Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Εορτάζοντας την Ημέρα της Ποίησης

 

  Η μ έ ρ α   Π ο ί η σ η ς   21 Μαρτίου 2024

Απάνθισμα 21 Ποιημάτων

του ποιητή Κώστα Στεργιόπουλου

     

   1. Π Α Ν Ω   Α Π’  Τ Α  Σ Υ Ν Ν Ε Φ Α

                Στον Τάκη Βαρβιτσιώτη.

Πυκνόμαλλα κοπάδια που σαλεύουνε

σε ανάστροφο ουρανό.

 

Καπνοί κι εκρήξεις από ηφαίστεια

ή λόφοι από μπαμπάκι.

 

Μαλλιά ξασμένα

για να χάσκει το κενό-

κι ανάμεσα

φολιδωτό τέρας η θάλασσα.

 

Εκεί στέκουνε κι εμείς περνούμε.

 

Τόποι με δέντρα χιονισμένα’

τα κόβουμε με το φτερό.

 

Ο ουρανός έγινε γη κι η γη ουρανός. Σελ. 57

       2. Μ Ε Σ Α   Σ Τ Η    Β Λ Α Σ Τ Η Σ Η

                     Στον Kimon Friar.

Μέσα στη βλάστηση,

παραμονεύουν κρυμμένοι ο σκορπιός, η έχιδνα’

τέρατα προϊστορικά ετοιμάζουν την επίθεσή τους,

κι η κατακτημένη σελήνη, πάντοτε υποκριτική,

κρύβεται τάχα πίσω απ’ τα κλαδιά κι από τα

     σύννεφα,

σαν τη ντροπαλή παρθένα.

 

Επιμένουν ακόμη να ζουν παλιά πράγματα:

ένας σκουριασμένος ανεμοδείχτης πετεινός,

όπως μεθαύριο μια κεραία τηλεοράσεως.

Ο τυφλοπόντικας ακονίζει το δόντι του,

κι ο γυμνοσάλιαγκας δοκιμάζει το σάλιο του.

 

Μα δεν τα γνωρίζω πια και δε με γνωρίζουν. σελ. 93.

          3. Α Σ’  Τ Ο Ν Ε  Ν Α  Μ Ι Λ Η Σ Ε Ι

             «Να πνιγούν οι πνιγμένοι, να εκβραστούν.»

                       Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ («Δενδρόκηπος» (Ι), ΙΙ)

                                 Στον Θέμελη.

Άσ’ τονε να μιλήσει ακόμα εκείνον που ‘χεις φυλακι-

     σμένο’

δε γλιτώνει κανείς τόσο βολικά απ’ τον ίσκιο του,

κι απ’ όλα αυτά που ασπρίζουν τα μαλλιά χωρίς να

     σε γερνάνε.

Ας βουλιάξουν όλοι μαζί οι πνιγμένοι.

Τόσο έχει εισδύσει η σκόνη στα ρουθούνια μας!

Ας βουλιάξουν όλοι μαζί, με τα κρυμμένα

στιλέτα και τα υποκριτικά χαμόγελα.

 

Θρύψαλα όλα κι άλλη μια φορά.

Σαν τα γυαλιά ή τη ζάχαρη

χυμένη που πατούμε χάμω.

 

Μα άσ’ τονε να μιλήσει ακόμα.

Να σκοτώσει κανένας δε μπορεί τον ίσκιο του.

Ξετρύπωσε από μια στενή ρωγμή’

σε χαιρετάει, σου βγάζει το καπέλο του! σελ. 99

                  4. 5

                Στον Σταύρο Βαβούρη.

Ύστερα από μια πλούσια ευωχία,

ξαναγυρίζει κανείς τρέμοντας στο σκληρό αγώνα.

Αυτές οι αιθρίες θα φέρναν καταιγίδες.

Επόμενο που χάλασε ο καιρός,

έπειτα από τόσες μονότονες, λαμπρές λιακάδες.

Μα, έτσι κι αλλιώς, οι άγγελοι δε θα ‘ρχονταν στους

     πικρούς καιρούς μας.

Κι αν ήτανε να ‘ρθουν, θα ξαναφεύγαν. σελ. 143

           5. Ο  Π Ρ Ο Γ Ο Ν Ο Σ

            Στη μνήμη του Άγγελου Τερζάκη.

Κανείς δεν τον πρόφτασε και δεν τον ήξερε.

Υπήρχαμε σα να μην υπήρξε.

Δεν ξέραμε καν ποιος είμαι εγώ, εσύ,

ποιος είναι ο κόσμος.

 

Πού να πάμε πιο πίσω;

Η ζωή άρχιζε με φυσαλίδες,

αλλά τέλειωνε πάντα σ’ έναν τάφο.

 

Τον ανακαλύψαμε,

όταν είχαμε σκαφτεί βαθιά ως τα κόκαλα:

ψυχή να καίει σαν αναμμένο κάρβουνο,

μ’ αυτή την έκρηξη μέσα στα μάτια.

 

Κι ωστόσο, εκείνος είχε προπληρώσει γι όλους μας.

Ανεξερεύνητος,

μπορούσε πια να σώζει. σελ.159

         6. Φ Ο Ρ Τ Ι Ο   Ζ Ω Η Σ

   Στον Γ. Π. Σαββίδη, που ξέρει τη Λεωφόρο απ’ την… αρχή της.      

Άσπρη και πράσινη θάλασσα θυμάμαι τις λεύκες στη Λεω-

     φόρο,

τώρα που όλες οι φυλλωσιές αρχίσαν να σαλεύουν.

Πράσινη κι άσπρη θάλασσα θυμάμαι εκείνες τις λεύκες,

παλιές αρχόντισσες θροϊζοντας μες στα μεταξωτά τους,

που μόνο η μνήμη μου πια μπορεί να τις κάνει να σαλέψουν.

 

Με τόση φύση γύρω δε μπορώ να δω τη φύση.

 

Μνήμες από βαθύχορδο και βιολοντσέλο

στην ερημιά που σου κρυώνει το αίμα.

Χρόνια βαρύς σε πέταγε στο στήθος σου ο βραχνάς,

τόσο βαρύς με πέταγε στο στήθος μου ο βραχνάς,

που μου ‘χει αφήσει απάνω μου το πάτημά του ακόμα.

 

Τις μάντρες με τα μάρμαρα θυμάμαι στη Λεωφόρο,

άσπρους σταυρούς κι αγγέλους επιτάφιους.

«ΑΝΘΗ ΦΥΤΑ ΣΤΟΥ ΒΙΝΤΖΗΛΑΙΟΥ»,

πού ξέβαφαν στους τοίχους.

Ήλιους βυζαντινούς σε μέρες φλογισμένες.

 

Επάλιωσε ο καιρός κι εμείς μαζί του.

Ο κόσμος όλος έγινε πιο μολυσμένος

κι απ’ τα νερά της Ελευσίνας.

Δεν ξέρεις πια ποιος είναι ο γύφτος ποια η αρκούδα.

 

Σηκώνοντας χρόνια αυτό το βάρος,

τόσο φορτίο ζωής,

για πόσα πράματα έπρεπε να κάνω υπομονή ο ανυ-

     πόμονος!

Αλλά δε θέλω να πάψω να σηκώνω αυτό το βάρος,

που είναι τουλάχιστον φορτίο ζωής. Σελ. 223

      7. Μ Ε  Τ Α  Δ Ο Ν Τ Ι Α

          Στον Φάνη Ι. Κακριδή.

Σκοποί τελευταίο νούμερο,

ανάμεσα στους απογόνους των δεινοσαύρων.

Να κρατήσουμε πρέπει μ’ έναν κόκκο σινάπεως.

Ολιγόπιστοι, μα όχι άπιστοι.

Με τα δόντια πρέπει να κρατήσουμε,

δεκατιζόμενοι.

 

Ο κόσμος μας ετοιμοθάνατος,

κι ο καιρός μας ένας μεθυσμένος,

που προσπαθούμε να τον στηρίξουμε,

τρεκλίζοντας κι εμείς μαζί του.

 

Κνίσες και τελετουργικές θυσίες στο Μαμμωνά.

Μικροαστός στο τιμόνι κι η συντροφιά όλο χαμό-

      γελα,

καταβροχθίζοντας εκεί τα σφάγια.

Σφίγγες ωραίες,

με μυστικά και δίχως μυστικά,

«ποπ» και «οπ»,

και τα πόδια τους γδύνουν τον αέρα.

 

Αυτή τη λίγη πίστη

με πόσο πείσμα την κρατώ.

Γιατί χανόμαστε αλλιώς,

το καράβι κάνει νερά

και κατεβαίνουμε όλοι στον πάτο. Σελ. 39.

     8. Γ Ι Α  Μ Ι Α Σ  Σ Τ Ι Γ Μ Η Σ  Χ Α Ρ Α

            «… ασμενέστατα μέντοι αυτό απέφυγον,

              ώσπερ λυττώντά τινα και άγριον δε-

               σπότην αποδράς.»

                        ΠΛΑΤΩΝ («Πολιτεία», Α΄ 329 c.)

              Στον Φάνη Ι. Κακριδή.

Η γεύση του καιρού είναι μες στα μήλα

και στους καρπούς του έρωτα,

καθώς ξυπνάει και πάλι το αποκοιμισμένο μου αίμα.

Καιρός ν’ αρχίσω ξανά τη μάχη με το μεγάλο δαίμονά μου.

Κι εσύ το πίστευες και δεν το πίστευες,

πως είχες τάχα από φριχτό δυνάστη απαλλαχτεί.

 

Πολύ νωρίς και πολύ αργά.

Όλο μας φαίνεται ο βίος βραχύς κι όλα βαστάει ακόμη.

Ανάβεις με ξύλα μια μικρή φωτιά,

και την άλλη μέρα βρίσκεις καμένο όλο το δάσος.

 

Όσο πιο το σκοινί τεντώνει η στέρηση

τόσο και πιο μεγάλη ύστερα η πτώση,

καθώς ζυγιάζεσαι κρατώντας την ψυχή στα δόντια για

     μιας στιγμής χαρά

κι έπειτα βυθίζεσαι στη θλίψη του ζώου.

 

Δεν αγαπώ τη σάρκα του έρωτα’

αγαπώ τη λάμψη που τη φλογίζει.

Αλλά μαζί με την ορμήν αυτή, που τόσο μας βασάνισε,

αισθάνεσαι να φεύγει

                                τη ζωή. σελ. 167.                  

     9. Τ Ο Υ  Λ Ι Μ Α Ν Ι Ο Υ

             Στον Αντώνη Κ. Λάβδα.

Ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα.

Θερμές αχτίδες. Πανί που τρέμει,

όπως μια προσδοκία, όταν φυσά

το πελαγίσιο το μελτέμι.

 

Εδώ την αρμυρή αντηλιά λησμόνησαν,

νωχελικά, πάνω στα κόκκινα καϊκια,

ο ήλιος κι οι λιτανείες των καταρτιών,

που λεν τ’ αλλοτινά μοτίβα.

 

Και πέρα, απ’ του πελάγου την αχλή,

αφρίζοντας γύρω στα βράχια, εδώ που μένω,

έρχεται με τα λέπια τα λευκά του το πολύ,

το σκούρο θαλασσί, το θυμωμένο.

 

Όμως ο νυσταγμένος ήλιος δε βαστά-

και να: εκεί, κάτω απ’ τον ορίζοντα, γέρνει τα μάτια.

Τώρα δεν είμαι τίποτα.

Είμαι άνεμος, που κρέμεται σχισμένος στα κατάρτια.

 

(Θα μείνει κάποια απίθανη γραμμή μακριά

-μόνο κάποια γραμμή-σαν απορία,

όταν θ’ αρχίσει η θάλασσα, καθώς χλιαρή παρηγοριά,

τη χαμηλή της φλυαρία.

 

Θ’ ανάψουνε δειλά τα φώτα πάνω στο νερό,

στο ήσυχο το νερό, μακραίνοντας, ολοένα

μακραίνοντας,- σα να ζητάνε τον αλλοτινό καιρό

μέσα στο μαύρο της πυθμένα.)

 

Ύπουλη κούραση πια ο ρεμβασμός.

Κι έκπληκτο βλέπει το άπειρο που ξεθυμαίνει,

πώς στάθηκαν αδελφικά η ψυχή κι ο λογισμός,

δειλοί- και σαν αφηρημένοι… σελ. 11      

       10. Η  Σ Ι Ω Π Η

Έπεσε στη ζωή μας μιά πηχτή σιωπή,

σαν τη σιγή που πέφτει

μετά το σκάσιμο της κανονιάς.

 

Σιωπή τόσον καιρό, σιωπή.

 

Τί μένει να κάνουμε πιά

παρά ν’ αρχίσουμε απ’ την αρχή.

Όχι για τίποτ’ άλλο’ για να επιζήσουμε.

 

Βρεθήκαμε ούτε καλά-καλά στη μέση,

απ’ την κακή μεριά,

εκπατρισμένη μέσα στην πατρίδα μας,

ν’ ακούμε τις ύαινες και τα τσακάλια.

 

Τυμπανιστές χωρίς τύμπανα.

Σαλπιγκτές δίχως σάλπιγγες.

Λογχοφόροι χωρίς λόγχες.

 

Να μιλάς είναι πάντοτε μιά λύση. Σελ.67

    11 ΣΤΗ  ΧΩΡΑ  ΤΟΥ  ΗΛΙΟΥ

Πάλι ξεμυτίζει η κάμπια,

και το μυρμήγκι βγαίνει στράτα.

Στα ψυχρά κλίματα της καλοσύνης

βόσκει ο ήλιος,

κι’ η τσουκνίδα στη ραγισμένη καρδιά

     της πέτρας.

 

Ούτε τη βλέπω πιά την άνοιξη,

αν φεύγει, αν έρχεται.

Κλεισμένος μέσα σ’ αυτό το κάστρο,

πόσο θ’ αντέξω;

Κι’ όταν νικώ, ξοδεύω τις δυνάμεις μου.

 

Σ’ όποιο τραπέζι κάθησα,

ήμουνα καλεσμένος και περαστικός.

Με σήκωναν με τη μπουκιά στο στόμα,

και με πετούσαν έξω.

 

Μα τώρα καιρό δεν έχω

στη χώρα του ήλιου και της μαύρης μοίρας.

Έρχονται οι άσπλαχνοι καιροί,

έρχονται οι μεγάλες μεταμορφώσεις.

 

Κι’ εμείς δεν έχουμε άλλον ήλιο από τον

     ήλιο μας,

άλλο θάνατο απ’ το θάνατό μας. σελ.70

      12.   VI

            Στόν Γιάννη Μπακογιαννόπουλο.

     Τώρα μπορούμε να δρέψουμε πάλι τ’ αποκαϊδια της

          πυρκαγιάς.

κρατώντας ακόμα στα μάτια μας το φάσμα της πλάνης,

σφίγγοντας ακόμα στα χέρια μας το σχήμα της απάτης.

 

Μια σύντομη αστραπή, που σε βυθίζει στο σκοτάδι.

 

Αυτό που έχω να πω τρέμει μες στη φωνή μου.

Ζήσαμε μέσα σε τόση τύψη, τόση σιωπή,

κρύβοντας μέσα στα σπλάχνα μας τέτοια δίψα,

     τέτοια ζωή!

Ήταν μια οφθαλμαπάτη από νερά και βλάστηση,

μια στάλα δροσερό νερό την ώρα της μεγάλης δίψας.

 

Τώρα, μένουμε εδώ, στην άκρη της σιωπής,

γιατί μας έτρωγε το πάθος για τα είδωλα,

τιμωρημένοι καθώς οι μυθικοί μας πρόγονοι:

ο Προμηθέας, ο Σίσυφος κι ο Τάνταλος. Σελ. 168.    

        13. Ο  Τ Α Φ Ο Σ   Τ Ο Υ  Τ Ε Λ Ο Υ   Α Γ Ρ Α

Ύστερα απ’ τις Ολύμπιες στήλες, που γυμνώ-

νουν ξάφνου τον ορίζοντα,

ο δρόμος ο ανθισμένος και λευκός,

σαν εκκλησία το μεσημέρι τη Μεγάλη Παρασκευή,

ίσιος, χωρίς καμπάνες,

με τη μαρμάρινη την Πύλη, που χωρίζει από τα εγκόσμια,

κι εκεί στο βάθος, τους πολλούς σταυρούς- σταυρούς:

ο τάφος στου!

 

(Ίσως να ‘ρθω κάποτε και με τα βήματα του ύπνου,

οδεύοντας μέσα απ’ τη χώρα του ύπνου.)

 

Δεν είναι άλλος κανείς σήμερα εδώ. Πόση ερημιά!

Άλλο από το τραγούδι των πουλιών, την αμφίβολη συννεφιά,

την αύρα που ακραγγίζει τα χορτάρια με το φόρεμά της.

Κι η γης είναι ζεστή, σα μιαν αγκάλη ερωτική.

Όμως, δεν είναι άλλος κανείς σήμερα εδώ’

εδώ, που κάθομαι στο μνήμα σου.

 

(Μα ίσως κάποτε να ‘ρθω και με τα βήματα του ύπνου,

οδεύοντας με την αφή του ύπνου,

και ν’ ανταμώσουμε-εκεί, στη χώρα του ύπνου.)

 

Για δες, πιο πέρα, στη σειρά-σειρά,

ίσκιοι από κυπαρίσσια που μυρίζουν  θλιβερά.

Και δες, πάνω από τις φτελιές, ο εαρινός ουρανός.

Μες στους παράταιρους σταυρούς, ένας άσπρος σταυρός:

ο τάφος σου!

 

(Τώρα, όταν σου μιλεί η βροχή πάνω στο κρύο το μάρμαρο,

θα ‘ρχονται τα πουλιά να πίνουνε νερό

στις άβαθες λακκούβες, που στρογγύλεψε ο καιρός.)

 

Τα νέα κορίτσια για να ‘ρθουν είναι πολύ μακριά.

Πέρα, στην πολιτεία, ανυποψίαστο άγαλμα

μιανής στιγμής η ανθρώπινη ομορφιά.

Μην τα προσμένεις.

Αν είσαι μόνος, με την άνοιξη έσμιξες την ερημιά σου

-κι ο ήλιος σου αρκεί:

μια αχτίδα φως, από λοξή χαραματιά,

μέσα στη σκοτεινή την κάμαρα που μένεις… σελ.71

      14. Δ Ε  Μ Π Ο Ρ Ε Σ Α  Ν Α  Κ Α Τ Α Λ Α Β Ω…

                Στον Στέφανο Διαλησμά.

Δε μπόρεσα να καταλάβω την αταραξία των δέντρων,

αυτή τη χάρη του Θεού.

 

Ποιος είναι βέβαιος πια για τίποτα!

Το σώμα δεν κουράζεται μόνον, αλλά κι εκδικείται,

σαν του στερείς του ζώου τη βεβαιότητα.

 

Εμάς ακόμα

μας ψήνουν τα λιοπύρια πάνω από τους τάφους,

βροχές μας μαστιγώνουνε και κρύοι βοριάδες

μας σβήνουν τα κεριά.

Και πάλι έχουμε κι άλλα δάκρυα,

που κάποτε κι αυτά στερεύουν.

 

Άμα έχεις αφήσει πίσω σου όλη την έρημο κι η

     έρημος συνεχίζεται.

Όταν αλλάζει πια η ψυχή το δέρμα της

και χάνει το πρώτο της χνούδι.

 

(Έπαιζε πάντα ο δαίμονας σκληρά μαζί μου,

κι ο άγιος σήκωνε το σπαθί, όταν είχα πια γδαρθεί.) σελ. 87      

           15. Γ Λ Υ Φ Η   Β Ρ Ο Χ Η

                Στον Μπάμπη Νικηφορίδη

Γλυφή βροχή στη θάλασσα

γλυκαίνει τ’ αλμυρά νερά,

και το βρεμένο σώμα ξαναβρέχει.

Τη γλώσσα πλένει από τ’ αλάτι,

τρέχει απ’ τα φρύδια, απ’ τα μαλλιά.

 

Να με ξεπλύνει ολόκληρο η γλυφή βροχή

από τις αμαρτίες των άλλων. Σελ.111 

        16. Τ Ο  Α Π Ρ Ο Σ Δ Ο Κ Η Τ Ο

               Στον Αλέξανδρο Κοτζιά

Τουλάχιστον, ας καρτερούμε το απροσδόκητο,

όπως μια σπίθα κάτω από  τη χόβολη.

Γύρω απ’ τη λάμπα εμείς μένουμε εδώ,

κι οι νύχτες όξω γράφουνε τα ριζικά μας.

 

Αν σώθηκα ως τώρα, μ’ έσωσε ο ίδιος ο Θεός’

εγώ χτυπούσα μόνο τα χέρια και τα πόδια μου,

αλλά στην κρίσιμη στιγμή

μ’ άρπαζε πάντα κάποιο χέρι.

 

Κάθε στιγμή ενεδρεύει το απροσδόκητο,

η μοίρα-ή όπως θέλεις πες την- που αγρυπνεί.

Νομίζουμε πως θα σωθούμε, και χανόμαστε’

νομίζουμε πως θα χαθούμε, πως σωνόμαστε.

Μα ξέρει πάντα εκείνη πιο πολλά από μας.

 

Προσπάθησα να κάνω την όψη του κόσμου πιο

      χαρούμενη,

κ’ η τύψη με ξανάβρισκε πάντα κι η θλίψη.

Κι όμως, ένιωθα μέσα μου ύστερα από κάθε

     πτώση,

έτοιμα να σαλέψουν, δυο φτερά. σελ.153

17. ΑΚΟΜΑ   Ε Ι Μ Α Σ Τ Ε   Κ Α Τ Ω  Α Π’  Τ Ο  Φ Ω Σ

                  Στον Σπύρο Πλασκοβίτη

Αλλάζει γύρω μου ο καιρός, αλλάζει ο κόσμος μέσα μου.

Φαντάσματα της νύχτας,

ακόμα είμαστε κάτω απ’ το φως.

 

Ώσπου να γίνουμε κι εμείς φαντάσματα.

 

Η νύχτα βαραίνει το κορμί, μουδιάζει τις κλειδώσεις’

σε σέρνεις ν’ αφήσεις, να ενωθείς μαζί της.

Μα ο νους φτεροκοπάει σα νυχτερίδα,

χτυπάει τους τοίχους,

σάμπως να θέλει κάπου αλλού να φύγει.

        

Να πάψει αυτός ο δισταγμός, να λείψει αυτή η συσπεί-

     ρωση,

μπροστά στο δέντρο, στο πουλί, στον άγριο σκίνο

και στον αέρα που φυσάει τα στάχια,

σαν πράσινος καπνός ή κύμα θάλασσα.

 

Να σταματήσει λίγο αυτός ο καλπασμός,

να δω τον κόσμο’

τον ήλιο, πίσω από τα σύννεφα,

που ανοίγει τη βεντάλια του.

 

Ακόμα είμαστε κάτω απ’ το φως. σελ.174

         18. Τ Ο   Φ Ρ Α Γ Μ Α

             Στον συγγραφέα του.

Να σπάει αυτό το φράγμα. Το νερό

να μην τρέχει στα παλιά κανάλια.

Να ξεχυθεί να πνίξει τα φαντάσματα.

 

Δε μας τρομάζουνε οι πληγές μας και

      τα ράκη μας.

 

Να σπάσουν όλες οι παλιές οι στρόφιγγες.

Τα ρυάκια να γίνουνε βαθιά ποτάμια,

οι λίμνες θάλασσες.

Κι ας μας πάρει το νερό ακυβέρνητους.

 

Να κινδυνέψουμε, για να σωθούμε. σελ. 226

     19. Τ Ο  Σ Κ Ο Ι Ν Ι  Κ Ι  Ο  Α Κ Ρ Ο Β Α Τ Η Σ

           Στον Γ. Θ. Βαφόπουλο.

Όταν βαδίζεις στο τεντωμένο σκοινί,

να μη σκέπτεσαι το σκοινί.

 

Το πλήθος γύρω σου σωπαίνει με πιασμέ-

     νη ανάσα,

ενώ χτυπάει το τύμπανο,

μέσα σε μια σιωπή που εγκυμονεί κιν-

     δύνους.

 

Μα εσύ να προχωρείς μονάχος με το θάρρος σου.

 

Και να μη σκέπτεσαι το σκοινί.

Για να ‘χεις κάτι απ’ το φτερό και του

      πουλιού την αλαφράδα. σελ. 206

                  20. Σ Ε  Ω Ρ Α  Μ Η Δ Ε Ν

             Στον Γιάννη Καμπίτση.

Αφού μας σάπισε η βροχή, μες στα βαθιά μεσάνυχτα,

σε καθαρό σκούρο ουρανό

τώρα σαν κρύσταλλο αρμενίζει το φεγγάρι.

Φασματικά τα χιονισμένα γύρω μας βουνά,

μετέωρα  με τα χιόνια τους

στο αρνητικό μιας μαύρης πλάκας.

 

Αλλά στεγνό δε βρίσκεις τόπο να πατήσεις’

κι αν πας να σύρεις μια κραυγή,

θα βγει ο αχνός από το στόμα σου παρά η φωνή σου.

 

Το αχανές γύρω κάτω απ’ το μηδέν, σε ώρα μηδέν,

σε τόπο ξένο.

Ο δρόμος κατεβαίνει αλλάζοντας ονόματα,

ο ίδιος πάντα δρόμος,

κι ορεινή μεγαλοπρέπεια σε λίγο γίνεται μονότονος

βόμβος εντόμου.

 

Νύχτα αερώδης και ανυπόστατη στις εσχατιές της

    γης,

όπου μονάχοι τους, χωρίς το σώμα σου,

μετέωροι περπατούν κι οι λογισμοί σου.

Σκηνικό μάλλον για τουρίστες,

κι όχι για να παγώνεις χρόνια από ερημιά. Σελ. 129.

        21. ΦΩΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΗΘΗ

                   Στη μνήμη του Γιάννη Νούσια

Τα παιδιά τραγουδούσαν και δακρύζαμε.

Φωνές από τη λήθη,

απ’ τη σιωπή.

 

Τόσο βαθιές,

μου θάμπωσαν όλα τα τζάμια.

Τόσο ψιλές,

μου ράγισαν όλα τα κρύσταλλα.

 

Πίσω γυρνώ να βρω το ανεύρετο νερό,

τότε που η αίσθηση άστραφτε σαν την αλήθεια,

να μπω να ζήσω μέσα τους να διαρκέσω.

Η ψυχή των παιδιών με βοηθάει να δω.

 

Στης σιωπής και της λήθης τον καιρό. Σελ. 119.       

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

      Η 21 Μαρτίου έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμιος Ημέρα της Ποίησης. Ένα πολιτιστικό και εμπορικό πανηγυράκι της γραφής και της ανάγνωσης της Ποίησης, μνήμης της μικρής κοινότητας ποιητών και ποιητριών για 24 ώρες. Πιστοί ιερείς και θεράποντές της, παλαιότεροι και νεότεροι ποιητές και ποιήτριες μύστες της, φανατικοί και παθιασμένοι αναγνώστες της, θα συγκεντρωθούν σε αίθρια μουσείων, θα συναχθούν σε αίθουσες βιβλιοπωλείων, θα παρευρεθούν σε πολιτιστικά ιδρύματα, θα επισκεφτούν φιλολογικές λέσχες και καφενεία και θα απαγγείλουν δημοσίως ποιήματά τους, θα διαβάσουν ποιήματα ομοτέχνων τους ποιητών που αγάπησαν, θα ακούσουν νέους στίχους, μπορεί και να γράψουν ένα ποίημα ή να μεταφράσουν. Θα χαρούν και θα απολαύσουν τον έπαινο και την ποιητική επιβράβευση των παρευρισκομένων, ίσως να δώσουν και συνέντευξη. Θα τιμήσουν ποιητές ή ποιήτριες που έφυγαν πρόσφατα από κοντά μας θα μιλήσουν για το έργο τους. Ορισμένοι, θα προσκληθούν και σε ραδιοφωνικές εκπομπές και θα αναφερθούν στον ρόλο και την σημασία της Ποίησης στις ζωές μας, στις κοινωνίες μας, στην καλλιέργεια της συνείδησής μας, την αγωγή του χαρακτήρα μας, στην εμβάθυνση της ποιότητας των ευαισθησιών μας. Ενδέχεται ακόμα, να παρουσιαστούν στις εμπορικές βιτρίνες, το αναγνωστικό κοινό ως είθισται λόγω της ημέρας, νέες ποιητικές συλλογές ή θεματικές ποιητικές ανθολογίες οι οποίες κυκλοφόρησαν με την ευκαιρία της εορτής των σημερινών εκδηλώσεων της Ποίησης. Η 21η Μαρτίου είναι μία επετειακή ημέρα συνάντησης και γνωριμίας ομάδας ανθρώπων που διαβάζουν και γράφουν Ποίηση. Περιδιαβαίνουν στο λιβάδι του οίστρου των λέξεων, στην οικονομία και την πληθωρικότητά τους, όπως οι μεγάλες ανθρωπομάζες στους θαλάμους των χρηματιστηρίων και των τραπεζών. Οι ποιητές είναι οι παραδοσιακοί «χρηματιστές» των λέξεων. Οι «γιάπηδες» της εξέλιξης και εκφοράς της ποιητικής γλώσσας στην διαχρονική της πορεία.

Οι ποιητές και οι ποιήτριες, θέλγονται από ήχους, ακουμπούν τα όνειρά τους σε φθόγγους, αρέσκονται σε στάσεις λεκτικών σημάτων και ψιθυρισμούς αφήγησης, κενά ανάμεσα σε λέξεις και προτάσεις που μας διηγούνται μία ιστορία, ένα αφήγημα εμπειριών και καταστάσεων που συνέβει ή προφητικά θα συμβεί όπως πιστεύουν. Είναι οι προφήτες ενός Θεού που χάθηκε ή που κρύβεται μέσα στις λέξεις, η μετουσίωση της αιωνιότητας της ύπαρξης στην φθορά της υλικότητας των λέξεων, της γλώσσας. Εικονογραφούν εικόνες μιάς άλλης φαντασίας, κοινωνικής πραγματικότητας. Χρησιμοποιούν παρομοιώσεις, υιοθετούν μεταφορές, εφευρίσκουν συμβολισμούς, κατασκευάζουν μοτίβα, είδωλα μύθων, αφουγκράζονται φωνές, αισθήσεις, μυστήρια ξένα. Πολεμούν με ενοχές και φαντάσματα της συνείδησής μας αντί για εμάς. Καλλιεργούν νέα πεδία κοινωνικής αφύπνισής μας, εκφράζονται μέσα από σπαράγματα σιωπών, μορφές και φορτία συγκίνησης της παλαιότερης ποιητικής παράδοσης. Επεκτείνουν τα όρια και τους συμβολισμούς της μητρικής μας γλώσσας, της πρώτης κούνιας μας που δεν γνωρίζει σύνορα και διακρίσεις, δεν κάνει διαχωρισμούς είτε στην ομιλούμενη είτε στην γραφόμενη εκδοχή της. Στα νανουρίσματά της, στα μοιρολόγια της. Οι ποιητές επανασχεδιάζουν πάνω στην λευκή τους κόλλα αισθήματα ψυχολογικής μας ασφάλειας, προαιώνια διλήμματα, φόβους και ελπίδες, δημιουργούν αξίες, υπερασπίζονται κρυφά ρεύματα λυρισμού της προσωπικής μας ομιλίας. Σκιτσάρουν κτερίσματα αλληλεγγύης της επικοινωνίας μας και αναδεικνύουν ερείπια παλαιότερων απορρίψεων ανθρώπινων επαφών. Οι ποιητικές τους συνθέσεις έχουν πολεμική ή δοξαστική διάθεση, ερωτική ατμόσφαιρα ή επαναδιαπραγματεύονται ανθρώπινες ιδεολογίες και πολιτικές, ατομικά συμβάντα που δεν λησμονήθηκαν. Ο λόγος τους φανατίζει ή ειρηνεύει, προξενεί θυμηδία ή τον γέλωτα, την συγκίνηση το δάκρυ. Οι ποιητές ιχνομυθούν τους βαθμούς, την ποιότητα και το βάθος της φιλανθρωπίας μας. Εφευρίσκουν καινούργιες τεχνικές της γραφής, υιοθετούν προγενέστερα μοντέλα γλωσσικής εκφοράς. Στις ποιητικές τους καταθέσεις χρησιμοποιούν λεκτικές και γλωσσικές προσμείξεις, προκαλούν την πολεμική των λέξεων ή είναι καθαρολόγοι. Έχουν γνώμη, κρίση, άποψη, έμπνευση, καθαρότητα ή πυκνότητα σκέψης, δεν είναι άβουλα όντα, απαθή, αμέτοχα, νωχελικής διάθεσης, μετέχουν ενεργά, δυναμικά στα πολιτικά κοινά της κοινωνίας μας. Χαράσσουν το προσωπικό τους ύφος, την ταυτότητα του χαρακτήρα τους και αυτήν της ποίησής τους. Σχεδιάζουν και πειραματίζονται την όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή και διάδοση του ποιητικού τους λόγου, των ποιητικών τους θέσεων και απόψεων. Συνομιλούν με όχημα την ποιητική τους γραφή με άλλους ομοτέχνους τους, ορίζουν τις ποιητικές τους συντεταγμένες, προσδιορίζουν διακρίσεις και συγγένειες, συνοψίζουν ποιητικές παραδειγματικές παρακαταθήκες άλλων ομοτέχνων τους. Αμφισβητούν παλαιότερες ποιητικές παραδόσεις, φωτίζουν προβολές άλλων ποιητών και έργων που τους συγκινούν ακόμα. Φιλοδοξούν να κρατήσουν στην επιφάνεια του χρόνου, στο σήμερα της γλώσσας και την σημερινή επικαιρότητα των λέξεων την ποίησή τους, τις συλλογές τους, να διατηρήσουν και επαυξήσουν το αναγνωστικό τους κοινό.  21η Μαρτίου, μία ημέρα για μεγάλα, ονειροπόλα, ευφάνταστα, χαρούμενα παιδιά που εξακολουθούν να παίζουν με τις λέξεις την παρτίδα σκάκι της ζωής και του θανάτου, του ονείρου και της πραγματικότητας, του μύθου και της μαρτυρίας, της αλήθειας και της μυθοπλασίας, εντός και εκτός του παιδικού τους δωματίου. Παιδιά που μηχανεύονται τρόπους, από αρχαιοτάτων χρόνων, στο πώς θα κατορθώσουν να ταιριάξουν πάνω στην λευκή σελίδα τα σκοτεινά σήματα γράμματα της αλφαβήτου και θα τα φωτίσουν, θα τους δώσουν κίνηση, θα καταστήσουν τον συνδυασμό των λέξεων αυτοκίνητο. Αγωνίζονται πως θα περιτειχίσουν αυτό το αθωωτικά ή καταδικαστικά επικίνδυνο, φουρτουνιασμένο μέγα μυστήριο της γλώσσας. Πώς θα δαμάσουν την ανεπεξέργαστη πρωτογενή πληθωρικότητα της παρθενικής αινιγματικότητάς της, τους μηχανισμούς της που μετασχηματίζουν το ορατό σε αόρατο και το αόρατο σε προσδοκώμενη αποκάλυψη στην αντίληψή μας. Το ανερμήνευτο ενυπάρχον σε ζώσα συνείδηση και ερμηνεία της ορατότητας του Κόσμου. Ένα κυνηγητό μεταξύ του Προμηθέα και της Κασσάνδρας που διεξάγεται αενάως. Ποίηση ένας Δούρειος Ίππος της ανθρώπινης ενατένισης. Ποιητές οι κοινωνούντες από το λάλων ύδωρ της κοινότητας των λέξεων, της ενικότητας και πληθυντικότητας των εικόνων και συμβολισμών του Κόσμου. Της ερημίας και συντροφικότητας του ακατανόητου και αινιγματικού μυστηρίου του Λόγου, πού όπως μας είπαν οι παλαιές ποιητικές γραφές έγινε σάρξ, δηλαδή, εφήμερος χρόνος των αποκαλυπτικών θαυμάτων της ζωής. Ποίηση μία αινιγματική ιεροτελεστία των λέξεων. Ένα γαϊτανάκι εκφράσεων και αισθήσεων της ανθρώπινης φωνής και των σιωπών της. Ποίηση, η ευχετική προσδοκία της ανθρώπινης γραφής για μελλοντική ουτοπία. Για επανεύρεση των χαμένων παραδείσιων ευκαιριών μέσω της γλώσσας και ίσως της προφητικής της αλαλίας.

Ποίηση, την εορτάζουμε και την τιμούμε υπερηφάνως σήμερα, Πέμπτη 21η Μαρτίου 2024. Tomorrow is another Day.

         Τα 21 αφιερωματικά ποιήματα σε ποιητές, συγγραφείς, μεταφραστές, καθηγητές, πανεπιστημιακούς, μουσικούς πεζογράφους, κριτικούς, φιλικά πρόσωπα του ποιητή, μυθιστοριογράφου, διηγηματογράφου, κριτικού, δοκιμιογράφου, αναστηλωτή και επιμελητή παλαιότερων δημιουργών πανεπιστημιακού κυρού Κώστα Στεργιόπουλου, προέρχονται από την δίτομη έκδοση των Ποιητικών του Απάντων. ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, τόμος Α΄ 1944-1965, εκδόσει Νεφέλη, Αθήνα, 10, 1988, σελίδες 256. Και ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, τόμος Β΄ 1965-1983, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 11, 1992, σελίδες 248. Το κόσμημα των εξωφύλλων και των δύο τόμων είναι της Γεωργίας Καμπάνη.

Θέλησα η λογοτεχνική ιστοσελίδα τα Λογοτεχνικά Πάρεργα, να συμμετάσχει στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας της Ποίησης με την μνημόνευση ενός έλληνα επιστήμονα, φιλόλογου, ελληνιστή, κριτικού και επιμελητή εκδόσεων, πανεπιστημιακού δάσκαλου ο οποίος διέθετε και ισχυρή ποιητική φλέβα. Είχε την γνήσια στόφα όχι μόνο του κριτικού αλλά και την αυθεντικότητα ενός λογοτέχνη. Από το 1943 που πρωτοεμφανίστηκε με ποιήματά του στο περιοδικό «Νέα Εστία» έως τον θάνατό του ο ποιητής Κώστας Στεργιόπουλος (Αθήνα 20/5/1926-Αθήνα 11/1/2016 ) κυκλοφόρησε 12 ποιητικές του συλλογές, χαρακτηριστικά δείγματα της ευαισθησίας του, της ποιότητας της φωνής του, του ύφους της γραφής του, των ενδιαφερόντων του της υπαρξιακής του φιλοσοφίας. Οι δέκα από τις ποιητικές συλλογές οι οποίες κυκλοφόρησαν από διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους από το 1955 και μετά βλέπε: «Τα τοπία του φεγγαριού» «Μαυρίδης» 1955.- «Η σκιά και το φώς» «Δίφρος» 1961.- «Το χάραμα του μύθου» «Δίφρος» 1963.- «Ο κίνδυνος» «Βάκων» 1965/ 1972. – «Τα τοπία του ήλιου» «Βάκων» 1971.-«Έκλειψη» «Βάκων» 1974. – «Τα μισά του πλου» «Κέδρος» 1979.- «Αλλαγή φωτισμού» «Κέδρος» 1984 συμπεριλαμβάνονται στους δύο τόμους των Απάντων του των εκδόσεων «Νεφέλη». Οι δύο τελευταίες του, «Ο ήλιος του μεσονυχτίου» 1991 και «Παλίρροια» 1998 εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Ποιητής και συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ο Κώστας Στεργιόπουλος, βραβεύθηκε με το δεύτερο και το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης το 1961 και το 1993. Με το βραβείο κριτικής μελέτης της «Ομάδας των Δώδεκα» 1963, με το πρώτο κρατικό βιβλίο μελέτης το 1974 και με το βραβείο πεζογραφίας της ακαδημίας αθηνών του ιδρύματος Πέτρου Χάρη το 2002.  Ποιήματα και συλλογές του αντιστασιακού καθηγητή ποιητή (επί χούντας εκδιώχθηκε από την εκπαιδευτική του θέση) μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν σε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες. Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρουμανικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Ισπανικά, Πολωνικά, Βουλγαρικά κλπ. Επίσης, κυκλοφόρησαν και αρκετές δίγλωσσες ανθολογήσεις ποιημάτων του. Όσον αφορά τις φιλολογικές και κριτικές του μελέτες, αξιομνημόνευτες και αξιοζήλευτες είναι οι εργασίες του πάνω στο έργο και την αναστύλωσή του, του συμβολιστή ποιητή Τέλλου Άγρα. Αναστύλωσε τα Κριτικά του Άγρα ενώ προσέχθηκε και το βιβλίο του «Ο Τέλλος Άγρας και το πνεύμα της παρακμής». Αίσθηση έκανε η μελέτη του «Οι επιδράσεις στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη». Μελέτες και άρθρα του περιέχονται στην πολύτομη σειρά του «Περιδιαβάζοντας». Σημαντική και η συμμετοχή του στην γραμματολογία- ανθολογία της σειράς παλαιότερης πεζογραφία και ελληνικής ποίησης των εκδόσεων «Σοκόλη». Επιμελήθηκε την κυκλοφορία ποιημάτων του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, του Καίσαρα Εμμανουήλ, του Ρήγα Γκόλφη, της επιλογής από το διηγηματικό έργο του πεζογράφου Σπύρου Πλασκοβίτη. Στον οποίο αφιερώνει και δύο ποιήματά του. «Το Φράγμα» είναι πεζό του Πλασκοβίτη. (έχει γυριστεί και ταινία βασισμένη στο στόρι του). Ο Κώστας Στεργιόπουλος υπήρξε ένας δραστήριος, δημιουργικός και φιλολογικά οξυδερκής κριτικός. Ενώ ο ποιητικός του λόγος κινείται ανάμεσα στο δίπολο φωτός και σκότους, σε αντιθετικά ζεύγη ημέρα και νύχτα, φύση και αστικό τοπίο. Ποίηση στοχαστική μιάς υπαρξιακής ενατένισης με υπερβατικές προεκτάσεις. Αντιθετικές εικόνες και παλαντζαρίσματα εννοιών και παραστάσεων, διλήμματα προσωπικής του μυθολογίας, υπαρξιακές αγωνίες και χαμηλόφωνοι ερωτικοί στεναγμοί. Γυναικείες φιγούρες και η πανταχού παρούσα φωτεινή και σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Ακριβέστερα, η θηλυκή Σελήνη με την ουδέτερη ονομασία της, ως το Φεγγάρι Αρκετοί τίτλοι συλλογών του δηλώνουν αυτή του την πνευματική και φιλοσοφική διπολικότητα, τα τοπία της ποιητικής του περιδιάβασης. Τόσο οι φιλολογικές του επιλογές και εργασίες όσο και η ποιητική του γραφή μας αποκαλύπτουν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι ο Κώστας Στεργιόπουλος προέρχεται από τις δεξαμενές του κινήματος του Συμβολισμού και του Νεοσυμβολισμού.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024          

 

        

 

   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου