Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Πειραϊκά Κληροδοτήματα- Ο ποιητής Βασίλης Λαμπρολέσβιος

 

          ΠΕΙΡΑΙΚΑ  ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΑ  1.

          Β Α Σ Ι Λ Η Σ  Δ.  Λ Α Μ Π Ρ Ο Λ Ε Σ Β Ι Ο Σ

         ( Μυτιλήνη 10/4/1908-Πειραιάς 24/3/1989)

                             Ε  Π  Ι  Ν  Ε  Ι  Α

                                (ΠΕΙΡΑΙΑΣ)

                                   «Χαλεπόν εσθλόν έμμεναι»

                                               ΠΙΤΤΑΚΟΣ

Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Αθήνα χ.χ. (1939/1940;) σελίδες 16.

Στην σελίδα 2 αναγράφονται και οι εξής τίτλοι: ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: ΕΜΜΕΤΡΑ: ΑΙΟΛΙΚΑ (ΤΡΙΑ ΒΙΒΛΙΑ).-ΕΑΡΙΝΑ (1926).-ΝΕΚΤΑΡ (1927). ΠΕΖΑ: ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ (1928)- ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (1930).-ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ –Ταξιδιωτικές Εντυπώσεις: Νάπολη-Μαρσίλλια-Παρίσι κλπ. (1936).

 Μονάχα στον ανήφορο πού ιδρώνει και κουράζει

με το Θεό θ’ ανταμωθείς’ αργά μην πείς πώς είναι.

Φίλε μου, ζωντανέ νεκρέ, πάλιν ωραίος γίνε’

της απιστίας η κραυγή και ξένη με τρομάζει.

             ΣΤΟΝ  ΠΕΙΡΑΙΑ

Αναγεννήθηκες από την τέφρα και τα ερείπια,

κι’ ολοχρονίς βυζαίνοντας άγιον ιδρώτα κι’ αίμα,

άκουγες όλα τα κρυφά της Μάνας καρδιοχτύπια

π’ ονειρευότανε για Σε κάποιο γαλάζιο στέμμα.

 

Μέρα τη μέρα τράνευες, κι’ ήσουν κρυφό καμάρι

σαν το μονάκριβο παιδί, κι’ ύστερα με τα χρόνια,

πρόβαλλες ξάφνου ένα σεμνό, δεμένο παλληκάρι

με δυό χρυσόφλεβα, γερά κι’ ακίνητα βραχιόνια,

 

Κι’ ήρθε στην ώρα την καλή, το Λόγο να ξεθάψει

από τα βάθη της καρδιάς μιά ταπεινή παιδούλα,

να πλέξει το τραγούδι Σου και να τα υπογράψει:

«Μούσα εργατογέννητη. Πειραιωτοπούλα!»

             3

Άνθρωπος είσαι, και μην πείς ποτέ το: «Μή μού άπτου…»

τα πάθη είν’ όλ’ ανθρώπινα’ ψάξε, δε θάβρεις ξένα

μεσ’ της ψυχής τα ξέφωτα, μεσ’ της ψυχής τα βάθη,

           τα δαιμονοκατοίκητα κι’ αγγελοφορεμένα.

             4

-Κάλλαντα, κάλλαντα, παιδιά, στην πόρτα μου σταθείτε,

και στο κατώφλι βάλετε τόμορφο καραβάκι…

-Να σας τα πούμε;- Με χαρά και να τα ξαναπείτε,

να δώ την Ονειρόμορφη, την καπετανοπούλα,

στη φούχτα της να ξαναπιώ της λησμονιάς νεράκι…

             5

Πάλ’ η ορχήστρα της Ζωής, η νυχτοκουρντισμένη,

τη συμφωνία την παλιά κι’ ηρωϊκήν αρχίζει,

κι’ αγάλια με μιά δροσερή γλυκοβοή γιομίζει

δρόμους, δρομάκια και στενά στην πόλη πέρα ως πέρα,

με μιά κυρίαρχη φωνή και τρισευλογημένη

μέσα σε τόσες: του καλού Θεού την «καλημέρα!»

             6

ΓΛΑΥΚΑ, δε με γνώρισες; Έλα στην αγριλιά,

την απαρόμοιαστη και πάλι να σπουδάσω

μεσ’ τα μάτια Σου, την Ελλάδα την παλιά,

και την Αλήθεια στόνομά Σου να δοξάσω!

               7

Ανεύρετη για μένα η κρήνη

με το αντίλυπο νερό.

Βάστα καρδιά μου το καμίνι

θα καίει σ’ όλο τον καιρό.

Μοιρόγραφτό ‘ναι να το πίνω

θολό και μαύρο το νερό,

κ’ όπου σταθώ μα κι’ όπου μείνω

το μαδημένο μου φτερό…

               8

Πέρα στο λαχανόκηπο, μονότονο και πάλιν

ακούγεται το τρίξιμο του μαγγανιού, και κάτι

σα δάγκωμα, σαν κέντρισμα μες’ την ψυχή μου νοιώθω,

και συλλογιέμαι τάλογο με το δεμένο μάτι.

               9

Έτοιμα τα νηστήσιμα, ξέχειλο το καλάθι’

πάμε κι’ εμείς ανέγνοιαστοι στο βουναλάκι πέρα,

στη χλωρασιά ν’ ακούσουμε τ’ άγια της ζήσης πάθη

από τη μεθυσμένη Καθαροδευτέρα….

               10

     ΣΤΟ  ΡΟΛΟΪ   ΤΗΣ  ΔΗΜΑΡΧΙΑΣ

Έχεις στοιχειώσει τετράφεγγο ρολόϊ

απ’ τις ματιές πού δέχεσαι όλη μέρα

το χτύπημά σου γι’ άλλους μοιρολόϊ,

γι’ άλλους τραγούδι, γι’ άλλους μιά φοβέρα.

Πότε το χτυποκάρδι μας αυξάνεις,

πότε το βήμα δίνεις μας αργό,

πότε να βλαστημήσουμε μας κάνεις…

κι’ απ’ όλους πρώτος σ’ ένοιωσα εγώ!

               11

Με τόνειρο και τον καϋμό γιά μιάν απλή ζωούλα,-

σπιτοφωλιά, ταίρι καλό, χρυσόστομ’ αγγελούδια…

λίγα λουλούδια κι’ όρνιθες, μιά γίδα, μιά γατούλα-

ξεψύχησες αποσπερνού με βουρκωμένο μάτι,

και σήμερα σε βόλεψαν, άμοιρο Χαριλάκι,

γαμπρό, μ’ ακρίδα ξαπλωτή στο τρίπηχο παλάτι!

               12

Φίλο πιστό σε νόμιζα, κι’ ήσουνα, θεατρίνε,

σίχαμα κρυφοδάγκωτο, κοιλιόσυρτη φοβέρα…

Μην κλαίς ψυχή μου, μόνο πές: «Ώ του Θεού Μητέρα.

ποιός κόρφος δεν εζέστανε, κι’ απλήγωτος ποιός είναι;»

               13

Στην άγια φτωχογειτονιά, στα ταπεινά δρομάκια

τόν πόνο μου θα πάω να κοιμίσω,

κι’ από τη βρύση της χαράς τάδεια μου λαγηνάκια

πάλι νάν τα γιομίσω.

Να ιδώ μες’ τον αφρόντιστο παράδεισο και πάλι

ρόδο και κρίνο πλάϊ μου ν’ ανθίσει,

και σαν Χριστούλης  άϋλος ν’ ανοίξω την αγκάλη

σ’ ‘ένα παιδομελίσσι…

               14

Οι Ουρανοί μες’ του παιδιού χωρέσαν την ψυχούλα,

και του Θεού τα μυστικά, παιδιά τά συλλαβίζουν.

Ένας ο κήπος κελαϊδούν εδώ μαζί κι’ ανθίζουν

λογής πουλιά και λουλούδια μ’ έν’ ίδιο στοματάκι.

Χαμήλωσε το βλέμμα σου για μιά φτωχή μικρούλα,

κι’ έναν μικρούλη χάϊδεψε, κι’ ας είναι κι’ αραπάκι…

               15

Άκου το δίκηο του φτωχού, κάθε τυραννισμένου

τόν πόνο, κι’ ό,τι σου βολεί κάμε γι’ αυτόν καλό,

εσύ καρδιά πού πόνεσες, και σύ ψυχή πού νοιώθεις

από τα ξένα βάσανα, και ρίχτα στο γιαλό.

               16

Πάλι να ιδείς το σούρουπο μεσ’ από τ’ αργαστήρια

στό δρόμο να ξεχύνονται παιδιά μουτζουρωμένα,

πού μόχθησαν ολημερίς γιά «τέχνη» και «ψωμάκι»,

και σκόλασαν χαρούμενα και λίγο κουρασμένα.

Πάλι να πείς το σούρουπο σαν θα τα ιδείς να τρέχουν

στό φτωχικό με τ’ αδειανό στο χεράκι:

-«Δεν έχει πιό λευκό παιδί στον κόσμον από τούτο,

το μαύρο πού τ’ αγάπησα, το βιοπαλαιστάκι».

               17

Ο καπτα-Λιάς κι’ αν μόχθησε κι’ άσπρισε το μαλλί του

μες’ τα νερά σου. Θάλασσα, πάλι σε λαχταράει,

κι’ έρχεται τώρ’ απόμαχος αγάλια τα βραδάκια

σε μιά γωνιά του λιμανιού να πάρει το κρασί του,

να σ’ αγναντέψει με καρδιά πού γέρα δε ρωτάει,

και να κεράσει ξέμπαρκα φτωχά πατριωτάκια.

               18

Άσε τα κούφια λόγια σου γιά «πλήξη» και «φυγή»,

κι’ αν το κακό στη ρίζα του το θέλεις γιατρεμένο,

τα χέρια λύσε, δούλεψε, να κλείσουν οι πληγές,

και το ψωμί σου νάν το τρώς γλυκό κι’ ευλογημένο.

               19

Με το γλυκό χαμόγελο θα πεί την «καλησπέρα»

και μές’ το βάθος της αυλής την κάμαρη θ’ ανοίξει

κι’ όταν πλυθεί ‘πο της δουλειάς το χνάρι και τη λέρα,

τραγούδι ξεκουραστικό με κέφι θα σφυρίξει.

Από το μισοβδόμαδο την Κυριακή λογιέται,

κι’ όταν ο πόθος την καρδιά σα θάλασσα φουσκώνει,

στην αγαθή σπιτοκυρά πάλι ξομολογιέται

τα πόσα βασανάκια του το Σάββατο σκοτώνει…

               20

Πλανιέται μες’ τον έρημο του λιμανιού το δρόμο,

περ’ από τα μεσάνυχτα, μ’ ένα πουλί στον ώμο.

Άλλος κανείς δεν το θωρεί, κι’ άλλος κανείς δεν ξέρει

τίνος ψυχούλαν έφερε απ’ ωκεάνεια μέρη.

Κι’ ο γέρο-Θαλασσόλυκος για να το φευγατίσει,

πάει στην άκρη του γιαλού δυό δάκρυα να χύσει.

               21

Τούτο το πολυδόξαστο του χρόνου μεσονύχτι,

στήν παγωμένη μου καρδιά ξανάφερνε τη ζέστη,

ένα κερί με τάγιο φώς, μιά χαρωπή καμπάνα

και το Χριστός Ανέστη!

               22

Άχ αυτά τα χαμόβλεπα, τάγονα ψόφια χρόνια,

(κι ήσουνα «σκεύος εκλογής», βρέ άμοιρε Σταμάτη)

με το κρυφό σαράκι τους, τη σκόνη μες’ το μάτι,

πού μια καρέκλα σούφαγε πεντέξη πανταλόνια,

(και πάει της ψυχής το φώς με της καρδιάς τ’ αηδόνια)

και τη ζωή σου ρούφηξε, και σούκανε την πλάτη

αγνώριστη και τα μαλλιά τα φόρτωσε με χιόνι…

-Ώ το ψωμί, ναι το ψωμί, κι’ αυτό ένα κομμάτι!

               23

Έλα βραδάκι μου καλό, πού τα χεράκια λύνεις

να φασκελώσουν έτσι μούδια ξενοδουλειές ένα σωρό’

έλα βραδάκι μου καλό, να δώσεις το μωρό

στην αγκαλιά πού το ποθεί, στα κουρασμένα γόνα’

έλα βραδάκι μου καλό, πάλι τον πόνο να πραϋνεις,

έλα την άγια της χαράς, να φέρεις την εικόνα…

               24

Στην εκκλησούλα τη λευκή, στο βουναλάκι πέρα,

στόν  Άη-Γιώργη μου, στον Άγι-Απρίλη σου να πάμε,

πούναι το πανηγύρι τους κι’ έχουν τιμές και δόξες,

τροπάρι και διθύραμβο μαζί να τραγουδάμε…

               25

Δυό τράτες κουμαντάριζε με τσούρμο λεβεντόπαιδα,

με δίχτυα μεταξένια και καλά περίσσια’

κι’ ήταν ο καπτα-Γιάννης ο καλόκαρδος με τόνομα,

κρυφό καμάρι του ραγιά στα Μοσκονήσια…

Κι’ ο δόλιος, τώρα, στα ρηχά, στο Κερατσίνι γύρω,

μ’ ένα παλιό σακκίδι κι’ έναν πεζόβολο,

τουρκοδιωγμένος, έρημος και χαροκτυπημένος,

τρέχει ξυπόλητος για της ζήσης τόβολο.

               26

Φτερά δακρυοστάλαχτα, πού όσο τά βαραίνουν

τής προσευχής τα δάκρυα, τόσο με πάν σιμά Του’

οσώπου θύρα τρίφυλλη φωτοπηγής ανοίγει

και λύνουν δάχτυλα χρυσά το βρόχι πού με πνίγει,

κι’ όλα μου τ’ αμαρτήματα και κρίματα πεθαίνουν

μέσα στη ματωμένη Του και μυστικιά καρδιά Του.

               27

Έλα να πάμε στο χρυσό και γαλανό γιορτάσι’

δεύτερο Πάσχα μας καλεί πέρα στ’ ακροθαλάσσι.

Εκεί τ’ αγέρι ‘ναι ψαλμός, το κύμα θεία χάρη,

καί ρόδον ερωτόθυμα το χνουδωτό λιθάρι.

               28

Μεσ’ σ’ άλλον τόπο δεν χωρείς, εδώ θα περισσεύεις’

εδώ βουλήθ’ η Μοίρα σου, στην άγια τούτη πόλη

να ζήσεις όλη τη ζωή, κι’ ως το ξεψύχισμά σου

να βλέπεις όσα γαλανά δεν είδαν χελιδόνια,

και μέσ’ τ’ αγαπημένα σου μουράγια να ρεμβάζεις,

πούναι γεμάτα μουσικές από τα «κατευόδια»

και τά «καλωσορίσματα» τόσων αγαπημένων…

               29

Κορμιά στού Ήλιου τα φιλιά γυμνά παραδομένα,

φρυάζουν και χαροκοπούν ορθά και ξαπλωμένα.

Μπουμπούκια θαλασσόχαρα και μεστωμένα στάχυα,

μεσ’ τα γυμνόστηθα νερά, στην άμμο και στα βράχια.

Κορμιά με την αλήθεια τους’ αδελφικά κοπάδια,

πέρ’ από τάχαρα κλουβιά, περ’ από τα ρημάδια…

               30

Μοίρα, το γέλιο της αυγής δάκρυ μήν το γυρίσεις,

-είπα-μά και του λόγου μου πρίν την ηχώ ν’ ακούσω,

ξανάρθες αλλοπρόσωπη πάλι για να μαδήσεις

έν’ άνθος άγιο της χαράς προτού να το μυρίσω.

               31

Άσε στη θήκη το βιολί, το ρόδο μεσ’ τον κήπο,

τα γάντια κάπου κρύψε τα μαζί με τη βερβένα.

κι’ έλα ν’ ακούσεις το σφυρί και της βαρειάς το χτύπο

σε μέρη πού τα πόδια σου δεν έχουν πατημένα.

Εκεί πού δεν εσπούδασες ούτε μιάν ώρ’ ακόμα

το μόχθο, και δεν άκουσες του πόνου τη φωνή’

στον τόπο αυτόν πού ολημερίς το γαλανό του χρώμα

το παίρνουν οι ολόμαυροι κι’ ατέλειωτοι καπνοί…

               32

Όπα, καλώς τα τά παιδιά με την χρυσή καρδούλα

πού έχουν τ’ αθωότερα του  κόσμου τα ματάκια’

πούναι τόσο φιλότιμα, και με μιά τέτοια γνώμη,

δίχως σοφίαν άσοφη, με πάλλευκη ψυχούλα’

πού στάζουν κόμπο τον ιδρώ και μοσκοπλέν οι δρόμοι,

πώχουν τιμή και δόξα τους τά  ροζωτά χεράκια!

               33

Χριστουγεννιάτικην αυγή να ξεπετούν τα περασμένα

σα χρυσοπούλια μεσ’ το νού, και στόνειρό σου η Μάννα,

νάρχεται και να σου μιλά, γλυκά κι’ αγαπημένα:

-«Σήκω παιδί μου…» και ν’ ακούς χαρμόσυνη καμπάνα…

               34

Δεκεμβρινή μαύρη νυχτιά, πού ρυάζεται το κύμα

στ’ ακρόχειλα του λιμανιού, και το πλατύ μουράγι,

θαλασσωμένο κ’ έρημο το πέρασε με βιάση,

μ’ έναν σα δράκου σφύριγμα το ύστερο τραμβάγι.

Ψυχή… τύποι, θεόδουλες, χαμίνια και βλαμάκια,

μεσ’ τις μονιές λουπάζουνε, με τάδειο παραγάδι,

και μόλις όσα φέγγουνε, φανοί και φινιστρίνια,

δείχνουνε το πολύπαθο των καραβιών κοπάδι.

               35

Να πονείς και να σωπαίνεις… ως πότε να σωπαίνεις;

ένας Θεός μονάχα να ξέρει την αλήθεια…

Να πονείς και να φωνάζεις… ώε πότε να φωνάζεις;

Όλοι ν’ ακούν εσένα με την κραυγή: «Βοήθεια!»

Να πονείς και να παλεύεις… ως πότε να παλεύεις;

Ώ τρίκοπο μαχαίρι μού τάφαγες τα στήθεια!

               36

Κι’ από τα ρόδα πιό πολύ, κι’ από τά κριν’ ακόμα,

κι’ από τον κόρφο κοριτσιού κι’ απ’ των βρεφών τα χνώτα,

δοξολογώ με της καρδιάς και της ψυχής το στόμα,

εργάτη μου, τον άγιο Σου κι’ ατίμητον ιδρώτα!

               37

Ψυχή μου ευκολόπιστη, καρδιά τυραννισμένη,

πάρε κι’ αυτό παρηγοριά πού τώπε στόμα ξένο:

-«Όποιον αγάπησε πολύ τόσο και τον παιδεύει…»

Ζωή μου πικροθάλασσα, κορμί βασανισμένο!

               38

Ξαναθύμου το κλωνάρι πού βορριάς το κατατρέχει

τα ροδοπέταλα στο πράσινο νερό

το πουλί πούμεινε μόνο και ζεστή φωλιά δεν έχει

τον αγύριστο καιρό…             

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 Οι πηγές των στην κατοχή μου βιβλίων του ποιητή και χρονογράφου-αρθρογράφου Βασίλη Λαμπρολέσβιου, υπήρξαν δύο. Ορισμένες του ποιητικές συλλογές όπως τα ΕΠΙΝΕΙΑ των εκδόσεων Γκοβόστη, τις φωτοτύπησα εδώ και χρόνια από την Βιβλιοθήκη του Δήμου Πειραιά. Άλλα βιβλία του ποιητή καθώς και τις δύο μικρές μελέτες (για την ακρίβεια δοθείσες ομιλίες των ποιητών Δημήτρη Γιατράκου και Αντώνη Ζαρίφη) τα αγόρασα από το γνωστό παλαιοπωλείο στην Αθήνα του κ. Παύλου και σε υπαίθρια κιόσκια με τίτλους βιβλίων, στον πεζόδρομο πίσω από το άγαλμα του ποιητή Κωστή Παλαμά. Τα ποιήματα και τα πεζά του Βασίλη Δ. Λαμπρολέσβιου είναι δύσκολο να ανεβρεθούν, να συγκεντρωθούν, να ταξινομηθούν, να εντοπιστεί η ημερομηνία έκδοσης και κυκλοφορίας τους. Ο πειραιώτης ποιητής δεν διαχειρίζονταν ούτε σωστά, ούτε με ακρίβεια το αρχείο του, τα γραπτά του, δημοσιεύματά του, χειρόγραφες σημειώσεις και τίτλους ποιημάτων του. Το ίδιο αμελής και ίσως και αδιάφορος υπήρξε και για τα εκδοθέντα κατά καιρούς βιβλία του, ποιητικές δεκαεξασέλιδες συλλογές του, πλακέτες με ποιήματά του, χειρόγραφες συλλογές  τα οποία μοίραζε σε φίλους του, γνωστούς του, σε άτομα που τον επισκέπτονταν. Δώριζε τα πάντα στους πάντες με τέτοια ευκολία σε σημείο να αποψιλώσει το ίδιο του το υλικό. Ένα μέρος το είχε δωρίσει στον πρώην πρόεδρο της Φ. Σ.Π. και φίλο του ποιητή, και ένα εναπομείναν υλικό του αρχείου και των συλλογών του χάθηκε έπειτα από μία κατάρρευση τοίχου, μεσοτοιχίας του σπιτιού του. Ακόμα, ο ίδιος συνήθιζε να επανεκδίδει και να πουλάει ο ίδιος τις συλλογές του, προσθέτοντας καινούργια ποιήματα, μεταφέροντας εκ νέου άλλα, στις μεταγενέστερες συλλογές, ή συμπεριλαμβάνοντας πάνω από μία συλλογές σε νέες κυκλοφορίες. Πολλά από αυτά τα βιβλία (αν εξαιρέσουμε εκείνα που εκδόθηκαν από γνωστούς εκδοτικούς οίκους) δεν έφεραν χρονολογία κυκλοφορία τους ούτε άλλα πληροφοριακά στοιχεία. Ήταν κατά κάποιον τρόπο πρόχειρα εκδοτικά. Όλη αυτή η χρονολογική και εκδοτική ακαταστασία είχε σαν αποτέλεσμα ούτε παλαιότερα ούτε ασφαλώς και στις μέρες μας, να μπορεί κανείς να συγκεντρώσει το σκόρπιο και διάσπαρτο υλικό, να ερευνηθεί και να πάρει την αρμόζουσα θέση του μέσα στην καθόλου ιστορία των πειραϊκών γραμμάτων. Συνήθως τις πληροφορίες τις αντλούμε από τον ίδιο τον ποιητή (από τα ελάχιστα που μας αναγράφει σε ορισμένες συλλογές του. Άλλοτε γράφοντας ότι εκδόθηκαν άλλοτε ότι είναι υπό έκδοση-πράγμα που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την έρευνα. Έτερες πληροφορίες αντλούμε από λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες στα οποία έστελνε τα βιβλία και κρίνονταν ή σχολιάζονταν από αθηναίους ή πειραιώτες συγγραφείς. Πρόβλημα παρουσιάζεται όταν ο ίδιος σημειώνει ότι αν καταλαβαίνω ορθά, «Το γαλάζιο ημερολόγιο είναι Ταξιδιωτικές Εντυπώσεις, ενώ στην φωτοτυπία που έχω της συλλογής του «Το Τραγούδι του Πειραιώτη Ναυτικού» με συνεχόμενη σελιδαρύθμιση έχουμε μία δεύτερη ενότητα Ποιημάτων του.  Όπως με είχαν πληροφορήσει πειραιώτες ποιητές και συγγραφείς κατά την διάρκεια των δικών μου ερευνών,- όταν συγκέντρωνα στοιχεία για το «Πειραϊκό Πανόραμα», την «Βιβλιογραφία του Πειραιά» και κατόπιν το «Πειραϊκό Λεύκωμα», ούτε ο ίδιος ο καλοκάγαθος και σεμνός ποιητής κατείχε τα τελευταία χρόνια πόσα ακριβώς είναι τα βιβλία τα οποία κυκλοφόρησε, ιδίοις αναλώμασι ή μη. Ούτε και οι ίδιοι γνώριζαν ακριβώς. Εξάλλου, μια προσεκτική παρατήρηση θα μας φανέρωνε ότι συνήθως, ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος ανθολογούνταν από ορισμένες του συλλογές και συγκεκριμένες του ποιητικές μονάδες. Κατά πάσα πιθανότητα σύμφωνα με τους τίτλους που παραθέτω  (αυτούς που κατόρθωσα να βρω και να μελετήσω και αυτούς τους οποίους απλά αναφέρω)πρέπει να ήταν καμιά εικοσαριά η εκδοτική του παραγωγή. Σε κριτική του στην «Φιλολογική Βραδυνή» ο πεζογράφος Δημήτρης Σιατόπουλος κάνει λόγο για 17 τίτλους. Ο πειραιώτης ποιητής και κριτικός Στέλιος Γεράνης στο λήμμα που υπογράφει στην Λογοτεχνία των Ελλήνων αναφέρει ελάχιστους (ανάμεσα σε αυτούς και το βιβλίο του για τον αρχαίο φιλόσοφο Σωκράτη). Ο Δημήτρης Γιατράκος επίσης ορισμένους τίτλους. Το αφιέρωμα το οποίο πραγματοποιεί το περιοδικό Φιλολογική Στέγη τεύχος 47/1,3,1989, σ. 3-8 με την ευκαιρία της απώλειάς του στην κλινική «Άγιος Νικόλαος» στον Πειραιά όπου νοσηλευόταν, -δήμαρχος τότε του Πειραιά ήταν ο πολιτικός και συγγραφέας Ανδρέας Ανδριανόπουλος και αντιδήμαρχος πολιτισμού ο Ανδρέας Βουτσινάς-, δεν αναφέρει το σύνολο των έργων του. Το ίδιο διαπιστώνουμε και από τα διάφορα συγκινητικά επικήδεια κείμενα τα οποία είδαν το φως στον τοπικό τύπο την περίοδο εκείνη από πειραιώτες λογοτέχνες και φίλους του τον οποίο γνώριζαν από κοντά. Ούτε ο κορίνθιος ποιητής και μεταφραστής Βασίλης Λαζανάς, που είχε γράψει πρόλογο σε βιβλίο του γνώριζε. (Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος έπασχε από τα νεανικά του χρόνια από κώφωση, ενώ ο Λαζανάς είχε γράψει μελέτη για το πρόβλημα των κωφαλάλων). Ο Πειραιολάτρης και Πειραιογράφος ποιητής, ήταν περισσότερο γνωστός από τα πάμπολλα χρονογραφήματα, άρθρα, σχόλια στην επικαιρότητα, απαντητικές επιστολές, κριτικές βιβλίων, εικαστικά σημειώματα, το κύριο άρθρο ή επιφυλλίδα κ. ά. από την δεκαετία του 1960 στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» των Παναγιώτη Γ. Τζουνάκο και Γεωργίου Π. Πασαμήτρου, έως των ημερών της δικής μου γενιάς ιδιοκτησία Παύλου Πέτσα. Ο Λαμπρολέσβιος είχε την στήλη ΕΠΙΝΕΙΑ, μεταγενέστερα, ονομάστηκε το κομμάτι της σελίδας Συζητήσιμα-Θέματα Πτερόεντα. Σε αυτές τις μέσα σελίδες δημοσιεύονταν επίσης σχόλια και κρίσεις για την καθημερινότητα και τα προβλήματα της πόλης, για θέματα που αφορούσαν τον πνευματικό πειραιά και τα σωματεία του με τα αρχικά «Ακροατής». Κείμενα και άρθρα έγραφε ακόμα ο λογοτέχνης Χρήστος Αδαμόπουλος, ο δημοσιογράφος Ιωάννης Τζώρτζης, και πολλοί άλλοι δημοσιογραφούντες του Πειραιά, του Κερατσινίου κλπ. Μέσα από αυτές τις σελίδες του τοπικού τύπου και των λογοτεχνικών περιοδικών-τις κριτικές- γνωρίσαμε και διαβάσαμε τον ποιητή Βασίλη Δ. Λαμπρολέσβιο. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με την σειρά καταγράφοντας τα βιβλία του και τα περιεχόμενά τους.

-Βασίλειος Δ. Λαμπρολέσβιος «ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ», ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ εκ του Τυπογραφείου ΣΩΜΟΥ & ΚΑΛΛΙΝΗ, 1926, σ.68., δραχμές 2000. Στην δεύτερη σελίδα αναφέρεται στα υπό έκδοσιν έργα του ίδιου: Το διαμάντι της Ρόζας κι’ άλλα διηγήματα,/ Ο «Νότης» Ρομάντσο,/ Στίχοι και Πεζά./ Ο Μοντέρνος Δικηγόρος-Θέατρον.

Στην επανάληψη του εξωφύλλου υπάρχει το μότο: «Τα πρώτα μου ποιήματα./Σεμνά αφιερώνω/Στον τόπο πού δοκίμασα/ Χαρά ζωής και πόνο.» Η συλλογή περιλαμβάνει τον Πρόλογο με κείμενα του Αριστομένη Προβελέγγιου(3-4). Απόσπασμα από την εφημερίδα «Θάρρος» της 23/9/26). Κρίσεις του πειραιώτη ποιητή και δημοσιογράφου Χρήστου Λεβάντα για τα «Πρωτόλεια» (5-6). Με τα αρχικά Π.Μ.  δημοσιεύεται από την εφημερίδα «Σημαία» 27/1/26, κείμενο και στίχοι του ποιητή με τίτλο «Πλεονεξία» στην «στήλη» «Η Ζωή που περνά»(6-8). Ακολουθεί σημείωση του θεατρικού συγγραφέα και διευθυντή της «Νέας Εστίας» Γρηγορίου Ξενόπουλου από την στήλη «Από το καρνέ μου» 10/2/26, και επιστολή του ιδίου 31/1/1926 για τον χρονογράφο και ποιητή Β.Λ. της εφημερίδας «Σημαία»(8-10). Σχόλιο της εφημερίδας ΤΟ ΜΟΛΥΒΟΚΟΝΔΥΛΟ, για τον Γ.Ξ.(9-10). Τα ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ (10-11). Τέλος κρίση από «Περ. Ανθ.» του Ε. Θ. (10-11) και σημείωμα του Εκδότη, σελίδες (11-13). Περιλαμβάνει τους εξής τίτλους ποιημάτων: ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ/ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ/ΕΝΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ/ΑΝΑΘΕΜΑ/ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ/ΧΑΡΑ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΕΝΟΙΩΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ/ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ/ΕΝΑΣ ΤΑΪΦΑΣ/ ΑΓΑΠΗ ΣΤΑ ΖΩΑ (Στη κ. Δ.Θ. Σ.)/ΣΤΡΟΦΗ/ΦΑΛΗΡΟ ΦΑΛΗΡΟ!!!/ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ/ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ/ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΔΥΣΤΙΧΙΣΜΕΝΟΥ/ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ/Ο ΚΡΥΦΟΣ ΠΟΝΟΣ/ΚΑΛΗΤΕΡΑ ΟΠΩΣ ΖΟΥΜΕ/ΑΠ’ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ/ΟΛΑ ΨΕΜΑΤΑ/ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ/Η ΞΕΡΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ/ΔΕ ΜΕ ΛΥΠΑΣΕ/Η ΚΡΥΦΗ ΑΓΑΠΗ/ΣΤΡΟΦΗ/ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ/ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Στην αδελφούλα μου Ευαγγελίτσα)/ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΖΩΗ (προηγείται μότο από το βιβλίο του Anatole France Κόκκινο Κρίνο)/ΑΠ’ ΤΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ/ΜΟΥΠΑΝ ΠΩΣ ΚΟΝΤΕΥΩ/ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ/ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΕΣ/Τ’ ΑΓΥΡΙΣΤΑ/ MEMORIA/ΟΥΤΕ/ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ/ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΕΣ/ΤΡΑΓΟΥΔΙ/ ΑΠ’ ΤΙΣ ΜΑΥΡΕΣ ΝΥΧΤΕΣ/ΕΝΩ ΕΙΝΕ 20ος ΑΙΩΝ/Ο ΧΡΙΣΤΟΥΛΗΣ/ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ/ΠΑΡΑΚΛΗΣΙ/ ΣΤΗ ΦΤΩΧΙΑ/ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΤΙΜΙΟ…/Ώ! ΜΗ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ…/ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ/ΠΡΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ/ΕΙΝΕ ΓΙΑ ΛΥΠΗ/ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ/Η ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΤΥΧΙΑ/ΑΠ’ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΑ ΤΑΠΕΙΝΑ/ ΠΡΟ ΤΟΥ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟΥ ΤΗΣ/ ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ/ΣΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ/ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ/ ΠΟΤΕ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΖΟΥΣΑ/ ΖΩΗ ΖΗΛΕΜΕΝΗ/ΑΛΗΘΕΙΕΣ/ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ ΘΥΜΑ/ ΝΟΣΤΑΛΓΩ…/ ΤΡΙΚΥΜΙΑ (Στο φίλο ποιητή Επ. Θεόφιλον)/ ΣΤΟ ZEAN MOREAS/ ΘΥΜΑΣΑΙ/ ΕΛΑΤΕ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ/ ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΕΡΗΜΟΙ…/ΣΤΟΝ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟ/ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΥ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ/ Η ΦΥΛΗ ΜΑΣ/ ΑΠ’ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ/ ΡΟΔΑΚΑΝΘΑ (Louis Abbe)/ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΝΥΧΤΑ/ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ/ΠΟΥ ΖΩ (Στην Εργατιά)/ ΑΠ’ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ/ ‘Ω! ΓΑΝΥΜΗΔΗ ΒΑΣΙΛΗΑ/ ΣΤΟ ΡΟΛΟΪ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ/ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ/ ΘΕΡΙΝΗ ΒΡΑΔΥΑ/ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ/ΑΧ! ΓΙΑ ΣΕΝΑ/ ΗΛΙΟΠΕΡΙΧΥΤΟΣ/ ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΤΟ ΜΝΗΜΑ/ ΑΠ’ ΤΟ ΝΕΚΤΑΡΙ ΤΟΥ ΦΘΟΝΟΥ/ Η ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΗ/ ΟΤΑΝ ΕΡΘ’ Η ΑΝΟΙΞΗ(Στο Δ. Κριτσοτ.)/ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΑΤΑ/ ΑΠΟΚΑΜΑ Ν’ ΑΚΩ Τ’ ΑΡΓΟ…(Στον Ελπιδοφόρο της Μαθ. Ενώς.)/ ΤΙ ΘΕΛΩ.  

 -ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΣ «ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ» έκδ. Β΄, Αθήναι έκδοσις «ΓΛΑΥΚΑΣ» 1929, σελ. 33. Πρώτη έκδοση 1927, Τρίτη 1932. Είναι η απαγορευμένη του συλλογή. Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον «διάσημο συγγραφέα κ. Εμιλ. Λούντβιχ  εις ανάμνηση της γνωριμίας μας».

Στην δεύτερη σελίδα στα «Έργα υπό Έκδοσιν του Ιδίου» σημειώνονται «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΟΙΑΣ»/ «ΟΤΑΝ ΜΕΘΟΥΝ ΟΙ ΛΑΟΙ»/ «ΤΟ ΠΑΡΑΛΛΗΡΗΜΑ ΤΟΥ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥ» Με ολόκληρο το Ιστορικό της καταδίκης του ποιητού  του (Γύρω από το Νέκταρ) με όλα τα σχετικά της δίκης και τας μαρτυρικάς καταθέσεις των κ.κ. Γρηγορ. Ξενόπουλου, Κ. Παλαμά, Ν. Λιβαδά, Π. Ταγκόπουλου, Μ. Ροδά, Μ. Πετρίδη και … ξένων και δικών μας διανοουμένων. Περιλαμβάνει τα ποιήματα: ΓΥΡΩ ΑΠ’ ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ/ΘΛΙΜΜΕΝΕΣ ΣΤΡΟΦΕΣ./- «ΕΛΕΓΕΙΑ» ΙΙ (Στον εκλεκτό φίλο κ. Μιχάλην Ροδάν)/ΟΡΓΟΝΕ./- «ΡΙΜΕΣ & ΡΥΘΜΟΙ» ΙΙΙ (Στον κ. Ελευθέρ. Λεούσην) /ΚΑΡΑΒΙ/ ΣΤΟ ΡΟΛΟΪ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ/ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΗ/Η ΘΥΜΗΣΗ ΣΟΥ/ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ/ Ω! ΞΕΠΕΣΜΕΝΕΣ/ ΑΠΟΚΑΜΑ Ν’ ΑΚΩ Τ’ ΑΡΓΟ…/ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΩΝ ΑΛΗΤΩΝ/ ΠΟΘΟΣ ΜΟΥ/ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΒΑΒΩΣ/ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

-Β. ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ «ΘΑΛΑΣΣΑ» (ΑΙΟΛΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ) 1925-1926, Πειραιεύς εκ του Τυπογραφείου ΙΩΑΝΝΟΥ Π. ΒΟΝΤΑ, Μπουμπουλίνας 14 Πειραιεύς χ.χ. (1949), σ.16.

Όπως  συνηθίζει ο ποιητής, στο εξώφυλλο υπάρχει η ρήση του αρχαίου Ιππώναξ «Εί μοι γένοιτο παρθένος καλή τε και τέρεινα». Περιέχει την διαλογική έμμετρή του σύνθεση. ΠΡΟΛΟΓΟΣ.: «Ραβδίζω με της τέχνης μου το παιδικό ραβδί/ ρόδα και μήλα, χρυσά θυμητικά,/ τέσσερ’ αστέρια της χαράς, ονόματα γλυκά: Ρηγηνούλα, Μήλιω, Μελανθώ, Ροδή!...».  

-ΒΑΣΙΛ. ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ «ΝΕΚΤΑΡ ΙΙ», έκδοση Τυπογραφείον  Δημ. Σ. Τσουρουνάκη, Πειραιεύς χ.χ., σ.16.

Στο εξώφυλλο υπάρχει μότο από τον αρχαίο ιστορικό και βιογράφο Πλούταρχο: «Παλίντονος αρμονίη κόσμου, ώσπερ λύρης και τόξου». Περιλαμβάνει ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ Θ’ ΑΠΟΖΗΤΑΣ/ ΚΙ’ ΑΝ ΕΜΟΙΑΖΕ/ΗΜΕΡΑ ΜΑΤΙΑ/ΜΕΣ’ ΣΤΑ ΠΥΚΝΑ ΚΑΛΑΜΙΑ/ ΘΕΟΓΥΜΝΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ/ ΗΣΟΥΝ ΑΓΑΠΗΣ/ ΠΟΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑ/ΑΣΚΗΤΕΜΕΝΟΣ/ ΠΕΤΡΑ ΒΑΡΕΙΑ/ΑΦΘΑΣΤΕΣ ΩΡΕΣ/ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΧΘΗ/ ΑΝΤΙΔΩΡΑ/

-ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ «ΑΙΟΛΙΚΑ» ΒΙΒΛΙΟ Α΄ 1925-1926, εκδόσεις Δ. Τσουρουνάκη, Πειραιάς χ.χ. (1939/1940), σ. 16.

Στο εξώφυλλο υπάρχει στίχος της αρχαίας λυρικής Λέσβιας ποιήτριας ΣΑΠΦΩ: «Δεύτε νύν άβραι Χάριτες καλλίκομοί τε Μοίσαι». Περιέχει 26 τετράστιχους, εξάστροφους, οκτάστροφους, εννιάστροφους στίχους./ Και τα ποιήματα ΞΕΝΥΧΤΙ/ ΑΝΑΘΡΕΦΤΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ/ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΑΡΝΑΚΙ/ Η ΜΑΝΝΑ.

-Β. ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ», Πειραιάς χ.χ. 1940, σ. 16.

Στην σελίδα 2 σημειώνει ο Λαμπρολέσβιος: «Τα ποιήματα που περιέχει η μικρή αυτή συλλογή τυπωμένη σε ολίγα αντίτυπα εκτός εμπορίου και άλλα που μένουν αδημοσίευτα, έχουν όλα για γενικό τίτλο τους το όνομα της αδελφής μου ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ». Στο εξώφυλλο υπάρχει μότο από ψαλμό Ν. του προφητάνακτα Δαβίδ: «Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου». Η σύνθεση η οποία γράφτηκε για τον θάνατο της αδερφής του ποιητή Ευαγγελία περιλαμβάνει ΠΡΟΛΟΓΟ/ Δεκατρείς πολυσυλλάβους στίχους αριθμημένους με λατινικούς αριθμούς I-XIII,/Το ποίημα ΔΕΗΣΗ/ και το ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ Β ΒΙΒΛΙΟ.      

-ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ «ΠΕΙΡΑΪΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ» (Άγνωστα ποιήματα ανακοινωμένα από τον Δημήτρη Γιατράκο με βιογραφικό σημείωμα του ποιητή) Πειραιάς 1943. Τυπογραφείο ΔΗΜ. Σ. ΤΣΟΥΡΟΥΝΑΚΗ, Ναυάρχου Μπήττυ 37 Πειραιάς. Τιμάται δραχμαί 500. Σ. 16.

Στο εξώφυλλο υπάρχει δίστιχο από την συλλογή του «ΕΠΙΝΕΙΑ»: «Μεσ’ σ’ άλλον τόπο δε χωρείς/ εδώ θα περισσεύεις».  Περιλαμβάνει: Δημήτρης Σταμ. Γιατράκος: Βιογραφικό Σημείωμα 3-4. / ΑΤΙΤΛΑ (δύο τετράστιχες στροφές)/ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)/ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)/ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΛΕΝΤΑΚΙ/ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΛΙΑΚΑΔΑ/ ΚΑΠΟΙΑ ΠΑΙΔΙΑ/  

-ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΤΗ ΝΑΥΤΙΚΟΥ», 1972, σελίδες 48. Η εικόνα του εξωφύλλου «Ναυτικός» είναι έργο της ζωγράφου κ. Μίνας Νοταρά. «Το Τραγούδι του Πειραιώτη Ναυτικού» Αφιερώνεται στον «Αφανή Ναύτη»» μας λέει ο ποιητής στην σελίδα 2. Διαβάζουμε ακόμα στίχους του ποιητή Εμίλ Βεραρέν: «Τα χέρια, το πετσί μου, τα μαλλιά μου/τη Θάλασσα μυρίζουν/ και μεσ’ στα μάτια μου το χρώμα της αστράφτει». Η πρώτη ενότητα καταλαμβάνει τις σελίδες 1-23 ενώ η δεύτερη 24-48. Στο οπισθόφυλλο μέσα σε πλαίσιο αναφέρονται 13 τίτλοι «Ποιητικές συλλογές του ίδιου τυπωμένες σε βιβλία: ΕΑΡΙΝΑ/ΑΙΟΛΙΚΑ/ΝΕΚΤΑΡ/ΘΑΛΑΣΣΑ/ΕΠΙΝΕΙΑ/ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ/ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ/ Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΦΑΥΝΟΥ/ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΟΙ/ ΠΕΙΡΑΪΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ/ΛΥΡΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ/ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΝΩ ΧΙΟΝΙΖΕΙ/ΑΝΤΙΔΩΡΑ.  Στην σελίδα 3 σχολιάζεται η έκδοση, σημειώνοντας ο ανώνυμος συντάκτης: «Το πολύστροφο αυτό «Τραγούδι του Πειραιώτη Ναυτικού» είναι ένα πλευρικό μέρος του «Τραγουδιού του Πέτρου» και του «Τραγουδιού του Καπετάνιου» κι ανήκει κι’ αυτό στον κύκλο των «Επινείων». Έχει γραφτεί στα νεανικά χρόνια του ποιητή, όπως και όλα τ’ άλλα ποιήματα αυτής της συλλογής’ το έχουν διαβάσει πρίν από πολλά χρόνια, χειρόγραφο, πεντέξη φίλοι του. Ο ποιητής του απόφυγε μέχρι τώρα τη δημοσίευσή του, γιατί την εποχή του μεσοπολέμου κάποιοι αξιόλογοι κριτικοί τον αποθάρρυναν με τις κρισολογίες τους για τα «Επίνειά» του, πού ήταν τα πρώτα μικρά δείγματα αυτού του ποιητικού είδους, χαρακτηρίζοντας την οπωσδήποτε φυσική γι’ αυτόν έφεση στην εργατοναυτική ποίηση, σφάλμα, πού τον αδικούσε, σα γνήσιο λυρικό ποιητή, με προτροπή να πάψη να κατατρίβεται με μιά τέτοια λαϊκή και θεματογραφική ποίηση… «Το Τραγούδι του Πειραιώτη Ναυτικού» δημοσιεύεται σήμερα σχεδόν ολόκληρο, δίχως καμμιά «αναθεώρηση» και κανένα «χτένισμα» στα οποιαδήποτε τυχόν ψεγάδια του, ακριβώς, όπως το έχει εμπνευσθεί και γράψει ο ποιητής, διατηρώντας ακέραιο τον παρθενικό οίστρο της δημιουργίας του και τον αυθορμητισμό του.».

Περιλαμβάνει: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΤΗ ΝΑΥΤΙΚΟΥ (1-7)-ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ (8-15), σ. 3-23. Ακολουθεί «ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»  με μότο «Έτσι πάντα χωρίζουμε σε ό,τι αγαπούμε από τη δική μας Ψυχή. Και το αγαπούμε, γιατί έτσι το περιχρυσώνει η ενθουσιαστική καρδιά μας» του Guiyau. Ακολουθούν τα ποιήματα ΣΤΑ ΠΑΛΛΕΥΚΑ ΣΟΥ ΦΤΕΡΑ/ ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΟΛΥΚΟΠΟΥΛΟ/ ΤΟ ΜΕΝΑΝΔΡΟ…/ ΠΡΩΪΝΟ ΣΤΟ «ΡΟΛΟΪ»/ ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ/ ΠΑΛΙ ΞΕΜΠΑΡΚΕ…/ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΟ ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ/ ΣΤΟ ΠΛΑΪΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΑΣ…/ΞΑΦΝΟΥ…/ΡΕΜΒΗ/ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ/ ΤΗΝ ΕΚΣΤΑΣΗ ΣΟΥ…/ΑΤΙΤΛΑ (πέντε αριθμημένα ποιήματα)/ ΝΑΜΟΥΝ ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΑΞΙΔΟ (Στο Χρ. Λεβάντα)/ ΕΠΙΚΡΑΝΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ…/Σ’ ΕΝΑ ΤΑΒΕΡΝΑΚΙ/ ΧΩΡΙΣΜΟΙ (Στο Δαμιανό Στρουμπούλη) /ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ/ ΙΣΤΟΡΟΥΜΕΝΕΣ ΜΙΚΡΟΠΑΤΡΙΔΕΣ/ ΠΑΙΔΙΑ/ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ (Στο Γρηγόρη Θεοχάρη)/ ΟΜΟΙΑ ΜΑΚΑΡΙΣΜΕΝΑ (Στον Πάνο Παπαρρηγόπουλο)/ Τ’ ΑΛΕΓΡΑ ΝΑΥΤΟΠΑΙΔΑ/ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΝΑΥΤΙΚΟΥ/ΑΔΙΚΑ ΝΑ ΜΗ ΒΛΑΣΤΗΜΑΣ/ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ (Στο Σάββα Παπαδόπουλο)/ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ. (Το με αριθμό 3 -τέσσερα τετράστροφα είναι αφιερωμένο (Στο Γιάννη Χατζημανωλάκη). /ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ/ Ο ΣΤΕΡΝΟΤΑΞΙΔΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΣ.

 -ΒΑΣ. ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΦΑΥΝΟΥ» (1928-1929), χ.χ. (1944) σελίδες 14, δρχ. 100.

Στο εξώφυλλο υπάρχει ο στίχος του Αρχίλοχου: «Αιματόεν δ’ έλκος αναστένομεν».  Περιλαμβάνει την σύνθεση «Σαν Μοιρολόι» 30 τετράστιχες μονάδες, /το ποίημα «ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ ΠΡΩΤΗ…/ πρώτη…»/ Και το ποίημα ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ Γ’ ΒΙΒΛΙΟ. 20 στροφές.

-ΒΑΣΙΛ. ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ  «ΜΟΙΡΙΝΤΖΟ»-ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ. Σειρά Πρώτη 1937-1940, εκδόσεις Περγαμηνή-Κ. Μιχαλάς, Νέο Ψυχικό 1982, σελ. 208, δρχ. 200.

Περιέχει 1. ΜΟΙΡΙΝΤΖΟ 2.ΘΥΜΗΤΙΚΑ ΔΕΦΤΕΡΙΑ 3. ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ 4.ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΘΥΜΙΚΑ 5. ΣΥΜΠΤΩΣΗ 6. ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΛΑΜΠΗ 7. Σ’ ΕΝΑ ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟ ΝΗΣΙ 8. ΜΠΑΜΠΑ ΕΛΑ ΝΑ ΦΑΜΕ 9. Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΘΩΜΑΣ 10 ΟΙ ΑΠΟΜΑΧΟΙ ΘΑΛΑΣΣΟΛΥΚΟΙ 11.Η ΛΑΧΤΑΡΑ 12. ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ.

ΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤ. ΓΙΑΤΡΑΚΟΣ, «Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΣ»- ΜΕΛΕΤΗ, Πειραιάς 1945, σελίδες 18, δραχ. 500.

Περιέχει την Ομιλία, (3-15) και τις σελίδες (15-16) με ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΝΩΜΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΕΙΣ για τον ποιητή. ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΑΓΓΕΛΟΜΑΤΗΣ, Εστία31/12/1939. ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΟΔΑΣ, Ελεύθερον Βήμα 29 /1/ 1940 και 12/8/1943. Ν. Γ. ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ Εφημερίδα Εργατών 29/12/1940. Και Εφημερίδα Εργατών 26/11/1939. AL., Le Messager dAthenes 12/4/1940. Γρηγόριος Ξενόπουλος, Επιστολή 28/4/1943. Γ. Άννινος, Πρωϊα 28/10/1940 και 13/5/1943. Σ. Π., Θάρρος 18/10/1940. Σωτήρης Σκίπης, Επιστολή 22/5/1943. Σάββας Παπαδόπουλος, Κοινωνία 3/11/1940. Δημήτριος Γρ. Βερναρδάκης, Αφ. Μυτιλήνη 19/10/1931. Α. Β. Γ. Ορίζοντες Φεβρουάριος 1944. Στο εσώφυλλο δίνονται έργα τυπωμένα του Δημήτρη Σταμ. Γιατράκου. (Κρυφομιλήματα, 1940, Πονεμένα Τραγούδια, 1944 ποιήματα. Και έτοιμα για τύπωμα: Λάμπρος Πορφύρας (μελέτη), «Ζωή και Φώς (ποιήματα). Στην σελίδα 2 γράφει ο πειραιώτης ποιητής Δ. Στ. Γιατράκος: «Τη μελέτη μου «Ο ποιητής Βας. Λαμπρολέσβιος» την έκαμα διάλεξη στην αίθουσα του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά στις 23 Μαϊου 1945 ημέρα Τετάρτη από την ώρα 5.30-6.30 μ.μ. με διαλεχτό ακροατήριο από επίλεχτα μέλη της Πειραϊκής κοινωνίας και του Φοιτητικού κόσμου. Η απαγγελία των ποιημάτων του προγράμματος έγινε από τις Δ/δες Κική Τσοτσορού και Ευαγγελία Βιτζένζου της Σχολής Δραματικής και Απαγγελίας του Καθ. Στ. Νικολαϊδη.». Βλέπε επίσης και το περιοδικό που εξέδιδε ο Γιατράκος Πνευματική Πορεία τχ.1/12, 1953, σ.7.

-ΑΝΤΩΝΗ ΖΑΡΙΦΗ, «Ο ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Β. ΛΑΜΠΡΟΛΕΣΒΙΟΥ». Εισήγηση, Κριτική αναφορά, Φυσική προέκταση στο «Τραγούδι του Πειραιώτη Ναυτικού» και παρουσίαση ανεκδότων ποιημάτων», εκδ. Φιλολογική Στέγη Πειραιώς, Πειραιάς 1973, σελ.48, δραχμές 1000. Την έκδοση επιμελήθηκε ο κ. Παύλος Μπαλόγλου.

Περιλαμβάνει την Εισήγηση και Κριτική Αναφορά σ.3-10, Ανθολόγιο ποιημάτων σελ. 12-42, όπως ΠΡΕΛΟΥΝΤΙΟ/ Ο ΓΙΟΣ ΚΙ Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΒΡΑΝΑ Σ’ ΕΝΑ ΛΙΜΑΝΙ ΞΕΝΟ (1930-31), σ. 12-32. Της διαλογικής σύνθεσης προηγείται στίχος του Βίκτωρος Ουγκώ: «Θάλασσα μεγαλόχαρη, λαμπρέ Ουρανέ, Ωσαννά!». Ακολουθούν οι ΘΑΛΑΣΣΙΝΙΕΣ ΠΑΡΑΠΟΝΙΕΣ (1930-31) με αρχικό μότο του γάλλου ποιητή Σάρλ Μπωντλαίρ: «Πάντοτ’ ελεύθερε άνθρωπε θέ  ναγαπάς τη Θάλασσα», σ.32-42. Στις σελίδες 43-47 παρουσιάζονται «ΑΥΤΟΥΣΙΑ ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΩΝ ΓΙΑ «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΤΗ ΝΑΥΤΙΚΟΥ» (Αθήναι Κωνσταντίνος Δ. Τσάτσος/Πειραιεύς Αδαμάντιος Παπαδήμας /Νέα Υόρκη Γεώργιος Γιάνναρης/ Αθήναι Βασίλης Ι. Λαζανάς/ Πειραιεύς  Χρήστος Λεβάντας,/Πειραιεύς Νίκος Ζώλης/, Πειραιεύς Τάσσος Σιδέρης,/Πειραιεύς Διονύσης Πανίτσας/, Πειραιεύς Δημήτριος Σέρβος/, Πειραιεύς Ιωάννης Χατζημανωλάκης,/ Πειραιεύς Πάνος Παπαρρηγόπουλος,/ Πειραιεύς Γεώργιος Μακαρόνας,/ Πειραιρύς  Λ. Μουζάκης/ Θεσσαλονίκη Χρυσάνθη Ζιτσαία/ Αθήναι Γερ. Κορολής,/ Αθήναι  Ιωάννης Μελάς/, Παλαιό Φάληρο Δημήτρης Λουκάτος/, Βρυξέλλες Henry Aufrere.

       Αυτοί είναι οι τίτλοι βιβλίων που κατόρθωσα να φωτοτυπήσω ή να αγοράσω. Στις αποδελτιώσεις μου εντόπισα και τους παρακάτω τίτλους έργων του με περιορισμένα στοιχεία και πληροφορίες. (όπως καταγράφονται και στα βιβλία του). Τα καταγράφω όπως τα εντόπισα: α) ΕΑΡΙΝΑ ΑΝΘΗ ή ΕΑΡΙΝΑ άλλοτε, ά έκδοση 1926, β΄ 1930. β) ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ 1928 πεζό. γ) ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, 1930. δ) Η ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ, Πειραιάς 1933. ε) ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΟΙ. Πρόλογος Σάββας Παπαδόπουλος. Περιέχει τα ποιήματα ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ και ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ, 1942. Στ) ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ, Πειραιάς 1945, σε πρόλογο και επιμέλεια Δημήτρη Σ. Γιατράκου. ζ) ΛΥΡΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ, Πειραιάς 1945. η) ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ, 1946. θ) ΜΟΥΣΙΚΗ, ΕΝΩ ΧΙΟΝΙΖΕΙ…, Πειραιάς 1955. Ι) ΑΝΤΙΔΩΡΑ, 1960, κ) ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΚΑΘΟΔΟΥ, Πειραιάς 1972. Λ) ΝΑΥΤΟΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, Πειραιάς 1973, μ) Ο ΑΓΑΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ, εκδ. Το Ελληνικό Βιβλίο, Αθήνα 1979. Πρόλογος Βασίλης Ι. Λαζανάς. Διηγήματα αθηναιοκεντρικά και πειραιοκεντρικά. Ν) ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΗΜΟΙ-Πειραϊκά αφηγήματα, εκδόσεις Μαυρίδης 1985. Δες πχ. και κριτική Φ.Σ. τχ. 37-38/7-12,1986, σ.519).

     Στις φωτοτυπίες των συλλογών- σε ορισμένες από αυτές,-δεν αναγράφεται χρόνος έκδοσης ούτε και η πόλη ή ο εκδοτικός οίκος ή το τυπογραφείο που τυπώθηκε. Φαίνεται οι κανόνες βιβλιοθηκονομίας της εποχής, (1941) επέβαλαν να «αφαιρείται»- να μην φωτοτυπείται το σκληρό ή μαλακό εξώφυλλο του βιβλίου. Άλλες φορές λείπει και η τελευταία σελίδα του κολοφώνα και τα περιεχόμενά του τόμου. Έτσι οι δυσκολίες εντοπισμού των ακριβών στοιχείων επαφίεται μόνο από πληροφορίες που αντλούμε έμμεσα από περιοδικά, εφημερίδες, προφορικές πληροφορίες και σχολιασμούς και αυτές όχι πάντα ακριβείς. Για να είμαστε όμως δίκαιοι με την ερευνητική προσπάθεια, παρόμοια προβλήματα συναντάμε και σε περιπτώσεις έργων συγγραφέων παλαιότερων εποχών όπου δεν συνηθίζονταν να ακριβολογούν στην καταγραφή και βιβλιοκριτική. Οι περισσότερες συλλογές του όπως προανέφερα είναι δεκαεξασέλιδες, πλακέτες, πολύστιχες συνθέσεις χειρόγραφες, πολυφωνικές καταθέσεις σε χαρτιά, ποιήματα τα οποία επαναλαμβάνονται σε άλλες συλλογές. Ο πειραιώτης ποιητής Βασίλης Λαμπρολέσβιος τις τύπωνε εκτός εμπορίου και τις μοίραζε από χέρι σε χέρι (κάτι σύνηθες σε ποιητές, ιδιαίτερα του Πειραιά) ή τις δώριζε σε όποιον τον επισκέπτονταν. Γιαυτό και πολλές του μικρές συλλογές, ποιήματα, χειρόγραφες δημοσιεύσεις του χάθηκαν ή καταστράφηκαν. Ή Βρίσκονταν σε χέρια τρίτων οι οποίοι τα διέθεσαν σε παλαιοπωλεία. Έτσι ακόμα και τα στοιχεία ορισμένων εσώφυλλων είναι επισφαλή. Αν εξαιρέσουμε την περίοδο του μεσοπολέμου που ο ποιητής εξέδωσε τις συλλογές του ως Βασίλειος, στα κατοπινά χρόνια χρησιμοποιούσε στα βιβλία το Βασίλης άλλοτε με το αρχικό πατρώνυμο (Δ) άλλοτε όχι, ή μόνο με το αρχικό του ονόματός του Β. Αν δούμε συνολικά την ποιητική του παραγωγή η οποία είναι ασφαλώς πειραιοκεντρική, μπορούμε να κάνουμε λόγο για κύκλους ποιητικών του συνθέσεων. Δεν μπορούμε μάλλον να σημειώσουμε με βεβαιότητα ότι αυτό το έπραττε συνειδητά. Γνωρίζοντας ότι αναμείγνυε ποιήματά του, ποιητικές συλλογές του, ή τις έδινε ελαφρώς παραλλαγμένες για δημοσίευση σε εφημερίδες και περιοδικά. Αλλά και ορισμένες μακροσκελείς συνθέσεις του «πετσοκόβονταν» στην μεταφορά τους σε διάφορα έντυπα. Ορισμένα ποιήματά του όχι από τον ίδιο κύκλου τα αφιέρωσε σε γνωστούς πειραιώτες ή αθηναίους ποιητές και κριτικούς ή έγραψε και ποιήματα για ξένους ποιητές. Πχ. ο έλληνας την καταγωγή ποιητής των «Στροφών» Ζαν Μωρεάς. Σε ορισμένες από τις φωτοτυπίες που έχω διακρίνονται έστω και αχνά οι αφιερώσεις του σε πρόσωπα του Πειραιά που πρόσφερε τα βιβλία του. Δεν γνωρίζουμε μάλλον με ακρίβεια πόσοι και πόσο εκτίμησαν την προσφορά του λυρικού τραγουδοποιού του Πειραϊκού χώρου. Του ποιητή του Λιμανιού, (βλέπε περίπτωση γάλλου Τριστάν Κολμπέρ, του Β. Ουγκώ) των Ναυτικών, των Καπεταναίων και των (Ναυτε) Εργατών του επίνειου της πρωτεύουσας. Ακόμα και το πολύστιχο μοιρολόι του «Η Φωνή του Φαύνου» αυτός ο λυρικός θρήνος αν και προσέχθηκε από ορισμένους κριτικούς, δεν αναδείχθηκε η ποιητική του σημασία και η αξία του μέσα στον ευρύτερο ποιητικό πειραϊκό λειμώνα. Αντίθετα, προσέχθηκαν και τονίσθηκαν οι Πειραϊκές του θεματικές συνθέσεις σε όλη την γκάμα και ποικιλία των ποιητικών του κύκλων και αυτόνομων ποιημάτων. Προσέχθηκε ιδιαίτερα επίσης η σύνθεση για τον χαμό της αδερφής του Ευαγγελίας και η ομώνυμη ποιητική συλλογή του. Όμως ο πειραϊκός ποιητικός χρόνος δεν τον αδίκησε αγαπήθηκε η ποίησή του και προσέχθηκε από τους κοντινούς του. Η επαναλαμβανόμενη άτακτη επιμέλεια του διάσπαρτου έργου του, η μη χαρτογράφηση της σύνολης συγγραφικής του παραγωγής, δυσκολεύει να εντοπίσουμε ίσως τα καίρια και ουσιαστικά προσωπικά του βήματα, όχι μέσω των επαναλήψεών του. Τα εκφραστικά του στοιχεία παραμένουν σταθερά, ένας τόνος τραγουδιού διακρίνει πολλές του ποιητικές μονάδες, το κλίμα μέσα στο οποίο κινούνται παραμένει το ίδιο, το ύφος του είναι κάπως «επίπεδο», δεν έχει πάντα αντοχές, σαν να μην μπορεί όχι να μην θέλει να ξεφύγει από μια επαναλαμβανόμενη ποιητικής ατμόσφαιρας μανιέρα. Μια σφαιρική αντιπροσωπευτική ανθολόγησή του, θα άφηνε απέξω πολλά του ποιήματα. Ένα ξεκαθάρισμα των επαναλήψεων, ένα γλωσσικό χτένισμα, μία επεξεργασία του λεκτικού του υλικού, ακόμα και η αφαίρεση ίσως ορισμένων του στίχων, μιά ορθή χρονολογική ιχνογράφηση ώστε να είμαστε βέβαιοι για τους βηματισμούς του, σίγουρα θα μας φανέρωναν την πραγματική αξία του και όχι την συναισθηματική ή φιλική καταξίωσή του από τους συντοπίτες του στον ποιητικό χρόνο. Χρειαζόμαστε επίσης, μια αισθητική και γλωσσική επεξεργασία των παλαιών του εκδόσεων ώστε να ξεκαθαριστούν ποιες οι ορθογραφικές του αβλεψίες και ποια λαθάκια οφείλονται στα τυπογραφεία. Αντιβολές δημοσιευμένων ποιημάτων του με όποια διασωθέντα ποιητικά του χειρόγραφα. Ο ίδιος ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος όπως φαίνεται-από μαρτυρίες που τον γνώρισαν από κοντά-ήταν αμελής και αδιάφορος στην οργάνωση του συγγραφικού υλικού του. Τα προβλήματα βάλτωσαν και έμεινε η αίσθηση της ούτως ή άλλως πειραιολατρεία του, το καλοκάγαθο του χαρακτήρα του, η εντύπωση ορισμένων ποιητικών του μονάδων, το σταθερό ίχνος του βλέμματός του στα απλά και καθημερινά, σε ανθρώπους βασανισμένους του λιμανιού και των εμπορικών μπάρκων. Έχοντας πλέον την εποπτεία του χρόνου, έχεις την αίσθηση ότι «θυσιάστηκε» το όλον και διασώθηκε το μέρος. Αν δεν λαθεύω. Παραβλέφθηκαν οι ποιητικές του ατέλειες όπως γίνεται συνήθως σε μικρές κοινωνίες και σε κλειστά πνευματικά και καλλιτεχνικά περιβάλλοντα. Όταν μάλιστα τα περιβάλλοντα αυτά ποδηγετούνται για μεγάλο διάστημα. Η σημασία της αξίας προβάλλεται στον χαρακτήρα του προσώπου και όχι στο έργο. Αυτό όμως, θέλει συζήτηση και προσοχή.  

     Η συγκέντρωση, αποδελτίωση, καταγραφή και ταξινόμηση, χρονολογική ιχνηλάτηση του συνόλου των βιβλίων (ποιητικά και πεζά), δημοσιευμάτων, του γεννημένου στην Μυτιλήνη Βασίλη Λαμπρολέσβιου, (Μυτιλήνη 10/4/1908-Πειραιάς 24/3/1989) είναι μάλλον ανέφικτη, αδύνατη πλέον, όπως προανέφερα δυστυχώς όπως και πολλούς άλλους πειραιώτες δημιουργούς. Μια και δεν συνηθίζονταν ακόμα και στα δικά μου Πειραϊκά χρόνια έρευνας να διαφυλάττουν ή να συγκεντρώνουν το σύνολο των εκδοθέντων έργων Πειραιωτών συγγραφέων και ποιητών.  Υπάρχουν αρκετά κενά στον ευθύγραμμο χρόνο της πειραϊκής λογοτεχνικής συγγραφικής και δημοσιογραφικής παραγωγής. Η σύγχρονη τεχνολογία και οι νέες επιστημονικές αρχές της βιβλιογραφίας και βιβλιοθηκονομίας έφερε τεράστια και καταλυτική επανάσταση στην διάσωση και διαφύλαξη των εκδόσεων του προηγούμενου και πρό-προηγούμενου αιώνα. Άλλαξαν επίσης και τα αισθητικά κριτήρια των ανθρώπων, οι αναγνωστικές τους επιλογές, αναζητούν έργα τα οποία να ανταποκρίνονται περισσότερο στους σύγχρονους κοινωνικούς προσανατολισμούς και προβληματισμούς. Γλωσσικές ανάγκες μοντέρνας εκφοράς, άλλης ποιητικής τεχνοτροπίας και οπτικής και ποιητικής εμβέλειας, των νέων αναγκών. Ο χρόνος, δεν είναι μόνο ένα επικίνδυνο παλιρροϊκό κύμα μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για τα έργα του ακόμα και τα κλασικά. Πόσο μάλλον για τις ιδιαιτερότητες που έχει μια τοπική συγγραφική παραγωγή. Το συγγραφικό corpus πλείστων ελλήνων και ελληνίδων συγγραφέων έχει λησμονηθεί δίχως να ενοχλεί τους σύγχρονους, νέους σε ηλικία συγγραφείς. Το ζήτημα βρίσκεται στο τι οι σύγχρονοι αναγνώστες και συγγραφείς θέλουν ή οφείλουν να το διασώσουν μέσα στην πειραϊκή γραμματεία, να το απαλλάξουν από την σκόνη του χρόνου. Στην προκειμένη ερώτηση η περίπτωση των έργων του ποιητή Βασίλη Λαμπρολέσβιου. Το ίδιο ισχύει και για τα εκατοντάδες δημοσιεύματά του, τις συνεντεύξεις του, τα σχόλιά του, τα άρθρα του τα οποία κείτονται διάσπαρτα στον τοπικό και όχι μόνο τύπο και τα περιοδικά και δεν έχουν αποδελτιωθεί. Είναι άγνωστα στους νέους και νέες πειραιώτες, για την ακρίβεια σε όλους μας. Άγνωστα μας είναι και τα ειρηνόφιλα και αντιπολεμικά σχόλιά του τα οποία δημοσίευσε στο μηνιαίο περιοδικό που εξέδωσε την σπάνια πλέον «Γλαύκα» περίοδος πρώτη 1928, δεύτερη 1934. Μέρος του συνόλου έργου του ο καθένας μας γνωρίζει ή έχει διαβάσει. Εκτός από τα τακτικά δημοσιεύματά του τα λεγόμενα «Επίνεια», (ανακαλούν τα αντίστοιχα «Πειραϊκά» του ποιητή και επαγγελματία δημοσιογράφου Νίκου Χαντζάρα) που απολαμβάναμε τα χρόνια της δικής μου γενιάς στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» από όπου και ο γράφων έχει αποδελτιώσει έναν μικρό αριθμό τους τα υπόλοιπα παραμένουν terra incognita. Εφημερίδες όπως η «Ελληνική Ώρα», «Η Φωνή του Πειραιώς», ο «Χρονογράφος», «Η Σημαία», «Οι Νέοι Σκοποί» και άλλες εντός και εκτός Πειραιά έχουν στις σελίδες τους, κείμενα ή ποιήματα του. Παλαιοί ξεχασμένοι τίτλοι περιοδικών όπως «Ο Πλάτων», οι «Θερμοπύλες», ο «Πειραϊκός Λόγος», η «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» πχ. τχ. 30/1973. Σύγχρονα όπως η «Φιλολογική Στέγη» του ομώνυμου Πειραϊκού Σωματείου στο οποίο υπήρξε μέλος, περιοδικά της πρώτης του πατρίδας της Μυτιλήνης έχουν ποιήματά του, αναδημοσιεύσεις του, κρίσεις τρίτων για το έργο του. Βλέπε πχ. Στροφές από την πειραιώτικη μπαλλάδα «Το τραγούδι του Πέτρου» σ. 8, «Κοσμολάλητη Πόλη πού σ’ αγάπησα τόσο/ από δέκα χρονώ παιδί προσφυγάκι, /κ’ υπόφερα βάσανα κ’ ήπια φαρμάκι,/ κοντά σου να μένω, να μη σε προδώσω…»…  (μαζί με το ποίημα «Ο Πρόλογος» του Σάββα Παπαδόπουλου) στον «Πειραϊκό Λόγο» τχ. 1/1941. Το ποίημα «Της Φουσκοθαλασσιάς» σ. 4 του περιοδικού «Πλάτων» τχ. /1,2, 1956, «Της φουσκοθαλασσιάς αφρός επήδα,/ως ανηφόραε το κύμα και σπούσε/με τους υγρούς ήχους και την Ίριδα/ κι’ ολόσωμο σ’ έβρεχε και σε φιλούσε…».  (στην ίδια σελίδα δημοσιεύεται και το άρθρο του Δημοτικού Συμβούλου και προέδρου της Φ.Σ.Π. Γρηγόρη Θεοχάρη, «Σώμα, Ψυχή και Πνεύμα). Στο ίδιο περιοδικό τεύχος 23/1961, σ.14 το εικαστικό του σημείωμα για την Έκθεση Εικαστικών Τεχνών 14 Πειραιωτών Καλλιτεχνών, Ιούλιος 1961στον Κήπο της Τερψιθέας, «Την Είδε Λαός», σ. 14. Από αναδημοσίευση της «Φωνής του Πειραιώς» 25/7/1961 κ.ά.  Σημείωμα στο οποίο μας μιλά για τους συμμετέχοντες ζωγράφους, χαράκτες και γλύπτες όπως η Χαρά Βιέννα( είχε παρακολουθήσει την συμμετοχή της στην Έκθεση Γυναικείας Ανθογραφίας στις αίθουσες του Εντευκτηρίου του Μάριου Βαϊάνου), χαρακτικά της Βάσως Κατράκη, πίνακες του Μάριου Νικολινάκου, της Αλ. Δροσιάδου, του Δημήτρη Γαβριηλίδη, του Κώστα Ροδαράκη, του Στυλιανού Μηλιάδη, του Στ. Λαζάρου, γλυπτά του Νικόλα, του Δ. Τσερκέζου, διακοσμητικά του Βασίλη Λεμπεσόπουλου και άλλων. Και κλείνει το σημείωμά του ο Λαμπρολέσβιος με την εξής παρατήρηση: «Όμως, προτού τελειώση ως καλλιτεχνική απόλαυση και μύηση στους ανίδεους από Καλές Τέχνες, πού την επισκέφτηκαν και την επισκέπτονται, νομίζω πώς θάταν μία ένδειξη ευγνωμοσύνης του Πειραϊκού κοινού, αν ο εκπρόσωπός του ο κ. Δήμαρχος αποφάσιζε να προσφέρει ένα από τα λίγα βράδια που μένουν ακόμα «ένα κρασί» σ’ αυτούς τους ανθρώπους, τους καλλιτέχνες-εκθέτες. Μιά μικρή δεξίωση προς τιμήν τους σ’ αυτό το ειδυλλιακό περιβάλλον του κήπου, με τον πλούσιο φωτισμό, που πλαισιώνουν τα έργα τέχνης αιωνόβια δέντρα, πράσινο και άνθη. Μιά τέτοια δεξίωση  του θα μπορούσε να εξελιχθή σε απροσδόκητο εκπληκτικό «Πειραϊκό Γλέντι», με τραγούδια και χορούς, αν ερχόταν η δημοτική μπάντα. Πόσο μπορεί να επιβαρύνη τα οικονομικά του Δήμου μας ένα ποτήρι κρασί κι’ ένας μεζές;». Τα μικρά του δημοσιεύματα τα συναντάμε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας για χρόνια στην «Φωνή του Πειραιώς» ή σε εσωτερικές της. Κριτικές του για βιβλία που του είχαν αποστείλει ή είχε διαβάσει, εικαστικά σημειώματα για εκθέσεις που επισκέπτονταν, σχόλια πάνω σε ζητήματα και πρόσωπα της επικαιρότητας. Προβλήματα καθημερινότητας της πόλης, καθημερινών συννεφιασμένων της στιγμών. Απαντητικές επιστολές του, ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από ταξίδια του στο εξωτερικό, γνωριμίες του με ξένους λογοτέχνες, παρακολουθήσεις ομιλιών, εκδηλώσεων εντός του Πειραιά και στην Αθήνα. Το βλέμμα του παρέμεινε πάντα Πειραιοκεντρικό, η γραφή του Πειραιοαναφορική, ο λόγος του Πειραιολατρικός αγκάλιαζε πτυχές όχι μόνο των πνευματικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων αλλά και στιγμών βίου, περιπετειών των πειραιωτών της βιοπάλης και του μόχθου. Είτε μας μιλούσε για έναν πειραιώτη καλλιτέχνη, συγγραφέα για έναν απλό άγνωστό μας πειραιώτη εργάτη του λιμανιού ή ναυτικό, το βλέμμα του ήταν σταθερά προσανατολισμένο στην πόλη που διέμενε έως τον θάνατό του. Δεν είναι τυχαίο, ότι, είναι από όσο μπορώ να θυμηθώ, το δεύτερο άτομο που έφερε τον «τιμητικό» τίτλο του Πειραιολάτρη με τόση υπερηφάνεια. Το άλλο άτομο ήταν ο Αργύρης Κωστέας. Τους το είχαν προσδώσει οι μεγαλύτεροι της γενιάς του. Με λόγια, έργα, πράξεις, ποιήματα, πεζά υμνούσε πάντα τον Πειραιά. Τραγουδούσε τον Πειραιά με χαρά και χάρη. Φρόντιζε με τις μικρές του συγγραφικές δυνάμεις να ακουστεί και προβληθεί το πρώτο λιμάνι εκτός των ορίων του. Αν προβούμε σε μία στατιστική ποσοστιαία αναλογία των ποιητικών και άλλων του καταθέσεων, τα περισσότερα ποιήματά του αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στην πόλη του Πειραιά και τους ανθρώπους του. Είναι ο κεντρικότερος κύκλος και μάλλον ουσιαστικότερος της συγγραφικής του παραγωγής. Μια κατηγορία ενός απλού στον λόγο ποιητή, η οποία μας κάνει να παραβλέπουμε τα εκφραστικά και τεχνικά κενά που έχει το έργο του. Οι συχνές επικαλύψεις του. Ένα έργο κάπως άνισο όχι όμως αδιάφορο, ξένο στον Πειραιώτη αναγνωστικά. Οι κύκλοι ποιημάτων του έχουν πυρήνες ποιητικής ομορφιάς, εικόνες λυρικής μεγαλοσύνης, νοσταλγίας στιγμές, συγκρατημένης θλίψης, μοναξιάς, εξομολογητικές στιγμές που προκαλούν συγκίνηση, αχνές ή αδρές αναφοράς προσωπικών του βιωμάτων. Ας μου επιτραπεί να εκφράσω την προσωπική αλλά όχι υπερβολική κρίση ότι ο ποιητής και «δημοσιογράφος» Βασίλης Λαμπρολέσβιος είναι η άνιση ποιητική αγάπη των παλαιότερων και νεότερων Πειραιωτών. Η ποιητική γραφή που σε συγκινεί για την στιγμιοτυπική, λυρική και τρυφερή ύφανση του καμβά των χρόνων της Πόλης και των κατοίκων της όπως τις κατέγραψε ο ποιητικός του λόγος και εικονογράφησαν οι ποιητικές του εικόνες. Ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος έμεινε κλεισμένος μέσα στο πειραϊκό κουκούλι, δίχως ίσως να είχε τα εφόδια (;), την δύναμη (;), την θέληση(;) να ξεπεταχτεί και να γίνει μία μοντέρνα ποιητική πεταλούδα της πόλης του Πειραιά. Η ναυτική του ηθογραφία που συναντάμε σε πεζά του, διηγήματα κλπ. περιγράφει μία ιστορική εποχή που δεν υπάρχει πια. Ο Πειραιάς όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα άλλαξε, πέρασε στους ιστορικούς καιρούς των νέων εποχών, το ίδιο και οι άνθρωποί του, η ναυτιλία της και τα άνθρωποί της. Ο πειραϊκός νόστος διατηρείται από τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα τα οποία είναι φυσικό με το τέλος του βιολογικού τους κύκλου όλες αυτές οι εικόνες, παραστάσεις, στιγμιότυπα, πίκρες και χαρές ζωής, χρώματα, οσμές, αφές του «αλησμόνητου» τότε του Πειραιά, να περνούν αργά και σταθερά στην αναμνησιακή καταγραφή της περιπέτειας της παράδοσής του. Η καιροφυλακτούσα πάντα Ιστορία και ο αμείλικτος Χρόνος γνωρίζουν να υπερβαίνουν τις όποιες προσωπικές αναμνήσεις των ατόμων, ποιητικές ή πεζογραφικές, ημερολογιακές περιγραφές και εξομολογήσεις λογοτεχνών και συγγραφέων. Των χρονογράφων και πειραιογράφων προσκολλώμενων με άδολη αγάπη και  ένθερμη πίστη, ονειρική ίσως αφέλεια σε αυτόν παιδιών του. Βιοπαλαιστής στην κυριολεξία από τα μικρά του ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος αλλά και λαϊκός τεχνίτης της ποίησης, παραμένει ένα σημείο αναφοράς με θετικές και αρνητικές γνώμες για το έργο του. Η δημοτική αρχή της δικτατορίας του στέρησε τα προς το ζην απολύοντάς τον από την εργασία του στο Δήμο, ήταν μία πράξη άδικη και άχαρη, αντικοινωνική και απάνθρωπη. Ευτυχώς πρόλαβε και συνταξιοδοτήθηκε μετά την χούντα, και του δόθηκε μάλιστα αν δεν κάνω λάθος και τιμητική σύνταξη λογοτέχνη. Θα είναι όμως εξίσου άδικη και η λησμονιά του ονόματός του και των ποιημάτων του από τους σύγχρονους πειραιώτες λογοτέχνες και ποιητές. Όλους Εμάς. Γιατί όχι, ακόμα και από τους υπεύθυνους του Πολιτισμού του Δήμου. Η απαξίωση της προσφοράς των παλαιότερων γενεών από τους σύγχρονους θα παρασύρει και τους ίδιους. Η αφάνεια δεν κάνει διακρίσεις.

      Όταν προετοίμαζα το «Πειραϊκό Λεύκωμα» και νωρίτερα το «Πειραϊκό Πανόραμα», είχα διαβάσει άτακτα αρκετά σημειώματά του σε παλαιές εφημερίδες στο Ιστορικό Αρχείο της Πόλης τα οποία βρήκα-ορισμένα τουλάχιστον αρκετά ενδιαφέροντα, σαν υλικό, στην οικοδόμηση της καθόλου μνήμης της Πόλης. Μικρά περιεκτικά άρθρα, κείμενα πληροφοριακά, πειραϊκού κυρίως και πειραιοκεντρικού ενδιαφέροντος. Ιδιαίτερα τα εικαστικά του κειμενάκια (Όπως και αυτά του διηγηματογράφου Βελισάριου Μουστάκα, του ποιητή και εικαστικού Κώστα Ροδαράκη και ορισμένων άλλων πειραιωτών «τεχνοκριτικών»), νομίζω ότι έχουν τις προδιαγραφές να μας συγκινούν ακόμα, να στεκόμαστε στις πληροφορίες που κρύβουν μέσα τους. Οι οποίες αν διασταυρωθούν με άλλες πειραϊκές πηγές και στοιχεία μας δίνουν το γενικό μωσαϊκό που χρειαζόμαστε ή και αναζητούμε ακόμα. Σίγουρα ο λόγος και το εικαστικό βλέμμα του, δεν θα συγκριθεί με την οπτική και πνευματική καλλιέργεια του ποιητή και τεχνοκριτικού Κώστα Θεοφάνους, των πειραιωτών πανεπιστημιακών Μάνου Στεφανίδη και Μανόλη Βλάχου με την μεγάλη τους ευρυμάθεια και συγγραφική ποιότητα των γραπτών τους. Αν όμως εξετάσουμε τις εικαστικές αυτές προθέσεις του, κάτι θα διασώσουμε. Αρκεί φυσικά να αποφασιστεί να συγκεντρωθούν και να ταξινομηθούν, αρχειοθετηθούν οι εργασίες αυτές οι οποίες είναι διάσπαρτες στον τοπικό τύπο. Τα καθημερινά χρονογραφήματά του στην «Φωνή του Πειραιώς», εκπνέουν τρυφερότητα, ευαισθησία, λυρισμό, ανθρωπιά, ενδιαφέρον, νοσταλγία, θλίψη, ψυχικό άγχος, ένδειξη κοινωνικής φροντίδας, ανθρωπιστική διάθεση, αγάπη για τον Πειραιά. Γραφή χαμηλών τόνων και προσδοκιών, λόγος ήρεμος χωρίς κόχες και ενθουσιαστικά πετάγματα.  Φωτίζει γωνιές και περιοχές της πόλης με αγάπη και ανθρωπιά. Μιλά για μια καθημερινότητα οικεία μας ακόμα και σήμερα που έχει χαθεί. Για ναυτικούς και καπεταναίους των καφενείων, για αναμνήσεις από τα μπάρκα τους, τις ταξιδιωτικές εμπειρίες τους, τις θρησκευτικές τους παραδόσεις. Την φυσική κοινωνικότητά τους. Άτομα νοτισμένα στην αρμύρα της θάλασσας υπερήφανα, ταπεινά, καλοπροαίρετα, γεμάτα όνειρα και ειλικρίνεια. Αυθεντικότητα ζωής, ποιότητα ηθικού βίου. Μακριά από πλάνα εξωτικά και παράξενης ατμόσφαιρας καταστάσεις. Οι λέξεις του είναι απλές, καθημερινές, σπανίως προέρχονται και από το λεξιλόγιο της αργκό. Ήρεμη γραφή καθόλου περίπλοκος λόγος. Ορισμένες λεξούλες του μας είναι άγνωστες γιατί δεν μιλιούνται πλέον, δεν τις ακούμε. Άλλοτε, μας μιλά για προσωπικές τραυματικές εμπειρίες του, όπως ο θάνατος της αδερφής του Ευαγγελίας. Ο ποιητής φέρει επίσης μέσα του, σκοτεινές μνήμες της Μικρασιατικής καταστροφής και προσφυγιάς (η καταγωγή του ήταν από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας), την περίοδο της Κατοχής, τον χωρισμό του από γυναικείο πρόσωπο που αγάπησε. Τα προσωπικά του τραύματα που προήλθαν από την πολύχρονη προσωπική του αρρώστια (προβλήματα ακοής από τα νεανικά του χρόνια), κώφωση, θάνατος αγαπημένων του προσώπων. Μνήμες και παραστάσεις, στιγμές πίκρας αποτελούν τον καμβά των κύκλων των έργων του. Θετική γνώμη έτυχαν και τα μικρά σκόρπια διηγήματά του. Βλέπε την συλλογή του «Παιδιά στον πόλεμο» (1928), «Το τελευταίο Καλοκαίρι» (1930), το «Γαλάζιο Ημερολόγιο» (1936), «Ο Αγαθόδωρος και ο Χρήστος» (1980). Ή τα Πειραϊκά του Αφηγήματα με τον γενικό τίτλο «Μεγάλοι καημοί» που κυκλοφόρησαν στην Αθήνα το 1986 τρία χρόνια πριν τον θάνατό του. Για τον χαρακτήρα της ταυτότητας των κειμένων του, ο ποιητής Αντώνης Α. Ζαρίφης στο μικρό άρθρο του «Ο ποιητής που γνώρισα και αγάπησα» σημειώνει: «Η λυρική πορεία του ήταν επίμονη και σεμνή-και εξέφρασε το γνήσιο τοπικό βίωμα με μια δυναμική που έδινε τα χαρακτηριστικά στην αισθητική του. Ο Λαμπρολέσβιος δεν ήταν ο θεματογράφος που πιθανόν οι στίχοι του να ‘φερναν τα χνάρια της καββαδιακής μανιέρας. Ήταν ο γνήσιος ποιητής, που οι στιχουργικές του και ευρύτερα ποιητικές του ασκήσεις-για να θυμηθούμε και τις εκπληκτικές «Ασκήσεις Καθόδου»- αποτελούσαν τα «μικρά αριστουργήματα», όπως τα χαρακτηρίζει ο αείμνηστος καταξιωμένος δημοσιογράφος της εποχής του Σάββας Παπαδόπουλος. Ήταν ο χρονογράφος της «Φωνής του Πειραιώς» που σχολίαζε την επικαιρότητα εύστοχα, αλλά και «φοβισμένα». Ίσως γιατί η αντικειμενική ευσυνείδητη ασκητική ιδιοσυγκρασία του ήταν σε απόσταση από την εκρηκτική σχολιογραφία. Αυτή η θέση βέβαια δεν υποβαθμίζει τη λογοτεχνική αξία των κειμένων του, αλλά για τους προσεκτικούς αναγνώστες προασπίζει το ποιητικό «γεγονός» που ήταν ο πυρήνας της ανθρώπινης συμπεριφοράς του Βασίλη Λαμπρολέσβιου». Θετικό  μεταξύ άλλων είναι και το λήμμα που υπογράφει για την παρουσία του ο σημαντικός ποιητής και κριτικός Στέλιος Γεράνης στον 9ο τόμο της Λογοτεχνίας των Ελλήνων του Χάρη Πάτση σελ. 335. Σημειώνει ο πειραιώτης Γεράνης: «Με την ποίησή του, τρυφερή και υμνητική στην αρχή της και αντλημένη από λυρικές πηγές, ο Λαμπρολέσβιος έδωσε με ιδιαίτερη χάρη την αγάπη του στη φύση, στην ομορφιά της ζωής, στο φώς και τα ανθρώπινα πλάσματα. Σε αυτό το συναισθηματικό κλίμα κινούνται τα πρώτα λυρικά του κείμενα, «Αιολικά» (1925), τα «Εαρινά» (1926) και το «Νέκταρ» (1927)…». Με βιβλιογραφία από Μιχάλη Ροδά, εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» 29/1/1940 και 12/8/1943, Γ. Άννινου, εφημερίδα «Πρωϊα» 28/10/1940 και 13/5/1943 και Χρήστου Αγγελομάτη, εφημερίδα «Εστία» 31/12/1939. Το σαράντα τριών γραμμών λήμμα συνοδεύεται και με δύο ποιήματα από την συλλογή «Επίνεια». Ενώ, στον 2ο τόμο της Βιογραφικής Εγκυκλοπαίδειας Ελλήνων Λογοτεχνών, των Αδερφών Παγουλάτου, Αθήνα 1974, σύνταξη και επιμέλεια ύλης Δημήτρη Π. Κωστελένου και εισαγωγή του Κώστα Βαλέτα, σελίδα 259, αναγράφονται μεταξύ άλλων: «Τα πρώτα του ποιήματα συναισθηματικά και λυρικά, μέσα στα πλαίσια της παράδοσης, μας μεταφέρουν τις συγκινήσεις του νέου τότε ποιητή από την ομορφιά της ζωής κι’ από τις χάρες των ανθρώπων. Προοδευτικά όμως η ποίησή του θα γίνη μελαγχολική, θα ντυθή με την πίκρα από μιά ζωή αδικαίωτη, βασανισμένη, γεμάτη στερήσεις, αρρώστιες και θανάτους. Τα τραγικά γεγονότα, της προσωπικής του ζωής (μια αρρώστια πού τον άφησε κουφό, ο θάνατος μιάς αγαπημένης αδερφής) θα τον φέρουν πιο κοντά στα προβλήματα του αγωνιζόμενου ανθρώπου και τότε θα δώση στα ποιήματά του τον καλύτερο εαυτό του. Μεταπολεμικά και μέχρι τη δεκαετία του ΄70 ο ποιητής έχει σχεδόν αποσυρθή από την πνευματική ζωή, κρατώντας μόνο μία στήλη χρονογραφήματος στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς».» Και από την συλλογή «Επίνεια»: «Μέσ’ σ’ άλλον τόπο δεν χωρείς, εδώ θα περισσεύεις/ εδώ βουλήθ’ η Μοίρα σου, στην άγια τούτη πόλη/ να ζήσεις όλη τη ζωή κι ως το ξεψύχισμά σου/ να βλέπεις όσα γαλανά δεν είδαν χελιδόνια/ και μεσ’ στ’ αγαπημένα σου μουράγια να ρεμβάζεις/ που ‘ναι γεμάτα μουσικές από τα «κατευόδια»/ και τα «καλωσορίσματα» τόσων αγαπημένων…».  Ενώ  μερικά χρόνια αργότερα, 1980, ο πεζογράφος και κριτικός Δημήτρης Σιατόπουλος θα σημειώσει στην σελίδα της «Φιλολογικής Βραδινής» για την έκδοση των διηγημάτων του «Ο Αγαθόδωρος και ο Χρήστος» εκδ. Το Ελληνικό Βιβλίο 1980, «Η πεζογραφία του Λαμπρολέσβιου κομίζει τα μηνύματα της νεώτερης ηθογραφίας, που παρουσιάζεται ως ψυχογραφική λαογραφία. Περιέχει πλούσια αισθήματα, πυκνή σκέψη, κοινωνικό προβληματισμό και συγκίνηση. Και πάνω απ’ όλα τον ωραίο ψυχισμό του λαού, αυτή την ενεργό δύναμη πού καταξιώνει το λόγο, όταν σωστά παρουσιάζεται. Και παρουσιάζεται ολοζώντανη στο έργο του καλού Πειραιώτη πεζογράφου. Ουσιαστική και γοητευτική, για να ζωντανέψει στις πραγματικές της εκφράσεις τη μεγάλη λεωφόρο της κοινωνικής ώρας, ακέριο τον άνθρωπο στην πληθωρική παρουσία του μέσα στο χώρο. Είναι ένα βιβλίο από τα καλύτερα του είδους». Βλέπε και αναδημοσίευσή του στο περιοδικό Φιλολογική Στέγη τχ. 27/Καλοκαίρι 1980, σ. 411. Στο ίδιο περιοδικό, και συγκεκριμένα στο πολλαπλό τεύχος του 53-57/ Καλοκαίρι 1991, θα δημοσιευθεί το «Β. Λαμπρολέσβιος (ο ποιητής της οδύνης και της μοναξιάς)» του συγγραφέα Κώστα Μίσσιου σ. 251-255. Ενώ πάλι ο πειραιώτης ποιητής και κριτικός Αντώνης Α. Ζαρίφης, θα υπογράψει το «Βασίλης Λαμπρολέσβιος (ο ποιητής που γνώρισα και αγάπησα)»,τεύχος 17/7,8,9, 2008, σ. 104-105. Πάρα πολλά ποιήματά του είναι δημοσιευμένα σε διάφορα τεύχη του περιοδικού που εξέδιδε το  παλαιό Λογοτεχνικό Σωματείο της Πόλης. Βλέπε πχ. τχ, 16/10,1966, σ. 36 το ποίημα «Άσκηση». Τεύχος 20/Άνοιξη 1973 σ. 33-34 τα «Τρία ποιήματα». Και σελίδα 96 βιβλιοκριτική. Τεύχος 23/Άνοιξη 1976, σ. 25 «Δύο ποιήματά του. Τεύχος 24/Άνοιξη 1977, σ. 91092 ποιήματα από την σύνθεση «Ευαγγελία». Τεύχος 25/Άνοιξη σ. 211 έχουμε τα «Άτιτλα». Τεύχος 26/Χειμώνας 1979 σ. 268 τα ποιήματα «ακόμα μια πρωτοχρονιά» και «νιάτα». Τεύχος 27/Καλοκαίρι 1980, σ. 362, Ποιήματα από την συλλογή «Νέκταρ». Και σελίδα 411 βιβ/κη για τον «Αγαθόδωρο…». Τεύχος 29/Φθνινόπωρο 1982, σ.12 το «Λυγμοί». Τεύχος 30/Φθνινόπωρο 1982, σ. 102 το «Μην πεις πώς ήρθα». Τεύχος 37-38/7-12, 1986, σ.519, βιβ/κη για «Μεγάλοι καημοί». Τεύχη 39-40/1-6, 1987 το ποίημα «Εστάλαζαν από ψηλά». Τεύχος 43/1-3, 1988, σ. 202, 208-209, 45/7-9, 1988, σ. 300. Και σε άλλα.  Στο δε τεύχος 47/1-3, 1989 σ. 3-8, με τον θάνατό του στην κλινική του Αγίου Νικολάου όπου νοσηλεύονταν το περιοδικό της Φιλολογικής Στέγης του αφιερώνει σελίδες του. Τα ποιήματα «Από τα τραγούδια του λιμανιού», «Άφθαστες ώρες», «Το σχήμα του θ’ αποζητάς», «Αντίδωρα». Δημοσιεύεται το κείμενο «Βασίλης Λαμπρολέσβιος (ο ποιητής του πειραϊκού χώρου), με βιογραφικά στοιχεία, πληροφορίες για την κηδεία του, εξόδιο αποχαιρετιστήριο του τότε Δημάρχου Ανδρέα Ανδριανόπουλου, και του τότε προέδρου της Φιλολογικής Στέγης κυρού Γιάννη Χατζημανωλάκη. Το κείμενο αναδημοσίευση από την «Φωνή του Πειραιώς» 5/4/1989, «Σπονδή αγάπης του συγγραφέα Στέλιου Μπινιάρη. Το «Ο Ιδανικός ωραιολάτρης» απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Γιατράκου, και «Ποιητής του Λιμανιού» απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνη Α. Ζαρίφη. Ορισμένοι πειραιώτες μάλιστα, τον θεωρούσαν τον σημαντικότερο ποιητή του Πειραιά. Συναγωνίζονταν κατά κάποιον τρόπο θα σημειώναμε ακόμα και τον καταξιωμένο και αναγνωρισμένο ποιητή του μεσοπολέμου Λάμπρο Πορφύρα. Αυτό όμως σηκώνει πολύ συζήτηση και ασφαλώς χρειάζεται ειδική έρευνα και επεξεργασία του διασωθέντος υλικού, να κοιταχθεί μέσα στο κλίμα της εποχής του και των συγγραφικών δυνατοτήτων του ίδιου του ποιητή. Δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι, τα βιβλία και οι τόμοι που εκδόθηκαν για τον Πειραιά από διάφορους συγγραφείς και ιστορικούς περιλαμβάνουν την παρουσία του.

     Να επαναλάβουμε και ας γίνουμε κουραστικοί, μόνον όταν ενδιαφερθούν ουσιαστικά και αληθινά, εμπεριστατωμένα, αποφασίσουν οι αρμόδιοι φορείς Πολιτισμού του Δήμου Πειραιά, ή το Πανεπιστήμιο του Πειραιά, ή το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, ή η Δημοτική Βιβλιοθήκη, ή το Ιστορικό Αρχείο της πόλης, να αναζητήσουν συστηματικά, οργανωμένα, ενδελεχώς, να διαθέσουν πόρους και να βρουν το σύνολο των συγγραφικών έργων των πειραιωτών λογοτεχνών και ποιητών, διανοουμένων και πνευματικών ατόμων που κυκλοφόρησαν βιβλία τους είτε εκτός εμπορίου είτε από διάφορους εκδοτικούς οίκους, και ακόμα, κατορθωθεί να συγκεντρωθεί και αποδελτιωθεί ο Πειραϊκός Τύπος στο σύνολό του και τα περιοδικά του, μόνο τότε θα μπορέσουμε να έχουμε την συνολική σκιαγράφηση της εικόνας της πόλης. Μέχρι τότε, μας λείπουν πολλές ψηφίδες του πειραϊκού μωσαϊκού στο οποίο δικαιωματικά συμπεριλαμβάνεται και ο πειραιολάτρης ποιητής Βασίλης Λαμπρολέσβιος.

     Τον Βασίλη Λαμπρολέσβιο σαν ποιητή τον ανέδειξε στα ελληνικά γράμματα στα 1925 ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Μαμμακίδης με τον οποίο συνεργαζόταν ως ανταποκριτής της εφημερίδας «Πρωϊα» στον Πειραιά. Το πραγματικό του όνομα ήταν Βασίλης Λαμπρέλλης, (χρησιμοποίησε και το ψευδώνυμο «Ο Αρχισυντάκτης». Ποιήματά ανθολογούνται σε μετρημένες στα δάχτυλα ποιητικές ανθολογίες. Τρείς κατόρθωσα να εντοπίσω. Αυτή του Παναγιώτη Κ. Ράνου, «Ποιητική Ανθολογία», Π. Ράνος 1963, σ. 138. Των Γεράσιμου Τσάκαλου-Νίκου Μπατάγια, «Πανελλήνια Ανθολογία πεζογραφίας και ποίησης», Πειραιάς 1970, σ. 117-118 και Ηλία Σιμόπουλου, «Αιγαιοπελαγίτικη ποιητική Ανθολογία» έκδοση Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών 1974, σ.76. Ακόμα και σήμερα, τέλος του 2021 τριάντα δύο χρόνια από τον θάνατό του, είναι αξιοθαύμαστο και δεν μπορείς να μην θαυμάσεις αυτόν τον λαϊκό πειραιώτη της πειραϊκής γης. Ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος προέρχεται από την στόφα του λαϊκού καλλιτέχνη, τους «ναϊφ ζωγράφους» θα τολμούσα να τον συγκρίνω, ο οποίος με λόγο απλό, στιχουργική παραδοσιακή, φόρμα τυποποιημένη, ύφος καθημερινό μα συναισθηματικά θερμό, έκφραση κάπως «επίπεδη» χωρίς μεγάλες εντάσεις, χρωματικούς τονισμούς ήρεμης διάθεσης, εικονογράφησε τον Πειραιά, τοποθεσίες και στιγμιότυπά του, τους ανθρώπους του, το λιμάνι και τους ναυτικούς του, τους εργάτες του, όπως οι λαϊκοί ζωγράφοι σε ένα σταθερό χαμηλών χρωμάτων ταμπλό που ακόμα συγκινεί. Με ποιητικές πινελιές ομορφιάς και χάρης. Ήρθε και εγκαταστάθηκε στην πόλη και την έκανε πατρίδα της ζωής και της τέχνης του. Αν ο Μαραμπού, δηλαδή ο Νίκος Καββαδίας είναι ο «λόγιος» ποιητής του Πειραιά, της εξωτικής ατμόσφαιρας, ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος είναι η αυθεντική λαϊκή του φωνή. Δεν μπορεί να συγκριθεί με την περίπτωση του Νίκου Χαντζάρα, μιλώ σαν ποιητής, γιατί ο Χαντζάρας είναι «λίγος», δηλαδή έχει στην ουσία μία και μόνη ποιητική συλλογή, τα γνωστά μας «Ειδύλλια», η πορεία του αναγνωρίζεται κυρίως μάλλον στον δημοσιογραφικό χώρο. Ίσως υπάρχουν ορισμένες αδρές ομοιότητες με έργο του πεζογράφου Κώστα Σούκα ως προς το κλίμα και την θαλάσσια ατμόσφαιρα και τις επιδράσεις του θαλάσσιου στοιχείου. Το θρησκευτικό συναίσθημα πάλι που φαίνεται με την πρώτη ματιά, και ορισμένοι κριτικοί τονίζουν, εξακτινώνεται σε αρκετές σελίδες των έργων του, δεν μπορεί όμως μάλλον να συγκριθεί ούτε με σελίδες του συγγραφέα και ανθολόγου Κώστα Λουκάκη, ούτε με του ποιητή Ελευθέριου Μάϊνα, ούτε ασφαλώς με την υπαρξιακή αγωνία και εσωτερικής υφής θρησκευτική προβολή των ποιητικών σελίδων φωνών όπως η Όλγα Βότση, ή του εμφανώς χριστοκεντρικής ορθόδοξης παράδοσης, του εκκλησιαστικού Δημήτρη Φερούση. Ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος δέθηκε τόσο πολύ με το πρώτο λιμάνι που επαναπαύθηκε σε αυτήν του την κατάσταση και συναισθηματικά. Δεν θέλησε να υπερβεί τα πειραϊκά χαρακώματα, έστω  όμως και έτσι, με αυτήν την καθαρά προσωπική του επιλογή ξεχωρίζει από άλλους πειραιώτες ποιητές για την αυθεντικότητά της ματιάς του, τον ήρεμο και βαθύ αναστεναγμό του, την απαλή ποιητική του πνοή, τον χαμηλών προβολών νόστο του, την ποιητική του περιήγηση πάντα στα απλά, καθημερινά, σε άτομα που περνούν δίπλα μας σκυμμένα και μοναχικά, πηγαίνοντας στην εργασία τους, μοχθούν για το ψωμί της οικογένειάς τους, αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα με πάμπολλες δυσκολίες. Είναι οι μοναχικοί περιπατητές της πόλης που δεν θα τους ρίξει κανείς ένα βλέμμα, δεν θα τους τείνει το χέρι για ένα σύντομο χαιρετισμό. Δεν θα του πουν μια καλημέρα. Είναι οι «απόκληροι» του φαντεζί κόσμου του πνευματικού Πειραιά και των σύγχρονων ανθρώπων των σημερινών καιρών. Των ιλουστρασιόν δημοσιογραφικών περιγραφών και απεικονίσεων ζωής και τέχνης. Δυστυχώς, η πόλη του Πειραιά αντιπροσωπεύεται κυρίως από τον Λάμπρο Πορφύρα στον χώρο της ποίησης, παραγνωρίζοντας άλλες ποιητικές της φωνές εξίσου σημαντικές και ωραίες, όπως η παρουσία του Βασίλη Λαμπρολέσβιου. Πειραιώτες των περασμένων χρόνων που άφησαν το συγγραφικό και ποιητικό τους στίγμα ισότιμα με τους αθηναίους δημιουργούς. Μια έστω σύντομη και μικρή αναγνωστική περιπλάνηση στην ποίησή του, σε συλλογές του που υπάρχουν στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης θα μας έκανε να σταθούμε με συγκίνηση, κατανόηση, ευχάριστα, πρόσχαρα στον ποιητικό και πεζογραφικό του κόσμο. Τον περιορισμένο έστω αλλά τόσο τρυφερό. Αξίζει η προσπάθεια να επαναπροσεγγίσουμε το έργο του έστω και αν τον εντάξουμε στις «χαμηλές φωνές» της ποίησης της πόλης του Πειραιά. Ο Βασίλης Λαμπρολέσβιος υπήρξε μιά μικρή πειραϊκή πόα που ποτίζονταν από τον ιδρώτα, τον μόχθο, την αγάπη και την γοητεία, τον λυρισμό, το όνειρο, την παιδική νοσταλγία που άσκησε ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του στην ψυχή και στην συνείδησή του. Αισθάνονταν πειραιώτης ίσως περισσότερο από γεννημένους στον Πειραιά. Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

ΥΓ. Σερφάροντας στο διαδίκτυο, σε πειραϊκή ιστοσελίδα πληροφορήθηκα τον θάνατο του δημοσιογράφου Στέλιου Τραϊφόρου από το Κερατσίνι. Γεννημένος στον Πειραιά 3/9/1937-12/12/2021, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Στέλιος Τραϊφόρος ήταν ανιψιός του πειραιώτη Μίμη Τραϊφόρου και της Σοφίας Βέμπο. Καλής πάστας άνθρωπος, πάντα χαμογελαστός και πρόσχαρος, να λέει ανέκδοτα και να χαμογελά στους πάντες. Τον θυμάμαι πάντα με καλές αναμνήσεις και εντυπώσεις στις κουβέντες μας. Ζεστός και ανθρώπινος. Πάντα κάτι σε φίλευε. Το πρόσωπό του ήταν ένα μεγάλο κόκκινο χαμόγελο ακόμα και όταν θύμωνε.

Καλό ταξίδι.

1 σχόλιο:

  1. Χρόνια πολλά και πολλά θερμά συγχαρητήρια για το ιστολόγιό σου και για την ερευνητική σου δουλειά! Πρόκειται για εξαιρετική συμβολή στην πολιτισμική ιστορία του Πειραιά μας.

    Κώστας Βλησίδης

    ΑπάντησηΔιαγραφή