Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΥΣΤΑΚΙΔΗΣ- ΜΕΣΕΒΡΙΝΟΣ

 

          Αντώνης Μυστακίδης- Μεσεβρινός (1908- ;/4/1989)

                Ένας λόγιος ποιητής, εκδότης και Έλληνας δάσκαλος της διασποράς

       Ορισμένες από τις εκδόσεις των «Τετραδίων του Ρήγα» κυκλοφορούσαν μετά την επτάχρονη δικτατορία-«σαν φυλλάδια»- στα μανταλάκια σε περίπτερα της Αθήνας. Σε μικρές στοίβες σκόρπιων τίτλων βιβλίων σε καροτσάκια ή χαμέ, έξω από τον ηλεκτρικό σταθμό της πλατείας Βικτωρίας. Στο περίπτερο του υπογείου του Ηλεκτρικού Σταθμού Ομονοίας  και φυσικά, σε ορισμένα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία του αριστερού χώρου μετά την μεταπολίτευση. Αν θυμάμαι σωστά τίτλοι των «Τετραδίων του Ρήγα», υπήρχαν και στο υπόγειο βιβλιοπωλείο του Νίκου Ψαρουδάκη, στο «Μήνυμα», στην Ακαδημίας. Στην πόλη μας, τον Πειραιά, αυτές τις ολιγοσέλιδες μπροσούρες, τις είχα συναντήσει σε κάποιο από τα δύο τότε πολιτιστικά κέντρα της πόλης μετά την μεταπολίτευση. Οι τότε πειραιώτες αριστεροί ποιητές και συγγραφείς γνώριζαν «Τα Τετράδια του Ρήγα» και όχι μόνο. Οι νεότεροι Πειραιώτες είχαμε ακούσει το όνομα Μεσεμβρινός, -από χείλη αντιστασιακών συγγραφέων οι οποίοι μιλούσαν επαινετικά για την αντιχουντική δραστηριότητα του ποιητή και εκδότη, λόγιου της ελληνικής διασποράς. Αυθεντικός έλληνας αντιστασιακούς του εξωτερικού κράτησε αρνητική στάση στο χουντικό καθεστώς με όλες του τις δυνάμεις. Σποραδικά, επίσης, το όνομα Αντώνης Μυστακίδης αναφέρονταν σε διάφορα έντυπα του προοδευτικού-αριστερού χώρου των πολιτικοποιημένων εκείνων χρόνων. Τον διαβάζαμε σε κείμενά του στην εφημερίδα «Χριστιανική» του Νίκου Ψαρουδάκη, και σε λογοτεχνικά έντυπα, ποιήματά του. Εκείνη πάνω κάτω την πενταετία, 1975-1980 συνάντησα το όνομα του Αντώνη Μυστακίδη και το βιβλίο του «η προδομένη γλώσσα», νομίζω είχε κυκλοφορήσει από τις παλαιές εκδόσεις «Κέδρος». Ο παράξενος τίτλος του, το θέμα του, τα τυπογραφικά του στοιχεία, η  γλώσσα του, ο τονισμός ή μη του κειμένου, η γραμματική, του μικρού αυτού μελετήματος, η θέση του υπέρ του μονοτονικού, ήταν εκείνα που μου προκάλεσαν την προσοχή και θέλησα να το αγοράσω, και όχι φυσικά, οι ισχνές έως ανύπαρκτες γνώσεις μου πάνω σε ζητήματα και προβλήματα σωστής χρήσης και έκφρασης της ελληνικής γλώσσας. Εξάλλου, όσοι έφηβοι βγαίναμε- προερχόμασταν από την επτάχρονη σκοτεινή περίοδο, ήμασταν κάπως μπερδεμένοι γλωσσικά, ορθογραφικά, συντακτικά, εκφραστικά.  Μια παράξενη με τους κανόνες της ξύλινη Καθαρεύουσα σε μία φθίνουσα δυναμική, η Αρχαία και οι συντακτικοί της κανόνες όπως την διδασκόμαστε στα σχολικά βιβλία, και, φυσικά, την ομιλούμενη Δημοτική μας στο άμεσο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Αυτή που χρησιμοποιούσαμε με τις σχετικές εκφραστικές και λεκτικές ταλαντεύσεις στις ιδιωτικές μας συνομιλίες. Επικρατούσε ακόμα, ακούγαμε και διαβάζαμε μια δύσκαμπτη Δημοτική η οποία είχε σημαντική παρουσία σε αρκετά έντυπα και εφημερίδες της εποχής. Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση της κυβερνήσεως του Γεωργίου Ράλλη, το 1976 και το «οριστικό κλείσιμο;» του γλωσσικού μας ζητήματος, ένας διχασμός που μας ταλάνισε πάνω από έναν αιώνα και δημιούργησε τόσες και τόσες αναταραχές και πνευματικούς και πολιτικούς διαξιφισμούς και ατομικές και κυβερνητικές διαμάχες. Ακόμα και νεκρούς είχαμε στην μάχη της επικράτησης της Δημοτικής, στην διαδρομή της Ιστορίας του Γλωσσικού μας προβλήματος. Στα δικά μας νεανικά χρόνια, είχαμε σπουδαίες εκδόσεις γραμμένες στην Καθαρεύουσα, να φέρω σαν παράδειγμα το πολύ καλό Λεξικό του Ελευθερουδάκη το οποίο ήταν γραμμένο σε άπταιστη Καθαρεύουσα, ή την εξαιρετική Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου, κλπ. Υπήρχαν επίσης και τα μελωδικά ακούσματα της εκκλησιαστικής υμνογραφίας και των συναξαριστών, τα οποία μας συγκινούσαν τόσο, δίχως να ασχολούμεθα σε ποιο είδος οφείλαμε να κατατάξουμε την Ευαγγελική γλώσσα.  Ακούγαμε και διαβάζαμε να υπενθυμίσουμε σε διάφορα έντυπα, μια παράξενη κάπως «χοντροκομμένη» Δημοτική. «Του Γιούνη» Μια «λαϊκιά» όπως κοροϊδευτικά λέγαμε, πολιτική-ιδεολογικού φορτίου Δημοτικά, την οποία διαβάζαμε σε «περιθωριακά» πολιτικά έντυπα και σε εφημερίδες. Δίχως τονισμό, ή με την χρήση του μονοτονικού, με την  χρήση τραβηγμένων καταλήξεων, (κουδουνιστών) την αποψίλωση των φωνηέντων, ένα (η) ή ένα (ο) κλπ. Μια ηχητική ομοιομορφία φωνηέντων και λέξεων, φράσεων. Μία γλωσσική ομογενοποίηση την οποία δεν κατανοούσαμε. Ενός συντακτικού που ταίριαζε περισσότερο όπως αποδείχτηκε με τις πολιτικές και επαναστατικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές θέσεις των τότε συντακτών και συγγραφέων παρά με αρχές και κανόνες της ελληνικής γραμματικής και του συντακτικού της. Αναφέρομαι στη «Νεοελληνική Γραμματική» του Μανόλη Τριανταφυλλίδη του ΟΕΔΒ. (Το γνωστό για την νεανική φαντασία χιουμοριστικό «Όποιος Διαβάζει Είναι Βλάκας» ή το «Όταν Έχω Διάβασμα Βαριέμαι»).Το πολυτονικό και η καθαρεύουσα δεν είχαν υποχωρήσει, ακούγονταν ακόμα από τα χείλη γραμματιζούμενων. Το πολυτονικό το διαβάζαμε σε ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μυθιστορήματα. Ήταν εξάλλου ποτέ δυνατόν να μεταφερθεί στην μεταπολιτευτική Δημοτική το έργο του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη; Να μεταγραφούν τα βιβλία του Εμμανουήλ Ροΐδη; Οι παλαιότεροι θα θυμούνται τον σάλο που δημιουργήθηκε με την «μετάφραση» της «Πάπισσας Ιωάννας» του. Πολλές λαθρόβιες τότε εκδόσεις φιλοσοφικών κειμένων εκδίδονταν σε «άπταιστον» Καθαρεύουσα όπως σημείωναν. Ακόμα και βιβλία στη «Φωνητική Γραφή» είχαμε συναντήσει. Διαβάζονταν λοιπόν τα πάντα εκείνη την «επαναστατική» καλλιτεχνικά περίοδο, δίχως κρίση και ίσως περίσκεψη, δίχως γκρίνια από την γενιά μας, συνάντησα και ορισμένα βιβλία του Αντώνη Μυστακίδη. Από τα οποία, διασώθηκε στην βιβλιοθήκη μου η «σωστή δημοτική», εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1978. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο από τον Α.Μ. «στη μνήμη των γονιών μου Αγγελικής και Μιλτιάδη». Ο πολιτικός επαναστατικός οίστρος των νιάτων μας υπερτερούσε της γλωσσικής μας ορθότητας και καθαρότητας, ενδιαφέροντος για ειδικού ενδιαφέροντος θέματα. Ρουφούσαμε σαν σφουγγάρι αναγνωστικά τα πάντα,-από ότι τυπωμένο χαρτί συναντούσαμε- και όπως φαίνεται, μας έμεινε στα μεταγενέστερα χρόνια συνήθεια η τότε γλωσσική και συγγραφική «χολή». Ένας αχταρμάς πλούσιος αλλά και μπερδεψιάρης. Το  γλωσσικό και εκφραστικό κρίμα δικό μας. Πολύ αργά πλέον για γλωσσικές μεταμέλειες. Ο πανδαμάτωρ χρόνος τα ισοπεδώνει όλα και δεν αφήνει περιθώρια για γλωσσικές ανανήψεις, ιδιαίτερα σήμερα, έν έτη 2022 που ένας Πόλεμος συμβαίνει δίπλα μας με τεράστιες μακροχρόνιες επιπτώσεις και συνέπειες στις ζωές και τις καθημερινές κοινωνικές και οικονομικές συνήθειες των ευρωπαίων πολιτών και ημών των ελλήνων. Είμασταν η γενιά που πιστεύαμε ότι δεν είχαμε και ούτε θα δούμε ή θα ζήσουμε Πόλεμο επί ευρωπαϊκού εδάφους σε σχέση με τους γονείς μας και τους παππούδες μας. Όμως η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και σήμερα η εισβολή στην Ουκρανία μας διέψευσαν παταγωδώς. Που καιρός για γλωσσική ορθότητα, τώρα μάλιστα που με αυξημένη ταχύτητα οι δείκτες του χρόνου τρέχουν και «γέρνω και γερνώ» όπως σοφά μας λέει η ποιήτρια Κική Δημουλά, οι αντοχές στενεύουν και τα διαβάσματα λιγοστεύουν. (και να γράψω κάτι ακόμα χαριτολογώντας,-όπως με τον ΟΔΕΒ, εδώ πλέον δεν μπορούμε να πετύχουμε την σωματική μας «ανακυττάρωση», για την γλωσσική μας θα ενδιαφερθούμε;)

     Τα βιβλία του αντιστασιακού Αντώνη Μυστακίδη με το ψευδώνυμο Μεσεβρινός δεν τα είχα συναντήσει όλα, πέρα από τα δύο που προανέφερα και ορισμένα φυλλάδια όπως αχνά η μνήμη συγκρατεί. Με ενδιέφερε περισσότερο η συγκίνηση που μας προσφέρει ο ποιητικός λόγος, η όποια παρηγορία της ποιητικής γραφής (πέρα ίσως και από το γλωσσικό της ένδυμα), αναζητούσα τις ποιητικές του συλλογές. Δυστυχώς, δεν τις συνάντησα στο διάβα των διαβασμάτων μου, πέρα από σκόρπια και άτακτα ποιήματά του σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Γνώριζα-όπως όλοι μας- ότι ανήκε στους «φωτισμένους» κύκλους των δασκάλων των Ελλήνων της Διασποράς. Είχε σχέσεις με τον Ελληνισμό της Αιγύπτου και με τον Κυπριακό Ελληνισμό όπου έζησε για αρκετά χρόνια της ζωής του. Διέπρεψε στο εξωτερικό, την Ρουμανία, την Σουηδία επαγγελματικά κλπ. Είχαμε ακούσει ότι μεταξύ άλλων είχε μεταφράσει έλληνες συγγραφείς στο εξωτερικό πχ. τον Στρατή Δούκα, τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, και είχε μεταφράσει Ρουμάνους ποιητές στα ελληνικά. Φέρνοντας και εκείνος, σε επαφή τους έλληνες με την Ρουμανική συγγραφική παράδοση. Ακόμα, είχε συγγράψει ένα ελληνοσουηδικό λεξικό και το αντίστροφο. Αλλά ποιος τότε, μέσα στις φουσκοδεντριές της νιότης ενδιαφέρονταν για τα Ελληνικά Γράμματα στην Σουηδία, παρά μόνο ίσως, οι κινηματογραφόφιλοι και θαυμαστές των ταινιών του σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Το ότι είχε ασχοληθεί, ζήσει και γράψει για την Σκλαβωμένη Κύπρο, (και μάλιστα την περίοδο των αγώνων της ανεξαρτησίας της) ήταν κάτι που με συγκινούσε, με κέντριζε, με έκανε να τον εκτιμήσω, όταν μάλιστα η Κύπρος και το Κυπριακό πρόβλημα παρέμενε και παραμένει ακόμα άλυτο. Σκλαβωμένη από τον ξένο κατακτητή.

     Ο συγγραφέας και φιλόλογος Γιάννης Χατζηφώτης, ο αιγυπτιώτης συγγραφέας Μανώλης Γιαλουράκης και άλλοι, οι οποίοι έγραψαν και ασχολήθηκαν με την Ιστορία του Αιγυπτιακού Ελληνισμού (υπάρχουν τα σχετικά βιβλία) τον αναφέρουν στις εργασίες τους. Γνωστότερος και περισσότερο «αγαπητός» είναι από τον πνευματικό κόσμο της Σκλαβωμένης ακόμα Μεγαλονήσου, την Κύπρο. Ο σημαντικός Κύπριος ερευνητής και συγγραφέας, εκδότης, κυρός Σάββας Παύλου, συνέταξε «Βιβλιογραφία Αντώνη Μυστακίδη-Μεσεμβρινού» τόμοι 2, εκδόσεις Το Μώλυ, 1988-1995. Λευκωσία Κύπρος.  Συνεντεύξεις του, δικά του κείμενα καθώς και κριτικές για το έργο του διάβαζα σποραδικά σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Βλέπε περιοδικό «Νέα Εστία», το περιοδικό «Διαβάζω», το περιοδικό «Δώμα» που του αφιέρωσε σελίδες του, το περιοδικό «Περίπλους», γράφει για τον Α. Μ. ο ποιητής Διονύσης Σέρρας κλπ. Στο διαδίκτυο, μπορεί να διαβάσει όποιος ενδιαφέρεται το « Μικρό Αφιέρωμα στη μνήμη του» από τον κύριο Στέφανο Ιωαννίδη στον τόμο «Θρακικά Χρονικά» τχ.43/1989, σ.67-69. Ακόμα, έχουμε το λήμμα του Λεξικού Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη, Αθήνα 2007, σελ. 1393 που υπογράφει ο φιλόλογος νεοελληνιστής κ. Θεοδόσης Κοντάκης. Το κείμενο για το έργο του Μεσεβρινού, «Μεσεβρινός, ο δάσκαλος», στο περιοδικό «Διαβάζω» του Σάββα Παύλου, το οποίο στηρίζεται και στο προγενέστερο του Ν. Χριστιανόπουλου στη «Διαγώνιο». Σκόρπια έχω διαβάσει δημοσιευθέντα άρθρα και μελετήματα για τον αντιστασιακό και δημοκράτη έλληνα ποιητή, μεταφραστή και εκδότη, λόγιο και δάσκαλο της Ελληνικής Διασποράς.

     Συντάσσοντας και αναρτώντας διάφορα σημειώματα για τον Θεσσαλονικιό ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, διάβασα εκ νέου το καλογραμμένο κείμενό του για τον Αντώνη Μυστακίδη. Αποφάσισα από την δική μου μικρή λογοτεχνική ιστοσελίδα, να κάνω ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του, (άγνωστος τόσο σε εμένα όσο και σε άλλους σύγχρονους νεοέλληνες μάλλον) αντιγράφοντας ορισμένες κριτικές και κείμενα τα οποία αναφέρονται στον ίδιο και τις ποιητικές του συλλογές. Ευχόμενος να επανεκδοθούν-ορισμένοι τίτλοι βιβλίων του-να επανέλθει στην επιφάνεια του αναγνωστικού χρόνου πέρα από τους χώρους των ειδικών μελετητών του, τα κατά διαστήματα Συνέδρια που διοργανώνονται για τους Έλληνες που διέπρεψαν στο εξωτερικό τον προηγούμενο αιώνα. Έλληνες που μετέφρασαν και γνώρισαν έλληνες συγγραφείς στο ξένο αναγνωστικό κοινό. Έφεραν σε επικοινωνία τους έλληνες συγγραφείς με τους ξένους συναδέρφους τους. Για μία ζώσα και διαρκή Μνήμη των Ελλήνων που βοήθησαν στην οικοδόμηση των Ελληνικών Γραμμάτων, έσπειραν-πολλές φορές αθόρυβα- το χωράφι του Ελληνικού Πολιτισμού. Εδώ, επιβάλλετε να τονίσουμε την σημαντική συμβολή του ομότιμου πανεπιστημιακού καθηγητή και κριτικού κ. Θεοδόση Πυλαρινού πάνω στο έργο και την ζωή του Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινού). Ο άξιος και εργασιομανής Θεοδόσης Πυλαρινός, ανέδειξε και επιμελήθηκε την Αλληλογραφία του Μυστακίδη με έλληνες λογοτέχνες. Επιμελήθηκε και δημοσίευσε την Αλληλογραφία του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου με τον Α. Μυστακίδη. Βλέπε, την συν- εργασία του: Θεοδόσης Πυλαρινός- Πέτρος Πυλαρινός, «Από την Αλληλογραφία του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τον Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινό)», στο περιοδικό «Οδός Πανός», τεύχος 173/1,2,3, 2017, σελ. 68-112, καθώς και άλλες του δημοσιεύσεις. Επίσης, ο Θεοδόσης Πυλαρινός εξέδωσε στην Ρουμανία, την μονογραφία «Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός», εκδόσεις «Ομόνοια», Βουκουρέστι, Ρουμανία 2020. Δίγλωσση έκδοση. Ο Πυλαρινός έχει στο συρτάρι του πολλές ακόμα ανέκδοτες μελέτες του για τον  Αντώνη Μυστακίδη μια και έχει κάνει αυτοψία και κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου του έλληνα δάσκαλου της διασποράς. Είναι λοιπόν ο πλέον αρμόδιος και καταλληλότερος να μας μιλήσει για την παρουσία του Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινού). Τα δεδομένα αυτά, μου έδωσαν το θάρρος να του ζητήσω αν θα ήθελε ο καθηγητής και ερευνητής Θεοδόσης Πυλαρινός να μου δώσει περισσότερες πληροφορίες για τις εργασίες του. Ο Πυλαρινός με μεγάλη προθυμία μου απέστειλε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, αντίτυπο του δίγλωσσου βιβλίου που κυκλοφόρησε στη Ρουμανία και το κείμενό του στο περιοδικό «Οδός Πανός» Για αυτό και τον ευχαριστώ θερμά για την άμεση αποστολή του.

     Τούτου δοθέντος, το ζήτημα Μεσεβρινός βρίσκονταν σε καλά χέρια καθότι η προβολή του έργου του δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο φροντιστή-μελετητή. Μην γνωρίζοντας τις εργασίες του Θεοδόση Πυλαρινού, (μέχρι πριν λίγες μέρες) είχα ήδη αντιγράψει ορισμένες βιβλιοκριτικές για τον Μυστακίδη, θέλησα αφού διάβασα τις εργασίες του να μεταφέρω επιπρόσθετες πληροφορίες. Ίσως κάποιους αναγνώστες αυτής της ιστοσελίδας να ενδιαφέρουν. Να ανατρέξουν στο έργο του Αντώνη Μυστακίδη και να διαβάσουν τις εργασίες του Θεοδόση Πυλαρινού. Οι νεότεροι έλληνες και ελληνίδες αναγνώστες και συγγραφείς, οι έλληνες της διασποράς, καλό είναι να γνωρίζουν τις Ελληνικές αυτές προσωπικότητες και να μνημονεύουν την παρουσία τους.

      Μεταφέρω το άνοιγμα της αυλαίας της μονογραφίας που εξέδωσε στη Ρουμανία ο καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός, (δίχως τις σημειώσεις τεκμηρίωσης που συνοδεύουν την εργασία):

ΜΥΣΤΑΚΙΔΗΣ ΒΙΒΛΙΟ Α΄

 

Ο Αντώνης Μυστακίδης, γνωστός επίσης και με το φιλολογικό του ψευδώνυμο Μεσεβρινός από τον τόπο καταγωγής των γονέων του, τη Μεσημβρία του Εύξεινου Πόντου, πόλη με Έλληνες κατοίκους, η οποία σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία, αποτελεί μία από τις λίγες περιπτώσεις Ελλήνων της διασποράς, που υπηρέτησε με ζήλο την παιδεία και μετέδωσε τα ελληνικά γράμματα σε ετερόκλητους εκ πρώτης απόψεως τόπους της γης. 

Γεννήθηκε στον Αλμυρό της Θεσσαλίας το 1908, αλλά η οικογένειά έφυγε και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, όπου και ανδρώθηκε ο Μυστακίδης. Εκεί σπούδασε, και στη Ρουμανία δίδαξε αρχικά. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα, εθελοντής στον Πόλεμο του ’40, και θα ζήσει στη Θεσσαλονίκη. Από το 1953 θα μεταβεί στο Κάιρο και θα διδάξει στην Αμπέτειο Σχολή έως το 1956. Εκεί θα έλθει σε επαφή με κύπριους πνευματικούς ανθρώπους (Νίκο Νικολαΐδη, Ευγενία Παλαιολόγου-Πετρώνδα και Χρήστο Πετρώνδα, Μαρία Ρουσσιά), και θα συμπέσει η εκεί θητεία του με τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, γεγονός που τον συνέδεσε με την αγωνία του κυπριακού ελληνισμού. Από τότε, μάλιστα, φλογίστηκε το ενδιαφέρον του για την Κύπρο, που θα λάβει αργότερα πολύμορφες διαστάσεις, κυρίως αφότου γνωρίστηκε στην Αμμόχωστο με τον κύπριο πεζογράφο Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη, με τον οποίο συνδέθηκε στενά. Το ενδιαφέρον του για την Κύπρο εύλογα θα εξακολουθήσει εντονότατο μετά την εισβολή, προβάλλοντας τα δίκαια των Κυπρίων στη Σουηδία και τη βόρεια Ευρώπη, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις για το Κυπριακό, δημοσιογραφώντας σε κυπριακές εφημερίδες και αναπτύσσοντας ποικίλη εκδοτική δραστηριότητα στο νησί. Θα διαρκέσει άσβεστο το ενδιαφέρον αυτό έως τον θάνατό του, το 1989, εκδηλωνόμενο ποικιλότροπα. Με προτροπή του μέντορά του Δημοσθένη Δανιηλίδη το 1957 θα εγκατασταθεί στη Σουηδία, όπου και θα στεριώσει, διδάσκοντας από την προβλεπόμενη μόνιμη θέση του λέκτορα (έκτακτος στην αρχή) τη νέα ελληνική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της πόλης Λουντ, καθώς και στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, όπου δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής, δημιουργώντας μαθητές, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την ελληνική γλώσσα και τη μετάφρασή της και απέδωσαν αξιόλογο έργο, το οποίο έφερε σε πνευματική επαφή τον ελληνικό με τον σκανδιναβικό χώρο..

Μεταφέρουμε αυτούσιο ως προσωπική μαρτυρία, ένα βιογραφικό σημείωμα, όπως το υπαγόρευσε ο ίδιος σε συνέντευξή του στη Ροζίτα Παυλίδου, το 1976: 

 

Κατάγομαι από τη Μεσεμβρία. Σπούδασα στο Βουκουρέστι κλασσική φιλολογία. Στη Ρουμανία πρωτοδιορίστηκα δάσκαλος ώς το 1940, ώσπου έφυγα εθελοντής το 1940 στον Αλβανικό Πόλεμο. Στη κατοχή βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη. Μετά το 1945 εργάστηκα σε διάφορες δουλειές στην Αθήνα. Διορίστηκα στην Αμπέτειο Σχολή στο Κάιρο το 1953-1956. Δίδαξα για 18½ χρόνια στο Πανεπιστήμιο Λουντ της Σουηδίας και το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, Νεοελληνικά. Στη Σουηδία έκδωσα το πρώτο Ελληνοσουηδικό Λεξικό. Από το 1968 εκδίδω τα «Τετράδια του Ρήγα». Δημοτική συνεπή και μονοτονικό σύστημα είναι οι μόνες εκδόσεις που με συνέπεια χρησιμοποίησα. Μετάφρασα διηγήματα από Σουηδικά και Ρουμάνικα στα Ελληνικά και αντίστροφα

Αλλού, πάλι, στην ελληνική εφημερίδα Χριστιανική, μαχητικό όργανο του Νίκου Ψαρουδάκη με αντιδικτατορικούς αγώνες, θα αναφέρει σε γράμμα του στον δημοσιογράφο και λογοτέχνη Χρήστο Ε. Κατσιγιάννη, προσθέτοντας και άλλα στοιχεία, τα ακόλουθα: 

 

Αγαπητέ μου κύριε Κατσιγιάννη, 

 

Σάς ευχαριστώ για το ευγενικό Σας μήνυμα. Για Σάς μού μίλησε ο κοινός φίλος Γιαννερίδης και τα δύο θεατρικά βιβλία, που είχατε την καλοσύνη να μού στείλετε. Ωστόσο, υπερβάλλετε, όταν μιλάτε για το ‘τρανό’ μου έργο. Νομίζω, ότι δεν εκτελώ παρα το χρέος μου, και μάλιστα πολύ λιγότερο απ’ όσο θα επιθυμούσα. Εκείνο που μπορώ να σημειώσω χωρίς υποκριτικές ταπεινοφροσύνες είναι ότι το λίγο αυτό που έδωσα βγήκε απο κάποια βαθύτατη λαχτάρα να βοηθήσω τον ομόεθνο μου, ή, αν θέλετε, απο γνήσια αγάπη στην πατρίδα. Ανήκω στον κορμό του ‘αλύτρωτου Ελληνισμού’, μεγάλωσα μακριά απο την Ελλάδα και σ’ όλη μου τη ζωή στάθηκα ο υπηρέτης της αγάπης αυτής. Αυτή μού ’δωσε δύναμη, κι όταν ακόμα κατεβαίνοντας στην αγαπημένη Πατρίδα δοκίμασα πολλές απογοήτεψες. Μα κι αυτό που είπα είναι πάρα πολύ και φοβάμαι πως δείχνει κάποιο εγωισμό. Δεν ξέρει κανείς πώς μπορεί να ερμηνευτεί.

Αν θέλετε μερικά βιογραφικά στοιχεία, θα σημείωνα, πολύ σύντομα, αυτά: Το αληθινό μου όνομα: Αντώνης Μυστακίδης. Η καταγωγή μου απο τη Μεσημβρία της Ανατολικής Ρωμιλίας, παλιά αποικία βορινά του Πύργου και της Αγχίαλος στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Μεγάλωσα και σπούδασα στη Ρουμανία. Εκεί πρωτοδιορίστηκα το 1937 διευθυντής του Δημοτικού σχολείου της Ελληνικής κοινότητας του Σουλινά, στις εκβολές του Δούναβη. Το Δεκέμβρη του 1940 κατέβηκα εθελοντικά στην Ελλάδα και υπηρέτησα στρατιώτης. Την Κατοχή την πέρασα στη Θεσσαλονίκη. Το 1953 διορίστηκα καθηγητής στην Αμπέτειο σχολή του Κάιρου. Εκεί δίδαξα τρία χρόνια. Απο το Γενάρη του 1957 βρίσκουμαι στη Σουηδία, όπου ανέλαβα τη διδασκαλία των Νέων ελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Λουντ (Lund) και αμέσως κατόπι στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

Η συγγραφική μου εργασία είναι πολύ περιορισμένη και δεν έχει σημασία παρα μόνο απο την άποψη τη μορφωτική. Θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω μάλλον δημοσιογραφική. Άρχισε με μετάφρασες: α) απο τα ελληνικά στα ρουμανικά (ποιήματα, διηγήματα), β) απο τα ρουμανικά στα ελληνικά, γ) αργότερα απο τα σουηδικά στα ελληνικά, δ) απο τα ελληνικά στα σουηδικά (πάντα με συνεργασία τα τελευταία αυτά). Στα χρόνια που έμεινα στην Αίγυπτο έκδωσα (με την οικονομική αρωγή της Σχολής, δηλ. για λογαριασμό της) μια σειρά μικρά τεύχη «Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη για τους Νέους», που κυκλοφόρησε και στ’ άλλα ελληνικά σχολεία της Αίγυπτος. Ήταν διαλεχτά κομάτια απο τη νεοελληνική λογοτεχνία, που συνοδεύτηκαν με σημείωμα για το συγγραφέα κι ενημέρωναν τους μαθητές πάνω στη λογοτεχνία μας. Δε θέλω να μιλήσω για τα άλλα. Καταντά περιαυτολογία και κουραστικό «παραλήρημα».

Τα «Τετράδια του Ρήγα» είναι η τελευταία στη σειρά εκδοτική μου προσπάθεια. Βγαίνει απο τη λαχτάρα να φωτίσει και να εγκαρδιώσει τους ξενιτεμένους Έλληνες στην πάλη ενάντια στο σκοτάδι της διχτατορίας. Απο το τέλος του 1967 σχημάτισα τη γνώμη, ότι δεν αρκεί ο προφορικός λόγος, ούτε τα συνθήματα στο πεζοδρόμιο. Χρειάζεται παράλληλα διαφωτιστική πάλη, που να καλλιεργεί σε βάθος και να προσανατολίζει με σταθερότητα. Τα λόγια συχνά ξεχνιούνται. Τα γραφτά μένουν κοντά μας και τα συμβουλευόμαστε όποτε θέλουμε. Μένουν πιστοί μας σύντροφοι και δάσκαλοι. Οι λίγοι σύντροφοι, που βρήκα στην αρχή, ζούσαν μακριά ο ένας απο τον άλλον. Η δουλιά έπεσε αποκλειστικά σχεδόν πάνω μου. Σήμερα η Εκδοτική Ομάδα αποτελιέται απο πέντε άτομα: τρεις πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ένας αρχισυντάχτης κι ένας συνδικαλιστής, μοιρασμένοι σε διάφορες χώρες: Γαλλία, Ουγγαρία, Κύπρο, Βέλγιο, Σουηδία. Οι πολλές δυσκολίες που συναντήσαμε επηρέασαν την προσπάθεια. Ωστόσο πετύχαμε να τυπώσουμε κείμενα αξιόλογα, που διαβάστηκαν απο τους απόδημους σε πολλές χώρες και εχτιμήθηκαν. Μονάχα μια μερίδα πολιτική απόκλεισε τα Τετράδια του Ρήγα: το κομμουνιστικό στρατόπεδο εξωτερικού. Σάς στέλνω ένα κατάλογο, όπου θα βρείτε όχι μόνο τα βιβλία που τυπώσαμε (14 συνολικά), παρα και πληροφορίες πέρα απ’ αυτές που Σάς έδωσα και τις οποίες μπορείτε να τις χρησιμοποιήσετε όπως θέλετε.

Περιττό να προσθέσω, ότι η όλη προσπάθεια, που άρχισε απο την άνοιξη του 1968, αποτελεί μια μορφή αγώνα, για μένα αγώνα ουσιαστικού, μακροπρόθεσμου. Μακριά απο μάς η αντίληψη, ότι μπορούσαμε να πετύχουμε το ποθητό αποτέλεσμα. Ξέραμε και ξέρουμε πολύ καλά, ότι είμαστε ένα μικρό πετράδι στο μεγάλο οικοδόμημα. Αγωνιστήκαμε όμως με την πεποίθηση, ότι τα Τετράδια του Ρήγα θα αποτελούσαν απλό παράδειγμα, ώστε και άλλες ομάδες απο τον απόδημο Ελληνισμό, να οργανωθούν για ένα αγώνα έξω απο τα στενά πλαίσια των ιδεολογικών και κομματικών παρατάξεων, σκοπεύοντας όμως πάντα στην προετοιμασία του εδάφους για την ανάπλαση της εθνικής μας ζωής σε πλάτος και σε βάθος. Η ανάπλαση αυτή δε γίνεται χωρίς σοβαρή και συστηματική προεργασία στον τομέα της πνευματικής καλλιέργειας και του διαφωτισμού, ώστε ο Λαός να είναι σε θέση σωστότερα να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και τα ζωτικά προβλήματα που τον βασανίζουν. Χρειάζεται να αποχτήσουμε νέα παιδεία και νέο τρόπο σκέψης, ώστε να καταστρέψουμε την προχειρολογία και την ανεύθυνη συζήτηση του καφενείου. Χρειάζεται να καλλιεργήσουμε την αυτοκριτική, απαραίτητη για να ξεπεράσουμε την επιπολαιότητα και την αυθαιρεσία, και συχνά την ανόητη επιδειχτικότητα, που μάς πολιορκούν και μάς σαγηνεύουν στην καθημερινή πράξη και στον καθημερινό λόγο.

Απο τους πρώτους όρους που έβαλα για την έκδοση των ΤτΡ ήταν ο γλωσσικός. Λαϊκή διαφώτιση και παιδεία δεν υπάρχει, αν δε στηρίζεται στη ζωντανή λαλιά του Λαού. Στη μακροχρόνια διδασκαλική μου σταδιοδρομία βασίστηκα αποκλειστικά στη Δημοτική. Τη μελέτησα μαζί με τους μαθητές μου, μαθαίνοντας τους να τη χρησιμοποιούν με συνέπεια και με πίστη. Απο την αρχή της σταδιοδρομίας μου, όταν ακόμα βρισκόμουνα στη Ρουμανία, υιοθέτησα το μονοτονικό. Αλλά μόνο στα πανεπιστημιακά μου μαθήματα το χρησιμοποίησα, παραμερίζοντας αποφασιστικά τον ιστορικό τονισμό. Την πίστη μου αυτή τη μετέφερα στα Τετράδια του Ρήγα. Κανένα κείμενο δε δημοσιεύτηκε σ’ αυτά σ’ άλλη γλωσσική μορφή παρα στη Δημοτική και με το μονοτονικό. Γι’ αυτό και συχνά αν[α]γκαστήκαμε να μεταφέρουμε στη μητρική γλώσσα κείμενα γραμμένα στην καθαρεύουσα, ή στη μιχτή (που τη μισώ περισσότερο απο την καθαρεύουσα).

Αλλά δεν αρκέστηκα σ’ αυτό. Χρέος μου θεώρησα, να δώσω και κάποια στερεότερη εξήγηση πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα κι υποσχέθηκα, απο το πρώτο κιόλας τετράδιο (Η βασιλεία στην Ελλάδα), ν’ ασχοληθώ ιδιαίτερα με το γλωσσικό μας πρόβλημα. Μού δινότανε έτσι κατάλληλη ευκαιρία να συζητήσω με τους αναγνώστες μας το μεγάλο αυτό πρόβλημα. Λογάριαζα να γράψω μικρή έκθεση, ευκολοδιάβ[α]στη κι απο τους πιο ανίδεους. Μα η δουλιά με συνεπήρε με τόση δύναμη, που έγραψα ολάκερο βιβλίο, την Προδομένη γλώσσα.

Το τελευταίο βιβλίο που τυπώθηκε στα ΤτΡ είναι σχολικό. Αναγνωστικό προορισμένο για τα παιδιά των απόδημων της Σουηδίας και τυπωμένο με την έγκριση και τη χρηματική βοήθεια της Ανώτατης εκπαιδευτικής διεύθυνσης της Σουηδίας. Λέγεται Το πρώτο Αναγνωστικό μου. Γλώσσα Δημοτική και μονοτονικό σύστημα. Τα ελληνόπουλα στη Σουηδία, όπως και σ΄ άλλες χώρες, φοιτούν υποχρεωτικά στα σχολεία του τόπου. Το Κράτος όμως δε θέλει να στερήσει στα παιδιά αυτά τη διδασκαλία της μητρικής τους λαλιάς. Μόνο που τα μαθήματα που οργάνωσε είναι πολύ περιορισμένα, δυο ώρες την εβδομάδα. Απο την άλλη μεριά οι δάσκαλοι που ανέλαβαν τη διδασκαλία είναι «ερασιτέχνες» και γλωσσικά αδιαφώτιστοι. Χάρη στη θέση μου ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, αλλά και με τη βοήθεια μερικών νέων ανθρώπων εδώ, έπεισα τους υπεύθυνους Σουηδούς, να αναγνωρίσουν τη Δημοτική ως τη μόνη γλώσσα διδασκαλίας και να τυπώσουμε τα πρώτα απαραίτητα βιβλία στη γλώσσα αυτή, υιοθετώντας ταυτόχρονα το μονοτονικό. Έτσι τυπώθηκαν πρώτα ένα Αλφαβητάρι και η συνέχεια του (η έκδοση έγινε απο ένα Σουηδό, παλιό μαθητή μου) και φέτος τυπώθηκε Το πρώτο Αναγνωστικό μου.

Πολλά έγραψα. Απ’ αυτά θα πάρετε λίγα, όσα Σάς χρειάζουνται, για να γράψετε το άρθρο Σας. Παρακαλώ: μη με επαινάτε. Γράψτε αντικειμενικά και λιτά για ένα αγώνα πνευματικό, που γίνεται έξω, ώστε ο κόσμος να μάθει, πως εργάζουνται, αθόρυβα, πολλοί για την προκοπή του. Επιμείνετε στα γλωσσικά βιβλία. Τώρα που είμαστε έτοιμοι για νέα ζωή….

                                    

                                      ΑΝΤΩΝΗΣ  ΜΥΣΤΑΚΙΔΗΣ

     Μεταξύ των Ελλήνων του εξωτερικού που έχουν να παρουσιάσουν πλούσια και πολυσχιδή δράση, ξεχωρίζει ο εκλεκτός φίλος, λογοτέχνης και φιλόλογος, Αντώνης Μυστακίδης.

     Ο κ. Μυστακίδης κατάγεται από τη Μεσημβρία της Βουλγαρίας (και γι’ αυτό χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Μεσεβρινός). Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου Αθηνών.

     Από το 1915 ως το 1940 έζησε στη Ρουμανία, όπου υπήρξε διευθυντής του σχολείου της ελληνικής κοινότητος του Σουλινά και αργότερα διευθυντής του ελληνικού γυμνασίου στο Βουκουρέστι. Στη Ρουμανία αγωνίστηκε να κάνει γνωστή την ελληνική λογοτεχνία. Μετέφρασε τον «Κόκκινο βράχο» του Ξενόπουλου (Βουκουρέστι, 1936)-το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα πού μεταφράστηκε στα ρουμανικά-καθώς και πολλά διηγήματα και ποιήματα Νεοελλήνων λογοτεχνών, από τον Βικέλα ως τον Καβάφη, δημοσιεύοντας ταυτόχρονα και διάφορα άρθρα για τη λογοτεχνία μας. Επίσης δημοσίευσε και μιά ποιητική του συλλογή, τα «Πρώτα Ελεγεία» (Βουκουρέστι, 1935).

      Από το  1940 ως το 1958 έζησε στην Ελλάδα, όπου κατέβηκε ως εθελοντής στον αλβανικό πόλεμο. Επί κατοχής έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου και επεδίωξε να κάνει γνωστή στο ελληνικό κοινό τη ρουμανική λογοτεχνία και τέχνη. Έτσι εξέδωσε τρία πολύ κατατοπιστικά βιβλία με ρουμανικά θέματα (τυπωμένα σε μονοτονικό σύστημα): «Μιχαήλ Εμινέσκου, ο μεγαλοφυής Ρουμάνος ποιητής» (Θεσσαλονίκη, 1942), «Σύντομοι σταθμοί στη σύγχρονη ρουμανική ποίηση», ανθολογικό δοκίμιο (Θεσσαλονίκη, 1943), «Τρείς Ρουμάνοι χαράκτες»: V. Dobrian, D. Dimitriu- Nicolaide, Marcel Olinescu” (Θεσσαλονίκη, 1944, εικον.). Ο κ. Μυστακίδης είναι ο πρώτος που παρουσίασε τον Εμινέσκου στη γλώσσα μας. Στην Αθήνα κατέβηκε το 1945 και συνεργάστηκε στενά με την Αγγελική Χατζημιχάλη στην οικοκυρική σχολή της.

     Από το 1956 έζησε στην Αίγυπτο, όπου δίδαξε ως καθηγητής στην Αμπέτειο Σχολή του Καϊρου. Εκεί εξέδωσε την ποιητική του συλλογή «Δεύτερα Ελεγεία» (Κάϊρο 1954), καθώς και ένα σχολικό ανάγνωσμα για τη Θεσσαλονίκη με τον τίτλο «Η ιστορία μιάς πολιτείας» (Κάϊρο 1956). Επίσης έβγαλε μιά σειρά μικρά τεύχη για τους μαθητές του και Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη για τους νέους. Οι εκδόσεις αυτές κυκλοφόρησαν σε όλα τα ελληνικά γυμνάσια της Αιγύπτου.

Το 1957 ο κ. Μυστακίδης εγκαταστάθηκε στη Σουηδία ως λέκτωρ της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Λούντ, και τον άλλο χρόνο στο πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης. Εκεί ίδρυσε μιά εκδοτική σειρά, την «Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη», η οποία αριθμεί ως τώρα πέντε κομψά τομίδια με διάφορες μεταφράσεις λογοτεχνημάτων καμωμένες από τον ίδιο και συνοδευόμενες με κατατοπιστικές εισαγωγές. Οι εκδόσεις αυτές είναι: 1) «Ποιήματα» της Edith Sodergran (Αθήνα, 1958), 2) Par Lagerkvist  «Εκλογή από την ¨Αγωνία¨ και το «‘Χάος’» (Αθήνα, 1959), 3) F. J. Billeskov Janson «Γύρω από τη Δανική λογοτεχνία» δύο μελετήματα: «Ανθρωπιστικές αξίες στη Δανική λογοτεχνία. Andersen- Kierkegaard- Grundtvig   Και «Το χιούμορ στη Δανική λογοτεχνία» (Αθήνα, 1959), 4) Albert Wifstrand «Δύο μελετήματα»: «Η αληθινή αρχαιότητα κι εμείς» και «Το Βυζάντιο και η Ευρώπη» (Αθήνα, 1966), 5) Ioulia PersakiTva berattelser” (Lund, 1968). Σαν συμπλήρωμα όλης αυτής της μεταφραστικής εργασίας πρέπει να θεωρηθεί και η σουηδική μετάφραση της «Ιστορίας ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα  (Stratis Doukas, “En grekisk Krigsfanges berattelsen, Oversuttning av Margareta Blidberg och Antonis Mystakidis, Bergendahls, Goteborg, 1967). Επίσης φέτος θα κυκλοφορήσει σε σουηδική μετάφραση μιά ανθολογία από δώδεκα διηγήματα Ελλήνων λογοτεχνών, από τον Βιζυηνό ως τις μέρες μας.

     Παράλληλα με το μεταφραστικό του έργο, ο  κ. Μυστακίδης συνέχισε τη λογοτεχνική του δημιουργία. Το 1965 εξέδωσε στην Αθήνα την ποιητική του συλλογή «Δώδεκα ποιήματα για την Κύπρο» (αισθητά καλύτερη από τις δύο προηγούμενες) καθώς και την πυκνογραμμένη μελέτη. «Το μήνυμα του Κωνσταντίνου Άμαντου» (Αθήνα, 1966). Η παρουσία του φαίνεται επίσης και από την έκδοση μιάς ποιητικής συλλογής ενός Έλληνα από τη Σουηδία (Μιχάλη Φιορέτου, «Εγώ τραγουδώ τη χαρά μου», Λούντ, 1958).

     Αλλά και ως δάσκαλος της νεοελληνικής ο κ. Μυστακίδης ανέπτυξε πλούσια εκδοτική δράση. Εφέτος εξέδωκε ένα πολύ ωραίο «Νεοελληνικό Αναγνωστικό» (συνέχεια ενός προηγούμενου, που είχε επανεκδοθεί το 1965), για τους Σουηδούς που μαθαίνουν τη γλώσσα μας. Περιέχει αρκετά πεζά και ποιήματα από σημαντικούς λογοτέχνες μας, με λεξιλογικές επεξηγήσεις και πορτραίτα των συγγραφέων. Επίσης ο κ. Μυστακίδης τυπώνει τώρα ένα μεγάλο ελληνοσουηδικό και σουηδοελληνικό λεξικό, που αποτελεί πραγματικό άθλο.

     Αυτό με λίγα λόγια είναι το έργο του Αντώνη Μυστακίδη. Μας έφερε σ’ επαφή με δύο λογοτεχνίες, τη ρουμανική και τη σουηδική, ενώ αντίστοιχα έκανε γνωστή τη λογοτεχνία μας στη Ρουμανία και τη Σουηδία. Παράλληλα, με την  εργασία του στον εκπαιδευτικό και φιλολογικό τομέα, καθώς και με τη λιγοστή ποιητική του παραγωγή, συμπληρώνει και ολοκληρώνει την αθόρυβη και σεμνή προσφορά του στα γράμματά μας.

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, σ. 137-138. Στις «Απόψεις». Περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, τρίμηνο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό, περίοδος δεύτερη, Θεσσαλονίκη, τόμος 5ος τεύχος 19/7,8,9,1969.

Σημείωση: Για την σχέση του ποιητή και εκδότη Ντίνου Χριστιανόπουλου με τον παιδαγωγό και ζωγράφο, ποιητή και εκδότη, μεταφραστή Αντώνη Μυστακίδη, βλέπε την μελέτη Θεοδόσης Πυλαρινός-Πέτρος Πυλαρινός, «Από την αλληλογραφία του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τον Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινό)», περιοδικό «Οδός Πανός» τχ. 173/1,2,3,2017, σελ. 68-112.

Μεταφέρω την εισαγωγή των μελετητών-ερευνητών:

                      Από την αλληλογραφία

         του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τον Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινό)

                                                    

Ο Αντώνης Μυστακίδης (1908-1989), Μεσεβρινός σύμφωνα με το φιλολογικό του ψευδώνυμο, υπήρξε λόγιος, μεταφραστής, ποιητής και εκδότης, που έζησε  στο εξωτερικό, εκτός από λίγα χρόνια, όταν το 1940 κατέβηκε από τη Ρουμανία στην Ελλάδα για να καταταγεί ως εθελοντής στον στρατό, και όταν μετά την κατάρρευση του μετώπου έζησε στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλωσε και σπούδασε στο Βουκουρέστι, υπηρέτησε στην Αμπέτειο Σχολή στο Κάιρο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Σουηδία, όπου δίδαξε τη νεοελληνική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της Λουντ και, παράλληλα, στη Δανία, στην Κοπεγχάγη. 

Η λογοτεχνική και μεταφραστική του σταδιοδρομία άρχισε ήδη από τη Ρουμανία, συνεχίστηκε στη Θεσσαλονίκη, αναπτύχθηκε εκδοτικά και δημοσιογραφικά στην Αίγυπτο, για να κορυφωθεί στη Σουηδία, όπου παράλληλα με το διδακτικό έργο του, ασχολήθηκε με τη μετάφραση και με την έκδοση βιβλίων. Η «Ελληλοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη» και «Τα Τετράδια του Ρήγα» υπήρξαν το αποτέλεσμα της εκδοτικής προσφοράς του, κυρίως για τους Έλληνες της διασποράς, αλλά και για τους Ελλαδίτες τα χρόνια κυρίως της δικτατορίας. 

Με τον Μυστακίδη έχουμε ασχοληθεί κατ’ επανάληψη, εκδίδοντας σταδιακά την αλληλογραφία του. Είναι τέτοια η έκτασή της και τόσοι οι αποδέκτες και αποστολείς των επιστολών, που απορεί κανείς με την ακάματη εργατικότητα του ανδρός, ο οποίος πρέπει να εργαζόταν νυχθημερόν, χωρίς την ελάχιστη δόση υπερβολής.

Για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο περιττεύουν τα εισαγωγικά λόγια· είναι πολύ γνωστό το έργο του στο ελληνικό κοινό, ποιητικό, εκδοτικό, μεταφραστικό, βιβλιογραφικό, τα δε σχόλια που συνοδεύουν τις εκδιδόμενες στη συνέχεια ανέκδοτες επιστολές της αλληλογραφίας του με τον Μυστακίδη αναπληρώνουν εν  πολλοίς ό,τι θα πρόσφερε μια σύντομη εισαγωγή.

Η αλληλογραφία των δύο λογοτεχνών έχει αξιόλογο ενδιαφέρον, διότι γνωστοποιούνται από πρώτο χέρι, ή διασταυρώνονται επιβεβαιωτικά, γεγονότα ή μαρτυρίες, γραμμένες με τον εξομολογητικό τρόπο και το απροσχημάτιστο που εξασφαλίζει μια μακρά, όχι τυπική, ανταλλαγή απόψεων και, κυρίως, η συνεργασία δύο αυστηρών, θα λέγαμε, κριτικών, με μαρτυρημένη την κριτική και αυτοκριτική διάθεση, πολέμιων αμφοτέρων της συντεχνιακής κολακείας και της όχι σπάνιας πνευματικής υπεροψίας. Τα παρόντα, εξάλλου, γράμματά τους είναι αψευδείς μάρτυρες των ανωτέρω.

Οι επιστολές μιλούν από μόνες τους. Εμείς θα επισημάνουμε σε λίγες γραμμές τα κυριότερα σημεία τους· ό,τι δηλαδή ουσιωδέστερο κομίζουν, χρήσιμο, εκτός πολλών άλλων, αφενός για το ήθος των αλληλογράφων και αφετέρου για τις μαρτυρίες τους, ψηφίδες αξιόλογες για τη ζωή και των έργο τους και συμπληρώματα του μωσαϊκού της εργοβιογραφίας τους.    

Πολύ ουσιαστικές είναι οι κριτικές και αυτοκριτικές παρατηρήσεις, κατεξοχήν του Χριστιανόπουλου, για τα βιβλία τους, που ανταλλάσσουν συστηματικά στο διάστημα της επιστολικής επικοινωνίας τους. Επίσης, οι αυτοαναφορές με ερμηνευτικό χαρακτήρα ή και οι εξομολογήσεις, με τόνο συναισθηματικό, για το έργο τους. Και γενικότερα, όμως, το κριτικό πνεύμα που διαπερνά τα γράμματα, για άλλες περιπτώσεις, είναι πολλού λόγου άξιο. Αλλά και το αυτοβιογραφικό υλικό, που η επιστολογραφία ευνοεί την εμφάνισή του, πέραν του ανεκδοτολογικού χαρακτήρα που το διακρίνει, έχει συχνά σημασία για τη συμπλήρωση των βιογραφικών στοιχείων των συστηματικά, ιδίως, αλληλογραφούντων, αφού η οικειότητα από τη συχνή επικοινωνία συντελεί σε πιο προσωπικές αναφορές.

Η βιβλιογραφική πληροφόρηση, με μαρτυρίες για το ιστορικό των εκδόσεών τους ή για έργα άλλων, είναι εξ ίσου σημαντική, αφού εμπλουτίζεται από την εμπλοκή πολλών άλλων προσώπων, συγγραφέων, εκδοτών, τυπογράφων, συνεργατών κ.ά. Με άλλα λόγια, δεν είναι αμελητέο το γραμματολογικό ενδιαφέρον για την ιστορία της σύγχρονης λογοτεχνίας μας λόγω ακριβώς άγνωστων στοιχείων, σχετικών με πολλά γνωστά πρόσωπα που παρελαύνουν ευκαιριακά ή συστηματικά στις γραμμές των επιστολών τους.

Εύλογα, μετά τα προαναφερόμενα, αποτυπώνεται στα γράμματα το κλίμα, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το πνευματικό περιβάλλον, τόσο της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης όσο και του χώρου της διασποράς όπου έζησε ο Μυστακίδης. Πρόσωπα εμβληματικά στον τομέα τους, συνθήκες, κοινωνικός περίγυρος, εκδοτικές δραστηριότητες, αποδίδουν εικόνες που πέρασαν αφήνοντας ανεξίτηλα ίχνη. Αρκεί, για του λόγου το αληθές, να αναφέρουμε τα ονόματα των Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, Κάρολου Τσίζεκ, Σάκη Παπαδημητρίου, Βασίλη Φράγκου, του τυπογράφου Νίκου Νικολαΐδη, με τις σχετικές μαρτυρίες για το έργο και τις δραστηριότητές τους. Και εκτός αυτών, όμως, οι απλές αναφορές σε πολλά άλλα πρόσωπα είναι πολυάριθμες, αποκαλυπτικές των φιλολογικών γνώσεων  και υποστηρικτικές όσων γράφουν ο ένας στον άλλον, κρατώντας παράλληλα διακριτικά τις αποστάσεις.

Οι επιστολές αποτελούν επίσης ένα σύντομο ιστορικό της διαδρομής της Διαγωνίου, από την πρώτη κυκλοφορία της, για τις αλλαγές και τις προσωρινές παύσεις της, τον τρόπο δημιουργίας και λειτουργίας της. Αυτά, διά στόματος Χριστιανόπουλου, πότε η εγκυρότητά τους για το καλό αυτό περιοδικό είναι ασφαλής. Για το ενδιαφέρον των μαρτυριών καταχωρίζουμε τμήμα της από 17.5.1958 επιστολής του Χριστιανόπουλου, με αναφορά για το «δοκιμαστικό» πρώτο τεύχος του περιοδικού και με τον φιλόδοξο προγραμματισμό της ύλης του επόμενου: «Ἐν τῷ μεταξύ σᾶς ἔστειλα τή Διαγώνιο καί ἐλπίζω νά τήν ἔχετε πάρει ὡς τώρα. Εἶναι τό πρῶτο τεῦχος καί τὄβγαλα μόνος μου, γιά πείραμα. Ἐπειδή ὅμως ἔγινε ἀνάρπαστη καί προσέχτηκε πάρα πολύ, τώρα θά τή βγάζω πιό ταχτικά κάθε ἑξάμηνο μέ καμιά ἑκατοσταριά σελίδες καί μέ διαλεχτές συνεργασίες, ὅσων ἐκτιμῶ τή δουλιά τους καί μποροῦν νά συμμεριστοῦν τά ἔξοδα. Ἤδη τό καλοκαιριάτικο τεῦχος θά κυκλοφορήσει τέλη Ἰουνίου, μέ κείμενα Ἐλύτη, Καρέλλη, Πεντζίκη, Βαφόπουλου, Βαρβιτσιώτη καί πολλῶν ἀξιόλογων νέων. Ποῦ θά βρίσκεστε γιά νά σᾶς τό στείλω; Καί μήν ξεχνᾶτε πώς εἶναι ἕνα περιοδικό, ὅπου θά εἶστε καί σεῖς εὐπρόσδεκτος, ὅταν θελήσετε καί ἐφόσον μπορεῖτε».

Για τη γλώσσα ως ποιητικό εργαλείο, καθώς και για την ιστορία της, όσον αφορά στο τυπικό, το ορθογραφικό και το τονικό μέρος, έχουν ανταλλαγεί πολλές απόψεις μεταξύ τους. Ποιητής, φιλόλογος και επιμελητής-διορθωτής με θέσεις ο Χριστιανόπουλος εκφράζει σε όλες σχεδόν τις επιστολές γνώμη. Τον ενδιαφέρει η ορθοέπεια και  η ποιότητα του λόγου πρωτίστως. Ως προς το μονοτονικό τάσσεται υπέρ της απλοποίησης, αλλά ομολογεί μετά παρρησίας την αδυναμία του να το τηρήσει υπό τις κρατούσες συνθήκες. Ο Μυστακίδης, πάλι, με ψυχαρικές καταβολές και θέσεις για την ορθογραφία, που δεν είναι πάντοτε πειστικές, και με θεωρητική άποψη για το μονοτονικό, προτείνει ένα ημιατονικό σύστημα, με άτονη τη λήγουσα των οξύτονων λέξεων, και το εφαρμόζει στην αλληλογραφία του. Σε κάθε περίπτωση, ακολουθεί στις εκδόσεις του το μονοτονικό, αποφεύγοντας όμως τις υπερβολές των επιστολών του. 

Εκτός από τη λογοτεχνία η ενασχόληση με τα εικαστικά αποτελεί ένα ακόμη κοινό γνώρισμα των δύο. Ο Μυστακίδης ασχολήθηκε και ως τεχνοκριτικός, απόρροια των επιδόσεών του στη ζωγραφική. Ο ίδιος, εξάλλου, φιλοτεχνούσε τα εξώφυλλα των βιβλίων του, ενώ είναι πολλά τα σχέδιά του μέσα σ’ αυτά. Η προσφορά μέσω της Διαγωνίου στον ίδιο τομέα είναι επίσης γνωστή και αναγνωρισμένη.

Κοινή, ακόμη, είναι και η εκδοτική προσφορά τους, του ενός με τις εξαιρετικές εκδόσεις της Διαγωνίου, του άλλου κατεξοχήν με τα Τετράδια του Ρήγα, αλλά και με την Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη και τις εκδόσεις για τους μαθητές που επιμελήθηκε στην Αίγυπτο.

Τέλος, πολλά αναφέρονται για τις μεταφραστικές εργασίες του Μυστακίδη· εύλογα, διότι ενδιέφεραν τον εκδότη της Διαγωνίου, ο οποίος με περισσή επιμέλεια φρόντιζε για την αντιπροσωπευτικότητα και την ποιότητα των μεταφρασμένων κειμένων στο περιοδικό του. Η περίπτωση Μυστακίδη, σπάνια λόγω της άριστης γνώσης της ρουμανικής γλώσσας και μετέπειτα της σουηδικής, ενδιέφερε άμεσα αυτόν, στο πλαίσιο της προβολής των βαλκανικών λογοτεχνιών από τις σελίδες του περιοδικού του.

Η δημοσιευόμενη αλληλογραφία αρχίζει στις 23.6.1957 και περατώνεται στις 4.4.1971. Είναι εμφανώς ελλιπής. Καταρχάς, πρέπει να λείπουν από το σώμα αυτό, αν και υπερτερούν αριθμητικά οι επιστολές Χριστιανόπουλου, και πολλές επιστολές δικές του, όπως διαπιστώνεται από τα συμφραζόμενά τους. Οι επιστολές του Μυστακίδη είναι ελάχιστες συγκριτικά και από τα γράμματα του Χριστιανόπουλου αντλούμε πληροφορίες για την ημερομηνία σύνταξής τους, διαπιστώνοντας την απουσία τους. Η δεύτερη αυτή έλλειψη είναι μάλλον ευεξήγητη. Γνωρίζουμε από την έρευνα στο αρχείο του Μυστακίδη, που απόκειται στο Κέντρο Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου, από τη δημοσίευση, ειδικότερα, άλλων επιστολών του Μυστακίδη, και μάλιστα με πολλούς, ότι συνήθιζε να απαντά, χρησιμοποιώντας ως αντίγραφο του δακτυλόγραφου απαντητικού κειμένου του το λευκό τμήμα της επιστολής που λάμβανε (χρησιμοποιώντας καρμπόν ενδιαμέσως). Με τον τρόπο αυτό διατηρούσε στο αρχείο του τόσο την ληφθείσα επιστολή όσο και την απάντηση τη δική του στο ίδιο φύλλο χαρτιού. Έτσι, εξάλλου, σώθηκαν οι δημοσιευόμενες δικές του επιστολές. Τα επιστολόχαρτα, ωστόσο, του Χριστιανόπουλου, με την εξαίρετη καλλιγραφία του, δεν άφηναν χώρο (η μικρή σελίδα τους δεν μπορούσε να δακτυλογραφηθεί στη γραφομηχανή που χρησιμοποιούσε ο Μυστακίδης), ώστε να τηρήσει εν προκειμένω την πρακτική αυτή ο Μυστακίδης, πλην εξαιρέσεων. Ότι κρατούσε αντίγραφο με άλλο τρόπο, αυτό πρέπει να θεωρείται βέβαιο, αν κρίνουμε από τη συστηματική και ευλαβική διατήρηση της όλης αλληλογραφίας του. Επομένως, κάπου λανθάνουν τα αντίγραφα των απαντητικών επιστολών του.

Διατηρήσαμε την ορθογραφία  και τη στίξη των πρωτοτύπων, τόσο το πολυτονικό του Χριστιανόπουλου, όσο, κυρίως, το ιδιόρρυθμο μονοτονικό και ορθογραφικό του Μυστακίδη, ο οποίος εκτός των άλλων ανέπτυξε ολόκληρη θεωρία γι’ αυτά.

 

Σημείωση:  Ο Θεοδόσης και ο Πέτρος Πυλαρινός μας παρουσιάζουν συνολικά 29 Επιστολές. Νούμερα 1-29. Από τις 29, οι 27 απευθύνονται από τον εκδότη και ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο στον Αντώνη Μυστακίδη, και 2, αυτές με νούμερο 19 και 24 είναι Επιστολές του Αντώνη Μυστακίδη στον εκδότη της «Διαγωνίου». Οι προσφωνήσεις του Χριστιανόπουλου είναι φιλικές και ευγενικές, τα γράμματα είναι συνήθως σύντομα, δίχως να λείπουν και ορισμένα εκτενέστερα. Όπως μας επισημαίνουν και οι ερευνητές, η Αλληλογραφία μας παράσχει σημαντικά στοιχεία και πληροφορίες για το περιοδικό και τα πολιτιστικά τεκταινόμενα εκείνης της περιόδου. Καθώς και τι ενδιαφέρει περισσότερο και ζητά να πληροφορηθεί ο Χριστιανόπουλος από τον Μυστακίδη. Να επαναλάβουμε ότι η δίγλωσση έκδοση του Θεοδόση Πυλαρινού-η οποία κυκλοφορεί στη Ρουμανία-«Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός μονογραφία». Εκδόσεις «Ομόνοια», Βουκουρέστι, 2020 είναι απαραίτητο βοήθημα για όσους θα ήθελαν να ασχοληθούν με την σύνολη συγγραφική και μεταφραστική παραγωγή του Μεσεβρινού, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος. Όπως και με την εργασία-παρουσίαση της Αλληλογραφίας, ο Πυλαρινός συμπληρώνει κενά, διορθώνει αβλεψίες, σχολιάζει γλωσσικά ζητήματα, μας πληροφορεί για την σχέση του Μυστακίδη με τον Κυπριακό κυρίως και Αιγυπτιακό Ελληνισμό και τους έλληνες και ελληνίδες ποιητές και συγγραφείς. Μας δίνει με καθαρό τρόπο και ύφος τις θέσεις του Μεσεβρινού για την γλώσσα. Με τις εργασίες αυτές και τα κείμενα που αντιγράφω, (δεν είναι πάντα επαινετικά για την ποίησή του) έχουμε μία σχετικά καλή εικόνα της φυσιογνωμίας του και της πνευματικής και καλλιτεχνικής του παρουσίας. Φανερώνουν έναν δάσκαλο-παιδαγωγό και εκδότη πολυγραφότατο, ακάματο εργάτη των ελληνικών γραμμάτων και όχι μόνο. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου στην πολύτομη «Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας» του μας δίνει την πληροφορία ότι ο Αντώνης Μυστακίδης μεταξύ άλλων εργασιών του υπάρχει και η «Βιβλιογραφία» για τον μοντερνιστή ποιητή Τάκη Κ. Παπατσώνη. (οι αναφορές του Α. Α. είναι ελάχιστες για τον Α. Μ. Εκτενέστερο και ακριβέστερο είναι του πανεπιστημιακού Π. Δ. Μαστροδημήτρη). Όπως και νάχει, τα ελληνόγλωσσα και τα ξενόγλωσσα βιβλία του Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινού) είναι δεκάδες. Αξίζει να συγκεντρωθούν σε μία δημόσια βιβλιοθήκη ώστε να είναι προσβάσημα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Επιπρόσθετα να σημειώσουμε ότι η σχέση του Μεσεβρινού με τον ποιητή και εκδότη Ντίνο Χριστιανόπουλος, έχει αφετηρία και από την συνεργασία του Μυστακίδη με το περιοδικό «Διαγώνιος» βλέπε τεύχος 2/1960 πρώτη περίοδο, σελίδα 70-76 και την μετάφραση «Φιλοσοφικό προσκλητήριο» του ION ZAMFIRESLU, κλπ.

               ΑΝΤΩΝΗΣ  ΜΥΣΤΑΚΙΔΗΣ

    Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία δίδαξε στη Σουηδία (στα Πανεπιστήμια του Lund και του Malmo: 1957 κ.έ.) ο Έλληνας φιλόλογος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινός (1908-1989) (1).Ο Μυστακίδης ίδρυσε στη Σουηδία τις εκδοτικές σειρές «Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη» και «Τα τετράδια του Ρήγα», στις οποίες τυπώθηκαν (ή ανατυπώθηκαν) αξιόλογα έργα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Ο ίδιος νεοελληνιστής μετέφρασε στα σουηδικά (με τη συνεργασία της Μαργαρίτας Blidberg) το μυθιστόρημα του Στρατή Δούκα Ιστορία ενός αιχμαλώτου (1967) και αντιπροσωπευτικά κείμενα «Δώδεκα νεοελλήνων διηγηματογράφων» (Ανθολογία, 1970), ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τα προβλήματα της νεοελληνικής γλώσσας, για την οποία έγραψε και ειδικά μελετήματα (Σωστή δημοτική, 1978, κ.ά.)

     Σήμερα η νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία διδάσκεται στα Πανεπιστήμια του Malmo και της Στοκχόλμης.

(1)., Ο Μυστακίδης προηγουμένως είχε ζήσει στη Ρουμανία, όπου δίδαξε στα ελληνικά σχολεία και όπου μετέφρασε το μυθιστόρημα του Ξενόπουλου Ο Κόκκινος Βράχος (Βουκουρέστι, 1933), σελίδα 323. Βλέπε:

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Δ. ΜΑΣΤΡΟΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ, έκδοση Έκτη, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1996, σελ.323. Στο κεφάλαιο «ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΚΑ».

                         Μεσεβρινός,  ο  δάσκαλος

      Ο Μεσεβρινός είναι δάσκαλος της αποδημίας. Στην Κύπρο είναι ιδιαίτερα γνωστός, γιατί διατηρεί πολλούς δεσμούς με τους ανθρώπους της Κύπρου, δίνει διαλέξεις στο νησί, παρακολουθεί την πνευματική κίνησή του και ταυτόχρονα γράφει στις εφημερίδες του νησιού (Ανεξάρτητος , Σοσιαλιστική Έκφραση κλπ.). Από την αρχή του ξεκινήματος των στενών σχέσεών του με τον κόσμο της Κύπρου ο Μεσεβρινός ήταν (και είναι) σε στενή επαφή και συνεργασία με το σοσιαλιστικό κίνημα της Κύπρου.

      Ο Αντώνης Μυστακίδης κατάγεται από τη Μεσημβρία του Εύξεινου Πόντου (σημερινή Βουλγαρία), γι’ αυτό και χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Μεσεβρινός.

      Γεννήθηκε το 1908 στον Αλμυρό Θεσσαλίας, όπου οι γονείς του βρέθηκαν πρόσφυγες εξαιτίας των διωγμών των κομιτατζήδων εθνικιστών της Βουλγαρίας.

     Σπούδασε και πήρε πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έζησε στη Ρουμανία από το 1915 ως το 1940. Στην Ελλάδα κατέβηκε ως εθελοντής στον Αλβανικό πόλεμο και έζησε σ’ αυτήν ως το 1953.

     Στη διάρκεια της παραμονής του στη Ρουμανία υπήρξε διευθυντής του σχολείου της ελληνικής κοινότητας Σουλίνα κι αργότερα καθηγητής του ελληνικού γυμνασίου στο Βουκουρέστι (1939-1940). Προσπάθησε να γνωρίσει στο ρουμάνικο λαό την ελληνική λογοτεχνία’ γι’ αυτό έγραψε διάφορα άρθρα για την ελληνική λογοτεχνία και μετάφρασε πολλά διηγήματα και ποιήματα νεοελλήνων λογοτεχνών. Μετέφρασε επίσης και το μυθιστόρημα του Γ. Ξενόπουλου «Κόκκινος βράχος» (Βουκουρέστι, 1933). Όταν κατέβηκε στην Ελλάδα προσπάθησε (αντίστροφα τώρα) να γνωρίσει τη ρουμανική τέχνη και λογοτεχνία στον ελληνικό λαό. Τα χρόνια της κατοχής έζησε στη Θεσσαλονίκη, όπου δημοσίεψε τρία λιγοσέλιδα βιβλία για τη ρουμανική λογοτεχνία και τέχνη, τα πιό κάτω:

1., «Μιχαήλ Εμινέσκου, ο μεγαλοφυής ρουμάνος ποιητής» (Θεσσαλονίκη, 1942).

2., Σύντομοι σταθμοί στη σύγχρονη ρουμάνικη ποίηση», ανθολογικό δοκίμιο (Θεσσαλονίκη, 1943).

3., «Τρείς Ρουμάνοι χαράκτες: V. Dobrian. D. Dimitriou- Nicolaide, Marcel Olinescu” (Θεσσαλονίκη,  1944).

     Στην Αθήνα πήγε το 1945 και συνεργάστηκε με την Αγγελική Χατζημιχάλη στην οικοκυρική της σχολή ως διαχειριστής. Παράλληλα μετέφρασε ρουμάνους ποιητές για το περιοδικό του Α. Μελαχρινού «Κύκλος».

     Ο Μεσεβρινός μετά την Αθήνα πήγε στην Αίγυπτο. Έζησε εκεί από το 1953 ως το 1956. Στο διάστημα αυτό δούλεψε ως καθηγητής στην Αμπέτειο Σχολή του Καϊρου. Για την βοήθεια των μαθητών δημιούργησε τη Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη για τους Νέους.

      Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας τύπωσε σε αυτόνομα λιγοσέλιδα τεύχη κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Καρκαβίτσας, Βλαχογιάννης, Δροσίνης, Παπαδιαμάντης, Τραυλαντώνης, δημοτικά τραγούδια κλπ.). Οι εκδόσεις αυτές κυκλοφόρησαν σε όλα τα ελληνικά γυμνάσια και δημοτικά σχολεία της Αιγύπτου.

     Τον ίδιο καιρό τύπωσε ένα σχολικό ανάγνωσμα για τη Θεσσαλονίκη με τον τίτλο «Η ιστορία μιάς πολιτείας» (Κάϊρο, 1956). Το 1957 το Πανεπιστήμιο του Λούντ κάλεσε το Μεσεβρινό να διδάξει νέα ελληνικά. Γι’ αυτό και εγκαταστάθηκε από το 1957 στη Σουηδία και δίδαξε ως λέκτωρ της νεοελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Λούντ (από το 1957), και στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης (από το 1958).

     Τα μαθήματα που δίδαξε ο Μεσεβρινός στα δύο αυτά πανεπιστήμια ήταν κυρίως η νέα ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία και για ορισμένα διαστήματα η βυζαντινή λογοτεχνία. Στη Σουηδία ίδρυσε την εκδοτική σειρά «Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη» Στη σειρά αυτή τυπώθηκαν τα πιό κάτω βιβλία:

1., «Ποιήματα» της Edith  Sodergran (Αθήνα, 1958).

2., Par Lagerkvist. «Εκλογή από την «Αγωνία και το Χάος»» (Αθήνα, 1959)

3., F. J. Billeskov Jansen, «Γύρω από τη δανική λογοτεχνία». Δύο μελετήματα: α) «Ανθρωπιστικές αξίες στη δανική λογοτεχνία.  Andersen- Kierkegaard- Grundtvig”. Β) «Το χιούμορ στη δανική λογοτεχνία». (Αθήνα, 1959).

4., Albert Wifstvand. Δύο μελετήματα: «Η αληθινή αρχαιότητα και εμείς» και «Το Βυζάντιο και η Ευρώπη» (Αθήνα, 1966).

5., Iulia Persaki, “Tra berattelser” (δύο διηγήματα. Λούντ, 1968).

     Επίσης μετάφρασε στα σουηδικά (μαζί με την Margareta Blidberg) την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα (Goteborg. 1967). Και μία συλλογή ελληνικού διηγήματος, με τίτλο «12 νεοέλληνες διηγηματογράφοι» (Goteborg. 1970).

      Εκτός από τη μεταφραστική του δραστηριότητα ο Αν. Μυστακίδης πρόσφερε ως παιδαγωγός πάρα πολλά. Μιά από τις βασικές παιδαγωγικές του δουλειές είναι τα αναγνωστικά. Εκτός από το σχολικό ανάγνωσμα «Η ιστορία μιάς πολιτείας», που αναφέρθηκε πιό πάνω, τύπωσε τρία αναγνωστικά ως τα τώρα.

Α) “Lavobok mygrekiska” (Λούντ, 1962), που είναι ένα εγχειρίδιο της νεοελληνικής γλώσσας για τους Σουηδούς.

Β) «Νεοελληνικά αναγνώσματα» (Λούντ, 1969), που είναι συνέχεια του πρώτου αναγνωστικού, με νεοελληνικά κείμενα για τους Σουηδούς.

Γ) «Το πρώτο αναγνωστικό μου» (Λευκωσία-Λούντ, 1974), που απευθύνεται στα παιδιά των ελλήνων μεταναστών.

     Παράλληλα με την παιδαγωγική του προσφορά ο Αντώνης Μυστακίδης ασχολήθηκε με την ποίηση. Το 1935 τύπωσε στο Βουκουρέστι την ποιητική συλλογή «Πρώτα ελεγεία», το 1954 τύπωσε στο Κάϊρο τα «Δεύτερα ελεγεία» και το 1965 τύπωσε στην Αθήνα τα «Δώδεκα ποιήματα για την Κύπρο», ενδεικτικά της αγάπης του και του ενδιαφέροντός του για τον αγώνα του κυπριακού λαού. (Η συλλογή αυτή κυκλοφόρησε σε δεύτερη πολυγραφημένη έκδοση σε 500 αντίτυπα από τη φοιτητική παράταξη των κύπριων φοιτητών Ε.Δ.Ε.Κ.Φ. στην Αθήνα, το 1974, λίγο καιρό μετά το πραξικόπημα και την εισβολή. Ο Μεσεβρινός δήλωσε ότι νιώθει πολύ περήφανος γι’ αυτή τη δεύτερη πολυγραφημένη έκδοση).

     Πρίν φτάσουμε στη μεγάλη προσφορά του Μεσεβρινού, που είναι τα βιβλία του και οι εκδόσεις που επιμελήθηκε την εποχή της χούντας στην εκδοτική σειρά «Τα τετράδια του Ρήγα», πρέπει να αναφέρουμε και τη μελέτη του «Το μήνυμα του Κωνσταντίνου Αμάντου» (Αθήνα, 1966) και το Ελληνοσουηδικό λεξικό που κατάφερε να εκδώσει το 1970 (αποτέλεσμα 10 χρόνων δουλειάς, από το 1961).

     Η άνοδος της χούντας και η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα τον Απρίλη του 1967 επιβάλλει νέα καθήκοντα στην προοδευτική διανόηση. Ο Αντώνης Μυστακίδης, παρόλο ότι είναι τόσο μακριά από την Ελλάδα, ανταποκρίνεται αμέσως στα νέα καθήκοντα που επιβάλλουν οι νέοι καιροί. Ιδρύει και γίνεται η ψυχή των εκδόσεων «Τα τετράδια του Ρήγα», που είναι «κείμενα διαφώτισης, καλλιέργειας, φροντίδας και αγάπης… για όσους δεν ξεχνούν και δεν τους αποκοιμίζει η βολή», που θέλουν, μαζί με άλλους που έχουν τον κοινό στόχο, να πολεμήσουν «ολομέτωπα το δράκο της άνομης και παράνομης δικτατορίας βοηθώντας τον ελληνικό λαό να λυτρωθεί από κάθε καταπίεση και δουλεία». (Από τη δελτιοθήκη των «Τ. τ. Ρ.», Άνοιξη (1972).

     Στα «Τετράδια του Ρήγα» εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της χουντικής δικτατορίας τα πιό κάτω βιβλία: 1) Μεσεβρινός: «Η βασιλεία στην Ελλάδα». Λούντ, 1968, σ.61. 2) Κωνσταντίνος Άμαντος: «Η ελληνική πνευματική και πολιτική ελευθερία», Λούντ, 1968, σ. 31. 4) Στ. Σαράφης: «Σύντομη ιστορική ανασκόπηση», Λούντ- Λευκωσία, 1969, σ.47. 5) Α. Ν. Νενεδάκης: «Ο κρητικός πόλεμος (1645-1669), Λούντ- Λευκωσία, 1969, σ.54. 6) «Στο δρόμο του κακού», Λευκωσία- Λούντ, 1969, σ.63. 7) Παύλος Καρολίδης: «Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Διογένης». Λούντ- Λευκωσία, 1970, σ.63+Δελτιοθήκη. 8) Θεοδ. Παπαδόπουλος: «Ζητήματα και μέθοδες της έρευνας σε ειδική αναφορά προς το μεταγενέστερο και νεότερο Ελληνισμό». Μάλμοε- Λευκωσία, 1971, σ.70+Δελτιοθήκη. 9) Μ. Παχάλης: «Για την αντίσταση», Μάλμοε- Λευκωσία, 1971, σ.81. 10) «Η δίκη των τόνων», Μάλμοε-Λευφκωσία, 1972, σ.92. 11) Μεσεβρινός: «Η προδομένη γλώσσα», Λεφκωσία- Λούντ, 1973, σ.359. 12) «Το σοσιαλιστικό μανιφέστο του 1945» (με τρία κείμενα του Ν. Καζαντζάκη). Λευκωσία- Λούντ, 1974, σ.64+Δελτιοθήκη.

     Σημειωτέτον ότι επειδή αυτά τα βιβλία δεν ήταν δυνατόν να τυπωθούν στη χουντοκρατούμενη Ελλάδα, η στοιχειοθέτησή τους γινόταν στη Λευκωσία (στο τυπογραφείο «Κόσμος») και το τύπωμά τους στη Σουηδία (Λούντ ή Μάλμοε).

      Εκτός της βασικής σειράς κυκλοφόρησε και η ποιητική συλλογή του Κώστα Παπακόγκου «Τουριστικός οδηγός», Λευκωσία- Λούντ, 1970 και το βιβλίο «Το πρώτο αναγνωστικό μου» του Μυστακίδη-Μεσεβρινού, που αναφέρθηκε πιό πάνω.

     Μετά την καταστροφή της Κύπρου από το πραξικόπημα και την εισβολή του Ιούλη του 1974 και τη μεταπολίτευση που ακολούθησε στην Ελλάδα τα «Τετράδια του Ρήγα» στρέφουν περισσότερο το βάρος τους προς την Κύπρο.

     Πρώτα απ’ όλα τα «Τετράδια του Ρήγα» πλαισιώνονται από νέους κύπριους διανοούμενους και εκπαιδευτικούς που αποτελούν μαζί με το Μεσεβρινό τη νέα ομάδα εκδόσεων και δεύτερο, στα πλαίσια των εκδοτικών προσπαθειών των «Τ. τ. Ρ» αρχίζουν να τυπώνονται  βιβλία που αναφέρονται στην Κύπρο ή γράφτηκαν από Κυπρίους.

     Μ’ αυτό το πνεύμα τυπώθηκαν τα πιό κάτω βιβλία: 1) Δημοσθένης Δανιηλίδης: «Η Κύπρος και η αγγλική μάσκα» (Λευκωσία-Λούντ, 1975). 2) Γυναίκα της Κερύνειας: «Πρόσφυγας στον τόπο μου» μαοτυρία (Θεσσαλονίκη, 1975. 3) Λεύκιος Ζαφειρίου: «Σχεδόν μηδίζοντες», ποιήματα (Λευκωσία, 1977). 4) Φοίβος Σταυρίδης: «Απομυθοποίηση» ποιήματα (Λευκωσία, 1978). Γ. Φ. Πιερίδης, «Ο καιρός της δοκιμασίας», διηγήματα (Λευκωσία, 1978).

      Παράλληλα μ’ αυτά τα βιβλία τα «Τετράδια του Ρήγα» τύπωσαν και τη «Σωστή δημοτική» (Θεσσαλονίκη, 1978) του Μεσεβρινού και το «Οδοιπορικό της Θεσσαλίας 1779» (Θεσσαλονίκη, 1979) του Σουηδού Μπγέρνστωλ, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 200 χρόνων από το θάνατό του.

     Σήμερα τα «Τετράδια του Ρήγα» συνεχίζουν την εκδοτική τους δραστηριότητα και ο Αντώνης Μυστακίδης- Μεσεβρινός συνεχίζει να γράφει και να προσφέρει στην Κύπρο και στην ελληνική πνευματική κίνηση.

     Κάνοντας μιά γενική αποτίμηση της μέχρι τώρα προσφοράς του Μεσεβρινού διαπιστώνουμε ότι πρόσφερε (σε βάρος της δικής του πρωτότυπης λογοτεχνικής παραγωγής) σε πολλά θέματα:

     Πρώτο βοήθησε στη γνωριμία μας με δυό ξένες λογοτεχνίες (ρουμανική, σουηδική), και δεύτερο, γνώρισε την ελληνική λογοτεχνία σε δύο άλλες χώρες (Ρουμανία, Σουηδία). Τρίτο, πρόσφερε ως παιδαγωγός σε δύσκολες και ειδικές περιπτώσεις, σε μαθητές παροικιών (Ρουμανία, Αίγυπτος), σε παιδιά μεταναστών (Σουηδία) και σε ξένους φοιτητές. Τέταρτο, πρόσφερε στον αγώνα της λαϊκής μας γλώσσας. Ο Μεσεβρινός είναι ένας μαχητής του γλωσσικού αγώνα.

     Εκτός από τα βιβλία του («Σωστή δημοτική», «Προδομένη γλώσσα») είναι θερμός κήρυκας της δημοτικής στα άρθρα και τις διαλέξεις του και υπέρ της ορθογραφικής και τονικής απλοποίησης (μονοτονικό σύστημα).

     Σαν Κύπριοι, ακόμα, εκτιμούμε τη στάση του στον αντιχουντικό αγώνα και τις προσπάθειές του για την προβολή του κυπριακού αγώνα και την προώθηση της πνευματικής δημιουργίας στην Κύπρο.

Σημείωση: Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο (χρονολογίες, τίτλοι, τόποι εκδόσεων) πάρθηκαν από ένα άρθρο του Ν. Χριστιανόπουλου στο περιοδικό «Διαγώνιος» (αρ. 19, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1969) και από τον Αντ. Μυστακίδη προσωπικά.

ΣΑΒΒΑΣ  ΠΑΥΛΟΥ, περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ» Μηνιαία Επιθεώρηση του Βιβλίου, αριθμός 44/ Ιούλιος 1981, σελ.24-26.  

        Η  ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗ  ΦΩΝΗ

   Τα «Ν.Γ.» εκφράζουν βαθιά θλίψη για το θάνατο του Αντώνη Μυστακίδη, φίλου και συνεργάτη τους. Οι αναγνώστες μας θα έχουν διαβάσει συνεργασία του, που ήταν και από τα τελευταία μελετήματα του Ελληνοσουηδού μελετητή. Ο Αντώνης Μυστακίδης- Μεσεβρινός πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα πώς ήταν και ένα ηθικό άτομο, από τους λίγους αληθινούς αντιστασιακούς, που στον καιρό της Χούντας έπραξε το δημοκρατικό χρέος του, σαν γνήσιος πνευματικός αγωνιστής. Ανήκει στους λίγους, στους ελάχιστους που τίμησαν την Αντίσταση και δεν την ενέπαιξαν όπως δυστυχώς οι πλείστοι. Πιο κάτω δημοσιεύουμε για τον Α. Μυστακίδη-Μεσεβρινό κείμενο που μας έστειλε απ’ τη Στοκχόλμη ο ποιητής Κωστής Παπακόγκας.

      Πέθανε ξαφνικά στο Μάλμε ο Αντώνης Μυστακίδης, ένας απ’ τους σημαντικότερους πνευματικούς εργάτες του ελληνισμού της διασποράς. Το συγγραφικό του έργο είναι σχεδόν άγνωστο στο σουηδικό αναγνωστικό κοινό-εξόν από λίγες μεταφράσεις άλλων που έκαμε ο ίδιος. Δεν πρέπει όμως να υπάρχουν πολλά ελληνικά σπίτια, ή φοιτητές της ελληνικής γλώσσας σε τούτη τη χώρα, που να μην έχουν στις βιβλιοθήκες τους κάποιο απ’ τα βιβλία του ή το ελληνοσουηδικό λεξικό του.

     Ο Αντώνης Μυστακίδης γεννήθηκε το 1908 στον Αλμυρό της Θεσσαλίας, μα το ριζικό του κρατούσε απ’ τη Μεσημβρία του Εύξεινου Πόντου-αποκεί και το φιλολογικό του ψευδώνυμο: Μεσεβρινός. Πρόσφυγες, κυνηγημένοι απ’ τους εθνικιστές της Βουλγαρίας, τους Κομιτατζήδες, ήταν οι γονήδες του. Δεν στάθηκαν όμως καιρούς στον Αλμυρό, γοργά μετανάστευσαν στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι, όπου ο Αντώνης μεγάλωσε και σπούδασε κλασική φιλολογία.

     Απ’ τα εικοσιπέντε του χρόνια κιόλας, ο νεαρός καθηγητής άρχισε να μεταφράζει και να τυπώνει στα ρουμάνικα σειρά έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ξεκινώντας απ’ το Γρηγόρη Ξενόπουλο- με τον «Κόκκινο Βράχο»-και φτάνοντας ως το Νίκο Καζαντζάκη. Ταυτόχρονα έκανε μια αντιπροσωπευτική ανθολογία, από δέκα Ρουμάνους ποιητές του Μεσοπολέμου, που εκδόθηκε υστερότερα στη Θεσσαλονίκη.

     Το 1940 ο Αντώνης Μυστακίδης κατέβηκε εθελοντικά στην Ελλάδα, ντύθηκε στρατιώτης και πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Με το έμπα των Γερμανών οργανώθηκε στον αντικατοχικό αγώνα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του απ’ τις γραμμές της Εθνικής Αλληλεγγύης. Το κλίμα όμως που δημιουργήθηκε έπειτα απ’ τον πόλεμο, δεν ήταν βολικό για κείνους που πολέμησαν για την ελευτερία. Ένα φοβερό ανθρωποκυνηγητό ξαπολύθηκε σε όλη τη χώρα, με δεκάδες χιλιάδες φυλακισμένους κι εξόριστους, και με ανοιχτές πολιτικές δολοφονίες. Έτσι ο φιλόλογος κι ο λεπτός κριτικός της ποίησης αναγκάστηκε να καταφύγει στο Κάϊρο να γλιτώσει. Λίγα χρόνια υστερότερα, στις αρχές του 1957, τον κάλεσε το Πανεπιστήμιο της Λουντ ως λέκτορα της νεοελληνικής γλώσσας. Με τον ίδιο βαθμό θα διδάξει ταυτόχρονα, ως την συνταξιοδότησή του, και στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης στη Δανία. Το 1964, ο Αντώνης Μυστακίδης παντρεύτηκε με την τμηματάρχισσα της Αποταμιευτικής Τράπεζας, την Μπίργκιτ Ούλσον, κι από τότε εγκαταστάθηκε οριστικά στο Μάλμε.

      Την εποχή της στρατιωτικής διχτατορίας στην Ελλάδα, ο Αντώνης Μυστακίδης, δημιούργησε στη Λουντ τον εκδοτικό οίκο «Τετράδια του Ρήγα» και τύπωσε δεκάδες ιστορικά και κοινωνιολογικά δοκίμια-κείμενα που ήταν εξαντλημένα ή που απαγορεύονταν στην Ελλάδα. Αυτά τα σκορπούσε σε όλες τις γωνιές της Γης, όπου υπήρχαν εστίες Ελλήνων μεταναστών ή πολιτικών προσφύγων και στις περισσότερες περιπτώσεις τα μοίραζε τζάμπα. Μαχόταν να κρατήσει αναμμένη τη φλόγα του πατριωτισμού και να τραβήξει όσο το δυνατό περισσότερο κόσμο στον αντιδιχτατορικό αγώνα.

     Μεγάλο και πολύπλευρο στάθηκε το συγγραφικό έργο του Αντώνη Μυστακίδη. Έγραψε έξι ποιητικές συλλογές-η τελευταία τυπώθηκε την περασμένη χρονιά στη Θεσσαλονίκη με τίτλο: «Η θλίψη των ογδόντα μοιρών». Έγραψε ιστορικά δοκίμια και βιβλία, όπως «Η βασιλεία στην Ελλάδα», διδαχτικά βιβλία και πλήθος επιφυλλίδες στον ελληνικό και το ρουμανικό Τύπο. Μια απ’ τις σημαντικότερες προσφορές του είναι και οι λαμπρές ερμηνείες που έκαμε στις εκλογές ποιημάτων του Περ Λάγκερκβιστ (1959), της Έντιθ Σέντεργκραν (δεύτερη έκδοση 1980) όπως και η μετάφραση απ’ το πεζογράφημα του Μπγιέρνστωλ: «Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας 1779» (1979).

      Μεγαλύτερο όμως πάθος του Αντώνη Μυστακίδη στάθηκε η δημοτική, η γλώσσα του λαού. Η γλώσσα που χρειάστηκε έναν αιώνα αγώνες, αιματηρούς μάλιστα, ώσπου ν’ αναγνωριστεί επίσημα από το κράτος στη δεκαετία του εβδομήντα. Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα έγραψε μια ογκώδικη πρωτοποριακή διατριβή, με τίτλο «Η προδομένη γλώσσα». Η γλώσσα λοιπόν, «η φωνή» είναι και το πολυτιμότερο δώρο που αφήνει κληρονομιά στους αναγνώστες του ο Μυστακίδης. Να πώς ξωμολογιέται ο ίδιος σ’ ένα απ’ τα ποιήματά του:

     Αν έχω τίποτα να σου εμπιστευτώ

     είναι η ανυπεράσπιστη φωνή μου

     κατατρεγμένη από παρανομία σε παρανομία

     κι από προσφυγιά σε προσφυγιά….

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΣ Εφημερίδα ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ  ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Εφημερίδα Πνευματικού Προβληματισμού και Αγώνα κατευθύνεται από συντακτική επιτροπή. Δραχμές 100. Β΄ Περίοδος. Φύλλο 25-29/ Σεπτέμβρης 1989, σελ. 7. [Α΄ περίοδος 1935-1941. Β΄ περίοδος Γενάρης 1987].

 (Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στις 6 του Μάη 1989 στην Ντάγκενς  Νυχέτερ- τη μεγαλύτερη πρωινή εφημερίδα της Σουηδίας).

                   Μυστακίδης Αντώνης

Λογοτέχνης, καθηγητής της νεοελληνικής σε σουηδικό πανεπιστήμιο. Ο Αντ. Μυστακίδης ένα μεγάλο μέρος του βίου του το έζησε στην Ρουμανία, απ’ όπου έφυγε με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και εγκαταστάθηκε στο Κάϊρο. Ασκώντας εκεί το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στην Αμπέτειο, ασχολήθηκε γόνιμα και με τα γράμματα και υπήρξε ο εμψυχωτής μιάς σειράς εκδόσεων για τους μαθητές των σχολίων μας με απανθίσματα νεοελληνικών κειμένων («Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη για τους νέους»). Παράλληλα συνεργάστηκε στην εφημερίδα «Φώς», όπου ανέλαβε την επιμέλεια της εβδομαδιαίας «Φιλολογικής Γωνιάς», καϊρινό αντιστάθμισμα των εβδομαδιαίων φιλολογικών σελίδων των αλεξανδρινών εφημερίδων. Στη «Γωνιά» δημοσίευε τακτικά σημειώματα για την πνευματική μας ζωή με την υπογραφή Μεσεβρινός. Το 1954 τύπωσε στο Κάϊρο την ποιητική συλλογή του «Δέφτερα ελεγεία», στην οποία περιέλαβε τα ποιήματά του της περιόδου 1941-1951. Ο ποιητής καταργεί σ’ αυτά τον τονισμό διατηρώντας μόνο την οξεία, όταν η λέξη έχει δύο και περισσότερες συλλαβές, και χρησιμοποιεί απλουστευμένους τύπους ορθογραφίας (Στη συλλογή ο τίτλος με πεζά: Δέφτερα εελγεία). Τα ποιήματα αυτά, είτε παραδοσιακά είτε ανομοιοκατάληκτα, είναι καρποί βιωμάτων, απηχήσεις περασμένης ζωής συγκερασμένες με την αισιοδοξία που χαρακτήριζε την ποίηση, όταν αντλεί τις εμπνεύσεις της  από ανθρωπιστικά κίνητρα. Μιά δεύτερη συλλογή, τα «Δώδεκα ποιήματα για την Κύπρο» (Αθήνα 1965), με το ψευδώνυμο Μεσεβρινός), απηχεί την πίστη του ποιητή της στον δίκαιο αγώνα του κυπριακού λαού για την εθνική του αποκατάσταση. Το 1956 ο Αντ. Μυστακίδης  κυκλοφόρησε την «Ιστορία μιάς πολιτείας» (Κάϊρο). Είναι ένα χρονικό της Θεσσαλονίκης, βιβλίο προορισμένο για μεγάλα παιδιά, πού διαβάζεται όμως άνετα από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Το καλογραμμένο αυτό αφήγημα, που υποστηρίζει μάλιστα ότι η πολιτική του Βυζαντίου ήταν «ανεκτική και φιλελεύθερη» προς τους ξένους αποτελεί μιά θετική συμβολή στην παιδική λογοτεχνία μας και ένα από τα ελάχιστα αξιόλογα ελληνικά παιδικά βιβλία, που είδαν το φώς στην Αίγυπτο. Η αναχώρηση του Αντ. Μυστακίδη από το Κάϊρο και η εγκατάστασή του στον σκανδιναβικό χώρο δεν ανέκοψε την δημιουργική του εργασία των χωρών της στο ελληνικό κοινό μετέφρασε στη γλώσσα μας διάφορα κείμενά της. Σημειώνουμε μιά επιλογή από το έργο του Πέερ Λάγκερβιστ με τον τίτλο «Πέερ Λάγκερβιστ, Εκλογή». (Αθήνα 1959), καθώς και δύο δοκίμια του Φ. Μπιλλεσκόβ Γιάνσεν με τον γενικό τίτλο «Γύρω από τη Δανική λογοτεχνία», που αναφέρονται στις ανθρωπιστικές αξίες και στην αίσθηση του χιούμορ στα δανέζικα γράμματα («Δανική Λογοτεχνία», Αθήνα 1959), Ο Αντ. Μυστακίδης ταυτόχρονα εργάζεται για την προβολή των ελληνικών γραμμάτων στη Σουηδία, όπου συνεχίζει την εκπαιδευτική του δραστηριότητα ως καθηγητής στην ανωτέρα εκπαίδευση.

                ΜΑΝΩΛΗΣ  ΓΙΑΛΟΥΡΑΚΗΣ

     ΤΟ  ΚΑΤΑΣΤΙΧΟ

Πίκρα η ψυχή μου αδερφή

μάβρο στο μέτωπο μαντήλι

σιγοσταλάει η καρδιά στη γη

σα βουλοκέρι απά στα χείλη.

 

Κάθε χρονιά τέτια φορά

κατάστιχο κρατώ κοντύλι

τι κέρδος έχω τι ζημιά

ρόδα μετρώ και χαμομήλι.

 

Μονάχα εφέτος, αδερφή

στέρφα θωρώ τα πετραλώνια

και κλαίω στον κόρφο μου ως κρατώ

τα τριαντατρία μου τα χρόνια.

                     («Δέφτερα ελεγεία»)

       ΑΠΟ ΤΑ «ΔΩΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ»

            Ι

Δεν έχω την τιμή να είμαι βουλευτής

δεν έχω μπάρμπα γραμματέα υπουργείου,

δε γνωρίζω

ούτε τον προϊστάμενο της ταχυδρομικής υπηρεσίας

δεν έχω ποτέ μου πάρει υποτροφία σπουδών

δεν έφυγα με αποστολή στο εξωτερικό

δε με καλεί κανείς σ’ επίσημες τελετές

δεν υποδέχομαι στο αεροδρόμιο τους ξένους ευεργέτες.

 

Μπορώ λεύτερος να φωνάξω το δίκιο σου

λεύτερος να μοιράσω ένα πανέρι λεμονάνθια

από την αγκαλιά σου.

          ΧΙΙ

Τούτο το χρόνο, Κύπρο

τούτο το καλοκαίρι

πόσο μεγάλωσε τ’ ανάστημά σου!

Στις πλάτες σου φτερούγες αρχαγγέλου

Και το στεφάνι των Ψαρών στην κόμη-

μοναδική

αναβαστάζεις ψηλά το δισκοπότηρο

πάνω από τις λυκοκεφαλές και

μ’ ένα ματωμένο κλωνί βασιλικό

δροσίζεις μ’ αγιασμό το μέτωπο της οικουμένης.

ΜΕΓΑΛΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ Της ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (ΑΠΟ ΤΟΝ 10Ο ΑΙΩΝΑ μ.Χ. ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ), εκδοτικός οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα χ.χ., σελίδα 439.

                      ΑΝΤΩΝΗΣ  ΜΥΣΤΑΚΙΔΗΣ

     Πέθανε πρόσφατα στο Μάλμε της Σουηδίας όπου από χρόνια ήταν εγκατεστημένος, ο Αντώνης Μυστακίδης, γνωστός με το ψευδώνυμο Μεσεβρινός.

     Ο Αντ. Μυστακίδης γεννήθηκε το 1908 και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Ρουμανία, στην Αίγυπτο (Κάϊρο) και στην Σουηδία. Σταδιοδρόμησε ως εκπαιδευτικός, παράλληλα όμως ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία. Υπήρξε δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας στους απόδημους έλληνες, ιδιαίτερα μάλιστα δίδαξε αρχαία και νέα ελληνικά σε σουηδικά και δανέζικα πανεπιστήμια. Εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές. «Πρώτα Ελεγεία» (Βουκουρέστι, 1935), «Δέφτερα Ελεγεία» (Κάϊρο, 1954), «Δώδεκα ποιήματα για την Κύπρο» (Αθήνα 1965), «Επιστροφή στη Μεσημβρία» (Θεσσαλονίκη 1983). «Επιστροφή στη Μεσημβρία, Β!» (Θεσσαλονίκη 1985), το χρονικό της Θεσσαλονίκης με τον τίτλο «Ιστορία μιάς πολιτείας», που εκδόθηκε στο Κάϊρο και αποτελεί ένα ωραίο αφήγημα προορισμένο για μεγάλα παιδιά, έγραψε πολλά σχολικά βιβλία για έλληνες του εξωτερικού, ελληνοσουηδικό και σουηδοελληνικό λεξικό, μετέφρασε στα ελληνικά μία επιλογή από το έργο του Πέερ Λάγκερκβιστ (Αθήνα 1959), το βιβλίο «Γύρω από τη Δανική λογοτεχνία», μετέφρασε κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας στα ρουμανικά και σουηδικά και πολλά άλλα.

     Ο Αντων. Μυστακίδης όταν ήταν στο Κάϊρο εξέδωσε και μιά σειρά βιβλίων για τους μαθητές των ελληνικών σχολίων της Αιγύπτου, με ανθολόγηση νεοελληνικών λογοτεχνικών κειμένων με τον τίτλο «Λογοτεχνική βιβλιοθήκη για νέους».

 Ε.(υάγγελος) Ν. Μ.(ΟΣΧΟΣ). Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΞΓ΄, τόμος 125ος, τεύχος 1486/ Αθήνα 1 Ιουνίου 1989, σελ.755-756.

Σημείωση: Η σύντομη αναφορά του πειραιώτη δοκιμιογράφου και διευθυντή της «Νέας Εστίας» μετά την αποχώρηση του Πέτρου Χάρη,  κυρού Ευάγγελου Ν. Μόσχου, δημοσιεύεται στις σελίδες «Το δεκαπενθήμερο» «Τα Γεγονότα και τα Ζητήματα», έπειτα από την νεκρολογία για τον Μανώλη Σκουλούδη. Ενώ η ιστορικός Ελένη Ε. Κούκου, γράφει για την απώλεια του Λευκαδίτη ιστορικού της βυζαντινής και νεοελληνικής περιόδου Νίκου Σβορώνου.

           Λίγα λόγια ακόμα για τον Αντώνη Μυστακίδη-Μεσεβρινό

    Με βαθιά λύπη είδα στη «Νέα Εστία» της 1ης Ιουνίου 1989 (από κεί και το έμαθα) την είδηση και τη νεκρολογία για τον Αντώνη Μυστακίδη. Κατά τ’ άλλα, ο θάνατός τους πέρασε τελείως απαρατήρητος και ασχολίαστος. Γι’ αυτό, θα ήθελα να προσθέσω λίγα λόγια ακόμα, εντυπώσεις και αναμνήσεις από την όχι και τόσο μακρόχρονη γνωριμία μου μ’ εκείνον τον φλογερό Έλληνα, τον φλογερό άνθρωπο.

     Ο κατάλογος των έργων του, έτσι όπως παρατίθεται στη «Νέα Εστία», είναι ήδη εντυπωσιακός. Αλλά δύσκολα ζωντανεύει μιά απλή εργογραφία τον ανήσυχο Οδυσσέα της ελληνικής παιδείας, πού, βαθιά ριζωμένος, μέσα στον μεγάλο και εύρωστο Ελληνισμό της Ανατολής «από πάππον προς πάππον στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα», «την ανάσα του σπατάλησε σε ξένες στράτες», μεταλαμπαδεύοντας (κατά την παλαιική και τόσο παραστατική έκφραση) το φώς του ελληνικού πνεύματος στη Ρουμανία και στην Αίγυπτο, κι ακόμα πιό μακριά, στη Δανία και στη Σουηδία σ’ αυτή την τελευταία χώρα έζησε και τα περισσότερα από τα ώριμα χρόνια του, ως το θάνατό του, κι εκεί προσπάθησε να διατηρήσει, με κόπο και αγώνα, με μαθήματα, σχολικά βιβλία και λεξικά, την γνώση και την αγάπη της ελληνικής γλώσσας στα παιδιά των μεταναστών.

     Γιατί ο Μεσεβρινός υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας παθιασμένος της ελληνικής γλώσσας. Παλαιοδημοτικιστής φανατικός, προσκολλημένος ως το τέλος στο τυπικό και την ορθογραφία του Ψυχάρη, κράτησε στέρεη μέσα του την παρακαταθήκη του εθνικού ποιητή, «ελευθερία και γλώσσα», και δούλευε γι’ αυτά τα δύο μ’ εκείνον τον μεταδοτικό ενθουσιασμό που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του.

      Έτσι, αυτός ο ξενιτεμένος βρισκόταν πιό πολύ από τον καθένα μας μέσα στην Ελλάδα και τα πάθη της «Εβδομήντα χιλιάδες μίλια από τη Μεσημβρία ίσαμε τη γλυκειά χώρα» (της Κύπρου, φυσικά) ήταν η σκέψη της μέρας και της νύχτας του. Ένιωσε την Απριλιανή  ως το κόκαλο, και όχι θεωρητικά’ οι εκδόσεις του «Τετράδια του Ρήγα», με περιεχόμενο παιδευτικό και πολιτικό, ήταν ένας ακόμα τρόπος να κρατήσει αλώβητο το φρόνημα του φιμωμένου ελληνικού λαού, με την ίδια διαχρονική θεώρηση που βρίσκουμε και στην ποίησή του:

                Ως το λαιμό μέσα στο βουρκωμένο πόταμο

                τον πόταμο της συντριβής που δε λέει να παυδήσει

                οι τριάντα τρείς αντάρτες της Μελιτηνής με τα σκέλεθρα στο δισάκι

                και τα παιδιά του Υψηλάντη με τους αρχάγγελους του Ανδρίτσου

                κι οι ελασίτες, φτερούγες χυμένες στο φώς

                όλο ρωτάνε τους σταυραϊτούς, ρωτάνε το φεγγάρι

                και πέφτουν τα φυλακισμένα μνήματα

                των αντρειωμένων οι καμένες σπηλιές.

                                  («Επιστροφή στη Μεσημβρία»)

Ως το τέλος, «στέρνα ξέχειλη, αγονάτιστη αλγηδόνα», δε σταμάτησε να μαθαίνει, να επικοινωνεί, να δουλεύει, και ακόμα δε σταμάτησε να γράφει ποιήματα, που τα συνόδευαν και σχέδια δικά του. Από αυτά τα ποιήματα γνώρισα τα πιό πρόσφατα: από τη νοσταλγική «Επιστροφή στη Μεσημβρία» (1983) ως την τελευταία του συλλογή «Η θλίψη των ογδόντα μοιρών» (1988), απρόοπτα πρωτοποριακή, που θρηνεί όχι πιά τον χαμένο Ελληνισμό της Ανατολής, αλλά τη χαμένη ταυτότητα των σημερινών Ελλήνων:

                Το έδαφος γλιστρά κάτω από τους κο-

                θόρνους της ευημερίας-δεν το νιώθεις;-

                από τις πολεμίστρες γκρεμίζονται οι αετοί σου

                Ώ, δε γλιτώνεις, άκουσε με.

                                «Η θλίψη των ογδόντα μοιρών»)

Αυτά τα λίγα και σκόρπια, προσωπικές αναμνήσεις, όπως είπα, από τον Αντώνη Μυστακίδη. Μου κοστίζει να σκέφτομαι ότι δεν θα τον ξαναδώ να εμφανίζεται ξαφνικά, ταπεινός γερο-δάσκαλος, κρατώντας πάντα κάποιο βιβλίο να μας χαρίσει, παίρνοντας πάντα- με χαρά μικρού παιδιού-κάποιο βιβλίο πού του χαρίζαμε και πάντα με τη συνείδηση «εν εγρηγόρσει».

                Το είχε πει κι ο ίδιος:

                …. όπου μπορώ

                Ανάβω ένα φωτάκι για τους κατοπινούς.

Τέτοια «φωτάκια» δεν σβήνουν εύκολα, φίλε Μεσεβρινέ.

ΛΙΝΑ  ΚΑΣΔΑΓΛΗ,  περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΞΓ΄, τόμος 126ος, τεύχος 1494/ Αθήνα 1 Οκτωβρίου 1989, σελ.1307-1308.

            Αντώνη  Μυστακίδη: «Πρώτα Ελεγεία».

     Δεν έτυχε να διαβάσω μεταφράσεις ρουμανικών λογοτεχνικών κομματιών καμωμένες από τον κ. Αντώνη Μυστακίδη. Φαίνεται, όμως, ότι ο Έλληνας αυτός της Ρουμανίας έχει κάνει μιά αξιόλογη ως τώρα εργασία για να γνωριστή η ελληνική φιλολογία στην Ρουμανία και η ρουμανική στην Ελλάδα. Για την εργασία αυτή του κ. Μυστακίδη μιλεί με ενδιαφέρον ο γνωστός από χρόνια εγκατεστημένος στο Βουκουρέστι δημοσιογράφος κ. Κλ. Τσούρκας, στο μικρό σημείωμα που επρόταξε στα «Πρώτα Ελεγεία». Και θα είναι πραγματικά αξιοπρόσεχτη η εργασία αυτή αν κρίνη κανείς από μερικές μεταφράσεις ρουμανικών ποιημάτων που δημοσιεύει, ύστερα από τα πρωτότυπα ποιήματά του, στη συλλογή του, ο κ. Μυστακίδης. Τα ρουμανικά αυτά ποιήματα, μολονότι ανήκουν σε διάφορους ποιητάς, έχουν σαν ένα αέρα συγγένειας. Μιά ελαφριά αλλά πικρή, άμα την προσέξης, μελαγχολία διαπνέει τα περισσότερα, ένας κουρασμένος ερωτισμός, ένας ελεγειακός τόνος γεμάτος νικημένη εγκαρτέρηση και ματωμένη περισυλλογή.

     Τον τόνο αυτόν αναδίδουν και τα «Πρώτα Ελεγεία» του κ. Μυστακίδη. Τα θέματά του, οι διαθέσεις όπου κατά προτίμησιν σταματά, ακόμα και οι εξωτερικές εικόνες και τ’ αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου όπως τα χρησιμοποιεί και τα χρωματίζει, δείχνουν μιά κούραση, μιά απογοήτευση, μία απαισιοδοξία, παίρνουν στην ποίησή του, από μιά φυσική και αναπότρεπτη λες κλίση της ψυχής του, ένα τόνο μελαγχολικό και κάποτε τραγικό.

     «Πάλι περνά τ’ απόκοσμο οργανέτο- με το πικρό και θλιβερό τραγούδι…»

      «Μέσα του ένας κόσμος σπαρταρά- μιά αγάπη πεθαμένη κλαίει- μιά γνώριμη φωνή…».        («Το Οργανέττο»).

      «Νοιώθω το χάρο μέσα μου κι’ ανάβουν- τα νεύρα και τα κρέατα τα σάπια-

       δεν έχω αίμα, δεν έχω πλεμόνια-και στο μυαλό μου τα σκουλήκια σκάβουν.»

     Δεν έχουμε το δικαίωμα να ξαφνιστούμε για το πώς φανερώνεται σαν κάτι τόσο σκοτεινό και εφιαλτικό στα μάτια του κ. Μυστακίδη ή ζωή. Έτσι την αισθάνεται. Μπορούμε, όμως, να παρατηρήσουμε ότι ο τόσο ωμός και ρεαλιστικός τόνος δεν είναι καλλιτεχνικός, ότι δε μπόρεσε ο κ. Μυστακίδης να τον κάνη καλλιτεχνικό, και για τούτο ακριβώς, αντί να μας δίνη ευχαρίστηση, το ποίημα μας προξενεί ένα είδος δυσφορίας. Γενικά, στην ποίησή του, ο τόνος ο τραγικός πού εναλλάσσεται με τον ελεγειακό, ή μάλλον πού φαίνεται σα παρόξυνσή του, έχει κάτι το υπερβολικό που μας κάνει ν’ αμφιβάλλουμε για την γνησιότητά του. Και έπειτα ο τόνος αυτός είναι πολύ «ατομικός», από πολύ ατομικές περιπέτειες του ποιητή φαίνεται να βγαίνη. Και είναι μέν αλήθεια ότι «τα φώτα μας τα πιο ατομικά (“nos clarets les pius personnelles”) είναι τα μόνα που μπορούν να γίνουν παγκόσμια», όπως γράφει στον «Ευπαλίνο» ο Valery,  ότι «ατομικό φώς» είναι όλος ο λυρισμός, το φώς, όμως, αυτό δεν έχει καμμιά πιθανότητα να γίνη παγκόσμιο όσο μένη μικρό και ασθενικό, όσο μ’ άλλα λόγια, φωτίζει και θερμαίνει-ενδιαφέρει-μονάχα το άτομο από τον οποίον βγαίνει.

ΚΛΕΩΝ  ΠΑΡΑΣΧΟΣ, περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος Ι΄, τόμος 20ος, τεύχος 235/ Αθήναι 1 Οκτωβρίου 1936, σελ.1387.

Σημείωση: Στο ίδιο τεύχος ο σταθερός συνεργάτης του περιοδικού κριτικός Κλέων Παράσχος, βιβλιοκρίνει τις «Δώδεκα Εφιαλτικές Βινιέτες» του Άρη Δικταίου, την μελέτη του Δημήτρη Λαμπίκη, «Ελληνίδες ποιήτριες», τα ποιήματα «Λαδάνιες κι’ Ερείκια» του Πέτρου Μάγνη και τη μελέτη του Κλέαρχου Στ. Μιμίκου, «Λάμπρος Πορφύρας».   

             Αντώνη Μυστακίδη: «Δέφτερα  ελεγεία»

- Ιάσονα Ιωαννίδη: «Φωνές από την πέτρα και τον άνεμο».

       Ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση του ποιητή Αντώνη Μυστακίδη. Ο Αντώνης Μυστακίδης, ετύπωσε μιά συλλογή με τον τίτλο «Δέφτερα Ελεγεία». Πρέπει να πούμε από την αρχή, πώς ο Μυστακίδης μ’ αυτή τη συλλογή του, δεν λύνει το εκφραστικό πρόβλημα της σύγχρονης ποίησης, δεν θέτει κάν κανένα καινούργιο πρόβλημα, αλλά κατορθώνει να μας μεταδώσει  μιά ζωηρή αίσθηση λόγου, υπεύθυνης ζωής, ώριμης, πλούσιας, σκληρά και περήφανα δοκιμασμένης από την πείρα. Από τα έργα των περισσότερών μας νέων, ενώ περισσεύει ο μάταιος λόγος, λείπει ανυπόφορα η αίσθηση της ζωής, η δικαίωση των εικόνων, η αισθητική απόδειξη πώς ο ποιητής δεν αφίνεται στην τύχη. Αλλά ο Μυστακίδης, είναι ένα δοχείο πλούσιας ζωής, μιά στέρνα εικόνων που ανταποκρίνονται σε ματιές και σε παλμούς, σε στιγμές δοκιμασίας, σε αφές και σε σπαρταριστό αγκάλιασμα των πραγμάτων του κόσμου. Αυτό το γνώρισμα, μας θυμίζει ευχάριστα τον Ουϊτμαν, χωρίς να μας υποβάλλει την ιδέα της μίμησης ή της επίδρασης. Υπάρχει μιά μακρινή αντιστοιχία στην περίπτωση αυτή. Ο Αντώνης Μυστακίδης, είναι Έλληνας από τη Ρουμανία. Εκεί γεννήθηκε, εκεί έζησε τα παιδικά και τα πρώτα νεανικά του χρόνια, εκεί γνώρισε τη ζωή από την πιό καλή της πλευρά. Αλλά η κομμουνιστική εισβολή στην πλούσια και ωραία χώρα των Βαλκανίων, τον ανάγκασε να καταφύγει στην Ελλάδα. Να καταφύγει με την πίκρα του και με τη νοσταλγία του για την γη που γνώρισε, για τους μεγάλους, καρπερούς κάμπους, με τη νοσταλγία του για την πρώτη πηγή της ζωής, που του έγινε έντονο και πολύχρωμο και γευστικότατο όνειρο. Όλα τα ποιήματα της συλλογής, δεν είναι ισάξια, μερικά φαίνονται σαν αδέξια, άλλα έχουν κάτι το αρθρογραφικό, δυό όμως απ’ αυτά, «ο Θάνατος του Πατέρα» και το «Μνημόσυνο», είναι από τα καλύτερα ποιήματα που γράφτηκαν ελληνικά τα τελευταία τούτα χρόνια.

      Μιά βαθειά φωνή ακούγεται μέσα από τους ρυθμούς τους, και η λαχταρισμένη ζωή προβάλλει ονειρευτά με μιά σειρά δυνατές και γευστικές εικόνες. Οι πρώτοι στίχοι από τον θάνατο του Πατέρα, μας ζωντανεύουν σε μιά επική ρωμαλεότητα τη ζωή των παιδικών χρόνων του ποιητή, στους κάμπους Μολδοβλαχίας:

Καλά και άξια ως εδώ έφερα τη ζωή μου, δοξάζω το θεό,

καβάλλα στην τραγουδιστή ταλίκα, τα χάμουρα στο χέρι, το καμουτσίκι

και-ντέε!-να κυνηγάω τις γαλάζιες βροχές περ’

από της θάλασσας τα περιβόλια

δελφίνια ασημένια και κίτρινα πουλιά που ατίθασα

στα στήθια μου φτεροκοπάνε

Ανοίχτε δρόμοι, τί περνάει το μαγεμένο πριγκιπόπουλο

που πάει να βρη τ’ αθάνατο νερό

δρόμοι και πέλαγα βαθειά και δάση απάτητα της Θράκης

βουνά του Αίμονα και κάμποι της Μολδοβλαχίας-

κι άντε να πάμε, σύ, ψαρέ, να ξεφαντώσουμε πλάϊ στα χρόνια

άντε κι’ από τα καρπερά χωραφογιούρτια της Μεσεβρίας

κι’ απ’ τον πολύψαρο γιαλό που τον σκεπάζει,

ο ίσκιος της παληάς Μητρόπολης

πέρα να βγούμε εκεί στης Ντόμπροτζας τ’ ασβεστωμένα αλώνια

κι έπειτα ένα χειμώνα στο κονάκι της να βγάλουμε

κι’ έπειτ’ απάνω να τραβήξουμε στη νωχελή της στέπα…

Έ, Μπαραγκάν, Μπαραγκάν, ατέρμονο στοχαστικό μου αδέρφι

αγέραστη χαρά στη λαίμαργη ανάσα που τα μεστά τσιφλίκια σου λεηλατεί

και στις ψηλές καλαμποκιές ανάβει πόθους

μιά ύστερη αδάκρυτη ματιά πάνω στα λογαρά σου σύνορα

πάνω απ’ τη γη που όργωσα με της ζωής μου το αλέτρι

πάνω απ’ τις θυμωνιές που έστησα στον κόρφο σου

πατώντας το χρυσάφι

μιά ύστερη ματιά κι’ απέ θα πάω κι’ εγώ να γείρω στο μποστάνι.

      Είναι συγκινημένη φωνή, η ποιητική φωνή του ξεριζωμένου Ελληνισμού της Ρουμανίας και της Ρωσίας. Λυπούμαστε που ο χώρος δεν μας επιτρέπει να παραθέσουμε κι άλλα γραφικά αποσπάσματα από τα «Δέφτερα Ελεγεία» του Αντώνη Μυστακίδη. Γιατί πρόκειται για πραγματικά, για μεστά από ουσία ε λ ε γ ε ί α  ζ ω ή ς. Μέσα απ’ αυτή τη συλλογή, η ζωή βγαίνει μεγαλωμένη, υμνημένη, γίνεται αξία υπέρτατη, και με όλες τις πίκρες και τις δοκιμασίες της. Είναι το πιο καλό μάθημα που μπορεί να μας δώση η ποίηση.

ΑΝΤΡΕΑΣ  ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ, περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΚΘ΄, τόμος 57ος, τεύχος 663/ Αθήναι 15 Φεβρουαρίου 1955, σελ.278.

Σημείωση: Ο κριτικός Αντρέας Καραντώνης, σταθερός συνεργάτης και κριτικός του περιοδικού, συνεξετάζει μαζί με την ποιητική συλλογή του Αντώνη Μυστακίδη και εκείνη του ποιητή Ιάσονα Ιωαννίδη.

                 Προλεγόμενα

1., Το 1783 στάθηκε σημαδιακη  χρονια στην αβγη της ελληνικής παλιγγενεσίας. Τότε ο Δημήτριος Καταρτζης, φωτισμένος Φαναριώτης με ανώτερη θέση στην ηγεμονικη διοίκηση της Βλαχιας, άρχισε το αναμορφωτικό- του έργο, κηρύχνοντας τα δίκαια της «ρωμαίκιας» λαλιας. Το Γενάρη εκείνης της χρονιας έγραψε το δοκίμιο Σχέδιο ότ’ η ρωμαίκια γλώσσα, όταν καθως λαλιέται και γράφετ’, έχει στα λογογραφικα της τη μελωδία, και στα ποιητικά της ρυθμο, και το πάθος και την πειθώ στα ρητορικά της. Ότι τέτοια, είναι σαν την ελληνικη (εννοει την αρχαία), κατά πάντα καλίτερ’ απ’ όλαις ταις γλώσσαις. Κι ότ’ η καλλιέργειά της, κ’ η συγγραφή βιβλίων σ’ αυτήνα, είναι γενικη και ολικη αγωγη του εθνους. Το σύγγραμμα αφτό στάθηκε το πρώτο γλωσσικο κήρυγμα, με το οποίο ο νεοελληνικος κόσμος συνειδητοποίησε το γλωσσικο και παιδεφτικο του πρόβλημα, και σύγκαιρα το σύνθημα για το γλωσσικο αγώνα που αναπόφεβγα ακολούθησε. Σαράντα περίπου χρόνια αργότερα, στην κρίσιμη ώρα του Μεγάλου Σηκωμου, ο Διονύσιος Σολωμός έδινε στο Έθνος το Διάλογο, το δέφτερο αγκωνάρι της πνεβματικης-μας αναγέννησης. Όμως η Μοίρα της Ελλάδας είναι τραγικά ανεξιχνίαστη. Ο γλωσσικος αγώνας κράτησε ως το 1976, τη χρονια που μια συντηρητικη κυβέρνηση, στο πείσμα της ιδεολογικης-της παράδοσης, αναγνώρισε επίσημα τη φυσικη λαλια του Λαου και την καθιέρωσε όχι μόνο ως όργανο παιδείας, παρα και ως κυρίαρχη γλώσσα του κρατικου μηχανισμου, συνακόλουθα του δημόσιου βίου, στη θέση της καθαρέβουσας.

     Απόφαση ιστορικη. Και όμως ποιος μπορεί να παραβλέψει, ότι από το 1783 ως το 1976 ο πλανήτης έτρεξε 193 ενιάφσιους κύκλους γύρω από τον ήλιο. Πως από την εποχη που γράφτηκε ο Διάλογος ως τη χρονια της μεταρύθμισης κύλησαν 150 χρόνια ελέφθερης, υποτίθεται, εθνικης ζωης, αλλα ισόχρονης γλωσσικης δουλείας και παιδεφτικης αναπηρίας; Τόσα και παραπάνω χρειάστηκε η ελληνικη άρχουσα τάξη, για να παραδεχτει τη λαλια του Λαου, αδιάφορο ποια στάθηκαν τα πραγματικα ελατήρια και οι πραγματικες προθέσεις της Κυβέρνησης που θέσπισε τη γλωσσικη αλλαγη. Άλλο τώρα, αν με την πράξη-της η Κυβέρνηση διεκδίκησε τίτλους πανελλήνιας εβγνωμοσύνης, που στην πραγματικότητα δεν της ανήκουν. Γιατι η καθυστέρηση εκατον πενήντα χρόνων δεν μπορεί, βέβαια, να λογαριστει αθώα ιστορικη λεπτομέρεια. Το πολύχρονο και οδυνηρό καθεστώς του γλωσσικου διχασμου, που αφτή κατάργησε, είναι έργο της άρχουσας τάξης, που η ίδια εκπροσωπει, και της Εκκλησίας, έργο με βαρύτατες συνέπειες για τη ζωη του Έθνους. Και να που, αν με την απόφαση της 8-12-76 το ιστορικο φαινόμενο του γλωσσικου διχασμου τυπικα  έπαψε να υπάρχει και η καθαρέβουσα έφυγε από τη μέση, έμειναν όμως οι συνέπειες: το χάσμα που αφτη άνοιξε και η σύγχυση που ξεπήδησε απ’ αφτο που δεν είναι μόνο γλωσσικη. Αφτο θα πει, ότι το γλωσσικο-μας πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει, και ότι η τελικη λύση-του βρίσκεται τώρα πέρα από την παλια διαμάχη ανάμεσα σε δύο γλωσσικες μορφές, στον εσωτερικο χώρο της Δημοτικης. Συνεπούμενα, λίγο μας ενδιαφέρει η κυβερνητικη ομολογία, ότι η διοικητικη μηχανη ωστώρα χρησιμοποιούσε στα δημόσια έγγραφα «τη στρυφνή καθαρέβουσα, με τις απαρχαιωμένες λέξεις και εκφράσεις, με το αυστηρο και ξερο ύφος-της (έχει η γλώσσα ύφος;) και τη δυσνόητη διατύπωσή της», και ότι «με τη χρήση αυτου του οργάνου και το κείμενο ήταν πολλες φορες ακατανόητο και η ακαμψία του ύφους-του συντηρούσε την ψυχικη απόσταση ανάμεσα στην Πολιτεία και τον πολίτη, σε βαθμο που ο πολίτης αντιμετωπιζόταν ως απλος ϋπήκοος», υποχρεωμένος σε υποταγή στην κρατικη εξουσία και όχι ελεύθερη προσωπικότητα ευνομούμενου κράτους με υποχρεώσεις και δικαιώματα» (Εγκύκλιο 1976, 7). Και ακόμα, ενδιαφέρει η επίσημη διαπίστωση, ότι για να περάσουμε από το παλιο στο νέο γλωσσικο καθεστως δεν αρκει να αφαιρέσουμε το τελικο ν από τον τύπο την χώραν, να απλοποιήσουμε τις καταλήξεις ορισμένων τριτόκλιτων (η ελπις-η ελπίδα), ή να υιοθετήσουμε τις ρηματικες κατάληξες –όμαστε, -ουν (ε) στη θέση των λόγιων –όμεθα και ούσιν (ώσιν) (ό.π., 10) Αφτα είναι γνωστα. Εκείνο που πολύ μας ενδιαφέρει είναι ότι οι συνέπειες του γλωσσικου διχασμού προβάλλουν σήμερα συγκεκριμένα προβλήματα προσαρμογης, καθως και προβλήματα γλωσσικης πρόνοιας, που δεν είναι νέα, μα που τη στιγμη αφτή, με το καθολικο άπλωμα της Δημοτικης, παίρνουν μορφή οξύτερη και ζητουν τη λύση-τους. Τα προβλήματα αφτα μπορουν, νομίζω, να συνοψιστούν στα ακόλουθα: α) η προσαρμογη (σωστότερα: η αφομοίωση από τη Δημοτική) του αρχαϊστικου υλικου, που μας κληροδότησε η ως τα χτες παντοδύναμη «γρια φτιασιδωμένη, άσκημη κυρία» (Μαβίλης, Στη Δημοτική)’ και β) η θεραπεία της φθορας, που από τα χρόνια του μεσοπολέμου παθαίνει η ζωντανή λαλια, όχι μόνο από τη γλωσσικη σύγχυση ή από διάφορες ξενικες επιδράσεις, παρα και από την έλλειψη γλωσσικης αγωγής. Με αφτην την προοπτικη μπαίνουμε στη νέα φάση του γλωσσικου. Και ακριβως για το λόγο αφτο δεν είναι άσκοπη κάποια κατατόπιση πάνω στο θέμα. … σελίδες 13-15.

Μεσεβρινος, σωστη δημοτικη, έκδοση «Τα Τετράδια του Ρήγα», αρ. 15/20. Στοιχειοθέτηση, εχτύπωση: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη, Οχτώβρης 1978, σελ.200.

Διατήρησα την ορθογραφία του βιβλίου όπως μας την προτείνει ο Μεσεβρινός. Ο μικρός αυτός τόμος περιέχει: Προλεγόμενα 1-33./-Συντομογραφίες, 35-36./-βιβλιογραφία 37-39. Α. Λεξιλογικα. Β΄Φθογγολογικά. Γ΄Μορφολογικα. Δ. Συνταχτικα. Ε΄ Μονοτονικη γραφη. Επίμετρο. Σημειώματα. Εβρετήρια. Κάθε ενότητα περιλαμβάνει και τα ανάλογα κεφάλαια.    

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

5 Σεπτεμβρίου 2022.

      

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου