Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ

 

ΓΚΕΟΡΓΚ  ΤΡΑΚΛ,  ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ.

Εισαγωγή-Μετάφραση: ΟΛΓΑΣ ΒΟΤΣΗ,

εκδ. Τυπογραφείο Γ. Αποστολόπουλου, Ερεσσού 28, Αθήνα Δεκέμβριος 1974, σ. 40, διαστάσεις 17Χ25, δραχμές 160.

Περιεχόμενα:

(Εισαγωγή, 7-11. Μεταμόρφωση του κακού, 13-15. Χειμωνιάτικη νύχτα, 1-18. Όνειρο και παραφροσύνη, 19-28. Αποκάλυψη και αφανισμός, 29-36.)

ΓΚΕΟΡΓΚ  ΤΡΑΚΛ

                    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

     Ο Γκέοργκ Τράκλ, πολύτιμο κεφάλαιο στην ιστορία των Γερμανικών Γραμμάτων, γεννήθηκε στο Σάλτσμπουργκ το 1887 και πέθανε- για την ακρίβεια, αυτοκτόνησε-το 1914, μέσα στον τρόμο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η ποίησή του δυνατή σαν άνεμος της νύχτας, ανεβασμένη στα πιό εκστατικά βουνά, βγαίνει από μιά βίαιη ρίζα πόνου και τραγικότητας, από ένα δαιμονιακό στοιχείο πού θέλει να εκτοξευθεί στο φώς και κινείται μέσα σ’ ένα χώρο μουσικού και χρωματικού οργίου. Κάθε του ποίημα, και ιδιαίτερα τα τελευταία, που είναι και τα τελειότερα, είναι  μια μικρή μουσική συμφωνία, που περιμένει να βρείς τον πυρήνα της και να δείς από πού ξετυλίγεται και που πορεύεται όλος αυτός ο χρωματικός και μουσικός χείμαρρος.

     Ο Γκέοργκ Τράκλ στάθηκε ένας πονεμένος άνθρωπος πού γνώρισε το κακό και τα πάθη’ μαστιγώθηκε απ’ αυτά, πόνεσε, έκλαψε, μα δεν μπόρεσε να τους ξεφύγει. Ένας άνθρωπος που ήξερε τι είναι να μπείς στα νύχια του διαβόλου και να σπαράζεις. Οι ικεσίες του δεν εισακούστηκαν. Τα ένστικτά του ήταν πιό δυνατά απ’ αυτόν. Όμως αυτός ο πόνος τον ύψωσε σε αληθινό ποιητή. Τον έκανε να ζεί από την άλλη μεριά του κόσμου.

     Ένα επώδυνο βίωμα στέκει στο κέντρο της δημιουργίας του, για να την τροφοδοτεί αέναα-ένα βαθύ ψυχικό τραύμα που άφησε τα ίχνη του στην ποίησή του και την πλούτισε με τόση ομορφιά. Στα τελευταία και ωριμότερα ποιήματά του, όλο κι επανέρχεται, με μια δραματική επιμονή, η μορφή της αδερφής, άλλοτε δαιμονική, άλλοτε- προς το τέλος της ζωής του-εξαϋλωμένη και ήπια. Ο ποιητής αυτός φαίνεται να συγκλονίστηκε από τη συνείδηση της αμαρτίας. Η μορφή του-όπως τη βλέπουμε σε μιά φωτογραφία του-, με τα ρουθούνια ορθωμένα, με αναστατωμένα τα χαρακτηριστικά, ένα τοπίο μαστιγωμένο από τη θύελλα, μας φαντάζει σαν ενός ζώου ευγενικού, πιασμένου στην κλούβα του, ανήμπορου να ξεφύγει από τους εχθρούς που ξεσηκώθηκαν μέσα του και το έχουν κυκλώσει. Κάτι πού δεν έπρεπε να είχε κάνει, κάτι που δεν έπρεπε να είχε γίνει. Όμως το ένοχο πάθος του είναι μεγαλύτερο απ’ αυτόν. Κλαίει, σπαράζει, μα ολοένα το ερωτικό του είδωλο έρχεται καλυμμένο και, με την ποίηση, τον λυτρώνει.  Δε φέρνει καθαρά ο Τράκλ πρόσωπα και πράγματα στο φώς σαν τον δικό μας Καβάφη που έχει ξεπεράσει ηθικές και κοινωνικές προκαταλήψεις και ξαναζεί το αμαρτωλό ερωτικό γεγονός μ’ όλη την ηδονική μνήμη πού μαζί του σέρνει’ ίσως όμως κι αυτός να πάλαιψε μέσα του αν έπρεπε να ονοματίσει τα πράγματα, και, πιό μεγάλος στα χρόνια και πιό κυνικά τίμιος, τα ονομάτισε. Ο νέος Τράκλ φυσικό είναι να είναι ακόμα αγνός. Ζεί μεταμορφωμένη, σαν ένα τοπίο θύελλας ή θλίψης, όλη τη  δόνηση που του έφερε αυτό το καταλυτικό ερωτικό βίωμα, το τραύμα ετούτο, ενοχή και πάθος μαζί, και έχει τη  δύναμη να το εξυψώνει ποιητικά μέσα στο δημιουργικό του όραμα.

     Το δαιμονικό με το αιθέριο, η τρυφερότητα με τη σκληρότητα ενώνονται με τον πιο μουσικό τρόπο στην ποίησή του. Ο στίχος του και η ποιητική του φράση δεν έχουν βάρος. Όλα, και τα πιό συγκλονιστικά, μετουσιώνονται μουσικά. Αυτός ο παγιδευμένος πόνος και η απελπισμένη ενοχή βρήκαν τα πιό ευγενικά μέσα για να εκφραστούνε. Οι εχθροί αυτοί, που τόσο τους φοβόταν, έσκαψαν μέσα του και όπου πάτησαν ανάβρυσε γαλάζιο μουσικό νερό όπου μπόρεσε ο δυστυχισμένος να σκύψει να πιεί και να λυτρωθεί. Μιά ανάταση και ένα ύψος σφραγίζουν τους στίχους του Γκέοργκ Τράκλ, γιατί πολύ πόθησε το καθαρό και το αληθινό. Η συνείδηση της ενοχής του, η χαμένη λάμψη της αθωότητας και του παιδικού παραδείσου, μά προπαντός η συχνή δραματική επίκληση αυτής της αδερφής κάνουν ιδιαίτερα περίπαθη τη ζωντανή τούτη ποίηση με τη σπαραχτική ειλικρίνεια. Ο Τράκλ ζωγραφίζει με τα δικά του δάκρυα κάθε ανθρώπινη ενοχή και πόνο. Στους τελευταίους μήνες της ζωής του έγινε μια συγκλονιστική διεύρυνση μέσα του. Δε ζεί πιά τον εαυτό του’ ή μάλλον, μαζί με τον δικό του πόνο, ζει και το δράμα των άλλων, το δράμα του πολέμου και των νεκρών του. Με έξοχους λυρικούς τόνους, όπου το αποτρόπαιο και το αιματηρό ενώνονται με το πιό αιθέριο στοιχείο, μας μιλάει για τους νικημένους, για το θάνατο και την καταστροφή. Τραγουδάει τώρα τους πολλούς και τους δυστυχισμένους. Ό,τι έδινε ως τώρα πόνο, η αδερφή, υψώνεται από τον ποιητή σε μορφή παρήγορη. Ο ποιητής συμφιλιώθηκε με την αμαρτία του και την ενοχή του, το αγκάθι που μάτωνε θρυμματίστηκε για να δώσει τη θέση του σε πιό μελαγχολικά και ήπια συναισθήματα.

     Μά εκεί ξεδιπλώνεται ολόκληρη η ψυχή του Γκέρογκ Τράκλ και βρίσκει την ευδαιμονία της είναι η φύση. Την τραγουδά με χίλιους τρόπους. Ζει την ευτυχία της ως το μεδούλι. Η φύση γίνεται ο λυτρωτής που δέχεται στους κόλπους της κάθε πόνο και κάθε ασχήμια. Μέσα της ο ποιητής εξομολογείται, μεταρσιώνεται, υψώνεται σε σφαίρες ευτυχίας. Τα νερά και τα ζούδια, τ’ άστρα και το σκοτάδι, το χώμα και τα φυλλώματα, οι θόρυβοι των ίσκιων και των νερών παίρνουν γιγάντιες διαστάσεις μέσα του και γίνονται πρόξενοι ανεκλάλητης ευδαιμονίας. Μέσα στους κόλπους αυτής της φύσης νιώθει την άφατη ενοχή του να λιγοστεύει.

     Η γλώσσα του, ακολουθώντας  τη μουσικότητα των νοημάτων του, είναι άπειρα ευλύγιστη και τρυφερή. Ο Τράκλ είναι από τους μουσικότερους ποιητές της Γερμανίας. Η γερμανική γλώσσα, από τη φύση της βαριά, χάνει μέσα στους στίχους του το βάρος της και γίνεται αιθέρια και μουσική, γλώσσα που δίκαια ύμνησε ο Χάϊντεγκερ σα «μαγική».

     Μέσα στην ποίησή του ιδιαίτερη θέση έχουν τα πεζά ποιήματά του. Εδώ ο Τράκλ σπάει το στίχο, βρίσκει ένα χώρο πιό πλατύ  για να εκφραστεί και ν’ ανασάνει ποιητικά, δίνει τον πυρήνα της ποιητικής του υπόστασης με εικόνες τιναγμένες από τη δόνηση της καρδιάς και την καταιγίδα του πικρού βιώματός του. Κι’ αν ήταν να παραλληλίσω με κάποιο άλλο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας ταύτα τα εξαίσια πεζά ποιήματα για το χρωματικό τους όργιο, για τον φωσφορισμό και τη νύχτια μέθη του συναισθήματος, θα ήταν με τις «Ελλάμψεις» του Ρεμπώ, Ο ίδιος κρυστάλλινος θόλος άπειρων χρωματικών επιπέδων κι εδώ, μόνο πού στον Ρεμπώ εκτινάσσονται σα σπάνια πυροτεχνήματα στο στερέωμα για ν’ αφήσουν έκθαμβα τα μάτια μας, ενώ στον Τράκλ έρχονται από ένα υπόγειο ρεύμα πόνου και αληθινής οδύνης. Δεν τυφλώνουν, αλλά πάνε ίσια στην καρδιά σα σπαραγμένος σκοπός.

      Ο Γκέοργκ Τράκλ στη σύντομη ζωή του, που τέλειωσε στην ηλικία των είκοσι επτά μόλις χρόνων, μπόρεσε να δώσει πραγματώματα υψηλής ποίησης μέσα σ’ ένα χώρο τρυφερότητας και ονείρου, μπόρεσε να τυλίξει τα οράματα φρίκης και αγωνίας μέσα σε πέπλα ομορφιάς., σ.7-11.

     ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

   Φθινόπωρο: μαύρο περπάτημα στην άκρη του δάσους’  λεπτό βουβής καταστροφής’ το μέτωπο του λεπρού αφουγκράζεται κάτω από το γυμνό δέντρο. Αργοκύλιστο βράδυ που πέφτει τώρα πάνω από τα χορταριασμένα σκαλοπάτια. Νοέμβριος. Μιά καμπάνα ηχεί και ο βοσκός οδηγεί ένα κοπάδι μαύρα και κόκκινα άλογα στο χωριό. Κάτω από τη φουντουκιά ο άγουρος κυνηγός ξεκοιλιάζει ένα αγρίμι. Τα χέρια του αχνίζουν από αίμα και η σκιά του ζώου στενάζει στο φύλλωμα, πάνω από τα μάτια του αντρός, σκούρα και σιωπηλή’ το δάσος. Κουρούνες που σκορπίζουν’ τρείς. Το πέταγμά τους μοιάζει με μιά σονάτα γεμάτη από χλωμιασμένες συγχορδίες και αντρική βαρυθυμία’ ήσυχα διαλύεται ένα χρυσό σύννεφο. Κοντά στο μύλο μικρά παιδιά ανάβουν φωτιά. Φλόγα είναι του πιό χλωμού ο αδερφός, κι εκείνος γελάει χωμένος στα πορφυρά του μαλλιά’ ή είναι ένας τόπος εγκλήματος, που δίπλα του περνάει ένας δρόμος πετρώδης. Οι βερβερίτσες εξαφανίστηκαν, για χρόνια γίνονται όνειρα στο μολυβένιο αγέρα κάτω απ’ τα πεύκα’ αγωνία, πράσινο σκοτάδι, ο γουργουρισμός ενός πού πνίγεται’ από τη λιμνούλα των άστρων τραβάει ο ψαράς ένα μεγάλο, μαύρο ψάρι, πρόσωπο γεμάτο σκληρότητα και τρέλα. Τις φωνές του καλαμιού, ανθρώπων που μαλώνουν πίσω του, κουνάει εκείνος σε κόκκινη βάρκα, πάνω σε ψυχρά φθινοπωρινά νερά, ζώντας σε σκοτεινούς μύθους του γένους του, και τα μάτια πετρώνουν ανοιγμένα πάνω σε νύχτες και παρθενικούς τρόμους. Κακό.

Τί σ’ αναγκάζει να στέκεις ήσυχα στο γκρεμισμένο σκαλοπάτι, στο σπίτι των πατέρων σου; Μολυβένια μαυρίλα. Τί είναι αυτό που υψώνεις με ασημένιο χέρι στα μάτια’ και τα βλέφαρα πέφτουν σα μεθυσμένα από παπαρούνα; Όμως μές απ’ τον πέτρινο τοίχο βλέπεις τον άστρινο ουρανό, το Γαλαξία, τον Κρόνο’ κόκκινους. Με μανία χτυπάει στον πέτρινο τοίχο το γυμνό δέντρο. Εσύ σε γκρεμισμένα σκαλοπάτια: δέντρο, άστρο, πέτρα! Εσύ, ένα γαλάζιο ζώο, πού ήσυχα τρέμει’ εσύ ο ωχρός ιερέας που το σφάζει στο μαύρο βωμό. Ώ το χαμόγελό σου στο σκοτάδι, κακό και θλιμμένο, που κάνει να χλομιάζει ένα παιδί στον ύπνο. Μιά κόκκινη φλόγα πήδησε από το χέρι σου και μιά νυχτερινή πεταλούδα κάηκε κοντά της. Ώ του φωτός η φλογέρα! ‘Ω του θανάτου η φλογέρα. Τί σ’ ανάγκασε να στέκεις ήσυχα στο γκρεμισμένο σκαλοπάτι, στο σπίτι των πατέρων σου; Κάτω στην πύλη ένας άγγελος κρούει με κρυστάλλινο δάχτυλο.

    Ώ η κόλαση του ύπνου’ σκοτεινό δρομάκι, σκούρο κηπάκι. Ήσυχα ηχεί στο γαλάζιο βράδυ των νεκρών η μορφή. Πράσινα λουλουδάκια τους ξεγελούν και το πρόσωπό τους τούς εγκατέλειψε. Ή γέρνει χλομιασμένο πάνω από το χρυσό μέτωπο του δολοφόνου στο σκοτάδι του διαδρόμου. Λατρεία, πορφυρή φλόγα της ηδονής’ σβήνοντας όρμησε ο κοιμισμένος πάνω από μαύρα σκαλιά στο σκοτάδι.

     Κάποιος σ’ άφησε στο σταυροδρόμι και βλέπεις πίσω για ώρα πολλή. Ασημένιο βήμα στον ίσκιο μικρών παραμορφωμένων μηλιών. Πορφυρός λάμπει ο καρπός στα μαύρα κλαδιά και στο χόρτο αφήνει το δέρμα το φίδι. Ώ, η σκοτεινιά’ ο ιδρώτας που βγαίνει στο παγωμένο μέτωπο, και τα θλιμμένα όνειρα του κρασιού στο χωριάτικο καπηλειό κάτω  από μαυροκαπνισμένα δοκάρια. Εσύ, ακόμα αγριότοπος πού μαγεύει ροδαλά νησιά από τα σκούρα σύννεφα του καπνού και φέρνει από το εσωτερικό την άγρια κραυγή ενός γρύπα, όταν γύρω από μαύρους θαλασσόβραχους κυνηγάει σε θάλασσα, θύελλα και πάγους. Εσύ, ένα πράσινο μέταλλο και μέσα ένα πυρωμένο πρόσωπο που θέλει να χαθεί και από των οστών το λόφο να τραγουδήσει σκοτεινούς καιρούς και τη φλογερή πτώση του αγγέλου. Ώ! απελπισία που με βουβή κραυγή πέφτει στα γόνατα.

     Ένας νεκρός σ’ επισκέπτεται. Από την καρδιά τρέχει το αίμα που χύθηκε μόνο του και στο μαύρο φρύδι φωλιάζει άφατη στιγμή’ σκοτεινή συνάντηση. Εσύ ένα πορφυρό φεγγάρι, όταν φαίνεται στον πράσινο ίσκιο της ελιάς. Αθάνατη νύχτα το ακολουθεί., σ.13-15

           ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ  ΝΥΧΤΑ

   Έπεσε χιόνι. Μετά τα μεσάνυχτα αφήνεις μεθυσμένος από πορφυρό κρασί το σκοτεινό κύκλο των ανθρώπων, την κόκκινη φλόγα της εστίας τους. Ώ το σκοτάδι!

     Μαύρη παγωνιά. Η γη είναι σκληρή, ο αέρας έχει γεύση πικρή. Τ’ αστέρια σου έκλεισαν σε κακά σημάδια.

     Με πετρωμένα βήματα περπατάς βαριά στο πρόχωμα του δρόμου, με μάτια στρογγυλά, σαν ένας στρατιώτης πού κάνει έφοδο σε μαύρο χαράκωμα. Εμπρός!

                Πικρό χιόνι και φεγγάρι!

      Ένας κόκκινος λύκος που τον πνίγει ένας άγγελος. Τα μέλη σου, καθώς περπατούν, τρίζουν σα γαλάζιος πάγος κι ένα χαμόγελο γεμάτο πένθος και υπεροψία έχει πετρώσει το πρόσωπό σου, και το μέτωπο χλομιάζει από την ηδυπάθεια της παγωνιάς’

     ή γέρνει σιωπηλά πάνω από τον ύπνο ενός φρουρού, πού έπεσε στην ξύλινη καλύβα του.

      Παγωνιά και καπνός. Ένα λευκό αστέρινο πουκάμισο καίει τους ώμους που το φορούνε, και οι γύπες του Θεού καταξεσχίζουν τη μετάλλινη καρδιά σου.

     Ώ ο πέτρινος λόφος. Ήσυχο λιώνει και ξεχασμένο το ψυχρό σώμα στο ασημένιο χιόνι.

      Μαύρος είναι ο ύπνος. Το αυτί ακολουθεί για ώρα τα μονοπάτια των άστρων στον πάγο.

    Στο ξύπνημα  ήχησαν οι καμπάνες του χωριού. Από την ανατολική πύλη μπήκε ασημένια η ροδαλή μέρα., σ.17-18.

            ΟΝΕΙΡΟ  ΚΑΙ  ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ

     Το βράδυ γέρασε ο πατέρας’ στα σκοτεινά δωμάτια μαρμάρωσε το πρόσωπο της μητέρας και στο αγόρι βάραινε η κατάρα του εκφυλισμένου γένους. Κάποτε θυμόταν τα παιδικά του χρόνια, γεμάτα από τρόμο, σκοτάδι κι αρρώστια, τα κρυφά παιχνίδια στον κήπο με τ’ άστρα, ή που τάϊζε τους αρουραίους στη μισοσκότεινη αυλή. Από ένα γαλάζιο καθρέφτη έβγαινε η λιγνή μορφή της αδερφής κι εκείνος σωριαζόταν σα νεκρός στο σκοτάδι. Τη νύχτα έσκαζε το στόμα του σαν ένας κόκκινος καρπός και τ’ άστρα έλαμπαν πάνω από την άφωνη θλίψη του. Τα όνειρά του γέμιζαν το παλιό σπίτι των προγόνων. Το βράδυ περνούσε μ’ ευχαρίστηση από το ερειπωμένο κοιμητήρι, ή παρατηρούσε σε κάποιο μισοσκότεινο νεκρικό θάλαμο τα πτώματα, τις πράσινες κηλίδες της σήψης στα ωραία χέρια τους. Στην πύλη του μοναστηριού παρακαλούσε για ένα κομμάτι ψωμί’ ο ίσκιος ενός μαύρου αλόγου πηδούσε από το σκοτάδι και τον τρόμαζε. Όταν κειτόταν στο κρύο κρεββάτι του, τον πλημμύριζαν άφατα δάκρυα. Αλλά κανείς δεν υπήρχε ν’ ακουμπήσει στο μέτωπό του το χέρι. Όταν ερχόταν το φθινόπωρο, περπατούσε αλαφροΐσκιωτος στο σκούρο λιβάδι. ‘Ω, οι ώρες άγριας έκστασης, τα βράδια στο πράσινο ποτάμι, τα κυνήγια. Ώ, η ψυχή που σιγανά τραγουδούσε το τραγούδι του κιτρινισμένου καλαμιού’ φλογερή ευσέβεια. Ήσυχα κοιτούσε και ώρα πολλή τ’ αστέρινα μάτια του φρύνου, έψαυε με χέρια που ανατρίχιαζαν την ψύχρα της παλιάς πέτρας και κουβέντιαζε για το σεβάσμιο μύθο της γαλάζιας πηγής. Ώ, τ’ ασημένια ψάρια, και οι καρποί που έπεφταν από τα σακατεμένα δέντρα. Οι συγχορδίες των βημάτων του τον γέμιζαν περηφάνεια και καταφρόνια για τους ανθρώπους. Στην επιστροφή στο σπίτι συναντούσε έναν ακατοίκητο πύργο. Ξεπεσμένοι θεοί στέκονταν στον κήπο πενθώντας στο βράδυ. Μα σ’ αυτόν φαινόταν πώς εδώ ζούσε ξεχασμένα χρόνια. Ενός αρμόνιου ο ήχος τον γέμιζε με θεία ανατριχίλα. Όμως σε μια σκοτεινή σπηλιά περνούσε τις μέρες του, έλεγε ψέματα κι έκλεβε και κρυβόταν, φλογερός λύκος, από το λευκό πρόσωπο της μητέρας. Ώ, η ώρα που έπεσε με πετρωμένο στόμα στον κήπο με τ’ άστρα και ο ίσκιος του δολοφόνου ήρθε από πάνω του. Με πορφυρό μέτωπο πήγε μέσα στο βάλτο και η οργή του Θεού τιμώρησε τους μετάλλινους ώμους του’ ώ, οι σημύδες στην καταιγίδα, τα σκοτεινά ζώα που απόφευγαν τα παραλογισμένα του μονοπάτια. Μίσος έκαιγε την καρδιά του, ηδονή, καθώς μες στον καλοκαιρινό κήπο που πρασίνιζε κακοποιούσε το σιωπηλό παιδί, καθώς αναγνώριζε το παραλογισμένο του πρόσωπο και ο κήπος ακτινοβολούσε. Αλίμονο, το βράδυ στο παράθυρο, καθώς εμφανιζόταν μες από τα πορφυρά λουλούδια ένας γκριζωπός σκελετός, ο θάνατος. Ώ, εσείς πύργοι και καμπάνες’ και οι σκιές της νύχτας έπεφταν πέτρινες πάνω του.

      Κανείς δεν τον αγαπούσε. Το κεφάλι του έκαιγε ψέμα και ακολασία στα μισοφώτιστα δωμάτια. Το γαλάζιο θρόϊσμα ενός γυναικείου φορέματος τον έκανε να παγώνει σα στήλη και στην πόρτα στεκόταν η σκοτεινή μορφή της μητέρας του. Πάνω από το προσκεφάλι του υψώνονταν ο ίσκιος του κακού. Ώ, εσείς νύχτες κι αστέρια. Το βράδυ πήγαινε προς το βουνό μαζί με τον σακάτη’ στην παγερή μορφή κείτονταν η ρόδινη λάμψη του βραδινού κόκκινου ουρανού και η καρδιά του χτυπούσε σιγανά στην εσπέρα. Βαριά έπεφταν πάνω της οι τρικυμισμένες βελανιδιές και ο κόκκινος κυνηγός έβγαινε από το δάσος. Καθώς νύχτωνε, συντριβόταν κρυστάλλινη η καρδιά του και το σκοτάδι χτυπούσε το μέτωπό του. Κάτω από γυμνές βελανιδιές στραγγάλιζε με παγωμένα χέρια μιάν άγρια γάτα. Παραπονετική φαινόταν δεξιά του η λευκή μορφή ενός αγγέλου και μεγάλωνε στο σκοτάδι ο ίσκιος του σακάτη. Αυτός όμως σήκωνε μιά πέτρα και του την πετούσε, έτσι που εκείνος έφευγε ολολύζοντας, και στενάζοντας χανόταν στον ίσκιο του δέντρου το τρυφερό πρόσωπο του αγγέλου. Για ώρα πολλή κείτονταν στον πετρώδη αγρό και κοίταζε έκπληκτος τη χρυσή σκηνή των άστρων. Κυνηγημένος από νυχτερίδες ορμούσε μες στο σκοτάδι. Λαχανιασμένος έμπαινε στο ερειπωμένο σπίτι. Στην αυλή έπινε, σαν άγριο ζώο, από τα γαλάζια νερά της βρύσης, ώσπου αισθανότανε ρίγος. Με πυρετό καθόταν στο παγωμένο σκαλοπάτι, μανιασμένος με το Θεό, ποθώντας να πεθάνει. Ώ, το γκρίζο πρόσωπο του τρόμου, καθώς ύψωνε τα στρογγυλά μάτια στο κομμένο λαρύγγι ενός περιστεριού. Τρέχοντας πέρα από ξένα σκαλιά συναντούσε μιάν εβραιοπούλα και άπλωνε το χέρι του στα μαύρα μαλλιά της και έπαιρνε το στόμα της. Κάτι εχθρικό τον ακολουθούσε μες από τα σκοτεινά δρομάκια και τ’ αυτιά του έσκιζε ένας σιδερένιος κρότος. Στα φθινοπωρινά τείχη ακολουθούσε, σαν παιδόπουλο της εκκλησίας, ήσυχα το σιωπηλό ιερέα’ κάτω από ξεραμένα δέντρα ανάσαινε μεθυσμένος το άλικο του τιμημένου εκείνου ενδύματος. Ώ, ο αδυνατισμένος  δίσκος του ήλιου. Γλυκά μαρτύρια κατέτρωγαν τη σάρκα του. Σ’ ένα ερημωμένο σπίτι του φανερώθηκε άκαμπτη από αμηχανία η ματωμένη μορφή του. Βαθύτερα αγαπούσε τα υψηλά έργα της πέτρας’ τον πύργο, που με κολασμένες φάτσες κυριεύει νύχτιος το γαλάζιο στερέωμα’ τον ψυχρό τάφο, όπου φυλάγεται η φλογερή καρδιά του ανθρώπου. Αλίμονο στην άφατη ενοχή που εκείνη φανερώνει. Αλλά καθώς συλλογιόταν διάπυρα πράγματα κατεβαίνοντας τον φθινοπωρινό ποταμό κάτω από γυμνά δέντρα, του φανερώθηκε σε χάλκινο μανδύα τυλιγμένη, φλεγόμενος δαίμονας, η αδερφή. Ξυπνώντας σβήστηκαν στο προσκεφάλι της τ’ άστρα.

     Ώ, το καταραμένο γένος. Όταν στα κηλιδωμένα δωμάτια έχει ολοκληρωθεί κάθε πεπρωμένο, μπαίνει με σαπισμένα βήματα ο θάνατος στο σπίτι. Ώ, να ήταν έξω άνοιξη και να τραγουδούσε στο ανθισμένο δέντρο ένα γλυκό πουλί. Αλλά γκριζωπή μαραίνεται η λιγοστή πρασινάδα στα παράθυρα των νύχτιων, και οι ματωμένες καρδιές σκέφτονται ακόμα το κακό. Ώ, οι μισοφώτιστοι ανοιξιάτικοι δρόμοι του στοχαστικού. Πιο δίκαια τον χαροποιεί ο ανθισμένος φράχτης, η νέα σπορά του χωρικού και το πουλί που κελαηδεί, του Θεού το ήπιο πλάσμα’ η βραδινή καμπάνα και η ωραία κοινότητα των ανθρώπων. Να ξεχνούσε τη μοίρα του και το αγκαθερό κεντρί. Ελεύθερο πρασινίζει το ρυάκι, όπου ασημένιο πλανιέται το πόδι του, και ένα ομιλητικό δέντρο θροϊζει πάνω από το παραλογισμένο του κεφάλι. Σηκώνει λοιπόν με λιγνό χέρι το φίδι, και μες σε πυρωμένα δάκρυα του έλιωσε η καρδιά. Μεγαλόπρεπη είναι η σιωπή του δάσους, πράσινη σκοτεινιά και τα ζούδια της χλόης που πεταρίζουν όταν νυχτώνει. Ώ η μπόρα, όταν κάθε πράγμα ξέρει την ενοχή του κι αγκαθερά μονοπάτια διαβαίνει. Βρήκε λοιπόν στους θάμνους τη λευκή μορφή του μικρού κοριτσιού που ματώνει από επιθυμία για το μανδύα του αρραβωνιαστικού του. Αυτός όμως στεκόταν χωμένος στ’ ατσαλένια μαλλιά του, βουβός και γεμάτος οδύνη μπροστά της. Ώ οι αστραφτεροί άγγελοι, που τους σκόρπισε ο πορφυρός νυχτερινός άνεμος. Νύχτες κοιτούσε σ’ ένα κρυστάλλινο σπήλαιο και η λέπρα αύξαινε ασημένια στο μέτωπό του. Σαν ίσκιος κατέβηκε το ακρινό μονοπάτι κάτω από τα φθινοπωρινά άστρα. Χιόνι έπεσε και γαλάζιο σκότος γέμισε το σπίτι. Σαν τυφλού αντήχησε η σκληρή φωνή του πατέρα και ξόρκισε τη φρίκη. Αλίμονο στην ταπεινωμένη εμφάνιση των γυναικών. Μες από παγωμένα χέρια έπεσαν καρπός και σκεύη από το τρομαγμένο γένος. Ένας λύκος κατασπάραξε το πρωτογέννητο και οι αδερφές κατέφυγαν στους σκοτεινούς κήπους σε κοκκαλιάρικους γέρους. Σαν παραλογισμένος προφήτης τραγούδησε στα ερειπωμένα τείχη και τη φωνή του κατάπιε ο άνεμος του Θεού. Ώ, η ηδυπάθεια του θανάτου. Ώ, σείς παιδιά ενός σκοτεινού γένους. Ασημένια λαμπυρίζουν τα κακά άνθη του αίματος στους κροτάφους του, το κρύο φεγγάρι στα συντριμμένα μάτια του. Ώ, στους νύχτιους. Ώ, στους καταραμένους.

     Βαθύς είναι ο ύπνος μέσα σε σκοτεινά δηλητήρια, γεμάτος από άστρα και από το λευκό πρόσωπο της μητέρας, το πετρωμένο. Πικρός είναι ο θάνατος, η τροφή των ενόχων’ στα σκούρα κλαδιά του γένους συντρίφτηκαν σαρκάζοντας τα γήινα πρόσωπα. Μα σιγά τραγούδησε εκείνος στην πράσινη σκιά κουφοξυλιάς, καθώς ξύπνησε από κακά όνειρα’ γλυκός σύντροφος στα παιχνίδια, ένας ροδαλός άγγελος τον πλησίασε για να κοιμηθεί, ήμερο αγρίμι, τη νύχτα’ και είδε το αστέρινο πρόσωπο της αγνότητας. Χρυσά έπεσαν τα ηλιοτρόπια πάνω στο φράχτη του κήπου, γιατί ήταν καλοκαίρι. Ώ, η εργατικότητα των μελισσών και το πράσινο φύλλωμα της καρυδιάς’ οι καταιγίδες που τραβούσαν μακριά. Ασημένια άνθιζε κι η παπαρούνα, κρατούσε σε πράσινο κάλυκα τα νυχτερινά μας αστέρινα όνειρα. Ώ, πόσο ήσυχο ήταν το σπίτι, καθώς έφευγε ο πατέρας στη σκοτεινιά. Πορφυρός ωρίμαζε ο καρπός στο δέντρο και ο κηπουρός κουνούσε τα τραχιά του χέρια’ ώ τα τρίχινα σημάδια στον αστραφτερό ήλιο. Αλλά ήσυχα φάνηκε το βράδυ η σκιά του νεκρού στον πένθιμο κύκλο των δικών του και κρυστάλλινο αντήχησε το βήμα του πάνω στο πρασινωπό λιβάδι μπροστά από το δάσος.

Σιωπηλοί μαζεύτηκαν εκείνοι στο τραπέζι’ πεθαίνοντας έκοβαν με κέρινα χέρια το ψωμί, το ματωμένο. Αλίμονο στα πετρωμένα μάτια της αδερφής, καθώς η τρέλα της μπήκε στο νυχτωμένο μέτωπο του αδερφού την ώρα του δείπνου κι έγινε πέτρα το ψωμί στης μητέρας τα πονεμένα χέρια. Αλίμονο, στους σαπισμένους, καθώς με ασημένιες γλώσσες σιωπούσαν την κόλαση. Σβήστηκαν λοιπόν οι λάμπες στο ψυχρό δώμα και μες από πορφυρές μάσκες κοιτάζονταν σιωπηλοί οι πονεμένοι άνθρωποι. Μιά βροχή μουρμούριζε όλη τη νύχτα και δρόσιζε το χωράφι. Στον αγκαθερό αγριότοπο ακολουθούσε ο σκοτεινός τα κιτρινιασμένα μονοπάτια μέσα στο στάρι, το τραγούδι του κορυδαλλού και τη μαλακιά ησυχία των πράσινων κλαδιών, για να βρει ειρήνη. Ώ, χωριά και χορταριασμένα σκαλιά, φλογερή θέα. Όμως κοκκαλιάρικα ταλαντεύονται τα βήματα πάνω από κοιμισμένα φίδια στην άκρη του δάσους και το αυτί ακολουθεί πάντα την άγρια κραυγή του γύπα. Πετρώδη έρημο έβρισκε το βράδυ, ξεπροβόδισμα νεκρού στο σκοτεινό σπίτι του πατέρα. Πορφυρό σύννεφο τύλιγε το κεφάλι του, για να ορμήσει σιωπηλός πάνω στο ίδιο του το αίμα και στην εικόνα του, φεγγαρίσιο πρόσωπο’ πετρωμένος έπεσε στο κενό, καθώς φάνηκε στο σπασμένο καθρέφτη, θνήσκων έφηβος, η αδερφή’ η νύχτα κατάπιε το καταραμένο γένος., σ.21-28.

               ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ  ΚΑΙ  ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

     Παράξενα είναι τα σκοτεινά μονοπάτια του ανθρώπου. Καθώς περιπλανιόμουν στη νύχτα και περνούσα από πέτρινα δωμάτια κι έκαιγε στο καθένα μιά ήσυχη λαμπίτσα, ένα χάλκινο καντηλέρι, και παγωμένος έπεφτα στο κρεββάτι, στεκόταν πάλι στο προσκεφάλι μου ο μαύρος ίσκιος της ξένης και σιωπηλά έκρυβα το πρόσωπο στ’ αργά χέρια. Στο παράθυρο είχε ανθίσει γαλάζιος και ο υάκινθος και στο πορφυρό χείλι εκείνου που ανασαίνει ήρθε η παλιά προσευχή, πέσανε από τα βλέφαρα κρυστάλλινα δάκρυα, χυμένα για τον πικρό κόσμο. Την ώρα αυτή ήμουνα ο λευκός γιός στο θάνατο του πατέρα μου. Σε γαλάζιες μπόρες ήρθε από το λόφο ο νυχτερινός άνεμος, ο σκοτεινός θρήνος της μάνας που έσβηνε πάλι, και είδα τη μαύρη κόλαση στην καρδιά μου’ λεπτό από μαρμαίρουσα σιωπή. Σιγαλά βγήκε από τον ασβεστωμένο τοίχο ένα άφατο πρόσωπο-ένας νέος που πέθαινε-η ομορφιά ενός γένους που χανόταν. Άσπρη σαν το φεγγάρι τύλιξε η ψύχρα της πέτρας τον κρόταφο που αγρυπνούσε, έσβησαν τα βήματα των ίσκιων στα ερειπωμένα σκαλοπάτια, ένας ρόδινος χορός στο μικρό κήπο.

     Σιωπηλός καθόμουν στο εγκαταλειμμένο καπηλειό κάτω από καπνισμένα δοκάρια και μονάχος κοντά στο κρασί’ αστραφτερό πτώμα γερμένο πάνω σε κάτι σκοτεινό, και ένα ψόφιο πρόβατο κειτόταν στα πόδια μου. Από έναν σαπισμένον ουρανό παρουσιάστηκε η χλωμή μορφή της αδερφής κι έτσι μίλησε το ματωμένο της στόμα: Αγκύλωσε, μαύρο αγκάθι. Άχ, ακόμα μου ηχούν από άγριες θύελλες τ’ ασημένια μπράτσα. Αίμα, τρέξε από τα φεγγαρίσια πόδια που ανθούνε σε νυχτερινά μονοπάτια, όπου ο αρουραίος σκούζοντας φεύγει μ’ ορμή. Αστέρια, πάρτε φωτιά στα θολωτά μου φρύδια’ και η καρδιά χτυπά σιγανά μες στη νύχτα. Ένας κόκκινος ίσκιος όρμησε με φλεγόμενο ξίφος στο σπίτι, έφυγε με χιονάτο μέτωπο. Ώ πικρέ θάνατε.

     Και μιά σκοτεινή φωνή μίλησε από μέσα μου: Στο νυχτερινό δάσος έσπασα τον τράχηλο του αλόγου μου, καθώς η τρέλα πεταγόταν από τα πορφυρά του μάτια’ οι ίσκιοι των φτελιών πέσανε απάνω μου, το γαλάζιο γέλιο της πηγής και η μαύρη ψύχρα της νύχτας, καθώς, άγριος κυνηγός, κυνηγούσα ένα χιονάτο αγρίμι’ το πρόσωπό μου πέθανε σε πέτρινη κόλαση.

      Και λαμπυρίζοντας έπεσε μιά σταγόνα αίμα στο κρασί του μοναχικού’ και καθώς το ήπια, είχε μιά γεύση πιό πικρή από παπαρούνα’ και ένα μαυριδερό σύννεφο τύλιξε το κεφάλι μου, τα κρυστάλλινα δάκρυα καταδικασμένων αγγέλων’ και απαλά έτρεξε από ασημένια πληγή της αδερφής το αίμα και μιά πυρωμένη βροχή έπεσε απάνω μου.

      Στην άκρη του δάσους θέλω να περπατήσω, σιωπηλό πλάσμα που από τα βουβά χέρια του χάθηκε ο τρίχινος ήλιος’ ένας ξένος πάνω στο βραδινό λόφο, που κλαίγοντας υψώνει τα βλέφαρα πάνω στην πετρωμένη πόλη’ ένα αγρίμι, που στέκει ήσυχο στην ειρήνη της γέρικης κουφοξυλιάς’ ώ, ανήσυχο αφουγκράζεται το σκοτεινιασμένο κεφάλι ή ακολουθούν τα δισταχτικά βήματα το γαλάζιο σύννεφο στο λόφο και τα σοβαρά άστρα. Δεξιά κι αριστερά συνοδεύει ήσυχα η πράσινη σπορά, ακολουθεί σε χορταριασμένα μονοπάτια του δάσους δειλά το ζαρκάδι. Οι καλύβες των χωρικών έχουν κλειδωθεί βουβές και στη μαύρη ησυχία του ανέμου φέρνει τρόμο ο γαλάζιος θρήνος του χειμάρρου.

      Αλλά καθώς κατέβαινα το μονοπάτι του βράχου, με κυρίεψε η τρέλα και φώναξα δυνατά μες στη νύχτα’ και όπως έσκυβα με αργυρά δάχτυλα πάνω από τα σιωπηλά νερά, είδα ότι με είχε εγκαταλείψει το πρόσωπό μου. Και η άσπρη φωνή μου μίλησε: Σκοτώσου! Στενάζοντας υψώθηκε η σκιά ενός παιδιού μέσα μου και με κοίταξε αστράφτοντας με κρυστάλλινα μάτια, έτσι που κλαίγοντας έπεσα κάτω από τα δέντρα, κάτω από τον κραταιό θόλο των άστρων.

     Ανειρήνευτη περιπλάνηση μέσα από άγριες πέτρες μακριά από τα βραδινά χωριά, από τα κοπάδια που γυρίζουν στη στάνη τους’ πέρα ο ήλιος γέρνοντας βόσκει σε λιβάδι κρυστάλλινο, και το άγριο τραγούδι του συγκλονίζει, η έρημη κραυγή του πουλιού, πεθαίνοντας σε γαλάζια ησυχία. Αλλά έρχεσαι σιγαλή μες στη νύχτα, καθώς αγρυπνώντας κειτόμουν στο λόφο, ή παράφορη στην ανοιξιάτικη θύελλα’ και πιό μαύρη πάντα η βαρυθυμία μου κυκλώνει το μοναχικό κεφάλι, ανατριχιαστικές αστραπές τρομάζουν τη νύχτια ψυχή, μου ξεσχίζουν τα χέρια σου το λαχανιασμένο μου στήθος.

     Καθώς περπατούσα στο μισοσκότεινο κήπο και είχε αποτραβηχτεί από μένα η μαύρη μορφή του κακού, με τύλιξε η υακίνθινη ησυχία της νύχτας’ και πορευόμουν με μιά καμπύλη βάρκα πάνω στην ήσυχη λίμνη και γλυκιά ειρήνη μου άγγιζε το πετρωμένο μου μέτωπο. Αμίλητος κειτόμουν κάτω από τις γέρικες ιτιές και υψηλά πάνω από μένα ήταν ο γαλάζιος ουρανός και γεμάτος άστρα’ και καθώς, κοιτώντας τον, έσβηνα, πέθαιναν η αγωνία και ο πόνος βαθιά μου’ και υψωνόταν ο γαλάζιος ίσκιος του αγοριού αστράφτοντας στο σκοτάδι, ήπιο τραγούδι’ υψωνόταν σε φεγγαρίσια φτερά πάνω από τις πρασινωπές κορφές, κρυστάλλινους σκοπέλους, η όψη της αδερφής.

     Με ασημένιες πατούσες κατέβηκα τ’ αγκαθερά σκαλοπάτια και μπήκα στο ασβεστωμένο δώμα. Ήσυχα έκαιγε ένα καντηλέρι κι έκρυψα σιωπηλός σε πορφυρά λινά το κεφάλι’ και πέταξε η γη ένα παιδικό πτώμα, ένα φεγγαρίσιο πλάσμα που βγήκε αργά από τη σκιά μου και με σπασμένα μπράτσα έπεσε πέτρινη πτώση, σα νιφάδα χιονιού., σ.29-36.

Σημείωση:

     Στο προηγούμενο σημείωμα, μετέφερα τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αυστριακού ποιητή Γκέοργκ Τρακλ από τον πειραιώτη ποιητή, μεταφραστή και καθηγητή της αγγλικής γλώσσας Ανδρέα Αγγελάκη. Ενώ λίγο νωρίτερα, είχα αναρτήσει και το δεύτερο μεταφραστικό σκέλος του Αγγελάκη, αυτό με τα ποιήματα του Έρμαν Έσσε. Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει από τις γνωστές μας εκδόσεις του Θανάση Καστανιώτη, τον Δεκέμβριο του 1984, σελίδες 74. Είχε στοιχειοθετηθεί στο «ΑΝΑΓΡΑΜΜΑ» ΕΠΕ και την επιμέλεια της έκδοσης έκανε η ΑΝΝΑ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ. Στο παρόν αντιγράφω την μεταφραστική πρόταση της πειραιώτισσας ποιήτριας Όλγας Βότση, ψευδώνυμο της Όλγας Μπούκη, όπως την διαβάζουμε στο οσάνω βιβλίο. Με τον τρόπο αυτόν έχουμε δύο παράλληλες μεταφραστικές προτάσεις από δύο διακεκριμένους πειραιώτες ποιητές οι οποίοι, ορμώμενοι από διαφορετικά κριτήρια, συναντήθηκαν μέσω του έργου ενός αυστριακού καταραμένου δημιουργού ο οποίος χάθηκε άδικα στην αρχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ασφαλώς διαπιστώνουμε, ότι η συνάντησή τους δεν γίνεται στις ίδιες ποιητικές μονάδες ή συλλογές του αυστριακού ποιητή, άλλες οι προθέσεις του ενός και άλλες της άλλης. Αυτό όμως, δεν μας εμποδίζει να δούμε τα κοινά τους μεταφραστικά βήματα, να εντοπίσουμε γλωσσικές συγγένειες,-μια και απέχει η μία μετάφραση από την άλλη μία δεκαετία- που, παρά του ότι η μετάφραση των Πεζών του Γκέοργκ Τρακλ από την πειραιώτισσα ποιήτρια έχει προηγηθεί εκείνη του πειραιώτη δημιουργού, δεν παύουν να αποτελούν και οι δύο, ένα μεταφραστικό όλο στην πόλη μας τον Πειραιά. Αναφέρομαι φυσικά στην συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι, ο Ανδρέας Αγγελάκης, έχει μεταφράσει δεκάδες άλλες ευρωπαϊκές, αμερικάνικες, κινέζικες, ιαπωνικές και όχι μόνο ποιητικές και θεατρικές φωνές όπως φανερώνει η σχετική εργογραφία του. Αρχινώντας από την μετάφραση του μυστικού ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέηκ το 1969. Αντίθετα η περίπτωση της Όλγας Βότση, ξεχωρίζει για δύο της κυρίως δουλειές, αυτήν του Γκέοργκ Τρακλ και εκείνη του Φρανς Κάφκα. Δεν λαμβάνω υπόψη μου το καθ’ αυτό ποιητικό τους έργο, στο οποίο δεν έχουμε γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ τους. Από την άλλη, με την δεύτερη αυτή ανάρτηση, έχουμε μία πτυχή του μεταφραστικού προσώπου της πόλης σε σχέση με αυτήν εκτός των γεωγραφικών της ορίων. Θέλω να πω ότι, η συμπλήρωση της μεταφρασμένης ποίησης του Γκέοργκ Τρακλ στην Ελλάδα που παρέθεσα στο προηγούμενο σημείωμα, μέχρι το έτος 2022 συμπληρώνοντας την εργασία του καθηγητή Λάμπρου Μυγδάλη στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1982 ο οποίος πρώτος άνοιξε το δρόμο, μας προσφέρει την δυνατότητα να διερευνήσουμε και να εξετάσουμε τις δύο πειραϊκές μεταφραστικές προτάσεις σε σχέση με τις σύγχρονες υπόλοιπες, που ασφαλώς, είναι αναμενόμενο να είναι περισσότερο ολοκληρωμένες. Έχουμε πλέον όλο το ποιητικό σώμα του αυστριακού αυτόχειρα ποιητή Georg Trakl μπροστά μας, πράγμα που μας δίνει την δυνατότητα να βγάλουμε εγκυρότερα τα ανάλογα συμπεράσματα τόσο για τον ίδιο τον ποιητή όσο και για τους άντρες και γυναίκες έλληνες και ελληνίδες μεταφράστριες. Ενδέχεται, όπως αναγνωρίζουμε στο έργο του υπερρεαλιστή Νίκου Εγγονόπουλου-ο οποίος συνέθεσε και το γνωστό του ποίημα – Το ποίημα του Γκέοργκ Τρακλ εις Ριχάρδον Καρικιόπουλον-και του έτερου υπερρεαλιστή ποιητή υδραίου Μίλτου Σαχτούρη, να συναντήσουμε εκλεκτικές συγγένειες ή άλλα ενδοποιητικά στοιχεία και αναφορές και στο καθαρά ποιητικό έργο των δύο πειραιωτών δημιουργών. Της Όλγας Βότση και του Ανδρέα Αγγελάκη. Αν δεν κάνω λάθος, από την προσωπική μου πειραιώτικη αναγνωστική μικρή περιπέτεια, δεν συναντάμε αρκετούς πειραιώτες και πειραιώτισσες οι οποίοι να γνωρίζουν και να μεταφράζουν από τα Γερμανικά. Η μνήμη συγκρατεί τα ονόματα του Άγγελου Παρθένη και του Γιάννη Παυλάκη. Αντίθετα έχουμε πληθώρα μεταφραστικών προτάσεων από τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ιταλικά κλπ. Αυτό μας φανερώνει ένα πρόχειρο ξεφύλλισμα των περιοδικών και των εφημερίδων της πόλης μας. Να θυμίσουμε ότι ακριβώς, δίπλα από το Γαλλικό Ινστιτούτο στην οδό ΙΙ Μεραρχίας στο λιμάνι της Ζέας, υπήρχε το φροντιστήριο Γερμανικής Γλώσσας του «Θωμά» στην αίθουσά του οποίου είχαν διοργανωθεί αρκετές εκδηλώσεις του πνευματικού κόσμου της πόλης μας. Δεν θέλησα επίσης να προβώ σε μία φιλολογική εξέταση των μεταφρασμένων ποιημάτων. Για το ποιοι άλλοι δηλαδή μετέφρασαν τα ίδια ποιήματα ή αποσπάσματα τα οποία μετέφεραν στα ελληνικά ο Ανδρέας Αγγελάκης και η Όλγα Βότση. Άς μιλήσουν οι ίδιες οι μεταφράσεις και ας φανερώσει η γλώσσα του τότε, αν έχει κάτι να μας πει στο σήμερα, δίχως περιορισμούς και αποκλεισμούς.

        Τελειώνοντας να τονίσουμε το εξής. Οι ελληνικές μεταφράσεις ξένων συγγραφέων στην χώρα μας, ακόμα και οι όχι και τόσο καλές, μας βοήθησαν να έρθουμε σε επαφή με το έργο σπουδαίων και σημαντικών δημιουργών. Δίχως τον δικό τους μόχθο και προσπάθεια η χώρα μας, μια κλειστή βαλκάνια αγροτική γεωγραφική επικράτεια-τουλάχιστον μέχρι πριν μερικές δεκαετίες- και το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, δεν θα μπορούσε να έρθει σε επαφή και επικοινωνία με τον συγγραφικό, μυθιστορηματικό, ποιητικό, θεατρικό και δοκιμιακό τεράστιο σε μέγεθος αυτόν πλούτο. Τα ξένα έργα, έπαψαν να είναι κτήμα μόνο των ελλήνων και ελληνίδων που είχαν την οικονομική δυνατότητα να μεταβούν για σπουδές στο εξωτερικό, ή έλαβαν μία υποτροφία από ξένες κυβερνήσεις ή ιδρύματα κατά την διάρκεια των σπουδών τους. Τα πνευματικά φώτα της Εσπερίας κοινώνησαν μέσω των χιλιάδων αυτών μεταφράσεων με το ελληνικό κοινό ανοίγοντάς τους νέους ορίζοντες και προοπτικές. Δεν έχουμε πλέον μια ευγενή κάστα «πεφωτισμένων». Οφείλουμε δηλαδή ευχαριστίες όχι μόνο στους ποιητές μας και συγγραφείς μας αλλά, και στους έλληνες και ελληνίδες μεταφραστές. Και φυσικά, στους εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους που τους εμπιστεύτηκαν και εξέδωσαν και εξακολουθούν να εκδίδουν τις μεταφράσεις τους.  Καλύτερα να συναντάμε μία πολυμεταφραστικότητα ενός ξένου έργου στα ελληνικά, παρά να παραμείνει άγνωστο στους έλληνες αναγνώστες ή κτήμα ελαχίστων.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2022

Έφυγαν από κοντά μας, μία από τις ομορφότερες και σπουδαίες ελληνίδες ερμηνεύτριες η τραγωδός Ειρήνη Παπά. Η διαχρονική Ελληνίδα Ωραία Ελένη. Και μόνο η ερμηνεία της στις «Τρωάδες» του Μιχάλη Κακογιάννη να υπήρχε, θα άξιζε να την κατατάξουμε στις επιφανέστερες ελληνίδες διεθνώς. Το θηλυκό σύμβολο της αγέραστης  και αφτιασίδωτης Ελληνικότητας. Ο πάντα επί των πολιτικών και κοινωνικών επάλξεων ερμηνευτής Κώστας Καζάκος. Όσοι ακόμα, και σε μικρή ηλικία, ευτύχησαν να τον δουν στο «Μεγάλο μας Τσίρκο» η εικόνα του αποτυπώθηκε έκτοτε μέσα τους .Τέλος, έφυγε για να συναντήσει τις ουράνιες Καρυάτιδες του Μουσείου της Ακροπόλεως ο αρχαιολόγος και πολιτικός  Δημήτρης Παντερμαλής. Ένας έλληνας επιστήμονος της αφοσίωσης, του καθήκοντος της προσφοράς. Ο Ελληνικός πολιτισμός του οφείλει πολλά.  Όσο για την Βασίλισσα Ελισάβετ την ΙΙ, πάει να συναντήσει την Μαρία Στιούαρτ. Ας είναι μαλακό το χώμα που θα τους σκεπάσει 

      

 

      

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου