Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

η ταινία Νίκος Καζαντζάκης

                   Η ταινία Νίκος Καζαντζάκης
          Μιλώντας για τον Ρώσικο λαό ο εθνογράφος Hanusch, είχε γράψει: «Ο λαός αυτός έχει το μεγάλο προνόμιο πώς δεν ξόδεψε με λόγια την ψυχή του»
Η κρίση αυτή για τον Ρώσικο λαό αναφέρεται από τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό στο άρθρο του «Η ΡΩΣΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ: ΜΙΑ ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ», βλέπε Άγγελος Σικελιανός, ΠΕΖΟΣ ΛΟΓΟΣ, (1945-1951) τόμος Ε΄, εκδόσεις Ίκαρος 1985, σελίδα 100, σε φιλολογική επιμέλεια Γιώργου Π. Σαββίδη.
     Η ρήση αυτή του παλαιού εθνογράφου, θεωρώ ότι ταιριάζει για κάθε λαό-πέρα από τον Ρώσικο-και ισχύει για κάθε ιστορική του ανθρώπου εποχή, μια και ο ανθρώπινος πολιτισμός, τουλάχιστον έτσι όπως τον αναγνωρίζουμε και τον σπουδάζουμε κάθε έθνος ή κράτος ξεχωριστά, βασίζεται στην προφορική και κυρίως γραπτή παράδοσή του. Μια γραπτή παράδοση-ο Λόγος Σαρξ Εγένετο-που ενσαρκώνει μέσα στην ιστορία την κοινή των ανθρώπων μνήμη. Ιστορικοποιεί την κοινή μεταφυσική τους συνείδηση, το κοινό της κοινωνίας όραμα, την απόλυτη ευκταία δικαιοσύνη. Η ανθρώπινη γραφή είναι η επαληθευμένη μέσα στην ιστορία προφητεία της φαντασιακής μας κοινής γλώσσας. Ο γραπτός κοινός μας των παθών ή των ονείρων, των αστοχιών ή οραμάτων, των προφητειών ή των πράξεων μας αναγνωρίσιμος λόγος, προέρχεται από την ανάγκη του ανθρώπου να αποτυπώσει την προσωπική του τρέλα ή μελαγχολία μέσα στον χρόνο. Δηλαδή, την δυσκολία να προσαρμοστεί μέσα στο φυσικό εχθρικό ή μη περιβάλλον που από καθαρή και συμπτωματική τύχη (ή κατ’ άλλους από θεϊκό σχέδιο) έτυχε να ζήσει και να μεγαλουργήσει, να δραστηριοποιηθεί και να οικοδομήσει έργα επιστημονικών μεγαλείων και πολιτισμικών αναφορών. Δυσκολία να ερμηνεύσει τις αρχές και τους κανόνες ενός σύμπαντος που δεν προφταίνει στο πολύ μικρό χρονικό όριο της ζωής του να κατανοήσει. Μπορεί ο Μέγας Ωρολογοποιός-αν υπάρχει-να γνωρίζει το πώς λειτουργεί το συμπαντικό αυτό ρολόι του χρόνου, ο άνθρωπος όμως μόνο ερωτήματα μπορεί να θέσει για το πώς και το γιατί μέσω της κοινής προσωπικής του γλώσσας, και αν σταθεί τυχερός να υποψιαστεί τις ενδεχόμενες πρόσκαιρες απαντήσεις. Αλλά, τα ουσιαστικά και καίρια αυτά διαχρονικά πανανθρώπινα ανοιχτά επαναλαμβανόμενα ερωτήματα μέσα στην ιστορία του πολιτισμού τα έθεσαν ή τα θέτουν είτε οι μεγαλοφυΐες είτε οι σαλοί. Μια και, nullum magnum ingenium fuit sine mixture dementine. Και σίγουρα με τους δύο αυτούς ίσως ταυτόσημους ορισμένες φορές όρους, ενοούμαι τους ποιητές-προφήτες που κατά καιρούς εμφανίστηκαν μέσα στην παγκόσμια ιστορία. Σε αυτούς, μπορούμε να κατατάξουμε τόσο τον ρώσο συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι όσο και τον έλληνα Νίκο Καζαντζάκη, παρά τις όποιες ενδεχόμενες ενστάσεις μπορούμε να έχουμε για το έργο τους.
«Είσαι κατσίκα, έλεγα συχνά στην ψυχή μου και μάχουμουν να γελάσω, για να μην αρχίσω το θρήνο’ είσαι κατσίκα, κακόμοιρη ψυχή μου’ πεινάς κι αντί να φας κρέας και ψωμί και να πιεις κρασί, παίρνεις μια κόλλα άσπρο χαρτί και γράφεις κρέας, ψωμί, κρασί. Και τρως το χαρτί».
Αυτά μεταξύ πολλών άλλων γράφει ο «τραχύς, λιγομίλητος, λαϊκό σκληρό τσόφλι» Νίκος Καζαντζάκης στην Αναφορά του στον Γκρέκο. Και αν ο φιλόσοφος και θεολόγος Χρίστος Γιανναράς σε κείμενό του έχει γράψει ότι: «είμαστε όλοι εγγονοί του Ντοστογιέφσκι» αν θυμάμαι σωστά, το ίδιο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ίσως και για τον δικό μας Νίκο Καζαντζάκη. Τον συγγραφέα που του άρεσε να μας θυμίζει τα λόγια ενός αγαπημένου του μυστικού:
«-Εγώ, του αποκρίθηκα(εννοεί τον φίλο του ποιητή Άγγελο Σικελιανό) θυμίζοντάς του ένα λόγο αγαπημένου μυστικού, εγώ ηγούμαι στεφανούσθαι νικώντων άλλων. Το πνεύμα δε λέγεται Εγώ’ λέγεται: Όλοι εμείς».     Διαβάζω τον τελευταίο καιρό το έργο του ρώσου συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ιδιαίτερα «Το Ημερολόγιό του», παράλληλα με αυτό του έλληνα Νίκου Καζαντζάκη,-ιδιαίτερα την «Αναφορά στον Γκρέκο»-και αναζητώ σημεία σύγκλισης ύφους, προβληματικής και επεξεργασίας της θεματολογικής τους ύλης, περιεχομένων των μυθιστορηματικών τους συνθέσεων, κοινή διαπραγμάτευση των μεγάλων και πανάρχαιων θεολογικών ερωτημάτων, κοινών οντολογικών στοχασμών, συγκλίνουσας ανθρωπολογίας και μυθιστορηματικής χριστολογίας και τυπολογίας εσωτερικής ταυτότητας ως παγκόσμιου συμβόλου αναφοράς. Αντιμετώπισης του ανθρώπου-μέσα στο έργο τους-ως θεοειδή μονάδα, έμψυχη αγωνιστική παρουσία μέσα στην κονίστρα της φύσης και της κοινωνίας. Αντιμετώπιση της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στο έργο τους σαν κηρυγματική πρόκληση μιας θείας της ζωής ιερουργίας, που η ανθρωπότητα σαν σύνολο και ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά οφείλει να ενσωματώσει την αμαρτωλή και αδύναμη έλλογη φύση του στην «ξένην ενθέωσιν». Πλατωνικές επιρροές όσον αφορά την ανθρώπινη ψυχή και τον τελεολογικό της στόχο και σκοπό. Χριστοκεντρικές σωτηριολογικές αναφορές που οικοδομούν τους χαρακτήρες των ηρώων τους. Σύμβολα προερχόμενα από τον κόσμο της παλαιάς διαθήκης ή ρήσεις από την εκκλησιαστική γραμματεία. Παράλληλοι δρόμοι κοινών μεταφυσικών εμπειριών και ίσως, αισθητικών θεωριών. Πολιτικών αναφορών και σχολιασμών, παρόμοιας μυθιστορηματικής τεχνικής και ξεδιπλώματος των μικρών εμβόλιμων αφηγήσεών τους μέσα στο κυρίως θέμα. Με δυο λόγια, το ιδιαίτερο προσωπικό τους βλέμμα, τον καθοριστικό εκείνον τρόπο με τον οποίον παρατηρούν και ερμηνεύουν την εποχή τους και τα ιστορικά γεγονότα της, τους ανθρώπους της. Ένας σλάβος παράλληλα με έναν κρητικό, και το κυριότερο ίσως, τι ζητούν ή περιμένουν από τους συγχρόνους τους, τι πρεσβεύουν για αυτούς, τι επιδιώκουν να τους «διδάξουν» με το συγγραφικό τους έργο και που θα ήθελαν να τους οδηγήσουν μεταφυσικά. Καθημερινούς συνανθρώπους τους που πιστεύουν και ελπίζουν σ’ αυτούς σαν ήρωες ή αθάνατες ψυχές ή τους απορρίπτουν ως λιγόψυχους και μικρούς. 
Η βαθιά πίστη του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και η εξίσου βαθιά πίστη απιστίας του Νίκου Καζαντζάκη, συναντώνται μέσα στην ευρωπαϊκή "ειδωλολατρική" σκέψη της εποχής τους. Και οι δύο θεμελιώνουν την σταυρωμένη αγωνία της ανθρώπινης ψυχής. Και οι δύο ο καθένας με τον τρόπο του και τις ελεγχόμενες ή βασανιστικές του αμφιβολίες προσπαθούν να φέρουν την πνευματική αρμονία στην κλονισμένη εποχή που ζουν πριν και μετά τον μεγάλο πόλεμο. Ο Θεός που πιστεύουν και που προσπαθούν να τον ξαναναστήσουν μέσα στις ψυχές και στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων, στηρίζεται είτε στην άκρα ταπείνωση του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και την πλήρη άφεση στα χέρια του οικουμενικού ιδεότυπου που είναι ο Χριστός, είτε οικοδομείται το πρόσωπό του από τον διαρκή καθημερινό αγώνα του ανθρώπου, και όσο διασώζεται μέσα στην ζωή και την κοινωνία η καθαρότητα του δικού του προσώπου τόσο φωτίζεται και το πρόσωπο Εκείνου, θα επανέλθει εν δόξης μέσα στις ψυχές και τις κοινωνίες των ανθρώπων όχι όμως στον ίδιο ιστορικό περίγυρο. Η περιπέτεια του Μωυσή μας αποκάλυψε κάποτε την αφετηρία της εξουσίας της Παρουσίας του, στους καιρούς μας, οι ποιητές-προφήτες μας εξιστορούν ή μας εξιστόρησαν την περατότητα της ενσάρκωσής του. Η πίστη ή απιστία της ανθρώπινης ψυχής που είναι οι δύο όψεις της αυτής αναζήτησης της στήλης φωτός, βιώνει το εδώ και το τώρα της ανθρώπινης ύπαρξης και όχι το χθες και το αύριο της ανθρώπινης εσχατολογίας.
     Παρακολούθησα σε μεσημεριανή προβολή σε γνωστό πολυκινηματογράφο την κινηματογραφική ταινία «Νίκος Καζαντζάκης» του γνωστού έλληνα σκηνοθέτη κυρίου Γιάννη Σμαραγδή. Δυστυχώς ήταν ότι χειρότερο είχα δει τα τελευταία χρόνια στις κινηματογραφικές αίθουσες. Κακή ταινία, κακές ερμηνείες, παραποίηση της Καζαντζακικής φιλοσοφίας και κοσμοθεωρίας. Ένας Καζαντζάκης κομπλεξικός, χωρίς ταυτότητα, μια διχασμένη προσωπικότητα με φοβερά ανοιχτά παιδικά τραύματα. Ένας ανασφαλής χαρακτήρας φοβισμένος σαν άτομο, άτολμος και δειλός, αφελής και χειραγωγούμενος, που δυναστεύονταν από τα παιδικά του χρόνια από έναν Κρητικό δυνάστη πατέρα-αφέντη, τυραννικό και σκληρό, απάνθρωπο και βίαιο, πολεμιστή χωριάταρο, έναν βάναυσο έλληνα Γιαχβέ της Κρητικής γης. Σίγουρα το άτομο Νίκος Καζαντζάκης είχε και αντιμετώπισε προβλήματα στην ζωή του που μετέφερε μέσα στα έργα του, όμως δεν νομίζω ότι ήταν τόσο, μα τόσο προβληματικό άτομο. Ένα Ι5 άτομο της ζωής, που η μόνη του σωτηρία ήταν η συγγραφική του περιπέτεια. Ένα πρόσωπο που χρειάζονταν διαρκή ψυχιατρική παρακολούθηση. Εκτός και αν εμείς όλοι οι αναγνώστες του, δεν τον κατανοήσαμε σωστά, δεν καταλάβαμε τι κρύβονταν πίσω από αυτή την μεγάλη συγγραφική πηγή που πότισε εδώ και αρκετές δεκαετίες την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία. Η μικρή αναγνωστική μου επάρκεια από την ανάγνωση των έργων του, τα μελετήματα που έχω διαβάσει, τις ερωτήσεις που είχα κάνει στον μεταφραστή του Κίμωνα Φράϊερ, τις ελάχιστες ερωτήσεις στην δεύτερη γυναίκα του Ελένη Σαμίου, μου έδωσαν την εντύπωση ότι είχα να κάνω με ένα άτομο ηθικό και ακέραιο, έναν έλληνα που αγαπούσε υπερβολικά την πατρική του γη, που αναζητούσε το άπιαστο και το οραματικό. Έναν δον κιχώτη που δεν έκρυβε μέσα στην ψυχή του ίχνος της ταυτότητας του σάντσο πάντσα.
Ο σκηνοθέτης κύριος Γιάννης Σμαραγδής, που μας έχει δώσει αρκετές ποιοτικές και εμπορικές ταινίες βιογραφώντας πρόσωπα της τέχνης και της ελληνικής ιστορίας, στάθηκε κατά κύριο λόγο στο άτομο Νίκο Καζαντζάκη. Φώτισε υπερβολικά και μάλλον άκριτα τον βίο του στηριζόμενος στα βάναυσα και καθοριστικά κακοτράχαλα παιδικά του χρόνια, της οικογενειακής του ζωής. Όμως ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης δεν ήταν μόνο αυτό. Στο έργο  μας παρουσιάζεται σαν ένας ονειροπαρμένος, άβολος χαρακτήρας που δεν γνώριζε που πατά και που βρίσκεται. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες δόθηκαν αψυχολόγητα και μάλλον με λανθασμένο τρόπο. Η δε δεύτερη σύζυγός του Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη, δεν ήταν παρά ένας καρικατουρίστικος ρόλος μιας θεραπαινίδας γραμματέως, που έχοντας τελειώσει την Ντιντάκτα γνώριζε καλά και με επιμέλεια δαχτυλογραφούσε τον κύριο συγγραφέα που αγωνίζονταν να ανάψει την πίπα του ως όφειλε η εικόνα του διανοούμενου της εποχής του. Και τι απότομα ξεσπάσματα ήταν αυτά του ψηλόλιγνου νεαρού ανέραστου κατά βάθος ερωτύλου Καζαντζάκη. Τι ψεύτικο αντρικό πάθος, τι ξεγύμνωμα αντρικού χαρακτήρα από την μικρή εβραιοπούλα. Ούτε σαν μελιστάλαχτο ρομάντζο δεν μπορούσε να σταθεί στις μέρες μας. Οι χειρονομίες των ηθοποιών ιδιαίτερα όταν ήταν κοντινά τα πλάνα, έδειχναν την χαλαρότητα της σκηνοθετικής καθοδήγησης. Αψυχολόγητοι χαρακτήρες, δίχως ιστορικό ή μεταφυσικό στίγμα. Ο ρόλος της συζύγου του ήταν τόσο υποτονικός, τόσο σε στιγμές αδιάφορος, που αναρωτιόσουν και τώρα τι θέλει αυτή η γυναίκα σε αυτό το πλάνο, να πει τι, να μας δείξει τι; Ο δε ποιητής Άγγελος Σικελιανός, μπορεί ο ίδιος ο Καζαντζάκης να τον ψέγει με τον τρόπο του ως θεατρίνο λόγω του στόμφου του, όμως δεν είναι αυτός ο Σικελιανός. Το όλο του παρουσιαστικό θύμιζε ας με συγχωρέσουν οι κινηματογραφόφιλοι και μη, κάτι μεταξύ βαμμένου «τρανς» και «ζόμπι» της ημέρας. Απαράδεκτος ρόλος και παρουσίαση όχι μόνο για τον σημαντικότερο ίσως λυρικό ποιητή του μεσοπολέμου, της Μήτηρ Θεού, και άλλων ποιητικών του συνθέσεων, της αναβίωσης των Δελφικών Εορτών μαζί με την Εύα Πάλμερ Σικελιανού, αλλά και της προφητικής επιστολής το «ανοιχτό υπόμνημα στη μεγαλειότητά του» που έστειλε στον τότε Βασιλέα Κωνσταντίνο, ενστερνιζόμενος τον ρόλο του ποιητή-προφήτη, καθώς και άλλων του πεζών κειμένων. Η δε σκηνή που του κουβαλούν τον νεκρό για να τον αναστήσει, ούτε σκηνή με μανάβη να ήταν. Ο δε Ζορμπάς, ήταν τόσο υπερβολικά πομπώδης που κατά κάποιον τρόπο αυτοκαταργούνταν. Παρότι ο γνωστός και αγαπητός ηθοποιός προσπάθησε να δώσει μια άλλη πιο χαρούμενη και ξένοιαστη νότα μέσα στην άσκοπη περιδιάβαση ενός Καζαντζάκη που δεν ήξερες τι ήθελε να μας δηλώσει κάθε στιγμή. Η παρουσία του κυρίου Στέφανου Ληναίου στις τελευταίες του στιγμές του Νίκου Καζαντζάκη, ήταν στιγμές κάπως ξεκάρφωτες μέσα στο χρόνο της εξέλιξης της Καζαντζακικής περιπέτειας. Ορισμένα ωραία πλάνα και εικόνες, δεν αναιρούσαν την σύνολη αρνητική ατμόσφαιρα που άφηνε η ταινία. 
Δεν γνωρίζω αν ο Καζαντζάκης ήταν «νευροπαθής», όπως έχουν γράψει για τον λόρδο Μπάυρον, τον Βάγκνερ, τον Ουγκώ και άλλους μεγάλους της παγκόσμιας τέχνης,-που συνδέουν την τρέλα με την μεγαλοφυΐα, ή ένας κρητικός που δεν κατόρθωσε στην ζωή του να λυτρωθεί από την βαναυσότητα και σκληρή συμπεριφορά του πατέρα του, ενός πατέρα που τον ευνούχισε στην κυριολεξία-αντίθετα από τον ευνουχισμό που συνήθως γνωρίζουμε και προέρχεται από την μητέρα-αλλά η εικόνα που μας δίνει ο σκηνοθέτης είναι τόσο χαλαρή και ασχεδίαστη, που αντί να μας προβληματίσει μας απωθεί. Μια σκηνοθεσία που δεν είχε ούτε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος στην Καζαντζακική προβληματική του βίου του. Πολύ κακό για το τίποτα.
     Οι σκέψεις αυτές είναι καθαρά προσωπικές και μπορεί γιαυτό να είναι λανθασμένες καθώς ενέχουν το στοιχείο της αναγνωστικής κριτικής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη. Της κριτικής του έργου του κυρίως και περισσότερο, παρά της ίδιας του της ζωής. Γνωρίζω πάντως ότι δεν μιλούσε στην σύντροφό του στον ενικό, προσπάθησε μέσω της τέχνης του λόγου να απελευθερωθεί από τα ατομικά του αδιέξοδα, ήταν μεταφυσικά άστεγος με βαθιά όμως πίστη στην ανθρώπινη ψυχή, φιλοδόξησε να «δημιουργήσει» μια νέα θρησκεία, σεβάστηκε τα ιερά σύμβολα της χριστιανικής ορθόδοξης θρησκείας και παράδοσης, ζούσε ασκητικά, κράτησε μέχρι τέλος της ζωής του τον ρόλο του αναμορφωτή δημιουργού, είταν μάλλον ανεξίκακος, και άνθρωπος ταγμένος στην υπηρεσία της τέχνης και του πολιτισμού όπως φαίνεται από το πολύπλευρο έργο του. Πρωτότυπα μυθιστορήματα, μεταφράσεις σημαντικών ευρωπαϊκών έργων, ιστορίες ξένης λογοτεχνίας, παιδικά διηγήματα, θεατρικά έργα, ποιητικό έπος, και μια ογκώδη επιστολογραφία προς τους πάντες.
     Ο Νίκος Καζαντζάκης σαν συγγραφέας, έζησε μάλλον μέσα σε μια ατμόσφαιρα υπερβατική, σε μια μεταφυσική σφαίρα συνεχούς αναζήτησης και πρόβαλε την ανθρώπινη αυτή ανάγκη για μια ελπιδοφόρα ενοποιώ αρχή στην σφαίρα της προσωπικής του αναζήτησης. Δεν φοβήθηκε την λεκτική και συγγραφική κοινοτοπία και κουραστική επανάληψη που συναντάμε μέσα στο έργο του. Δεν φοβήθηκε ούτε την ηδονή της επανάληψης των ερωτημάτων του που συναντάμε μέσα στο έργο του. Το φορτίο του λόγου με αυτό της σιωπής είναι όχι μόνο δυσανάλογο στο έργο του Καζαντζάκη αλλά και αρνητικά ετεροβαρές. Ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης με το έργο του περισσότερο δημιούργησε μια θεολογική πυραμίδα για έναν κόσμο που πιστεύει και πρεσβεύει σε έναν Θεό, πατέρα παντοκράτορα και σε έναν κόσμο πιστών που ο ίδιος ο Θεός του είναι η μεταρσιωμένη μορφή της πίστης του. Ο Καζαντζάκης μάλλον λειτουργεί ως αρχαίος Γνωστικός με αυτήν την κάθετη διαφοροποίηση μεταξύ σώματος και ψυχής, φέρει σπέρματα δυαρχίας της εθνικής και μεσογειακής θρησκευτικής παράδοσης.Η μη αποδοχή του σώματος σαν ύλη με την δική της αυτεξουσιότητα και ελευθερία τον οδήγησε σε αυτόν τον βασανιστικό δια βίου ατομικό διχασμό. Αντίθετα ο Ντοστογιέφσκι, αφέθηκε στα χέρια του Χριστού και βρήκε τον στόχο της ύπαρξής του. Η Εν Χριστώ Ζωή μου του Νικόλαου Καβάσιλα που μετέφερε μέσα στα μυθιστορήματα του ο Καζαντζάκης για να επαναφέρει στην κοινωνική και πολιτισμική επικαιρότητα το θεολογικό ταξίδι του Χριστού, δεν ευδοκίμησε. Η αγωνία παρέμεινε αγωνία χωρίς λύτρωση. Ο σύγχρονος κόσμος των ιδεών και των ιδεολογιών που έζησε ο Νίκος Καζαντζάκης, είχε ήδη αρχίσει να υπερασπίζεται τον εαυτό του από τις σκοτεινές εκείνες δυνάμεις που τον επιβουλεύονταν με άλλα μέσα. Πέρα από τις αξίες και τους κανόνες της θρησκείας και της μεταφυσικής. Ο Κόσμος δεν ιερουργούσε με τα ίδια σύμβολα πλέον που είχε διδαχθεί ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ο Λόγος ως πολύμορφη βία μέσα στην σύγχρονη ιστορία είχε εγκαθιδρύσει το δικό του βασίλειο. Φυσικός αυτουργός στην σύγχρονη σκηνή του κόσμου ήταν πλέον ο ίδιος ο παλαιός κριτής με ανανεωμένη χλαμύδα σωτηρίας. Η παλαιά ασυμφιλίωτη διαμάχη μεταξύ του καλού και του κακού όπως πρωτοειπώθηκε ή πρωτοακούστηκε από τους Χαλδαίους μάγους, είχε επιτευχθεί. Η σύγχρονη ανθρώπινη γλώσσα και ότι μαζί της κουβαλάει είχε πετύχει το στόχο της. Το καλό και το κακό ήταν πλέον οι δύο όψεις του αυτού νομίσματος στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Κάτω από αυτό το σκεπτικό η τέχνη και η λογοτεχνία ειδικότερα ήταν πλέον άχρηστη. Δεν μπορούσε να συνεχίζει να εκφράζει την παμπάλαια ασυμφιλίωτη διαμάχη, δεν γίνονταν πιστευτή. Της απόμεινε ο ρόλος της εικονογράφου των καλών παλαιών στιγμών. Η δε θρησκεία είχε εισέλθει πανηγυρικά στον νέο ιστορικό της ειδωλολατρικό κύκλο της στείρας τυπολατρίας και της ακοινώνητης πίστης.
Αυτό δεν ζούμε στους καιρούς μας;
ΥΓ. Μέσα στην αίθουσα με τα ελάχιστα άτομα που παρακολουθούσαμε την ταινία, υπήρχαν και τέσσερα νεαρής ηλικίας άτομα, που σε όλη την διάρκεια της προβολής έπαιζαν με το κινητό τους. Ενώ καθώς περιμέναμε να κόψουμε το εισιτήριο, έβλεπες μανάδες και οικογένειες να έχουν φορτωμένα καροτσάκια με ποπ κορν και πατατάκια, αναψυκτικά και κόκα κόλες, έτοιμες να εισβάλουν στις αίθουσες μετά των παιδιών τους για να παρακολουθήσουν τις ταινίες της αρεσκείας τους.
Ο Κινηματογράφος για τις μάζες;
Καλά ειδωλολατρικά-όχι Εθνικά-Χριστούγεννα συμπατριώτες μου Χριστιανοί Ορθόδοξοι Έλληνες.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 10 Δεκεμβρίου 2017