Παρασκευή 1 Μαρτίου 2024

ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ Για το μυθιστόρημα του μέλλοντος

 

Για το μυθιστόρημα του μέλλοντος

της VIRGINIA  WOOLF

Περιοδικό Πάλι. Ένα τετράδιο αναζητήσεων.

Τεύχος 1/ 1964, σ. 70-74, 

μετάφραση ΜΑΝΤΩΣ ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ

      Για το μυθιστόρημα του μέλλοντος

Το κείμενο αυτό της Virginia Woolf γράφηκε πρίν από τριάντα περίπου χρόνια. Η συγγραφεύς με εκπληκτική διαίσθηση προφήτευσε την τύχη του μυθιστορήματος. Αναδημοσιεύουμε ένα από τα δοκίμια που κυκλοφόρησαν τότε με τον τίτλο “For the common reader”.

      Η ποίηση τέχνη αριστοκρατική απομονώθηκε στα χέρια των ιερέων της.

      Πλήρωσε βέβαια, πολύ ακριβά την εξαγορά αυτής, της καθείρξεως, με το να γίνει κατά κάποιο τρόπο επιτηδευμένη. Όταν βέβαια παρουσιάζεται με όλα της τα στολίδια- πέπλα και γιρλάντες, μνήμες και συνειρμούς- μας συγκινεί άμεσα, την ίδια τη στιγμή που μας μιλάει’ όταν όμως ζητάμε από την ποίηση να μας εκφράσει τις ασυμφωνίες, τους σολοικισμούς, τους μυκτηρισμούς και αντιθέσεις, τις παραδοξότητες και μιζέριες, τις μικρές και παράξενες συγκινήσεις που γεννιούνται σε απομονωμένους μυστικούς χώρους μέσα μας, ή ακόμα τις πλατειές και γενικές ιδέες, τη χρήση τους και διάδοσή τους, τότε η ποίηση δεν μπορεί να κινηθεί, ούτε αρκετά γρήγορα, ούτε απλά, ούτε αρκετά πλατειά’ γιατί ο τόνος της είναι πολύ σημαδεμένος και ο τρόπος της πάρα πολύ εντυπωσιακό. Αντί γι’ αυτό η ποίηση μας προσφέρει τις ωραιότερες λυρικές κραυγές πάθους και μας εγκαλεί εσπευσμένα σε αναζητήσεις ενός ιδιαίτερα ευαίσθητου και πιθανόν απωθημένου παρελθόντος. Με ευαισθήτους και ελαφρείς βηματισμούς σπεύδει με δαιμονική σχεδόν διαύγεια, ζωντάνια και πάθος προς τις χαρές και οδύνες που η ίδια επιδοκιμάζει’ όμως αδυνατεί να ακολουθήσει τους γρήγορους βηματισμούς τον ρυθμό και ευελιξία του πνεύματος’ εντούτοις ο Βύρων στον Don Juan υπέδειξε τον δρόμο. Μας απεκάλυψε πόσο ιδιαιτέρως ευαίσθητο όργανο είναι η ποίηση’ όμως κανείς δεν ακολούθησε το παράδειγμά του, ούτε και χρησιμοποίησε τόσο επιτυχημένα το ποιητικό όργανο για άλλη χρήση- Μένουμε λοιπόν χωρίς ποιητικό δράμα-.

     Ιδού λοιπόν τώρα διερωτώμεθα αν η ποίηση μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή πού κλητεύτηκε να εκπληρώσει.  Είναι δυνατόν οι συγκινήσεις που εδώ μόνο σύντομα σκιαγραφήσαμε και αποδώσαμε να υπακούουν πιό θεληματικά στην πρόζα, παρά στην ποίηση’ και είναι δυνατόν ή πρόζα να αναλάβει ή και να ανέλαβε ήδη να παίξει ρόλους που άλλοτε κρατούσε για τον εαυτό της η ποίηση.

     Αν λοιπόν αποτολμήσουμε να διακινδυνεύουμε το γελοίο κι’ αν δοκιμάσουμε να διακρίνουμε προς ποιά κατεύθυνση πηγαίνουμε θα δούμε πώς σε 10 ή 15 χρόνια η πρόζα θα χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πού ουδέποτε άλλοτε χρησιμοποιήθηκε.  Ο Κανίβαλος αυτός της λογοτεχνίας που λέγεται «μυθιστόρημα» αφού καταβρόχθισε τόσες μορφές τέχνης θα καταβροχθίσει νομίζω ακόμη και μερικές άλλες. Θα υποχρεωθούμε να ανακαλύψουμε καινούργιες ονομασίες για βιβλία που καλύπτονται πίσω από το όνομα του μυθιστορήματος’ είναι επίσης πιθανό πώς ανάμεσα στα υποτιθέμενα μυθιστορήματα θα υπάρξει κάποιο που δεν θα ξέρουμε σχεδόν πώς να το βαφτίσουμε, θα είναι γραμμένο σε πρόζα, όμως σε μια πρόζα που θα έχει πολλά χαρακτηριστικά της ποίησης. Θα έχει αρκετά από την έξαρση της ποίησης αλλά αρκετά επίσης από την τετριμμένη μορφή του πεζού λόγου. Θα είναι δραματικό (στην θεατρική έννοια) όμως δεν θα είναι θεατρικό έργο. Θα διαβάζεται δεν θα παίζεται. Με τί όνομα θα το ονομάσουμε, η ερώτηση δεν είναι ζωτικής σημασίας, αυτό που έχει σημασία είναι, πώς αυτό το βιβλίο πού το βλέπομαι ήδη να διαγράφεται στον ορίζοντα θα μπορέσει να εκφράσει εκείνα τα συναισθήματα που μοιάζουν για την στιγμή εγκαταλελειμμένα ή αποκλεισμένα από την καθαρή και απλή ποίηση, και που δεν βρίσκουν καλύτερη φιλοξενία στο δραματικό λόγο. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να γνωρίσουμε αυτό το είδος και να φαντασθούμε πώς θα είναι το έδαφος και το κλίμα όπου θα καλλιεργηθεί.

     Κατ’ αρχήν μπορούμε να αποτολμήσουμε να πούμε πώς θα υπαγορευθεί από το μυθιστόρημα έτσι που σήμερα το γνωρίζουμε’ και για πρώτο λόγο, γιατί θα κρατήσουμε μιά απόσταση απ’ τη ζωή’ θα δώσει, όπως σήμερα κάνει η ποίηση, ένα περίγραμμα περισσότερο, παρά λεπτομέρειες, θα κάνει μικρή ή καθόλου χρήση αφήγησης των γεγονότων, μιά χαρακτηριστική ιδιότητα του μυθιστορήματος’ θα μας διηγηθεί πολύ ολίγα πράγματα για τις κατοικίες ή τα εισοδήματα και τις ασχολίες των προσώπων. Θα έχει μικρή συγγένεια με το κοινωνικό ή ηθικό μυθιστόρημα. Μέσα σ’ αυτά τα όρια θα εκφράσει τα αισθήματα των προσώπων με ακρίβεια και οξύτητα και ιδωμένο από μιά διαφορετική οπτική γωνία θα μοιάσει με την ποίηση, στο μέτρο που δε θα δώσει μόνο και κυρίως, τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και τις κοινές τους ασχολίες, όπως έκανε το μυθιστόρημα ως τώρα, αλλά τις σχέσεις του πνεύματος με γενικώτερες ιδέες και κατευθύνσεις, και τον μονόλογό του, μέσα σε μιά απόλυτη μοναξιά. Γιατί υπό την βασιλεία του μυθιστορήματος διερευνήσαμε από πολύ κοντά μιά περιοχή πνεύματος, και αφήσαμε τις υπόλοιπες ανεξερεύνητες. Φτάσαμε στο σημείο να ξεχάσουμε, πώς ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος της ζωής συνίσταται από συγκινήσεις που μας προκαλούν αυτά τ’ απλά πράγματα: τα ρόδα, το ηλιοβασίλεμα, τ’ αηδόνια, τα δένδρα, ο θάνατος και η μοίρα. Ξεχάσαμε πώς διαθέτουμε πολύ ώρα για τον ύπνο και τα όνειρα, για να σκεφτούμε, για να διαβάσουμε και τότε είμαστε εντελώς μόνοι. Δεν είμαστε αποκλειστικά απασχολημένοι με τις ανθρώπινες σχέσεις μας’ όλη μας η  ενεργητικότης δεν απορροφάται από την σκέψη να κερδίσουμε τη ζωή μας. Το ψυχολογικό μυθιστόρημα είχε μια τάση να περιορίσει την ψυχολογία σ’ αυτήν των ανθρωπίνων σχέσεων. Συχνά όμως επιθυμούμε να ξεφύγουμε από την ανηλεή και ακατάπαυστη ανάλυση του έρωτα που γεννιέται και του έρωτα που τελειώνει, του έρωτα που δοκιμάζει ο Τόμ για την Ιουδήθ και εκείνου που η Ιουδήθ δοκιμάζει ή δε δοκιμάζει για τον Τόμ. Επιθυμούμε μιά συναλλαγή πιό απρόσωπη’ επιθυμούμε ιδέες, όνειρα, ερωτήσεις, φαντασιώσεις’ επιθυμούμε δηλαδή ποίηση. Λοιπόν το μυθιστόρημα ή ωρισμένα είδη μυθιστορήματος που θα γραφούν στο μέλλον θα αναλάβουν ωρισμένες λειτουργίες της ποίησης. Θα μας δώσουν τις σχέσεις των ανθρώπων με την φύση, με την μοίρα, με τις εικόνες, με τα όνειρα, άλλα θα μας δώσουν επίσης και το σαρκασμό, τις αντιθέσεις, τις αμφιβολίες, και τις οικειότητες την πολυπλοκότητα της ζωής. Θα αποτυπώσουν το καλούπι, όμως και την ουσία όλων αυτών των περίεργων και ασυμβίβαστων υλικών που συνιστούν τις ιδέες του ανθρώπου, την εξέλιξη και την διάδοσή τους. Γι’ αυτό θα διατηρήσει με πολύ επιμέλεια τα προνόμια της δημοκρατικής τέχνης, της πρόζας, την ελευθερία της, την αφοβία και την ευστροφία της. Γιατί η πρόζα είναι τόσο μετριόφρων που μπορεί να εισβάλλει παντού’ κανένας χώρος δεν είναι ταπεινός ή ρυπαρός ή μικρός γι’ αυτήν’ είναι ακόμα η πρόζα ατέλειωτα υπομονετική και ταπεινόφρων’ συνεχώς ζητάει να μάθει και να γνωρίσει, μπορεί να γλύψει με την γλώσσα της τα πιό μικροσκοπικά υπολείμματα γεγονότων να τα συσσωρεύσει σε λαβυρίνθους μπερδεμένους και ευέλικτους, μπορεί να κρυφακούσει σιωπηλά στις πόρτες, πίσω από τις οποίες το παραμικρότερο μουρμούρισμα, κι’ ο πιό ελαφρός ψίθυρος, μπορεί να ακουσθεί. Οπλισμένη η πρόζα με την ευαισθησία και ευστροφία αντικειμένου καθημερινής και συχνής χρήσης, μπορεί να ακολουθήσει τους πιό πολύπλοκους μαιάνδρους και να αποτυπώσει τις συχνότατες αλλαγές και αντιθέσεις, χαρακτηριστικές του καινούργιου πνεύματος. Με τον Proust και Dostoievsky πίσω μας. Πώς όλα αυτά να τα παραβλέψουμε;

      Αλλά διερωτώμεθα αν η πρόζα τόσο θαυμάσια προσαρμοσμένη στην καθημερινότητα και πολυπλοκότητα των αντικειμένων μπορεί να εκφράσει αίσθηση της έκπληξης. Μπορεί να ψάλλει ελεγεία, να πανηγυρίσει τον έρωτα, να ουρλιάξει από  τρόμο, να τραγουδήσει το τριαντάφυλλο, το αηδόνι ή την ομορφιά της νύχτας- Μπορεί η πρόζα να κάνει να αναπηδήσει η καρδιά του υποκειμένου, όπως κάνει ο ποιητής;

     Νομίζω πώς όχι- και εδώ ακριβώς είναι η τιμωρία της: με το να απέχει από την μαγεία και το μυστήριο της ρίμας και του μέτρου. Βέβαια οι πεζογράφοι δεν στερούνται τόλμης. Δεν σταματούν να εκβιάζουν το όργανο για να δαμάσει τα εμπόδια. Αλλά μπροστά σ’ αυτό το κατόρθωμα: το πεζοτράγουδο, διαπιστώνουμε ένα είδος κακοδιαθεσίας. Ας θυμηθούμε παραδείγματος χάριν:

     Τον Meredith στο Richard Feveral. Πώς αρχίζει αδέξια εμφαντικά σ’ ένα ρυθμό σπασμένα ποιητικό:

«Χρυσαφένια απλώνονται τα λιβάδια- Χρυσαφένια τρέχαν τα ρυάκια- χρυσοκόκκινα τα κλαδιά των πεύκων- ο ήλιος κατέβαινε χρυσός στη γη διατρέχοντας κάμπους και νερά», ή ακόμα, ας θυμηθούμε την περιγραφή της καταιγίδας απ’ την Charlotte Bronte στο τέλος της- Villette- τα μέρη αυτά είναι εύγλωττα λυρικά- θαυμάσια- έχουν την θέση τους σε μιά ποιητική ανθολογία, αλλά ενσωματωμένα στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος μας ενοχλούν. Γιατί και  ο Meredith και η Charlotte Bronte θεωρούσαν τους εαυτούς τους μυθιστοριογράφους και γι’ αυτό στεκόντουσαν πολύ κοντά στη ζωή. Όταν δοκιμάζουν να απομακρυνθούν και να πλησιάσουν το ρυθμό και την εποπτεία της ποίησης, τότε κι’ εμείς αισθανόμαστε μιά απότομη εκτίναξη- μισοξυπνάμε δηλαδή απ’ αυτή την γοητεία της ένωσης και της αυταπάτης μέσα στην οποία είχαμε υποδουλωθεί, κυριευμένοι από την δύναμη της φαντασίας του συγγραφέα- θα μπορούσα να προσθέσω ένα πλήθος από παραδείγματα.

      Έτσι λοιπόν αυτό το νέο είδος του μυθιστορήματος, ακόμα χωρίς όνομα, θα γραφεί σε κάποια απόσταση από τη ζωή, γιατί μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να έχει κανείς μία ευρύτερη οπτική εικόνα της ζωής και των κύριων χαρακτηριστικών της. Θα γραφεί σε πεζό λόγο, γιατί τον πεζό λόγο, αν τον ελευθερώσετε απ’ τον ρόλο του υποζυγίου που πολλοί μυθιστοριογράφοι τον υποχρεώνουν να παίξει, φορτίο λεπτομερειών και ένα πλήθος περιττών γεγονότων, η πρόζα λοιπόν απαλλαγμένη απ’ όλα αυτά, είναι ικανή ν’ ανυψωθεί ως τον ουρανό, όχι μ’ ένα μόνο πήδημα αλλά με πολλούς έλικες και σπείρες, παραμένοντας εντούτοις σε άμεση και απόλυτη σχέση με ό,τι ο άνθρωπος θεωρεί μοναδικό και πολύτιμο και γιατί όχι, διασκεδαστικό, στην καθημερινή του ζωή.

     Παραμένει εν τούτοις μιά άλλη ερώτηση. Η πρόζα μπορεί να γίνει δραματική (στην θεατρική έννοια); Βέβαια και ο Shaw και ο Ibsen χρησιμοποίησαν την δραματική πρόζα με πολύ επιτυχία. Αυτή η μορφή, αυτό μπορούμε να το προβλέψουμε, δεν θα είναι το είδος που ο δραματικός ποιητής του μέλλοντος θα χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες του. Ένα θεατρικό έργο είναι πολύ κάθετο, πολύ περιορισμένο ή πολύ εξαναγκασμένο, γι’ αυτό που προτίθεται να κάνει. Αφήνει να του διαφύγουν τα μισά τουλάχιστον πράγματα που επιθυμεί, δεν μπορεί να συμπτύξει στο διάλογο όλα τα σχόλια, όλη την ανάλυση, όλο τον πλούτο πού επιθυμεί να εκφράσει’ αποκαθίσταται όμως και αναπνέει, και μείς μαζί του, με την  πρώτη εμφάνιση του δραματικού effet. Γιατί το δραματικό έργο δεν επιθυμεί να χαϊδέψει ή να γαργαλίσει την διανοητική ευαισθησία του αναγνώστη: το δραματικό έργο, σκοπό έχει και θέλει να πληγώσει- Η ευελιξία και ελευθερία τουTristan Shandy που κυκλώνει και κατακυριεύει τόσο θαυμάσια τον θείο Tobie, και τον λοχία Trim, μα δεν προσπαθεί εντούτοις να τους ισοπεδώσει στην ίδια και μόνο δραματική σύγκρουση- Να γιατί θα είναι απαραίτητο για τον συγγραφέα αυτού του δύσκολου βιβλίου, να μπορέσει να υποτάξει τις θορυβώδεις αλληλοσυγκρουόμενες συγκινήσεις του, στην κατασταλτική και γενικευτική δύναμη μιάς φαντασίας συγκεκριμένης και λογικής. Γιατί ο θόρυβος είναι ευτελής και η ασάφεια μισητή- Το πάν σ’ ένα έργο τέχνης οφείλει να είναι κυριευμένο και αρμονικό- η προσπάθεια του συγγραφέα θα είναι να γενικεύει και να συνθέτει, αντί ν’ απαριθμεί λεπτομέρειες  οφείλει να πλάθει συμπαγείς όγκους. Έτσι τα πρόσωπα θα διαθέτουν αυτή την δραματική δύναμη πού, τα εν πάσει λεπτομέρεια, πλασμένα πρόσωπα των σημερινών μυθιστορημάτων, συχνά θυσιάζουν, στο συμφέρον της ψυχολογίας.

     Και παρ’ όλο που μόλις διακρίνω μακρυά στον ορίζοντα αυτόν τον συγγραφέα, μπορώ να βεβαιώσω, πώς θα ευρύνει σε τέτοιο βαθμό την ακτίνα της δράσης του, ώστε να φτάσει να δραστηριοποιήσει ωρισμένες επενέργειες, που παίζουν όμως ένα μεγάλο ρόλο στη ζωή και πού ως τώρα διέφυγαν απ’ τους μυθιστοριογράφους μας. Η  δύναμη της μουσικής, ο οραματισμός, ο αισθησιασμός, η εντύπωση που μας προκαλεί ένα δένδρο, ένα παιχνίδι χρωμάτων, η αίσθηση του πλήθους, τα μίση, οι σκοτεινοί φόβοι που  γεννιούνται κατά εντελώς άλογο τρόπο, σε ορισμένα μέρη και από ορισμένους ανθρώπους, η χαρά της κίνησης, το μεθύσι, του κρασιού. Κάθε στιγμή είναι το κέντρο και ο τόπος συναντήσεως εξαιρετικών ενοράσεων πού ως τώρα ουδέποτε εκφράστηκαν. Η ζωή είναι πάντα αναποφεύκτως πιό πλούσια απ’ ό,τι δοκιμάζουμε να εκφράσουμε.

     Και δεν μου χρειάζεται μεγάλο ταλέντο προφήτη, για να είμαι βέβαιη, πώς αυτός που θα αναλάβει να γράψει αυτό το βιβλίο που μόλις σκιαγραφήθηκε πιό πάνω, θα χρειασθεί όλη του τη δύναμη και το κουράγιο του. Εν τούτοις αν τα σημάδια των καιρών έχουν την παραμικρότερη σημασία, ή ανάγκη νέων δρόμων στην πεζογραφία σιγά-σιγά συνειδητοποιείται- είναι βέβαιο πώς υπάρχουν σκόρπιοι στην Αγγλία, στην Γαλλία και στην Αμερική συγγραφείς που δοκίμασαν να ελευθερωθούν από δεσμά που τους έγιναν πολύ οδυνηρά- συγγραφείς που δοκιμάζουν να ξεχάσουν τις κακές συνήθειες, ώστε να μπορέσουν να ξαναβρεθούν σ’ ένα κλίμα φυσικό και άνετο, όπου η δημιουργική τους δύναμη θα εξασκηθεί ελεύθερα, επί νέων και εντελώς σημαντικών πραγμάτων. Και είναι μονάχα όταν ένα βιβλίο, μας εντυπώνεται σαν αποτέλεσμα αυτών των τάσεων και διαθέσεων μάλλον, παρά σαν αποτέλεσμα ομορφιάς, ή ύφους ή γλώσσας, που διαβλέπουμε σ’ αυτό υποσχέσεις μεγάλης διάρκειας.

           Μετάφραση ΜΑΝΤΩΣ  ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ

ΜΝΗΜΗ 57 ΝΕΚΡΩΝ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ

1.     Γιώργος Μπουρνάζης, 15 ετών.

2.     Αναστασία Παπαγγελή, 19 ετών

3.     Θώμη Πλακιά, 20 ετών

4.     Χρύσα Πλακιά, 20 ετών

5.     Αναστασία Πλακιά, 20 ετών

6.     Αναστάσιος Κουτσόπουλος, 21 ετών

7.     Μαρία Θωμαή Ψαροπούλου, 21 ετών

8.     Φραντσέσκα Μπέζα, 21 ετών

9.     Γιώργος Παπάζογλου, 22 ετών

Ελένη Τσίντζα, 22 ετών

1  Ιορδάνης Αδαμάκης, 22 ετών

1  Κλαούντια Λάτα, 22 ετών

1  Αφροδίτη Τσιωμά, 23 ετών

1  Αγάπη Τσακλίδου, 23 ετών

1  Ιφιγένεια Μήτσκα, 23 ετών

1  Άγγελος Τηλκερίδης, 23 ετών

1  Ντένις Ρούτσι, 23 ετών

1  Κυπριανός Παπαϊωάννου, 23 ετών

1  Νικήτας Καραθεόδωρος, 23 ετών

2  Αναστασία Αδαμίδου, 24 ετών

2  Καλλιόπη Πορφυρίδου, 24 ετών

2  Δήμητρα-Ευαγγελία Καπετάνιου, 25 ετων

2  Ελισάβετ Χατζηβασιλείου, 26 ετών

2  Δημήτρης Ασλανίδης, 26 ετών

2  Νίκος Ναλμπάντης, 27 ετών

2  Σωτήρης Καραγεωργίου, 28 ετών

2  Ελπίδα Χούπα, 28 ετών

2  Γιάννης Καρασάββας, 28 ετών

2  Δημήτρης Οικού, 29 ετών

3  Παναγιώτης Χατζηχαραλάμπους, 29 ετών

3  Σοφία-Ελένη Ταχμαζίδου, 32 ετών

3  Δημήτρης Μασσάλης, 32 ετών

3  Βάιος Βλάχος, 34 ετών

3  Αθηνά Κατσάρα 34 ετών

3  Μοχάμεντ Εντρίς, 34 ετών

3  Σπύρος Βούλγαρης, 35 χρονών

3  Ιονέλ Κουλέλα, 35 ετών

3  Λένα Δουρμίκα, 39 ετών

3  Βάγια Μπλέκα, 42 ετών

4  Ιωάννης Βουτσινάς, 48 ετών Πειραιάς

4  Ανδρέας Παυλίδης, 49 ετών

4  Μαρία Μουρτζάκη, 51 ετών

4  Βασίλειος-Κυριάκος Κώττας, 52 ετών

4  Βαγγέλης Μπουρνάζης, 54 ετών

4  Βασιλική Χλωρού, 55 ετών

4  Μαρία Εγούτ, 55 ετών

4  Γιάννης Τζοβάρας, 55 ετών

4  Χρυσούλα Κουκαριώτη, 56 ετών

4  Μαρία Μιάρη, 56 ετών

5   Γιώργος Φωτόπουλος, 57 ετών

    Γιώργος Κουτσούμπας, 59 ετών

5  Παβλίνι Μπόζο, 62 ετών

5  Γιάννης Καριώτης, 63 ετών

5  Γιώργος Κυριακίδης, 67 ετών

5  Ευαγγελία Κουκαριώτη, 63 ετών

5  Σύριος μετανάστης ο οποίος ταυτοποιήθηκε μέσω δείγματος DNA που εστάλη από τον αδελφό του από την Ολλανδία.

 Εριέττα 23 ετών αγνοείται.

 Πειραιάς 1 Μαρτίου 2024

     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου