Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΗΘΗ-ΕΘΙΜΑ-ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ


      Το έθιμο, είναι μια πανάρχαια συνήθεια μέσα στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπου. Είναι πράξεις τελετουργικού περιεχομένου που έχουν μια κοινή πηγή και η καταγωγή τους, αρχίζει συνήθως από ένα συγκεκριμένο περιστατικό ή από διάφορες πρακτικές ανάγκες. Τα έθιμα εκφράζουν τις μύχιες ανάγκες του ανθρώπου για καλύτερη επικοινωνία και σύνδεση ανάμεσα στα άτομα της ίδιας κοινωνικής ομάδας, φυλής ή εθνότητας. Την ανάγκη αρμονικής συμβίωσης και ταύτισης πολλές φορές με το φυσικό περίγυρο και τον εποχιακό κύκλο, καθώς και την επιθυμία του ατόμου ή της ομάδας, να υπερβεί τον ιστορικό χρόνο-να ταυτιστεί με τον θρησκευτικό χρόνο της παράδοσης-και να εξασφαλίσει την συνέχειά του από γενιά σε γενιά, διατηρώντας τα ιερά και κοινωνικά του θέσφατα αναλλοίωτα.
      Τα έθιμα με την μεγαλύτερη ακτινοβολία και τη δραστικότερη επίδραση στον εσωτερικό ψυχισμό του ανθρώπου, είναι αυτά που σχετίζονται με την Μεγάλη Εβδομάδα. Τον θρησκευτικό και εκκλησιαστικό κύκλο της Ελληνικής Ορθόδοξης παράδοσης.
      Ο Έλληνας Ορθόδοξος, με όλη την ψυχική και συναισθηματική του ενάργεια, ταυτίζεται με τον πάσχοντα Θεό του που πεθαίνει με μαρτυρικό θάνατο πάνω στο σταυρό. Είναι η εβδομάδα που ο συνειδητός πιστός φτάνει στο αποκορύφωμα της μέθεξής του και της προσωπικής του καθάρσεως. Δια Ελέου και Φόβου προσωπική Κάθαρση, που δεν πραγματοποιούνται πια, στα Αρχαία Θέατρα μέσω της Τραγωδίας, αλλά μέσα στους Ναούς, τα Μοναστήρια, και άλλους ιερούς χώρους που τελείται μυστικά η Θεία Τελετουργία. Τα πάθη του Θεανθρώπου, είναι το ιερό μονοπάτι του κρυφού σπαραγμού, η θυσιαστική οδός που πρέπει να ακολουθήσει το πιστό άτομο για να οδηγηθεί μέσα από τα ιερά δρώμενα και τον τελετουργικό χρόνο στην προσωπική Ανάσταση. Μέσα από την καθαρκτική εμπειρία του πόνου, ο πιστός άνθρωπος θα καθαγιάσει την ψυχική και σωματική του ύπαρξη. Θα συμπάσχει μαζί με τον Θεό του, είτε αυτός είναι ο Άδωνης, είτε ο Διόνυσος, στα αρχαία Εθνικά χρόνια, είτε είναι ο Χριστός στα μετέπειτα Χριστιανικά χρόνια, για να μπορέσει να υπερβεί την μικρή και μηδαμινή του και πρόσκαιρη ύπαρξη και να Θεωθεί.
      Τα ήθη και τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδος είναι ο γνήσιος λαϊκός λατρευτικός λυρισμός ενός λαού-ποίηση, ρυθμός, μουσική, κείμενα, εικόνες, παραστάσεις, οσμές, τελετουργία, μικρές ιστορίες, παραβολές, λαϊκές εμπειρικές διδαχές, κοινωνικές αναδιατάξεις ζωής-καθώς η θρησκευτική του συγκίνηση αγγίζει τις λεπτότερες χορδές του ψυχικού του κόσμου, και, ανταμώνει την ιστορική του εμπειρία μέσα στο χρόνο.
     Ο συνεχώς και αενάως ανακυκλούμενος χρόνος, αυτός ο κοινωνικός και τελετουργικός τροχός της ανθρώπινης ιστορίας, ταυτίζεται με τον θρησκευτικό χρόνο και με τον τρόπο αυτό, εξαγιάζεται η ανθρώπινη ιστορική ύπαρξη και μαζί με αυτήν και σύμπασα η φυσική οικουμένη.
       Ας προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τις ρίζες του δέντρου της παράδοσης που παρότι είναι κρυμμένες, μεταφέρουν σε εμάς τους ζωοποιούς χυμούς του και γευόμαστε τους καρπούς του.

                       Σάββατο του Λαζάρου

      Η Μεγάλη Εβδομάδα, η ασπροβδομάδα, αρχίζει από τον εσπερινό του Λαζάρου. Τα έθιμα του Σαββάτου του Λαζάρου, συνδέονται στενά με την υπόλοιπη εβδομάδα. Γιαυτό και το Σάββατο αυτό, το ονομάζουν «το πρώτη πασχαλιά». Την προαναγγέλλουν παιδιά, αγόρια και κορίτσια, οι λεγόμενες Λαζαρίνες, που ανάλογα με την ηλικία τους, χωρίζονται σε συντροφιές που γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν τα λαζαρινά κάλλαντα. Συνήθως κρατούν την εικονική παράσταση του Λαζάρου ή ένα ομοίωμά του. Αλλού μια ρόκα ή ένα καλαμάρι που είναι τυλιγμένο με πολύχρωμα κουρέλια. Σε πολλά μέρη της αγροτικής Ελλάδος την τελετουργία αυτή την κάνουν άντρες με χαντζάρες και κουδούνια, που περιδιαβαίνουν τους δρόμους ψάλλοντας τα κάλλαντα.
Στην Σκύρο, στολίζουν μια μεγάλη τρυπητή κουτάλα με ασπρούλια και σχηματίζουν ένα πρόσωπο τοποθετώντας ένα κόκκινο γαρύφαλλο στη θέση του στόματος. Δένουν ακόμα, ένα ξύλινο σταυρωτό, πάνω στην κουτάλα, τάχα πως είναι τα χέρια, περνούν ένα πουκάμισο από πάνω του και παριστάνουν τον Λάζαρο. Οι γυναίκες ζυμώνουν ειδικά κουλούρια που τους δίνουν ανθρώπινο σχήμα σπαργανωμένου, όπως είναι η εικόνα του Λαζάρου.
Στην Μυτιλήνη, τα ονομάζουν λαζαρέλλια και τα φτιάχνουν με καρύδια, μύγδαλα και σταφίδες.
Στην περιοχή της Θράκης, τυλίγουν τη ζύμη σε φύλλα δάφνης και την προσφέρουν στα παιδιά.
     Στις διάφορες παραλλογές του Λαζαρικού τραγουδιού, παρατηρούμε την συγχώνευση δύο εθίμων. Το λαζαρικό τραγούδι ενώνεται με στίχους από τα αρχαία χελιδονίσματα. Τα χελιδονίσματα, είναι ένα πανάρχαιο έθιμο της Εθνικής αρχαίας θρησκείας, που αναφέρει ο συγγραφέας Αθήναιος, και ο οποίος μας τα διέσωσε, τα χελιδονίσματα τα τραγουδούσαν παιδιά στις αρχές της Άνοιξης, τα οποία κρατώντας το ομοίωμα ενός χελιδονιού περιφέρονταν στις γειτονιές ζητώντας φιλέματα.
        Η δραματική αφήγηση της ανάστασης του Λαζάρου, του φίλου του Ιησού, του αδερφού της Μάρθας και της Μαρίας, είτε ψάλλεται, είτε παριστάνεται με τον ερχομό της Άνοιξης, από μεταμφιεσμένους σε υπαίθριους χώρους, έχει σημασία ψυχολογικής απολύτρωσης. Ανάγεται στις αρχέγονες λαϊκές και θρησκευτικές αγροτικές παραστάσεις των αρχαίων Ελλήνων, που ένας Θεός ο Άδωνης πέθανε,-κατεβαίνει στον Άδη-πάνω στην ακμή της ηλικίας του, αλλά, ταυτόχρονα Ανασταίνονταν σαν χορηγός μιας καινούργιας ζωής, μιας νέας αρχής, ενός νέου κύκλου της μικροιστορίας του ανθρώπου.

                Κυριακή των Βαϊων

      Και ενώ, μέσα στο μοσκοβόλημα της Εκκλησίας, ακούγεται το:
«Σήμερον ο Χριστός εισέρχεται εν πόλη τη αγία…»Οι νιόπαντρες γυναίκες γεμίζουν ένα κανίστρι με κλαδιά δάφνης, τα βάγια, όπως τα ονομάζουν και τα προσφέρουν στην εκκλησία, για να προσφερθούν με την σειρά τους στους πιστούς. Σε πολλά μέρη της Ελλάδος με τα κλαδιά των βαΐων ή φοινικόφυλλα, φτιάχνουν σε διάφορα σχήματα σταυρούς, άστρα, φεγγάρια και τα τοποθετούν στο εικονοστάσι του σπιτιού. Τα ανύπαντρα κορίτσια, έφτιαχναν στεφάνι με τα βάγια που τα είχε ευλογήσει ο παπάς στην εκκλησία και τα έριχναν στο ποτάμι του χωριού. Όποιας κοπελιάς το στεφάνι έπλεε πρώτο, αυτή γινόταν η συντέκνισσα και φίλευε τις υπόλοιπες στο σπίτι της. Τα παιδιά κατασκεύαζαν με τα βάγια πιπίνια και τριγυρίζοντας στα σοκάκια τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια. Τα βάγια, πίστευαν ότι έχουν γονιμοποιό δύναμη, γιαυτό και βατσάζαν-χτυπούσαν με τα βάγια-τα δέντρα, τα κλήματα, τα ζώα, για να αποκτήσουν την δύναμη αυτή. Ο αγυρμός των παιδιών, μας φέρνει στο νου μια άλλη εορτή που γίνονταν πάλι στην αρχαία Ελλάδα. Την λεγόμενη ειρεσιώνην, όπου μπουλούκια παιδιών περιέφεραν στους δρόμους κατά τις εορτές της Άνοιξης, ένα θαλερό κλωνάρι στολισμένο με καρπούς.
Σήμερα επίσης, σε αντίθεση με τις άλλες νηστίσιμες ημέρες επιτρέπεται η ψαροφαγία.
     Από το βράδυ όμως των Βαΐων, οι εκκλησίες μαυροφορούνται. Μωβ κορδέλες κρεμιούνται από τα καντηλέρια τους πολυελαίους και τις εικόνες. Αλλά και οι ιερείς, φορώντας τα πένθιμα άμφιά τους, θα βγούν από το ιερό κρατώντας την εικόνα του «ελκόμενου προς το πάθος Ιησού» για να απλωθεί ένα βαρύ και άμεσο πένθος στον γύρω χώρο.
    Όλες οι τελετουργικές και θρησκευτικές και εκκλησιαστικές αυτές πράξεις, δεν έχουν πλέον επετειακό χαρακτήρα, αλλά αρχίζουν να γίνονται λατρευτικά δρώμενα, που σύντομα και άμεσα θα οδηγήσουν τον πιστό στο βίωμα.

              Μεγάλη Δευτέρα

     Με τον ερχομό της ημέρας, και ενώ οι ψαλτάδες ψάλλουν: «Των παθών του Κυρίου τας απαρχάς η παρούσα ημέρα λαμπροφορεί», η αναπαράσταση των συμβάντων του Θείου δράματος μετατρέπεται σε βιωματική συμπαράσταση, γιατί τώρα, στον πόνο του Θεού, προστίθεται και ο πόνος ο ανθρώπινος.
Από την Μεγάλη Δευτέρα, αρχίζει η πιο αυστηρή νηστεία. Το πρωί στις ακολουθίες ψάλλεται η ακολουθία του Νυμφίου. Σε ορισμένα μέρη, οι ανύπαντρες συνήθως κοπέλες, τις τρείς πρώτες μέρες της βδομάδας, δεν τρώγουν τίποτα. Μόνο τα βράδια πίνουν λίγο νερό, πιστεύοντας ότι η ευχή τους για μια καλή αποκατάσταση, θα πραγματοποιηθεί.
Στην Πάρο, οι καμπάνες σιγούν. Και το κάλεσμα στην εκκλησία, γίνεται μεγαλόφωνα από έναν κράχτη, ή τελάλη.
Στην περιοχή της Θράκης, γινόταν παλαιότερα το ρουμάνι. Τα παιδιά κάθε ενορίας κρατούσαν σταυρό με στεφάνι από βάγια και καλάθι γιομάτο κουρέλια και τριγύριζαν  τα σπίτια ψάλλοντας και τραγουδώντας.

              Μεγάλη Τρίτη

      Και όπως το πούσι σκεπάζει την πόλη πένθιμα, έτσι μια βαθειά κατάνυξη πλημμυρίζει τις καρδιές των ανθρώπων, και ένας βουβός λυγμός ανεβαίνει μέχρι τα χείλη τους, για τον χαμό του Θεού τους αλλά και για τον χαμό των δικών τους ανθρώπων.
    Σήμερα οι νοικοκυρές θα ασβεστώσουν, θα σφουγγαρίσουν, θα ετοιμάσουν τα απαραίτητα για το ερχομό, τόσο της φυσικής, όσο και της ψυχικής τους Άνοιξης.
Στην Θράκη και πάλι, δεν πλένουν με σαπούνι ούτε χύνουν σαπουνόνερα.
Ακόμα στην Σπάρτη, από το αλεύρι που ευλόγησε ο ιερέας τρώνε κάθε πρωί ένα κομμάτι.
     Και καθώς η νύχτα πλησιάζει, το συγκινητικό τροπάριο της Κασσιανής, δεσπόζει στο χώρο, και μας προτρέπει να αναλογιστούμε την δική μας ζωή. Και για να θυμηθούμε τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη:
«Ει γαρ ο Κύριος και Θεός ημών συνελήφθη δια τας αμαρτίας ημών, τι μέγα ει και ημείς συλληφθώμεν δι αυτής…»

                    Μεγάλη Τετάρτη

      Ξημερώνοντας η Μεγάλη Τετάρτη, θυμόμαστε τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Οφείλουμε ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν».
      Σήμερα, μετά την λειτουργία των προηγιασμένων, γίνεται στις εκκλησίες καθώς και στα σπίτια των πιστών ευχέλαιο. Με το ευχέλαιο αλείφονται εκείνοι που θα κοινωνήσουν την Μεγάλη Πέμπτη, όπως και διάφορα αντικείμενα τα οποία ευλογούνται κατά την διάρκεια της τελετής.
Στα σπίτια που επισκέπτονται οι ιερείς, οι νοικοκυρές είχαν ωμά αυγά, αλεύρι, αλάτι και αφού τα ευχελίαζε ο παπάς, τα πήγαιναν κατόπιν στον εσπερινό, μέσα σε καλαθάκια σκεπασμένα με ένα μαντήλι.
Στην Κωνσταντινούπολη σήμερα, προετοιμάζουν το Άγιο Μύρο, από όπου θα προμηθευτούν και οι άλλες Ορθόδοξες εκκλησίες.
Σήμερα ακόμα παρασκευάζουν και τη νέα ζύμη. Η εκκλησάρισσα, πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι και αφού μάζευε αλεύρι, το ζύμωνε χωρίς προζύμι. Ο παπάς ακουμπούσε απάνω του τον σταυρό και το ζυμάρι ανέβαινε όπως πίστευαν. Αυτό θα ήταν το προζύμι της χρονιάς., έπειτα το μοίραζαν στα διάφορα σπίτια.

                   Μεγάλη Πέμπτη

       Τα σύννεφα των δακρύων έχουν πλημμυρίσει σήμερα τον ουρανό και η φύση λυγίζει μπροστά στο μαρτύριο του Αθώου. Ο εκούσιος θάνατος του Θεού, αναπλάθει την χωμάτινη καρδιά του ανθρώπου. Οι θλιμμένες ψυχές των ανθρώπων περιμένουν το μπουμπούκιασμα της Ανάστασης.
Αυτήν την ημέρα, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Άγιος Ιγνάτιος του Θεοφόρου: «Ο εμός έρως εσταυρώται Χριστός».
     Σήμερα, αρχίζουν οι μεγάλες προετοιμασίες για τον ερχομό του Πάσχα. Το πρωί στην εκκλησία ο παπάς προσφέρει την αγία Μετάληψη.
Οι νοικοκυράδες, για όσες ακόμα καταγίνονται με το ζύμωμα, ζυμώνουν τις κουλούρες της Λαμπρής. Τα ονόματα ποικίλλουν ανάλογα με το σχήμα που θα τους δώσουν. Ονομάζονται: κουτσούνες, κουζουνάκια, κοφίνια, αυγούλες και πολλά άλλα ονόματα. Στη ζύμη ανάλογα με τις συνήθειες του κάθε τόπου, προσέθεταν και αμύγδαλα, καρύδια, μαστίχα, γλυκάνισο, και αφού τις έπλαθαν σε διάφορα σχήματα, τις στόλιζαν με ποίκιλλα κεντίδια και τις άλειφαν με άφθονο κρόκο αυγού.
Στην Θράκη, της έδιναν σχήμα σταυρού, με τέσσερα κόκκινα αυγά στις άκρες και ένα άσπρο στην μέση. Την ονόμαζαν «αλώνι» και την έτρωγαν την Λαμπρή. Τα τσόφλια από τα αυγά τα παράχωναν στα αμπέλια και τα χωράφια για να προφυλάξουν το χαλάζι και για να δώσουν πλούσιο καρπό.
Στην Σάμο, τις ονόμαζαν κουσούνες. Τις έφτιαχναν σε σχήμα αυγοειδές και τις στόλιζαν με διάφορα πλουμίδια από ζυμάρι και τέσσερεις αετούς στη μέση. Σε πολλά μέρη την ημέρα αυτή, τρώνε νερόβραστες φακές γιατί πιστεύουν ότι είναι τα δάκρυα της Παναγίας.
Στην Πάρο, καθώς και σε άλλα μέρη πιστεύουν ότι τα κεριά του Σταυρού και του Επιταφίου, έχουν θαυματουργικές ιδιότητες, γιαυτό τα φύλαγαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο εικονοστάσι και τα άναβαν όταν ο καιρός ήταν άσχημος για να καλοσυνέψει.
Την ημέρα αυτή βράζουν στάρι και το πάνε στην εκκλησία. Ο παπάς με το στάρι κάνει συλλείτουργο και μνημονεύει τις ψυχές των κεκοιμημένων.
Στον Πύργο της Εύβοιας, την ώρα που γλυκοχάραζε, οι γυναίκες έβγαζαν στο παράθυρο ένα κόκκινο πανί και το μάζευαν αφού βασιλεύσει ο ήλιος.
Σε άλλα μέρη κρεμούσαν διάφορα κόκκινα υφαντά ή φλοκάτες που συμβόλιζαν το αίμα του Χριστού.
Στην περιοχή του Αίνου, κρεμούσαν στον Εσταυρωμένο κεντητές πετσέτες και πουκάμισα, για τάματα για την υγεία τους.
Στο νησί της Ρόδου πάλι, άναβαν φωτιές που τις έλεγαν καλαφουνιές.
      Η δεύτερη μετά το ζύμωμα ιεροτελεστία την ημέρα αυτή, είναι το βάψιμο των αυγών.
Το αυγό υπήρξε από παλαιά παγκόσμιο και οικουμενικό πανάρχαιο σύμβολο. Ο ζωντανός οργανισμός που περιέχει, προστατευμένος στο εσωτερικό του, η λεία του επιφάνεια, το σχήμα του, συγκινούσαν πάντα τον άνθρωπο.
   Από την πανάρχαια Κίνα μέχρι την Νότιο Αμερική, και από την αρχαία Αίγυπτο ως την Κεντρική Ευρώπη, όλοι σχεδόν οι λαοί, πίστευαν ότι το αυγό αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωτικής ενέργειας του Ήλιου, της πηγής της ζωής, της γονιμότητας των γυναικών, και της αναγέννησης της φύσης. Το κόκκινο χρώμα, συμβολίζει αρχαίες πανανθρώπινες θυσίες, καθώς και το αίμα του Χριστού πάνω στον σταυρό.
Στην Σηλυβρία, έβαφαν τα αυγά με το ξύλο του Χριστού ή βάριτζα όπως το έλεγαν.
Στην Θράκη, με φύλλα αμυγδαλιάς ή φλούδες ξερών κρεμμυδιών. Το πρώτο αυγό ήταν φυλαγμένο στην Παναγιά, και το φύλαγαν στο εικονοστάσι.
Στην Σωζόπολη, οι νοικοκυράδες, έπαιρναν τα αυγά στην εκκλησία και τα τοποθετούσαν στα πόδια του Εσταυρωμένου για να αγιασθούν. Με το αυγό σταύρωνε επίσης η νοικοκυρά τα διάφορα μέλη της οικογένειάς της λέγοντας: «κόκκινο αυγό κόκκινα μάγουλα». Αποθέτανε ακόμα λίγα κόκκινα αυγά πάνω στους τάφους των νεκρών.
     Η συγκίνηση και η συμμετοχή των ανθρώπων στο Θείο δράμα, δεν είναι μόνο μια λυτρωτική ανάγκη των ζωντανών, αλλά και των κεκοιμημένων. Τις στιγμές εκείνες τους «κάνουμε Πάσχα». Τους ανακοινώνουμε έμμεσα το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Μια και ο λυτρωτής Θεός κατεβαίνει στον Άδη, και ελευθερώνει τις ψυχές των πεθαμένων. Γνωστή η εικόνα όπου ο λαμπροφορημένος Χριστός κρατά το χέρι του Αδάμ και προσπαθεί να τον πάρει μαζί του στον Παράδεισο. Γιαυτό και πιστεύουν ότι οι ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν στον επάνω κόσμο «για να ξανασάνουν», όπως λένε.

                    Μεγάλη Παρασκευή

      Και ενώ ο σπαρακτικός θρήνος της Παναγιάς-Μάνας, διαχέεται μέσα στις θλιμμένες καρδιές των ανθρώπων και τις πλημμυρίζει εγκαρτέρηση, και υπομονή, οι καμπάνες σημαίνουν πένθιμα και αυτές τον πόνο του Θεού.
Σήμερα τα πάντα σκιάζει ο άγιος πόνος.
Σήμερα ο Άδης «στένων βοά».
Γιαυτό και οι καρδιές είναι σφιχτές, τα πρόσωπα σκυθρωπά, οι δουλειές σταματούν και ο στοχασμός των ανθρώπων είναι στραμένος στο Θείο δράμα.
     Δεν χρειάζεται να πιστεύει κανείς, για να νιώσει το πραγματικό νόημα των εθίμων αυτών τις ημέρες αυτές. Όπως διατηρήθηκε στις παραδόσεις του λαού μας. Γιατί το νόημα και η συγκίνηση που απορρέει από αυτό, βρίσκεται έξω και πέρα από κάθε θρησκευτική δοξασία. Πέρα από τις όποιες νοηματικές διεργασίες που ψαλιδίζουν τα φτερά του κρυφού συναισθήματος του ανθρώπου για ελπίδα και ανάσταση.
Σήμερα η «χαρμολύπη», βασιλεύει στις ψυχές των ζωντανών που πεταρίζοντας αγγελιάζουν νοερά τις άλλες ψυχές.
Και όπως γράφει ο Γρηγόριος ο Νύσσης: «Ο παρά του μυστηρίου της αλήθειας ακούομεν Θεού πεποιηκέναι εξ αρχής τον άνθρωπο και σεσωκέναι διαπεπτωκότα μανθάνοντες».
      Τα ήθη και τα έθιμα την ημέρα αυτήν είναι πάρα πολλά και ποικίλλουν από περιοχή σε περιοχή. Από το μοιρολόι των μοιρολογιών, «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα…» έως την εκφορά του επιταφίου, τα έθιμα ακολουθούν και αυτά τη θεϊκή πορεία.
      Το πρωί, αμέσως μετά την αποκαθήλωση, μεταφέρουν τον επιτάφιο στη μέση της εκκλησίας και τοποθετούν πάνω του το χρυσοκέντητο ύφασμα που παριστάνει το σώμα του νεκρού Ιησού. Αργότερα, θα αρχίσει το στόλισμα του με κόκκινα τριαντάφυλλα ή γαρύφαλλα ή άσπρους κρίνους. Από το πρωί, χοροί από νέους και νέες ψάλλουν γύρω από το «λουλουδένιο μαυσωλείο» του Εσταυρωμένου διάφορα εκκλησιαστικά εγκώμια.
     Σύνηθες ακόμα είναι, να στολίζουν και τα μνήματα των κεκοιμημένων.
Στους Μυτιληνιούς, το Πυθαγόρειο, και σε άλλα χωριά, τους στολίζουν με χαλιά ή πολύτιμα χράμια. Την ημέρα αυτή, δεν αγγίζουν άρτους, τυρί, αυγά, κρέας, κ.λ.π. όσες γυναίκες  υποφέρουν από πονοκέφαλο λούζονται με το νερό όπου έχουν βράσει λουλούδια από τον Επιτάφιο.
Στην Θράκη, οι γυναίκες ντύνονταν με μαύρα.
Στην Άνδρο, δεν άναβαν φωτιά, ούτε έστρωναν τραπέζι.
Στην Πόκιστα, το πρωί έπιναν ξύδι. Οι ναυτικοί ζητούν τα κεριά του Σταυρού που απέμειναν μαζί τους στα ταξίδια.
Όταν αγρίευε η θάλασσα, τα ρίχνανε στα τρικυμισμένα νερά της για να ησυχάσει.
Σε διάφορα νησιά ευσεβή άτομα, νηστικά πήγαιναν την αυγή και άναβαν τα καντήλια στα διάφορα ερημοκλήσια. Σε άλλες τοποθεσίες έκαιγαν τον «Οβριό» και την στάχτη του την έριχναν στα μνήματα και στα αμπέλια για να μην ψειριάζουν.
     Η περιφορά του Επιταφίου τέλος, στους γύρω δρόμους της ενορίας, είναι το αποκορύφωμα του θείου πάθους και το εξαγνιστικό γεγονός για τον πιστό, λίγο πριν την Ανάσταση. Όσο μεγαλύτερος είναι ο γύρος του Επιταφίου τόσο μεγαλύτερη είναι η πεποίθηση ότι ο χώρος, το χωριό, η κοινότητα, η πόλη, προστατεύεται από τις διάφορες αρρώστιες και κακουχίες. Και ο καθαρμός και ο λυτρωμός από αυτές, είναι πιο αποτελεσματικός. Γιατί την ίδια ώρα θρηνούν και τους δικούς τους νεκρούς.
      Τα έθιμα την ημέρα αυτή δεν έχουν τέλος. Ωστόσο το φωτεινό αυτό Θέαμα του πύρινου ανθρώπινου ποταμού, που βλέπει κανείς να αργοκυλάει ανάμεσα από τα δαιδαλώδη σοκάκια της πόλης, όμοια με φίδι, τα ανοιχτά παράθυρα και μπαλκόνια που την ίδια στιγμή μοσκοβολούν από λιβάνι και τα διάφορα θυμιάματα, τα αναμμένα κεριά που καθώς λειώνουν και πέφτουν πάνω στο χώμα παρασέρνουν μαζί τους τις κακίες και τις τύψεις των πιστών, είναι ο σκηνικός  διάκοσμος που τέμνονται δύο αντίθετα συναισθήματα και ψυχικές καταστάσεις. Αυτό της έκφρασης ενός πάθους που αγγίζει τα όριά του και εκείνο της τελετουργικής του εκτόνωσης. Μέσα από τις διάφορες εθιμικές πανάρχαιες δοξασίες, τα ήθη και τα έθιμα που το διαμορφώνουν και το διατηρούν στους αιώνες.
                  
                     Μεγάλο Σάββατο

     Και ενώ όλα σωπαίνουν, και οι ψυχές αφουγκράζονται τους μικρούς κραδασμούς της γης, περιμένοντας τον παπά να πει το «Ανάστα ο θεός κρίνον την γη», τα ανθρώπινα στήθη μετά από μία καταθλιπτική πένθιμη πίεση, αναμένουν το μέγα γεγονός του αναστημένου Θεού.
Και για να θυμηθούμε τον λόγο του Αγίου Αντωνίου: «Ζωή εστίν η ένωσις και συνάφεια του νοός και της ψυχής και του σώματος, θάνατος δε εστίν ουκ απώλεια των συναφθέντων, αλλά διάλυσις της γνώσεως».
      Παλιότερα, την νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, εβάπτιζαν τους κατηχούμενους.
Στην Σωζόπολη ζύμωναν τα τσουρέκια (παράκια) από το πρωί και τα έτρωγαν αντί για ψωμί.
Στην Ζάκυνθο, ρίχνουν έξω από τα παράθυρα οτιδήποτε αχρείαστο σκεύος είχαν προς χαρά του Χριστού και πομπή Οβριών, όπως συνηθίζουν να λένε.
Στο Λοζέτσι της Ηπείρου, φτιάχνουν ψωμιά και πίττες (λαχανόπιττες, γαλακτόπιττες και άλλα).
Στην Ύδρα, λίγο πριν την Ανάσταση, οι νοικοκυρές σηκώνουν από τα αυγά τους τις κλώσσες  και όταν τελειώσει η λειτουργία τις ξαναβάζουν να κλωσσήσουν.
Σε χωριά των Αγράφων και της Λήμνου, ανάβουν φωτιές για να διώξουν με το αγιασμένο φως το χαλάζι.
Στο Καστανόφυτο της Καστοριάς, με το άγιο φως φωτίζουν τα ζωντανά για να μην τα πειράζει η μύγα το καλοκαίρι.
Στην Κορώνη αν η νοικοκυρά είναι χήρα, σερβίρει το πρώτο πιάτο στο νεκρό σύζυγό της.
Τέλος, το να πεθάνει κανείς το Μέγα Σάββατο, θεωρείται καλό, γιατί πεθαίνει μαζί με τον Χριστό.

                      Κυριακή του Πάσχα

     Πάσχα ημέρα γενικού πανηγυρισμού. Μία παρατεταμένη κωδωνοκρουσία από το ένα άκρο της Ελλάδας ως το άλλο, διαλαλεί την Ανάσταση. Ένα γενικό πανδαιμόνιο κυριαρχεί πια όχι μέσα και γύρω από το χώρο της εκκλησίας, μόνο, αλλά σε κάθε Ελληνικό σπίτι.
Ημέρα των δώρων η σημερινή, ημέρα χαράς και αγαλλίασης, ελπίδας και ξεφαντώματος. Λαμπάδες, τσουρέκια, κουλούρια, αυγά, περνούν από χέρι σε χέρι. Σήμερα θα ψηθεί το ιερό σφαγείο της οικογένειας. Ο αθώος αμνός, ο περιβόητος κατά την παράδοση Οβελίας. Γύρω του θα συγκεντρωθούν φίλοι και συγγενείς σε ένα είδος θυσίας όμοια με τις παννυχίδες των αρχαίων Ελλήνων και τις σπονδές.
Με το λαμπροκέρι θα μαυρίσουν όχι μόνο την οροφή της πόρτας, αλλά θα σταυρώσουν όποιον είναι βασκαμένος ή άρρωστος για να γίνει καλά.
Στην Κάρπαθο, το Λασήθι και σε άλλες περιοχές, οι πιστοί με τις λαμπάδες ευλογούν τα δέντρα και τα φυτά του κήπου, και των χωραφιών τους για να είναι εύκαρπα.
      Ας κλείσουμε τη μικρή αυτή περιδιάβαση στα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδος, με μερικούς στίχους του Μελίτωνος Σάρδεων:
«Πάσχα το θαυμαστό, θάμβος θείας αρετής και δυνάμεως έργο αληθώς εορτής και μνημόσυνον αιώνιο.
Εκ πάθους απάθεια
εκ θανάτου αθανασία
εκ νεκρότητος ζωή
εκ πληγής ίασις
εκ πτώσεως ανάστασης
εκ καθόδου ανάβασις».

Γράφοντας τα κείμενα αυτά, είχα υπόψη μου τα Λαογραφικά βιβλία του Σπύρου Λουκάτου, του Κώστα Ρωμαίου, της Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος, και αρκετά άλλα λαογραφικά μελετήματα των τοπικών περιοχών της Ελλάδος. Η Φιλοκαλία επίσης των Ιερών Νηπτικών, που συνέταξε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, και το βιβλίο Τριώδιον, μου προσέφεραν, τα αναγκαία και θεσπέσια ποιητικά αποσπάσματα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα, «Η Φωνή του Πειραιά», 
σε τρείς συνέχειες. Στις 5, στις 6, και στις 7 Απριλίου του 1988. Φύλλα 12809/ 12810/12811.
Πειραιάς, Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014.
          


                                               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου