Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Μάνος Χατζιδάκις λόγος για τους Έλληνες νέους

 

Λόγος  περί  πολιτικής Δημοκρατίας

        ή

ο Μάνος Χατζιδάκις μας μιλά για την Εξουσία

 

Ο λόγος για τους Έλληνες νέους του ‘88

     Ζω μιά περίεργη αλλά και παραδοσιακή κατάσταση τα τελευταία χρόνια εδώ στον τόπο μας. Επειδή τόλμησα και τολμώ να εκφράζομαι ελεύθερα και κατά την κρίση μου, χωρίς επιφυλάξεις, μιά και δεν γίνεται να με σωπάσουν ή να με καταδιώξουν, μου απέδωσαν την ιδιότητα του «εθνικού υβριστή»- αφού είθισται όλα τα καλά του τόπου μας να παίρνουν και τον τιμητικό τίτλο του εθνικού. Παράλληλα, άρχισαν οι προτάσεις από εφημερίδες και ραδιοφωνικούς Σταθμούς, να καλύπτω ανεμπόδιστα την ελευθερία Λόγου που θέλουν να προβάλλουν. Με αναστάτωσε η εκδοχή αυτή κι ευγενικά άρχισα να αρνούμαι. Κατάλαβα πώς ήθελαν να μου φορέσουν τον μανδύα του γραφικού, για να πάψω να είμαι επικίνδυνος, όπως ακριβώς και στην περίπτωση των  τρελών που τους φοράν ζουρλομανδύα, με πλατύ χαμόγελο και αισθηματική κατανόηση. Θα παρατηρήσατε φυσικά, όσοι από σας εξακολουθούν να παρατηρούν, τι έγινε και τι εξακολουθεί να γίνεται με τον μεγάλο ζωγράφο μας Γιάννη Τσαρούχη. Άνθρωπος σπάνιας ευφυΐας και μεγάλου ταλέντου, συνομιλεί με λεκτικούς κανόνες δικής του επινοήσεως και συνδιαλέγεται, με αποφθέγματα τα οποία αποτελούν και απάντηση στον συνομιλητή μα και μιά οριστική διατύπωση στο θέμα που τον απασχολεί. Πώς τον αντιμετωπίζει το επίσημο κράτος αφού δεν μπόρεσε να τον διώξει; Το μισό σαν έκφυλο, ζητώντας την κεφαλήν του επί πίνακι- «Αυριανή» και Σία, μιά και δυστυχώς αποτελούν προς το παρόν το μισό κράτος. Το άλλο μισό, το «προοδευτικό», με χαμόγελο και συγκατάβαση αντιμετωπίζει την μεγαλοπρεπή παρουσία του, καταλήγοντας να τον παρουσιάσει μπροστά στην κοινή Γνώμη σαν διασκεδαστή και γραφικό-άρα ακίνδυνο. Τις δηλώσεις του τις μετατρέπει σε γνωμικά και την απέριττη ιδιωτική ζωή του σε ιδιόρρυθμη και… συγχωρητέα. Ο Τσαρούχης ή δεν είναι σε θέση ν’ αντιδράσει ή, πιό σοφά, αδιαφορεί. Εγώ όμως αγανακτώ και το καταγγέλλω. Σε μια παρόμοια ακριβώς παγίδα δεν εννοώ να πέσω.

     Η Κρατική εξουσία αγαπά τους εραστές της και καταδιώκει όσους την αντιπαθούν και την εχθρεύονται. Είναι μιά εγωπαθής και ανεγκέφαλη Κυρία, που εννοεί να οικειοποιείται, με τους εκάστοτε επίσημους εραστές της, τις έννοιες Πατρίδα, Έθνος, Εκκλησία, Οικογένεια και όλα τα καταλήξαντα σε αντιπαθή και ανυπόληπτα οχυρά των κρατούντων. Και είδαμε στα χρόνια αυτά το Κομμουνιστικό Κόμμα π.χ., από την ώρα που δήλωσε μελλοντικός εραστής της Κυρίας και μάλιστα με «δημοκρατικές διαδικασίες», να γίνεται νόμιμο μέλος της πολιτείας, να εκκλησιάζεται, να σκέφτεται «εθνικά», να συνυπάρχει και να… περιμένει. Πού καιρός για επανάσταση! Και γιατί άλλωστε; Να διορθωθεί τί και μ ποιό τρόπο; Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης, όπως είπαμε, Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιάς επανάστασης. Οι άνθρωποι πού προκύπτουν από μιά επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες. Η καταπίεση ευνοεί την αντίσταση και την ψυχική υγεία. Η επιτυχία και η επικράτηση κάνει ν’ αναβιώνει η εγωπάθεια, ο απολυταρχισμός, ο συγκεντρωτισμός και η απανθρωπιά. Η αντίσταση ξαναγεννά. Η Εξουσία φθείρει, καταστρέφει τα ζωογόνα κύτταρα του ανθρώπου. Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν’ ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας.

     Ο άνθρωπος σε μιά «έξυπνη» στιγμή του, έβγαλε τον Θεό και τον Δαίμονα από μέσα του και τους εναπόθεσε στους ουρανούς. Θέσπισε Νόμους, έχτισε εκκλησίες κι έγινε ανεύθυνος στην μοίρα του, μοιράζοντας τις ευθύνες έξω από αυτόν. Μιά σειρά τελετουργιών προδικάζουν την επιρροή του καλού ή του κακού. Κι έτσι αφέθηκε να τον καθοδηγεί η ανθρώπινη αδυναμία του κι όχι μιά σμιλεμένη ανθρώπινη κρίση. Η πολιτεία, το Κράτος, ευνοεί την εκπαίδευση εκείνη που δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο αλλά τον περιορίζει σε ειδικά πλαίσια, επωφελή για το «σύνολο». Και η ανθρώπινη κρίση άρχισε να περιορίζεται στα καθ’ ημάς κι όχι στις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης μας. Πώς να αντιδράσουμε όταν η μεγάλη πλειοψηφία ζει την πλάνη πώς εκπροσωπείται από τους τυχοδιώκτες του Τύπου και της Πολιτικής και πώς η θέλησή της κυβερνά; Πώς θα μπορέσει ν’ αποφύγει τη θανάσιμη ψευδαίσθηση που έντεχνα έχουν δημιουργήσει οι εκάστοτε κρατούντες κι ακόμη περισσότερο οι ψευτοσοσιαλιστές και οι αριστερίζοντες καιροσκόποι; Χίλιες φορές προτιμώ τους ιδαλγούς της παλαιάς αριστεράς από τους σοσιαλίζοντες τυχοδιώκτες, τους δήθεν πολέμιους της αντιδραστικής Δεξιάς. Η Δεξιά δεν υπάρχει, τουλάχιστον με την παραδοσιακή της συντηρητική μορφή. Μιά καινούργια τάξη αρχίζει να γεννιέται από τους φωτισμένους και ανησυχούντες κάθε παράταξης. Και φυσικά καλούμεθα να ζήσουμε διωγμούς και καταδιώξεις όλων αυτών των ανήσυχων και πεφωτισμένων, στο όνομα του λαού και του Σοσιαλισμού, ετούτη τη φορά. Όπως παλιά στο όνομα της Πατρίδας και του Έθνους ημών του Ιερού. Ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει η ανθρώπινη περιπέτεια αλλά και η ανθρώπινη ευπιστία. Πάντα ο άνθρωπος θα πιστεύει, πώς τα όνειρά του θα δικαιωθούν. Αλλά και πάντα θα αγνοεί πώς ο ίδιος καταστρέφει τα όνειρά του με το να ξυπνά κάθε πρωί. Κάθε πρωί κι όχι για πάντα, μιά και μόνη φορά.

          Το θέμα όμως παραμένει επιτακτικό και τυραννικό. Πώς ένας πολίτης που σκέφτεται και δεν εννοεί να συμβιβάζεται ή να βολεύεται στις ομαδικές πλάνες, μη συμμετέχοντας στα ομαδικά ή συντεχνιακά συμφέροντα, πώς ένας τέτοιος πολίτης είναι δυνατόν να διατηρήσει τη φωνή του και τη σημασία της, με το κύρος που του παρέχει η επιτυχής προσωπική του εργασία; Εδώ παρατηρούμε μιά συνεχή διαρροή επιτυχών πολιτών που για τον ένα ή άλλο λόγο δεν άντεξαν στην επιτυχία ή στην καθιέρωση. Το Κράτος τους κολακεύει με τη συμμετοχή τους στην άσκηση πολιτικών πράξεων. Τους χρίζει βουλευτές. Ένας πρώτος κι εύκολος εκμαυλισμός τους. Τους εισάγει στη Βουλή κι ενώ είναι γνωστό πώς η  Βουλή έχει πάψει προ πολλού ν’ αποτελεί κέντρο λήψεως αποφάσεων. Έχει καταλήξει σε κέντρο επικυρώσεως κυβερνητικών αποφάσεων. Είναι μιά βιτρίνα-επίφαση μιάς δήθεν Δημοκρατίας. Και ο «επιτυχών» ευνουχίζεται σε μιά παράσταση πού έχει πάψει πρό πολλού να σημαίνει κάτι παραπάνω από μιά «τελετουργία νεκρού θέματος».

          Και το κακό είναι πώς οι πολίτες συνηθίζουν στην παρερμηνεία των λέξεων και στις κενές περιεχομένου σπουδαιοφανείς ορολογίες, που επικίνδυνα έχουν επικρατήσει στους νεοελληνικούς καιρούς μας. Κι όχι μόνο στον τόπο μας, αν κι εδώ το κακό έχει παραγίνει. Έχουμε φτάσει σ’ εγκληματικά όρια, και η αντίδρασή μας δεν πρέπει να χωράει αναστολή. Προφέρονται ανενδοίαστα λέξεις-φράσει χωρίς ίχνος από το αρχικό τους περιεχόμενο. Και χαρακτηρίζεται η κυβερνητική δραστηριότητα από μιά τέτοια κενή περιεχομένου λεξιχρησία χωρίς ενδοιασμό, ντροπή ή επιφύλαξη, που υποτιμά την στοιχειώδη νοημοσύνη του Έλληνα πολίτη, τουλάχιστον στο ποσοστό των μ’ ευαισθησία ανησυχούντων και σκεπτομένων. Ζούμε την προετοιμασία νεοφασιστικών καιρών, στ’ όνομα του παντοδύναμου λαού και των «απλών» ανθρώπων. Και φυσικά ήταν επόμενο να φανούν «δημοσιογραφικά» όργανα για να υπηρετήσουν τον προετοιμαζόμενο νεοφασισμό, με εκχυδαϊσμένη γλώσσα, εσκεμμένες λεξινοθείες και ευτελείς κολακείες γερόντων και υποαναπτύκτων πολιτών. Με τη βασική γραμμή: «Όλοι οι επιφανείς επώνυμοι είναι φαύλοι, λαθραία αναδειχθέντες και επιπλέον ανώμαλοι. Μην θλίβεσαι εσύ απλέ πολίτη που δεν τους μοιάζεις. Πρέπει να τους απεχθάνεσαι και σε περίπτωση που το Κράτος γίνει στα μέτρα μας, θα τους εξαφανίζουμε, να μην ντροπιάζουν την πάτρια γη. Εσύ είσαι ανώτερος, υγιέστερος, εκλεκτότερος, περιφρόνησέ τους. Είσαι ο περιούσιος, άρα γίνου όργανό μας, επιδιώξεών μας, της Κυβερνήσεώς μας. Επιπλέον αγανάκτησε κι ανέλαβε μόνος σου με βίαιες πράξεις την θέση σου απέναντί τους, μιά και η Πολιτεία δεσμεύεται με… αντιδραστικούς ακόμη Νόμους».

          Αυτός είναι ο καυγάς κι εδώ πάνω δουλεύουν οι «άτεγκτοι ελεγκτές του Δημοσίου μας βίου» και τα δημοσιογραφικά τους όργανα. Το δηλητήριο σταλάζει λίγο-λίγο στην ψυχή και διαμορφώνει τις πρώτες μάζες που θ’ αναλάβουν τις πρωτοβουλίες. Θυμίζουν φυλλάδες Μονάχου πρίν από την άνοδο του Χίτλερ και αντίστοιχες στην Ιταλία του ’20 πρίν από την επικράτηση του Φάτσιου. Κολακεία των καθυστερημένων και αφελών και κατασκευή ομάδων αγανακτισμένων πολιτών.

          Μιά ομάδα ύποπτης προέλευσης και σκοτεινού παρελθόντος σχημάτισε εκδοτικούς οργανισμούς και απρόσμενα πήρε και εύσημα απ’ τον πρωθυπουργό μες στη Βουλή’ εκπροσωπείται από μέλη της Κυβερνήσεως μιά θρασύδειλη κι εκχυδαϊσμένη γλώσσα και μιά ύπουλη εκπροσώπηση λαϊκών στρωμάτων. Φαινόμενο που καμιά Δημοκρατία οσονδήποτε κι αν είναι φιλελεύθερη δεν μπορεί ν’ ανεχθεί. Η ανοχή είναι ένα λάθος που ίσως κληθούμε στο μέλλον να την πληρώσουμε ακριβά. Και σε μιά μελλοντική δικτατορία, δεν θα ΄χουμε πολίτες, έστω και με μιάς μεταπολεμικής προέλευσης ευαισθησία, για ν’ αντιδράσουν. Θα ‘χουμε νεαρούς ημιρατσιστές, ποδοσφαιρόφιλους κι αυριανιστές που θ’ αναλάβουν την υπεράσπιση πάλι του Έθνους, της Πατρίδος και της τρισχιλιετούς Ιστορίας μας. Φρίκη, αλλά όχι και τόσο απίθανη ή μακρινή.

          Τέλος: Ο Θάνατος μιάς αληθινής και δυνατής για τον τόπο φυσιογνωμίας, είναι όπως και να το κάνουμε ανακουφιστικός. Γι’ αυτό και το γιορτάζουν τόσο, η πολιτεία κι ο λαός, τιμώντας τον, αυτόν τον τόσο επιφανή θανόντα. Όλοι σκέφτονται: Επιτέλους, δεν θα προχωρήσει άλλο, κι ακόμη, θα μπορέσουμε να αποσιωπήσουμε ό,τι μας ενοχλεί, θα παρερμηνεύσουμε ό,τι μας ξέφυγε, θα εκμεταλλευτούμε τις ασάφειες και φυσικά την πνευματική ανεπάρκεια των πολιτών. Θα του κατασκευάσουμε μνημείο στα μέτρα μας: Ακίνδυνο. Θα τον κάνουμε σύμβολο- απαραιτήτως- εθνικό.

          Μόνο που κληρονόμοι κι εχθροί είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Κι αυτό είναι η μοίρα μας σαν Έθνος και σαν φυλή. Πολιτισμένοι και βάρβαροι υπήρξαμε εξ αρχής. Κι έτσι θα πορευτούμε. Ολίγον τι πολιτισμένοι και κάπως περισσότερον βάρβαροι, όσο προχωράει ο καιρός!, σελίδες 173-178.

Σχετικά:

         «Επιτρέψτε μου να πω δυό λόγια για τη σημερινή επέτειο. Δεν θα σας μιλήσω με συνθήματα. Θα σας μεταφέρω πρώτα τις σκέψεις μου και μετά αντιδράστε κατά την κρίση σας»

     Έτσι αρχινά ένα άλλο του κείμενο, «Για την 13η επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας» σελ. 156-160, ο Μάνος Χατζιδάκις, και συμπεριλαμβάνεται και αυτό όπως και το άλλο που αναδημοσιεύω, στον τόμο Μάνος Χατζιδάκις «Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ» εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1988, σ.156. Και συνεχίζει ο Μελωδός των Ονείρων μας τους κριτικούς συλλογισμούς του:

          «Όμως, οφείλουμε να ομολογήσουμε όσο κι αν δεν μας είναι αρεστό, πώς η πτώση της Χούντας δεν υπήρξεν μόνο έργο μιάς καθολικής λαϊκής αντίστασης. Διότι βλέπετε όλες οι μεταπολεμικές μας κυβερνήσεις δεν φρόντισαν να κατασκευάσουν ελεύθερους έλληνες πολίτες, ώστε η Χούντα, η κάθε Χούντα, να μην μπορεί να σταθεί ούτε λίγες ώρες. Το έθνος αντιπροσωπεύτηκε από τα φαντάσματά του. Από τα Μακρονήσια, τις Ασφάλειες, τις παρακρατικές οργανώσεις και κάθε λογής άθλια γεννήματα χωροφυλάκων και αρρωστημένων σαδιστών, πού μόνο κατάλληλοι δεν ήσαν για να κατασκευάσουν ελεύθερους πολίτες. Η πτώση της Χούντας υπήρξε αποτέλεσμα συγκυριών και μιάς αγιάτρευτης ως τη στιγμή εθνικής καταστροφής-της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο.» Ενώ τελειώνει το πολιτικό κείμενό του με: «Αυτά τα λίγα είχα να πω, σαν ελεύθερος Έλληνας πολίτης. Και σας ευχαριστώ». Σελ.160.  

     Ευτύχησε η γενιά μου μετά την πολιτική μεταπολίτευση του 1974, να δει την Τέχνη με την Πολιτική να συμβαδίζουν αρμονικά στις γενικές τους «προγραμματικές» πολιτικές και προβληματική για την αλλαγή και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας, την πολιτική χειραφέτηση και κοινωνική απελευθέρωση των Ελλήνων, που έβγαιναν τραυματισμένοι από μια επτάχρονη δικτατορία. Ο πολιτικός λόγος που εξέφραζαν οι έλληνες λόγιοι, οι διανοούμενοι, οι ανθρώποι του πνεύματος, οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι, οι συγγραφείς, οι ποιητές, οι ηθοποιοί, οι μουσικοί, οι μουσικοσυνθέτες, οι σκηνοθέτες κλπ., ενώνονταν ή συνδιαλέγονταν με τον πολιτικό λόγο των σύγχρονων πολιτικών. Ήταν ένα είδος προέκτασης της πολιτικής σκέψης της εποχής με άλλους τρόπους έκφρασης και αντίδρασης. Η πολιτική στάση και φωνή των ανθρώπων της τέχνης των γραμμάτων και των τεχνών, διέθεται και εξέφραζε το άλλο ήθος της πολιτικής, που είχε χαθεί από τους πολιτικούς και την κομματική μονοσήμαντη διαχείρισής τους. Ελεύθερες φωνές ελλήνων καλλιτεχνών, ενεργά συμμετεχόντων στα κοινά, οι οποίες μας μιλούσαν για την πολιτική αξιοπρέπεια του έλληνα πολίτη, τον σεβασμό του που απαιτούσαν από τις κρατικές αρχές, το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο, την αλλαγή των θεσμών της κυβερνητικής εξουσίας, των δομών της πολιτείας που φυλάκιζε κάθε αντιφρονούντα ενέργεια και ιδέα. Την οργισμένη αυτή αγωνιστικότητα του  Ελληνικού Λαού που σαν φουρτουνιασμένο ποτάμι ξεχείλιζε και πλημμύριζε τους δρόμους και τις πλατείες, τα στάδια και τις μεγάλες συνεδριακές αίθουσες, εξέφραζε ο επαναστατικός και αντισυμβατικός πολιτικός λόγος και γραφή των ανθρώπων του πνεύματος και των τεχνών, στα έντονα πολιτικοποιημένα και κομματικοποιημένα χρόνια μετά την μεταπολίτευση των εφηβικών μας χρόνων. Καθρέφτιζε την αρχή της έλλειψης εμπιστοσύνης των Ελλήνων και Ελληνίδων απέναντι στους πολιτικούς και στην πολιτική των μεγάλων επαναστατικών ιδεολογιών του προηγούμενου αιώνα. Ένας πολιτικός λόγος αμφισβήτησης μέσα από διάφορα ηχεία προφορικού και γραπτού λόγου. Ο Πολιτισμός ήταν η άλλη μορφή της πολιτικής χειραφέτησης του ελληνικού λαού. Οι φωνές, οι σκέψεις, ο δημόσιος λόγος και η δημόσια έκθεσή τους, η ατομική στάση των ενεργών πολιτών προερχόμενων από τον χώρο του πολιτισμού, ενέπνεε τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, τους εμψύχωνε, στέριωνε την αγωνιστική τους συνείδηση, ενεθάρρυνε το επαναστατικό τους φρόνημα, καθοδηγούσε αρκετές φορές την ψήφο τους στις εκλογές. Αυτό δεν μας φανερώνει ο βίος και η πολιτεία, οι συνθέσεις και τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη; Η μουσική παρουσία του Μάνου Λοΐζου, του Χρήστου Λεοντή, του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι, οι στίχοι και οι μουσικές συνθέσεις του Διονύση Σαββόπουλου, του Γιάννη Μαρκόπουλου και σύγχρονων καλλιτεχνών; Οι φωνές και οι ερμηνείες του Γιώργου Νταλάρα, της Μαρίας Φαραντούρη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, της Μαρίας Δημητριάδη, του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, του Νικόλα Άσιμου, της Μελίνας Μερκούρη, του Μάνου Κατράκη δεν ήταν φωνές πολιτικές, ορόσημα της εποχής τους; Η καλλιτεχνική επιθυμία της τραγωδού Άννας Συνοδινού και ο οραματισμός της να κατασκευασθεί στο λόφο του Λυκαβηττού υπαίθριο θέατρο δεν είχε τα εχέγγυα μιάς πολιτικής της στάσης; Η βουλευτική παρουσία του ηθοποιού Κώστα Καζάκου δεν είχε ισχυρό πολιτικό συμβολισμό; Φωνές και γραφές από διάφορα είδη της τέχνης, ελλήνων καλλιτεχνών οι οποίες μας προσέφεραν ακόμα και τα δεδομένα να τις αμφισβητήσουμε. Αμφισβητήστε μας έλεγε ο πολιτικός Ανδρέας Παπανδρέου σε σύναξη των ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών. Αμφισβητήστε μας έλεγε σε πολιτικές του ομιλίες σε πλατείες ο αριστερός Μίκης και ιδρυτής των Λαμπράκηδων, το ίδιο και άλλοι μεμονωμένοι καλλιτέχνες. Ο Πολιτισμός και η Πολιτική ακολουθούσαν κοινή πορεία έστω και αν ο πρώτος συνήθως αντιπολιτεύονταν την δεύτερη, καυτηρίαζε τις πολιτικές της ανακολουθίες, στηλίτευε τις υποσχέσεις που ενώ τις εξήγγειλε, δεν τις κρατούσε ο πολιτικός εκλεγμένος εκπρόσωπός μας. Ο δημοσιογραφικός λόγος του Γιώργου Βότση στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» συναντούσε την ποιητική φωνή της Ρωμιοσύνης, του Γιάννη Ρίτσου, ο επίσης δημοσιογραφικός λόγος του Γιώργου Μασσαβέτα ακουμπούσε την πολιτική δημοσιογραφία του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου. Η ιστορική και πολιτική συγγραφική δημιουργία του Σπύρου Λιναρδάτου διασταυρώνονταν με την δημοσιογραφική και συγγραφική πένα του Γιάννη Καψή. Ο ιστορικός λόγος του Τάσου Βουρνά με την δημοσιογραφική φωνή του Γιώργου Λιάνη. Η βιβλιοκριτική φωνή του Κώστα Σταματίου στην εφημερίδα «Τα Νέα» ή του Κώστα Τσαούση στο «Έθνος» ιχνογραφούσε ανάγλυφα τόσο το λογοτεχνικό πεδίο όσο και το ιστορικό, το πολιτικό της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το ίδιο και οι φωνές του Αλέξανδρου Κοτζιά στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», του Μ. Μ. Παπαϊωάννου στον «Ριζοσπάστη». Δεν έχουν πολιτική χροιά οι βιβλιοκριτικές του Ευγένιου Αρανίτση, του Παντελή Μπουκάλα, του Δημοσθένη Κούρτοβικ, τα κείμενα του Τάκη Θεοδωρόπουλου; Η μυθιστορηματική παραγωγή του συγγραφέα και πολιτικού Βασίλη Βασιλικού δεν συνδέεται στενά με τις πολιτικές αναταραχές των δεκαετιών 1960, 1970, 1980; Από την εποχή του «Ζ» στην περίοδο του «Κ» του «σκανδάλου Κοσκωτά». Τα μυθιστορήματα του Σπύρου Πλασκοβίτη δεν βασίζονται σε πολιτικά γεγονότα της ελληνικής επαρχίας; «Το φράγμα». Η κινηματογραφική αισθητική του σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά δεν είναι αμιγώς πολιτική; «Ο αγνοούμενος», το «Ζ». Ο κινηματογραφικός φακός του σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη δεν συνάντησε την πολιτική μουσική του στιχουργού και μουσικοσυνθέτη Διονύση Σαββόπουλου; «Happy day». Ο ρωμαλέος πολιτικός στίχος του ποιητή Νίκου Γκάτσου δεν έδεσε αρμονικά με την μουσική έκφραση του Σταύρου Ξαρχάκου, του Μάνου Χατζιδάκι, του Γιώργου Χατζηνάσιου; Ο Νίκος Κούνδουρος δεν υπήρξε ένας πολιτικά σκεπτόμενος «διανοούμενος» όταν συναντούσε στην κινηματογραφική του διαδρομή όχι μόνο τον «Λόρδο Βύρωνα». Ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος δεν εξέφρασε με τις ταινίες του τα χαμένα όνειρα της μαρξιστικής ιδεολογίας, τα προδομένα οράματα της ηττημένης αριστερής παράταξης; Η παρουσία της ηθοποιού Εύας Κοταμανίδου δεν είναι και καλλιτεχνική και πολιτική; Η ποιητική σύνθεση του νομπελίστα μας ποιητή «Μαρία Νεφέλη» δεν είναι πέρα των άλλων, μία πολιτική ποιητική «μπροσούρα»; Ο πεζογραφικός λόγος του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη δεν διαπραγματεύεται πολιτικά ζητήματα προγενέστερων αγροτικών εποχών; Η ποιητική φωνή του Κωστή Παλαμά, του Κώστα Βάρναλη, του πεζογράφου Ίωνα Δραγούμη, του Ζήσιμου Σκάρου κλπ.

Η ατομική γλώσσα και προσωπική γραφή των καλλιτεχνών και των συγγραφέων, ενδέχεται να αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον, να γίνεται περισσότερο αρεστή όταν εκφράζει και καθρεφτίζει την πολιτική προβληματική και τις θυελλώδεις ιστορικές ταυτότητας περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας. Κλασικό παράδειγμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Ανατόλ Φράνς, ο Ονόρε ντε Μπαλζάκ, ο Δουμάς, ο Κάρολος Ντίκενς κλπ. Είναι εύλογο λοιπόν, οι έλληνες λόγιοι και άνθρωποι της τέχνης να υιοθετούν τον πολιτικό λόγο, όταν μάλιστα, απευθύνονται σε έναν πανάρχαιο ιστορικό Λαό, τον Ελληνικό, ο οποίος έζησε για μεγάλα ιστορικά διαστήματα σε ταραγμένες πολιτικά εποχές. Περιόδους σκλαβιάς, πολέμων, ξένων εισβολών και επεμβάσεων, τραυματικές και διχαστικές, εμφύλιους σπαραγμούς. (Εμείς οι Έλληνες αν δεν πολεμούσαμε τους γειτονικούς λαούς κάναμε εμφύλιους πολέμους μεταξύ μας. Πάντα όμως είμασταν ετοιμοπόλεμοι). Ίσως ο ελληνικός λαός να είναι ένας από τους πιό πολιτικοποιημένους λαούς τουλάχιστον της μεσογειακής λεκάνης. Φωνές και γραφές των προηγούμενων δεκαετιών, ποιητών όπως ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Νίκος Παππάς και πολλοί άλλοι έγιναν ποιητικά σύμβολα της εποχής τους εξαιτίας της πολιτικής τους γραφής, βάδισαν πάνω σε πολιτικές και τις ιδεολογίας ράγες, το ίδιο έπραξαν και ακολούθησαν οι λόγιοι και οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών της σύγχρονης πολιτικής και πνευματικής περιόδου μετά το 1974. Θα τολμούσαμε να σημειώναμε ότι ακόμα και η πολύμοχθη ατομική προσπάθεια της μουσικού Δόμνας Σαμίου να επισκέπτεται διάφορες περιοχές της αγροτικής υπαίθρου, χωριά και απάτητες περιοχές της ελληνικής επαρχίας, να ανακαλύπτει και να διασώζει, καταγράφει αυθεντικές φωνές, δημοτικά τραγούδια, δημοτικά λαϊκά ακούσματα, αυθεντικούς μουσικούς δημοτικούς ήχους και μουσικές αισθήσεις και οσμές, ηχοχρώματα της ελληνικής παράδοσης, και πολλές να μας τις επανερμηνεύει και εκτελεί, να μας τις γνωρίζει, να τις καθιστά κτήμα του Ελληνικού Λαού, να τις διασώζει στο χρόνο, ήταν μία πολιτική πράξη με την βαρύτητα του προσωπικού της ήθους προσφοράς. Όπως αντίστοιχα και οι συνθέσεις και πολλά από τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, του Απόστολου Καρδάρα, στίχοι της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του Άλκη Αλκαίου. Οι μουσικές εκπομπές του Γιώργου Παπαστεφάνου, του Γιάννη Πετρίδη, (που εξακολουθεί να μας διδάσκει την ιστορία του παγκόσμιου μουσικού στερεώματος και να φωτογραφίζει τις πολιτικές συνθήκες της εποχής του) τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές που διέσωσαν την εντιμότητα και την αλήθεια, την μαρτυρία μιάς μουσικής παράδοσης ενταγμένης μέσα στην πολιτική εικόνα της εποχής της.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οφείλουμε να εξετάσουμε και να εντάξουμε τον φιλτραρισμένο αισθητικά ομιλούντα λόγο και γραφή του Μάνου Χατζιδάκι, τον διαρκή πολιτικό και περί αισθητικής σχολιασμό του. Ενός λόγου τολμηρού ακόμα και σήμερα, αναρχικού σε αρκετές του διαστάσεις, επαναστατικής πνοής και αγωνιστικών προθέσεων. Μιάς φωνής καθαρά πολιτικής, ακηδεμόνευτης, ανεξάρτητης, σοβαρής, κατανοητής, εφευρετικής στην προβληματική της, που δεν κοιτούσε να γίνεται αρεστή στα αυτιά μας αλλά, να κεντρίσει επαναστατικά και ανθρωπιστικά την συνείδησή μας. Να εμπλουτίσει το πολιτικό μας σκεπτικό, να αλλάξει τις πολιτικές μας κατεστημένες πρακτικές και σκέψεις. Είναι η φωνή ενός αυθεντικού και ευαίσθητου, ελεύθερου καλλιτέχνη ο οποίος κατόρθωσε να συζεύξει το ήθος της τέχνης του με το ήθος της πολιτικής του στάσης σαν ατόμου και συμπεριφορά σαν ενεργού πολίτη αυτής της χώρας στην εποχή του. Ένας μουσικός και της ελληνικής παιδείας παιδαγωγός ο οποίος ύφανε την αισθητική με την πολιτική τέχνη, λόγο και αντιπολιτευτική κριτική απέναντι σε κάθε μορφής καταπίεση, συστήματος εξουσίας. Ένας σε όλες του τις συνδηλώσεις αντιεξουσιαστικός λόγος, με βαθύ σεβασμό στην ανθρώπινη ελευθερία, ελεύθερη βούληση, ακηδεμόνευτη κρίση. Η γραφή του δεν ακροβατεί, η σκέψη του δεν έχει ιδεολογικές εμμονές, δεν στέκεται σε πολιτικές συνήθειες του συνόλου ή κομματικές ανακολουθίες της μιάς ή της άλλης πολιτικής παράταξης. Στέκεται «επιθετικά» τόσο στην «δική του» πολιτική κυβερνητική παράταξη όσο και της αντιπάλου αντιπολιτευτικής. Η φωνή του Μάνου Χατζιδάκι δεν είναι αναξιόπιστη πολιτικά, δεν ψεύδεται στον πολιτικό του σχολιασμό, δεν λυγίζει από ιδιοτελές συμφέρον, είναι η κριτική μαρτυρία και η κοινωνική και πολιτική αγωνία της ιστορίας της εποχής του. Είναι ένας λόγος πάντα εμπνευσμένος και σοβαρός, επιχειρηματικός, έχει την δική του ποιότητα και ανεξαρτησία. Είναι ευγενής και οξύς αλλά όχι θανατηφόρος. Έχει στοιχεία διαχρονικότητας και όχι επικαιρικότητας. Δεν είναι δηλαδή εφήμερος βασιζόμενος μόνο στο γεγονός και την παθογένεια της κατάστασης που ακτινογραφεί και αποτυπώνει. Είναι ενεργητικά συμπαραστατικός καθώς μας μιλά για την ατεχνία της πολιτικής και των πολιτικών συμπεριφορών. Δεν «εξαφανίζει» τον πολιτικό λόγο που αμφισβητεί, δεν τον συνθλίβει, αντίθετα, τον αναδεικνύει στις σωστές του διαστάσεις και πολιτικές ανάγκες, αυτές που εκφράζουν τα οράματα και τις ανάγκες των απλών Ελλήνων, τα κοινωνικά και ατομικά τους όνειρα. Είναι συντροφικός της πολιτικής και όχι αποκαθηλωτικός. Δεν είναι ανταγωνιστικός, ο Μάνος Χατζιδάκις στηλιτεύει νοοτροπίες. Σκέψεις κλειστές, ανώριμες, ανιστόρητες, συντηρητικές. Ευνουχισμένες από τα κάθε λογής και ιδεολογίας συστήματα της Εξουσίας.

     Σε λίγες μέρες θα πάμε όλοι μας να ψηφήσουμε ότι η πολιτική του καθενός συνείδηση και πολιτική ιστορική του περιπέτεια του «επιβάλει» ας αναζητήσουμε εκ νέου την φωνή του Μάνου Χατζιδάκι θα είναι ένας σοφός σύμβουλος στην εκλογική και πολιτική μας επιλογή. Όχι σαν μία ακόμα «γκουρού» πολιτική φωνή των ημερών μας, αλλά, σαν την πολιτική φωνή και ανοιχτή σκέψη ενός ελευθερόφρονα Έλληνα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Πέμπτη 18 Μαϊου 2023

     

          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου