέρει με αγάπη στους πελάτες-φίλους τους, στο Στέκι τους το Βιβλιοπωλείο ΚΙΒΩΤΟΣ που βρίσκονταν στον πεζόδρομο της οδού Δραγάτση 1 στο κέντρο του Πειραιά. Κάτω από το κτήριο γιαπί, που στεγάζονταν τα παλαιότερα χρόνια η Ράλλειος. Μικρός ο χώρος της ΚΙΒΩΤΟΥ αλλά όαση ανθρώπινης ζεστασιάς, νησίδα φιλοξενίας ακόμα και για τους περαστικούς, τους τυχαίους πειραιώτες που στέκονταν και χάζευαν την στολισμένη πάντα βιτρίνα. Αυτούς που χαίρονταν την στολισμένη βιτρίνα και ας μην ψώνιζαν, ας μην περνούσαν την πόρτα του βιβλιοπωλείου. Η καλή τους κουβέντα απευθύνονταν σε όλους. Και ο Δημήτρης, ο από πάντα σύντροφός και στήριγμά της, ήρεμος, ανεξίκακος, πράος, ανθρωπιστής επαναστάτης, διακριτικός, σεμνός πάντα κοντά της. Χαμογελαστός, συντρέχτης, ψυχοπονιάρης, λιγομίλητος με ένα χαμόγελο που απλώνονταν και σκέπαζε το με αδρά αντρικά χαρακτηριστικά πρόσωπό του. Να τρέχει με το μηχανάκι του ολημερίς να αγοράζει βιβλία και άλλα χαρτικά και σχολικά είδη για το μαγαζί, να περιποιείται και να στέκεται δίπλα στην σύντροφό της ζωής του. Να την παίρνει τα βράδια μετά τον κάματο της δουλειάς με το αυτοκίνητό τους να πηγαίνουν ολιγόωρες εκδρομούλες, σε παραλίες της αττικής να κάνουν τα νυχτερινά μπάνια τους που τόσο ανακούφιζαν την Βαγγελίτσα. Ενώ παράλληλα ο Δημήτρης, να τρέχει και πάλι να κάνει τα ιδιαίτερα μαθήματά του σαν μαθηματικός δάσκαλος. Και απορείς πως τα κατάφερναν και ήσαν πάντα "άφραγκοι", χρεωμένοι, αλλά πλούσιοι σε αγάπη και καλοσύνη σε συναισθήματα το αντρόγυνο αυτό των ωραίων πειραιωτών βιβλιοπωλών. Ο Δημήτρης Σολωμός, ας μου επιτραπεί η υπερβολική έκφραση, ήταν ένας "ιερωμένος" κοινωνικός αγωνιστής. Ψηλός και γεμάτος, με μούσι ορισμένες φορές σαν παλαιός αντάρτης άλλων εποχών. Χωρίς όμως τα φυσεκλίκια του πολέμου αλλά τα παράσημα της προσφοράς και της αγάπης για τους άλλους. Ένας αναρχικός του χρήματος. Ένας μποέμ, "άφραγκος" ανθρωπιστής. Σπάνια θα συναντούσες στον Πειραιά συνάδελφό του βιβλιοπώλη που να μην άκουγες να λέει καλά λόγια για το αγαπημένο αυτό αντρόγυνο. Η ιερότητα της ζωής και των ουσιωδών της αξιών στο μέτρο και τις αντοχές των ανθρώπινων κοινών αναγκών της, ήταν για το ζεύγος Δημήτρη και Βαγγελίτσα Σολωμού αυτό που πρυτάνευε στις σχέσεις τους με τους άλλους. Ονειροπόλοι, ωραίοι "φευγάτοι" τύποι με έναν τρόπο παράξενο και ακαταλαβίστικο για την κοινή λογική ημών των υπολοίπων στέκονταν συνήθως πάνω από την σημασία που δίνουν οι άνθρωποι στο χρήμα. Ευχάριστα «σπάταλοι» όταν είχαν μαζέψει ελάχιστες οικονομίες από το Βιβλιοπωλείο. Δεν λύγισαν ακόμα και όταν πτώχευσαν από το δεύτερο μαγαζί με παιδικά επιτραπέζια και άλλα παιχνίδια-που έκαναν εισαγωγή από το εξωτερικό- που άνοιξαν στην οδό Φίλωνος πίσω από την Αγία Τριάδα. Άντεξαν παρά την αποτυχία του εμπορικού τους εγχειρήματος.Ταξίδευαν, διάβαζαν, άκουγαν μουσική, φρόντιζαν τους φίλους τους, φιλοξενούσαν ανθρώπους στο σπίτι τους στην Καλλίπολη. Ήσαν προστάτες ουσιαστικοί, αγόγγυστα σε ανέστια άτομα της πόλης, βρέθηκαν κοντά τους, μαγείρεψαν για τους "ξένους", τους ζέσταναν με την στοργή τους. Και αν στο αρχικό ερώτημα της αρχής του κειμένου «εν ημίν….» του αγίου Συμεών γράψουμε την λέξη Χρηστός για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του Δημήτρη, δεν θα αστοχούσαμε, δεν θα ήτανε ύβρις προς το πρόσωπο του αγίου. Ίσως θα έπρεπε να προσθέσουμε και το επίθετο Καλοκάγαθος. Και δεν είναι υπερβολικό το βάρος και η σημασία των δύο αυτών επιθέτων της μακραίωνης ανθρωπιστικής παράδοσης του έθνους μας, για πρόσωπα που διαθέτουν την ποιότητά αυτού του ανεξίκακου Πειραιώτη. Είναι σεμνός προσδιορισμός στο επίγειο πέρασμα του Δημήτρη και της Βαγγελίτσας στην πόλη μας. Καθρεφτίζει την εικόνα της συνείδησής τους όπως αυτή πλάστηκε από τα βάσανα και τις κοινωνικές κακουχίες και αντιξοότητες του βίου τους. Των οικογενειακών τους παραδόσεων. Ο λόγος τους ήταν ιαματικός, παρηγορητικός σαν τις καθημερινές τους μικρές πρακτικές. Οι ταλαιπωρίες της ζωής τους δεν κατάφεραν να υποσκάψουν τους αναβαθμούς της αγάπης τους για τον άνθρωπο και τα προβλήματά του. Θυμάμαι την συγκίνηση που ένιωσαν όταν τους πρόσφερα το πειραϊκό-ανθολόγιο, «24 συν 3 κείμενα για το Βασίλη» εις μνήμη του πρόωρα χαμένου γιου τους πού μοίρασαν μαζί με το στάρι στα 40 του, μετά το μνημόσυνο που τέλεσαν στην εκκλησία της ενορίας τους. Αυτοί, οι κόκκινοι "άθεοι". Οι άστεγοι από ουράνιους Θεούς αλλά συντρόφους τους διπλανές τους σταυρωμένες υπάρξεις. Θυμάμαι την ανακούφιση στα μάτια της Βαγγελίτσας και του Δημήτρη όταν το βιβλίο της «Μπατιρομαγειρική» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περίπλους έκανε δεύτερη και τρίτη και τέταρτη έκδοση. Ήταν μια μικρή οικονομική ανάσα ανακούφισης στα πολλά έξοδά τους. Θυμάμαι την χαρμολυπική τους διάθεση όταν "οι φίλοι του βιβλιοπωλείου "ΚΙΒΩΤΟΣ" οργάνωσαν την πνευματική εκδήλωση τιμής και αγάπης στη μνήμη ΒΑΣΙΛΗ ΔΗΜ. ΣΟΛΩΜΟΥ λόγω των αγίων ημερών του Πάσχα και του Τριωδίου των Ρόδων" όπως γράφει η πρόσκληση που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 12 Απριλίου 2006 στην αίθουσα "Αποφοίτων της Ιωνιδείου Σχολής". Στην εκδήλωση μνήμης του μικρού Βασίλη μίλησαν ο εξαιρετικός σύγχρονος πειραιώτης ποιητής Αντώνης Ζαρίφης, και ο καλοκάγαθος και πάντα χαμογελαστός λογοτέχνης του Πειραιά Χρίστος Αδαμόπουλος. Θυμάμαι με τι προθυμία με προσκάλεσαν να τους συνοδεύσω να παρακολουθήσουμε την θεατρική παράσταση στο Εθνικό Θέατρο του έργου του Ιταλού Λουϊτζι Πιραντέλο, "Έξι Πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» που σκηνοθετούσε ο αγαπημένος τους συγγενής, γνωστός σκηνοθέτης Δημήτρης Μαυρίκιος. Θυμάμαι τις ορθές παρατηρήσεις τους για το έργο και την σκηνοθεσία του στο αμάξι, την μικρή συζήτηση με τον σκηνοθέτη μετά την παράσταση. Η παιδεία της Βαγγελίτσας ήταν στέρεα και πολύπλευρη. Συνήθιζε να διαβάζει τα καινούργια βιβλία που είχε πάνω στον πάγκο του Βιβλιοπωλείου και να γράφει τις κρίσεις της, τις σκέψεις της σε μικρά χαρτάκια και να τα βάζει ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων ή να τα "καρφιτσώνει" στο εξώφυλλο ώστε να βοηθηθεί ο πελάτης-αναγνώστης, να μάθει τι βιβλίο κρατούσε στα χέρια του, ποια η θεματολογία του, η υπόθεσή του,, ποιός ήταν ο συγγραφέας. Συμβούλευε σωστά τους πελάτες-αναγνώστες. Άλλοτε, όταν διαισθάνονταν ότι ο πελάτης διάβαζε και δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει ένα βιβλίο του το δάνειζε να το διαβάσει. Φρόντιζε να προτείνει τα κατάλληλα παιδικά βιβλία για τα παιδιά, τα ανάλογα της ηλικίας τους παιχνίδια. Διάβαζε ιστορικά βιβλία, ιδιαίτερα τίτλους της περιόδου του εμφύλιο σπαραγμού σαν από "καθήκον" απέναντι στην οικογενειακή αριστερή της παράδοση που υπέφερε τα σκοτεινά και δύστοκα εκείνα χρόνια. Είχε μεταφράσει μυθιστόρημα του αμερικανού συγγραφέα Τζακ Λόντον, και αν η μνήμη δεν με απατά, από τα γερμανικά, παιδαγωγικά κείμενα. Έγραφε ποιήματα, η ανθολογία Παπύρου έχει δημοσιεύσει ποιήματά της. Μαζί με την αδερφή της Χάρη, ήσαν από τα πρώτα άτομα, την κεντρική ομάδα που στήριξαν και στελέχωσαν το λογοτεχνικό περιοδικό "Διαβάζω" που κυκλοφόρησε τα πρώτα χρόνια μετά την απριλιανή χούντα. Ο Δημήτρης πάντα κοντά της, να την φροντίζει και να της παραστέκεται, να μην στερηθεί τις μικροχαρές της ζωής. Τις ελάχιστες φωτεινές απολαύσεις της, τις τόσο αναγκαίες στο βίο των ανθρώπων. Να στέκεται πλάι της σύντροφος, φίλος, σύζυγος, «νοσοκόμος», μεταφορέας της. Χαρακτήρες σπάνιας ποιότητας, σαν αντρόγυνο και ξεχωριστά σαν άτομα. καλλιτεχνικές φύσεις και συνειδητοί ζωόφιλοι. Στο σπίτι τους στην Καλλίπολη οι πόρτες ήσαν ανοιχτές. Πάντα υπήρχε ένας μεζές στο τραπέζι, ένα ποτήρι κρασί για τον ξαφνικό επισκέπτη. Οι φίλοι των φίλων τους ήσαν και δικοί τους φίλοι. Η φιλοξενία τους ήταν νησιώτικη, ελληνική, πατροπαράδοτη. Μόνο όταν η μοίρα τους χτύπησε σκληρά και ύπουλα έχασαν τα κουράγια και τις ελπίδες τους. Μετά τον θάνατο του Βασίλη δεν αποθεραπεύτηκαν από τον πόνο του χαμού του παιδιού τους. Και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από αυτό των γονιών που χάνουν το παιδί τους και μάλιστα σε μικρή ηλικία; Παρότι δεν πίστευαν με τα συνήθη μέτρα και σταθμά των ανθρώπων, επισκέπτονταν κάθε μέρα το μνήμα του παιδιού τους, στο κοιμητήριο του Ασπροπύργου, άναβαν το καντήλι του, στόλιζαν με λουλούδια τον τάφο του, συνομιλούσαν μαζί του. Διατηρούσαν την επαφή τους, τον φρόντιζαν από απόσταση. Από εκεί και έπειτα ο χρόνος της ζωής τους είχε σημαδευτεί με μαύρα χρώματα. Η φύση ανέμενε την στιγμή για να ολοκληρώσει τον κύκλο του υπόλοιπου χρόνου της ζωής του αγαπημένου ζευγαριού. Να διασώσει την μνήμη τους στις καρδιές και τις ψυχές των μεταγενέστερων που τους γνώρισαν από κοντά, τους συναναστράφηκαν, έγιναν φίλοι τους, πελάτες της ΚΙΒΩΤΟΥ και συντράπεζοί τους. Που συν-στρατεύτηκαν μαζί τους στον αγώνα τον καλό για τον άνθρωπο, στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη και ανθρώπινη αλληλεγγύη. Της αποδοχής του Άλλου. Τώρα, όλη η οικογένεια θα σεργιανίζει με τους αγγέλους της φιλανθρωπίας, τις αόρατες ψυχές των ανεξίκακων, τα πονεμένα είδωλα των βασανισμένων συντρόφων των αδικιών της ζωής, τους φίλους της ελεημοσύνης και της προσφοράς. Τις σκιές του ελέους, της ανιδιοτέλειας, της φιλοξενίας, της συμπόνιας. Θα σκέπουν από ψηλά χαρούμενοι και ικανοποιημένοι, ο Δημήτρης και η Βαγγελίτσα τους κόκκινους συνοδοιπόρους τους των επίγειων αγώνων της πάλης για ελευθερία, ισότητα, αδερφοσύνη. Η Βαγγελίτσα θα τους ετοιμάζει τα κόλλυβα της μνήμης να τους τα προσφέρει, σαν αντίδωρο να ανθίσει και πάλι το χαμόγελό τους, τώρα που είναι ο κοντά της ο Δημήτρης της. Ο αγαπημένος της σύντροφος που έφυγε πλησίστιος, νικημένος από την πανδημία που μαστίζει την ανθρωπότητα στο Αττικό Νοσοκομείο. Θα φωτίζουν με το Φως των ψυχών τους τα νεφελώματα της φιλότητας και της αγαθότητας που χουχουλιάζουν οι βασανισμένοι και πονεμένοι της γης. Οι κατατρεγμένοι και οι διαφορετικοί. Οι πενθούντες. Θα κουρνιάσουν μέσα στην ελπιδοφόρα φάτνη της ανθρώπινης ασκητείας που λέγεται ουράνια επανάσταση. Είναι η μελλοντική κοινωνία των ψυχών που πόνεσαν, μαυροφορέθηκαν, μοιρολόγησαν και εξακολουθούν να τιτιβίζουν χαρωπά, ελπιδοφόρα, μελωδικά, φιλάνθρωπα. Τραυματισμένες ψυχές ανθρώπων που έζησαν για να προσφέρουν στους άλλους, να μεταφέρουν το μήνυμα της αλληλεγγύης όχι με λόγια, όχι με θεωρητικά επαναστατικά τσιτάτα αλλά με την ίδια τους την ζωή, τις καθημερινές τους πράξεις και κοινωνικές συμπεριφορές. Η μεταφυσική απιστία του Δημήτρη και της Βαγγελίτσας δεν προέρχονταν από τα υπεροπτικά ύψη των ιδεολόγων, δεν πήγαζε από επαναστατικές διδαχές και απάνθρωπες θρησκευτικές βεβαιότητες. Η έλλειψη μεταφυσικής πίστης του Δημήτρη και της Βαγγελίτσας στηρίζονταν στην ιερότητα της ίδιας της ζωής και των επιλογών της που αυτή προσφέρει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ξεχωριστά, ιδιαίτερα. Της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης μοναδικά και ανεπανάληπτα. Η παιδεία και η προσωπική τους αγωγή τροφοδοτήθηκε από χυμούς και ρίζες βαθιές της νησιώτικης ταυτότητας και επαρχιακής οικογενειακής τους παράδοσης ελληνικής ανθρωπιάς. Από μια αγνότητα ψυχής που προέρχονταν από τον κόσμο της ελληνικής ζωής του περασμένου αιώνα της πατρίδας μας. Όταν το μπετόν και το σίδερο, το γυαλί των σύγχρονων μεγαλουπόλεων δεν είχε αντικαταστήσει ακόμα την αυθεντική κοινωνία των ανθρώπων και τις ανάγκες τους. Τις αληθινές σχέσεις του έλληνα ανθρώπου. Τότε που η γειτονιά ήταν «θεραπευτήριο» ψυχών και συνειδήσεων σχολείο. Λαϊκό διδακτήριο θερμών τρόπων ζωής και συγκινήσεων, συνύπαρξης με το διαφορετικό και όμως τόσο οικείο τους. Αγωνιστικής συμπεριφοράς και πολιτικού ήθους και όχι γυμναστική άσκηση επαναστατικού εντυπωσιασμού.

     Με τον θάνατο του Δημήτρη Σολωμού η πόλη του Πειραιά κυριολεκτικά γίνεται φτωχότερη. Με ελάχιστες πιθανότητες πλέον, το πρώτο λιμάνι της χώρας να κυοφορήσει ξανά τέτοιας ποιότητας και ανθρωπιάς πειραϊκές φυσιογνωμίες.

Στη μνήμη τους, αφιερώνω το μικρό συγγραφικό εικόνισμα του πεζογράφου Μιχαήλ Μητσάκη: «Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΤΑ». Περιλαμβάνεται στον τόμο Μιχαήλ Μητσάκης, «Το έργον του», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα Απρίλιος 1956. Εισαγωγή-Σχόλια-Επιμέλεια Μιχάλης Περάνθης, σελίδες 296-297

        Η  ΠΑΝΑΓΙΑ  Η  ΜΕΓΑΛΟΜΑΤΑ

    Χωμένη μέσα στά  παληά Βενετσάνικα μουράγια, χάμου εις τη θάλασσα, ένα μέτρο αποπαν΄ απ’ το νερό, εις το βάθος της μικρής κρυψώνας της, η Παναγιά η Μεγαλομάτα βλέπει προς τ’ αντικρινό νησί. Τέλεια γυναίκα, ως τη μέση, με το θείο παιδί της στην αγκάλη, γραμμένη επάνω στον τοίχο, ποιος ξέρει από ποιό ευσεβές χέρι, ποιόν μακρυνόν αιώνα, κάθεται, αποκατ’ απ’ το μικροσκοπικό της το βολτάκι, απομεσ’ απ’ τα μικροσκοπικά της καγκελάκια, ολομόναχη και ήσυχη, ασυντρόφευτη και έρημη. Άλλος κανένας δίπλα, και κανένας γύρω της, μέσα στην σπηλίτσα της. Μπροστά της, μόνο, τρία καντηλάκια κρεμασμέν’ από ψηλά, τριγωνικά, ακινητούν ανάερα, ρίχνουν το γλυκό φώς τους στο γλυκό της πρόσωπο, τις νύχτες του χειμώνα, μεσ’ στη σκοτεινιά, της κρατούνε συντροφιά, ενώ απόξω βράζει τάγριο πέλαγο. Δεξιά, στο πλάϊ, καρφωμένο το κουτάκι της, ξύλινο, μικρούλι και τετράγωνο, καρτερεί κανένα οβολό, από κανέναν ανεπόλπιστον πιστόν, σ’ αυτόν τον άπιστον καιρόν. Και χάμου ένας μπότης πήλινος, να δέχεται το λάδι που της πάνε οι γυναίκες του λαού. Γιατί η Παναγίτσα είν’ έρημη, η Παναγίτσα είν’ απροστάτευτη, δεν έχει σχέση ούτε με δεσπότη ούτε μ’ εκκλησιά, μονάχα ο λαός την προστατεύει κι’ ο λαός την συντηρεί. Και οι γυναίκες της πάνε το λαδάκι της, και οι γυναίκες της παν’ τα λουλουδάκια της, και οι γυναίκες της φέρνουν τον παππά, νάν τους διαβάση κάπου-κάπου μια μικρή παράκλησι, και οι ψαράδες που περνούν με τα καϊκια τους, σαν πιάσουν κάνα ψάρι και πορεύονται, ζυγώνουν στο μικρό λιμανάκι της, μπαίνουν και της ανάβουν το κεράκι της. Κι’ οι άρρωστοι που πάσχουν κι’ απελπίζονται, κι’ από γιατρούς του κόσμου, δεν προσμένουν γιατρειά, τάζονται στη Μεγαλομμάτα Παναγιά, κι’ η Παναγιά τους θεραπεύει, και της πάνε τα ματάκια της, σε φλούδα ασημένια, και της τα κρεμούν, στο σπλαχνικό της χέρι, της πάνε τα ποδάρια της τα σάπια, και της τα κρεμούν ασημένια και χρυσά.

     Κι’ ο σιόρ Σπύρος ο Μπονέλλας, ο επιστάτης του γειτονικού Άη-Νικόλα, ωσάν γείτονας, έρχεται κάθε μέρα, τη φροντίζει, τη  σκουπίζει, της ανάφτει τα καντήλια της, βράδυ κι αυγή, της στρώνει εις τα πόδια της την μπόλια της, που ακουμπούν τα βάζα με τα φιόρα της, περνώντας το στενό το πεζουλάκι της, οπού εχτίσθη κάτου εις τη ρίζα, στο μουράγιο το παχύ, για να συγκοινωνή με τη στεριά η Παναγίτσα, πατώντας τα δύο-τρία το πολύ σκαλιά, που κατεβαίνουν από την πετρούλα της στη θάλασσα, με κίνδυνο να πέση, να γλιστρήση στο νερό. Κ’ ενώ απάνωθε περνοδιαβαίν ο κόσμος, άμαξες, πεζοί, εντόπιοι, ταξειδιώτες, η ζωή της πόλεως, κ’ ενώ μπροστά περνούν καϊκια και βαπόρια, βάρκες και καράβια, η ζωή της θάλασσας, είτ’ η μερ’ απλόνει, το καθάριο φώς, είτε η νύχτα ρίχνει το βαθύ σκοτάδι, είτε βροντά η μπόρα, είτε η γαλήνη ανασαίνει, ολομόναχη και ήσυχη, ασυντρόφευτη και έρημη, απροστάτευτη και αόρατη, χαμένη μέσα στα παληά βενετσάνικα μουράγια, χάμου στη θάλασσα, ένα μέτρο αποπαν’ απ’ το νερό, εις το βάθος της μικρής κρυψώνας της, αποπαν΄απ’ το μικρό της το βολτάκι, απομεσ’ απ’ τα μικρά της κάγκελα, με το θείο παιδί της στην αγκάλη, η Παναγιά η Μεγαλομμάτα κυττάζει αδιάκοπα με τα μεγάλα της γλυκά μάτια το λευκόν κύμα…….      

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Πέμπτη 8 Απριλίου 2021.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου