Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

ΜΙΣΙΜΑ ΓΙΟΥΚΙΟ

ΤΑ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ ΕΝΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΥ

ΓΙΟΥΚΙΟ  ΜΙΣΙΜΑ
(14-1-1925/25-11-1970)

              


               Περιοδικό «Οδός Πανός», τεύχος 139/1,3,2008

              Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια-πως πέρασαν τα χρόνια-όταν ο εφηβικός φίλος Πειραιώτης Βρασίδας Καραλής, συγγραφέας και καθηγητής Πανεπιστημίου στο Σίδνευ της Ωκεανίας τώρα, μου χάρισε δύο βιβλία. Δίδασκε τότε, στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Ήταν η εποχή που, μαζί με τον χαμένο τόσο πρόωρα ποιητή και μεταφραστή Γαλλικών Σωκράτη Ζερβό, τον Αντώνη Σταυροπιεράκο κλασικό φιλόλογο-επίσης άδικα φευγάτο-και άλλους Πειραιώτες και όχι μόνο νέους της γενιάς μας, μιας γενιάς τραυματισμένης και θανατοπληγμένης μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς της ντίσκο, αναζητούσαμε τα είδωλά μας τόσο στην προσωπική μας ζωή, όσο και στον χώρο της Τέχνης.
Ο ποιητικός λόγος κυρίως, η ελληνική και ξένη λογοτεχνία, το θέατρο σανίδι, ο κινηματογραφικός φακός, οι εικαστικές τέχνες, ο δύσκολος και απέραντος αριστερόστροφος λόγος της κοινωνιολογίας, όχι μόνο άνθιζαν, αλλά ήσαν και στην ημερήσια διάταξη την εποχή εκείνη,(1974-1984 περίπου) ήσαν κομμάτι της ζωής μας, μια που βγαίναμε από μια επτάχρονη δικτατορία, εκείνη των αφρόνων συνταγματαρχών, που άφησαν ιστορικά πίσω τους ανάμεσα στα άλλα προβλήματα και το θέμα του Κυπριακού Ελληνισμού,(η Ελλάδα ξαναβρήκε την Κοινοβουλευτική της Δημοκρατία, θυσιάζοντας ένα μέρος του Κυπριακού Ελληνισμού, θυμάμαι που έλεγαν τότε και έγραφαν τότε, οι εφημερίδες), όλα αυτά τα καλλιτεχνικά και άλλα πολλά, μπολιασμένα με τον απέραντο και σκληρό πολιτικό λόγο, και ιδιαίτερα, τον λόγο της πάσης φύσεως και μορφής πολιτικής αριστεράς. Μα κυρίως, με τον λόγο της ανανεωτικής, δημοκρατικής, ανθρωπιστικής και «κουλτουριάρικης» αριστεράς. Για μια δικτατορία του προλεταριάτου, και όχι επί του προλεταριάτου, για ένα Σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, όπως ευφυώς έλεγε πάντοτε στις ομιλίες του ο πάλαι ποτέ σύντροφος, ο αείμνηστος Λεωνίδας Κύρκος.
Οι επισκέψεις στο Άγιο Όρος ήσαν στην ημερήσια διάταξη, (άνθιζε την περίοδο εκείνη το κίνημα των Νεορθόδοξων και η συνομιλία τους με τους Μαρξιστές), όπως, και οι επισκέψεις μας στα κάθε λογής Ελληνικά Μουσεία, Γκαλερί και Πινακοθήκες. Ο χώρος του Ηρωδείου και της Επιδαύρου ήταν το πραγματικό σχολείο που διδασκόμασταν όχι μόνο την θεατρική τέχνη και πολιτικό λόγο των αρχαίων, αλλά και το τι είναι στην ουσία του, ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός.
Ο Σουηδός κινηματογραφικός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν αυτός που μας έμαθε πριν τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, τι σημαίνει προσωπικός υπαρξισμός, και τι, συνομιλία με τον Θεό και το άλλο του πρόσωπο αυτό του Θανάτου. Η φρικτή δολοφονία του σημαντικού Ιταλού κινηματογραφικού σκηνοθέτη, ποιητή, συγγραφέα και μαχητικού διανοούμενου Πιέρ Πάολο Παζολίνι μας είχε συγκλονίσει, όπως και ο χαμός της Μαρίας Κάλλας. Στα καθ’ ημάς, είχε για πρώτη φορά κυκλοφορήσει το βιβλίο της τραβεστί «Μπέττυ», και είχε δημιουργηθεί το κίνημα του ΑΚΟΕ. Η Ελληνική κοινωνία, σαν νυσταγμένο κουταβάκι που έβγαινε από την επτάχρονη δικτατορία, χοροπηδούσε χωρίς πυξίδα, πάνω στην πολιτική άμμο και τις πάσης φύσεως πολιτιστικές και καλλιτεχνικές οάσεις.     
Η γενιά μας, αντρώθηκε μέσα στην Τέχνη και την Πολιτική χωρίς δεκάρα στην τσέπη, και αυτό ίσως είναι το πιο όμορφο από την εποχή εκείνη. Ονειροπαρμένοι και άφραγκοι επαναστάτες, άμυαλοι και μυαλωμένοι ιδεολόγοι της άρνησης του εφικτού, με μόνη μας συντροφιά, τον Σεφερικό ποιητικό λόγο, και τον πολιτικό ποιητικό λόγο του Γιάννη Ρίτσου που δέσποζαν τότε, και βρίσκονταν στο χέρι κάθε νεολαίου και στο ταγάρι της συντρόφου του, σε κάθε νέο ή νέα, όπως έγραφε ο Ρίτσος «τα παιδιά της ΚΝΕ, που λένε στην ζωή το μεγάλο ναι), έμπλεοι εκτοπιστές κάθε στενόμυαλης ηθικής συμπεριφοράς και σκουριασμένης αντίληψης περί ζωής και έρωτα, ανατροπείς πολιτικών κατεστημένων και κομματικών ιδεωδών, με μόνα όπλα τα εναπομείναντα πολιτικά και κοινωνικά τσιτάτα του Γαλλικού Μάη του 1968, στηλιτευτές μιας κοινωνίας ταρτουφικής και σαθρής, δήθεν χριστιανικής και πατριωτικής, αλλά κατά βάθος, σκληρά και παγιδευτικά συντηρητικής σε όλες της τις εκφάνσεις, στα πολιτικά, στα κοινωνικά, στα καλλιτεχνικά πεδία. Αρνητές ενός πολιτικού και κομματικού λόγου ξύλινου και κούφιου, που με πομπώδη τρόπο εξυμνούσε τα πιο σκληρά και αιμοσταγή, δικτατορικά καθεστώτα. Μιας κρατικής χριστιανικής μεταφυσικής που εξαντλούνταν στα βυζαντινά  θεατρικά τελετουργικά και τις μιαρές εκφοβιστικές απαγορεύσεις, που όπως είχε πει κάποτε ο Πειραιώτης δάσκαλος Γιάννης Τσαρούχης, «Η Θεία λειτουργία, είναι η μόνη επαναλαμβανόμενη θεατρική παράσταση, που πάντα έχει κόσμο», αν θυμάμαι σωστά τα λόγια.
      Μαρτυρικοί μάρτυρες των σωματικών μας επιλογών και ερωτικών επιθυμιών, ρέκτες μιας Τέχνης που θα θρυμμάτιζε κάθε λογικό όριο απαγόρευσης στον ήδη ασθμαίνοντα και κουρασμένο κόσμο των προπατόρων μας, και θα αλλοίωνε τις σαθρές σταθερές των προκαταλήψεών τους. Τα άλκιμα νιάτα μας, έμπλεα από τρυφεράδα, αχαλίνωτη τρέλα, ουσιαστική ευαισθησία και συντροφικότητα, αλλά, και σκληρότητα, υπήκοα των υπερβολικών φιλοδοξιών μας, μας τροφοδοτούσαν με κάθε είδους και ποικιλίας ελπίδες και άγνωστες προθέσεις στην αγωνιώδη προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον Άλλον, δηλαδή, το ίδιο μας το Σώμα, αλλά και να δηλώσουμε με τρανταχτό τρόπο τις κοχλάζουσες ανάγκες και ευαισθησίες του, σε ένα διαρκές μπολερό ονείρων και ανεπίγνωστων ενοχών, θέτοντας και ξανά, θέτοντας το ερώτημα τι είναι ζωή, τι είναι έρωτας, και τι αναμεσό τους. Ήταν οι χρόνοι εκείνοι, που οι άτακτες εκφράσεις του σώματός μας συναντούσαν όμορες αναφορές διάθεσης ή ξοδεύονταν σε κάθε είδους χιμαιρικές ερωτικές συσσωρεύσεις, δημιουργικές εντυπώσεις πάνω στο κάδρο της πολιτικής πρότασης, ωφέλιμες αναφορές στο άλμπουμ των χρόνων μας, εποικοδομητικές στερήσεις στα στενοσόκακα των οικογενειακών μας αυλών, νεανικά πλεονεκτήματα των ερωτικών προκλήσεων, ταλαντώσεις της φαντασίας πάνω στα ξένα σώματα, στοιβάδες εικόνων πρωτοφανέρωτων επιθυμιών, ανεξίτηλα στίγματα σωματικού και ψυχικού πόνου, εκατοντάδες ομόλογα ιδιωτικών εκμυστηρεύσεων που, με το πέρασμα του χρόνου-τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν-καθώς η ζωή μας γέρνει και μας γερνά και ομολογεί την δική της αποτυχία ή επιτυχία, μπιζάρουν την απομνημονευματογράφο μνήμη στην επιδίωξή της να σκιαγραφήσει την εικόνα των εμπειριών μας πάνω στην παγερή, λεία, λευκή, και αμετάκλητη ψηφιδωτή πλάκα του μνήματός μας.
     Τα δύο αυτά βιβλία, ήταν οι δύο τότε πρώτες ξενόγλωσσες βιογραφίες του Γιούκιο Μισίμα(Κιμιτάκε Χιραόκα, 14/1/1925- 25/11/1970). Αυτή του Henry Scott- Stokes “ The Life and Death of Yukio Mishima” από τις εκδόσεις A Delta Book, 1974. Ένα προκλητικό βιβλίο χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια. (Πρόλογος-The Last day- Early Life(1925- 1939). The Making of Yukio Mishima(1940-1949). The four Rivers(1950-1970)- and Post Mortem. Μία μελέτη 344 σελίδων, με αρκετές ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τη σύνολη πορεία της ζωής του συγγραφέα. Ήταν η πρώτη βιογραφία του Ιάπωνα ταλαντούχου και σημαντικού συγγραφέα που εκδίδονταν στον αγγλοσαξονικό κόσμο, από έναν Άγγλο δημοσιογράφο που γνώρισε από κοντά τον Μισίμα, συνδέθηκε μαζί του, αγάπησε το έργο του, το μελέτησε με προσοχή και ήταν ο μόνος μη Ιάπωνας δημοσιογράφος που «παραβρέθηκε» στην δραματικά τελετουργική του αυτοκτονία, μετά την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος από τον συγγραφέα και τον πιστό μαθητή και σύντροφό του.
Ένα βιβλίο πολύτιμο ακόμα και σήμερα-που έχουν εκδοθεί δεκάδες μελέτες για την ζωή και το έργο του συγγραφέα-στην ανίχνευσή μας για την ορθότερη κατανόηση του έργου και της ζωής του Σαμουράι Νάρκισσου.
«Βρισκόμαστε στο 1965. Πέντε μακριά χρόνια πριν τον θάνατο του Μισίμα. Πέντε χρόνια γεμάτα δράση. Τα μισά από αυτά τα χρόνια τον ήξερα. Από την άνοιξη του 1968, εκείνη την αξέχαστη εποχή, το προοίμιο για το «Μάη του ‘ 68», έως το τέλος, στις 25 Νοεμβρίου 1970. Κανείς που δεν τον γνώριζε δεν έχει το δικαίωμα να γράφει γι’ αυτόν. Ήταν απλώς αφάνταστα διαφορετικός από τον τρόπο με τον οποίον τον έχουν παρουσιάσει μέσα στα χρόνια. Δεν ήταν ένας δεξιός εθνικιστής. Δεν ήταν απλώς ομοφυλόφιλος. Του άρεσε η συντροφιά των όμορφων, εύθυμων, κομψών γυναικών, όπως μαρτυρά η Έικο-σαν. «Μου αρέσουν οι άντρες καλύτερα, και λατρεύω τις θεσπέσιες κυρίες», είπε στο μελετητή του Κολούμπια Ιβάν Μόρις-έτσι μου είπε ο Ιβάν. Θεωρούσε τον εαυτό του αμφιδέξιο. Είχε μελετήσει το Συμπόσιο του Πλάτωνα και είχε καταλήξει πως ανήκε σε μια μεγάλη πλειοψηφία.
    Πέρα από φανατικός δεξιός, δόθηκε στον Μισίμα ακόμα ένας ρόλος. Όπως αναφέρει ο Ιβάν Μόρις στο έξοχο ύστατο έργο του The Nobility of Failure, ο Μισίμα ήταν ένας «ακλόνητος» πατριώτης στη γιαπωνέζικη παράδοση των ηρώων. Ήταν ένας άνθρωπος που απέτυχε σε αυτό που έβαλε σκοπό να κάνει. Έχασε το Βραβείο Νόμπελ. Απέτυχε πλήρως, την τελευταία του μέρα, στην απόπειρα που έκανε να οργανώσει πραξικόπημα. Ως συγγραφέας και ως στρατιώτης, τα έκανε θάλασσα. Το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημά του, μια τετραλογία, ξεκινά καλά, με ένα χαρούμενο πρώτο τόμο, χάνει τη φόρα του στο δεύτερο, συντρίβεται στον τρίτο τόμο και αργοσβήνει στον τέταρτο. Η τελευταία μέρα του, όταν κατέληξε σε αυτή, ήταν ένα φιάσκο. Χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα για να πάρει όμηρο ένα στρατηγό τεσσάρων αστέρων στην Ιτσιγκάγια, και εξευτέλισε το στρατηγό Μασίτα, χρησιμοποιώντας τον ως όμηρο.
Τι θλιβερό τέλος! Μπορεί να σκεφτεί κανείς. Όμως ο Μόρις τον τοποθετεί στο πάνθεο των Ιαπώνων ηρώων, ως τον άνθρωπο που έθεσε την πατρίδα πάνω από τον εαυτό του, και θυσιάστηκε αχρείαστα και μάταια. Όπως ακριβώς οι καμικάζι πιλότοι όδευαν στον θάνατό τους γνωρίζοντας πως δεν μπορούσαν, οτιδήποτε και αν έκαναν, να αλλάξουν την έκβαση των Εκστρατειών του Ειρηνικού. Ο Γιούκιο μάλιστα πραγματοποίησε το στόχο της ζωής του και κατέστησε τον εαυτό του αθάνατο στα μάτια των συμπατριωτών του. «Η ζωή του ανθρώπου στη γη έχει περιορισμένη διάρκεια, όμως εγώ θέλω να ζήσω για πάντα» λέει σ’ ένα τελευταίο σημείωμα που άφησε στο γραφείο του. Δεν έτρεφε καμία αμφιβολία εκείνο το πρωί πως όδευε στο θάνατό του. Κάθε ρανίδα μέσα του τον είχε προετοιμάσει για τη μοιραία κατάληξη. Έδειξε θάρρος….».
Αυτά ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά γράφει στην βιογραφία «ΓΙΟΥΚΙΟ ΜΙΣΙΜΑ-Η ζωή και ο θάνατός του» ο Χένρυ Σκοτ Στοουκς, εκδόσεις Καστανιώτης 2009, μετάφραση Μαρία Φακίνου, σελίδα 16-17 στην εισαγωγή. Το βιβλίο κυκλοφόρησε δύο σχεδόν χρόνια στα Ελληνικά, μετά το αφιέρωμα του περιοδικού «Οδός Πανός» τεύχος 139/ Γενάρης-Μάρτης του 2008 και την δημοσίευση του δικού μου κειμένου.
Το δεύτερο βιβλίο ήταν η επίσης βιογραφία του Γιούκιο Μισίμα από τον John Nathan, «Mishima- a biographyLittle Brown and Company Boston, 1974. Μία μελέτη 300 σελίδων, που και αυτή εκδόθηκε τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, που επίσης διανθίζεται από φωτογραφίες του βίου του, και χωρίζεται σε οκτώ χρονολογικά κεφάλαια. Το βιβλίο κλείνει με έναν κατάλογο των κυριότερων έργων του Μισίμα και ένα κατατοπιστικό ευρετήριο. Ενδιαφέρουσα για τον δυτικό αναγνώστη και αυτή η βιογραφία για την ζωή και το έργο του αμφισβητούμενου πολιτικά Γιούκιο Μισίμα, με εύστοχες παρατηρήσεις και κρίσεις για τις προκλητικές πολιτικές επιλογές του συγγραφέα. Το βιβλίο από ότι γνωρίζω, δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά, όπως και οι μελέτες και αρκετά από τα διηγήματα, τα μυθιστορήματα και τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις. 
Ήταν η μεταθανάτια χρονική στιγμή, όπου το ξίφος, παρέδωσε την σκυτάλη στην πέννα, για να ιχνογραφήσει την αινιγματική ζωή και το πολύπλευρο έργο του.
       Τα χρόνια περνούσαν, και ο διάλογος ανάμεσα σε μένα και τον τραγικό αυτόχειρα Ιάπωνα συγγραφέα ατόνησε. Άλλες προτεραιότητες του βίου μπήκαν ανάμεσά μας, καθώς και δύο σημαντικοί Ιάπωνες σκηνοθέτες, ο Ναγκίσα Όσιμα και ο Ακίρα Κουροσάβα. Όμως πάντα έμενε κάτι που με ξαναγύριζε στο έργο και την ζωή του.
       Σε αυτόν τον ιδιοφυή μυθιστορηματικό και θεατρικό συγγραφέα, αυτόν που αναβίωσε και έδωσε σύγχρονες προεκτάσεις στο παραδοσιακό αριστοκρατικό Θέατρο ΝΟ.
 Σε αυτό το πολύπλευρο εξωτικό και ανερμήνευτο κάπως ταλέντο που μεγαλούργησε συγγραφικά από πολύ μικρή ηλικία, αυτήν την αντιφατική πολιτικά και κοινωνικά προσωπικότητα, αυτόν τον εκκεντρικό λάτρη του Δυτικού πολιτισμού, και της Ελλάδος, τον μεταφραστή και μαθητή της Ελληνικής γλώσσας, αυτόν τον μεγαλομανή και σκληροπυρηνικό πολιτικά άντρα και οικογενειάρχη, αυτήν την ομοφυλόφιλη ποζάτη δυναμική παρουσία, αυτόν τον ασκητικό Ταοϊστή, τον λάτρη της στρατιωτικής υπακοής, της αντρικής σωματικής ευρωστίας, της ιδανικής Ομορφιάς και του ιδανικού πατριωτικού Θανάτου, τον πειθαρχημένο Γιαπωνέζο με την έντονη και ευδιάκριτη Ευρωπαϊκή παιδεία. Αυτόν τον ιδεολόγο αριστοκράτη Σαμουράι που συντάχθηκε με ακραίες πολιτικές επιλογές και κοινωνικές φιλοδοξίες, αυτόν τον Άγιο Σεβαστιανό των Ιαπωνικών γραμμάτων που δεν τρυπήθηκε από τα βέλη κανενός Δυτικού μισιονάριου, αλλά από το ξίφος της δικής του παράδοσης και στεφανώθηκε από τα χρυσάνθεμα του δικού του Κόσμου, που τρυπήθηκε από την εγωτική φιλαυτία της ματαιόσπουδης προσπάθειάς του για αναγνώριση. Αυτόν τον θαρραλέο ιερέα του δικού του τελετουργικού θανάτου, τον σκηνοθέτη και ηθοποιό του μονόπρακτου της δικής του συνειδησιακής φθοράς. Αυτόν που ερωτοτροπούσε με τον θάνατο, την ίδια στιγμή που πόζαρε για τις αισθησιακές φωτογραφίες της δικής του αθανασίας. Τον ερασιθάνατο και πληθωρικό συγγραφέα μιας συγγραφικής τέχνης σχεδόν ακόμα άγνωστης στο σύνολό της στον Δυτικό κόσμο. Αυτόν που ευτύχησε να κάνει τον θάνατό του τηλεοπτικό θέμα(διαφημιστική των πολιτικών θέσεων του πρόταση και ίσως και των ερωτικών του επιλογών) για εκατομμύρια ανθρώπους. Τον μικροκαμωμένο αυτόν άνθρωπο, που η φιλάρεσκη σωματολατρεία του στο προσωπικό του ταξίδι της μουντής γοητείας των αισθήσεων, ευτύχησε να βρει μιμητές μέσα στον ιδιωτικό στρατό που ο ίδιος δημιούργησε. Tate No Kai.
Αυτόν τον λάτρη των πολεμικών τεχνών, που ο μεγαλοπρεπής αλλά φρικτός και μακάβριος σκηνοθετημένος από τον ίδιο, θάνατός του, έγινε σφραγίδα δημιουργικής πνοής, συντροφικού θανάτου, από τον εραστή  και σύντροφό του Μασακάτσου Μορίτα. Αυτήν την διλημματική προσωπικότητα, τον άφοβο πολιτικό σχολιαστή-την περίοδο που ήταν κυρίαρχος ο αντίπαλος πολιτικά αριστερός λόγος-που σχοινοβατούσε σε όλη του την ζωή ανάμεσα στο Ιαπωνικό παράδοξο και παράδοση και τη Δυτική λογική, ανάμεσα στις θαρραλέες «φοβικές» του επιλογές και τις εστετίστικες επιδιώξεις του για αναγνώριση, ανάμεσα στην στρατοκρατική του υπεροψία και την «ευνουχισμένη» αντρική-ερωτική του Σαμουραϊκή ταυτότητα.
       Αλλά, ποιος ένδοξος άντρας της Ιστορίας δεν είναι ευνουχισμένος από τα ίδια του τα μεγαλειώδη πάθη.
     Αυτός ο έκπτωτος άγγελος της δικής του παράδοσης, δοξάστηκε στην χώρα του όσο κανένας άλλος Ιάπωνας συγγραφέας. Περισσότερο ακόμα και από τον δάσκαλό του Νομπελίστα συγγραφέα Γιασουνάρι Καβαμπάτα που και αυτός αυτοκτόνησε μετά από δύο χρόνια. 16/4/1972, πληθαίνοντας την χορεία των αυτόχειρων δημιουργών της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου. Ο Καβαμπάτα εξέφραζε πάντοτε τον θαυμασμό του για τον προστατευόμενό του λέγοντας:
«Ένας συγγραφέας του βεληνεκούς του Μισίμα εμφανίζεται μια φορά κάθε διακόσια ή τριακόσια χρόνια».
      Ο τελετουργικός και παράδοξος θεατρικός τρόπος της αυτοκτονίας του Μισίμα, πάντοτε με έκνιζε και μου δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματικά. Το μυαλό μου πήγαινε- ασφαλώς με τις πρέπουσες αποστάσεις-στον δικό μας Περικλή Γιαννόπουλο και την προσωποκεντρική θεωρία του περί Ελληνικότητας. Και ότι και αυτός, σκηνοθέτησε μια βροχερή μέρα τον ένδοξο θάνατό του.
     Κάνοντας ένα χρονικό άλμα, τον Μάρτιο του 1988, στην ΕΡΤ, παρακολουθήσαμε το ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ-πορτρέτο, το τρίτο της σειράς, αγγλικής παραγωγής 1985 για τον Γιούκιο Μισίμα, με τον τίτλο «Η παράξενη περίπτωση του Γιούκιο Μισίμα». Η παραγωγή και η σκηνοθεσία ήταν του Μάικλ Μακ Ίντερ.
«Ο Γιούκιο Μισίμα(1925-1970) υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του. Είχε προταθεί 3 φορές για το Βραβείο Νόμπελ, ενώ το έργο του αριθμεί 40 μυθιστορήματα και 18 θεατρικά έργα. Έγινε όμως παγκόσμια γνωστός όχι τόσο από το συγγραφικό του έργο, όσο από την επιδεικτική αυτοκτονία του με χαρακίρι πριν 18 χρόνια. Η ζωή του Μισίμα ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Ταυτόχρονα διανοούμενος, φιλοδυτικός, και ακροδεξιός μιλιταριστής που συντηρούσε παρακρατικό στρατό, ο Μισίμα φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει τον αυτοκράτορα ως απόλυτη εξουσία. Γυρισμένο στο Τόκιο, το ντοκιμαντέρ του Μάικλ Μακ Ίντερ
Ανασυνθέτει την ιστορία της πολύπλοκης και αντιφατικής αυτής μορφής με φόντο τη μεταπολεμική Ιαπωνία και περιέχει διάφορες συνεντεύξεις με φίλους του και με το σκηνοθέτη Ναγκίσα Οσίμα που είχε συνεργαστεί με τον Μισίμα.».
Περιοδικό «Ραδιοτηλεόραση» τεύχος 943/12-3-1988.
     Δύο χρόνια νωρίτερα, 1986. όλοι μας είχαμε απολαύσει την παράξενη κινηματογραφική ταινία «Μισίμα-Μια ζωή σε 4 κεφάλαια», εκτέλεση παραγωγής Τζωρτζ Λούκας και Φράνσις Φορντ Κόππολα, σε σενάριο Πωλ Σρέηντερ και Λέοναρντ Σρέηντερ, και σκηνοθεσία Λέοναρντ Σρέηντερ. Που πρωταγωνιστούσαν μεταξύ άλλων οι: Κεν Ογκάτα, Κέντζι Σαγουάντα, Γιασοσούκε Μπάντο, Τοσιγιούκι Ναγκασίμα και άλλους.
«Με την υπογραφή δύο από τους μεγαλύτερους παραγωγούς του Φράνσις Φορντ Κόππολα και του Τζορτζ Λούκας και σκηνοθετημένη από τον Πωλ Σρέηντερ η ταινία «ΜΙΣΙΜΑ» είναι ένας ύμνος για ένα μαρτυρικό σύγχρονο άνδρα, που πολεμά να βρει το δρόμο του και το μέλλον του μέσα από το παρελθόν της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας»
Από σημείωμα στο εξώφυλλο της ταινίας. Ένα φιλμ που μάλλον έβλεπε πολύ δυτικά τον συγγραφέα της Άπω Ανατολής, και που καθόρισε στο ευρύ κοινό-μετά την τελετουργική του αυτοκτονία- την εικόνα του Γιούκιο Μισίμα στην Δύση.
  Ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην εφημερίδα το «Έθνος» στις 9/2/1986, σε αυτές τις εξαίσιες σπουδές κινηματογραφικής κριτικής, με τον τίτλο «Μάταιο το χαρακίρι», μεταξύ άλλων σημειώνει:
     «Ο Μισίμα δεν ήταν φασίστας, ούτε καν μιλιταριστής με την τρέχουσα σημασία της λέξης. Ήταν ένας άνθρωπος περιπεπλεγμένος μέσα στις μύριες αντιφάσεις του, η σπουδαιότερη από τις οποίες ήταν η αντιφατική προς τα παραδοσιακά Ιαπωνικά ήθη ομοφυλοφιλία του, που ωστόσο την ξεπέρασε ίσα-ίσα για να πείσει τον εαυτό του πως είναι ένας «γνήσιος» Ιάπωνας. Αν δεν την ξεπερνούσε, ίσως να μην έκανε χαρακίρι στις 25 Νοεμβρίου του 1970. και ίσως έγραφε μερικά ακόμα αριστουργήματα σαν το «Εξομολογήσεις μιας μάσκας»….. και, ανάμεσα στα άλλα «Ο Μισίμα ήταν ένας σπουδαίος «μεταφυσικός της Ιστορίας» που, αν και αντίπαλός μας, δεν θα πάψουμε να τον τιμούμε και να τον σεβόμαστε, ακριβώς γιατί δεν ήταν ένα άθλιο ανθρωπάκι που προσεύχεται μερόνυχτα για τη σωτηρία τάχα της πατρίδας του και στην πραγματικότητα του εαυτού του σε κάποιο Ιαπωνικό Άγιο Όρος.
Τουλάχιστον αυτός, συνεπής με τις ιδέες του μέχρι τέλους, πλήρωσε με τη ζωή του και χωρίς να του ζητηθεί το όραμά του. Το να τον θαυμάζει ο Πολ Σρέιντερ με τον άκριτο τρόπο που τον θαυμάζει δεν προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες στη μνήμη του.
Γιαυτόν ο Μισίμα ήταν απλός ένας σπουδαίος άνθρωπος με ακλόνητες εμμονές σε σπουδαία ιδανικά που σπανίζουν στην κάθε άλλο παρά σπουδαία εποχή μας….» εφημερίδα το «Έθνος»
9 Φεβρουαρίου 1986.
Την ίδια περίοδο, το περιοδικό «Θεατρικά Τετράδια» τεύχος 13/ 13 Απριλίου 1986 είναι αφιερωμένο στον Μισίμα.
 Αφιέρωμα στον συγγραφέα, έχουμε επίσης από το περιοδικό «Διαβάζω», τεύχος 253/26 Δεκεμβρίου 1990, και από την εφημερίδα «Η Αυγή» στις 3 Σεπτεμβρίου του 2005.
Και ασφαλώς, το πολύ καλό βιβλίο της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ, «Μισίμα-ή το όραμα του κενού», εκδόσεις Ιωάννα Χατζηνικολή 1991, σε μετάφραση της ίδιας της εκδότριας, όπως και όλων των βιβλίων της Γαλλίδας συγγραφέως.
     «Είναι πάντα δύσκολο να κρίνουμε έναν μεγάλο σύγχρονο συγγραφέα: μας λείπει η απαιτούμενη απόσταση. Ακόμα δυσκολότερα τον κρίνουμε όταν ανήκει σ’ έναν πολιτισμό διαφορετικό από τον δικό μας, απέναντι στον οποίο η έλξη του εξωτισμού ή η δυσπιστία μας γι’ αυτόν παίζει έναν ρόλο. Αυτές οι πιθανότητες παρανόησης αυξάνονται όταν, όπως στην περίπτωση του Μισίμα, τα στοιχεία της δικής του κουλτούρας και τα δυτικά στοιχεία, που με δίψα απορρόφησε, με άλλους λόγους, για μας, το κοινό και το ξένο, αναμειγνύονται στο κάθε του έργο σε αναλογίες που διαφέρουν και με αποτέλεσμα και επιτυχία που ποικίλλουν. Και όμως αυτή ακριβώς η ανάμειξη τον κάνει σε πολλά από τα έργα του αυθεντικό εκπρόσωπο μιας Ιαπωνίας που έχει και αυτή βίαια δυτικοποιηθεί, διατηρεί όμως παράλληλα τη σφραγίδα ορισμένων αμετακίνητων χαρακτηριστικών. Ο τρόπος με τον οποίο τα παραδοσιακά ιαπωνικά μόρια αναδύονται στον Μισίμα και εκρήγνυνται στον θάνατό του, τον κάνουν, αντιθέτως, μάρτυρα, και αυτό με την ετυμολογική σημασία της λέξης, της Ιαπωνίας των ηρωικών χρόνων που θα ‘λεγε κανείς ότι την ξαναβρίσκει αντίθετα προς το ρεύμα.
Η δυσκολία, όμως μεγαλώνει και άλλο-για όποια χώρα και όποιον πολιτισμό και αν πρόκειται-όταν η ζωή του συγγραφέα υπήρξε άλλοτε ταραγμένη, πλούσια και ορμητική και άλλοτε σοφά μετρημένη όσο και το έργο του, οδηγώντας μας να διακρίνουμε τόσο στη μία, όσο και στο άλλο τις ίδιες αδυναμίες, τις ίδιες πανουργίες, τα ίδια ελαττώματα αλλά και τις ίδιες αρετές και τελικά, το ίδιο μεγαλείο. Αναπόφευκτα, μια επισφαλής ισορροπία αρχίζει να εδραιώνεται ανάμεσα στο ενδιαφέρον μας για τον άνθρωπο και εκείνο που έχουμε για τα βιβλία του. Έχει περάσει η εποχή κατά την οποία μπορούσαμε ν’ απολαμβάνουμε τον Άμλετ χωρίς να μας πολυενδιαφέρει ο Σαίξπηρ: η χυδαία περιέργεια για το βιογραφικό ανέκδοτο είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του καιρού μας, και ενισχύεται από έναν Τύπο και μέσα ενημέρωσης που απευθύνονται σ’ ένα κοινό που ξέρει ολοένα και λιγότερο να διαβάζει. Έχουμε όλοι μας μια τάση ν’ αναφερόμαστε όχι μόνο στον συγγραφέα, που εξ ορισμού εκφράζεται στα βιβλία του, αλλά και στο άτομο, το αναγκαστικά πάντα ξεχωριστό, αντιφατικό, και μεταβαλλόμενο, το εδώ κρυμμένο κι εκεί ορατό, και τέλος, και κυρίως, στο πρόσωπο, αυτή τη σκιά, ή ανταύγεια που ορισμένες φορές το ίδιο το άτομο( και ισχύει στην περίπτωση του Μισίμα) συμβάλλει στην προβολή της από άμυνα ή από πρόκληση, πέρα όμως και παρά την οποία ο αληθινός άνθρωπος έζησε και πέθανε μέσα στο αδιαπέραστο μυστικό που είναι η κάθε ζωή». Πολλά είναι λοιπόν τα πιθανά ερμηνευτικά λάθη μας. Ας προχωρήσουμε, αλλά να θυμόμαστε πάντα πως την κεντρική αλήθεια θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο έργο: αυτό που ο συγγραφέας επέλεξε να γράψει, ή αναγκάστηκε να γράψει, αυτό τελικά ενδιαφέρει. Και ασφαλώς ο τόσο προμελετημένος θάνατος του Μισίμα είναι ένα από τα έργα του».   Σελίδα 9-10.
       Το έργο όμως που έκανε γνωστό στο μεγάλο αναγνωστικό κοινό την προσωπικότητα του Ιάπωνα συγγραφέα, ήταν το αυτοβιογραφικό του «Οι Εξομολογήσεις μιας Μάσκας».
Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1977, από τις εκδόσεις Οδυσσέας, στην θεσπέσια και συγκλονιστική μετάφραση, σε μια δωρικά ερωτική λυρική γλώσσα του ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλου. Ένα έργο ερωτικά άγριο, τραχύ και αποκαλυπτικό των συνειδησιακών προθέσεων του Γιούκιο Μισίμα. Ένα έργο που ανατέμνει τα ενδόμυχα της ψυχής ενός εφήβου και εικονογραφεί τις ασταμάτητες συγκρούσεις της συνείδησης των νέων στην προσπάθεια ανεύρεσης της σωματικής τους ετερότητας και της σεξουαλικής τους ταυτότητας. Το έργο αυτό, δεν είναι μόνο ένας θαρραλέος θρηνητικός ύμνος πάνω στην εφηβική ανακάλυψη του σώματος και των επιθυμιών ενός εφήβου, αλλά και μια προειδοποίηση για την κρυφή σεξουαλικότητα των νέων και των προθέσεών τους. Μια ενδιαφέρουσα τοιχογραφία πάνω στην ασεβή ανηθικότητα της ανθρώπινης φύσης, και τις εξομολογητικές προσχηματικές προθέσεις μιας ασκητικής δαιμονικής ονειροπόλησης.
Πιστεύω, ότι το έργο αυτό του Ιάπωνα δημιουργού επάξια μπορεί να παραβληθεί με τον ερεθιστικό αισθησιασμό του «Νεαρού Τέρλες» του Ρόμπερτ Μιούζιλ, τον ονειροπόλο και ντροπαλό σεξουαλισμό της «Σύγχυσης Αισθημάτων» του Στέφαν Τσβάιχ, τον νηφάλιο τον νηφάλιο ερωτισμό του «Τόνιο Κρέγκερ» του Τόμας Μαν. Να διαβαστεί παράλληλα με το «Αγόρι πλάι στο ποτάμι» του Γκορ Βινταλ, αλλά και το συναρπαστικό και ηδονικότατο «Το Σαρκοβόρο Αρνί» του Αγκουστίν Γκομέζ Άρκος, το βίαιο ερωτικά και κοινωνικά «Τα Παιδιά της Ζωής» του Πιέρ Πάολο Παζολίνι και ίσως, και να συγγενεύει με την ερεθιστική αθωότητα του «Με λένε Άραμ» του Ουίλλιαμ Σάρογιαν. Ασφαλώς το ύφος και η γραφή του Μισίμα στις «Εξομολογήσεις μιας Μάσκας» απέχει από τον κρυπτικό τόνο και μυητικό ερωτικό σχεδιασμό του Ε. Μ. Φόρστερ και τις συγγραφικές ενοχικές ευαισθησίες του Τζέημς Κρόνιν στο βιβλίο του «Ο Ισπανός κηπουρός». Και σίγουρα, δεν θα μπορούσε να σταθεί εύκολα, σε αυτό που ονόμασαν πέμπτο ευαγγέλιο, στο «Εκ Βαθέων» του Όσκαρ Ουάιλντ, όπου ο πυρήνας της δημιουργικής του ανάτασης είναι ο δυναστευτικός και καταστρεπτικός έρωτας του μεγάλου Ιρλανδού για τον Άλφρεντ Ντάγκλας. Σίγουρα όπως και οι διάφοροι μελετητές του σημειώνουν, το θεατρικό έργο «Σαλώμη»  του Όσκαρ Ουάιλντ είναι μέσα στα αγαπημένα διαβάσματα του Μισίμα. Όμως σπάνια συναντά κανείς μάλλον στην ιστορία της Λογοτεχνίας της Άπω Ανατολής και όχι μόνο, τέτοια ωκεάνεια αισθησιακή ατμόσφαιρα κάτω από την μάσκα ενός σκηνοθέτη που φορά ο συγγραφέας περιγράφοντας την παιδική του ζωή και ερωτική του ωρίμανση.
Ο Γιούκιο Μισίμα με εύστοχη μαεστρία και μια κρυφή εξυπνάδα που υποδηλώνει την αγγελική του επιθυμία, μας αποκαλύπτει την αγωνιώδη, κοπιαστική και πυρετώδη προσπάθειά του αναγνώρισης της σεξουαλικής του ταυτότητας. Μιας ταυτότητας προσδιορισμένης άμεσα από το οικογενειακό του περιβάλλον και ίσως καθοδηγούμενη από την δυναστευτική παρουσία της γιαγιάς του. Στις «Εξομολογήσεις», αν θυμάμαι σωστά κάπου γράφει ότι η γιαγιά του τον πήγαινε στο θέατρο και του προμήθευε συντρόφους. Βλέπουμε τον τρόμο που τον πιάνει-αυτόν τον τόσο εύθραυστο και ευαίσθητο νέο-καθώς αντιλαμβάνεται ότι του αρέσουν τα αντρικά γεροδεμένα κορμιά σε αυτόν που έχει μια ασθενική σωματική διάπλαση. Ξεδιπλώνεται μπροστά του η ομοφυλόφιλη επιθυμία του και ιδιοσυγκρασία σε ένα χώρο και μια εποχή έντονα συντηρητική και σε ένα περιβάλλον πουριτανικό και ανδροκρατικό. Αντιλαμβάνεται που οδεύει η προσωπικότητά του, μια προσωπικότητα με συγκεκριμένες προδιαγραφές επιθυμιών και ερωτικών αναζητήσεων, που θα αγωνιστεί σε όλη του την ζωή να ολοκληρώσει μέσα από διαδοχικές δαιδαλώδεις τεχνικές άσκησης της γραφής του και του προσωπικού του θανάτου. Σε όλη την κατοπινή ζωή του, επεδίωκε να αθλεί και να γυμνάζει το σώμα του, και να του δίνει την φόρμα και την δύναμη που είχε από τότε ονειρευτεί. Στις «Εξομολογήσεις», αναγνωρίζουμε πως η σεξουαλική απώθηση και ο ανεκπλήρωτος ερωτισμός, αλλά και η σωματική καχεξία, μετατρέπεται σε σαδιστικές ονειρικές προθέσεις, παρορμήσεις αυτοκτονίας, αχαλίνωτη τάση αυνανισμού, ερωτική φετιχολαγνεία, ανενοχικά αδίστακτα βασανιστήρια σωμάτων που δεν κατορθώθηκαν να κατακτηθούν, σβησμένα όνειρα που φωτίζουν ερωτικές ανεκπλήρωτες ανάγκες, τάσεις καταστροφής, βίαιης συμπεριφοράς μέσα στην προσπάθειά ανδροποίησής του, μεταστροφές ψυχολογικών αναταραχών, πλατωνικές ανταύγειες, ερωτικών συνομιλιών και εκμυστηρεύσεων, τελετουργικούς κανιβαλισμούς φρίκης και αποστροφής, σχεδιάσματα εκτελέσεων που δεν θυμίζουν τόσο τον ευαίσθητο αισθησιασμό του Όσκαρ Ουάιλντ, «Ο καθένας σκοτώνει οτιδήποτε αγαπάει», αλλά έναν άλλον συγκινητικό και άσωτο άγιο της Γαλλικής λογοτεχνίας, τον Γάλλο αποσυνάγωγο συγγραφέα Ζαν Ζενέ. Καθώς και τον μεγάλο παρεξηγημένο επαναστάτη Μαρκήσιο Ντε Σαντ. Μόνο που σε αυτό το έργο του Μισίμα απουσιάζει η ρηξικέλευθη αντικαθεστωτική γραφή του Μαρκησίου, ο ενάντιος λόγος του εναντίον της παράδοσης και της Θρησκείας και η στηλίτευση του κλήρου και της Κοινωνίας γενικότερα. Όπως επίσης λείπει παντελώς, αυτή η άγια ερωτική ενδοτικότητα του Ζαν Ζενέ, που η τρέλα της ζωής τον οδηγεί όλο και πιο βαθιά στα απόκρημνα ερωτικά μονοπάτια. Ο Μισίμα δεν πέφτει στον Καιάδα του Έρωτα για να εξαγνισθεί όπως ο Ζαν Ζενέ, δεν προβάλει τους ερωτικούς του καθρέπτες για να τους θρυμματίσει γοητευμένος από τις πολλαπλές του ερωτικές του μεταμφιέσεις, δεν ενδίδει για να αναστηθεί μέσα στο πάνθεο των πληγωμένων ψυχών. Παρά διασκορπίζεται μέσα στο άτολμο πλήθος των πρωτοφανέρωτων αμφιβολιών του, της τρομακτικής επίγνωσης των φαντασιακών του επιθυμιών. Δεν αιμορραγεί όπως ο Ζαν Ζενέ, παρά φθείρεται μέσα σε μια πρόζα χαλιναγωγημένων παθών που πυορροούν. Οι λέξεις του είναι στυλιζαρισμένες, το ύφος του γοητεύεται από την ρητορεία των εικόνων, η τεχνική του ακολουθεί μια πεπατημένη ακολουθία παιχνιδιού απόκρυψης και ματαιοπονίας. Ο μεταφυσικός τόνος της γραφής του στην προσπάθειά του να καθυποτάξει την ατίθαση και θεατρικά οργισμένη ερωτική του σάρκα, έρχεται σε αντίθεση με τον στωικό αριστοκρατικό του ταοϊσμό. Με την ανδροπρεπή αλλά ευδιάκριτη σεξουαλική του πρόθεση των συμπατριωτών του Σαμουράι, των οποίων ο βίος διέπεται από έναν ηθικό ερωτισμό, μια ερωτική συντροφική σχέση που οφείλει να μην κοινοποιηθεί στο μεγάλο αμύητο κοινό, μια τελετουργική σεξουαλική μαγγανεία, μάλλον κάπως συγγενική με αυτή των Αρχαίων Ελλήνων.
    Ενώ η σύνολη φιλοσοφία αυτού του μαγευτικού θεατρίνου Ιάπωνα συγγραφέα πατά πάνω στις ράγες της αρχαίας Ιαπωνικής συντηρητικής παράδοσης, τα πρότυπα των δικών του προγόνων, η τεχνική της γραφής του αλλά και η χαρακτηρολογία πολλών ηρώων του, υιοθετούν συμπεριφορές του Δυτικού πολιτισμού. Ο Μισίμα θέλγεται τόσο πολύ από την δόξα των Δυτικών, που, ενώ καυτηριάζει τις ακρότητές του,-ιδιαίτερα των Αμερικανών- ταυτόχρονα αποδέχεται και αποζητά την δοξολογία του. Το Ευρωπαϊκό  πρόσωπο του Μισίμα φέγγει στα περισσότερα έργα του μάλλον. Είναι σίγουρα ο σύγχρονος εκσυγχρονιστής της παράδοσης του θεάτρου «ΝΟ», αλλά και του «Καμπούκι». Τα θεατρικά του μονόπρακτα δίνουν νέα πνοή στην παλιά φόρμα του Ιαπωνικού αυτού πανάρχαιου θεάτρου. Ανοίγει μια πολύπλευρη συνομιλία τόσο με το δικό του παρελθόν όσο και με τις τεχνικές και φόρμες του Δυτικού λογοτεχνικού κόσμου. Πλουτίζει το έργο και την δημιουργία του με πρόσωπα, πανάρχαια σύμβολα και ιδέες Δυτικών συγγραφέων ή αρχαίων Ελλήνων σε σημείο που ξενίζει για τις προθέσεις του όσον αφορά την Ιαπωνική παραδοσιακή κουλτούρα. Ανοίγει τα φτερά της καλλιτεχνικής του δημιουργίας και φαντασίας πέρα από το Ιαπωνικό αρχιπέλαγος, στις αποβάθρες του αναγνωστικού του κοινού, θέλγεται να παρευρίσκονται περισσότερο οι Δυτικοί αναγνώστες παρά ίσως οι συμπατριώτες του. Από την άλλη, μια διαρκής υπόμνηση της τάσης του για αυτοκτονία ή αν θέλουμε μια βαθύτερη εξοικείωση με την ιδέα του ηρωικού θανάτου, πλημμυρίζει το έργο του σε σημείο απώθησης για τον δυτικό αναγνώστη. Μια ιδέα που δεν ροκανίζει την δημιουργία του αλλά τον ίδιο και την προβολή του, και, που αν δεν υπήρχε το παράδοξο συμβάν του δικού του τέλους, θα νόμιζε κανείς ότι ο ταλαντούχος συγγραφέας χαριεντίζεται με τον θάνατο με ένα πληθωρικό τρόπο, μόνο και μόνο για να μας κάνει αισθητή την παρουσία του. Οι Μάσκες που φορά κατά καιρούς ο Γιούκιο Μισίμα είναι συγκεκριμένες και με σαφήνεια τοιχογραφούν τις εκάστοτε προθέσεις του, στον αγώνα του για αισθητική τελείωση τόσο πνευματική όσο και κυρίως σωματική. Το ωραιοπαθές, ηδονικότατο και ιεροκρυφίως ερωτικά ποθητό αλλά και υπαινικτικό σωματικό σύμβολο του Αγίου Σεβαστιανού, που δανείζεται από τον ομώνυμο πίνακα του Γκουίντο Ρένι λειτουργεί μάλλον σαν ένα «μεθοδολογικό» αξίωμα ηθικής υφής, για να προβάλει τον ανεκπλήρωτο ερωτισμό του. Το ποθητό σωματικό αντικείμενο με την θηλυκότητα των εκφράσεών του και την λυγράδα της σωματικής άφεσης, αλλά και την έντονη μυστικιστική του συνομιλία όχι τόσο με τον Θεό του που γίνεται μάρτυράς του με την θυσία του πάνω στο άνθος της ηλικίας του, όσο με τους ίδιους τους βιαστές της σωματικής του ακεραιότητας, τους διώκτες και δολοφόνους του, προσφέρει στον Μισίμα το πρότυπο για την ταύτισή του και την διάθεση υποταγής στην ανεκπλήρωτη ηδονή.
Σε αυτήν την θεσπέσια αδιαφορία των ωραίων ανδρικών σωμάτων που δεν έχουν επίγνωση της θωπευμένης ομορφιάς τους. Αυτή η θεσπέσια ομορφιά των ανδρικών σωμάτων, αυτή η αντρική ρώμη που ξεχειλίζει από ηρωισμό, ερωτισμό, πνευματική πειθαρχία, υπερβολική λατρεία για τις πολεμικές τέχνες και αγνές τάσεις αυτοθυσίας για την πατρίδα τους, χειραγωγεί την κάπως ταραγμένη του συγγραφική συνείδηση.
    Αυτός ο λάτρης της ηθικής των Σαμουράι, προτιμά ένα Δυτικό σύμβολο, ένα αμιγώς δυτικό θρησκευτικό σύμβολο που αναδεικνύει τόσες πολλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, στους ομοφυλόφιλους κύκλους ιδιαίτερα, παρά ένα συγγενές σύμβολο της παράδοσής του, και αυτό δεν μας αποκαλύπτει μόνο τις δυτικές επιρροές του, αλλά και κάτι σημαίνει στην σύνολη πνευματική του παρουσία πέρα από το καθαρό παιχνίδι των λέξεων και την τέχνη της γραφής. Μια συνείδηση που καθηλώνεται σε ένα ευδιάκριτο απεγνωσμένο βλέμμα που ηρεμεί μόνο μέσα από τον κανιβαλισμό του ποθούμενου σώματος προς τέρψη του βλέποντος. Το ποθούμενο σώμα, πρέπει να χάσει την άθραυστη λαμπρότητά του, την φωτεινή του αρτιμέλεια, την ερωτικά ενάρετη χυδαιότητά του, την σκοτεινότητα της αλήθειας των προθέσεών του, να απεκδυθεί από τα μυστικά της κρυφής του ομορφιάς, να αποεγκωμιαστεί από το βλέμμα που το παρατηρεί, να επαναπροσδιοριστεί μέσα στην καθολική αποερωτικοποίησή του, να ανεξιλεωθεί από την τελεσίδικη πράξη της δολοφονικής του καταδίκης.
Η δαιμονιακή γραφή του Μισίμα θέλει το σώμα τεμαχισμένο, σαν Διονυσιακό προσφερόμενο πρόθεμα στην πρόσληψή του για τους κοινωνούς της ενοχικής κοινωνίας του έρωτα, και ιδιαίτερα, της ομοφυλόφιλης κοινωνίας. Ο κανιβαλικός τεμαχισμός είναι ο τρόπος που θα ενώσει το αίμα με το σπέρμα στην μετάληψη της φαντασίας των κατατρεγμένων από τα ήθη και τους θεσμούς της κοινωνίας πιστών. Είναι ο τελετουργικός τρόπος, όχι ο ορθόδοξος θα λέγαμε ο χριστιανικός, σε μια συμβολική καθολικότητα, ο Ντοστογιεφσκικός-στην συγγραφική εκδοχή του-που θα εξάρει την Ομορφιά, θα την καθαγιάσει, θα την κάνει πανανθρώπινο στίγμα ψυχικής εξιλέωσης και αισθητικής αναφοράς, μιας αναφοράς που κλείνει μάλλον στις μέρες μας την αιώνια αναζήτηση της Πλατωνικής εξερεύνησης περί κάλλους, ή μήπως συνεχώς επαναπροσδιορίζεται μέσα στους αιώνες; Είναι αυτό το αγαλμάτινο άγνωστο Θεϊκό Τίποτα, που φανερώνεται επιλεκτικά σε κάθε θνητό αντρικό σώμα. Είναι οι στιγμές αυτές που η σαφήνεια της όρασης οδηγεί στον έρωτα, στην προσπάθειά του να συναντήσει την αλήθεια του θανάτου και να την υπερβεί. Οι αναποτελεσματικές οργασμικές του προθέσεις όταν βρίσκεται κοντά στην κοπέλα που λέει ότι αγαπά, οι αποτυχημένες του δηλαδή σεξουαλικές στάσεις, και η συχνή προβολή των αυνανιστικών του τάσεων σαν υπεκφυγή από το πραγματικό πρόβλημα, μας κάνει να υποψιαστούμε την ναρκισσιστική διάθεση του συγγραφέα. Το εγώ του αρνείται να ξεδιπλωθεί στην σχέση του ρίσκου προς συνάντηση με τον άλλον, δηλαδή με το ίδιο του το σώμα, όχι ως γεγονός αυτολατρείας, αλλά σαν «προβληματική» πρόταση προσφοράς και διάθεσης που είναι συνήθως οι ανθρώπινες προσεγγίσεις, και κλείνεται στο φοβερό κουκούλι της αυτοικανοποίησής του. Γιαυτό και ο καθρέπτης που απεικονίζει το είδωλο του, όπως λέει σε κάποιο του έργο δεν μπορεί να θρυμματιστεί. Ξαναγυρίζει με τον τρόπο αυτό στην ασφάλεια της μήτρας που δεν θα του ζητηθεί απόδειξη της ανδρικότητάς του. Ο ερωτισμός θα μετατραπεί σε εθνικό ηρωισμό, ο ευνουχισμός σε ξίφος υπεράσπισης του παραδοσιακού Αυτοκρατορικού μεγαλείου. Ο Αυτοκράτορας, θα γίνει ο μεγάλος φαλλός του έθνους των Ιαπώνων που οφείλει να κρατηθεί ορθός ακόμα και μετά την ιστορική του πτώση, ακόμα και μέσα στα πολιτικά του λάθη. Η κοινωνικά και πολιτικά ευνουχισμένη από τους δυτικούς Ιαπωνία, πρέπει να ξαναβρεί το αιώνιο και πατροπαράδοτο σεξουαλικό συμβολισμό της. Ο Αυτοκράτορας είναι ο φαλλός που θα ξαναδημιουργήσει την κοινωνική συνείδηση των συμπατριωτών του από την αρχή. Είναι το σύμβολο του αιώνιου έθνους-κάτι σαν τον αναγεννώμενο φοίνικα των Ελλήνων-που όλοι του οφείλουνε υποταγή-είναι ο κρυφός Άσσος, όπως συνήθιζε να λέει ο Μισίμα στην προσπάθειά του να αφυπνίσει τις ναρκωμένες από τον δυτικό καταναλωτισμό συνειδήσεις των συμπατριωτών του. Ένας ερωτικός βεντετισμός βλέπουμε να ρέει στις «Εξομολογήσεις», μια ψυχική σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, που οδηγεί σε ένα Κενό ερωτικής αναφοράς, και συντροφικότητας. Διακρίνουμε να εκδηλώνεται μια απληστία σαδιστικών ιμπρεσιονιστικών εικόνων, κάτω από μια Ιαπωνική απλοϊκότητα. Σκιαγραφείται μια θεσπέσια τοιχογραφία της Ιαπωνικής κοινωνίας την περίοδο πριν από τον πόλεμο, που όμως σκιάζεται ο πραγματικός της πλούτος από το δυτικό βλέμμα με το οποίο αντιμετωπίζει τα πράγματα ορισμένες φορές ο συγγραφέας. Η μυστηριακή ατμόσφαιρα της Ιαπωνικής φύσης χάνεται από τις δυτικές συμβολιστικές παρεμβάσεις. Εδώ θα σημειώναμε, ότι χάνει στα ερωτικά σημεία από τον Άγιο Ζαν Ζενέ, ο οποίος είναι πιο αψεγάδιαστος, πιο ερωτικά αρυτίδωτος στις σεξουαλικές του επιθυμίες, πιο μπρούτος, πιο διαθέσιμος και ανοιχτός στο περιπετειώδες και ριψοκίνδυνο ταξίδι του έρωτα. Και σίγουρα πιο ειλικρινής. Αφήνεται με μαγεία στην περιπέτεια της αλήτικης καρδιά του και στην κλέφτρα ηδονή που οδηγεί το σώμα του σε κάθε παραβατική αποκάλυψη, σε κάθε ρεμπέτικη ερωτικά πρόσκληση. Υποτάσσεται στους βιαστές του κολασμένα για να τους εξαγνίσει, δεν καταστρέφει την δική τους τάση για αυτοεπιβεβαίωση. Σαν τους πρώτους χριστιανούς μάρτυρες που θυσιάζονταν για να σωθούν οι βασανιστές τους. Σε αυτούς τους μάρτυρες της Θείας του θανάτου αποκάλυψης που είναι αναγκαία η θυσία τους για να εδραιωθεί η κοινή πίστη ανά τους αιώνες. Αυτός γίνεται το δόλωμα για να τους αγιοποιήσει, απεκδιόμενος το οικείο της ζωής του θέλημα. Αντίθετα από τον Γάλλο Ζαν Ζενέ, στον Ιάπωνα Μισίμα οι πειρασμοί μένουν έκθετοι στη ρητορεία της γραφής, στην μαγευτική αναπαράσταση των λεκτικών εικόνων. Οι Εξομολογήσεις του είναι μόνο προϋπόθεση των ονειρώξεών του. Καθυποτάζει την ερωτική του πρόκληση με μια άκαιρη βία, με μια απώθηση που οδηγεί σε μια πρόφαση αθωότητας, σε ένα τάχατες προσπέρασμα του ομοφυλόφιλου πειρασμού, σε μια πρόφαση αθωότητας, σε μια εσκεμμένη συντριβή που οδηγεί μόνο στην κατά μόνας εκτονωτική λύτρωση. Στην αναμενόμενη δικαιολογία της κοινωνικής απόρριψης.
Αυτή η σωματική ερεθιστικότητα της Μισίμιας εικονογραφίας οδηγεί στην διάσπαση της ερωτικής εικόνας και όχι στην πλήρωσή της. Η συνειδητοποίησή της δημιουργεί τρόμο, απαισιοδοξία, μαρτύριο αποκάλυψης, βασανιστικές τάσεις αυτοεπιβεβαίωσης, αμαυρώνει την εικόνα της μέθης του έρωτα, την μετατρέπει σε ηδονοβλεπτική εντύπωση και όχι σε θάμβος της αποκαλυπτικής ομορφιάς, που δεν χρειάζεται τα δεκανίκια της ηρωικής βίας. Σε μαρτύριο της ψυχής και αποκλεισμό του σώματος από την περιπέτεια. Ο σαδισμός του σκιαμαχεί με το ίδιο του το εγώ, με τις δικές του προθέσεις. Η ομορφιά που περιγράφει, είναι ένα φάντασμα που στέκεται μοναχικό μπροστά στη συνείδηση του συγγραφέα, ενώ οι λέξεις δηλώνουν ότι ο ίδιος φοβισμένα αποκρύπτει. Ο Μισίμα, μάλλον σε ορισμένα σημεία της γραφής του παρουσιάζεται περισσότερο «φαντασιόπληκτος» από όσο θα το επέτρεπε η συγγραφική πρόθεση της Ιαπωνικής του παράδοσης.
Οι ακατάληπτες μεταπτώσεις του, το προικισμένο ταλέντο του, η μεγάλη του παιδεία, ο κάπως επιφανειακός εξωτισμός του, η μυστηριακή κάπως μεταμορφωτική του ανάπλαση, με δύο λόγια, όλα εκείνα τα στοιχεία που συναπαρτίζουν την Ιαπωνική του ταυτότητα, φανερώνονται κατά κύριο λόγο στην επική του τετραλογία «Η Θάλασσα της γονιμότητας». Εδώ, τα Ιαπωνικά χνάρια της παράδοσης και των αρχαίων μύθων, συναντούν τον συναισθηματικό πλούτο της Γιαπωνέζικης ψυχής. Όπως αντίστοιχα η Ιαπωνική τελετουργία και μαγεία του Θεάτρου «ΝΟ» μας αποκαλύπτεται στο θεατρικό του «Η Κυρία Αόι», σε αυτή την γυναίκα βαμπίρ, αλλά και στο λιγότερο πετυχημένο έργο του «Η Μαρκησία ντε Σαντ», αλλά εύστοχο σαν θεματική σύλληψη.
Ο συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, πολιτικός σχολιαστής, λάτρης των πολεμικών τεχνών, της ιδανικής ομορφιάς και της σωματικής αντρικής ρώμης Γιούκιο Μισίμα, κράτησε τον ρόλο ενός κάπως «αδέξιου» υπερασπιστή της Ιαπωνικής κουλτούρας και αρχαίας παράδοσης, αγνοώντας όχι μόνο τις νέες ιστορικές και πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν στον Κόσμο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την νίκη των Συμμαχικών δυνάμεων-και ιδιαίτερα των Αμερικανικών-αλλά, και τα καινούργια δεδομένα όσον αφορά τις οικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες της ηττημένης κατά κράτος Ιαπωνίας.
  Ας μην ξεχνάμε επίσης, σύμφωνα με τις μαρτυρίες αρκετών ανθρώπων του Δυτικού κόσμου που τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν από κοντά, ότι ζούσε με ένα με έναν δυτικό τρόπο ζωής. Τα έργα του, ή αρκετά από αυτά, είναι γεμάτα από αναφορές σε ξένα προς την Ιαπωνία πρότυπα.
Ο Μισίμα, ίσως άθελά του, έβγαλε την Ιαπωνική λογοτεχνία από την απομόνωση πολύ πιο αποτελεσματικά από τον βραβευμένο Καβαμπάτα ή τον Τανιζάκι ή άλλους Ιάπωνες συγγραφείς.
     Το όραμα του Μισίμα για την αναβίωση του Αυτοκρατορικού μύθου και θεοποίηση του Αυτοκράτορα, είναι περισσότερο ένα προσωπικό ατομικό του ίσως κάπως «ιδεοληπτικό» όραμα, παρά ένα συλλογικό όραμα και πολιτική φιλοδοξία των συμπατριωτών του, όπως η σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα μας αποδείχνει.
Τα πολιτικά πάθη που πρεσβεύει είναι περισσότερο προσωποκεντρικά, έχουν ως αφετηρία και ως τέρμα τον ίδιο παρά τους Ιάπωνες συμπατριώτες του. Η πολιτική του μονομέρεια, τον κάνει να αγνοεί τον ηγεμονικό και κατακτητικό ρόλο που διαδραμάτισε η χώρα του κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στις γειτονικές της χώρες, και η ταύτισή της με τον Γερμανικό Άξονα. Η ευγενής κάποτε καθολικότητα του φεουδαρχικού πνεύματος των Σαμουράι δεν διοχετεύεται πλέον, σε πατριωτικά ανδραγαθήματα ήθους και αγνού πατριωτισμού, καθήκοντος υπεράσπισης της αρχαίας παράδοσης, αλλά σε αποτελεσματική τεχνολογία και επεκτατική οικονομική πολιτική.
    Ο Μισίμα παραμένει έγκλειστος μέσα στην μεγαλοφυή πολιτική του αναποτελεσματικότητα. Η ανιδιοτελής αφοσίωσή του σε έναν θεσμό άλλων εποχών και άλλων ιστορικών συνθηκών, δεν δείχνει παρά την αναζήτηση ενός συνεκτικού μύθου που θεωρεί ότι θα ξαναδώσει αίγλη στην ηττημένη Ιαπωνία. Όμως ο μύθος αυτός, ο νέος μύθος, δεν είναι πλέον ο Αυτοκράτορας, αλλά η ανελέητη και πανίσχυρη Οικονομία. Ο ίδιος ο τρόπος του βίου του το φανερώνει. Τους δυτικούς καλλιτέχνες προτιμά για την δική του αναγνώριση, και αν έχασε το Νόμπελ, το έχασε λόγω της μικρής του ηλικίας και όχι λόγω της μη αναγνωσιμότητάς του από το ευρύ πέρα της πατρίδος του αναγνωστικό κοινό. Η πειθαρχημένη φύση του δεν τον εμποδίζει να ζει πλουσιοπάροχα και να φροντίζει τα του σώματός του. Ερωτοτροπεί με κάθε τι Δυτικό. Ο Μισίμα αξίζει να τονίσουμε, ότι όχι μόνο ταξίδεψε στο Δυτικό ημισφαίριο-σε χώρες της Μεσογειακής λεκάνης, Ιταλία και Ελλάδα-αλλά επισκέφτηκε και την Ελλάδα το 1952, την οποία αγάπησε και θαύμασε σύμφωνα με τα λεγόμενά του. «Η Ελλάδα, είναι η χώρα με την οποία είμαι παράφορα ερωτευμένος», θα γράψει στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις. Δανείζεται το θέμα του Λόγγου «Δάφνις και Χλόη» για να γράψει το 1953 το δικό του μυθιστόρημα «Ο Σάλος των Κυμάτων», πέντε χρόνια αργότερα, το 1958 θα γράψει το διήγημα «η λέαινα» που βασίζεται πάνω στην γνωστή τραγωδία του Ευριπίδη «Μήδεια» και άλλα. Αγάπησε τον Ρακίνα αλλά και τον Προυστ, και τον παρομοίασαν με τον Ζαν Κοκτώ και τον Αντρέ Ζίντ, γνώρισε τον Αμερικανό θεατρικό συγγραφέα Τέννεσυ Ουίλλιαμς και εξοικειώθηκε με το έργο του Ιταλού Ντ’ Αννούτσιο. Πολλές φορές τον συγκρίνουν με τον Αμερικανό Χέμινγουαίη, λόγω του θαρραλέου ηρωισμού του. Υπήρξε ηθοποιός, σκηνοθέτης, αλλά και ίσως ο εμπορικότερος συγγραφέας της πατρίδας του.
Ο ερωτικός του λυρισμός φαίνεται και στο έργο του «Μετά το Συμπόσιο» όπου οι διάφορες πλεκτάνες της πολιτικής συμπορεύονται με την καταλυτική δύναμη του έρωτα.
Στο έργο του «Ο Ναυτικός που αρνήθηκε την Θάλασσα», θαυμάζουμε τα πάθη του έρωτα καθώς και τη δαιμόνια σχεδιαστική αποτροπή της ένωσης των δύο εραστών.
Στο βιβλίο του «Η ηθική των Σαμουράι στη σύγχρονη Ιαπωνία», βλέπουμε την άμετρη αγάπη του για τους ηθικούς κώδικες της τάξης αυτής, αλλά και αυτή την μεταιχμιακή τάση του να ερωτοτροπεί με τον θάνατο, με μια διάθεση πλήρους υποταγής στην πειθαρχία της ζωής. Το βιβλίο αυτό, είναι από τα καλύτερα του Μισίμα αν και σε αυτή την μελέτη του οι αναφορές σε πρόσωπα της Δύσης είναι πάμπολλες.
Οι αγάπες του Κιμιτάκε Χιραόκα, όπως ήταν το πραγματικό του οικογενειακό όνομα, παραμένουν σταθερές και προσδιορίσημες. Αναφορές που μας αποκαλύπτουν τα πνευματικά του ενδιαφέροντα αλλά και τον πλούτο των γνώσεών του.
Το Δυτικό μικρόβιο έχει επιφέρει τα αποτελέσματά του.
     Όμως το ερώτημα παραμένει σταθερό. Πόσο εύκολο είναι σε έναν αναγνώστη της Δύσης με την τόσο διαφορετική κουλτούρα και ψυχοσύνθεση, να αποδεχθεί αυτό το Όραμα του κενού που αναβλύζει από το έργο του Γιούκιο Μισίμα; Όταν ίδιο ανακαλύπτει και στο έργο του Γερμανού φιλόσοφου Μάρτιν Χάιντεγκερ; Να ξεχάσει την Οντολογική αγωνία του Σ. Κίργκεγκωρ για να αποδεχθεί το ηθικό Σύμπαν των Σαμουράι; Να απαρνηθεί την περιπέτεια της σκέψης σχετικά με την σύζευξη του έρωτα με τον θάνατο του Ζωρζ Μπατάιγ, για να ενστερνιστεί αυτές του Μισίμα;
     Το συγγραφικό φαινόμενο Μισίμα, γεννά ακόμα ενδιαφέρον και ερωτήματα στους Δυτικούς αναγνώστες και ευτυχώς.
Ο προκλητικά σκηνοθετημένος θάνατός του, ερεθίζει ακόμα την φαντασία μας.
Ίσως είναι ο πιο πολυδιαβασμένος Ιάπωνας συγγραφέας στην Δύση, του το οφείλουμε άλλωστε μια και εκείνος αγάπησε την Δύση.
      Ο Γιούκιο Μισίμα, μαγεύτηκε από την δόξα της εικόνας του περισσότερο από όσο έπρεπε και ίσως αυτό να ήταν το λάθος του. Η πνευματική του επίσης ιδιοφυία, δεν του πρόσθεσε τις αναγκαίες ψυχολογικές σταθερές, αλλά τον κρατούσε συνεχώς σε ένα δίλημμα. Ένα δίλημμα όμως που αποτελεί προϋπόθεση της μεγαλοφυούς δημιουργίας του, του αναμφισβήτητου ταλέντου του, αλλά και ηθικό ορόσημο της πολιτικής του παραδοξότητας και του αινιγματικού του κάπως τέλους του.
      Στην Ελλάδα που αγάπησε ο Ιάπωνας δημιουργός, κυκλοφορούν τα εξής βιβλία του:
• «Πέντε σύγχρονα έργα ΝΟ»,
Μετάφραση Ελένη Μαύρου, εκδόσεις Δωδώνη, 1998.
Περιλαμβάνει τα εξής έργα: ΧΑΝΓΙΟ-ΣΟΤΟΜΠΑ ΚΟΜΑΤΣΙ-ΤΟ ΜΕΤΑΞΩΤΟ ΤΥΜΠΑΝΟ-ΚΑΝΤΑΝ-ΚΥΡΙΑ ΑΟΙ.
Επίσης, υπάρχει εισαγωγή σ. 7-18, του καθηγητή της Ιαπωνικής φιλολογίας Ντόναλντ Κιν για τα έργα, καθώς και ένα δισέλιδο άρθρο για τον συγγραφέα, σ. 19-21.
• «Η Κυρία Αόι»,
Εισαγωγή-μετάφραση Μάκης Λαχανάς, έκδοση Απόστροφος/ Κέρκυρα 1993.
Η μετάφραση γίνεται από τα Αγγλικά. Η εισαγωγή σ. 9-13 του μεταφραστή έχει ενδιαφέροντα σημεία.
• «Εξομολογήσεις μιας μάσκας»,
Μετάφραση Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, εκδόσεις Οδυσσέας 1979.
Δες και κείμενο της Μαρίας Παπαδοπούλου στην εφημερίδα Τα Νέα 11/10/1979.
Μέσα στις 216 σελίδες του βιβλίου, ανακαλύπτουμε την ερωτική ταυτότητα του συγγραφέα και όχι μόνο. Στην σελίδα 10 από τυπογραφικό λάθος; αναφέρεται ότι γεννήθηκε στις 4/1/1925 (Το πρωί της 4ης  Ιανουαρίου 1925 η μητέρα μου ένιωσε τους πρώτους πόνους…). Οι βιογράφοι του αναφέρουν την 14η Ιανουαρίου. Εκτός αν είναι η διαφορά του παλιού με το νέο ημερολόγιο.
• «Η Ηθική των Σαμουράι στη σύγχρονη Ιαπωνία»,
Μετάφραση Γιώργος Βλάχος, εκδόσεις Ερατώ 1995.
Δες και Ηλία Μαγκλίνη, εφημερίδα Η Καθημερινή 24/3/2001.
Το βιβλίο περιέχει αποσπάσματα από το μεγαλύτερο σε εύρος έργο του Μισίμα. Είναι τα Μίνιμα Μοράλιά του. Ένα ενδιαφέρον βιβλίο όπου ο Μισίμα αναφέρεται στην Τέχνη, την Ηθική, τον Θάνατο κ.λ.π. Επίσης υπάρχει και «Ένα σημείωμα για τον Φασισμό του Μισίμα» σελίδες 9-14 με αρχικά Φ. Τ. (Φώτης Τερζάκης;) Και ένα Επίμετρο από τον μεταφραστή για την δημιουργία του σελίδες 101-108.
• «Μετά το συμπόσιο»,
  Μετάφραση Ντίνα Κισκίνη, εκδόσεις Παρατηρητής, 1980.
Το γνωστό μυθιστόρημα που ανατρέπει την κοινωνική παράδοση. Υπάρχει και σύντομος πρόλογος.
• «Ο Ναυτικός που αρνήθηκε τη θάλασσα»,
Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος 1993.
Υπάρχει και μια ολιγοσέλιδη μελέτη του Ντόναλντ Κιν, σελ. 5-24, καθώς και χρονολόγιο του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου.
Δες και εφημερίδα το Έθνος, 28/6/1993. Και Νίκη Κώτσιου εφημερίδα Η Αυγή 22/5/1993. Και Γ. Π. περιοδικό ΚΛΠ. τεύχος 2/9, 1993.
• «Δίψα για έρωτα»,
Μετάφραση Γιούρι Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτης 1994.
Δες και Αθηνά Παπαδάκη, εφημερίδα Η Κυριακάτικη Αυγή 4/12/1994. Και εφημερίδα Εξόρμηση 6/11/1994, και 16/7/1989. Και εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος 18/12/1994. Και εφημερίδα Η Καθημερινή 15/10/1994.
• «Ο Ήχος των κυμάτων»,
Μετάφραση Γιούρι Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτης 1995.
Δες και Ειρήνη Ρουμπόγλου, εφημερίδα Η Καθημερινή 18/6/1995. Και Μαρία Αδαμοπούλου, εφημερίδα Ελευθεροτυπία 11/6/1995. Και εφημερίδα Εξόρμηση 14/5/1995. Και περιοδικό Αντί, τεύχος 578/12-5-1995.
• «Ο Ναός του Χρυσού Περιπτέρου»,
Μετάφραση Λήδα Παλλαντίου, εκδόσεις Καστανιώτης 1999.
Το μυθιστόρημα συνοδεύεται και από σημειώσεις και ένα χρονολόγιο του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου.
Δες και Γιώργος Παπαιωσήφ, εφημερίδα Ακρόπολις 29/8/1999. Και εφημερίδα Το Βήμα 1/8/1999. Και Β. Κ. Καλαμαράς εφημερίδα Ελευθεροτυπία 3/9/1999. Και εφημερίδα
Η Καθημερινή 25/7/1999.
   Το κλασικό επικό μυθιστόρημά του
• «Η Θάλασσα της Γονιμότητας»,
Κυκλοφορεί σε τέσσερεις τόμους από τις εκδόσεις Καστανιώτης.
Δες και Πέγκυ Κουνενάκη, εφημερίδα Η Καθημερινή 27/10/1996.
Α. «Ανοιξιάτικο χιόνι», 1992,
Μετάφραση Αλέκος Μανωλίδης.
Δες και περιοδικό Ένα, τεύχος 1/1-1-1993. Και περιοδικό Μεν, τεύχος Σεπτεμβρίου 1993.
Β. «Αφηνιασμένα άλογα», 1995
Μετάφραση Γιούρι Κοβαλένκο-Σταύρος Παπασταύρου
Γ. «Ο Ναός της αυγής», 1996
Μετάφραση Γιούρι Κοβαλένκο.
Δ. «Ο Εκπεσών άγγελος», 1996
Μετάφραση Γιούρι Κοβαλένκο
Το τελευταίο αυτό μέρος της τετραλογίας του, το τελείωσε την τελευταία μέρα της ζωής του.
    Επίσης, στα Ελληνικά κυκλοφορεί και το μελέτημα της
• Μαργαρίτας Γιουρσενάρ,
«Μισίμα ή το όραμα του κενού»,
Μετάφραση της εκδότριας και μεταφράστριας της Γιουρσενάρ στην Ελλάδα Ιωάννας Χατζηνικολή, 1991.
Δες και βιβλιοκριτική της Μ. Θεοδοσοπούλου, εφημερίδα Η Εποχή 19/4/1992. Και εφημερίδα Η Αυγή 3/5/1992. Και εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, 9/2/1992.
   Ένα συγκλονιστικό και με σαφείς αναλύσεις κείμενο, που ανατέμνει τον βίο του Μισίμα με διακριτικότητα και σεβασμό, και το έργο του με μεγάλη διεισδυτικότητα και επάρκεια γνώσεων. Ο στοχαστικός, ψυχολογικός και οντολογικός λόγος της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ, αναλύει και μάλλον, αγιογραφεί κατά κάποιον τρόπο τον Ιάπωνα συγγραφέα με μια καλλιέπεια λόγου, στοχαστικών λυρικών ανατάσεων και ψυχολογικών διακριβώσεων. Ένα βιβλίο μαρτυρία της μεταφυσικής-μετά θάνατο δικαίωσης του Μισίμα.
«Και τώρα, εικόνα που φυλάξαμε για το τέλος, η πιο τραυματική, τόσο σπαρακτική που αναδημοσιεύτηκε ελάχιστα. Δύο κεφάλια πάνω στο οπωσδήποτε ακριλικό χαλί του γραφείου του διοικητή, στημένα το ένα πλάι στο άλλο σαν πάσσαλοι που σχεδόν αγγίζονται. Δύο κεφάλια αδρανείς σφαίρες, δύο εγκέφαλοι που δεν διεγείρει πλέον το αίμα, δύο υπολογιστές σταματημένοι πάνω στο έργο τους που δεν ξεχωρίζουν και δεν αποκωδικοποιούν πιά την αδιάκοπη ροή των εικόνων, των εντυπώσεων, των καλεσμάτων και των απαιτήσεων που κατά εκατομμύρια διασχίζουν καθημερινά ένα πλάσμα, σχηματίζοντας όλα μαζί αυτό που ονομάζουμε ζωή του πνεύματος και ως και αυτών των αισθήσεων, και κινητοποιούν και κατευθύνουν τις κινήσεις του υπόλοιπου σώματος. Δύο κεφάλια κομμένα «που έχουν πάει σε άλλους κόσμους όπου κυβερνάει ένας άλλος νόμος», τα οποία, καθώς παρατηρούμε, μας προξενούν περισσότερο σάστισμα παρά φρίκη. Μπροστά τους, έστω για μια στιγμή, βουβαίνονται οι διάφορες ηθικές, πολιτικές ή αισθητικές εκτιμήσεις. Η εντύπωση που μας επιβάλλεται μας αποπροσανατολίζει μέσα στην απλότητά της: ανάμεσα στις μυριάδες πράγματα που υπάρχουν, που υπήρξαν, αυτά τα δύο κεφάλια υπήρξαν, υπάρχουν. Αυτά τα μάτια τα δίχως μάτια δεν τα γεμίζει πια το ξετυλιγμένο πανώ των πολιτικών διαδηλώσεων, ούτε καμιά άλλη νοητική ή σαρκική εικόνα, ούτε καν το Κενό που είχε θεωρήσει ο Χόντα και που διαμιάς μας φαίνεται σαν μια σύλληψη ή ένα σύμβολο υπερβολικά ανθρώπινο σε τελευταία ανάλυση. Δύο αντικείμενα, λείψανα ήδη ημιανόργανων κατεστραμμένων δομών, που όταν περάσουν από τη φωτιά δεν θ’ αφήσουν παρά ανόργανα κατάλοιπα και στάχτες, ούτε καν θέμα για στοχασμό αφού μας λείπουν τα αναγκαία για έναν στοχασμό δεδομένα. Δύο ναυάγια που ξέβρασε ο Ποταμός της Δράσης, που το πελώριο κύμα του άφησε μία στιγμή να στεγνώσουν πάνω στην άμμο, που θα τα παρασύρει ξανά.». σελίδες 113-114.
Σαν ενδεικτική βιβλιογραφία αναφέρω τα εξής στοιχεία:
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
•  περιοδικό, Θεατρικά Τετράδια τεύχος 13/4, 1986, Θεσσαλονίκη.
Με ενδιαφέροντα κείμενα των Ντόναλαντ Κιν, του Ντομενίκ Φερναντέζ, της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ, του Νίκου Χουρμουζιάδη και κείμενα και θεατρικά έργα του συγγραφέα.
•  περιοδικό, Διαβάζω τεύχος 253/26-12-1990. Επιμέλεια αφιερώματος και μεταφράσεων Θ. Φωσκαρίνης.
Με χρήσιμα και κατατοπιστικά κείμενα του Θάνου Φωσκαρίνη, Δημήτρη Φιλάου, Αλμπέρτο Μοράβια, της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ, του Αμερικανού Χένρυ Μίλλερ, κείμενα του ίδιου του Μισίμα, καθώς και την «Διακήρυξη»-κείμενο που διάβασε ο ίδιος ο Μισίμα στο στρατό του, στις 25 Νοεμβρίου 1970, λίγο πριν κάνει χαρακίρι με σκοπό να δημιουργηθεί στάση κατά του καθεστώτος, σελ. 88-91.
• εφημερίδα, Η Κυριακάτικη Αυγή 3 Σεπτεμβρίου 2005. σελίδες 26-28. Με πρωτότυπα κείμενα των Γιώργου Καλπαδάκη, Γιώργου Μπλάνα, και Γιώργου Βέη, καθώς και συνέντευξη του βιογράφου του συγγραφέα δημοσιογράφου Χένρι Στοκς, στον Γ. Καλπαδάκη.
Επίσης τα κάτωθι:
Ανωνύμως, εφημερίδα Τα Νέα 28/4/1982
Ας θυμηθούμε τον Μισίμα.
Ανωνύμως, εφημερίδα Εξόρμηση, 2/8/1989
Γ, Μισίμα, Μάρτυρας ή θεατρίνος.
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 9/4/1998
               Κυνηγούν ακόμα τον Μισίμα.
Περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 27/11,12,1986,
Γ. Μισίμα Αίμα και σιωπή, μετάφραση από την βιογραφία του Μισίμα. Εφημερίδα Ιστορικό Λεύκωμα της Καθημερινής, χρονιά 1970. Κείμενο για τον συγγραφέα.
Κώστας Ασημακόπουλος, «Ξένοι δρόμοι» έκδοση Τζέι και Τζέι 2004, σελίδες 27,45,46,50,51. Το ίδιο κείμενο και στο περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 1420/1-9-1986, σελίδες 1146-1147.
Αθανάσιος Βαλβίδας, Μικρό οδοιπορικό στην Ιαπωνική λογοτεχνία, περιοδικό Οδός Πανός τεύχος 60-61/3,6,1992 σελίδα 35.
Μάνος Δασκαλάκης, «Σχολιάζοντας τον Ιό» εφημερίδα Η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 4/7/1993.
Φίλιππος Δρακονταειδής, λήμμα, σελίδα 204, τόμος 6ος στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, 1999.
Αντιγόνη Καράλη, ρεπορτάζ, «Η ζωή του Μισίμα στη σκηνή του τσίρκου», εφημερίδα το Έθνος 18/5/2003.
Ντόναλντ Κιν, «Ιαπωνική Λογοτεχνία», μετάφραση Κλαίρη Παπαπαύλου, εκδόσεις Καρδαμίτσα 1987 σελίδα 18.
Γιώργος Ίκαρος Μπαρμπασάκης, «Περί πάθους», εφημερίδα το Πριν 25/9/1994.
Miettinen Judeka, «Οι Έρωτες των Σαμουράι», περιοδικό Αμφί  τεύχος 1/7,8,9,1988 σελίδα 16.
Φιλίπ Πονς, «Το μυστηριώδες χαρακίρι του Μισίμα», εφημερίδα Το Βήμα 3/12/1995.
Χρίστος Παρίδης, «Μισίμα», περιοδικό Symbol τεύχος 22-6-2002.
Γιώργος Π. Πεφάνης, «Ζωγραφιές από τον έρωτα της άσπρης στάχτης», περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 1666/1-12-1996, σελ. 1593.
Βασίλης Ραφαηλίδης, «Μάταιο το χαρακίρι», εφημερίδα το Έθνος 9/2/1986.
Ροζίτα Σώκου, «Το άγχος για τη λεπτή φύση τον οδήγησε στην αυτοκτονία», εφημερίδα Η Απογευματινή 21/3/1981. και
Ροζίτα Σώκου, «Ούτε στο γαμήλιο ταξίδι δεν σεβάστηκε τις γυναίκες ο Μισίμα», εφημερίδα Η Απογευματινή 28/3/1981
Ντάνη Φώτου, «Οι τέσσερεις ποταμοί του θανάτου», περιοδικό Το Τέταρτο τεύχος 4/8, 1985
Φίλιππος Φιλίππου, «Ιδανικοί Αυτόχειρες», έκδοση Νεφέλη 1984, σελίδα 97-98.
     Επίσης για τα Θεατρικά Έργα του Γιούκιο Μισίμα
 Α. «Η Μαρκησία ντε Σαντ»
Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Ο Σαντ πληκτική αρσακειάδα», εφημερίδα Τα Νέα 3/4/1990.
Γιάννης Βαρβέρης, «Μαύρη τελετουργία και επιβλητική ιεροτελεστία», εφημερίδα Η καθημερινή 4/2/1990.
Β. Αγγελικοπούλου, Τέχνες και Ιδέες, εφημερίδα Το Βήμα 17/12/1989.
Μαρία Αδάμ, Τραγική συνύπαρξη ανάμεσα στο καλό και το κακό, εφημερίδα Η Αυγή 11/2/1990.
Και ανωνύμως,
εφημερίδα Τα Νέα 13/1/1990, «Η Μαρκησία ντε Σαντ απόψε στο Μαγικό».
Εφημερίδα Τα Νέα 2/12/1989, «Η τολμηρή Μαρκησία του Μισίμα».
Εφημερίδα Τα Νέα 9/1/1990, «Η Κυρία ντε Σαντ στην Αθήνα».
Εφημερίδα Η Πρώτη 13/1/1990, «Έργα του Μισίμα στην Αθήνα και στο Βόλο».
Εφημερίδα Εξόρμηση 13/1/1990, «Μαρκησία ντε Σαντ του Μισίμα».
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία 13/1/1990, «Μια Μαρκησία στο Μαγικό».
Εφημερίδα Το Βήμα 17/12/1989, «Ο Μισίμα συναντά τον Σαντ».
Β. «Νύχτες Χαμένων Ερώτων»
Νίκος Βατόπουλος, «Αταίριαστοι Έρωτες» στο Θέατρο Καλλιθέα, εφημερίδα Η Καθημερινή 5/1/1993.
Ανωνύμως, «Οι νύχτες χαμένων ερώτων ενός ποιητή», εφημερίδα Η Αυγή 10/1/1993.
Ανωνύμως, «Ιστορίες με αταίριαστους έρωτες», εφημερίδα Ελευθεροτυπία 9/1/1993.
Σ. Χρ. «Νύχτες χαμένων ερώτων» στο Θέατρο Αβέρωφ, εφημερίδα το Έθνος 27/8/1986.
Γ. «Το Δέντρο των Τροπικών»
Γιάννης Βαρβέρης, «Ιάπωνες Ατρείδες», εφημερίδα Η Καθημερινή 6/10/1991.
Ανωνύμως, «Εναρμόνιση ζωής και έργου», εφημερίδα Η Αυγή 20/1/1991.
Κοσμάς Βίδος, «Ιαπωνική Ηλέκτρα», εφημερίδα Το Βήμα 6/1/1991.
Ανωνύμως, «Η Γιαπωνέζικη Ηλέκτρα», εφημερίδα Ελευθεροτυπία 12/1/1991.
Ανωνύμως, «Γιούκιο Μισίμα από το Θέατρο του Ήλιου», εφημερίδα Η Εποχή 22/1/1989.
Μιχ. Σμ., «Ηλέκτρα» εφημερίδα Το Έθνος 24/10/1988.
Ανωνύμως, «Ποίηση αυτοκαταστροφής», εφημερίδα Τα Νέα 12/1/1991.
Ανωνύμως, «Το Δέντρο των μύθων», περιοδικό Ένα, τεύχος 4/23-1-1991.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό,
Οδός Πανός, τεύχος 139/ 1,3, 2008, σελίδες 139-149.

Υ. Γ. Μετά το αφιέρωμα του περιοδικού Οδός Πανός, όπου δημοσιεύτηκε και το κείμενό μου για τον Γιούκιο Μισίμα, κυκλοφόρησε η Βιογραφία του συγγραφέα, «Γιούκιο Μισίμα-Η ζωή και ο θάνατός του», του φίλου του δημοσιογράφου Χένρυ Σκοτ Στόουκς, εκδόσεις Καστανιώτη 2009, σε μετάφραση Μαρίας Φακίνου. Για το βιβλίο υπάρχει δισέλιδο κείμενο της Πάρης Σπίνου, «Ο τελευταίος σαμουράι», στο ένθετο Η Τέχνη της Ζωής, τεύχος 377/8-2-2009.
Επίσης, υπάρχουν και τα κείμενα από τα Θεατρικά προγράμματα των έργων που παραστάθηκαν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρω το έργο του «Νύχτες χαμένων ερώτων», τέσσερα έργα σύγχρονα Νο. Από τον Θεατρικό Οργανισμό Δήμου Θεσσαλονίκης. Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, σε μετάφραση Έφης Σταμούλη, σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη, σκηνικά-κουστούμια Απόστολος Βέττας, Μουσική Ηρακλής Πασχαλίδης, φωτισμοί Γιώργος Ταρκάσης. Πρώτη παράσταση 1 Απριλίου 1986 Θέατρο «Αυλαία» με κείμενα των Νίκου Χουρμουζιάδη και Απόστολου Βέττα.
Πειραιάς, Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014.
   


   
   
                                                                         

                                                                               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου