Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ένας πειραιώτης μετρ της μόδας

 

    Κώστας  Μαυρόπουλος.  Ένας  πειραιώτης  μετρ  της μόδας

      Μεγάλωσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που η μητέρα ήταν μοδίστρα, και μάλιστα από τις ικανές και καλές μοδίστρες της εποχής της όπως έλεγαν στην γειτονιά, στο πρώτο ενοικιαζόμενο σπίτι στη Νίκαια και κατόπιν στον Πειραιά. Από μικρό παιδάκι ήρθα σε επαφή με τον πολύχρωμο και πλούσιο κόσμο της γυναικείας μόδας, πρίν αρχίσω να συλλαβίζω, ξεφυλλίζοντας τα φημισμένα τότε «Εικονογραφημένα Κλασικά», τα «Μίκυ Μάους» και άλλα παιδικά περιοδικά. Φιγουρίνια και γυναικεία, λαϊκά περιοδικά, σκόρπια τεύχη διαφόρων ημερομηνιών του «Πάνθεον», της «Γυναίκας», της «Ελληνίδας», του «Ταχυδρόμου», νούμερα τευχών του «Ντόμινο», του «Φαντάζιο», αργότερα των «Επικαίρων» με εκατοντάδες ασπρόμαυρες και έγχρωμες φωτογραφίες ξένων και ελληνικών οίκων μόδας, επιδείξεις σε αίθουσες ξενοδοχείων, ατελιέ, με δύο λόγια, ότι είχε να κάνει με την γυναικεία ένδυση, το γυναικείο ρούχο και τα διάφορα αξεσουάρ του, όπως απαιτούσε η μόδα των δεκαετιών του 1960 και 1970. Το Prêt a porter της υψηλής και αριστοκρατικής κοινωνίας αλλά και εν γένει του γυναικείου πληθυσμού που δεν έπαψε από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας να φροντίζει και επιμελείται την εξωτερική εμφάνισή του. Τα περιοδικά της μόδας βρίσκονταν σε συρτάρια και ντουλάπια, της πάντα κοκέτας, προσεκτικής και μεθοδικής εργαζόμενης παλαιάς μοδίστρας από τον Πειραιά. Η όραση, στάθηκε το πρώτο μου «εργαλείο» εξερεύνησης και μαθητείας του Κόσμου των μεγάλων που ανοίγονταν μπροστά μου. Το γεμάτο απορία και περιέργεια, ερωτηματικά παιδικό βλέμμα παρατηρούσε το ανθρώπινο σώμα και τις γραμμές του, τις καμπύλες του, τις πόζες και στάσεις του, τις αντιδράσεις του, τις φωτογραφίσεις του, όταν ενδύονταν και στολίζονταν με αυτό τον πλούσιο σε ποικιλία και χρώμα ρουχισμό, με χάρη, ακρίβεια, άνεση, πρόθεση, προβολή από τους έλληνες και ξένους μετρ της μόδας. Η εικόνα ήταν η πρώτη επαφή με το άγνωστό μου έξω από το παιδικό δωμάτιο περιβάλλον πριν οι λέξεις αρχίσουν να το ντύνουν ή να το γυμνώνουν-το ανθρώπινο σώμα- ανάλογα με τις επικρατούσες κάθε φορά φιλοσοφικές αντιλήψεις και μεταφυσικά ιδεώδη, δίνοντας τις δικές τους επεξεργασμένες «εγκεφαλικές» πολλές φορές ερμηνευτικές εκδοχές γι αυτό. Απόψεις που το καταδίκαζαν ή το υμνούσαν. Η αισθητική είχε κάνει αθόρυβα την εμφάνισή της στο μικρό παιδικό μυαλουδάκι μου πριν την θορυβώδη ηθική των σωματικών απαγορεύσεων και την μπερδεμένη και θολή θρησκευτική θεωρία περί ψυχής. Ούτε γνώριζα ακόμα, ότι ο μεγάλος γλωσσολόγος και φιλόσοφος Βιτεγκεσντάιν είχε συνδέσει την αισθητική με την ηθική. Η γυναικεία κοκεταρία και φιλαρέσκεια, σωματική και των ρούχων ομορφιά απλώνονταν μπροστά μου μέσω αυτών των περιοδικών. Διαφόρων ειδών και ποιότητας ρούχα, φορέματα, φούστες, φόδρες, σχέδια και πατρόν, χρωματιστά ρετάλια και κεντίδια επιπρόσθετης γοητείας, δαντέλες λευκές σε διάφορα μεγέθη και σχέδια, γιακάδες και κομμάτια τσέπες. Δεκάδες μικρά και μεγάλα κουτιά με κλωστές, ασπρόμαυρες και διαφόρων χρωμάτων μπομπίνες, σαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου απλώνονταν μπροστά μου. Μικρά και μεγάλα κοκάλινα και σιδερένια κουμπιά, κόπιτσες και παραμάνες, βελόνες και καρφίτσες. Καπέλα και μαντήλια, φουρά και μουσελίνες, βαμβακερά υφάσματα και αγκράφες, δερμάτινα γάντια…. όλος ο γυναικείος στολισμός της εποχής παρελάμβανε μπροστά στα μάτια μου, ερέθιζε την φαντασία μου, κέντριζε το ενδιαφέρον μου και ας μην γνώριζα απολύτως τίποτα γιαυτό το τεράστιο πανηγύρι της μόδας, το τάλαντο και το ταλέντο που διαθέτουν γυναίκες μοδίστρες και άντρες μόδιστροι, οραματιστές σχεδιαστές και σχεδιάστριες, το έμφυτο χάρισμα να γνωρίζουν να μεταμορφώνουν την δημόσια όψη, εμφάνιση γυναικών και αντρών, να καλύπτουν σωματικές της φύσης τους ατέλειες ή να αναδεικνύουν προκλητικά άλλες. Προκομμένη και χρυσοχέρα γυναίκα η αυστηρή πάντα κυρία Βάσω, παλαιά αγωνίστρια, μπήκε από κοριτσόπουλο στα βάσανα της ζωής-περίοδο του πολέμου και της κατοχής- όταν χρειάστηκε να μάθει μία τέχνη και να δουλέψει. Έπρεπε να φροντίσει, να μεγαλώσει εκείνη τα μικρότερα μέλη της οικογενείας της μια και οι γονείς της δεν ζούσαν μαζί. Έτσι έμαθε την τέχνη της κοπτοραπτικής από έφηβη κοπέλα φοιτώντας στην γνωστή Σχολή της εποχής της όπως πάντα με καμάρι έλεγε, «Σ. Δουζενάκη», έγραφε το δίπλωμα που αποφοίτησε με άριστα και έπαινο στην Αθήνα. Το δίπλωμα μέσα σε λεπτή κορνίζα υπήρχε σαν πολύτιμο προικιό κρεμασμένο στον τοίχο του σπιτιού μέχρι που έφυγε από τη ζωή. Η καλή μοδίστρα, όχι μόνο έραβε κάθε είδους γυναικεία φορέματα αλλά και νυφικά. Είχα προλάβει να δω στο σπίτι τουλάχιστον δύο νύφες να προβάρουν το νυφικό που έφτιαξε, τα κατάλευκα χαριτωμένα φορέματα που φορούσαν τα παρανυφάκια με τα ανθάκια στα μαλλιά. Είχε ράψει ακόμα και άμφια. Μπορεί η μοδιστρική να ήταν η μεγάλη της αγάπη και αφοσίωση (μέχρι που έφυγε ήθελε να βλέπει την ραπτομηχανή της στην γωνιά της, να την αγγίζει, να βλέπει την ρόδα να γυρίζει ή να ακούει το μοτέρ), γνώριζε επίσης να κεντάει, έπλεκε με βελόνες ζακέτες, πουλόβερ, κάλτσες, εσάρπες. Υπήρχαν πάντα μπάλες μαλλιού και μεγάλες μακριές βελόνες που αγόραζε από το γνωστό μαγαζί του «Πανάγου» στον Πειραιά απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο. Έπλεκε με το βελονάκι της σεμεδάκια μικρά και μεγάλα διαφόρων σχεδίων που στόλιζαν τα έπιπλα και τις καρέκλες, δώριζε στις φίλες της. Κεντούσε πάνω σε διχτυωτό καμβά σε μικρά τετράγωνα τελάρα γυναικείες φιγούρες, τοπία, μπουκέτα λουλουδιών, ανθογυάλια με πολύχρωμα άνθη. Αντέγραφε από φωτογραφίες περιοδικών της μόδας σχέδια, ξεσήκωνε πατρόν που της άρεσαν και τα πρότεινε στις πελάτισσες. Μεταποιούσε κάθε είδους φορέματα, έραβε με σεβασμό και προσοχή το ύφασμα και το ρούχο που έπιανε στα χέρια της. Μεθοδική και συνεπής στις υποχρεώσεις της, με γούστο, είτε είχε μπροστά της μία φόδρα που την «μάγκωνε» στην μέσα πλευρά της φούστας με κόπιτσες ή απλώνοντας στο τραπέζι την πρώτη ύλη-το ύφασμα-το μεταμόρφωνε αργά και υπομονετικά σε ένα γυναικείο ρούχο. Ξεσήκωνε και σχεδίαζε ακόμα και σε μεγάλη ηλικία, παρακολουθούσε στην τηλεόραση επιδείξεις μόδας, ήθελε να είναι ενημερωμένη στην τέχνη της όπως έλεγε. Όταν παρακολουθούσε θεατρικές παραστάσεις, το πρώτο πράγμα που παρατηρούσε και σχολίαζε στις γυναίκες ηθοποιούς ήταν οι ενδυμασίες με τις οποίες ήσαν ντυμένες. Ήταν όμως αρνητική και φοβερά διστακτική, όταν της πρότειναν να κάνει μία μεταποίηση ή να ασχοληθεί με την αντρική ενδυμασία. Έλεγε πάντα ότι εγώ έμαθα και έχω εμπειρία μόνο στα γυναικεία ρούχα. Σπάνιες φορές την είδα να μαντάρει να ράβει μία ραφή από ένα αντρικό σακάκι, ένα παντελόνι.

     Φούστες κοντές και μακριές εμπριμέ, μονόχρωμες, με πιέτες και σούρες που τις στόλιζαν δερμάτινες ζώνες με μεγάλες αγκράφες. Ανοιξιάτικα φορέματα, χαρούμενα χρώματα,  αεράτα καλοκαιρινά, και φθινοπωρινά κλειστά, χειμωνιάτικα βαριά, βαμβακερά, μακρυά απλών γραμμών παλτό, που η φαντασία των καλλιτεχνών γυναικών και αντρών μετρ της μόδας πρότειναν στον γυναικείο πληθυσμό. φορέματα και φούστες στολισμένες σε διάφορα σημεία τους με μικρές έντονες ή διακριτικές πινελιές σχεδίων σε μία εναρμόνιση με το σύνολο. Εσάρπες και κάπες, ζακέτες της εποχής, καπέλα και καπελίνες, τόκες και κουάφ από βαμβακερό ύφασμα γέμιζαν τα φιγουρίνια. Χειμωνιάτικες ενδυμασίες, απλές και λιτές γραμμές που αναδείκνυαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του γυναικείου σώματος. Ανοιξιάτικα μαντό και μπολερό, λεπτά υφάσματα που φώτιζαν και αποκάλυπταν προσόντα της θηλυκότητάς τους. Σιλουέτες αιθέριες, τολμηρές με σχεδιαστικές λεπτομέρειες που διασταύρωναν το τολμηρό με το κλασικό. «Σανιδωτά» φορέματα που τόνιζαν την γυναικεία παρουσία με χάρη και ευαισθησία και έδιναν το κατάλληλο τόνικ που ξεπερνούσε την εποχιακή της μόδας πρόταση. Ντεπιεδάκια κρεμ, εμπριμέ φορέματα και μουσελίνες. Μικρά και μεγάλα γάντια, γυναικείες τσάντες και νεσεσέρ, γόβες και παπούτσια, μπότες και μποτίνια. Κάθε είδους και ποιότητας αξεσουάρ που είχε να κάνει με την γυναικεία κομψότητα και χάρη, κοκεταρία. Το σπίτι ήταν γεμάτο μπομπίνες με ασπρόμαυρες και έγχρωμες κλωστές «Ντεμισέ», μασουράκια διαφόρων ειδών και μεγεθών της γνωστής και φημισμένης μάρκας κλωστών «Πεταλούδα». Βελόνες και καρφίτσες, κουβαρίστρες, άσπρα σαπούνια με τα οποία σημαδεύονταν τα υφάσματα, οι φόδρες, μαρκάρονταν τα μέτρα κατά την διαδικασία του ραψίματος. Μέχρι τα μυστικά του υφάσματος να αποκαλυφθούν, να γίνουν ορατά στο βλέμμα. Μικρά και μεγάλα πατρόν και σχέδια, πολλά σχέδια. Καρφίτσες και βελόνες έτοιμες πάντα με την κλωστή μέσα «στο μάτι της βελόνας» ανέμεναν την «εντολή» για ράψιμο στην πρώτη γραμμή ενώ άλλες καρφιτσωμένες πάνω σε ένα κόκκινο μαξιλαράκι που έμοιαζε κόκκινη μαργαρίτα, κρέμονταν στο πίσω μέρος της θέσης που κάθονταν. Δίπλα σε μεγάλες μπομπίνες με κλωστές, τυλιγμένες σε ναύλον για να μην λερώνονται, στο ράφι με την φωτογραφία του πατέρα της και μία πρόσφατη φωτογραφία με την ίδια ντυμένη επίσημα μαζί με την Μαργαρίτα Παπανδρέου σε μιά συνεστίαση των Γυναικών Ελλάδος. Το ξύλινο αυγό με το οποίο μαντάριζε βρίσκονταν μέσα στο συρτάρι της μηχανής. Ο μεγάλος χάρακας και οι μεζούρες για τα μέτρα συμπλήρωναν τον εξοπλισμό των εργαλείων της, μαζί με την ξεσκέπαστη και την άλλη, την «καπελάτη» όπως έλεγα, δαχτυλήθρα, τα μικρά και μεγάλα ψαλίδια, και φυσικά, το λάδι της μηχανής που κάθε τόσο την λείαινε εσωτερικά. Δέσποζε στο μικρό δωμάτιο η παλαιά αλλά κέρβερος με πετάλι ραπτομηχανή μάρκας «Σίνγκερ», το εργασιακό της δουλειάς της «όπλο», η σταθερή και μόνιμη συντροφιά της ζωής μιάς μοδίστρας. Για ένα διάστημα, από όσα η παιδική μνήμη έχει συγκρατήσει, έρχονταν και κοπέλες μαθήτριες στο σπίτι, να μάθουν κοντά της τα μυστικά της τέχνης της κοπτοραπτικής, οι  οποίες εξασκούμενες την χρησιμοποιούσαν στην δική τους ζωή και πορεία. Μικρή παρένθεση, τις προηγούμενες δεκαετίες, τόσο τα μικρά αγόρια όσο και τα νεαρά κορίτσια δεν απέφευγαν, στο ξεκίνημα του εργασιακού τους βίου, να μαθητεύσουν και να διδαχτούν την τέχνη του επαγγέλματός τους κοντά σε μεγαλύτερους μαστόρους και μάλιστα αμισθί. Αυτός ήταν και είναι ο πλούσιος και πολύχρωμος, πολύπτυχος Κόσμος της ραπτικής τέχνης που ήρθα σε επαφή από παιδάκι, το ονειρικό σύμπαν της γυναικείας και όχι μόνο μόδας. Πριν το μπλουτζίν κατακλύσει την διεθνή αγορά και η ανθρώπινη ενδυμασία περάσει και αυτή στο στάδιο της κοινωνικής αμφισβήτησης. Το πρώτο μου λεξιλόγιο βασίστηκε σε ακούσματα από ονομασίες υφασμάτων, πατρόν, σχεδίων, κεντημάτων, ονομασίες και χρώματα κλωστών. 

Η τέχνη της ψιλοβελονιάς μου αποκαλύπτονταν και πάλι, εν έτει 2022, μετά από μισό σχεδόν αιώνα με τον τόμο Λεύκωμα του κυρίου Κώστα Μαυρόπουλου σχεδιαστή μόδας, της διαδρομής της ζωής του μαζί με τον συναγωνιστή του και αδερφικό του φίλο Ντίνο Κίμωνος Μαυρόπουλου του «Κεντητή της Νύχτας», και του ιστορικού και φημισμένου Αθηναϊκού Οίκου τους, που κρατούσα στα χέρια μου. Κοινή και οικουμενική η γλώσσα της Haute Couture, δεν χρειάζεται μετάφραση παρά μόνο απόλαυση και θαυμασμό, σεβασμό και φαντασία, καλλιτεχνική φύση. Έργο τέχνης ποιημένο από γυναικεία ή αντρικά χέρια, ταλέντο και έμπνευση είναι η ανθρώπινη ενδυμασία. Κατασκευασμένη και πλουμισμένη από επώνυμων ή ανώνυμων γυναικών και αντρών κοπιαστική και επίπονη, νυχθημερόν εργασία. Σχεδιαστών «ζωγράφων» που βλέπουν τον κόσμο μέσα «Από το μάτι της βελόνας».

      Φίλος παλαιός Πειραιώτης είχε την καλοσύνη να μου δωρίσει τον τόμο που κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου, ο οποίος παρουσιάστηκε σε αίθουσα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά πριν λίγες εβδομάδες. Ήταν η ζωή ενός Πειραιώτη καλλιτέχνη και μάστορα σχεδιαστή της μόδας, του κυρίου Κώστα Μαυρόπουλου. Το Λεύκωμα φέρει τον τίτλο «Από το μάτι της βελόνας», επιμέλεια έκδοσης Ματίνα Τσιμπόγλου. Εκδόσεις ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ, Αθήνα 2022, σελίδες 256.  Αφηγητής-Συγγραφέας του ο διεθνώς βραβευμένος και τιμώμενος, γεννημένος στην Καστέλα του Πειραιά 2 Ιουλίου 1930-, Πειραιώτης Κώστας Μαυρόπουλος, ο οποίος αφιερώνει το βιβλίο «Στη μνήμη του αδελφού μου, Ντίνου Κίμωνος Μαυρόπουλου, του «Κεντητή της Νύχτας»». Το εξώφυλλο κοσμούν σε ωοειδές σχήμα η φωτογραφία των δύο σχεδιαστών καλλιτεχνών αδερφών,-που αναγνωρίζουμε εκ νέου σε μεγαλύτερο μέγεθος στην μέσα σελίδα 13- καθώς και το κέντημα από το φόρεμα των αρραβώνων της Φρίντας Βάκη Τσακίρογλου φίλης και πελάτισσας του Οίκου. Ενώ το οπισθόφυλλο περιλαμβάνει ένα κόσμημα- πεταλούδα, και αναφέρονται τα κάτωθι: «Ένα ταξίδι στην ελληνική υψηλή ραπτική, στη μόδα και στα κοσμικά γεγονότα της Αθήνας και του εξωτερικού μέσα από το «μάτι» της βελόνας των δύο μεγάλων μόδιστρων, του Κώστα και του Ντίνου Μαυρόπουλου. Μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο για τη ζωή και το έργο τους, που περιγράφει την πορεία του μακροβιότερου ελληνικού οίκου υψηλής ραπτικής αλλά και αφήνει το άρωμα, την αίσθηση της εποχής και των προσώπων που κινήθηκαν στα σαλόνια του». Μετά την πεταλούδα-κόσμημα μας δηλώνεται ότι το Λεύκωμα «Προσφέρεται δωρεάν εις μνήμην του Ντίνου Κίμωνος Μαυρόπουλου».

     Της εξαιρετικά άρτιας τεχνικά, εκτυπωτικά και αισθητικά σχεδιασμένης αυτής έκδοσης της Ελληνικής Haute Couture, την αυλαία ανοίγει το οικόσημα των ελλήνων σχεδιαστών μόδας. Για την ακρίβεια, έχουμε «Το οικόσημο της οικογένειας Μαυρόπουλου και το απόσπασμα από την ιταλική εραλδική εγκυκλοπαίδεια. Το επίθετο Μαυρόπουλος προέρχεται από το Μαουρχάουζερ. Ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος ΙΙ το 1805 έδωσε τον τίτλο του ιππότη στον πρόγονό μας Τζιοβάνι και στους απογόνους του», σ.14. Η πρώτη αυτή αριστοκρατική υποδοχή μας, η δεξίωση προσέγγισης και ανάγνωσης του βιβλίου, δηλώνει και την αντίστοιχη ποιότητα του βλέμματος και της υφής της εξιστόρησης που υιοθετείται από τον συγγραφέα. Ακολουθεί η Εισαγωγή, σ. 7-8 του πειραιώτη σχεδιαστή. Έπεται ο Πρόλογος με τίτλο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ (ΚΩΣΤΑΣ) ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ένας ευπατρίδης της ενδυματολογικής τέχνης, σ. 9-10, γραμμένο από τον επίτιμο πρόεδρο του Δ. Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης κύριο Απόστολο Πλατ. Μπότση. Ενώ, πριν αρχίζουμε να ταξιδεύουμε και να απολαμβάνουμε την σαν μυθιστόρημα αφηγηματική του ύλη, η επιμελήτρια της έκδοσης κυρία Ματίνα Τσιμπόγλου υπογράφει το κείμενο, Λίγα λόγια από την επιμελήτρια, σ. 11-12. Το κύριο σώμα και κεντρικό μέρος του βιβλίου καταλαμβάνει τις σελίδες 15-250. Ο καλαίσθητος τόμος κλείνει με το Αντί επιλόγου. Η ομορφιά είναι γένους θηλυκού, Από ομιλία του κυρίου Κώστα Μαυρόπουλου, σελ. 251-253. Οι δύο σελίδες με τα Περιεχόμενα τα οποία χωρίζονται σε μικρές κατατοπιστικές ενότητες, βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα και να αφουγκραστεί ανετότερα τον συνβηματισμό-πορεία ζωής προς την επαγγελματική καταξίωση και φήμη των δύο ελλήνων δημιουργών. Οι διάσπαρτες ασπρόμαυρες και έγχρωμες διαφόρων μεγεθών Φωτογραφίες που κοσμούν το Λεύκωμα,-είτε από περιοδικά είτε από εφημερίδες, είτε από το πλούσιο αρχείου του δημιουργού- προσεκτικά και αρμονικά επιλέγονται να υποστηρίζουν το κείμενο της αφήγησης, να μην αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη εστιάζοντας την προσοχή του στα δημοσιογραφικά φλας της τότε ευρείας δημοσιότητος που απολάμβανε ο οίκος Μαυρόπουλοι, και επικουρικά εικονογραφούν με την ευγλωττία τους την ατμόσφαιρα του χώρου και την κοινωνική θέση των προσώπων, γυναικών κυρίως και αντρών με τους οποίους συνεργάστηκαν, συναντήθηκαν, συναναστράφηκαν και έντυσαν οι δύο ευεργέτες μόδιστροι. Ο οίκος τους σχεδίασε και έραψε, κέντησε, συμμετείχε σε πάνω από 1600 γάμους. Το πανόραμα της διήγησης στηρίζεται με επιμέλεια και στοργή τόσο στον προσεκτικά διατυπωμένο λόγο όσο και στην εικόνα. Ασφαλής της σύλληψης οδηγός και τα δύο μέρη, στο ονειρικό μας ταξίδι στον χρόνο και τις κοινωνικές συνθήκες, το ιστορικό κλίμα που επικρατούσε εκείνες τις δεκαετίες στην Ελλάδα. Δεξιώσεις και συνεστιάσεις της αθηναϊκής αριστοκρατικής κοινωνίας και των μελών της, μελών της ελληνικής βασιλικής δυναστείας, μέσα από τους φωτισμούς ενδυματολογικές προτάσεις και επιλογές της Ελληνικής μόδας και των ανθρώπων της, ουσιαστικά του ρόλου που διαδραμάτισε ο οίκος των δύο συνεργατών στην εξέλιξη, την προάσπιση και την προβολή της ελληνικής μόδας στο εξωτερικό. Ο αφηγηματικός λόγος του συγγραφέα και το φωτογραφικό υλικό χαρτογραφούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την σύγχρονη ελληνική ιστορία κάτω από ένα διαφορετικό φακό από αυτόν που έχουμε συνηθίσει και ασπαστεί. Δηλαδή τα πολιτικά, πολεμικά, ιδεολογικά και οικονομικά συμβαίνοντα. Η απλή και στρωτή γλώσσα, το καθαρό ύφος, οι σατιρικές πινελιές εκφράσεων αυτές που αποκλειστικά προέρχονται από το στόμα και την εξυπνάδα του Ντίνου Μαυρόπουλου, ενός ατόμου φοβερά υπεύθυνου και αφοσιωμένου στην τέχνη του, τόσο ως κοσμηματοπώλης όσο και σαν κεντητής και αξιοσημείωτος τεχνίτης και σχεδιαστής της ραπτικής, προκαλούν ευχάριστη διάθεση ανάγνωσης, σε όποιον κρατάει στα χέρια του το Λεύκωμα. Πώς μπορείς να αποφύγεις την εικόνα που, έπρεπε ο οίκος να παραδώσει σε άμεσο μικρό διάστημα ένα νυφικό και μην έχοντας τούλια και άλλο υλικό χρησιμοποίησαν τις πεντακόσιες περίπου μπομπονιέρες που είχαν ετοιμάσει για μια βάφτιση και, όταν η πελάτισσα πήρε την παραγγελία της και την κρέμασε σε κρεμάστρα στην ντουλάπα της, μύριζαν τα ρούχα της βανίλια από τα κουφέτα από τις μπουμπουνιέρες. Και τα δύο κύρια πρόσωπα της πολύχρωμης και σε ορισμένες της στιγμές τυχαίας ιστορίας της συνεργασίας τους, φαίνεται εκτός από την εσωτερική καλλιέργεια και ευγένεια που διαθέτουν και οι δύο, ακόμα στο ότι είναι αρκετά προσγειωμένοι σαν χαρακτήρες, σαν άτομα. Δεν θαμπώνονται από την δόξα της δημοσιότητας ούτε αμαυρώνεται το φυσίκ τους από το γεγονός ότι συναναστρέφονται και σχεδιάζουν ρούχα για άτομα της υψηλής κοινωνίας. Η Ραπτική τέχνη όπως και η τέχνη της κοσμηματοποιϊας φαίνεται ότι είναι του χαρακτήρα τους, αυτό που τους πηγαίνει ως καλλιέργεια προσωπικών προθέσεων του κοινού τους βίου, ιδιαίτερα του χαρισματικού Ντίνου που έφυγε πρώτος. Από τα πρώτα στάδια της ζωής του κυρίου Κώστα Μαυρόπουλου, χρόνια τα οποία δεν ήταν πάντα ρόδινα, φανερώνεται η κλίση και η αφοσίωσή του στην μοδιστρική τέχνη. Το ίδιο διαπιστώνουμε και στην περίπτωση του Ντίνου Μαυρόπουλου ο οποίος προερχόταν από πολυμελή φτωχή οικογένεια, και βρίσκει στοργή και αποδοχή από την οικογένεια του Κώστα Μαυρόπουλου, προσμετρώντας τον στα υπόλοιπα μέλη της παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας. Η έφεση και το ταλέντο, ο οραματισμός του ευειδή και καλόκαρδου Ντίνου, έρχεται και κουμπώνει με αυτό του σπουδαγμένου και βραβευμένου στο εξωτερικό Κώστα. Δεν έμενε παρά να αναμένουν το πλήρωμα του χρόνου και την επαγγελματική καταξίωση και αναγνώριση. Ο ανάδοχος του Κώστα Μαυρόπουλου, ο γνωστός πειραιώτης ράπτης, πνευματικός του πατέρας Θεόδωρος Καλούδης, είχε σοφά προφητεύσει την εξέλιξη και την σπουδαία σταδιοδρομία του μικρού Κώστα, όταν τον άφηνε να παρατηρεί και να στέκεται δίπλα του στο μαγαζί του. Ο αφηγητής δεν κραδαίνει όμως την σημαία της έπαρσης και του μεγαλοπιάσματος, των ευκαιριών που είχε στην ζωή του για να στηλιτεύσει αυτούς που τον πίκραναν ή του φέρθηκαν με όχι σωστό τρόπο, βλέπε πχ. την κυρία που του έφαγε τα 2000 γαλλικά φράγκα για να τον γνωρίσει στον μετέπειτα δάσκαλό του Γάλλο ραπτικής Ζαν Ντεσέ, να μαθητεύσει όντας άφραγκος στο ατελιέ του, και να Σπουδάσει. Δεν στέκεται σε τέτοιες λεπτομέρειες όταν έχεις ντύσει με ενδυμασίες σου, μία Μαρία Κάλλας, μέλη ξένων βασιλικών οίκων, τα μέλη της τότε ελληνικής βασιλικής οικογένειας, γυναίκες πρωθυπουργών και υπουργών, της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίας, την ηθοποιό Τζένη Καρέζη, την ηθοποιό Ζωή Λάσκαρη, την τραγουδίστρια Μαίρη Λίντα, την Καίτη Μπελίντα, την Μαρινέλλα, τη Βίκυ Μοσχολιού, την Ρίτα Σακελλαρίου, την Πόλυ Πάνου. Γνωστές και αγαπητές μας κυρίες της ελληνικής θεατρικής και κινηματογραφικής σκηνής. Μαίρη Χρονοπούλου, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Κατερίνα Ανδρεάδη, την Κυβέλη και άλλες. Την Μαργαρίτα Παπανδρέου και μια σειρά από άλλες πανέμορφες καλλονές της αθηναϊκής κοινωνίας, έχεις σχεδιάσει τα νυφικά τόσων γάμων, σε γυναίκες και κόρες εφοπλιστών και βιομηχάνων, της ελληνικής αριστοκρατίας, δεν θα σταθείς σε αυτές της λεπτομέρειες που όπως και νάχει σκιάζουν την μνήμη, ή σε σταμπάρουν πολιτικά κακοήθειες τρίτων, αν μέσα στις πελάτισσες σου ήταν και η Δέσποινα. Τα πάνω από 60 βαφτιστήρια όμως των δύο στενών φίλων και συνεταίρων, οι εξακολουθητικές φιλανθρωπικές τους πράξεις και ενέργειες τόσο εντός Ελλάδας όσο και σε ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, δείχνουν όχι μόνο το φιλάνθρωπο του χαρακτήρα τους, αλλά και δύο έλληνες καλλιτέχνες της ραπτικής τέχνης οι οποίοι δεν σπατάλησαν την ζωή τους μέσα σε πλούσια και φανταχτερά περιβάλλοντα, δεν την ξόδευσαν σε ηδονές που παράσχει στους ανθρώπους το χρήμα, αλλά παρέμειναν κατά βάθος άνθρωποι, και ιδιαίτερα ο Πειραιώτης Κώστας Μαυρόπουλος. Ο κύριος Μαυρόπουλος δεν λησμόνησε ποτέ του μέχρι σήμερα την γενέθλια πόλη του, τον Πειραιά. Οι σχετικές του κοινωνικές δράσεις και το φωτογραφικό υλικό του τόμου φανερώνουν αυτό που χαριτολογώντας θα γράφαμε. Πίσω από ένα ταλέντο της χώρας κρύβεται ένας Πειραιώτης. Κάτω από αυτό το πρίσμα των προσωπικών του εξομολογήσεων, το βιβλίο αποκτά μία θετική σημασία και προσφορά για την πόλη του Πειραιά. Το λιμάνι του Πειραιά, όπως το ύμνησε ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις και το τραγούδησε η Μελίνα Μερκούρη, κυοφόρησε στα σπλάχνα του όχι μόνο άξιους καπεταναίους και καραβοκύρηδες, βιομηχάνους και λιμενεργάτες, ανώνυμους δημότες με εργατικότητα και παιδεία, ρεμπέτες μουσικούς και λόγιους, συγγραφείς και ποιητές αλλά και μαϊστορες της ραπτικής τέχνης. Άξιους εκπρόσωπους της πειραϊκής κοινωνίας και ταυτότητας.

     Ο Πειραιώτης αφηγητής μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι η ζωή είναι ωραία με ένα γυναικείο ένδυμα πάντα τυλιγμένη. Γιαυτό ζωγραφίζει και αποθεώνει την γυναικεία θηλυκή παρουσία και ομορφιά. Αποφεύγει να επαναλάβουμε να αφήσει τα σκοτεινά και ομιχλώδη της ζωής ανατριχιάσματα και συμβαίνοντα να αμαυρώσουν την λαμπερή ατμόσφαιρα της αυτοβιογραφικής σύλληψης. Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που στέκεται δίπλα και υποστηρίζει ασθενή άτομα με την αρρώστια του ξορκισμένου, τον καρκίνο, διακρίνεις όχι μόνο την φιλάνθρωπη κίνηση αλλά την ελπίδα και το χαμόγελο αισιοδοξίας που χαίρετε να χαρίζει. Τι να σου κάνουν οι επίσημες δεξιώσεις και τα χειροφιλήματα σε βασίλισσες και πατριάρχες όταν δεν διαθέτεις ίχνος ευαισθησίας και καλαισθησίας, ανθρωπιάς, και ο κύριος Κώστας Μαυρόπουλος και ο αδερφός του Ντίνος διέθεταν και διαθέτουν και από τα δύο σε μεγάλο βαθμό, συν μία εγγενή και όχι επίπλαστη ευγένεια. Δεν ήταν πάντα εύκολα τα χρόνια του κυρίου Μαυρόπουλου και της οικογένειάς του, θάνατοι, (έχασε σε νεαρή ηλικία την αδερφή του) αρρώστιες, κακουχίες, οικονομικές ανέχειες, αλλά πάντα, ένα πειραϊκό πείσμα και μία ατομική του θέληση υπερνικούσε τα εμπόδια. Όφειλε να υπερβεί καταστάσεις και κοινωνικά αρνητικά συμπαραδηλούμενα μιάς κλειστής, υπανάπτυκτης και δεσμευτικών ακόμα συντηρητικών αξιών και αρχών ελληνικής κοινωνίας των πολιτικών δεκαετιών εκείνων στην πατρίδα μας, που, δεν είχε ακόμα κλείσει τα μεταπολεμικά και τα εμφύλια τραύματα. Και η Βασιλική δυναστεία και οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου δεν βρίσκονταν πάντα από την θετική πλευρά της ιστορίας. Όμως ο αφηγητής, όπως φαίνεται και αναγνωρίζουμε από το φωτογραφικό υλικό, δεν θαμπώθηκε από την «γκλαμουριά», δεν έχασε τον ανθρώπινο βηματισμό του, δεν απεμπόλησε την αξιοπρέπειά αξιών της οικογένειάς του. Στο καλογραμμένο, εύληπτο και φωτισμένο με θετικά χρώματα σκηνικό της ζωής του το οποίο στήνει μπροστά μας, και μας το χαρίζει σήμερα, που ο επαγγελματικός του χρόνος έχει παρέλθει, αναγνωρίζουμε μία μάλλον «επικούρεια» φυσιογνωμία, η οποία πενθεί εσωτερικά την απώλεια του στενού φίλου και συνεργάτη του. Όταν η φυσική του παρουσία διαμόρφωνε εποικοδομητικά και δημιουργικά το δικό του όραμα.  Υπάρχει ένα κεφάλαιο στο βιβλίο του το οποίο φέρει τον τίτλο «Ζήσαμε όπως θέλαμε». Στέκομαι στον πληθυντικό του λόγου του, της πρότασής του, «Ζήσαμε», «Θέλαμε» και αυτή, είναι η μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη καταξίωση που μπορεί να σου παράσχει η ίδια η Ζωή. Όμως ο κύριος Μαυρόπουλος, δεν παύει να μνημονεύει με αγάπη και τα μανεκέν που ανέδειξε ο οίκος τους, τα φιλικά τους πρόσωπα που τους στάθηκαν, την πιστή οικονόμο τους, τα κατοικίδιά τους. Όλες αυτές και αυτούς που μοιράστηκαν το όραμα ζωής και ραπτικής που διέθεταν.

     Αλήθεια, τι πληρότητα αγάπης και ζωής, περιπέτεια βίου και συντροφικότητας, κοινής επαγγελματικής καταξίωσης και σταδιοδρομίας, ενός ευφυούς και ταλαντούχου νέου του Ντίνου Κίμωνος Μαυρόπουλου, και ενός εκφραστικού και εμπνευσμένου μόδιστρου Πειραιώτη, του Κώστα Μαυρόπουλου. Είτε μέσα «Από το μάτι της βελόνας» είτε και έξω από αυτό η Ζωή αν διαθέτουμε την καλλιέργεια και την ανθρώπινη ευαισθησία μπορούμε να την απολαύσουμε.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου