Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Η παρουσίαση της ποίησης του Γκέοργκ Τρακλ (Georg Trakl) στην Ελλάδα

 

ΓΚΕΟΡΓΚ  ΤΡΑΚΛ -  ΕΡΜΑΝ  ΕΣΣΕ

           Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μετάφραση: Ανδρέας  Αγγελάκης

Εξώφυλλο από τον πίνακα του Marc Chagall, “Les Amoureux en Vert”, 1916/17, toile 70x50 cm. Collection pariculiere. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, Δεκέμβριος 1984, σ.74, δραχμές 200. Διαστάσεις: 17,5Χ16

Το βιβλίο «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ- ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΣΤΟ «ΑΝΑΓΡΑΜΜΑ» ΕΠΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΚΑΝΕ Η ΑΝΝΑ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1984.

ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ:

Σημείωμα του Μεταφραστή, 5-6. –Klaus Betzen, Πανεπιστήμιο της Αθήνας: Ο ΤΡΑΚΛ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, 9-12. -GEORG TRAKL: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 13-40. –HERMANN HESSE: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 43-67.- ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Περί Γκέοργκ Τρακλ./ Περί Έρμαν Έσσε, 69-70.-Βιβλία του Ανδρέα Αγγελάκη, 73

          ΣΗΜΕΙΩΜΑ  ΤΟΥ  ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον, δεν υπάρχουν ποιήματα του Τρακλ ή του Έσσε συγκεντρωμένα σε βιβλίο. Σκόρπιο υλικό μπορεί κανείς να βρει μεταφρασμένο σε περιοδικά κι ανθολογίες ήδη από το 1950, κυρίως του Τρακλ, και η Όλγα Βότση μετέφρασε λυρικές πρόζες του Τρακλ με τίτλο «Τα πεζά ποιήματα» το 1974. Θα παραθέσω παρακάτω ένα κατάλογο μεταφράσεων του Τρακλ, καθώς κι ονόματα μελετητών του ή όσων έγραψαν κάτι ενδιαφέρον γι’ αυτόν, στηριγμένος, κυρίως, στην «Ελληνική Βιβλιογραφία- Γκέοργκ Τρακλ (1931-1982)» του Λάμπρου Μυγδάλη, δημοσιευμένη στο περιοδικό «Διαγώνιος», αρ. 11, Μάϊος-Αύγουστος 1982. σ.σ. 197-199.

     Σχετικά τώρα με τη σύζευξη Τρακλ-Έσσε, που εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται αυθαίρετη, θα παρατηρούσα τα εξής: πέρα από το ότι είναι σχεδόν σύγχρονοι (Τράκλ: 1887- 1914 και Έρμαν Έσσε: 1877-1962), τους συνδέει στενά ένας κοινός θεματολογικός χώρος, μια παράλληλη σημειολογία που εκφράζεται, ωστόσο, τόσο διαφορετικά, ώστε να καταλήγουν ν’ αποτελούν στο τέλος δυο πόλους όμοιους στην πρώτη τους θέαση και βαθύτατα αντιθετικούς σε μια εξονυχιστική γνωριμία τους. Το στοιχείο της φύσης π.χ., που σηματοδοτεί καίρια την ποίηση του Τρακλ, σ’ αυτόν παίρνει μια μεταφυσική, σχεδόν δαιμονιακή, διάσταση, ενώ  στον Έσσε παραμένει στα επίπεδα της παραδοσιακής λυρικής φυσιολατρίας, χωρίς κανένας δαίμονας να ταράζει τη μακαριότητά της. Από τη σύγκριση βγαίνει κερδισμένος ο Τρακλ αναντίρρητα. Είναι φανερό: στη μια περίπτωση έχουμε ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο που με την εξπρεσιονιστική του εικονοκλαστικότητα ανέτρεψε την ισορροπία του γερμανικού λυρισμού του αιώνα μας πηγαίνοντας κατευθείαν στο μεγάλο Χαίλντερλιν, ενώ στην άλλη παρακολουθούμε ένα πεζογράφο (που σημάδεψε, ωστόσο, κι εξέφρασε όσο λίγοι την εποχή μας) να γράψει στο περιθώριο του  κύριου έργου του και ποίηση.

     Η νοσταλγία, η απώλεια, η αποδημία, η επιστροφή διαγράφουν ήρεμα την τροχιά τους στον Έσσε, ενώ στον Τρακλ αποκτούν σχεδόν υλική υπόσταση μέσα στην αγωνία τους και παύουν να λειτουργούν σαν λέξεις, υπερβαίνοντάς τις και πολιτογραφούμενες σ’ ένα χώρο που προέχει το ρίγος του αγνώστου και το υπαρξιακό άγχος.

     Κλείνοντας το σημείωμα, θέλω να προσθέσω ακόμα πως σχετικά με το γνωστό χωρατό περί μετάφρασης προτίμησα να χαρώ τη συντροφιά μιας ωραίας γυναίκας άπιστης παρά την πληκτική παρέα μιας πίστης, που άλλο προσόν δεν έχει πλήν της πίστης της. Όπου χρειάστηκε ν’ απομακρυνθώ από το πρωτότυπο, το έκανα πιστεύοντας πως εξυπηρετώ το κείμενο. Άλλωστε, το ίδιο έκαναν και οι Άγγλοι μεταφραστές, τόσο του Τρακλ όσο και του Έσσε, που είχα υπόψη μου  (Christopher Middleton, Robert Grenier, Michael  Hamburger, David Luke James Wright).

Ανδρέας  Αγγελάκης, Μάιος 1984, 5-6.

                Γ Κ Ε Ο Ρ Γ Κ   Τ Ρ Α Κ Λ-  GEORG  TRAKL

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

KLAUS BETZEN”: Ο ΤΡΑΚΛ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, 9-12

         Ο ΤΡΑΚΛ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

«Η μοναδική αυστηρότητα της πολυσήμαντης γλώσσας του Τρακλ είναι με μια υψηλότερη έννοια τόσο σαφής, ώστε υπερέχει απεριόριστα σε σύγκριση με την ακρίβεια του απλά επιστημονικά σαφούς όρου». Έτσι γράφει ο Μάρτιν Χάιντεγκερ για τον Τρακλ. Αυτή η γνώμη παραξενεύει ίσως, μια και μπορεί κανείς να διαβάσει πολλά ποιήματά του Τρακλ- και κυρίως πολλά από τα πρώτα του- σαν στίχους ενός ποιητή της ρομαντικής παράδοσης. Και είναι ολοφάνερο πως δεν υπάρχει σχεδόν κανένα ποίημα του Τρακλ που να μη διατρέχεται από τέτοια-συχνά, βέβαια, κάπως στερεότυπα-ρομαντικά μοτίβα: καμπάνες μοναστηριού και τιτιβίσματα πουλιών, σκιές του δάσους και ήχοι βιολιού. Στη μελαγχολική μελωδία των στίχων του αφήνει να ξεθωριάζουν τα όρια ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, στο παρελθόν και στο παρόν, και μοιάζει να παριστάνει μ’ αυτό τον τρόπο τη συνύφανση όλων των φαινομένων του κόσμου, την “unio mystica” κάθε ύπαρξης. Έτσι τουλάχιστον μπορεί να φανεί σ’ ένα βιαστικό αναγνώστη.

     Βέβαια, αν κοιτάξει κανείς, κάπως πιο προσεχτικά, θα παρατηρήσει ότι αυτά τα ρομαντικά μοτίβα έχουν αποκτήσει στο έργο του Τρακλ, αν μη τι άλλο, μια σημαντικά μεγαλύτερη γλωσσική ακρίβεια απ’ ό,τι είχαν μέχρι τότε. Ο Τρακλ δεν κατονομάζει πια απλά μια οποιαδήποτε χειροπιαστή πραγματικότητα. Μιλάει μάλλον για το «φεγγοβόλημα», το «κροτάλισμα», το «βουητό», τη «λάμψη», το «πύρωμα», μιλάει κυρίως για το παιχνίδισμα και τις αποχρώσεις των φαινομένων. Δεν πρόκειται πια εδώ για τη ρομαντική παράδοση αλλά μάλλον για την παράδοση του γαλλικού ιμπρεσιονισμού- αυτή συναντά κανείς στους στίχους του. Πολλά ποιήματα του Τρακλ μπορούν να διαβαστούν σχεδόν σαν μουσικές-ποιητικές παραλλαγές πάνω σε πίνακες του Μονέ, του Σωρά ή του Γκωγκέν. Ό,τι ισχύει γι’ αυτούς τους ζωγράφους ισχύει και γι’ αυτόν: δεν υπάρχει πλέον μια «πραγματικότητα» που να μπορεί κανείς να την καθαρίσει με σαφήνεια. Και ακριβώς στον πιο επίμονο και διεισδυτικό παρατηρητή αποκαλύπτεται αυτή η «πραγματικότητα» σαν κάτι πολυσήμαντο, σαν κάτι τρόπον τινά αιωρούμενο ανάμεσα σ’ αυτόν και στα άγνωστα πράγματα.

Το πόσο φαινομενικά είναι τα ρομαντικά μοτίβα στην ποίηση του Τρακλ γίνεται ιδιαίτερα σαφές αν προσέξει κανείς ότι συχνά σ’ ένα και το αυτό ποίημα αντιπαρατίθενται σ’ αυτά κατά τελείως παράφωνο τρόπο διαφορετικά στοιχεία. Πρόκειται για θέματα μιας απαίσιας και καταστροφικής πραγματικότητας, θέματα που δηλώνουν παρακμή και καταστροφή και που, χωρίς άλλο, θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν σαν τα βασικότερα μοτίβα στην ποίηση του Τρακλ. Ήδη σ’ ένα από τα πρώτα του ποιήματα γράφει: «Και τότε με κάνει ν’ αναταράζομαι η  ανάσα της παρακμής», για να κλείσει με τα λόγια: «Στον άνεμο γέρνουν τρεμουλιάζοντας αστρολούλουδα γαλάζια».

     Ο Τράκλ αναπτύσσει ένα ολόκληρο φάσμα ποιητικών μέσων έκφρασης για να δώσει μορφή σ’ αυτή την εμπειρία της καταστροφής και της υποταγής κάθε ύπαρξης στο χρόνο. Στην αρχή του χρησιμεύουν σ’ αυτό σχετικά ήρεμες φθινοπωρινές εικόνες της φύσης-«οι σκοτεινές φλογέρες του φθινοπώρου»- ή η περιγραφή μελαγχολικών δειλινών. Σύντομα όμως ακολουθούν ασύγκριτα επιθετικότερες εικόνες μιας απειλητικής πραγματικότητας: «Άρρωστοι στενάζουν στο νοσοκομείο» ή «τότε ξεπροβάλλουν σιωπηλά οι μεγάλοι ποντικοί και γλιστρούν σφυρίζοντας εδώ κι εκεί». (Σ’ αυτές τις εικόνες γίνεται αισθητή η επιρροή του ποιητή που ο Τράκλ θαύμαζε όσο κανέναν άλλο: του Αρθούρου Ρεμπώ.)Στα τελευταία του ποιήματα εκφράζεται εντελώς επιγραμματικά: «Αυτή εδώ είναι η καταστροφή σου».

     Μέχρι και στον τρόπο της δομής της πρότασης μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι η πραγματικότητα κατακερματίζεται για τον Τράκλ σε ασύνδετα μεμονωμένα μέρη. Δε συνθέτει όπως ο κλασικός-ρομαντικός ποιητής περίπλοκες, σοφά δομημένες προτάσεις- αυτό θα ήταν η συντακτική απεικόνιση ενός σύνθετου, ιεραρχικά οργανωμένου κόσμου. Ο Τράκλ παραθέτει μάλλον τη μια μετά την άλλη σύντομες κύριες προτάσεις, από τις οποίες σχεδόν καμιά δεν έχει θεματικά κάποια κατανοητή σχέση με την προηγούμενη ή την επόμενη. Σαν να ήθελε να σχολιάσει αυτό τον τρόπο σύνταξης, γράφει ο Τράκλ σ’ ‘ένα από τα τελευταία του γράμματα: «Είναι μια ακατανόμαστη δυστυχία όταν κάποιου του γκρεμίζεται ο κόσμος σε χίλια κομμάτια». Και τελειώνει την επιστολή αυτή με τη συγκλονιστική διαπίστωση: «Ξέσπασε μια πέτρινη σκοτεινιά».

     Σ’ αυτή την εικόνα, όμως, πραγματοποιείται επιτέλους κάτι από αυτό που περιγράφει ο Χάιντεγκερ σαν τη «μοναδική αυστηρότητα της πολυσήμαντης γλώσσας του Τράκλ». Κατά την διάρκεια των τελευταίων χρόνων της ζωής του-χρόνια που βασανιζόταν από όλο και σοβαρότερες μελαγχολίες-πετυχαίνει ο Τράκλ να αναπτύξει μια ποιητική γλώσσα που έχει την ικανότητα να εκφράζει κάτι μέχρι τότε ανέκφραστο, αόριστο και ανεξήγητο. Συμβάλλει πια από τους πρώτους στη δημιουργία της ποιητικής γλώσσας του εξπρεσιονισμού.

     Περιγραφές της φύσης ή των ψυχικών καταστάσεων, όπως συνηθίζονταν μέχρι τότε, δε θα βρει κανείς πλέον στην ποίηση του Τράκλ. Με τη βοήθεια μιας νέας, τρόπον τινά, «απόλυτης» χρήσης γλωσσικών όρων-και με τον καινούργιο τρόπο να σχετίζονται μεταξύ τους- αναλαμβάνει ο Τράκλ με «μοναδική αυστηρότητα» να δώσει μορφή στην κατακερματισμένη άγνωστη πραγματικότητα. «Κοιτάζει κανείς, κοιτάζει», γράφει σ’ ένα από τα γράμματά του, «και τα πιο μηδαμινά πράγματα είναι χωρίς τέλος. Φτωχαίνει κανείς όσο πλουσιότερος γίνεται». Κι έτσι, σαν να είχε επιτέλους βρει την ποιητική του γλώσσα, γράφει σ’ ένα από τα ποιήματά του εξορκίζοντας την άφωνη σιωπή:

Μια σκιά είμαι, μακρινών σκοτεινών χωριών.

Τη σιωπή του Θεού

ήπια από την πηγή του ιερού δάσους.

Κρύο μέταλλο ακουμπάει στο μέτωπό μου.

Αράχνες ψάχνουν την καρδιά μου.

Είναι ένα φώς που σβήνει μες στο στόμα μου.

             Klaus  Betzen. Πανεπιστήμιο της Αθήνας

DE PROFUNDIS, 13-14

Είν’ ένας αγρός με στάχυα που μια μαύρη βροχή

                ποτίζει.

Είν’ ένα δέντρο καφετί που μοναχό του στέκεται

                κειπέρα.

Κι είν’ ένας άνεμος που σφυρίζοντας

στοιχειώνει τις έρημες καλύβες.

Τι λυπημένο απόγεμα.

 

Περ’ απ’ τη λίμνη του χωριού

το καλό ορφανό μαζεύει ακόμα σκορπισμένο

                καλαμπόκι.

Χρυσά και στρογγυλά τα μάτια της

πλανιούνται μέσα στο σκοτάδι

κι ο κόρφος της προσμένει τον ουράνιο νυμφίο.

 

Στο γυρισμό τους

βρήκαν οι βοσκοί το γλυκό σώμα

αποσυνθεμένο μες στους βάτους.

 

Μια σκιά είμαι απομακρυσμένη απ’ τα ισκιερά

                χωριά.

Τη σιωπή του Θεού

ήπια απ’ του δάσους το πηγάδι.

 

Στο μέτωπό μου κρύες μεταλλικές μορφές.

Αράχνες ψάχνουν την καρδιά μου.

Ένα φωτάκι τρεμοσβήνει μες στο στόμα μου.

 

Τη νύχτα βρέθηκα στα θάμνα,

σκεπασμένος με σκουπίδια και αστρόσκονη.

Μες στης λόχμης την ομίχλη

ακούστηκαν ξανά οι κρυσταλλένιοι άγγελοι.      

ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΡΑΔΑΚΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ,15

Το δειλινό ακούς να κλαίν οι νυχτερίδες,

δυο μαύρα άλογα χοροπηδάνε στο λιβάδι,

το κόκκινο σφεντάμι μουρμουρίζει.

Ο οδοιπόρος βλέπει στο δρόμο του το μικρό χάνι.

Εξαίσιο κρασί καινούργιο και καρυδιές

εξαίσια του προσφέρονται: μεθυσμένος

                να τρικλίζεις

μες στο σκοτεινιασμένο δάσος.

 

Ανάμεσα στα μαύρα του κλαδιά

ηχούνε πένθιμες καμπάνες,

δροσοσταλιές πένθιμες καμπάνες,

δροσοσταλιές πάνω στο πρόσωπό του πέφτουν.  

ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ,16

Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και βράδυ,

ένα γαλάζιο ελάφι κάτω απ’ τα δέντρα βγάζει

                μουσική

μια έρημη λιμνούλα μες στο βράδυ.

 

Ήχος μαλακός απ’ των πουλιών το πέταγμα

κι η θλίψη πάνω απ’ την καμπύλη

των ματιών σου.

Τ’ ανάλαφρο χαμόγελό σου’ η μουσική του.

 

Ο Θεός άλλαξε την καμπύλη των βλεφάρων σου.

Αχ, παιδάκι της Μεγάλης Παρασκευής, τη νύχτα

                τ’ άστρα

ψάχνουνε την καμπύλη του μετώπου σου. 

ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ, 17

Βαθύ το βράδυ στα σκοτεινά της παιδικής μας

                ηλικίας χωριουδάκια.

Η λιμνούλα κάτω απ’ τις ιτιές

γεμίζει απ’ τους κηλιδωμένους στεναγμούς

                της θλίψης.

 

Το δάσος που απαλά τα καστανά του μάτια

                χαμηλώνει,

όταν απ’ τα κοκαλιάρικα χέρια του Μοναχικού

το βαθυκόκκινο των μαγεμένων του ημερών

                κατακαθίζει.

 

Κοντά, λοιπόν, στο θάνατο. Ας προσευχηθούμε.

Τούτη τη νύχτα, τα ευαίσθητα μέλη των εραστών,

κιτρινισμένα από λιβάνι, ξεδιπλώνονται πάνω

                σε μαξιλάρια ζεστά.  

ΤΡΟΜΠΕΤΕΣ,18

Κάτω από ιτιές που κλάδεψαν, εκεί που παίζουνε

παιδιά ηλιοκαμένα

κι ο αέρας περνά μεσ’ απ’ τα φύλλα-ακούγονται

                τρομπέτες.

Ρίγησε το προαύλιο μιας εκκλησίας.

Λάβαρα πορφυρά θροϊζουνε μεσ’ απ’ της σφενταμιάς

                τη λύπη

καβαλάρηδες καλπάζουν και περνούν αγρούς με

                σίκαλη,

άδειους μύλους.

 Οι βοσκοί τη νύχτα τραγουδούν κι ελάφια

                ξεπροβάλλουν

στον κύκλο της φωτιάς τους, η θλίψη του αρχαίου

                δάσους,

από το μαύρο τοίχο εκτοξεύονται χορευτές’

λάβαρα πορφυρά, γέλιο, τρέλα, τρομπέτες. 

ΣΤΟ ΑΓΟΡΙ ΕΛΙΣ,19-20

Έλις, σαν ακουστεί στο μαύρο δάσος το κοτσύφι,

τότε σημαίνει και το τέλος σου.

Πίνουν τα χείλη σου την ψύχρα της γαλάζιας πηγής

μέσα στους βράχους.

 

Και πια όχι άλλο, όταν αιμορροεί απαλά

      το μέτωπό σου,

πανάρχαιοι μύθοι

και σκοτεινοί οιωνοί από το πέταγμα των πουλιών.

 

Αλλά εσύ περπατάς με μαλακά βήματα μες στη νύχτα

τη φορτωμένη από σταφύλια κατακόκκινα

και μέσα στο γαλάζιο κινείς τα χέρια σου πιο ωραία.

 

Κάτι ακούστηκε μέσα στο θάμνο με τ’ αγκάθια,

εκεί που βρίσκονται τα φεγγαρίσια μάτια σου.

Ω, Έλις, πώς πέρασε τόσος καιρός από

       το θάνατό σου.

 

Ένας υάκινθος το σώμα σου,

που ένας καλόγερος  τα κέρινά του δάχτυλα βυθίζει.

Η σιωπή μας ένα μαύρο σπήλαιο

 

απόπου βγαίνει κάθε τόσο ήρεμα ένα αγρίμι

και χαμηλώνει αργά τα βαριά του βλέφαρα.

Στάζει μαύρη δροσιά από τους κροτάφους σου,

ο τελευταίος χρυσός σβησμένων άστρων.   

ΕΛΙΣ  Ι,21

Ι

Απόλυτη η νηνεμία ετούτης της χρυσής μέρας.

Κάτω από γέρικες βαλανιδιές.

Έλις, να ‘σου που βγαίνεις ήσυχα με μάτια στρογγυλά.

 

Το γαλάζιο τους αντανακλά των εραστών τον ύπνο.

Πάνω στο στόμα σου

οι τριανταφυλλένιοι στεναγμοί τους έσβησαν.

 

Τη νύχτα τράβηξε τα βαριά του δίχτυα ο ψαράς.

Ένας καλός βοσκός

παίρνει και πάει το κοπάδι του στην άκρη

       του δάσους.

Ω πόσο δικαιωμένος, Έλις, είναι οι μέρες σου όλες.

 

Απαλά βυθίζεται

η γαλάζια ακινησία της ελιάς στους γυμνούς τοίχους,

αργοσβήνει το σκοτεινό τραγούδι ενός γέροντα.

 

Βάρκα από χρυσό,

Έλις, λικνίζεται η καρδιά σου πάνω στον έρημο

      ουρανό. 

ΕΛΙΣ ΙΙ, 22-23

ΙΙ

Κωδωνοκρουσίες γλυκά αντηχούν στου Έλις

        το στήθος

σαν πέφτει η νύχτα,

όταν βυθίζει τα κεφάλι του στο μαύρο μαξιλάρι.

 

Ένα γαλάζιο αγρίμι

αιμορροεί χωρίς κραυγές μέσα στη λόχμη με

               τ’ αγκάθια.

 

Μόνο του στέκει απόμακρα ένα δέντρο,

σκούρο το χρώμα του κορμιού του

κι οι καρποί γαλάζιοι του έχουν πέσει πια.

 

Σύμβολα κι άστρα

άηχα πνίγονται στη βραδινή λιμνούλα.

 

Πίσω απ’ το λόφο να ‘τος ο χειμώνας.

 

Τη νύχτα

γαλάζια περιστέρια πίνουνε τον παγωμένο ιδρώτα

που απ’ το κρυστάλλινο μέτωπό του Έλις στάζει.

 

Πάντοτε αφουγκράζεσαι

τον έρημο άνεμο του Θεού στους μαύρους τοίχους.     

ΦΘΟΡΑ,24

Πάνω από την άσπρη λίμνη

τ’ άγρια πουλιά ταξίδεψαν.

Τ’ απόγεμα φυσάει κάποιος παγωμένος άνεμος

        απ’ τ’ άστρα.

 

Πάνω από τους τάφους μας

το ραγισμένο μέτωπο της νύχτας γέρνει.

Κάτω από βελανιδιές σε μια ασημένια βάρκα

      λικνιζόμαστε.

 

Αντηχούνε πάντα της πόλης τ’ άσπρα τείχη.

Κάτω από αγκάθινες αψίδες,

αδελφέ μου, λεπτοδείχτες χωρίς μάτια

σκαρφαλώνουνε προς τα μεσάνυχτα.

ΓΕΝΝΗΣΗ,25

Βουνά: μαύρο, σιωπή και χιόνι.

Τα ζώα κυνηγημένα κατεβαίνουν απ’ το δάσος

         κόκκινα.

Το βλέμμα του άγριου ελαφιού γεμάτο μούσκλια.

 

Η ακινησία της μητέρας’ κάτω από μαύρα πεύκα

τα κοιμισμένα χέρια απλώνονται ανοιχτά

όταν φανεί το κρυφό φεγγάρι στη φθορά του.

 

Η γέννηση του ανθρώπου. Νυχτερινό μουρμουρητό

νερά γαλάζια σπαν πάνω στα βράχια’

ο πεπτωκός άγγελος ανακαλύπτει τη μορφή του

       αναστενάζοντας,

 

κάτι ωχρό ξυπνά στη μουχλιασμένη κάμαρη.

Δυο φεγγάρια,

της πεπρωμένης γριάς τα μάτια ‘στράφτουν.

 

Κι η πονεμένη κραυγή της μάνας. Με φτερούγα

       μαύρη

η νύχτα ακραγγίζει του αγοριού το μάγουλο,

χιόνι, που πέφτει από ολοπόρφυρο σύννεφο απαλά.    

ΣΤΟ MONCHSBERG, 26

Εκεί που το σβησμένο μονοπάτι κατεβαίνει

στον ίσκιο φθινοπωρινών ιτιών,

μακριά από τις καλύβες με τα φύλλα,

         τους κοιμισμένους βοσκούς,

το σκοτεινό σχήμα που έρχονταν από την ψύχρα

ακόμα ακολουθεί τον περιπλανώμενο.

 

Πάνω στη γεφυρούλα του κοκάλου, η υακίνθη

φωνή του αγοριού

που απαλά απαγγέλλει του δάσους

       τον ξεχασμένο μύθο,

κι ακόμα πιο απαλά, κάτι το άρρωστο,

ο άγριος θρήνος του αδελφού.

 

Έτσι ένα πρασινάκι αγγίζει το γόνατο του ξένου,

την πετρωμένη κεφαλή του.

Πιο κοντά, η γαλάζια πηγή των γυναικών

         το θρήνο σιγολέει. 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, 27

Ανάσα του ακίνητου. Πρόσωπο ζώου

παγωμένο απ’ το γαλάζιο, απ’ την αγιότητά του.

Τεράστια η ισχύς της σιωπής στην πέτρα.

 

Η μάσκα ενός νυχτοπουλιού. Τρείς απαλοί ήχοι

σβήνουνε σ’ έναν. Ελάι! Το πρόσωπό σου

σκύβει αμίλητο πάνω στο αχνογάλαζο νερό.

 

Και σεις, καθρέφτες της αλήθειας ήρεμοι.

Στα κεχριμπαρένια μάγουλα του μοναχικού

να τη που καθρεφτίζεται η λάμψη

       των αμαρτωλών αγγέλων. 

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΝΕΟΣ,28-30

Μαύρος ο άγγελος που βγήκε αθόρυβα

μεσ’ απ’ την καρδιά του δέντρου,

εκεί πού αγαπημένοι φίλοι παίζαμε το δείλι,

κοντά στην άκρη της πηγής με το γαλαζωτό νερό.

Εύκολο το δικό μας βήμα, τα στρογγυλά μάτια

στου φθινοπώρου την καφετιά ψύχρα,

κι εκείνη η πορφυρή γλύκα των άστρων.

 

Αλλά ο άλλος κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά

       του Μένχσμπεργκ,

στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο γαλάζιο, και,

       παράξενο,

δίχως να πάρει ακόμα τη μορφή του

όσο ήτανε παιδί-πέθανε.

Και το ασημένιο πρόσωπο του φίλου του έμεινε πίσω

μες στον κήπο,

ν’ αφουγκράζεται μέσα στα φύλλα ή μέσα στις

        αρχαίες πέτρες.

 

Τραγούδαγε η ψυχή το θάνατο, την πράσινη

     φθορά της σάρκας,

κι ήτανε το μουρμουρητό του δάσους,

το πυρωμένο θρηνολόγημα των ζώων.

Πάντα από σκοτεινιασμένους πύργους

ηχούσαν οι γαλάζιες του δειλινού καμπάνες.

 

Κι ήρθαν ώρες όταν ο άλλος έβλεπε σκιές

          μέσα στον πορφυρό ήλιο

σκιές της σήψης στα γυμνά κλαδιά.

Το βράδυ, εκεί που στο σκοτεινιασμένο τοίχο

το μαυροπούλι τραγουδούσε,

το φάντασμά του ακίνητο φανερωνόταν μες

     στο δωμάτιο.

 

Αχ, το αίμα που τρέχει απ’ το λαιμό

αυτού που τραγουδάει.

Άνθος γαλάζιο το πύρινο δάκρυ

έκλαψε μες στη νύχτα.

 

Χρυσό σύννεφο και χρόνος. Σ’ ένα έρημο δωμάτιο

ζητάς απ’ το νεκρό παιδί να σ’ επισκέπτεται

         συχνότερα,

πλανιόμαστε μαζί, τα σιγολέτε κάτω από τις ιτιές

εκεί, στην πράσινη την ποταμιά.         

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ,31-33

Φτερούγισμα της ψυχής νυχτερινό;

κάποτε βαδίζαμε κι εμείς βοσκοί σε δάση

         μισοφώτιστα

και πίσω μας ερχότανε το κόκκινο αγρίμι,

το πράσινο άνθος και με το ταπεινό μουρμουρητό της

          η πηγή.

Πανάρχαιοι ήχοι του μικρού σπιτιού,

αίμα που άνθιζε πάνω στην πέτρα του θυσιαστηρίου

κι η κραυγή του έρημου πουλιού πάνω απ’ την

        πράσινη ηρεμία της λιμνούλας.

Σταυροφορίες εσείς, μαρτύρια πυρωμένα

τής σάρκας, πτώσεις των κατακόκκινων καρπών

στον κήπο την εσπέρα εκεί που χρόνια πριν

ευλαβικοί βάδισαν μαθητές

πού τώρα πολεμάνε, που ξυπνούν από πληγές

        κι όνειρα που φέρνουν τ’ άστρα.

Απαλό μπουκέτο από κυανανθούς της νύχτας.

 

Χρόνια χρυσών φθινόπωρων, χρόνια ήρεμα

όταν ειρηνικοί καλόγεροι πατούσαμε

         τα κατακόκκινα σταφύλια.

Κι ολόγυρά μας έλαμπαν ο λόφος και το δάσος.

Κυνήγια και καστέλια’ του βραδινού γαλήνη,

όταν Εκείνος μες στην κάμαρή του συλλογιζόταν

         τη δικαιοσύνη,

πάλευε σε άλαλη προσευχή για τη ζώσα κάρα

        του Θεού.

 

Ώρα πικρή της απώλειας,

σαν αντικρίζουμε ένα πετρωμένο πρόσωπο

μέσα σε μαύρα νερά.

Αλλά σηκώνουν τ’ ασημένια βλέφαρά τους

λαμποκοπώντας οι εραστές:

Όλοι ένα. Κυλάει λιβάνι σαν ποτάμι

από τριανταφυλλένια προσκεφάλια

και το γλυκό τραγούδι όσων αναστήθηκαν.

ΘΡΗΝΟΣ,34

Ύπνος και Θάνατος, οι μαύροι αετοί

φτεροκοπάνε γύρω από τούτο το κεφάλι όλη τη νύχτα:

το παγωμένο κύμα της αιωνιότητας

θα κατάπινε το χρυσαφένιο ομοίωμα

του ανθρώπου: πάνω σε τρομερούς υφάλους

τραντάζεται το πορφυρό του σώμα.

Κι η σκοτεινή φωνή θρηνεί

πάνω απ’ τη θάλασσα.

Της ανταριασμένης θλίψης αδελφή,

για κοίτα, ένα δειλό καράβι χάνεται

κάτω από τ’ άστρα,

το αμίλητο της νύχτας πρόσωπο.  

ΒΡΑΔΑΚΙ,35

Με νεκρά δάχτυλα ηρώων

γεμίζει το φεγγάρι

τ’ αμίλητα δάση.

Ω, φεγγάρι-δρέπανο!

Και οι θρυμματισμένοι βράχοι ολόγυρα

με τα γλυκά αγκαλιάσματα

των εραστών,

φαντάσματα δοξασμένων εποχών.

Αυτό το γαλάζιο φώς στρέφει τη λάμψη του

προς την πόλη,

εκεί που μια φυλή παρακμασμένη

ζει μες στο κρύο και στο κακό,

ετοιμάζοντας το σκοτεινό μέλλον

των λευκών τους απογόνων.

Σκιές φεγγαροτύλιχτες

που ακούω το στεναγμό σας στο άδειο κρύσταλλο

της λίμνης του βουνού.  

ΥΠΝΟΣ,36

Καταραμένα εσείς δηλητήρια σκοτεινά,

Ύπνε λευκέ!

Αυτός, ο πλέον μοναδικός κήπος

με δέντρα τυλιγμένα στο λυκόφως,

γεμάτος ερπετά, σκόρους νυκτόβιους,

αράχνες, νυχτερίδες.

Ξένε! η χαμένη σου σκιά

Στου ηλιοβασιλέματος το κόκκινο,

ένας ζοφερός κουρσάρος

στην αλμυρή θάλασσα της θλίψης.

Άσπρα πουλιά πετούν από το κράσπεδο της νύχτας

πάνω από πολιτείες που καταρρέουν

ατσάλινες.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ,37

Το βραδάκι η φωνή του κούκου

σωπαίνει μες στο δάσος.

Το καλαμπόκι σκύβει πιο πολύ,

η κόκκινη παπαρούνα.

 

Σύννεφα μαύρα ξεπροβάλλουν

πάνω απ’ το λόφο.

Του γρύλου το αρχαίο τραγούδι

σβήνει μέσα στους αγρούς.

 

Πια δεν κινούνται

τα φύλλα της καρυδιάς.

Πάνω στη φιδίσια σκάλα

το θρόισμα του φορέματός σου.

 

Φέγγει σιωπηλό κερί

μες στο σκοτεινό δωμάτιο’

εν’ ασημένιο χέρι

το ‘σβησε.

 

Άναστρη νύχτα δίχως άνεμο.   

Ο ΗΛΙΟΣ,38

Ο ήλιος καθεμέρα στο λόφο έρχεται χρυσός.

Ωραίο το δάσος, το μαύρο αγρίμι

κι ο άνθρωπος: βοσκός ή κυνηγός.

 

Ρόδινο το ψάρι ξεμυτίζει στην πράσινη λιμνούλα.

Κάτω απ’ το στρόγγυλο ουρανό

σ’ ένα σκαρί γαλάζιο φεύγει ο ψαράς ταξίδι δίχως

        θόρυβο.

 

Αργά ωριμάζει το σταφύλι και το καλαμπόκι.

Καθώς η μέρα λήγει ακίνητη

κάτι καλό, κάτι κακό ετοιμάζεται.

 

Σαν έρθει η νύχτα,

ο στρατοκόπος απαλά σηκώνει τα βαριά του

        βλέφαρα.

Μεσ’ από άβυσσο γεμάτη ίσκιους, ο ήλιος βγαίνει.  

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ, 39-40

Γεμάτο αρμονία το πέταγμα των πουλιών.

Τα πράσινα δάση αυτό το δειλινό

μαζεύτηκαν σε ήρεμες καλύβες.

Τα κρυσταλλένια μονοπάτια του ελαφιού.

Το πότισμα του ρυακιού κάτι σκοτεινό καθησυχάζει,

τις υγρές σκιές και τα λουλούδια του καλοκαιριού

που εξαίσια ηχούν στον άνεμο.

Το σκεφτικό του ανθρώπου μέτωπο σκοτείνιασε.

Κι ένα μικρό φανάρι, η καλοσύνη,

ανάβει στην καρδιά του’

ειρήνη του δείπνου’ γιατί αγιάστηκαν

το ψωμί και το κρασί από τα χέρια του Θεού

και σε κοιτάζει ο αδελφός

με νυχτωμένα μάτια σιωπηλά

σαν να ‘θελε να πάρει ανάσα

απ’ τις αγκαθερές περιπλανήσεις του.

Αχ, το να ζεις

στο αποπνευματωμένο της βραδιάς γαλάζιο.

Η ησυχία στο δωμάτιο

ωραία ξετυλίγει τις σκιές των γέρων,

τα πορφυρά μαρτύρια,

το θρήνο μιας μεγάλης οικογένειας

που ξεκληρίζεται τώρα ταπεινά

στο στείρο αγγόνι της.

Γιατί από τα σκοτεινιά λέπια της τρέλας

λαμπρότερος ξυπνά ο άρρωστος της υπομονής

στο πέτρινο κατώφλι

και το ψυχρό γαλάζιο με το αστραποβόλο

γύρισμα του φθινοπώρου,

το ήσυχο σπίτι κι οι μύθοι του δάσους

ισχύουν και κάνουν ό,τι θέλουν τώρα

και τα φεγγαρίσια μονοπάτια των αποχωρισμένων

τον παίρνουνε στη δυνατή αγκαλιά τους.      

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ, 69-70

Ο Γκέοργκ Τρακλ γεννήθηκε στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας το 1887. Αυτοκτόνησε με υπερβολική δόση κοκαΐνης το 1914 στην Κρακοβία. Το 1908 επισκέφτηκε τη Βιέννη και τα ποιήματα της ώριμης περιόδου του αρχίζουν τότε.

      Έργα του: «Ποιήματα» 1913, «Ο Σεμπάστιαν στ’ Όνειρο» 1915, σκόρπιες δημοσιεύσεις σε περιοδικά της εποχής, κυρίως στο “Breuner” . «Άπαντα τα Ποιήματα» Otto Muller Verlag. Salzburg 1938.

ΠΕΡΙ  ΤΡΑΚΛ

Βιβλιογραφία: Λάμπρος Μυγδάλης, Διαγώνιος, 11, 1982, σ.197.

Σκόρπια ποιήματα

Θ. Δ. Φραγκόπουλος, Διαγώνιος, 2, 1958/- Δ. Ιατρόπουλος, Λωτός, 1969/- Ο. Βότση, Ευθύνη, 6. 1972/- Μ. Δημάκης, Νέα Πορεία, 227-230, 1974/- Α. Δικταίος, «Δεκατρείς αιώνες γερμανικής ποίησης», Δωδώνη 1977/- Ε. Γεμενετζή, Η Λέξη, 11, 1982.

Μονογραφία

Λ. Χρηστάκης, «Η γαλάζια ψύχωση στη ζωή και το έργο του Γκέοργκ Τρακλ», Μικρο- Νεφέλη 6, 1983

Πληροφορίες

Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ελευθερουδάκη, 1931/- Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια 2. 002, 1997/- Ο. Βότση, Εισαγωγή στα «Πεζά Ποιήματα», 1974

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Γκέοργκ Τρακλ:

     Για τους λογοτέχνες, ποιητές και λογίους του σύγχρονου-μεταπολιτευτικού Πειραιά, είναι έκπληξη το γεγονός, ότι δύο προσωπικότητες των πειραϊκών γραμμάτων , η ποιήτρια και μεταφράστρια Όλγα Βότση (14/12/1922-15/2/1998)-ψευδώνυμο της ποιήτριας Όλγας Μπούκη,- και ο καθηγητής της αγγλικής γλώσσας, ποιητής και μεταφραστής Ανδρέας Αγγελάκης (28/3/1940-18/5/1991)ασχολήθηκαν με την ποίηση του εξπρεσιονιστή αυτόχειρα ποιητή Γκέοργκ Τρακλ. Η μεν πρώτη, η γερμανομαθής Όλγα Βότση, εξέδωσε ένα βιβλίο 40 σελίδων το Δεκέμβριο του 1974. «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΟΛΓΑΣ ΒΟΤΣΗ, Αθήνα, 12, 1974, σελίδες 40. «ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΛΓΑΣ ΒΟΤΣΗ ΤΥΠΩΘΗΚΑΝ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ 1974 ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ. Γ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΡΕΣΣΟΥ 28 ΑΘΗΝΑ, ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΙΑΣ» διαβάζουμε στον κολοφώνα της έκδοσης, διαστάσεις 17Χ 25 cm δραχμές 160. Η πειραιώτισσα ποιήτρια της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ανάμεσα στις άλλες μεταφραστικές της ενασχολήσεις, έχει μεταφράσει και γράψει και για τον γνωστό γερμανόφωνο Τσέχο συγγραφέα Φρανς Κάφκα (Πράγα 3/7/1883- Αυστρία 3/6/1924). Μεταφράσεις της ποιήτριας Όλγας Μπούκη από τα Γερμανικά, έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά της εποχής. Σταθερή υπήρξε η συνεργασία της με το περιοδικό που εξέδιδε ο Λαρισαίος εκδότης και ποιητής, άνθρωπος των γραμμάτων Κώστας Τσιρόπουλος, την γνωστή μας «Ευθύνη». Σε τεύχη του περιοδικού διαβάζουμε μεταφρασμένες στα ελληνικά ποιητικές μονάδες του αυστριακού φαρμακοποιού ποιητή Γκέοργκ Τρακλ από την Όλγα Βότση. Η έκδοση περιλαμβάνει: Εισαγωγή, «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ» σ.7-11. Και ακολουθούν τα πεζά: «Μεταμόρφωση του κακού» σ.13-15. «Χειμωνιάτικη νύχτα» σ.17-18. ‘Όνειρο και παραφροσύνη», σ.19-28. «Αποκάλυψη και αφανισμός», σ.29-36 .

     Η πειραιώτισσα ποιήτρια μεταφράζει τα πεζά ποιήματα του «πεισιθάνατου», με τον ταραγμένο ψυχικά κόσμο και ολιγόχρονο προσωπικό βίο γερμανόφωνου εξπρεσιονιστή ποιητή Georg Trakl, Σάλτσμπουργκ, Αυστρία 3/2/1887-Κρακοβία, Πολωνία 3/11/1914, από τα γερμανικά.  Την διευκρίνιση αυτή οφείλουμε να την έχουμε υπόψη μας μια και ορισμένοι από τους έλληνες μεταφραστές τον μεταφράζουν είτε από τα αγγλικά ή τα γαλλικά από μη γερμανικές συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του. Όπως και νάχει, η πρόσληψη της ποίησης του Τράκλ στην Ελλάδα είναι σταθερή και όπως μας φανέρωσαν οι εκδόσεις των τελευταίων δεκαετιών ανοδική. Επικουρικά να σημειώσουμε το κείμενο της λέκτορος στο Τμήμα Γερμανική Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρίας Αναστασίας Δασκαρόλη: «Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ GEORG TRAKL, ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ (1983-2005), σελίδες 145-163. Βλέπε Πρακτικά, εκδόσεις Ύψιλον 2009. Σχηματικά, θα μπορούσαμε να χωρίσουμε την πρόσληψή του σε τρείς χρονικές περιόδους. Η πρώτη έχει αφετηρία το 1950 και φτάνει μέχρι το 1982, χρονιά που δημοσιεύει ο Λάμπρος Μυγδάλης την πρώτη ελληνική βιβλιογραφία του ποιητή στο περιοδικό «Διαγώνιος», σε αυτήν την χρονική περίοδο συμπεριλαμβάνονται όλες οι γνωστές μας κατά καιρούς μεταφράσεις του, και φυσικά η μικρή δεκαεξασέλιδη έκδοση του ποιητή και στιχουργού Δημήτρη Ιατρόπουλου από το Περιοδικό «Λωτός»-Κωστή Τριανταφύλλου, Αφιέρωμα Νο 1, Ιατρόπουλος/ Γκέοργκ Τρακλ/ ΟΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ, σελίδες 16. Αθήνα 1969. Στο διάστημα αυτό θα συμπεριλάβουμε και την έκδοση με τις μεταφράσεις των Πεζών Ποιημάτων από την πειραιώτισσας ποιήτρια Όλγα Βότση, Αθήνα 1974. Ενώ ένα χρόνο μετά την βιβλιογραφική εργασία του Μυγδάλη, ο συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού «Ιδεοδρόμιο» θα κυκλοφορήσει από την μίνι σειρά των εκδόσεων «Νεφέλη» του Γιάννη Δουβίτσα την 48 σελίδων εργασία του. Λεωνίδας Χρηστάκης, «η ‘γαλάζια ψύχωση’ στη ζωή και το έργο του Γκέοργκ Τράκλ» στην σειρά μικρο-Νεφέλη αριθμός 6 Αθήνα 1983. Ο πάντα αντισυμβατικός Λεωνίδας Χρηστάκης πέρα από την επιμέλεια της έκδοσης το κείμενο και την επιλογή, έκανε και την επιλογή των εικόνων και το εξώφυλλο, ήταν επίσης υπεύθυνος της μίνι αυτής σειράς.  Στην 2 αριστερή σελίδα διαβάζουμε τα εξής: «Οι μεταφράσεις που χρησιμοποιήσαμε γι’ αυτό το βιβλίο έγιναν: από τα γαλλικά, Αγάπη Νταϊφά, από τα γερμανικά Δημήτρης Ιατρόπουλος-Γιώργος Χάμπας». Στο χρονικό αυτό διάστημα (μια και αναφέρεται το βιβλίο στις σχετικές μελέτες) θα συμπεριλάβουμε και τις μεταφράσεις ποιημάτων του Τρακλ από τον πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη καθώς και το βιβλίο που εξέδωσε από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», Αθήνα 1984 που αντιγράφω παρά πάνω. Ακολουθεί η δεύτερη περίοδος επαφής μας με τον αυστριακό ποιητή η οποία φτάνει μέχρι το 2009, όταν οι εκδόσεις «Ύψιλον» του ποιητή και εκδότη Δημήτρη Καλοκύρη κυκλοφορούν τα ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ GEORG TRAKL. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2007. GEORG TRAKL, ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ΟΥ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ.  Die wilde Klage ihrer zerbrochenen Munder…”. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΗΤΡΑΛΕΞΗ- ΕΥΗ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 4 2009, σελίδες 232. Στο ίδιο διάστημα, θα κυκλοφορήσει και πάλι από τις εκδόσεις «Ύψιλον», ο τόμος GEORG TRAKL, «Ο Sebastian στο όνειρο»/ Δημοσιεύσεις στο “Brenner” 1914/1915, μετάφραση Έλενα Νούσια, μαζί με την μελέτη του MARTIN HEIDEGGER Η Γλώσσα στην Ποίηση, μετάφραση-σχόλια Κώστας Γεμενετζής, Αθήνα, 9, 1999. Η δεύτερη δίγλωσση αυτή έκδοση είναι αναθεωρημένη. Ενώ από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό» έξι χρόνια νωρίτερα, Αθήνα Δεκέμβριος 1993, θα κυκλοφορήσει το βιβλίο «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ ΠΟΙΗΣΕΙΣ», μετάφραση Δημ. Στ. Δήμου, φωτογραφία στο εξώφυλλο Nan Goldin,  εκδόσεις «Το Ροδακιό», σελίδες 62. Φτάνουμε, τέλος, στα τελευταία εκδοτικά χρόνια, όπου διάφοροι εκδοτικοί οίκοι και νέοι έλληνες μεταφραστές θα μας δώσουν μία σειρά βιβλίων με μεταφρασμένα ποιήματα του Γκέοργκ Τράκλ. Βλέπε παρακάτω τον κατάλογο που καταγράφω.  Συνολικά αν δούμε όλες αυτές τις παλαιές και νεότερες εκδόσεις και την όχι και τόσο μικρή ποικιλία μεταφράσεων-αυτόνομες ή σε ανθολογίες-η παρουσία και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της ποίησης του αυστριακού ποιητή στο ελληνικό κοινό  μας δίδονται χάρις στην φιλοτιμία και την αγάπη των ελλήνων μεταφραστών και ποιητών. Είναι ίσως αν παραβλέψουμε την παρουσία του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ο γνωστότερος αυστριακός γερμανόφωνος ποιητής. Ιδιαίτερα να τονίσουμε, ότι πέρα από τις εξαιρετικές μεταφράσεις και τις χρήσιμες εισαγωγές, τους προλόγους, τα επίμετρα και τα σχόλια που συνοδεύουν τις νεότερες εκδόσεις είτε των ποιημάτων του είτε των απάντων του. Κατατοπιστικά κείμενα αντρών και γυναικών τα οποία εξετάζουν και διερευνούν με το παραπάνω, το έργο και την συγγραφική διαδρομή και τα στάδια του Γκέοργκ Τρακλ. Είναι κείμενα εξαιρετικά διαφωτιστικά και πολύτιμα στην ανάγνωση της ποίησής του. Σε αρκετά από αυτά, των μεταφραστών σχόλια στηρίχτηκε το δικό μου κείμενο και προσέγγιση της ποίησης και της ζωής του Georg Trakl.

     Ο Γκέοργκ Τράκλ, έδωσε τέλος στην ζωή του στην αρχή της φρίκης, της φονικής λαίλαπας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, του επονομαζόμενου και δικαίως, Μεγάλου. Πέθανε από δόση ναρκωτικών ουσιών. Η δεύτερη μεταφραστική πρόταση από τον Πειραϊκό χώρο, είναι αυτή του ποιητή και μεταφραστή καθηγητή της αγγλικής γλώσσας Ανδρέα Αγγελάκη-που παραθέτω παραπάνω-ο οποίος μας τον συν-παρουσιάζει μαζί με τον γερμανό ποιητή και μυθιστοριογράφο Χέρμαν Έσσε. Μια διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας και θεματολογίας ποίηση, ύφους, διαπραγμάτευσης και αποδοχής τόσο του φυσικού τοπίου όσο και των ζητημάτων που αφορούν την γλώσσα. Ανήκουν όμως και οι δύο στον χώρο του λυρισμού. Ο Ανδρέας Αγγελάκης μεταφράζει τα ποιήματα από τα αγγλικά όπως ο ίδιος μας λέει. Η εργασία του, μεταξύ άλλων, στηρίχτηκε και στις πληροφορίες που μας δίνει η Ελληνική Βιβλιογραφία του Γκέοργκ Τρακλ (1931-1982) από τον Λάμπρο Μυγδάλη η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό που εξέδιδε ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος στην Θεσσαλονίκη την γνωστή μας «Διαγώνιος», τεύχος 11/5,6,7,8, 1982, περίοδος τέταρτη, σελίδες 197-199. Είναι η πρώτη στα ελληνικά βιβλιογραφική εργασία για τον αυστριακό ποιητή, και καλό είναι να το υπενθυμίζουμε. Τα πρώτα μεταφραστικά ίχνη του Τρακλ όπως τα αποδελτίωσε ο Λάμπρος Μυγδάλης, τα συναντάμε στο περιοδικό «Μορφές» αρ. 11[50] Νοέμβριος 1950, σ.401-404 και αριθμός 12[51], Δεκέμβριος 1950, σ. 426-429, προέρχονται από τον Δημήτριο Στ. Δήμου.  Ο Δημήτρης Στ. Δήμου μεταφράζει τα ποιήματα «Ψαλμός», «Ο Σεβαστιανός μέσα στ’ όνειρο», «Ελιάν», «Καθ’ οδόν». Αρκετές δεκαετίες μεταγενέστερα οι μεταφράσεις αυτές εμπλουτισμένες θα κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό». Ακολουθούν οι μεταφράσεις του Θεόφιλου Δ. Φραγκόπουλου 1958 στην «Διαγώνιο», του ποιητή και στιχουργού Δημήτρη Ιατρόπουλου-Τρία ποιήματα-στο μικρό βιβλίο των εκδόσεων «Λωτός», βλέπε: «Δημήτρης Ιατρόπουλος, Γκέοργκ Τρακλ, «Ο Σεμπάστιαν στ’ όνειρο». Μια δοκιμή σε δύο μέρη, μ’ ένα επίμετρο από τρία του ποιήματα μεταφρασμένα απ’ το πρωτότυπο. Αθήνα, Λωτός 1969, σσ.15»,Ο Ιατρόπουλος μεταφράζει τα ποιήματα «Ροντέλα», «Ζυγώνει ο θάνατος», «Χειμωνιάτικη νύχτα». Το 1971 στην Αθήνα η ποιήτρια Κατίνα-Ποθουλάκη Παππά, κυκλοφορεί το βιβλίο της «Ξένοι παλμοί, Γερμανοί ποιητές του αιώνα μας», σ.64. Η Παππά μεταφράζει το «Θέρος», «Ένα χειμωνιάτικο βράδυ», «Για τη δύση καρδιά μου», σ.34-36, 53. Ακολουθεί η μετάφραση του ποιήματος «Τραγούδι του αποχαιρετισμού» από τον Ανδρέα Αγγελάκη στο Μικρό Ανθολόγιο σύγχρονης παγκόσμιας ποίησης, εκδόσεις Καστανιώτη 1971, σελίδες 23-24. Βλέπε παρακάτω τις νεότερες εκδόσεις με μεταφρασμένα ποιήματα του Τρακλ που παραθέτω.  Ένα χρόνο μετά, το 1972 η Όλγα Βότση μεταφράζει πέντε ποιήματά του «Η θύελλα», «Η νύχτα», «Θρήνος», «Γκρόντεκ», «Τραγούδι του μοναχικού», οι μεταφράσεις δημοσιεύονται στο περιοδικό «Ευθύνη» αρ. 6/ Ιούνιος 1972, σ.278-280 και 288. Στο περιοδικό που εξέδιδε στην Θεσσαλονίκη ο πεζογράφος Τηλέμαχος Αλαβέρας, την «Νέα Πορεία» ο ποιητής και μεταφραστής Μηνάς Δημάκης, μας δίνει την δική του μεταφραστική εκδοχή στις εξής ποιητικές μονάδες: «Στο πάρκο», «Ο κήπος της αδελφής», «Στην άνοιξη», «Τοπίο», «Δύση 3», τεύχη 227-230/ Ιανουάριος-Απρίλιος 1974, σ.18, 20-21. Από την άλλη, ο ποιητής και γερμανομαθής Μεταφραστής Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος, είκοσι τέσσερα χρόνια πρίν την πρώτη βιβλιογραφική καταγραφή από τον Μυγδάλη, μεταφράζει το ποίημα του Τρακλ «ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ», σ.31-32, περιοδικό «Διαγώνιος» Εξάμηνο λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 2/Καλοκαίρι 1958. Η μετάφραση του γερμανομαθούς Θεόφιλου Δ. Φραγκόπουλου εντάσσεται στην μεταφραστική του πρόταση «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ» Μεταφράζονται με ένα τους ποίημα οι: Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ημέρα Φθινοπώρου,- Φραντς Βέρφελ, Τραγούδι των Νεκρών,-Γκέοργκ Τρακλ, Καθ’ Οδόν,-Μπέρτ Μπρεχτ, Νυχτερινό καταφύγιο,-Ζαν Πωλ ντε Νταντελσεν, Ξεπερασμένο. Προσωρινά.-Γκόττφρηντ Μπενν, Υπουργός των εξωτερικών. Έχουμε και το ανάτυπο με τίτλο «Χρονικό» 1958. Το 1976 οι εκδόσεις «Διογένης» κυκλοφορούν τα Ποιήματα 1957-1973 του  Θεόφιλου Δ. Φραγκόπουλου, η έκδοση περιλαμβάνει και τις μεταφράσεις των «Καθ’ οδόν», «Γκρόδεκ» και «Τέλειο φθινόπωρο».  Οι εκδόσεις «Δωδώνη» εκδίδουν στην Αθήνα το 1977 την ογκώδη Ανθολογία του ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίου, «Δεκατρείς Αιώνες Γερμανικής Ποίησης». Στην ανθολογία του ο ακούραστος μεταφραστής και ποιητής Άρης Δικταίος, περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Τα ποντίκια», «Δύση», «Στο δρόμο», «Την άνοιξη», «Τη νύχτα», «Γαλήνη και σιωπή», «Ο οδοιπόρος», “Grodek”. Βλέπε και παρακάτω. Τον Γκέοργκ Τρακλ μεταφράζει και η Έλενα Γεμενετζή, «Στο αγόρι Έλις», «Πνευματικό λυκόφωτο», «Τραγούδι της δύσης», το 1982 στο λογοτεχνικό περιοδικό «Η Λέξη» τεύχος 11/1,1982, σ.12-14. Ο Λάμπρος Μυγδάλης στην πρώτη του καταγραφή στις «Μελέτες-Κρίσεις- Πληροφορίες» μας δίνει και  τίτλους Εγκυκλοπαιδειών που συναντάμε το όνομα του Τρακλ. Όπως το «Λεξικόν του Ελευθερουδάκη» 1931. –«Πάπυρος Λαρούς» 1964,-«Δομή» 1972.-«Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πάτση» 1975-«Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια» 2002,-«Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Κόσμος» 1981.

     Όπως διαπιστώνουμε, από την πρώτη μετάφραση του Δημήτρη Στ. Δήμου στην έναρξη του δεύτερου μισού,1950 του προηγούμενου αιώνα έως την έκδοση των εκδόσεων «Ρώμη» Αθήνα 2021, «Georg Trakl, Άπαντα τα ποιήματα». Μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής, σελίδες 380, τιμή 18 ευρώ, την πρώτη εικοσαετία των αρχών της τρίτης χιλιετίας, στο διάστημα 70 χρόνων, η υποδοχή της ποίησης του αυστριακού καταραμένου ποιητή είναι έντονη, με τον έναν ή άλλον τρόπο είτε σε αυτόνομες εκδόσεις ποιημάτων του είτε σε ανθολογίες, είτε σε βιβλία μεταφράσεων ευρωπαίων ποιητών όπως στον τόμο «ΕΞΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ» Μετάφραση -Πρόλογος Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2015, ή τόμους με Αυστριακούς δημιουργούς. Βλέπε Σωτήρης Ε. Γυφτάκης, «ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ του 20ου αιώνα». Επιλογή από το ποιητικό τους έργο, β΄ έκδοση, εκδόσεις «λεξίτυπον» Αθήνα 2020.

Αντιγράφω τον κατάλογο αυτόνομων και μη εκδόσεων, μεταφρασμένων ποιημάτων και θεατρικών έργων που γνωρίζω του Γκέοργκ Τράκλ.

1.,ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εισαγωγή-Μετάφραση: ΟΛΓΑΣ ΒΟΤΣΗ, Αθήνα, Δεκέμβριος 1974, σ.40.

Μεταφέρω την εισαγωγή

ΓΚΕΟΡΓΚ  ΤΡΑΚΛ

                    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

     Ο Γκέοργκ Τράκλ, πολύτιμο κεφάλαιο στην ιστορία των Γερμανικών Γραμμάτων, γεννήθηκε στο Σάλτσμπουργκ το 1887 και πέθανε- για την ακρίβεια, αυτοκτόνησε-το 1914, μέσα στον τρόμο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η ποίησή του δυνατή σαν άνεμος της νύχτας, ανεβασμένη στα πιό εκστατικά βουνά, βγαίνει από μιά βίαιη ρίζα πόνου και τραγικότητας, από ένα δαιμονιακό στοιχείο πού θέλει να εκτοξευθεί στο φώς και κινείται μέσα σ’ ένα χώρο μουσικού και χρωματικού οργίου. Κάθε του ποίημα, και ιδιαίτερα τα τελευταία, που είναι και τα τελειότερα, είναι  μια μικρή μουσική συμφωνία, που περιμένει να βρείς τον πυρήνα της και να δείς από πού ξετυλίγεται και που πορεύεται όλος αυτός ο χρωματικός και μουσικός χείμαρρος.

     Ο Γκέοργκ Τράκλ στάθηκε ένας πονεμένος άνθρωπος πού γνώρισε το κακό και τα πάθη’ μαστιγώθηκε απ’ αυτά, πόνεσε, έκλαψε, μα δεν μπόρεσε να τους ξεφύγει. Ένας άνθρωπος που ήξερε τι είναι να μπείς στα νύχια του διαβόλου και να σπαράζεις. Οι ικεσίες του δεν εισακούστηκαν. Τα ένστικτά του ήταν πιό δυνατά απ’ αυτόν. Όμως αυτός ο πόνος τον ύψωσε σε αληθινό ποιητή. Τον έκανε να ζεί από την άλλη μεριά του κόσμου.

     Ένα επώδυνο βίωμα στέκει στο κέντρο της δημιουργίας του, για να την τροφοδοτεί αέναα-ένα βαθύ ψυχικό τραύμα που άφησε τα ίχνη του στην ποίησή του και την πλούτισε με τόση ομορφιά. Στα τελευταία και ωριμότερα ποιήματά του, όλο κι επανέρχεται, με μια δραματική επιμονή, η μορφή της αδερφής, άλλοτε δαιμονική, άλλοτε- προς το τέλος της ζωής του-εξαϋλωμένη και ήπια. Ο ποιητής αυτός φαίνεται να συγκλονίστηκε από τη συνείδηση της αμαρτίας. Η μορφή του-όπως τη βλέπουμε σε μιά φωτογραφία του-, με τα ρουθούνια ορθωμένα, με αναστατωμένα τα χαρακτηριστικά, ένα τοπίο μαστιγωμένο από τη θύελλα, μας φαντάζει σαν ενός ζώου ευγενικού, πιασμένου στην κλούβα του, ανήμπορου να ξεφύγει από τους εχθρούς που ξεσηκώθηκαν μέσα του και το έχουν κυκλώσει. Κάτι πού δεν έπρεπε να είχε κάνει, κάτι που δεν έπρεπε να είχε γίνει. Όμως το ένοχο πάθος του είναι μεγαλύτερο απ’ αυτόν. Κλαίει, σπαράζει, μα ολοένα το ερωτικό του είδωλο έρχεται καλυμμένο και, με την ποίηση, τον λυτρώνει.  Δε φέρνει καθαρά ο Τράκλ πρόσωπα και πράγματα στο φώς σαν τον δικό μας Καβάφη που έχει ξεπεράσει ηθικές και κοινωνικές προκαταλήψεις και ξαναζεί το αμαρτωλό ερωτικό γεγονός μ’ όλη την ηδονική μνήμη πού μαζί του σέρνει’ ίσως όμως κι αυτός να πάλαιψε μέσα του αν έπρεπε να ονοματίσει τα πράγματα, και, πιό μεγάλος στα χρόνια και πιό κυνικά τίμιος, τα ονομάτισε. Ο νέος Τράκλ φυσικό είναι να είναι ακόμα αγνός. Ζεί μεταμορφωμένη, σαν ένα τοπίο θύελλας ή θλίψης, όλη τη  δόνηση που του έφερε αυτό το καταλυτικό ερωτικό βίωμα, το τραύμα ετούτο, ενοχή και πάθος μαζί, και έχει τη  δύναμη να το εξυψώνει ποιητικά μέσα στο δημιουργικό του όραμα.

     Το δαιμονικό με το αιθέριο, η τρυφερότητα με τη σκληρότητα ενώνονται με τον πιο μουσικό τρόπο στην ποίησή του. Ο στίχος του και η ποιητική του φράση δεν έχουν βάρος. Όλα, και τα πιό συγκλονιστικά, μετουσιώνονται μουσικά. Αυτός ο παγιδευμένος πόνος και η απελπισμένη ενοχή βρήκαν τα πιό ευγενικά μέσα για να εκφραστούνε. Οι εχθροί αυτοί, που τόσο τους φοβόταν, έσκαψαν μέσα του και όπου πάτησαν ανάβρυσε γαλάζιο μουσικό νερό όπου μπόρεσε ο δυστυχισμένος να σκύψει να πιεί και να λυτρωθεί. Μιά ανάταση και ένα ύψος σφραγίζουν τους στίχους του Γκέοργκ Τράκλ, γιατί πολύ πόθησε το καθαρό και το αληθινό. Η συνείδηση της ενοχής του, η χαμένη λάμψη της αθωότητας και του παιδικού παραδείσου, μά προπαντός η συχνή δραματική επίκληση αυτής της αδερφής κάνουν ιδιαίτερα περίπαθη τη ζωντανή τούτη ποίηση με τη σπαραχτική ειλικρίνεια. Ο Τράκλ ζωγραφίζει με τα δικά του δάκρυα κάθε ανθρώπινη ενοχή και πόνο. Στους τελευταίους μήνες της ζωής του έγινε μια συγκλονιστική διεύρυνση μέσα του. Δε ζεί πιά τον εαυτό του’ ή μάλλον, μαζί με τον δικό του πόνο, ζει και το δράμα των άλλων, το δράμα του πολέμου και των νεκρών του. Με έξοχους λυρικούς τόνους, όπου το αποτρόπαιο και το αιματηρό ενώνονται με το πιό αιθέριο στοιχείο, μας μιλάει για τους νικημένους, για το θάνατο και την καταστροφή. Τραγουδάει τώρα τους πολλούς και τους δυστυχισμένους. Ό,τι έδινε ως τώρα πόνο, η αδερφή, υψώνεται από τον ποιητή σε μορφή παρήγορη. Ο ποιητής συμφιλιώθηκε με την αμαρτία του και την ενοχή του, το αγκάθι που μάτωνε θρυμματίστηκε για να δώσει τη θέση του σε πιό μελαγχολικά και ήπια συναισθήματα.

     Μά εκεί ξεδιπλώνεται ολόκληρη η ψυχή του Γκέρογκ Τράκλ και βρίσκει την ευδαιμονία της είναι η φύση. Την τραγουδά με χίλιους τρόπους. Ζει την ευτυχία της ως το μεδούλι. Η φύση γίνεται ο λυτρωτής που δέχεται στους κόλπους της κάθε πόνο και κάθε ασχήμια. Μέσα της ο ποιητής εξομολογείται, μεταρσιώνεται, υψώνεται σε σφαίρες ευτυχίας. Τα νερά και τα ζούδια, τ’ άστρα και το σκοτάδι, το χώμα και τα φυλλώματα, οι θόρυβοι των ίσκιων και των νερών παίρνουν γιγάντιες διαστάσεις μέσα του και γίνονται πρόξενοι ανεκλάλητης ευδαιμονίας. Μέσα στους κόλπους αυτής της φύσης νιώθει την άφατη ενοχή του να λιγοστεύει.

     Η γλώσσα του, ακολουθώντας  τη μουσικότητα των νοημάτων του, είναι άπειρα ευλύγιστη και τρυφερή. Ο Τράκλ είναι από τους μουσικότερους ποιητές της Γερμανίας. Η γερμανική γλώσσα, από τη φύση της βαριά, χάνει μέσα στους στίχους του το βάρος της και γίνεται αιθέρια και μουσική, γλώσσα που δίκαια ύμνησε ο Χάϊντεγκερ σα «μαγική».

     Μέσα στην ποίησή του ιδιαίτερη θέση έχουν τα πεζά ποιήματά του. Εδώ ο Τράκλ σπάει το στίχο, βρίσκει ένα χώρο πιό πλατύ  για να εκφραστεί και ν’ ανασάνει ποιητικά, δίνει τον πυρήνα της ποιητικής του υπόστασης με εικόνες τιναγμένες από τη δόνηση της καρδιάς και την καταιγίδα του πικρού βιώματός του. Κι’ αν ήταν να παραλληλίσω με κάποιο άλλο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας ταύτα τα εξαίσια πεζά ποιήματα για το χρωματικό τους όργιο, για τον φωσφορισμό και τη νύχτια μέθη του συναισθήματος, θα ήταν με τις «Ελλάμψεις» του Ρεμπώ, Ο ίδιος κρυστάλλινος θόλος άπειρων χρωματικών επιπέδων κι εδώ, μόνο πού στον Ρεμπώ εκτινάσσονται σα σπάνια πυροτεχνήματα στο στερέωμα για ν’ αφήσουν έκθαμβα τα μάτια μας, ενώ στον Τράκλ έρχονται από ένα υπόγειο ρεύμα πόνου και αληθινής οδύνης. Δεν τυφλώνουν, αλλά πάνε ίσια στην καρδιά σα σπαραγμένος σκοπός.

      Ο Γκέοργκ Τράκλ στη σύντομη ζωή του, που τέλειωσε στην ηλικία των είκοσι επτά μόλις χρόνων, μπόρεσε να δώσει πραγματώματα υψηλής ποίησης μέσα σ’ ένα χώρο τρυφερότητας και ονείρου, μπόρεσε να τυλίξει τα οράματα φρίκης και αγωνίας μέσα σε πέπλα ομορφιάς., σ.7-11.

2., ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ, η «γαλάζια ψύχωση» στη ζωή και το έργο του Γκέοργκ Τρακλ. Εκδόσεις μικρό-ΝΕΦΕΛΗ αριθμός 6, Αθήνα 1983, σ.48. Κείμενο, επιλογή, υπεύθυνος σειράς, επιμέλεια έκδοσης και επιλογή εικόνων, εξώφυλλο: Λεωνίδας Χρηστάκης. Φίλμς- αναπαραγωγή φωτογραφιών Αφοί Πίνα.

Σημειώνει ο Χρηστάκης: «Ο ρομαντικός και χτυπημένος ποιητής συνέθεσε μια σειρά ποιήματα, μοναδικά για τη λεπτή τους απελπισία και το εξευγενισμένο παράπονο. Ενώ ταυτόχρονα εμπεριέχουν μια μαγική συνομιλία του ποιητή με το ανώτερο αυτό που ο Γκέοργκ ονομάζει «ο Θεός μου».

Εκεί που θα πας, είναι φθινόπωρο,

και είναι βράδυ…

Γαλάζιο αγρίμι κάτω απ’ τα δέντρα,

κι ανακράζει…

Μικρή λιμνούλα ερημική στο δειλινό…

Ελαφρά ηχεί το φτερούγισμα των πουλιών

Η μελαγχολία στων ματιών σου τις καμάρες

καθρεφτίζει τους ήχους

απ’ το φτωχικό σου χαμόγελο.

Ο Θεός κύρτωσε το κορμί σου

Παιδί της Μεγάλης Παρασκευής

Τ’ αστέρια στη νύχτα

το τόξο του μετώπου σου γυρεύουν…

(σε μετάφραση Δημήτρη Ιατρόπουλου).

3.,ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ- ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Μετάφραση-Σημειώσεις ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, Δεκέμβριος 1984, σ.74. Γκέοργκ Τρακλ σ. 5-6, 9-12, 13-40. 69-70.

4.,ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΠΟΙΗΣΕΙΣ. Μετάφραση: ΔΗΜ. ΣΤ. ΔΗΜΟΥ. Φωτογραφία στο εξώφυλλο NAN GOLDIN, εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα, Δεκέμβριος 1993, σ.62.

Σημείωση:  Στην σελίδα 4 σημειώνονται τα εξής: Η πρώτη δημοσίευση των Ποιήσεων έγινε για λογαριασμό του μεταφραστή σε τριακόσια αντίτυπα εκτός εμπορίου. (Εκδόσεις Νέας Πορείας, Θεσσαλονίκη 1983) Στην σημερινή έκδοση περιλαμβάνονται πέντε ακόμα ποιήματα από το συγκεντρωτικό δακτυλόγραφο αρχείο μεταφράσεων Δ. Στ. Δήμου που εντοπίσθηκαν χάρη στον κάτοχο του αρχείου κ. Φιλήμονα Α. Παιονίδη). Τα ποιήματα «Ψαλμός», «Καθ’ οδόν», «Ο Σεβαστιανός μέσα στ’ όνειρο», «Ελιάν», πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Μορφές».

Η έκδοση περιέχει σύντομο χρονολόγιο του Γκέοργκ Τρακλ.

5.,ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ. Ο SEBASTIAN ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ. ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΣΤΟ “BRENNER” 1914/1915. Μετάφραση-Σημείωμα: ΕΛΕΝΑ ΝΟΥΣΙΑ.-  ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ, Η ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ. Μετάφραση-Σχόλιο: ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΜΕΝΕΤΖΗΣ, Δεύτερη Έκδοση Αναθεωρημένη, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, Σεπτέμβριος 1999, σ.320.

Σημείωση: Ενδιαφέρουσα και πλούσια έκδοση. Αντιγράφω ελάχιστα από το σημείωμα της Έλενας Νούσιας: «Εν’ από τα πρώτα πράγματα που κάνουν, λοιπόν, εντύπωση στην ποίηση του Trakl είναι η γλώσσα του η οποία αποτελεί ένα κράμα απλότητας και λιτότητας από τη μια μεριά και βάθους από την άλλη. Ίσως, όμως, ακριβώς εξαιτίας αυτής της αντιθετικότητάς της, η γλώσσα του Τρακλ συγκροτεί ένα κράμα εκθαμβωτικής ωραιότητας. Λέγοντας «απλότητα» και «λιτότητα» εννοώ το γεγονός ότι οι λέξεις του Τρακλ συνήθως δεν είναι καθόλου «σπάνιες». Επίσης ότι το συνολικό λεξιλόγιό του δεν είναι αυτό που εννοούμε συνήθως όταν μιλάμε για «πλούσιο» λεξιλόγιο»…..

6.,ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1913-1915). Εισαγωγή- Μετάφραση- Σχόλια: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα, Νοέμβριος 2005, σ.192

Σημείωση: Η επίσης εξαιρετική αυτή έκδοση, Διάφορα Ποιήματα, Ο Σεβαστιανός στο όνειρο, και Δημοσιεύσεις στο περιοδικό «Μπρένερ». Περιλαμβάνει επίσης μικρό φωτογραφικό «άλμπουμ» από διάφορα στάδια του βίου του Τράκλ μαζί και χρονολόγιο της ζωής του. Στις σελίδες «Για τον Γκέοργκ Τρακλ» έχουμε αποσπάσματα κριτικών δημοσιευμάτων από τις εφημερίδες των χρόνων του Τρακλ. Ξεχωρίζει το κείμενο του ποιητή Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε: «Σκέφτομαι πως ακόμη κι αυτός που στέκεται κοντά, με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι, βιώνει, σαν αποκλεισμένος, τις εικόνες αυτές και τις ενοράσεις: γιατί το βίωμα του Τράκλ γίνεται όπως στα είδωλα στον καθρέφτη και γεμίζει ολόκληρο το χώρο του, που είναι άδυτος, όπως ο χώρος στον καθρέφτη. (Ποιος να ήταν άραγε;)», σ.162

Και από την εισαγωγή του μεταφραστή Μιχάλη Παπαντωνόπουλου: «Ο άχρονος τόπος της ποίησης του Τρακλ δεν μπορεί να προσφέρει κανενός είδους λύτρωση, ακόμη και όταν προστρέχει σε μάλλον ενστικτώδεις παγανιστικούς τρόπους, αφού η φύση πλέον λειτουργεί ως αντικατοπτρισμός εικόνων της απαίσιας, παρακμιακής ατμόσφαιρας της πόλης…..», σ.19

7., GEORG TRAKL, Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΨΥΧΩΣΗ, Ποιήματα και πεζά 1909-1914. Μετάφραση ΙΩΑΝΝΑ ΑΒΡΑΜΙΔΟΥ. Δίγλωσση έκδοση, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 2010, σ.108.

Το βιβλίο περιλαμβάνει: Ιωάννα Αβραμίδου (Παρίσι, 13 Νοεμβρίου 2009), Γκέοργκ Τρακλ, 7-11. Και, «ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΑΛΜΠΟΥΜ», 13. «ΑΣΜΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ», 15-17. “GRODEK” 19. «ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ», 21-23. «ΨΑΛΜΟΣ» (Σχέδιο 2 αφιερωμένο στον Καρλ Κράους), 25-29. «Ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ» Για τον Adolf Loos,1-3, σ.31-37. «ΤΟΠΙΟ», 39. «ΣΤΟ ΑΓΟΡΙ ΕΛΙΣ», 41-43. «ΕΛΙΣ» 1,2, 45-47. «ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ», 49. «ΤΗ ΝΥΧΤΑ», 51. «ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ», 53. «ΠΑΡΑΚΜΗ» Στον Karl Borromaeus Heineich, 55. “HOHENBURG”, 57. «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΛΥΚΟΦΩΣ», 59. «ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΡΟΩΡΑ ΧΑΜΕΝΟ», 61-63. «ΣΤΟΥΣ ΒΩΒΟΥΣ», 65. «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕ» Για την Bessie Loos, 67-69. «Ο ΗΛΙΟΣ», 71. «ΘΕΡΟΣ», 73. “DELIRIUM”, 75. «ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ», 77-85. «ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ», 87-89. «ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΣΥΣΚΟΤΙΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ», 91-105

Σημείωση: οι σελίδες που καταγράφονται αφορούν τα ποιήματα στην ελληνική μετάφραση και όχι σε αυτές του γερμανικού πρωτοτύπου. (Αριστερά το γερμανικό κείμενο, δεξιά η ελληνική μετάφραση).

8.,Georg Trakl, ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΑΓΑΠΗ ΜΙΑΣ ΑΓΡΙΑΣ ΓΕΝΙΑΣ, επίμετρο MARTIN  HEIDEGGER. Εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ, εκδόσεις ΚΕΙΜΕΝΑ, Αθήνα, Μάϊος 2021, σ.94, β΄ έκδοση. (sempreviva/ ξένη ποίηση ν.3 συντονισμός σειράς Βάσω Κυριαζάκου). Α΄ έκδοση Γαβριηλίδης 2011.

Περιέχει: Νίκος Ερηνάκης (Αμοργός, Αύγουστος 2011), «Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΗΚΕΙ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΠΕΡΙΦΡΟΝΕΙ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ», 7-11. Ποιήματα (1909-1913)-DE PROFUNDIS, 15-16. «ΤΡΟΜΠΕΤΕΣ»,17. ΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΡΟΖΑΡΙΟΥ Στην αδερφή, 18. «Πλησίασμα του θανάτου» 2ο σχεδίασμα, 19. «Αμήν», 20. «ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ, 21.Ο Σεμπάστιαν στο όνειρο (1912-1914)- «ΤΗ ΝΥΧΤΑ», 25. «ΕΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ» 2ο σχεδίασμα, 26. «ΑΦΡΑ» 2ο σχεδίασμα, 27

Σημείωση: Ευαίσθητη και λυρική αλλά όχι παραπλανητική η εισαγωγή και μεταφραστή διδάκτορα Φιλοσοφίας των Πανεπιστημίων του Λονδίνου και της Οξφόρδης νέου στην ηλικία κ. Νίκου Ειρηνάκη. Μία εισαγωγή που έγραψε στο νησί της Αμοργού. Γράφει μεταξύ άλλων: «Η ποίηση του Τρακλ με κατέκτησε, η αίσθησή της παραμένει πάντα μέσα μου ανεξίτηλη και η συνομιλία μαζί της συνεχίζεται. Ο φόβος της ύπαρξης και η έλλειψη φόβου για τον θάνατο, ένα αγέλαστο παιχνίδισμα εικόνων. Ο έρωτας για την αδερφή κυρίαρχος στην ποίησή του, τυραννικός, μετουσιώνεται σε διακριτικές κραυγές απόγνωσης. Ο παθιασμένος ρυθμός του πένθους του, η αρμονία των συλλαβών του που οδηγεί σε μια παραίσθηση γαλήνης.», σ.7

9.,ΓΚΕΟΡΓΚΛ ΤΡΑΚΛ, ΕΝΑΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΑΝΕΜΟ. Εισαγωγή- σημειώσεις- σχόλια- μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, εκδόσεις Νησίδες, Αθήνα 2014, σ.172

Σημείωση: Η πυκνή και εμπεριστατωμένη εισαγωγή  της μεταφράστριας Ιωάννας Αβραμίδου, «Παράξενα είναι τα νυχτερινά μονοπάτια του ανθρώπου» σελίδες7-29 , είναι Ομιλία της Ιωάννας Αβραμίδου στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, Αθήνα 14 Φεβρουαρίου 2014. Η Ομιλία τελειώνει ωε εξής: «Ο Τρακλ έζησε την ταραγμένη ζωή του τρέμοντας σαν ένα σιωπηλό γαλάζιο ζώο που θυσιάζεται πάνω στον σκοτεινό βωμό της ποίησης, σαν ένας χλωμός ποιμένας που περιπλανήθηκε στα παράξενα νυχτερινά μονοπάτια του ανθρώπου. Έτσι, έγινε μια από εκείνες τις ιερές ψυχές για τις οποίες έλεγε ο Μπωντλαίρ ότι είναι καταδικασμένες να πορευτούν προς τον θάνατο και τη δόξα μέσα από τα προσωπικά τους ερείπια», σ.29

10., GEORG TRAKL, ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Μετάφραση-Επίμετρο: Θανάσης Λάμπρου. Δίγλωσση έκδοση, εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα, 11, 2014, σ.296.

Σημείωση: Πλούσια και χορταστική έκδοση.  Το συνοπτικό χρονολόγιο τα σχόλια και οι ακριβείς σημειώσεις του μεταφραστή Θανάση Λάμπρου, καθώς και το Επίμετρο, «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ» Σχόλιο στην ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ σελ. 251-273. (μία εξαιρετική πραγματεία) καθιστούν το βιβλίο χρήσιμο σε αυτούς που αγαπούν την ποίηση του Τρακλ. Το Επίμετρο ανοίγει με ένα απόσπασμα του άγγλου ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ από το έργο του Χορικά από τον «Βράχο». Ανοίγει η αυλαία με τα εξής: Ο Ξένος ζει στην ξενιτεία της μοναξιάς. Ο ξένος είναι ο ξενιτεμένος ετούτου του κόσμου. Η ξενιτεία της μοναξιάς είναι η διά βίου μάθηση του ξένου που διαβαίνει μοναχικός τα μονοπάτια της γης. Η καρδιά του ξένου, ο οποίος φέρει πολλά και διαφορετικά ονόματα (Elis, Helian, Sebastian, Kaspar Hauser, ο Καρτερικός, ο Μοναχικός, κλπ.) λικνίζεται πάνω σε βάρκα χρυσή στο μοναξιασμένο ουρανό. Όσο μεγάλη είναι η μοναξιά του ουρανού, άλλο τόσο μεγάλη είναι και του ξένου. Ό,τι περισσότερο φοβίζει, σχεδόν τρομάζει τους πολλούς-η μοναξιά-, είναι συχνά-όχι πάντα-η τρυφή και η αγαλλίαση του μοναχικού ξένου. Η μοναξιά είναι η μεγαλύτερη ξενιτεία….» σ.251 

11., ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΒΑΡΑΒΒΑΣ, Μετάφραση-Επίμετρο: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, εκδόσεις Κοβάλτιο, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2018, σ.70

Σημείωση: Το μικρό αυτό βιβλίο μπορούμε να το δούμε και να το συνεξετάσουμε-σαν ένα όλο-με το άλλο βιβλίο που γράφω παραπάνω του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου. Έχουμε δύο διπλές θα σημειώναμε εκδόσεις αυτή της Ιωάννας Αβραμίδου και αυτή του Μ. Παπαντωνόπουλου. Μετά το «Βαραββάς: Μια φαντασία», ακολουθεί η «Μαρία Μαγδαληνή: Ένας διάλογος». Ίσως όχι από τις πλέον ευτυχισμένες συγγραφικές στιγμές του Τρακλ.

12., Γκέοργκ Τρακλ, ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετάφραση: Μαρία Κατσοπούλου, επιμέλεια –διορθώσεις: Ιωσήφ Αρνές, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, Ιούνιος 2021, σ.72.

Σημείωση: Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμπεριστατωμένη εισαγωγή του συγγραφέα και κριτικού της λογοτεχνίας Απόστολου Θηβαίου, σελ. 7-15. Καλογραμμένο κείμενο με σωστές επισημάνσεις.

13.,GEORG TRAKL, Άπαντα τα ποιήματα, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής, εκδόσεις Ρώμη, Αθήνα, Οκτώβριος 2021, σ.380. (Σειρά Μεταφρασμένη Ποίηση)

Σημείωση: Όπως φαίνεται με τον τόμο «ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» του Georg Trakl, σε μετάφραση του Λάκωνα, γεννήθηκε στους Μολάους της Λακωνίας, ολοκληρώνεται ο κύκλος του Τράκλ και η πρόσληψή του στην Ελλάδα. Από την σκοπιά της πρωτογενούς παραγωγή του, εκείνο που απομένει είναι να βρεθούν οι κατάλληλοι μεταφραστές-ποιητές οι οποίοι θα μεταφράσουν στα ελληνικά μελετήματα-αυτόνομες εκδόσεις για την ποίησή του. όπως έχουμε για τον Ρίλκε, τον Μαν, τον Έσσε κλ.

     Συμπερασματικά, να αναφέρουμε τα εξής Απέφυγα να αντιγράψω μεταφρασμένα ποιήματα του Τρακλ γιατί δεν ήθελα να αντιπαραβάλω μεταφράσεις. Εξαίρεση αποτελεί το απόσπασμα του ποιητή Δημήτρη Ιατρόπουλου εξαιτίας του ότι είναι δυσεύρετο το μικρό δεκαεξασέλιδο του περιοδικού «Λωτός». Εξ υπακούετε ότι όφειλα να μεταφέρω όλα τα μεταφρασμένα ποιήματα του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη μια και σε προγενέστερο σημείωμά μου είχα αντιγράψει τα ποιήματα του Έρμαν Έσσε.

Τέλος, όσον αφορά τα Πρακτικά του διεθνούς συμποσίου για τον Georg Trakl, πέρα από τις εργασίες της Αναστασίας Δασκαρόλη και Κατερίνας Μητραλέξη, πολύ καλές είναι και οι εργασίες των Αναστασία Αντωνοπούλου, Georg Trakl and Egon Schiele, Διαστάσεις και χαρακτηριστικά του αυστριακού εξπρεσιονισμού, της Κατερίνας Καρακάση, Ορφέως προσωπεία στον εξπρεσιονισμό, το κείμενο τουHans Weichselbaum, Η πορεία του Georg Trakl προς τον λογοτεχνικό μοντερνισμό. Η συμμετοχή του Willi Benning, με το κείμενο: Ο εξπρεσιονισμός στην ποίηση και τη ζωγραφική: Σημειώσεις για μια πολιτισμική ιστορία της «κραυγής», το κείμενο Το φρέαρ της αβύσσου του Γ. Κεντρωτή, τα «Ποιητικά παλίμψηστα» της Εύης Πετροπούλου, μία συσχέτιση της ποίησης των Holderlin- Rimbaud- Trakl.  Η ποιητική του Georg Trakl ως όρος για τη μετάφραση του έργου του από την Έλενα Νούσια κ.ά.

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ή ΠΕΖΑ του ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ

1., ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΙΙΗΣΗΣ, μτφ. Ανδρέας Αγγελάκης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1971, σ.80. Γκέοργκ Τράκλ, σ.23-24.  Το ποίημα «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ», σ.23-24.

Σημείωση: Το «Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης» του καθηγητή των αγγλικών, ποιητή και μεταφραστή πειραιώτη Ανδρέα Αγγελάκη, τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Βασίλη Μυρτίλογλου για τις εκδόσεις του Θανάση Καστανιώτη, με εξώφυλλο του Νίκου Καψαμπέλη. Περιλαμβάνει ποιητικές φωνές από την Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία, Σουηδία, Αυστρία, Γερμανία, Ρωσία, Μεξικό, Καναδά, Ιαπωνία. Το ποίημα από την Γερμανία του  Georg Trakl της σελίδας 23-24, μεταφέρεται και στην σελίδα 39-40, του βιβλίου του «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ- ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μτφ. Α. Αγγελάκης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 12,1984.

2., ΆΡΗ ΔΙΚΤΑΙΟΥ, ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΑΙΩΝΕΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα, Ιανουάριος 1977, σ.468. Γκέοργκ Τρακλ, σ.255-258. Την έκδοση ο ποιητής και μεταφραστής Άρης Δικταίος, την αφιερώνει «Στον ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟ τον τελευταίο απομένοντα».  Περιέχει τα εξής ποιήματα: «ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ», «ΔΥΣΗ», «ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ», «ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ», «ΤΗ ΝΥΧΤΑ», «ΓΑΛΗΝΗ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ», «Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ», “GRODEK”.

Σημείωση:  Ο τόμος περιλαμβάνει τον Πρόλογο του Άρη Δικταίου καθώς και Σχόλια στην Ανθολογία. Η Ανθολογία διαμερισματοποιείται κατά χρονολογικούς περιόδους. Ι. 345-1100. ΙΙ.1100-1400. ΙΙΙ. 1400-1600. ΙΙΙΙ. 1600-1700….. η τελευταία περίοδος είναι του 8 Κεφαλαίου 1945-1975. Ο Τράκλ περιλαμβάνεται στο 7ο Κεφάλαιο της περιόδου 1848-1933.

      Πρίν την παρουσίαση των Ποιημάτων σημειώνει ο μεταφραστής: «GEORG TRAKL (1887- 1914). Αυστριακός, ένας από τους σημαντικώτερους εκπροσώπους του εξπρεσιονιστικού κινήματος, κι από τους πιο αυθεντικούς προδρόμους του Συρρεαλισμού- ο πρώτος πραγματικά «ερμητικός» ποιητής της Γερμανίας. Τυπικά του ύφους του είναι η συμβολιστική του χρώματος, η μοντέρνα αντίληψη της εκφραστικής κι ο εικονισμός του, που πηγάζει από το παράλογο»., σελίδα 446.

3., ΝΤΙΝΟΥ ΚΟΥΓΚΟΥΛΟΥ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ. ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα, Μάϊος 2000, σ.264. Γκέοργκ Τρακλ, σ.214. Περιλαμβάνει το ποίημα του Γκέοργκ Τρακλ (1887-1914) (Trakl) «ΓΚΟΝΤΕΚ». Η μετάφραση είναι του Γ. Κεντρωτή.

Σημείωση: Το ανθολόγιο αυτό που συνέταξε ο Ν. Κουγκουλος περιέχει πέρα από τον Πρόλογο, Παροιμίες, Αινίγματα, Ποιήματα και Αποσπάσματα από μια πλειάδα Γερμανόφωνων δημιουργών. Φιλοσόφων, Στοχαστών, Κοινωνιολόγων, Ποιητών, Μουσικών, Μυθιστοριογράφων, κ.ά. Όπως του Μελάγχθωνα, του Γκαίτε, του Εμμανουήλ Καντ, του Σύλερ, του Σιλέσιους, του Καρλ Μαρξ, του Φρειδερίκου Νίτσε, του Χέγκελ, του Νοβάλις, του Χαίλντερλιν, του Μαξ Βέμπερ, του Τόμας Μαν, του Έρνεστ Κασσίρερ, του Μαξ Σέλλερ, του Στέφαν Τσβάιχ, του Μπλοχ, του Μαρκούζε, του Μάρτιν Χάιντεγκερ, του Ρίχαρντ Βάγκνερ, του Μαξ Φρις και δεκάδων άλλων. Ο έλληνας ανθολόγος παραθέτει και κατάλογο ελλήνων και ελληνίδων  «ΛΟΓΙΟΙ ΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ».  Το ποίημα «ΓΚΡΟΝΤΕΚ» προέρχεται από τις ποιητικές μονάδες που ο Τρακλ δημοσίευσε στο περιοδικό «ΜΠΡΕΝΝΕΡ» 1914/1915 πριν την αυτοκτονία του ποιητή αλλά και μετά την απώλειά του. Το ποίημα «ΓΚΡΟΝΤΕΚ» (Grodek) σε ένα δεύτερο μεταφραστικό χτένισμα, (μια «παραλλαγμένη» μεταφραστική εκδοχή του διαβάζουμε στην σελίδα 179, της έκδοσης «Georg Trakl, Άπαντα τα ποιήματα», του Λάκωνα μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή, της σειράς Μεταφρασμένη Ποίηση, εκδόσεις Ρώμη, Αθήνα, 10,2021. Η πρώτη μετάφραση που ερανίζεται ο Ντίνος Κούγκουλος προέρχεται από περιοδικό.

4., ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΕΡΜΑΝΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ, Επιλογή-Μετάφραση-Σχόλια: ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΡΙΦΥΛΛΗΣ, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα, Αύγουστος 1983, σ.96. Μακέτα εξωφύλλου: Βάσω Αβραμοπούλου. Γκέοργκ Τρακλ, σ.62-66.  Περιλαμβάνει μικρό βιογραφικό και τα εξής ποιήματα: «ΓΚΡΟΤΕΚ», «ΨΑΛΜΟΣ» (Στον Κάρλ Κράους), «Η ΝΥΧΤΑ». Την επιμέλεια της έκδοσης είχε ο κριτικός Αλέξης Ζήρας.

Σημειώσεις: Το βιβλίο περιέχει την «Η Παρουσία της Σύγχρονης Γερμανόφωνης Ποίησης», και ποιήματα των: Γκύντερ Άϊχ, του Πάουλ Τσέλαν, του Τόμας Μπρας, του Άντολφ Έντλερ και άλλων.  Όπως σημειώνει στα Σχόλιά του ο Αντώνης Τριφύλλης, το «Γκρότεκ: Είναι μαζί με το ποίημα «Θρήνος» τα τελευταία ποιήματα του Τράκλ, γραμμένα στο νοσοκομείο της Κρακοβίας. Γκρότεκ είναι η τοποθεσία όπου δόθηκε η ομώνυμη μάχη.» Για το ποίημα «Ψαλμός» γράφει: «Από τη δεύτερη συλλογή του Τράκλ. Αφιερώνεται στον διανοητή της Βιέννης Κάρλ Κράους, που είχε μεγάλη απήχηση την εποχή εκείνη στην γερμανική διανόηση, τόσο με τα άρθρα του όσο και με τις διαλέξεις του στα Πανεπιστήμια. Το ποίημα έχει σαφή τα ίχνη της ποίησης του Ρεμπώ, έτσι όπως την αφομοίωσε ο ποιητής.». Τέλος, για τη «Νύχτα», σημειώνει: «Ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα του Τράκλ. Η «άγρια ρωγμή» του φυσικού κόσμου είναι η ρωγμή στην ψυχή του ποιητή αλλά και των «λαών τριγύρω», που με τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο μπαίνουν σε μία διαδικασία σφαγής, η οποία, σε προσωπικό επίπεδο, οδήγησε τον ποιητή στην αυτοκτονία». Σελίδα 88.  Συμπληρωματικά να αναφέρουμε ότι κοίταξα και την «Ανθολογία Γερμανικής Ποίησης 1749- 1921» των εκδόσεων «Εκάτη», Απρίλης 2001. Η Ανθολογία δεν περιλαμβάνει ποιήματα ή πεζά του Γκέοργκ Τρακλ.

5., ΕΞΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ. ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ- ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ- Ρ. Μ. ΡΙΛΚΕ- ΤΟΜΑΣ ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ- ΙΒΑΝ ΓΚΟΛ- ΓΚΟΤΦΡΙΝΤ ΜΠΕΝ. Μετάφραση-Πρόλογος: Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, Οκτώβριος 2015, σ.152. ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, σ. 9,11-13,29,31-49

6., ΣΩΤΗΡΗΣ Ε. ΓΥΦΤΑΚΗΣ, ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ. ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΕΡΓΟ. Β΄ έκδοση, εκδόσεις Λεξίτυπο, 2020, σ.328. Γκέοργκ Τρακλ, σ.59-110

Αντιγράφουμε τα «ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ»

 PSALM Ψαλμός 1η γραφή, NAEHE DES TODES. Γειτονιά θανάτου,/ LANDSCHAFT, Τοπίο,/ ELIS, Έλις 1η γραφή,/ ELIS, Έλις 2η γραφή, Έλις./ ELIS, 3η γραφή,/ HOHENBURG, Χόενμπουργκ, / DEZEMBER IM MOOR, (1η Γραφή) Δεκέμβριος στο βάλτο,/ WANDERSCAFT, (1η Γραφή) Οδοιπορία, Βραδινή χώρα,/ ABENDLAND, Με εκτίμηση στην Else Lasker Schuler, Βραδυνή χώρα 2ο,/DER SCHLAF, Ο ύπνος, 1η Γραφή,/ HERBSTLICHE HEIMKEHR, (1Η Γραφή) Φθινοπωρινή νόστος,/  AN DIE NACHT- NACHTERBEBUNG, Στη νύχτα (νύχτας αφοσίωση)/ FRAGMENTE,  Αποσπάσματα (1-10), KINDHEIT, Παιδικότητα,/ 2ο,/ 3ο, GEBURT, Γέννηση,/ 4ο, IM FRUEHLING, Στην άνοιξη,/ 5ο, NACHTCERWANDLUNG, Νυχτερινή μεταμόρφωση,/ 6ο,/ 7ο,/ 8ο,/ 9ο,/ 10ο,/ 11ο./ GEDICHTKOMPLEXE, Συμπλέγματα Ποιητικά,/ Του Ηλίανθου, / APHORISMEN, Αφορισμοί,/  NACHTSLIED, Νυχτερινό Tραγούδι,/ AN DIE SCHWESTER, Στην αδερφή,/ ABENDSLIED, Βραδινό τραγούδι,/ ZU ABEND MEIN HERZ, Βραδινό τραγούδι 2ο, Το βράδυ η καρδιά μας, Σε ένα παλιό γενεαλογικό βιβλίο, Εκ βαθέων, Ελιάν, Τραγούδι αγάπης, Θάνατος, Νύχτα χειμωνιάτικη. Προς άλαλους, Γέννηση, Πάθος, Νοτιάς, Οδοιπόρος, Κάρλ Κράους, Πτώση, Πνευματικό λυκόφως, Μεταμόρφωση, Τραγούδι των…, Στη Βενετία, Ήλιος, Τραγούδι ενός φυλακισμένου κότσυφα, Καλοκαίρι, Στο σκοτάδι, Καλοκαιριού κατακάθια, Τραγούδι του εκλιπόντος, Σεβαστιανός στο όνειρο, Όνειρο, συσκότιση, Γκρόντεκ, Πένθος, Το κλείσιμο, Στην ανατολή, Παραπονιάρικο τραγούδι, Ποίημα της Έλζε Λάσκερ- Σίλερ.

Σημείωση: Η ενδιαφέρουσα αυτή εργασία του Γερμανομαθούς συγγραφέα και ανθολόγου, (έχει εκδόσει το 1965 στην Καλαμάτα, την «Γερμανική σε απλά μαθήματα) αλλά και μια σειρά άλλων εργασιών, που αφορούν τους «Νομπελίστες Ποιητές 1901-1999», Αθήνα 2001, την Τρίτομη «Μικρή Ανθολογία Ευρωπαϊκής Ποίησης» Αθήνα 2008. Την Ανθολογία 43 Πολωνών Ποιητών, Αθήνα 2007 κλπ., περιλαμβάνει τους εξής δημιουργούς: RAINER MARIA RILKE/ GEORG TRAKL/ERICH FRIED/ PAUL CELAN/ INGEBORG BACHMANN/ THOMAS BERNHARD/ PETER HANDKE. Κάθε ποιητής συνοδεύεται από μία εισαγωγή για το έργο του πχ. Γκέοργκ Τρακλ (3/2/1887- 3/11/1914), σελ.61-65 και μετά τα ποιήματα τα περιεχόμενά τους. Ενώ στο τέλος του τόμου, σελίδες 319-325, διαβάζουμε τα «Λίγα Λόγια για την Αυστριακή Λογοτεχνία».

    Ο Ανδρέας Αγγελάκης υπήρξε ο σημαντικότερος πειραιώτης ποιητής της γενιάς του 1970, και μία από τις πλέον εμβληματικές και «ιδιαίτερες» ποιητικές φωνές της γενιάς του και πέρα των πειραϊκών πνευματικών συνόρων. Ο Αγγελάκης καθρέφτισε στην ποίησή του την σκοτεινή πλευρά της ψυχής του σύγχρονου ανθρώπου. Το σωματικό, ψυχικό, ερωτικό και συναισθηματικό του τραύμα, βαθιές πληγές και βασανισμό. Του δυτικού ανθρώπου που βίωσε την απόλυτη μόνωση και απόρριψη, την εξορία του και την περιθωριοποίησή του από την κοινωνία και τους επίσημους θεσμούς της. Την ερημία του ακόμα και μέσα στον κύκλο των ανθρώπων με τα όμορα ερωτικά πάθη ή άλλα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Του μεταπολεμικού ανθρώπου που βγαίνει τραυματισμένος συνειδησιακά και ψυχικά αλλά και διαμελισμένος σωματικά, από την φοβερή λαίλαπα του πολέμου, αυτής της διπλής ευρωπαϊκής σφαγής-μέσα σε μια εικοσαετία ευρωπαϊκού- παγκόσμιου σπαραγμού. Ο ευρωπαίος άνθρωπος που απέρριψε και αρνήθηκε όλες τις αρχέγονες θρησκευτικές δοξασίες, πολιτικές επιλογές, ηθικές και αξιακές σταθερές του παλαιού Κόσμου και της Πολιτιστικής Εικόνας του. Κοινωνικές των ατομικών του ιδιαίτερων επιλογών συνήθειες, όπως αυτές τις βλέπουμε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες των ανοιχτών δημοκρατικών κοινωνιών και κρατών. Του παλαιού Κόσμου όπως είχε δομηθεί και διαμορφωθεί, ζυμωθεί η εικόνα του πριν τον 19ο αιώνα, του οποίου οι απαρχές του, οι πρώτες του πολιτισμικές καταβολές έφταναν μέχρι την αυγή του ιστορικού μας πολιτισμού. Της ανθρώπινης πολιτιστικής περιπέτειας με τις πανάρχαιες δοξασίες, θρύλους και παραδόσεις, πιστεύω, των μεγάλων αυτοκρατοριών και διάσπαρτων εθνοτήτων της Μεσογειακής λεκάνης και της μέσης ανατολής φυλών. Του πολιτισμού της mare nostrum.  Ο «χθεσινός κόσμος» όπως θα μας έλεγε ο αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ, έκλεινε τον κύκλο του με ότι αυτό μέσα στην ιστορία και τις συνήθειες των δυτικών ανθρώπων συνεπάγεται. Η ανάσα του Ρομαντικού Κινήματος δεν κατόρθωσε να σώσει ούτε τα πολύσπαρτα κληροδοτήματα του, ούτε ασφαλώς να ανατρέψει τις πανίσχυρες μεγάλες ευρωπαϊκές αυτοκρατορίας και τους αυταρχικούς, στρατοκρατικούς οίκους που τις κυβερνούσαν. Η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα έφερε την σκοτεινή και φονική αναταραχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ενώ, μετά από μία εικοσαετία μιάς επισφαλής ειρήνης, της μπελ εποκ, έχουμε την επανάληψη της ευρωπαϊκής αλληλοσφαγής με την άνοδο του ναζισμού και του φασισμού στην εξουσία και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πάνω από 13.000.000 ήταν οι ανθρώπινες απώλειες του Μεγάλου Πολέμου αν προσμετρηθούν και οι διάφορες Επαναστάσεις όπως η Ρώσικη. Μεγάλο το ανθρώπινο κόστος και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μία «Σκοτεινή Ήπειρος» η Ευρωπαϊκή, βουτηγμένη στο θάνατο, στο αίμα, τα τραύματα και τις απώλειες μέχρι να βρει τον υποτυπώδη πολιτικό και ιστορικό βηματισμό της. Τις ενδιάμεσες περιόδους ειρήνης όμως, στα μικρά ξέφωτα ειρήνης, αναπτύχθηκαν στην ευρωπαϊκή ήπειρο εκατοντάδες επαναστατικά κινήματα στον χώρο της τέχνης, σε όλες της τις πτυχές και τις εκφάνσεις. Και στην παλαιά παράδοση του ευρωπαϊκού Ποιητικού λόγου, στο δυτικό ημισφαίριο, επήλθαν  πρωτοπόρες και τολμηρές, ριζοσπαστικές αλλαγές. Όσοι δημιουργοί δεν χάθηκαν στα χαρακώματα των δύο παγκόσμιων πολέμων, άλλαξαν ρότα στην ποιητική και εν γένει συγγραφική τους δημιουργία. Κινήματα και Ομάδες, γκρουπούσκουλα καλλιτεχνών και ποιητών, μοναχικές φωνές και φυσιογνωμίες μυθιστοριογράφων, θεατρικών συγγραφέων, εικαστικών, αρχιτεκτόνων, μουσικών, σκηνοθετών κλπ., σχημάτισαν το νέο, μοντέρνο ψηφιδωτό του πρόσωπο, την εικόνα της σύγχρονης και μοντέρνας τέχνης-ποίησης. Ο παλαιός κόσμος και η πολιτιστική του παράδοση υποχώρησε μπροστά στα νέα ιστορικά και πολιτικά δεδομένα. Και μάλλον, οι παλαιοί δημιουργοί είτε λησμονήθηκαν στους νέους καιρούς είτε ένιωθαν ένα είδος πνευματικής και καλλιτεχνικής «προσφυγιάς». Την ίδια αντιμετώπιση από τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο είχαν και οι μεγάλοι συλλογικοί παγκόσμιοι Θρησκευτικοί Μύθοι και Δοξασίες. Ο Θεός ή οι Θεοί εξορίστηκαν στο μνημονικό χρονοντούλαπο της  Νέας Ιστορίας και έμεινε το θεατρικό του τελετουργικό. Ένα κουκούλι άδειο παλαιάς κοινωνικότητας, κοινωνικοποίησης και συμπεριφορών. Στον Δυτικό Άνθρωπο, έμενε μόνο η επιλογή της θεατρικής τους αναπαράστασης στα αρχαία πέτρινα θέατρα και δημόσιους χώρους, σε ναούς υψηλών τρούλων των μεγάλων λυγμών ή στην καλύτερη περίπτωση, οι ζωές και οι διδασκαλίες του/τους έγιναν πανεπιστημιακές διατριβές και υλικό για μελέτες αποδοχής ή απόρριψης. Ή γράφτηκαν θεατρικά έργα ή γυρίστηκαν κινηματογραφικές ταινίες για την Σιωπή του Θεού ή των Θεών. Έτσι, η γλώσσα έμεινε μόνη και ανυπεράσπιστη, ανένδυτη να σηκώσει το βάρος της ανθρωπιστικής παραδοσιακής πολιτισμικής απουσίας του παλαιού-αρχαίου κόσμου. Ο ποιητικός λόγος ταλαντεύονταν μεταξύ παράδοσης και μοντερνισμού-νέων ρευμάτων. Η ταλάντωση αυτή διήρκησε πάνω από έναν αιώνα. Το εκκρεμές της ποίησης σταθεροποιήθηκε, στην σημερινή Τρίτη χιλιετία του ανθρώπου, μάλλον στην αδιαφορία των νεότερων γενεών του ανθρώπου προς αυτήν. Σπαράγματά της διασώζονται στις μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες και αρχεία όχι όμως μέσα στο μικρό και περιορισμένο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς και της ψυχής του νέου ανθρώπου. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον στην ακατάπαυστη ροή του Χρόνου.

      Έχοντας την χαρά τις προηγούμενες δεκαετίες στον Πειραιά, να γνωρίσω από κοντά και να συνεργαστώ με τον ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη, να μελετήσω και να γράψω για το έργο του, θα αποτολμούσα να εκφράσω την άποψη ότι ο Αγγελάκης, μάλλον επέλεξε τον ποιητή Γκέοργκ Τρακλ και εξαιτίας της προσωπικής της ζωής του σκοτεινής περιπέτειας. Η ποιητική ευαισθησία του Αγγελάκη απέναντι σε μοναχικά, «περιθωριακά» άτομα, άτομα που μένουν ή σπρώχνονται στο περιθώριο από τους επίσημους θεσμούς και κανόνες της κοινωνίας και της κρατικής εξουσίας, φαίνεται και στο δικό του πρωτογενές έργο. Ο όχι και τόσο αποσυνάγωγος αυστριακός ποιητής, μια και πέρα από τα ατομικά του αδιέξοδα και της ψυχής του τραύματα, και των άλλων συνειδησιακών του ταραχών, από την άμεση εμπειρία του στον πόλεμο, μετείχε ενεργά στους ποιητικούς κύκλους της εποχής του. Πρόλαβε δηλαδή να εμφανίσει τα σημάδια της ποιητικής του ευφυΐας. Οι τότε νέοι πνευματικοί κύκλοι της αυστρίας τον υποστήριξαν και τον δέχτηκαν ανάμεσά τους δίχως αντίρρηση. Ο γεννημένος από εύπορη οικογένεια-ανώτερη αστική τάξη,  ο πατέρας του Τομπίας Τρακλ ήταν έμπορος σιδηρικών, ενώ η μητέρα του τσέχικης καταγωγής ήταν ναρκομανής. Την ανατροφή των παιδιών της πολυμελούς οικογένειας  6 +1 παιδιά, είχε αναλάβει η γαλλίδα γκουβερνάντα των παιδιών Μαρί Μπόρινγκ, όπου ο νεαρός Τράκλ (δεύτερος στην σειρά από τα παιδικά μέλη) έμαθε κοντά της να αγαπά την Γαλλική λογοτεχνία και γλώσσα και όχι μόνο. Ιδιαίτερη και στενή σχέση ο αυστριακός έφηβος ανέπτυξε με την μικρότερη αδερφή του Γκρέτλ, μία σχέση που τον σημάδεψε μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης διατυπώνει όσο μπορεί με περισσότερη ευγένεια και διακριτικότητα την αδερφική αυτή σχέση. Γράφει στη μελέτη του σ.11 «Η μεγαλύτερή του όμως προσκόλληση, ψυχική και συναισθηματική, είναι προς την αδερφή του Μαργκαρέτε Γκρετς, μια προικισμένη γυναίκα-ίσως και η μόνη-που τον καταλάβαινε. Λέγεται ότι «εκεί» στον κήπο του σπιτιού του, με αυτήν, ο Γκέοργκ «έπαιξε κι έχασε» το παιχνίδι της Αθωότητάς του. Πάντως απ’ την εποχή που έφυγε από τη Βιέννη για σπουδές μέχρι που τον ξαναβρίσκουμε μαζί της στο Βερολίνο, τον Μάρτη του 1914-δέκα μήνες πριν από την προσωπική του τραγωδία και αυτοκτονία- η Μαργκαρέτε, βαριά άρρωστη σε νοσοκομείο, πνέει τα λοίσθια. Αυτή, λοιπόν, η αδελφή του, που του στάθηκε σαν προσωποποίηση του καλού αγγέλου, το πρότυπο της αδελφικής αγάπης, της μητρικής αφοσίωσης και της χαμένης προεφηβικής αθωότητας, πέθανε στην αγκαλιά του στα 29 της χρόνια, αφήνοντάς τον κατάπληκτο, ακόμα μια φορά, για τη σχέση της ζωής και του θανάτου. Την έκλαψε με πολύ σπαραγμό, γιατί γι’ αυτόν ήταν η μόνη υπαρκτή γέφυρά του, που ένωνε τις αξίες του έρωτα, της ομορφιάς και της καλωσύνης, με τη γυναικεία υπόσταση και το γυναικείο φύλο.». Ο Τρακλ θα της αφιερώσει και θα συνθέσει σε αρκετά ποιήματά του την εικόνα και το όνομα της αδερφής του. Ο νεαρός ποιητής, εμφάνισε από νωρίς δείγμα των ποιητικών και λογοτεχνικών του ανησυχιών με την συμμετοχή του στον ποιητικό κύκλο «Απόλλων» 1904, ενώ την επόμενη χρονιά, το 1905, δείχνει το ενδιαφέρον του για σπουδές στην φαρμακευτική και έχει όπως φαίνεται και τις πρώτες του εμπειρίες με τα ναρκωτικά. Το 1906 στο Θέατρο της πόλης του Σάλτσμπουργκ (31/3) ανεβαίνει το μονόπρακτό του «Η μέρα των νεκρών», ενώ στις (15/9) της ίδιας χρονιάς το έργο του “Fata Morgana”. Τα έργα δεν είχαν την αναμενόμενη επιτυχία που ο ποιητής ανέμενε, πράγμα που τον κάνει να καταστρέψει τα μονόπρακτα. Την ίδια χρονιά εμφανίζεται στην εφημερίδα της πόλης η πρόζα του «Η χώρα του ονείρου»-Ένα επεισόδιο. Το 1908 δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα, «Το πρωινό τραγούδι». Την επόμενη χρονιά, το 1909 συγκεντρώνει τα νεανικά του ποιήματα στη «Συλλογή 1909» ενώ έπειτα από προτροπή του Μπούσμπεκ δημοσιεύονται ποιήματα του στο περιοδικό “Neuen Wiener Journal”.  Δημοσίευσε στα εγκυρότερα και πιο πρωτοποριακά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του εκτός Σάλτσμπουργκ. Το 1910 βιώνει την απώλεια της πατρικής φροντίδας ενώ περατώνει την μαθητεία του στην Φαρμακευτική Σχολή. Κατατάγεται ως στρατιωτικός φαρμακοποιός στο στρατό στην Βιέννη. Παραίτησή του από τον στρατό, δημοσιεύει στο πρωτοποριακό περιοδικό ‘Der Brenner” και γνωρίζεται με τους Κάρλ Κράους, Καρλ Μπορομέους, Καρλ Ρέκ, Έλσα Λάσκερ Σίλερ, Όκαρ Κοκόσκα και άλλους συνεργάτες του περιοδικού.  Μπλέκεται περισσότερο στον επικίνδυνο κόσμο των ναρκωτικών ουσιών. Αρχίζει η αποδοχή και αναγνώριση της ποίησής του, η εμπιστοσύνη στην μικρή ποιητική του παραγωγή από τους ομοτέχνους του. Έπειτα από προτροπή του εκδότη του περιοδικού Φίκερ, ο φιλόσοφος και γλωσσολόγος και χορηγός των καλλιτεχνών Λούντβιχ Βιτγκενστάιν αποφασίζει να του παράσχει οικονομική βοήθεια. Να του δωρίσει 20.000 κορόνες, όπως είχε αποφασίσει ο φιλόσοφος να διαθέσει (100.000) σε καλλιτέχνες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Είχε επίσης αποφασίσει να επισκεφτεί τον Τρακλ στο Νοσοκομείο όπου νοσηλεύονταν αλλά δυστυχώς, τον πρόλαβε ο θάνατος του εξπρεσιονιστή ποιητή από κοκαΐνη, στο ξέσπασμα-Αύγουστος 1914-του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ποιητής ως στρατιωτικός φαρμακοποιός συμμετείχε στην πολύνεκρη μάχη του Γκρόντεκ. Ίσως η τραγικότητα του βίου του  Γκέοργκ Τρακλ, να έπαιξε κάποιον ρόλο στην μεταφραστική επιλογή του Ανδρέα Αγγελάκη, και ο τρόπος απώλειάς του. Πέρα φυσικά, από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Γκέοργκ Τρακλ υπήρξε ένας γνήσιος λυρικός ποιητής, με υιοθέτηση χρήσης μοτίβων και παραστάσεων ερανισμένες από την παραδοσιακή ποίηση της εποχής του το φυσικό τοπίο με όλες τις φωτεινές και σκοτεινές πλευρές της. Τα παραδοσιακά αυτά μοτίβα συναντώνται διάσπαρτα και επανερχόμενα- περισσότερο στις πρώτες πρώιμες ποιητικές του μονάδες, Σύμβολα, εικόνες βουκολικές, τοπία και δράσεων των αγροτών της επαρχίας, αχνές μορφές που δεν δηλώνεται φανερά το όνομά τους, σκιαγράφηση φιγούρων προερχόμενες από το οικογενειακό του περιβάλλον, πχ. το πρόσωπο της αδερφής του. Λίμνες και νερά, καμπαναριά και εκκλησίες, αγροτόσπιτα και δάση, οικόσιτα ζώα, ένας πυρετός ζωής, εικόνες μιάς άλλης ατμόσφαιρας αλλά και εικόνες από αστικές τοποθεσίες. Ψυχικές καταστάσεις και συναισθήματα, σπαράγματα της ταραγμένης του συνείδησης, αδιέξοδα γεγονότα και εμπειρίες,  μαγκώματα ενοχών, αμφιβολίες. Έναστρος ουρανός και σούρουπα, ζεστές και υγρές νύχτες, ξαστεριές και περπατήματα, βλέμματα και εικόνες γυναικών, αγροτικές ασχολίες, μικρά ζώα και οσμές και χρώματα λουλουδιών. Ένα φυσικό τοπίο το οποίο προσδιορίζεται πέρα από την τοιχογραφία των λέξεων και από μία ευρεία χρωματική γκάμα. (Μία ανάλογη σε σμίκρυνση ελληνική περίπτωση, δηλαδή χρωματική ποικιλία συναντάμε στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη. Αντίθετα, στο πολύτομο έργο του Γιάννη Ρίτσου έχουμε μία μονοθεματική μάλλον χρωματογραφία με προσκόλληση στο κόκκινο χρώμα. Που εκφράζει την επανάσταση). Τα ποιήματα του Γκέοργκ Τρακλ τα διακρίνει ένα πλούσιο χρωματικό φάσμα, είτε ανοιχτόχρωμο είτε συνηθέστερα σκουρόχρωμο, το οποίο εκφράζει ακριβέστερα και πληρέστερα τα σκοτεινά ερέβη της ψυχής του ανθρώπου και του ποιητή πρυτανεύει σε κάθε στιγμή της ποιητικής του δημιουργίας. Αυτή η έντονη χρωματική ποικιλία προσδιορίζει και «ποδηγετεί» και τα γλωσσικά σήματα, τις λέξεις και τις λειτουργίες τους. Ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα, πρόσωπα, καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, τοπία, ατομικές ή μη ανθρώπινες καταστάσεις όλα προσδιορίζονται από ένας πλούσιο χρωματικό καμβά. Σαν να μεταφέρονται οι ενέργειες και οι ιδιότητες και η βαρύτητα των λέξεων στο χρώμα ή τις αποχρώσεις του. Ο ερμητικός λόγος του Τράκλ κατόρθωσε να εικονογραφήσει, να συμπλέξει τα θραύσματα της ψυχής του, την εσωτερική του χαοτική αίσθηση του κόσμου με τον θρυμματισμένο και σκοτεινό καθρέφτη του εξωτερικού περιβάλλοντος της κοινωνίας, του κόσμου των πολεμικών και άλλων συμβάντων την περίοδο των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα και των τελευταίων χρόνων του 19ου. Ένας κοινός σκοτεινός συνβηματισμός του ποιητή και του ανθρώπου της εποχής του μέσα σε έναν λαβύρινθο οντολογικών αδιεξόδων. Μία απαισιόδοξη αποδοχή και σκοτεινή ματιά του βίου και των εμπειριών του, και του ευρωπαϊκού πολιτισμού που οδηγείται στο αναπότρεπτο τέλος του. Είναι διττή η τραγική φύση του αυστριακού νεαρού ποιητή, και το αδιέξοδο αυτό το αναγνωρίζουμε τόσο στις επιλογές της ζωής του όσο και στον κατακερματισμένο ποιητικό του λόγο, την γλώσσα του. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι παραβλέπουμε τα προτερήματά του.  Ένας ποιητικός κόσμος πλήρης μικρών και μεγάλων εικόνων και μεγάλης επανερχόμενης ποικιλίας  χρωμάτων, ίσως περισσότερων και από του ουράνιου τόξου. Είναι εμφανής η εξπρεσιονιστική επίδραση στα ποιήματά του. Μιά ελκυστική αίσθηση και πρόκληση για μετάφραση από τον πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη. Μία ίσως συγγενική φωνή με την δική του, σίγουρα με άλλες θεματικές παραμέτρους. Δεν είναι τυχαίες οι θεματικές επιλογές του Ανδρέα Αγγελάκη στις συλλογές του για τον ρομαντικό έλληνα ποιητή Κόντε Διονύσιο Σολωμό ή την Καλαματιανή ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Και ο τίτλος της συλλογής του «Καβάφης καθ’ οδόν». Το δεύτερο σκέλος του τίτλου θυμίζει τον τίτλο ποιήματος «Καθ’ οδόν» του Τρακλ. Και ίσως από την άλλη, του ότι ο Γκέοργκ Τράκλ, βυθίστηκε στα υπαρξιακά της ψυχής του αδιέξοδα, μην κατορθώνοντας να λύση τον γόρδιο αυτόν ασφυκτικό δεσμό, όπως μας ιχνομύθησε τα θέματα αυτά ο δανός φιλόσοφος και πατέρας του υπαρξισμού Σιόρεν Κίργκεγκορ στα βιβλία του, να είναι η απόφαση της πειραιώτισσα ποιήτριας Όλγας Βότση να ασχοληθεί με την μετάφραση των Πεζών ποιημάτων του Τράκλ πέρα από την γερμανική της παιδεία και κουλτούρα. Συν του γεγονότος ότι, η Όλγα Βότση, ασχολήθηκε και με την περίπτωση του γερμανόφωνου Φρανς Κάφκα, ένας συγγραφέας που χαρτογράφησε τους σκοτεινούς και ομιχλώδεις λαβυρίνθους της ανθρώπινης συνείδησης. Φωτογράφησε τα αδιέξοδά της ανθρώπινης ύπαρξης, το ασφυκτικό-φυλακής περιβάλλον που δημιούργησαν στον άνθρωπο οι νέες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην ευρωπαϊκή ήπειρο και εγκλώβισαν το ανθρώπινο ον. Ο πρώιμος ποιητικός λόγος του Τρακλ-κυρίως- βαδίζει πάνω στα χνάρια μιάς βουκολικής παράδοσης, όπως δείχνουν οι κατά συρροή εικόνες και μικρολεπτομέρειες των συμβάντων ζωής της αγροτικής υπαίθρου και τοπίου, της «αμόλυντης» ακόμα από τις αστικές συνήθειες επαρχία. Είναι μεγάλο και επαναλαμβανόμενο το εύρος των ποιητικών εικόνων και παραστάσεις προερχόμενες από τον χώρο της επαρχίας, το φυσικό τοπίο και τα μυστικά του, τον μικρόκοσμό του σε σημείο, ορισμένες φορές, να νιώθεις ένα είδος κορεσμού. Δεν είναι η γλωσσική περιγραφική ακρίβεια, παραδείγματος χάριν του έλληνα βουκόλου ποιητή Κώστα Κρυστάλλη. Η συγγένεια της παράδοσης και η αναγνώριση της ομαλής ροής της γλώσσας καθιστά την ανάγνωσή του οικειότερη. Η κατά κάποιον τρόπο γλωσσική «ηθογραφία» του Γκέοργκ Τρακλ προέρχεται από άλλα ιστορικά ερείσματα και ερμηνευτικές γλωσσικές προθέσεις και χρήσης της γλώσσας και των κανόνων της. Έχουμε στρώματα πολύχρωμων εικόνων και απλών παραστάσεων ζωής, του φυσικού τοπίου που επαναλαμβάνονται κάπως κουραστικά, που ίσως να ενδέχεται στην εξυπηρέτηση και τις ανάγκες της γλώσσας και των παροξυσμό αυτό των λέξεων. Αντίθετα, το φυσικό τοπίο δεν υπερτερεί στο ποιητικό έργο του Ανδρέα Αγγελάκη, ενώ ο λυρισμός του είναι κυνικότερος. Εκεί που συναντώνται οι φωνές τους, ενός αυστριακού των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα και ενός έλληνα ποιητή της μεταπολεμικής περιόδου είναι τα αδιέξοδα και η σκοτεινότητα της συνείδησης, των σκοτεινών ψυχικών μορφών και η συνειδησιακή τραγικότητα. Το ράγισμα του καθρέφτη των βεβαιοτήτων του μεταπολεμικού ανθρώπου τον προηγούμενου αιώνα. Το εφιαλτικό κλίμα,  ο ζόφος της αυτοπαγίδευσης του ανθρώπου από τις ίδιες του τις ενέργειες. Η αρνητική επίδραση των κανόνων και των θεσμών της κοινωνίας στις επιλογές ελευθερίας του ανθρώπου σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Η ποιητική γλώσσα του Γκέοργκ Τρακλ είναι πολυσημαντική ενώ του Ανδρέα Αγγελάκη κάπως μονοσημαντική, εστιασμένη σε ερωτικής φύσεως κυρίως ζητήματα, μιάς ιδιαίτερης ερωτικά ομάδας ατόμων τα οποία ανήκουν και οικοδομούν την δική τους μειονοτική κοινότητα και τρόπους ζωής και έκφρασης. Δεν κατάγονται από το ίδιο πλέγμα του συνανοίκειν οι φωνές του φαρμακοποιού ποιητή και του πειραιώτη καθηγητή ομοτέχνου του, παρά την τραγικότητα του λόγου τους, την συγκίνηση που αναδύει, την αντισυμβατικότητά του. Οι καταβολές είναι διαφορετικές. Ούτε πάλι καταγίνονται με την ίδια θέρμη σε θέματα και προβλήματα της γλώσσας και των κανόνων της, της εκφραστικής της, των συμβολισμών της, των αποτυπώσεών της, της κυριολεξίας της  αλήθειας της. Ούτε είναι ομώνυμη η θεματική ύλη. Το κλίμα της θλίψης, της μελαγχολίας, της δυσθυμίας του συναισθήματος, των έντονων εικόνων δηλώνουν ίσως μία μορφολογική ισοδυναμία μεταξύ του ποιητικού λόγου του αυστριακού και έλληνα ποιητή. Διαφορετική είναι η γλωσσική λειτουργικότητα, στο τι αντιπροσωπεύει σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους η σημασιολογική επιλογή των λέξεων. Ο άνθρωπος και κατ’ επέκταση ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο από τις εμπειρίες του, αυτές που τροφοδοτούν τις μελλοντικές του μνήμες. Τα ποιητικά μοτίβα τους είναι διαφορετικά. Το εσωτερικό της ψυχής τους βλέμμα είναι αυτό που φέρνει κοντά τις δύο διαφορετικές σε μέγεθος φωνές. Η χαοτική κατάσταση του ενός συναντά την αυτοβασανιστική άβυσσο του άλλου. Ο Ανδρέας Αγγελάκης αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει αφιερώσει ή γράψει ποίημα για τον Γκέοργκ Τρακλ, όπως διαβάζουμε στον έλληνα εικαστικό και ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο, στο κύκνειο άσμα του «Η κοιλάδα με τους Ροδώνες». Ενώ συσχέτιση του έλληνα ποιητή Μίλτου Σαχτούρη με τον Τρακλ έχουμε από τον βιβλιοκριτικό Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Για την πρόσληψη και επίδραση του Τρακλ στην ποιητική ελληνική επικράτεια βλέπε και το μελέτημα της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών Κατερίνας Μητραλέξη, «Ο GEORG TRAKL ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΡΑΣΗ», σελ.165-188, Βλέπε στον τόμο των Πρακτικών εκδόσεις Ύψιλον. Η κ. Μητραλέξη εξετάζει και την γλωσσική οπτική των ελληνικών μεταφράσεων. Ενστικτωδώς θα γράφαμε, ο Ανδρέας Αγγελάκης ένιωσε το δράμα του νεαρού Τράκλ. Σίγουρα θα του πήγαινε και η οραματική ατμόσφαιρα του νεαρού Ελιάν έτσι όπως την αποδίδει στα πέντε οραματικά στάδιά της ποιητικής του γραφής. Η αίσθηση της απώλειας, της σκοτεινής ομορφιάς, του εγκλεισμού, της απομόνωσης, της σιωπής, των γλωσσικών παύσεων στην ακανθώδη παράθεση των λέξεων, του φόβου. Του σκιερού ενθουσιασμού, τα ομιχλώδη απογεύματα, η βουτιά του Τράκλ στο υποσυνείδητο, η αποδοχή της φθοράς και του θανάτου ως μόνης  και αμετάκλητης αβίωτης πραγματικότητας είναι αυτά που κεντρίζουν τον αναγνώστη του. Η αποσπασματικότητας της γλώσσας του όμως αντανακλά με ακρίβεια αυτόν τον διασπασμένο και σκοτεινό κόσμο, ενσωματώνει τα αδιέξοδα βιώματα, τον φόβο του ανθρώπου. Ο νεαρός ποιητής διαπιστώνει και αποδέχεται την επικράτηση του Κακού στον Κόσμο το οποίο δεν μπορεί να καταπολεμηθεί από τον άνθρωπο της εποχής του, τον πολιτισμό του δυτικού ανθρώπου. Αναδύει τις δαιμονικές του ανθρώπου δυνάμεις μέσα από μία γλώσσα εξίσου «δαιμονική». Ένας αρνητικός ο σκεπτικισμός μία έλλειψη παραθύρων χαράς, επαρκών πνοών αισιοδοξίας κατακλύζει το έργο και τη σκέψη του. Το κλίμα της απαισιοδοξίας και του θανάτου με τα πολλά τους πρόσωπα, αυτής της παρατεταμένης σήψης κλίμα, όλα αυτά που σπονδυλώνουν την ποίηση του Γκέοργκ Τράκλ και μας σκιαγραφεί η επίσης κομματισμένη γλώσσα του είναι που κάνουν δυσκολανάγνωστη την ποίησή του. Αυτή η επικίνδυνη αποσπασματικότητα της περιπέτειας της ζωής η οποία δεν μπορεί να ενοποιηθεί ούτε με την βοήθεια της γλώσσας και των εσωτερικών της μηχανισμών και εννοιολογικών της σημάτων. Ο Τράκλ δεν κατόρθωσε ή δεν θέλησε, το θεώρησε μάταιο, άσκοπη υπόθεση, να αποτυπώσει το είδωλό του πάνω στον καθρέφτη της Ποίησης σε μία άρτια μορφή-της παγερότητας και θερμότητας της γλώσσας της, αντ’ αυτού, μας πρόσφερε ένα είδωλο σκοτεινό και ραγισμένο. Θρύψαλα ζωής και αισθημάτων. Ο λόγος του είναι θρυμματισμένος, καψαλισμένος από αρνητικά βιώματα και αρνητικά φορτισμένες καταστάσεις, όπως τα έζησε και βίωσε ο εξπρεσιονιστής ποιητής στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο του, στις εμπειρίες του από την φονική θύελλα των αρχών του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η γλώσσα του Τρακλ είναι ασύνδετη, κομματιασμένη, αποτελείται από διαφορετικής βαρύτητας επιλεγμένες λέξεις που διατηρούν την αυτονομία τους και σχηματίζουν τους κρίκους των επίσης διασπασμένων εικόνων. Σαν να μην θέλουν να συνεργαστούν η μία με την άλλη, να αποτελέσουν ένα γλωσσικό κράμα. Σαν να έχουμε σε ένα πρώτο επίπεδο ένα γλωσσικό αμάγαλμα επιφανών σημάτων. Λέξεις οι οποίες προσδιορίζονται από τον χρωματικό μανδύα με τις οποίες ενδύονται. Φωτεινά της ομορφιάς σήματα χρωμάτων. Ουσιαστικά ή ρήματα, επίθετα ή ονόματα, συνδηλώσεις συναισθημάτων ή απειλητικές καταστάσεις, οργανώνονται γύρω από ένα επιλεγμένο και επαναλαμβανόμενο χρωματικό υφαντό.  Ίσως αυτή η ποιητική εκδοχή της γλώσσας του Τρακλ να είναι που κέντρισε το ενδιαφέρον του φιλόσοφου Λούντβιχ Βίτγκενστάιν ο οποίος και ο ίδιος, ασχολήθηκε με τα χρώματα και τους συμβολισμούς τους, τις ιδιότητές τους, την σημασία του, όπως μεταφέρονται στο όχημα της γλώσσας, των λέξεων και των σημασιών τους. Στο τι καθρεφτίζουν. Των αινιγμάτων τους και των προσλήψεών τους. Την ίδια διαπίστωση κάνουμε και στα θέματα της οργάνωσης της σύνταξης. Αποσπασματική, αγεφύρωτη, σκόρπια, και παρόλα αυτά, κατορθώνει να αποδώσει αυτό το γαλήνιο και σκοτεινό, μελαγχολικό ημίφως του τοπίου της ταραγμένης ψυχής αυτού του «γαλάζιου αγριμιού». Σαν να προσπαθούμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα «ιερογλυφικά» ενός γλωσσικού μνήματος που δεν μιλήθηκε ποτέ μέχρι τότε. Ο Τρακλ περιδιαβαίνει αυτήν την κατακερματισμένη πραγματικότητα και μας την αποδίδει σε μία ερμητική εκφραστικότητα και αινιγματική συνειρμική γλωσσική αλήθεια. Το όνειρο μπλέκεται με την κυνική πραγματικότητα και η φαντασία με την παγερότητα των ιστορικών εφιαλτικών συνθηκών. Ένα σταθερό σύννεφο θλίψης διατρέχει τον λόγο του, μία παρατεταμένη σκουρόχρωμη αγωνία συναρμόζει το εσωτερικό του ανθρώπου περιβάλλον με το εξωτερικό. Το ανθρώπινο όν στέκει μονάχο, έρημο, ανυπεράσπιστο, γυμνό μπροστά σε όσα του συμβαίνουν και σε όσα συμβαίνουν γύρω του. Είναι ο μεταπτωτικός άνθρωπος ο οποίος δεν γνωρίζει να διαχειριστεί την απουσία του Θεού,  ενός πολιτιστικού μύθου μέσα στους ιστορικούς αιώνες ενοποιητικού συνδέσμου των ανθρώπινων σχέσεων και του κοινωνικού ιστού. Να διαχειριστεί την κόλαση που δημιούργησε να ζήσει. Η σιωπή του Θεού είναι στην ουσία της η σιωπή της γλώσσας, δηλαδή της ελεγχόμενης και «φορμαρισμένης μέσα στο κοινωνικό σώμα επικοινωνίας. Η απουσία ή σιωπή του Θεού είναι η απόλυτη αλαλία της ίδιας της γλώσσας στην χρήση της ή την κατάχρησή της. Είναι η «γαλάζια ψύχωση» μιάς ελεγχόμενης «αοριστίας» αυτού που κάποτε μας μηνούσε ως κοινωνία και πνοή ερμηνείας ζωής. Γιαυτό και τα έντονα κοντράστ, εννοιών, νοημάτων, χρωμάτων, εικόνων,  αισθήσεων και συναισθημάτων, παραστάσεων ασυνέχειας, αποκαλυπτικών λεκτικών σημάτων. Οι παρακμάζουσες αυτές μεταφορές είναι ισχυρές και επαναληπτικές. Η ποίηση του νεαρού αυτόχειρα ποιητή δομείται σε αυτά τα μεγάλα χάσματα, τις σιγαλόφωνες κραυγές αναψηλάφησης που ακούγονται από παντού. Αυτές τις χαράδρες της ακοινωνησίας του ανθρώπου και της γλώσσας ταυτόχρονα. Ένας ποιητικός λόγος μεταξύ της διάρρηξης της συνέχειας και της αλληλουχίας του νοήματός του.  Έχουμε μία παρέλαση γλωσσικών μικρών φάρων- σημάτων τα οποία αναβοσβήνουν στο χάος των εξωτερικών γεγονότων και των εμπειριών τους, τα οποία ορίζονται από την χρωματική καταιγίδα τους, την θυελλώδη στιλπνότητά τους, το χρωματικό τους ξεθώριασμα και  φορές, ασυνήθιστο σβήσιμο. Είναι μεταφυσική η ποιητική του λυχνία που διαρκώς σιγοσβήνει μέσα σε ακατανόητες σε εμάς φλογίτσες δόνησης;  Ή είναι ένας γλωσσικός αντικατοπτρισμός των εικαστικών εικόνων των εξπρεσιονιστικών ζωγράφων όπως τον συνέλαβαν και κατανόησαν οι καλλιτέχνες της εποχής του; Θέλω να πω, ο ποιητής Τράκλ εκφράζει με τα σήματα της γλώσσας ότι οι ζωγράφοι εκφράζουν με τα σήματα των χρωμάτων τους; Κοινά τα αποτυπώματα, οι ρίζες και οι αναφορές.

Η ποίηση του Τρακλ αναδύει σε μια κατακερματισμένη επιφάνεια μια συναισθηματική βιαιότητα, την αοριστία της αθωότητας της ύπαρξης μέσω μιας καθαρής δήλωσης της γλώσσας.  Το ίδιο αντίστοιχο συμβαίνει και με την υπαρξιακή κακότητα του ανθρώπινου όντος η γλώσσα μεταφέρει το βάρος αυτού του φόβου υπέρβασης των αρνητικών δυνάμεων που ελλοχεύουν μέσα και έξω από τον άνθρωπο. Αναδύει από τα έγκατα της συνείδησης του ανθρώπου το τόσο προφανές ένστικτο της επιβίωσης για να το αρνηθεί, να το απορρίψει να το συσκότιση και ίσως και να το καταστρέψει.  «Εξοπλίζει» τον άνθρωπο με μία αρχέγονη ορμή όχι ζωής τόσο, αλλά θανάτου, θλίψης, απαρηγόρητης σκοτεινότητας. Φθορά και σήψη, απογοήτευση και πτώση, νεκρές και νεκροζώντανες υπάρξεις, της μνήμης του παρελθόντος και της ζωής του παρόντος. Φιγούρες ανθρώπινες σαν σκιές φαντασμάτων επικοινωνούν με τα στοιχεία της φύσης και με τους εφιάλτες της παιδικής του ηλικίας, όταν η σιωπή του Θεού ήταν ακόμα ακαθόριστη, λιγότερο μελαγχολική. Εδώ έγκειται η επιλογή του ποιητή να επιλέξει ως κυρίαρχα σύμβολα μέσα στο έργο του, πέρα από την αχνή μορφή της αδερφής του, παιδικά πρόσωπα, φίλους της νιότης, «αυτιστικά άτομα» όταν ακόμα ο καθρέφτης των ονείρων και της φαντασίας δεν είχε διαρραγεί. Ο Γκέοργκ Τρακλ κατόρθωσε να αρθρώσει έναν αυστηρά προσωπικό λόγο, μία ποιητική γραφή περίκλειστη στον εαυτό της αλλά ενδιαφέρουσα. Να συντάξει ή να δοκιμάσει μία γλώσσα η οποία κατόρθωσε να γίνει η εξιλέωσή του σε αυτό που σαν εμπειρία του συνέβει, σε αυτό που βίωσε, σε αυτό που έζησε ωε λαίλαπα εξακολουθητικών γεγονότων. Μια τριπλή παράλληλη καταστροφή του ανθρώπου, της φύσης και του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η γλώσσα του μέσα στην πολυσημία της, την αποσπασματικότητά της, την σκοτεινότητά της, την ανεστιότητά της προσφέρει στον Τρακλ την ταραγμένη έστω ισορροπία του, αυτό που δεν έζησε και δεν θα προλάβει να ζήσει. Αποδείχθηκε ότι οι φοβίες του (και ενοχές του) δεν ξεπεράστηκαν ποτέ όπως μας δείχνει και το τραγικό του τέλος. Η καταφυγή του σε παραισθησιογόνες ουσίες που επιτάχυναν τον θάνατό του. Και ίσως, μια τέτοιας πυκνότητας και κομματιάσματος ποιητικός λόγος, διασώθηκε χάρη στο ενδιαφέρον των φίλων και ομοτέχνων του με τους οποίους συνεργάστηκε. Σε αυτήν την σωτήρια παρέμβαση του έργου του συνέβαλε και το κείμενο που έγραψε ο γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ. Μια χαοτική γραφή ενός κόσμου σε πτώση, σε παρακμή, η οποία συνταράσσεται διαρκώς από την βιαιότητα των χορδών της συνείδησης του κόσμου. Σίγουρα, δεν προέρχεται από την ποίησή του ο νέος κόσμος, δεν ανατέλλουν οι νέες συνθήκες, εξάλλου, για πια ανατολή να μιλήσουμε όταν μετά από μία εικοσαετία έχουμε την εξίσου σκοτεινή αναταραχή του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Το παρελθόν στοιχειώνει ακόμα το παρόν και καθορίζει το μέλλον με τα όποια σκοτεινά αποτελέσματα. Τα τραύματα συσσωρεύονται το ένα μετά το άλλο δίχως τελειωμό μέσα στην ανθρώπινη ιστορία και αυτό το διαισθάνθηκε ο Τράκλ, από την άμεση συμμετοχή του σε πολεμικές επιχειρήσεις και προσπάθεια βοήθεια σε πολεμιστές τραυματίες και σώματα διαμελισμένα. Η ποίησή του είναι «οστά που λάμπουν μέσα από τους ρημαγμένους τοίχους». Ίσως μιάς λανθάνουσας φιλανθρωπίας ερμηνευμένη από τους μεταγενέστερους. Η ποιητική του ωριμότητα ήλθε αργά ενώ έμεινε ανοιχτός ο φεγγίτης της ποιητικής του. Ένας ευρωπαϊκός πολιτισμός σε πτώση αξιών και εμπειριών, πεποιθήσεων ζωής. Ένας πολιτισμός σε σήψη, παρακμή. Οι εικόνες που του αποκαλύφθηκαν με την συμμετοχή του ως φαρμακοποιού- στρατιώτη ο οποίος έπρεπε να φροντίσει και να περιθάλψει μόνος του δεκάδες τραυματισμένους στρατιώτες (97 το σύνολο, πέθαναν όλοι) στην μάχη του Grodek, ήσαν όχι μόνο συνταρακτικές μα και καθοριστικές στο σημάδεμα με σκοτεινά και εφιαλτικά χρώματα της συνείδησής του. Οι νεκροί τώρα δεν ήσαν ένα σχεδίασμα της ποιητικής του φαντασίας ήταν μία σκληρή και απάνθρωπη πραγματικότητα της μοίρας που βρίσκονταν μπροστά του, δίπλα του, μέσα του, μέσα στα λασπωμένα χαρακώματα, τα αιματηρά πεδία των μαχών. Οι «θνήσκοντες πολεμιστές» οι ανεύθυνοι τραγικοί νέοι της ιστορίας που κείτονταν μπροστά του, άγγιζε τα τραυματισμένα και τεμαχισμένα σώματα, τα οποία, δεν προέρχονταν από κανένα ηρωικό πάνθεο, αλλά από τον αποδεκατισμένο ανθό της ευρωπαϊκής νεολαίας. Την εκατόμβη νεαρών ανδρών νεκρών. Των ευρωπαίων εφήβων που ενηλικιώθηκαν συμμετέχοντας ως πολεμιστές-του επιβαλλόμενου καθήκοντος της αυτοκρατορικής πατρίδας- στον σκοτεινό τρόμο της μεγάλης και άδικης σφαγής εκατομμυρίων. Νέων σε ηλικία παιδιών, αμούστακων. Αυτών που έζησαν τον ακρωτηριασμό των μελών τους, τον αργό και επώδυνο θάνατό τους στα νοσοκομεία, μέσα στις λάσπες και τις χαράδρες, των ετοιμοθάνατων συντρόφων τους που ξεψυχούσαν μόνοι και αβοήθητοι φωνάζοντας απελπισμένοι βοήθεια. Τον τραυματισμό τους και την απελπισία τους. Το σκοτείνιασμα των ματιών τους. Ένας ακατανόητος και άδικος ανθρωποχαμός του ανθού της ευρωπαϊκής νεολαίας, της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα, στο όνομα της διατήρησης των παλαιών Αυτοκρατορικών Οίκων και των ηγεμονικών φιλοδοξιών στρατοκρατών ηγεμόνων. Η άμεση επαφή και συμμετοχή του νεαρού Γκέοργκ Τρακλ σε πολεμικά γεγονότα, οι αιματηρές και σκληρές απάνθρωπες προσωπικές του εμπειρίες και βιώματα από την μάχη που συμμετείχε τον τσάκισαν. Η ευαίσθητη και ονειροπόλα φύση του, η φιλάσθενη κράση του, η ταραγμένη πνευματική του κατάσταση, το νεαρό και ανήσυχο της ηλικίας του, δεν θα μπορούσε να αντέξει το μέγεθος αυτής της ακατανόητης ανθρωποσφαγής. Ποια ιστορική αναγκαιότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού σχεδίασε και οργάνωσε αυτό το εφιαλτικό σενάριο φόβου και καταστροφής, θανάτου, σφαγής που εκβίασε τον ανθό της ευρωπαϊκής νεολαίας να ωριμάσει αφήνοντας τα πτώματά της και τα ανεπούλωτα τραύματά της, τα όνειρά της στα πεδία των μαχών. Να ποτίσει με το αίμα της τα περβόλια και τα δάση τους αγρούς της ευρωπαϊκής γης, τις πεδιάδες που ποτίζονταν από το αθώο αίμα. Αυτές οι εφιαλτικές εικόνες και καταστάσεις, γεγονότα ατέλειωτων θανάτων έκαμψαν τις ψυχικές αντοχές του νεαρού ποιητή, το φρόνημά του, αμαύρωσαν κάθε πηγή εσωτερικής του αισιοδοξίας και ελπίδας για διάθεση για ζωή. Στάθηκαν καταλυτικά και σκοτεινά ορόσημα στην προσωπική του διαδρομή σε σημείο, μην αντέχοντας το βάρος αυτής της κολασμένης ατμόσφαιρας, την απερίγραπτη σκοτεινιά των οριζόντων του κόσμου, συνέτειναν στο να δώσει τέλος στην ζωή του καταφεύγοντας στα ναρκωτικά με το αναμενόμενο αποτέλεσμα, δίχως να βρει την σωτηρία σε μία άλλη ψεύτικη πραγματικότητα. Ο ίδιος με τις σπουδές του πάνω στην Φαρμακολογία γνώριζε τις επιπτώσεις της χρήσης τους και τα αποτελέσματα. Στην απόφασή του αυτή, ίσως και να συνέβαλε-όπως μας λένε οι διάφοροι μελετητές της σκοτεινής και ερμητικής ποίησής του, οι βιογράφοι του- και ένα προσωπικό του συναισθηματικό αδιέξοδο, μία ενοχή που πρόβαλλε διαρκώς μπροστά του. Η υπερβολική του προσκόλληση και πάθος αγάπης στην μικρότερη αδερφή του, της οποίας το όνομα συναντάμε σε ποιήματά του, ή έχουμε εικόνες που σκιαγραφείται η παρουσία της. Εδώ, να θυμηθούμε το πασίγνωστο βιβλίο της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ «Άννα Sorror”. Το ζήτημα της αιμομιξίας συναντάται στην αρχαία ελληνική μυθολογία, στις ρωμαϊκές αυτοκρατορικές οικογένειες, σποραδικά στα κατοπινά ιστορικά χριστιανικά χρόνια.  Όσο για την φονική και καταστροφική περιπέτεια της ευρωπαϊκής ηπείρου στην διάρκεια της ιστορίας της τον προηγούμενο αιώνα, το μυθιστόρημα του Έριχ Μαρία Ρέμαρκ, «Ουδέν νεότερο από το δυτικό μέτωπο» απεικονίζει με εύγλωττο τρόπο και ωμή γραφή, αυτήν την πανδαισία των εκατομμυρίων νεκρών, (8.000.000),την σχιζοφρένεια του Μεγάλου Πολέμου, και ασφαλώς κάθε Πολέμου μέσα στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Ευαίσθητη και ανήσυχη φύση ο Γκέοργκ Τρακλ δεν μπόρεσε να αντέξει τα βουνά των λειψάνων. Ο ερμητικός και σκοτεινός ποιητής επέλεξε να φύγει όπως έφυγε πριν έναν αιώνα και ένας άλλος ιδιότυπος, αινιγματικός και σκοτεινός γερμανός μυθιστοριογράφος και ποιητής ο Χάινριχ φον Κλάιστ, αυτοκτονώντας. Αυτός με όπλο. Ό ένας έφυγε στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα ο δεύτερος στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Δύο σημαδιακές αυτόχειρες προσωπικότητες των γερμανόφωνων γραμμάτων, δύο σημαντικές φωνές της γερμανικής παράδοσης. Ο Τράκλ νοσηλευόταν τις τελευταίες μέρες της επίγειας ζωής του σε στρατιωτικό νοσοκομείο της Κρακοβίας,-εισήχθη στις 7 Οκτωβρίου για εξέταση της πνευματικής του κατάστασης- τον επισκέπτεται ο φίλος και μέντοράς του Ludwig von Ficker, (Ο Λούντβιχ φον Φίκερ υπήρξε ιδρυτής του πρωτοποριακού διμηνιαίου λογοτεχνικού περιοδικού Μπρένερ,-Der Brenner, στο οποίο υπήρξε συνεργάτης ο ποιητής και δημοσιεύτηκαν τα τελευταία του ποιήματα) στις 3 Νοεμβρίου υποτροπιάζει η υγεία του από μία μόλυνση που του επέφερε η χρήση κοκαΐνης η οποία θα τον ρίξει τελικά σε κώμα μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή μόλις στα 27 του χρόνια. Θα ταφεί στις 6 Νοεμβρίου του 1914 στο κοιμητήριο της Racoviczer της Κρακοβίας στην Πολωνία. Τον καταραμένο ποιητή στρατιώτη που πήρε μέρος στην μάχη της Grodek-Rawa, Ruska, είχε αποφασίσει να επισκεφτεί στο νοσοκομείο και  ο γλωσσολόγος και φιλόσοφος Λούντβιχ Βιτγκενστάιν αλλά δεν τον πρόλαβε ζωντανό ας το επαναλάβουμε. Μία δεκαετία μετά τον θάνατό του, το 1925, τα οστά του μεταφέρθηκαν και ενταφιάστηκαν στο νεκροταφείο της κοινότητας Muhlau του Ίνσμπρουκ. Άδοξο και τραγικό τέλος για έναν ποιητή που έζησε μέσα στην πολεμική καταιγίδα και οραματίστηκε, ονειρεύτηκε μία άλλη, καλύτερη και δικαιότερη ανθρωπότητα, έναν κόσμο δίχως πολεμικές σφαγές και καταστροφές, αλλά που στο τέλος τον ξεπέρασε η αδήριτη κυνική πραγματικότητα της ανθρώπινης μοίρας. Η σκοτεινή και φοβερή μοίρα όχι ενός ανθρώπου αλλά ενός ολόκληρου πολιτισμού που τους τριγμούς και σπασμούς του βίωσε και εξέφρασε μέσα στο έργο του ο αυστριακός εξπρεσιονιστής ποιητής. Από την μία έχουμε μία δολοφονική ακινησία και από την άλλη μία αργή κίνηση εμβαπτισμένη μέσα στην θλίψη, τον πόνο και την μελαγχολία, απόλυτη μοναξιά. Μια «εκκωφαντική» σιωπή ζωής που ταυτίζεται με την σιωπή του Θεού. Μέσα σε μία απροσδιοριστία καταστάσεων, συναισθημάτων, μορφών και σκιών, οι οποίες καταλαμβάνουν τον τόπο και τον χώρο της ποίησης. Κατοικοεδρεύουν μέσα στις λέξεις του.  Μία ποίηση η οποία κυριολεκτεί νοηματικά και γλωσσικά μόνο (;) με τον εαυτό της. Αυτά όμως τα αυτοδύναμα λεκτικά πολύχρωμα γλωσσικά σύμβολα συμβάλλουν στην οικοδόμηση της νέας φιλεύσπλαχνης «Ουτοπίας» που οραματίστηκε ο νεαρός ποιητής.

    Η ήρεμη, σκοτεινή, ερμητική, υπαινικτική η φωνή του, τρομακτική η υγρασία της, «μουχλιασμένη». Θλιμμένος και πονεμένος ο λόγος του, χαμηλόφωνος,, απαισιόδοξος, μας μιλά για την κοινωνική και ατομική και συλλογική σήψη της ανθρωπότητας. Ο Τράκλ βλέπει έναν Κόσμο και έναν Πολιτισμό πού έχει εξαντλήσει τα πνευματικά του όρια να φτάνει στο τέλος του, τον βλέπει να καταρρέει με ηχηρό, φονικό πάταγο πτωμάτων. Τα αποτελέσματα αυτής της ευρωπαϊκής-παγκόσμιας καταστροφής βιώνει και θεάται ο Γκέοργκ Τρακλ, αυτήν την εν εξελίξει πτώση και καταστροφή εικονογραφεί στο ραγισμένο ποιητικό του φρέσκο. Με τον ονειροπόλο ρομαντισμό της νιότης του, τα ρομαντικά σπαραγματικά μοτίβα του, τις φρικιαστικές και ομιχλώδεις εικόνες του, με λέξεις κυριολεκτικές μιάς πρωτόγνωρης ακυριολεξίας που εκφράζουν την αοριστία των συμβάντων, φωτογραφίζει την παγερή και σκληρή, αποτροπιαστική πραγματικότητα των ελάχιστων χρόνων της σύντομης ζωής του. Ο λόγος του πρωτοπόρου εξπρεσιονιστή και υπερρεαλιστή ποιητή, αποπνέει μία σκοτεινή και ομιχλώδη ομορφιά. Μια άγρια πονεμένη ενατένιση του Κόσμου που πεθαίνει με ρυθμούς ακατανόητους για την ανθρώπινη σύλληψη. Αυτήν την ανθρώπινη κατάσταση του ευρωπαίου πολίτη των πρώτων δύο δεκαετιών του 20ου αιώνα, μας εξιστορεί μέσα από αινιγματικά βαδίσματα ο γερμανός νεαρός ποιητής. Μια εμφανή σκοτεινή μελαγχολία διαπνέει κάθε ποιητικό του βηματισμό. Μία διάψευση των ονείρων της γενιάς του, για οραματισμούς που δεν υλοποιήθηκαν και ούτε θα πραγματοποιηθούν. Είναι η ενόραση ενός παιδιού που δεν θα μεγαλώσει ποτέ, ή καλύτερα, δεν του πρόσφεραν το δικαίωμα και την δυνατότητα να μεγαλώσει και να ονειρευτεί. Να ζήσει και να απολαύσει τις όποιες χαρές και ελευθερίες του προσφέρει η ίδια η ζωή, η φύση, οι μικρές ευωχίες των ερωτικών περιπετειών της αγάπης. Ο Γκέοργκ Τράκλ είναι ένας αδιαμφισβήτητα λυρικός ποιητής που δεν ολοκλήρωσε την φωνή του. Δεν ύφανε τον ιστό του ποιητικού του ταλέντου έως την ωριμότητά του.  Είναι ένας νέος «βουτηγμένος» στον εφιαλτικό ονειρόκοσμό του, βρήκε καταφυγή στην γλώσσα όχι όμως στην αρτιότητά της αλλά την αποσπασματικότητά της, στα θρυμματισμένα της μέλη. Υιοθέτησε το μεγάλο και πολύχρωμο κοινωνικό ταμπλό της εποχής του, τις πλέον σκοτεινές εκδοχές των παραστάσεών του για να μας μιλήσει για τα ατομικά του, ιδιαίτερα αδιέξοδα και όπως φαίνεται ενοχές. Η πραγματικότητα και  η τρομακτική ποικιλία της υπάρχει για τον Γκέοργκ Τρακλ για να μεταμορφωθεί σε ποίηση, σε πολλαπλά ποιητικά μοτίβα από τα οποία εμείς οι σημερινοί- διαχρονικοί αναγνώστες του ποιητικού του έργου, διακρίνουμε μόνον όσα εκείνος θέλησε να μας αφήσει να δούμε, την οξείδωσή τους. Το ίδιο ισχύει και για την ταξιδιωτική περιπέτεια στους λαβυρίνθους της ψυχής του. Την βουτιά στα βάθη του υποσυνείδητού του. Ίσως, μας αφήνει να αντικρίσουμε κάτι παραπάνω από το ποιητικό περίγραμμα που περικλείει μέσα του τον εσωτερικό του κόσμο. Χρωματικές καταστάσεις, προσδιορισμούς και ποιητικές στιγμές που οδηγούν στην σιωπή της γλώσσας. Η ποίησή του,- ενδέχεται να είναι άστοχο εκ μέρους μου το παράδειγμα-, φέρνει στη σκέψη μας την «Ωραία Κοιμωμένη» του έλληνα τηνιακού γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά. Έχει αυτήν την πονεμένη ψυχρότητα της ομορφάδας του μαρμάρου, την παγερή θλίψη που όμως σε αναστατώνει, δεν σε αφήνει αδιάφορο, έστω και αν ξέρεις ότι είναι μία τέχνη του Κοιμητηρίου. Δηλαδή μας μιλά και μας υπενθυμίζει διαρκώς την παρουσία του θανάτου σε όλες του τις μορφές, εκφάνσεις και εκδηλώσεις. Είναι ένας αυστηρά προσωπικός ποιητικός λόγος και χρήση μιάς γλώσσας πολυσημαντικής μέσα στην κρυπτικότητά της, την ορατή υπαινικτικότητά της. Ο Τράκλ κινείται στα όρια της φαντασίας και της πραγματικότητας, στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, του βαθιού αισθήματος και της απόρριψής του.  Νιώθει το βάρος της μούχλας της Ιστορίας να βαραίνει στους ώμους του. Είναι το ποιητικό παιχνίδι ενός νέου σε ηλικία δημιουργού ο οποίος μεταφέρει το ποιητικό του παιχνίδι και έξω από το παιδικό του δωμάτιο, και αντικρίζοντας αυτήν την μαύρη, σκοτεινή πραγματικότητα, μας αφήνει να συμμετάσχουμε μαζί του στο παράξενο και ιδιόμορφο αυτό τρεμόπαιγμα των σκιών, των εικόνων και των σπασμένων λέξεων, των χρωμάτων και των λεκτικών θραυσμάτων. Τεντώνει σαν χορδή τις λέξεις του σε σημείο αυτές να βγάζουν έναν παράξενο βρυχηθμό, τον ήχο ενός ζώου που οδηγείται στην σφαγή και γρυλίζει.  Ακούμε ρυθμικούς ήχους πόνου και συμφοράς, θλίψης και καταρράκωσης, απελπισίας. Οραματική και δαιμονική μαζί η ποιητική του φωνή διατηρεί το ξεχωριστό της ύψος στην έμμετρη ή πεζή φόρμα του. Είναι ο θρήνος ενός «εξημερωμένου» αγριμιού που οι οιμωγές του γίνονται σύμβολα, εικόνες, χρώματα, λέξεις, στιγμές, όνειρα, αισθήσεις, οραματικές εκστάσεις χάσματα, το χάος μιάς άλλης πραγματικότητας.  Αυτό το πυκνό σκοτάδι, το ερεβώδες κλίμα, η παρουσία του κακού μέσα στο έργο του, εξηγείται μόνο από τα ιστορικά πολεμικά συμβάντα ή και την εμπειρία του από τις ναρκωτικές ουσίες; Αυτή η σκοτεινή ευφορία; Η ποίησή του είναι γεμάτη συναισθηματικές φραγές, σιωπές, μνήμες που προβάλλουν μέσα από χρωματικές παραστάσεις. Προαισθήματα  σχέσεων, ψυχής βάραθρα, ψηλαφίσεις.  Ένα κρανίου τόπος-ποιητικός χώρος που η απουσία του Θεού είναι η μόνη πραγματικότητα η οποία κινεί τα πανιά της προσωπικής του περιπέτειας. Θρηνεί ο ποιητής αλλά όχι όπως ο Ιερεμίας, αλλά μάλλον όπως η αρχαία κόρη της Εκάβης, η Κασσάνδρα. Μόνο που ο λόγος του Τρακλ δεν είναι παραληρηματικός, είναι ασύνδετος, τεμαχισμένος, πολύστικτος, κρυπτικός,-σαν μια ατμομηχανή που σέρνει πίσω της βαγόνια διάφορου μεγέθους και βάρους, ταχύτητος, προερχόμενα από άλλες αμαξοστοιχίες. Σε αυτόν τον ποιητικό σχεδιασμό δεν είμαστε σίγουροι αν θα ανατείλει μετά το γκρέμισμα του παλιού Κόσμου, ο Νέος. Το παρελθόν στοιχειώνει τον Γκέοργκ Τρακλ σε σημείο να τον οδηγήσει σε αδιέξοδο και τελικά τον θάνατο. Τον παγιδεύει μέσα στην αργή διαδικασία της φθοράς και της σήψης του. Της χαοτικής του εφιαλτικής παρακμιακής πραγματικότητας. Το καταραμένο κλίμα της ποίησης του Σαρλ Μπωντλαίρ όπως και του Αρθούρου Ρεμπώ αχνοφαίνεται στην ποιητική λυρική του φόρμα. Είτε γράφει ποιήματα σε μορφή τερτσίνας, είτε γράφει σονέτα είτε ομοιοκατάληκτα τετράστιχα (να θυμηθούμε τον «Κύκλο των τετραστίχων» του δικού μας Κωστή Παλαμά κ.ά.) είτε ποιήματα στην φόρμα της ροντέλας, το κλίμα απαισιοδοξίας παραμένει το ίδιο. Σκοτεινή, μουντή, μία άγριων συναισθημάτων ατμόσφαιρα. Μας  υπενθυμίζει διαρκώς την αποσύνθεση ενός πολιτισμού που πλέει τα λοίσθια.

Ο Τράκλ χρησιμοποιεί πολύ συχνά στον λόγο του ουσιαστικά ή ρήματα με προθέματα μπροστά όπως το “ve” “ze (βλέπε την ωραία ανάλυση της μεταφράστριας Ιωάννας Αβραμίδου στο βιβλίο της «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΕΝΑΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΑΝΕΜΟ», Εισαγωγή-σημειώσεις, σχόλια, μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2014)με τα προθέματα αυτά μπροστά από τις λέξεις που χρησιμοποιεί μας κάνει εντονότερη την αίσθηση της ερήμωσης, της αποσύνθεσης, της αμορφίας του θανάτου σε όλες του τις ανεικονικές μορφές. Ή μάλλον στον καθρέφτη του, εικονίζονται τα είδωλα των νεκροζώντανων ανθρώπων. Μία κοινωνία νεκρών που είτε προέρχονται από το παρελθόν είτε φωτογραφίζουν το παρόν είτε προεικονίζουν το μέλλον, δηλώνουν την σκοτεινή παρουσία τους σε έναν ασπόνδυλο από ανθρωπιστικά ερείσματα κόσμο. Σε ένα πλέγμα επώνυμων και ανώνυμων ανθρώπινων σκιών, φιγούρες οικείες στον ποιητή ή όχι, μορφοποιητικές των δεκάδων συμβόλων που χρησιμοποιεί. Δηλαδή, της προσωπικής του ξεχωριστής ποιητικής μυθογραφίας και ατομικού του στοχασμού. Ο φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ, στο δοκίμιό του, «Η Γλώσσα στην Ποίηση» «Μια εντύπωση της ποίησης του Γκέοργκ Τρακλ» (αποσπάσματα» μελέτη του 1952, βλέπε Επίμετρο του Martin Heidegger στην έκδοση Georg Trakl, «Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς», εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΕΙΡΗΝΑΚΗΣ, εκδόσεις «Κείμενα», Αθήνα, Μάϊος 2021, σ.63 αναφέρει τα εξής: «Ο στόχος μας τώρα είναι να εντοπίσουμε τον τόπο, που εστιάζει  τον ποιητικό λόγο του Τρακλ στην ποίησή του, στον τόπο της ποίησής του. Κάθε μεγάλος ποιητής δημιουργεί την ποίησή του μόνο μέσα από ένα και μοναδικό Ποίημα. Το μέγεθος του μεγαλείου του εξαρτάται από την εξοικείωσή του με αυτό το μοναδικό ποίημα και την ικανότητά του να διατηρεί τον ποιητικό του λόγο αποκλειστικά μέσα σε αυτό». Και συνεχίζει ο φιλόσοφος, «Η ποίηση ενός ποιητή παραμένει άφατη. Κανένα μεμονωμένο ποίημα, ούτε το σύνολο του ποιητικού έργου δεν τα αρθρώνει όλα. Κι όμως το κάθε ποίημα μιλάει μέσα από το σύνολο του μοναδικού ποιήματος, και αυτό εκφράζει κάθε φορά», σελίδα 64. Δεχόμενοι οι ποιητές αλλά και εμείς οι καθημερινοί αναγνώστες της Ποίησης την θέση του Χάϊντεγκερ, θα σημειώναμε ότι η Ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ πέρα από τους βαθμούς αρτιότητάς της, ή της προδρομικότητάς της φωνής της, στα τότε διεθνή ποιητικά επαναστατικά κινήματα της τέχνης, δεν είναι παρά ένα μάλλον ολικό Ποίημα κατακερματισμένο σε πολλές μορφές, είδη, σύμβολα, πρόσωπα, παραστάσεις, εικόνες, τοποθεσίες της υπαίθρου, στιγμών βίου, φιγούρες και υπαρκτά γνωστά του πρόσωπα, παιδικοί του φίλοι, τα οποία σπονδυλώνουν τον σπασμένο καθρέφτη της εικόνας του Κόσμου και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Ο σπασμένος αυτός ποιητικός καθρέφτης της μυθολογίας του Τράκλ έχει και μία άλλη ιδιαιτερότητα. Πολλές του ποιητικές μονάδες μας παραδίνονται σε δεύτερο ή τρίτο σχεδίασμα (κάτι που θυμίζει τον δικό μας ρομαντικό εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό), αυτό μας αποκαλύπτει ότι ο ρομαντικός αυστριακός αυτόχειρας ποιητής ακολουθούσε την ποιητική παράδοση της εποχής του, την τεχνική της και ίσως και το ύφος ορισμένων παλαιότερων παραδοσιακών δημιουργών.  Εξάλλου, γνωρίζουμε από τα ίδια τα λεγόμενα του Γκέοργκ Τρακλ τις ποιητικές του προτιμήσεις και εμμέσως διαβάσματά του. Δεν μας κρύβει τις ποιητικές του αγάπες όπως είναι ο γάλλος καταραμένος ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ. Ο αρχαιολάτρης Χαίλντερλιν, ο νύκτιος υμνωδός Νοβάλις (οι εικόνες της νύχτας και της ατμόσφαιράς της στο έργο του Τράκλ είναι πάρα πολλές), ο καπελωμένος από τον Ρεμπώ, ποιητής Πώλ Βερλαίν, και ορισμένοι άλλοι, γνωστές γερμανόφωνες ποιητικές φωνές του περιοδικού που δημοσιεύονταν τα νέα ποιητικά ρεύματα της εποχής του Τράκλ και του ίδιου, που τους αφιέρωσε ποιήματά του. Ποιητές των οποίων ο απόηχος των φωνών τους ακούγεται μέσα στο περίπλοκο και θρυμματισμένο στην θεματική του έργο. Τα δάνεια αυτά στοιχεία των άλλων ποιητών είναι τόσο τέλεια και οργανικά δεμένα με την δική του φωνή, αρμονικά χωνεμένα μέσα στα Ποιήματά του, ώστε να μην ενοχλούν και να μην ξενίζουν. Σχεδόν με δυσκολία διακρίνονται. Είναι τυλιγμένα μέσα στην γλωσσική πολυσήμαντη καθαρότητα της δικής του ματιάς. Ο σιγαλός σπαραγμός της φωνής του παραμένει ισχυρός και είναι ένας και αυτός σε όλα του τα ποιήματα, δίχως να καταφύγει σε δεύτερες ή τρίτες ρομαντικές γνωστές φωνές της εποχής του. Για την σχέση του Τρακλ με το κίνημα του εξπρεσιονισμού μας λέει και πάλι χαρακτηριστικά η μεταφράστρια του στα ελληνικά Ιωάννα Αβραμίδου, στο βιβλίο της: «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, ΕΝΑΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΑΝΕΜΟ» Εισαγωγή, σημειώσεις, σχόλια, μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, εκδόσεις «Νησίδες» Θεσσαλονίκη, 2014.  «Αν και σε αντίθεση με τους υπόλοιπους εξπρεσιονιστές η μεγαλούπολη δεν αποτελεί κεντρικό θεματικό άξονα των ποιημάτων του, ωστόσο, στα λιγοστά ποιήματα, στα οποία εμφανίζεται, περιγράφεται ως μια πόλη σκοτεινή και απάνθρωπη όπου επικρατεί απέραντη ερημία και ασχήμια, ασφυκτικά μέσα στον πνιγηρό υγρό και ζεστό νοτιά, οι γυναίκες κουβαλούν μέσα σε καλάθια αίμα και σπλάχνα ζώων, όλα σύμβολα του θανάτου και της σήψης, ενώ στο ποίημά του Σ’ αυτούς που βουβάθηκαν, ακρωτηριασμένα δέντρα, παράφρονες και δαιμονισμένοι, πείνα, λοιμός και μια πόρνη που γεννά ένα νεκρό παιδί προσκαλούν την οργή του Θεού. Στις εικόνες της σύγχρονης καταραμένης πόλης αντιπαραθέτει εικόνες της φύσης, αλλά ούτε αυτή προσφέρει την ποθητή σωτηρία, γιατί και η ίδια έχει μολυνθεί από το Κακό. Η μεγαλούπολη, αγαπημένο θέμα των εξπρεσιονιστών, είναι για τον Τρακλ κυρίως τόπος καταστροφής των ηθικών και αισθητικών αξιών, είναι ψυχρή κι απάνθρωπη», σελίδα 25. Αυτός ο κρυπτογραφικός λόγος του Γκέοργκ Τρακλ, βασίζεται σε αυτές τις δυναμικές αντιθέσεις των εικόνων του, των μεταφορών και συμβολισμών του, της εύηχης μουσικότητάς του, της χρωματικής του γκάμας και ποικιλίας που ενδύει τις λέξεις του. Αυτά τα «χρωματικά του επίθετα» που προσδιορίζουν τις διάφορες μορφές και σκιές που διατρέχουν την ποίησή του. Αυτό το πνεύμα ακινησίας και βαλτώματος, αυτή η αιώρηση μεταξύ ενός ονειρικού και εφιαλτικού φάσματος, των ταλαντώσεων μιάς λυρικής αλλά και ταυτόχρονα σκληρής, κυνικής και απάνθρωπης πραγματικότητας, είναι τα ποιητικά ευωδιάσματα της ποίησης του αυστριακού ποιητή. Είναι αυτό που μας υπενθυμίζει ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός «τα σπλάχνα μου και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».

                       «Η ποίησή του, δυνατή σαν άνεμος της νύχτας, ανεβασμένη στα πιό εκστατικά βουνά, βγαίνει από μία βίαιη ρίζα πόνου και τραγικότητας, από ένα δαιμονιακό στοιχείο πού θέλει να εκτοξευθεί στο φώς και κινείται μέσα σ’ ένα χώρο μουσικού και χρωματικού οργίου. Κάθε του ποίημα, και ιδιαίτερα τα τελευταία, που είναι και τα τελειότερα, είναι μία μικρή μουσική συμφωνία, που περιμένει να βρεις τον πυρήνα της και να δεις από πού ξετυλίγεται και που πορεύεται όλος αυτός ο χρωματικός και μουσικός χείμαρρος». Σημειώνει στην αρχή της εισαγωγής της η πειραιώτισσα ποιήτρια Όλγα Βότση, τόσο εύστοχα. Όσο για την συνεισφορά του στο κίνημα του εξπρεσιονισμού, διαβάζουμε στην καίρια εισαγωγή του συγγραφέα και κριτικού της λογοτεχνίας Απόστολου Θηβαίου:  «Η δεσπόζουσα σημασία του έργου του ποιητή έρχεται να τονιστεί ιδωμένη μες στις καινούργιες συνθήκες που διέπουν την καλλιτεχνική δημιουργία. Ο εξπρεσιονισμός που αντιβαίνει τους νόμους ενός άκριτου θετικισμού, αυτό το καινούργιο κίνημα αντιμάχεται το μονοσήμαντο δόγμα του κόσμου περιφρονεί οριστικά και αμετάκλητα το ιδανικό της απόλυτης αντικειμενικότητας. «Θα καταλήξουμε να δίνουμε απλές μελέτες χωρίς περιπέτειες , ούτε εξηγήσεις, την ανάλυση ενός χρόνου ύπαρξης, την ιστορία ενός πάθους, την βιογραφία κάποιου προσώπου, τις παρατηρήσεις από τη ζωή, λογικά ταξινομημένες» γράφει ο Emil Zola, σε μία αναπαράσταση του κόσμου που έχασε τα πάντα εξαιτίας της αγάπης του προς το αντικειμενικό. Ο Γκέοργκ Τρακλ, εκπρόσωπος της ποιητικής τέχνης ανάμεσα σε μια σειρά από σημαντικούς ζωγράφους όπως οι Matisse, Braque, Derain, Van Dongen και άλλοι, εισηγητές όπως ο Hermann Bahr και φοβιστές όπως ο Gaugin, βρίσκει στη θεωρία του εξπρεσιονισμού την αφορμή για μια εκ των έσω μελέτη και αναπαράσταση του κόσμου και των πραγμάτων. Μια τέτοια εμβάθυνση, μόνο εύκολη και ελαφριά δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί την ώρα που οι τελευταίοι σπασμοί του θετικισμού φιλοδοξούν να αναζωπυρώσουν την ουσία της παλιάς αυταπάτης. Ο Τρακλ και οι πρωτοπόροι του εξπρεσιονισμού, αφήνονται να κατακτηθούν  από το νέο κίνημα, γυρεύοντας την αλήθεια μέσα από την γλώσσα της παραμόρφωσης, έξω και πέρα από την αμηχανία των συγγραφέων», σελίδες 13-14, βλέπε: «Γκέοργκ Τρακλ, ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», μετάφραση Μαρία Κατσοπούλου, Απόστολος Θηβαίος, «Ο ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΣ ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ» εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2021.

      Συμπερασματικά, προσπάθησα να δώσω την γενική και ειδική εικόνα του αυστριακού ποιητή Γκέοργκ Τρακλ, να συμπληρώσω τα βιβλιογραφικά κενά των μεταγενέστερων χρόνων μετά τον πρώτο διδάξαντα Λάμπρο Μυγδάλη. Να συγκεφαλαιώσω ερμηνείες και εισαγωγές, προλόγους με μάλλον όχι και τόσο λιτό τρόπο γραφής, και ελάχιστα ποιητικά του αποσπάσματα, μια και, βάση μου στάθηκε η μετάφραση ποιημάτων του από τον πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη. Στην σύνταξη αυτού του σημειώματος μου στάθηκαν αρωγοί όλες ανεξαιρέτως οι κρίσεις και τα σχόλια, των νέων εκδόσεων των έργων του Γκέοργκ Τρακλ που παραθέτω. Δεν θέλησα να προσθέσω και σχετικές πληροφορίες παρμένες από εφημερίδες και περιοδικά (βιβλιοκριτικές κυρίως), στάθηκα σε αυτόνομες κυκλοφορίες, που μπορεί να βρει και ο αναγνώστης στο εμπόριο. Με τις μεταφραστικές εργασίες του Γιώργου Κεντρωτή, του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, και της Ελένης Νούσιας, συν τα κείμενα του συμποσίου για τον Τρακλ των εκδόσεων «Ύψιλον» νομίζω ότι τουλάχιστον στις μέρες μας, ολοκληρώνεται η παρουσία του Γκέοργκ Τρακλ στην Ελλάδα. Ένα ευρύτερο μεταφραστικό ανθολόγιο ποιημάτων του το οποίο θα ήταν χρήσιμο, στην τεκμηρίωση και ανάγνωση του έργου του, το άφησα για ένα δεύτερο σημείωμα όπου θα αντιγράψω τα μεταφρασμένα πεζά ποιήματά του από την πειραιώτισσα ποιήτρια και μεταφράστρια Όλγα Βότση. Το ποιητικό ταξίδι συνεχίζεται τόσο εντός όσο και εκτός των πνευματικών ορίων της πόλης του Πειραιά.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 3-14 Σεπτεμβρίου 2022      

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου