Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ

                 ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΒΕΑΚΗΣ
Πειραιάς 13 Δεκεμβρίου 1884-Αθήνα 29 Ιουνίου 1951

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ
       
       μνήμη Βάσως Μπαλούρδου 12/2/2008

     Ποίηση μιας άλλης εποχής λησμονημένης, ποίηση μιας ατμόσφαιρας ξεχασμένης, ποίηση που συναντά κανείς μόνο στα σκονισμένα ράφια των βιβλιοθηκών αναζητώντας ποιητές του περασμένου αιώνα, ή σε στοίβες βιβλίων παλαιοπωλείων που πωλούνται προσφορά, χωρίς ίσως να γνωρίζει ούτε ο ίδιος ο πωλητής τι συναισθηματική αξία έχει το παραπεταμένο μικρό βιβλιαράκι που εμπορεύεται. Ποίηση που στο περιπετειώδες και άγνωστο συνήθως ταξίδι της ανάγνωσης βρίσκουμε μπροστά μας ξεφυλλίζοντας παλαιά ημερολόγια τοίχου ή επιτραπέζια, επετειακά άλμπουμ προηγούμενων εποχών, κιτρινισμένες σελίδες εφημερίδων και περιοδικών που ο χρόνος-κρόνος καιροφυλακτούσε για να μας τα αποκαλύψει την στιγμή που δεν το είχαμε καν φανταστεί, που δεν το περιμέναμε. Σαν μια ευχάριστη έκπληξη αναπάντεχης συνάντησης, σαν ξαφνικό δώρο που μας στάλθηκε από το πουθενά.
      Έτσι ένιωσα όταν εδώ και χρόνια έπεσε στα χέρια μου το μικρό αυτό βιβλιαράκι με τα ποιήματα του γεννημένου στον Πειραιά ηθοποιού Αιμίλιου Βεάκη. Ενός αγωνιστή καλλιτέχνη από τους σημαντικότερους στο χώρο του θεάτρου του 20ου αιώνα όπως αναφέρουν στις αναμνήσεις και σε κείμενά τους όσοι τον γνώρισαν από κοντά, όσοι και όσες είχαν την τύχη να συμπρωταγωνιστήσουν μαζί του στις διάφορες θεατρικές του περιοδείες, όσοι στάθηκαν συναγωνιστές και ομοτράπεζοί του.
     Ο Αιμίλιος Βεάκης ευτύχησε να είναι ο μεγάλος ηθοποιός της διπλανής πόρτας για τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους που τον είχαν παρακολουθήσει σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου ή σε άλλους χώρους. Δεν ήταν ο αριστοκράτης καλλιτέχνης, ο απόμακρος από το θεατρικό πλήθος, ο ηθοποιός που κοίταζε από το θεατρικό του σανίδι τον κόσμο με μια δόση καλλιτεχνικής υπερηφάνειας, θαυμαστής του μεγάλου ταλέντου του. Ήταν ο οικείος τους σημαντικός ηθοποιός, αυτός που κατάγονταν μάλιστα από την προσφυγομάνα πόλη του Πειραιά, τον φτωχό Πειραιά των μεροκαματιάρηδων και των μικρεμπόρων, των τσακισμένων από τα βάσανα της βιοπάλης δημοτών. Ήταν ο αγαπητός τους ηθοποιός-στα μάτια της ψυχής τους-γιατί είχε ενταχθεί στους κόλπους και υποστήριζε με σθένος το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο εκείνη την εποχή, (και μετέπειτα) των δύσκολων ιστορικών και πολιτικών στιγμών για την χώρα μας και τους έλληνες. Ήταν το πολιτικοποιημένο άτομο, ο αγωνιστής ηθοποιός που πλήρωσε το τίμημα της πολιτικής του ένταξης μέχρι το τέλος της ζωής του, που στάθηκε συνεπής στις ιδέες των νιάτων του. Όταν οι άνθρωποι-εκείνης της περιόδου-ονειρεύονταν έναν καλύτερο, δικαιότερο και τιμιότερο οικονομικά και κοινωνικά κόσμο και πατρίδα, από το δικό τους αγωνιστικό μετερίζι. Θυμάμαι να μου μιλά για αυτόν-σαν ηθοποιό-η μητέρα μου Βάσω με καμάρι ότι είχε προλάβει να τον δει στο θέατρο και να τον θαυμάσει, θυμάμαι παλαιούς ηλικιακά φίλους πειραιώτες και πειραιώτισσες να μου μιλούν με τον ίδιο θαυμασμό για αυτόν, έναν θαυμασμό που άκουσα αργότερα και από τα χείλη του ηθοποιού Μάνου Κατράκη, από το στόμα της τραγωδού Άννας Συνοδινού που μιλούσε με «δέος» για το ταλέντο του, και ας ακολουθούσαν διαφορετικές πολιτικές επιλογές. Αλλά και πολλούς άλλους θεατρόφιλους πειραιώτες που τον πρόλαβαν στο θέατρο, και έτυχε να συναντήσω στο διάβα των πειραϊκών ερευνών και πολιτιστικών μου καταγραφών. Ο Αιμίλιος Βεάκης υπήρξε ένας «θρυλικός μύθος» στην εποχή του και μεταγενέστερα, όπως η δική μας- πειραιώτισσα Κατίνα Παξινού η οποία έλεγε χαρακτηριστικά για τον ηθοποιό: "Πρόκειται για τον μεγαλύτερο ηθοποιό του τόπου μας, ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες", η Μαρίκα Κοτοπούλη και η Κυβέλη των παλαιότερων εποχών. Στα νεότερα δικά μας θεατρικά χρόνια, οικείος λαϊκός μύθος υπήρξε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Μελίνα Μερκούρη, ο Θανάσης Βέγγος, ο Νίκος Ξανθόπουλος, ο Γιώργος Φούντας, ιδιαίτερα η Μελίνα,(η τελευταία ελληνίδα θεά) η Αλίκη (τα δροσερά και ξένοιαστα νιάτα των ελληνίδων) και ο Ξανθόπουλος (το παιδί του λαού με το ήθος και την λεβέντικη υπερηφάνεια) ευτύχησαν να αγαπηθούν υπερβολικά από το ευρύ κοινό και να τους θεωρούν οι λαϊκοί και φτωχοί και βιοπαλαιστές έλληνες σαν δικούς τους κοντινούς ανθρώπους.
     Η πόλη του Πειραιά τίμησε τον Βεάκη στήνοντας την προτομή του στην δεξιά πλευρά του Δημοτικού Θεάτρου να συνομιλεί με την πειραιώτισσα τραγωδό την Κατίνα Παξινού που βρίσκεται στην αριστερή. Και το καλοκαιρινό θέατρο της Πόλης πάνω στον λόφο του Προφήτη Ηλία, μετονομάστηκε από Σκυλίτσειο σε Βεάκειο.
     Ο Αιμίλιος Βεάκης εκτός από ηθοποιός και δάσκαλος ηθοποιών υπήρξε και συγγραφέας.
Το 1914 δημοσίευσε τις «Πολεμικές εντυπώσεις» του, ένα μικρό αφήγημα από την συμμετοχή τους στους βαλκανικούς πολέμους. Το 1926 εκδίδει την μικρή ποιητική του συλλογή «ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ», στα μετέπειτα χρόνια κυκλοφορούν διάφορα θεατρικά του έργα: το τρίπρακτο δράμα «Η Ρηνούλα» 1917, «Οι Θεατρίνοι», το μονόπρακτο «Οι χρεωκοπημένοι», οι «Συμπληγάδες», την κωμωδία «Εφτά εκατομμύρια εισόδημα» 1927 και άλλα. Διασκεύασε το μυθιστόρημα του ρώσου συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι «Ταπεινοί και Καταφρονεμένοι» που ανεβάστηκε από την Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Το 1945 σε β΄ έκδοση κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή «Δερβενοχώρια» Αντάρτες και χωριάτες στον αγώνα για τη λευτεριά, εκδόσεις Μαρή-Κοροντζή. Ένα αφηγηματικό ποίημα που ο ποιητής Βεάκης χρησιμοποιεί τον ελεύθερο στίχο σε αντίθεση με την πρώτη του συλλογή που υιοθέτησε τον παραδοσιακό. Το 2005 κυκλοφόρησαν οι θεατρικές του Αναμνήσεις, (τέσσερις σπιρτόζες αφηγήσεις του που είδαν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα το 1928 και το 1929 του Κωστή Μπαστιά) από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ» (Το Θέατρο στις αρχές του 20ου αιώνα), με εισαγωγή του ποιητή και θεατρικού κριτικού Γιάννη Βαρβέρη. Το ενδιαφέρον αυτό βιβλιαράκι περιλαμβάνει εκτός από την εισαγωγή του Γιάννη Βαρβέρη, «ΒΕΑΚΗΣ ΤΟ ΕΝΘΕΟ ΠΑΘΟΣ» και τα κείμενα του δοκιμιογράφου και πεζογράφου Άγγελου Τερζάκη, «Η απώλεια του Βεάκη» και «Ο μεγάλος συνάδελφος» του ηθοποιού Νίκου Παρασκευά. Σημειώνει σχετικά ο Βαρβέρης:
«Όλες όμως οι φήμες και η προφορική παράδοση μιλούν για έναν εκπληκτικό ηθοποιό με τρείς μεγάλες αρετές: την απλότητα και άρα τον πολύ σύγχρονο χαρακτήρα της υπόκρισης, το βάθος και  το πάθος της ερμηνείας, όσο μονοδιάστατος ή περιορισμένος κι αν ήταν ο ρόλος και, ιδίως η τρομερή μεταμορφωτική του ικανότητα. Ο ευτραφής Βεάκης μπορούσε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη να εγκαταλείψει τον θηριώδη Φάλσταφ του Σαίξπηρ για να διδάξει την πανούργα και φινετσάτη Φανή στον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου».
Για την απλότητα και ταπεινότητα των αγίων που διέθετε ο Βεάκης, σημειώνει στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» 19/9/1957 ο Αιμίλιος Χουρμούζιος:
«Η ελληνική σκηνή αν τον εχώρεσε, είναι γιατί ο Αιμίλιος Βεάκης περπάτησε πάνω στα σανίδια της με την απλότητα και ταπεινοφροσύνη των αγίων, τη ταπεινοφροσύνη που είναι σίγουρη για το μεγαλείο της, ασφαλής για την υπεροχή της, βέβαιη για το ευθύ περπάτημά της… Ο Αιμίλιος Βεάκης ήξερε το μυστικό να δίνει στους ανθρώπους της σκηνής που υπεδύετο, περισσότερη ζωή απ’ όση είχαν όταν εξέφευγαν από την πένα του δημιουργού τους. Εγίνετο, με τον τρόπο αυτό, ένας δεύτερος και ίσως περισσότερο γοητεύων πλάστης. Πλούσιος σε εμπνεύσεις, αυτοσχεδιαστής, προικισμένος με φωνή που παράβγαινε με το ηχηρότερο μέταλλο-ω! αυτή η φωνή που ήξερε να δίνει στους πατρικούς τόνους μια στοργική γλύκα απέραντη με τη συρτή μελωδικότητά της, όταν δεν ήταν έκρηξη ηφαιστείου και σπάθισμα κεραυνού-, ο Βεάκης γεννήθηκε για το θέατρο και έγινε ο πατριάρχης της ελληνικής σκηνής».  
Ακόμα, κυκλοφόρησε αυτόνομο ένα μικρό δεκαεξασέλιδο χωρίς χρονολογία έκδοσης βιβλιαράκι του Φραγκίσκου Φαρμάκη που παρουσιάζονται «Ο ΒΕΑΚΗΣ ΩΣ ΠΟΙΗΤΗΣ» ΔΕΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ, και, 20 ΑΘΗΣΑΥΡΙΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1916-1926), Αθήνα χ.χ. Το βιβλιαράκι αυτό των οκτώ φύλλων πρέπει να είναι ανάτυπο από το περιοδικό "Κριτικά Φύλλα(;), και περιλαμβάνει δέκα ποιήματα του ποιητή Βεάκη σε ελεύθερο και κάπως αυθαίρετο στίχο-σε ορισμένες στροφές δυσκολεύεται ο ποιητής να ταιριάξει τις καταλήξεις-είναι ποιήματα ταξιδιωτικών εντυπώσεων που είναι αφιερωμένα σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης. Όπως σημειώνει ο Φραγκίσκος Φαρμάκης: "Τα ποιήματα που έχω στα χέρια μου δοσμένα από τον Μίμη Βεάκη κατά την μαύρη γερμανική κατοχή είναι ένα ποιητικό ημερολόγιο του Αιμίλιου Βεάκη του 1939 όταν νομίζω περιόδευε το Εθνικό μας Θέατρο στην Ευρώπη..."  
Τα ποιήματα είναι τα εξής: 
1.ΝΤΟΥΜΠΡΟΒΝΙΚ, 
2.ΒΕΝΕΤΙΑ, 
3.ΠΑΡΙΣΙ, 
4.ΜΑΓΧΗ, 
5.ΛΟΝΔΙΝΟ, 
6. SPANIARDS INN,  
7.ΦΡΑΓΚΦΟΥΡΤΗ, 
8.ΒΕΡΟΛΙΝΟ, 
9.ΜΙΡΑΜΑΡΕ-ΤΡΙΕΣΤΙ, 
10.ΓΥΡΙΣΜΟΣ. 
Στα ποιήματα αυτά μνημονεύονται φημισμένοι γλύπτες και ποιητές και πολιτικοί άντρες των χωρών που ποιητικά περιγράφει ο Βεάκης, όπως ο Ζαν Μωρεάς, ο Πωλ Βερλαίν, ο Τισιανός, ο Βερονέζε, ο Μπίσμαρκ, ο Φρειδερίκος κλπ. Το ποίημα που αρτιώνεται αισθητικά περισσότερο από τα άλλα είναι ο «ΓΥΡΙΣΜΟΣ», που αναφέρεται με νοσταλγία και δόση υπερηφάνειας στην Αθήνα την πρωτεύουσα, τον ήλιο και το χώμα της Αττικής γης..
ΓΥΡΙΣΜΟΣ
Γιόμισε τρόμο την ψυχή μου κι αγωνία
ο πυρετός και τ’ αγκομαχητό σου Ευρώπη,
του πλουτισμού σου η λύσσα, που σε σπρώχνει
στο έργο του μαύρου σπαραγμού, του ολέθρου
της αλληλοσφαγής των άμοιρων παιδιών σου.
--
Νοστάλγησα την γαλανή πατρίδα
που της αγάπης ο Θεός την έχει πλάσει
παράδεισον ηλιόλουστο.
--
Νοστάλγησα το αγαπημένο χώμα
πού του Σωκράτη και του Πλάτωνα κρατάει
τη σκόνη. Στα γαλάζια σου ακρογιάλια
τις αύρες ν’ ανασάνω και να τρέξω
στις ολοπράσινες πλαγιές αναδρομάρης
να προσκυνήσω ευλαβικά τα μνημεία
που μόνο για Ομορφιά μιλούν κι Αγάπη.
--
Ώ Αθήνα! Αθήνα! Αθήνα! της καρδιάς μου
νοσταλγικέ παλμέ, πότε θα στρέψω
του ήλιου του χρυσού να πιώ το νάμα
που αψώνει το αίμα και μεθάει τα φρένα
και την ψυχή ατσαλώνει αθάμπωτα να βλέπει
το βακχικό και τ’ απολλώνιο θάμα.
--
Γλυκειά Αττική, απαλόγραμμε Υμηττέ μου
και μαγικά περιγιάλια φως γεμάτα,
πεύκο και κύμα και γαλάζιε αιθέρα
και χώματα ιερά, γη ευλογημένη,
που αγκαλιαστό με της ελιάς τη ρίζα
το αθάνατο, το θείο, το πανάρχαιο Κάλλος
ύμνους τονίζει μεσ’ απ’ τους αιώνες
για μια ζωή σοφή και ειρηνεμένη.     
Προσθετικά αναφέρω το αφιέρωμα του περιοδικού της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς «Αιμίλιος Βεάκης 1884-1951, Πειραιάς 1982, το περιοδικό ΘΕΑΤΡΟ και τα τεύχη 1/11,1961,19/1,2,1965, 51-52/5,8,1976 κλπ. Το καλογραμμένο κείμενο «Ο μέγας «ιστρίων»» του πειραιώτη συγγραφέα, μεταφραστή, δημοσιογράφου και θεατράνθρωπου Μάριου Πλωρίτη, δες «Πρόσωπα του 20ου αιώνα», εκδόσεις εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ-Εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη 2000. Ολοκληρώνοντας το κείμενό του ο Μάριος Πλωρίτης γράφει τα εξής:
«Αν η λέξη «χαρισματικός» δεν είχε τόσο κακοποιηθεί, θα έπρεπε να εφευρεθεί για τον Βεάκη. Πλάι στα σπάνια εξωτερικά εφόδιά του-σκηνικό μέγεθος, θαυμάσια φωνή, έξοχη τεχνική-είχε πολλά σπανιότερα ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα. Μπορούσε να είναι ηφαιστειώδης στο σκηνικό πάθος του, αλλά και βαθιά ανθρώπινο; Και οικείος.., θυελλώδης «ποιμένας λαών», αλλά και απέριττα πονεμένος Ρωμιός…, «άρχοντας του πόνου» αλλά και μάστορας του γέλιου. Έτσι, στάθηκε μεγάλος στους μικρούς ρόλους και μέγιστος στους μεγάλους, υπόδειγμα σκηνικού ήθους και δάσκαλος στην προσέγγιση, διείσδυση και διάπλαση διονυσιακών ανθρώπων που Άνθρωποι είναι…»
Στο Θεατρικό Μουσείο υπάρχει φάκελος με στοιχεία για τον μεγάλο ηθοποιό και στην Εθνική Βιβλιοθήκη ορισμένα έργα του, από ότι θυμάμαι σε παλαιότερη επίσκεψη μου.
     Η παρούσα μικρή πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ, την έκδοση τουλάχιστον που βρήκα παλαιότερα σε παλαιοβιβλιοπωλείο, έχει διαστάσεις 11Χ18, δεν έχει τόπο έκδοσης ούτε χρονολογία, δεν αναφέρεται ούτε το τυπογραφείο που τυπώθηκε. Δεν έχει επίσης σελιδαρύθμιση ούτε πίνακα περιεχομένων των ποιημάτων των δύο ενοτήτων. Κανένα πληροφοριακό στοιχείο που θα μας έδινε την δυνατότητα να προσδιορίσουμε με σχετική ακρίβεια την έκδοση. Ίσως και γιαυτό ο παλαιοβιβλιοπώλης εκείνης της εποχής το πωλούσε 100 δραχμές. Τα στοιχεία για το πότε εκδόθηκε η ποιητική αυτή συλλογή, τα άντλησα από άλλες πηγές και καταγραφές που αναφέρονται στον ηθοποιό Αιμίλιο Βεάκη και την παράλληλη συγγραφική του δημιουργία.
Τα δημοσιεύματα για τον ίδιο και την καλλιτεχνική του πορεία είναι αρκετά και διάσπαρτα στα διάφορα περιοδικά και εφημερίδες καθώς και σε Θεατρικά Μελετήματα. Και στην πολύτομη και πολύτιμη εργασία-λεξικό για τους έλληνες ηθοποιούς του Έξαρχου. Στην εργασία μου για τον πολιτιστικό Πειραιά το «Πειραϊκό Πανόραμα», έδωσα έναν κατάλογο των θεατρικών του συμμετοχών. Γενικές σύντομες πληροφορίες για τον Αιμίλιο Βεάκη σαν ηθοποιό, βρίσκει ο ενδιαφερόμενος και σε γενικά βιβλία πειραιωτών συγγραφέων ή μελετητών που αναφέρονται στην πειραϊκή ιστορία. Τον Αιμίλιο Βεάκη ευτύχησε να τον σκηνοθετήσει σαν ηθοποιό και ο πειραιώτης σκηνοθέτης Δημήτρης Ροντήρης.
    Η ποιητική συλλογή ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ του πειραιώτη και ηθοποιού Αιμίλιου Βεάκη, έχει(η αρίθμηση δική μου) 98 σελίδες συν 2-το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Μέχρι την σελίδα 70 δημοσιεύονται τα «ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ», από την 71 και έπειτα ακολουθούν τα τραγούδια «ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ». Όπως διαπιστώνουμε τα περισσότερα ποιήματα προέρχονται από την πρώτη ενότητα της συλλογής. Ας δούμε τους τίτλους:
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
ΜΑ ΘΕΛΩ ΠΑΝΤΑ Ν’ ΑΓΑΠΩ-ΕΛΑ ΟΣΟ ΒΛΕΠΩ-ΜΙΑ ΝΕΑ ΖΩΗ-ΔΕΙΛΙΝΟ-Ω ΤΑ ΞΑΝΘΑ ΜΑΛΛΑΚΙΑ ΣΟΥ-ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ ΕΚΕΙ..-ΑΠ’ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ Τ’ ΩΡΙΟ ΦΩΣ-Ω ΤΟΥ ΠΛΑΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ…- ΣΚΛΑΒΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ-ΤΙΝΟΣ ΝΑ ΤΟ ΠΩ-ΘΑΛΑΣΣΑ-ΜΙΑ ΦΟΡΑ..-ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ-Ω ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ-ΣΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ-ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΜΑΣ-ΑΛΗΤΗΣ-ΛΗΘΗ-ΠΙΣΤΗ ΡΕΒΕΚΑ-ΕΓΩ-ΞΕΦΥΛΙΣΕ ΤΟ…-ΕΡΩΤΙΚΟ ΜΕΘΥΣΙ-ΜΑΝΑ-ΖΩΗ-Ο ΑΠΑΧΗΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ-ΠΟΛΗ-ΠΑΛΗΕΣ ΑΓΑΠΕΣ-ΛΑΓΝΕΙΑ-ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ-ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ-ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ-ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ!-ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ-Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ-ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΝΗΣΙ ΜΟΥ-ΠΑΛΜΟΙ-Σ’ ΕΝΑ ΣΤΑΘΜΟ-ΜΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΗ-Η ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΓΙΕΦ-ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΗ-ΤΑΞΙΔΙ-, Ακολουθούν 18 ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ με αριθμημένους με λατινικούς αριθμούς τίτλους: ΖΩΗ/ΑΙΓΥΠΤΟΣ/ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΝΕΟ/ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ ΜΟΝΟ/ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΜΟΥ ΑΓΑΠΩ/ΜΙΑ ΟΛΑΚΑΙΡΗ ΖΩΗ/ΝΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ ΛΕΣ/ΣΑΝ ΓΚΙΩΝΗΣ/ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΣΟΥ/ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΔΕ Σ’ ΕΙΔΑ/ΕΛΑ/ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ ΛΕΙΠΕΙ/ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ/ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΕΙΣ;/ΧΩΡΙΑ ΑΠΟ ΣΕ/ ΧΩΡΙΣΜΟΣ/ΓΥΡΙΣΜΟΣ/ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΣΟΥ.
ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ
ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ
Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΡΑΚΙΟΥ
Και ακολουθούν τα 22 ΜΕΘΥΣΜΕΝΑ ΔΕΚΑΣΤΙΧΑ. Ποιήματα χωρίς τίτλο
Η συλλογή είναι «ΧΑΡΙΣΜΕΝΗ Σ’ ΟΣΟΥΣ ΑΓΑΠΟΥΝ ΚΑΙ Σ’ ΟΣΟΥΣ ΠΙΝΟΥΝ» όπως γράφει ο ίδιος ο Βεάκης. Το ποίημα «ΠΙΣΤΗ ΡΕΒΕΚΑ» είναι αφιερωμένο στην δεύτερη σύζυγό του «Σμαράγδα». Το ποίημα «ΜΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΗ» είναι αφιερωμένο στην κόρη του «Μαρία». Τα ποιήματα «Η ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΕΓΙΕΦ» και «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΗ» είναι χαρισμένα στην ηθοποιό ΚΥΒΕΛΗ. Όλα από την ενότητα «ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»
    Η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή του ηθοποιού Αιμίλιου Βεάκη, βρίσκεται μέσα στην ατμόσφαιρα και το πνεύμα των ποιημάτων και των πεζών του Μεσοπολέμου, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι οι ερωτικές και νοσταλγικές αυτές ποιητικές μονάδες αλλά και τα ποιήματα του κρασιού και του κεφιού έχουν σχέση άμεση ή συνομιλούν με ποιήματα των ποιητών της περιόδου αυτής όπως παραδείγματος χάριν του Τέλλου Άγρα, του Κώστα Καρυωτάκη, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Μήτσου Παπανικολάου, της Μυρτιώτισσας, του Μίνωα Ζώτου, του πειραιώτη Γιώργου Καρατζά ή του Νίκου Χαντζάρα, του Γιώργου Κοτζιούλα του Λάμπρου Πορφύρα και πολλών άλλων ελάσσονων και μειζόνων ποιητών και ποιητριών. Χαμηλόφωνων ποιητών κατά την ανθολογία του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Ξεχωρίζουμε τα ποιήματα της δεύτερης ενότητας αυτά της «ΤΑΒΕΡΝΑΣ», που η θεματολογία τους (ποιήματα του κρασιού, του ποτού, του κεφιού, της «τάβλας») παραπέμπει τόσο στον αρχαίο Αρχίλοχο όσο και στον νεότερο Αθανάσιο Χριστόπουλο, αλλά και σ’ άλλους σύγχρονους έλληνες ποιητές της περιόδου αυτής που διαπραγματεύονται στο έργο τους ποιητικά παρόμοια θέματα. 
Όταν κυκλοφορεί η πρώτη του συλλογή 1927, πέντε χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ο ορφανός από γονείς Αιμίλιος Βεάκης είναι 43 ετών, αναγνωρίσιμος ηθοποιός με ταλέντο εφάμιλλο των μεγάλων αντρών και γυναικών ηθοποιών της εποχής του με ορισμένους μάλιστα συνεργάζεται καλλιτεχνικά, ή δημιουργεί θιάσους. Είναι πλέον ώριμος πολίτης κουβαλώντας την εμπειρία και τα στρατιωτικά ανδραγαθήματα της συμμετοχής του στους Βαλκανικούς Πολέμους και τον ελληνικό στρατό, όπου και τιμάται για τις ηρωικές του πράξεις. Το σύνολο των ποιημάτων αντικατοπτρίζουν την νέα ζωντανή και ελπιδοφόρα εικόνα του χαρακτήρα του Πειραιώτη ποιητή. Δεν καταγράφουν ούτε στρατιωτικές πράξεις, ούτε ειρηνικά ενδιάμεσα πολιτικά του ή κοινωνικά του γεγονότα. Παρότι σαν ποιητής, ο Αιμίλιος Βεάκης, όπως και όλοι της δικής του γενιάς και κυρίως οι μεταγενέστεροι, βρέθηκαν σαν άτομα εγκλωβισμένοι μέσα στην δύνη των πολεμικών γεγονότων και αντιξοοτήτων. Το μικρό ή μεγάλο έργο που δημιούργησαν και άφησαν πίσω τους στέκεται ανάμεσα σε δύο παγκόσμιους πολέμους, τον μεγάλο και τον δεύτερο, τους Βαλκανικούς, την Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα στρατιωτικά κινήματα στην εν όπλοις για μεγάλο ιστορικό διάστημα χώρα, που κατέστρεψε σωματικά αλλά και τις συνειδήσεις των νέων ελλήνων των γενεών αυτών. Ας μην λησμονούμε ακόμα, την τραγική αυτοκτονία στην Πρέβεζα του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη 1928, την δύο χρόνια αργότερα 1930 απώλεια της ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη, τον θάνατο σε πολύ νεαρή ηλικία του ποιητή Γιάννη Αηδονόπουλου 1944, της ποιήτριας και πρώτης συζύγου του ποιητή Γιώργου Βαφόπουλου, Ανθούλας Σταθοπούλου Βαφοπούλου επίσης σε νεαρή ηλικία το 1935, τον φυματικό ποιητή Μίνω Ζώτο το 1932 που χάθηκε και αυτός νεότατος, αλλά και τον Γιώργο Καρατζά που έφυγε από καταχρήσεις και άρρωστος το 1948. Μόνη παρήγορη ποιητική παρουσία είναι η έκδοση το 1931 της «Στροφής» του κατοπινού νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Η στράτευση του καλλιτέχνη και ποιητή Αιμίλιου Βεάκη στην κοινωνική επανάσταση και αλλαγή των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών που επαγγέλλονταν οι μπολσεβίκοι το 1917 στην τσαρική ρωσία τον εντάσσει στο κλίμα των ελπιδοφόρων οραματιστών-κοινωνικών ποιητών και ποιητριών που  ακολούθησαν την ιδεολογία αυτή. Όπως παραδείγματος χάριν ο Γιάννης Ρίτσος, η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, ο Κώστας Βάρναλης και αρκετοί άλλοι. Ο καταξιωμένος Κωστής Παλαμάς απουσιάζει από το έργο του Βεάκη, απουσιάζει παντελώς η ερωτική αίσθηση των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη, παρότι ένα ποίημα του Βεάκη φέρει τον τίτλο Καβαφικού ποιήματος, (ποίημα αφιερωμένο στην Βασιλεύουσα). Η μεγαλόστομη λυρική πνοή, η πατριωτική του Άγγελου Σικελιανού δεν υπάρχει ούτε σαν ίχνος, αλλά και τα εθνικά ποιητικά βήματα του γενάρχη του ελληνικού ποιητικού λόγου Διονυσίου Σολωμού δεν τα ανιχνεύουμε στην δημιουργία του. Παρότι οι ξανθές μικρές κορασιές του ποιητή Αιμίλιου Βεάκη, ανακαλούν αμυδρά σε σημεία τους την Σολωμική θεματολογία. Ο ποιητικός κόσμος του πειραιώτη ποιητή στέκεται κάπως απόμακρα από όλα όσα διαδραματίζονται ιστορικά και κοινωνικά γύρω του. Φαίνεται να μην αγγίζουν την ποιητική του ευαισθησία ούτε καν σαν εικονογραφία ξεδιπλώματος των ιδεών και της σκέψης του, των κοινωνικών του οραμάτων και ονείρων. Η εποχή και τα ιστορικά της τεκταινόμενα δεν άγγιξαν τα ποιήματα αυτά. Είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού που η πνευματική και ψυχική του στάση βρίσκεται όπως μας φανερώνουν τα ποιήματα πέρα και πάνω ακόμα και από την εισβολή του μοντερνισμού εκείνη πάνω κάτω την περίοδο στην Ελλάδα.
     Αισιόδοξος από την φύση του όπως φαίνεται ο Αιμίλιος Βεάκης εκφράζει αυτή του την αισιοδοξία και χαρούμενη ατμόσφαιρα μέσα στα ποιήματά του. Η ερωτική του διάθεσή είναι σχεδόν πάντα στα ύψη, χωρίς να λείπουν και οι νοσταλγικές στιγμές, οι στιγμές ελεγχόμενης θλίψης, η απόγνωση για την μη ολοκλήρωση της ερωτικής επαφής. Η γυναίκα είναι ο κεντρικός άξονας στον οποίο ο ποιητής περιστρέφει τις ερωτικές του αναλαμπές και επιθυμίες καθώς και τα αισθήματά του. Περισσότερο μιλά με την φουρτουνιασμένη του καρδιά παρά με τους πόθους του κορμιού χωρίς να παραβλέπονται και αυτοί. Ορισμένα ποιήματα κινούνται μέσα σε μια ιδεατή ατμόσφαιρα, είναι κάπως αφηρημένα, μια αχλή αισιοδοξίας σκεπάζει τις περισσότερες ποιητικές του μονάδες, έστω και αν δεν μας γίνεται άμεσα γνωστό το γυναικείο πρόσωπο ή σώμα ή μέλος του. Κινούνται σε μια ονειρική ατμόσφαιρα πέρα από βαθιά πάθη και εγωκεντρικούς ερωτικούς ακκισμούς. Η γυναικεία αγκάλη ξεκουράζει και αναπαύει τον ερωτευμένο άντρα που την αναζητά χωρίς να φοβάται να εκθέσει τα συναισθήματά του. Το συναίσθημα της αγάπης κυριαρχεί του ερωτικού. Απουσιάζει από τα ποιήματα η αγωνιστική ατμόσφαιρα, η ιστορική αναφορά και το θρησκευτικό συναίσθημα. Έχουν το στίγμα της θλίψης, της νοσταλγίας και της μελαγχολίας, τυλιγμένα σε ένα περιβάλλον φθινοπωρινής συνήθως διάθεσης. Η φωνή του δεν τρέμει παρά την συγκίνησή της, δεν χάνει την αισιόδοξη τονικότητά της παρά την μελαγχολία της, η καρδιά του αντέχει και ελπίζει χτυπά σε ρυθμούς αγάπης και ελεγχόμενου λυρισμού, δεν μαραίνεται από της αγάπης τα βάσανα. Η γυναικεία εικόνα είναι το εφαλτήριο για να συνθέσει τους στίχους του. Ακόμα και μια χειρονομία προσέγγισης, ένα μικρό σινιάλο αποχαιρετισμού τον κάνει να τρέμει από συγκίνηση, από θέληση για ζωή, από επιθυμία να γευτεί τα παιχνίδια και τις χαρές της αγάπης και του έρωτα. Ρομαντική η ποίηση του Αιμίλιου Βεάκη, εύρυθμων αντρικών αισθημάτων, ζηλευτά τονισμένη σε σημεία της, επαναλαμβανόμενων μοτίβων, χαροποιούς διάθεσης, ειδυλλιακού κλίματος που δεν της λείπει η μουσικότητα. 
Η γυναίκα στην ποίησή του παρουσιάζεται χειραφετημένη, έχει μια δική της ερωτική αυτοδιάθεση αν και, η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ του, ακολουθεί την παραδοσιακή πεπατημένη της θρησκείας άποψη, την εικόνα της μετανοίας, που βρίσκεται στον αντίποδα του «Αμαρτωλού» της Γαλάτειας Καζαντζάκη, αλλά παράλληλο με το ποίημα ΛΑΓΝΕΙΑ του Βεάκη. Μόνο το αντρικό ερωτικό ή της αγάπης βλέμμα μας δείχνει ο ποιητής στα ποιήματα αυτά, δηλαδή ο άντρας είναι εκείνος που παρατηρεί και σχολιάζει την γυναικεία ανώνυμη παρουσία, το γυναικείο βλέμμα απουσιάζει, όπως και το επώνυμο πρόσωπό της. Στο ποίημά του Η ΜΑΝΑ συγκίνηση προκαλεί η σύνδεση με την Παναγία, θέλοντας προφανώς να τονίσει το στοιχείο της μητρότητας και την νοσταλγική εικόνα που κρύβει μέσα στην ψυχή του γι αυτήν, ο ορφανός και από τους δύο γονείς από μικρός ποιητής.  
     Ο ποιητικός αυτός λόγος προέρχεται από την ποιητική παράδοση της εποχής του, φέρει ψήγματα δημοτικής έκφρασης, η φωνή αυτή είναι κάπως μοναχική αλλά όχι απόμακρη, ευαίσθητη και καθόλου πεσιμιστική, αγνοεί τόσο το Καρυωτακικό άρμα της ποίησης όσο και αυτό των μοντέρνων ποιητών όπως ο Τάκης Παπατσώνης και ο Γιώργος Σεφέρης που παρουσιάζονται είτε με αυτόνομα έργα τους είτε με μεταφράσεις του που άλλαξαν τον ρου του ελληνικού ποιητικού λόγου. Κλεισμένη μέσα στην ερωτική της δόνηση στέκεται μακριά και από την βαθιά ιστορικότητα που εκφράζει η Καβαφική ποίηση, αλλά και από τον ερωτικό Κωστή Παλαμά. Η ποιητική φόρμα του Βεάκη ακολουθεί τους παλαιούς ρυθμούς και τεχνοτροπίες. Τρυφερές εικόνες, θελκτικά συναισθήματα, χαριεντισμός, ορισμένες φορές συναντάμε μια αίσθηση Spleen που θυμίζει την ποίηση του Κώστα Ουράνη, εικόνες φωτεινές πλημμυρισμένες μέσα στο φως ή μουντές, λέξεις σύνθετες λυρικές και συνηθισμένης χρήσης που εκφράζουν αυτό που θέλει να μας πει ο πειραιώτης ηθοποιός και καλλιτέχνης και μας δηλώνουν την εσωτερική του διάθεση. Μια ποίηση χωρίς απροσδόκητες εκπλήξεις, χωρίς εσωτερικούς κραδασμούς, σιγαλόφωνη, νοσταλγική, σε ορισμένα της σημεία ερωτικά κατανυκτική και αρμονική. Ποίηση που εκφράζεται μάλλον ή που υιοθετεί ένα μικρό λεξιλόγιο-αν και το ερωτικό βάρος πέφτει στις σύνθετές του- που κατορθώνει όμως να μας εκφράσει την ερωτική του επιθυμία και τα αισθήματά του με τον καλύτερο τρόπο.
     Στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας το ποιητικό του ταλέντο ξεδιπλώνεται με μεγαλύτερη άνεση καθώς υμνεί το κρασί και τα οφέλη του και θύει στον αρχαίο Βάκχο για την παραδείσια διάθεση και χαροποιό ατμόσφαιρα που παρέχει η θεία άμπελος και οι εύχυμοι καρποί της. Εδώ η πικραμένη και απογοητευμένη του διάθεση βρίσκει την πλήρωσή της. Οι σκοτούρες και τα βάσανα της ζωής ξεχνιούνται με μια κούπα κρασί ή ρούμι. Οι σκληρές δοκιμασίες του βίου μαλακώνουν, οι επιθυμίες καταλαγιάζουν, οι πίκρες γλυκαίνουν με ένα ποτηράκι. Και η ζωή αποκτά την αισιοδοξία που τις στερούν τα βάσανα και οι καημοί καθώς βαπτίζεται μεθυστικά μέσα στου ποτού την ατμόσφαιρα. Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα μας λέει ο Διονύσιος Σολωμός. Και την γλυκάδα αυτή της ζωής ο Αιμίλιος Βεάκης την βρίσκει στην ερωτική επιθυμία και στην ανακουφιστική παρηγοριά του κρασιού, όπως μας δηλώνει και ο τίτλος της πρώτης του ποιητικής συλλογής.
Ανθολόγιο Ποιημάτων του
ΜΑ ΘΕΛΩ ΠΑΝΤΑ Ν’ ΑΓΑΠΩ
Είνε η αγάπη μια θρησκεία
πού διώχνει πάντα τη χαρά,
παντοτινή ζητά θυσία
και στρέφεται στη συφορά.
--
Μα η πίκρα της μας ανασταίνει
κι’ ο πόνος της είνε γλυκός
κ’ είν’ ευτυχία, χαρά θλιμμένη
κάθε παλμός ερωτικός.
--
Έτσι κι’ εγώ-κι άς υποφέρω-
τη θύρα της πάντα χτυπώ
κι’ ας κλαίω κι’ ας πονώ-το ξέρω-
μα θέλω πάντα ν’ αγαπώ!
--
ΕΛΑ ΟΣΟ ΒΛΕΠΩ
Όλα βουβά κι’ όλα νεκρά τριγύρω
Γοργοδιαβαίνει η μέρα και περνά.
Στου δειλινού τα φώτα τα υστερνά.
Έλα όσο βλέπω, δίπλα σου να γείρω.
--
Έλα όσο βλέπω. Κι’ όταν το σκοτάδι,
στον πέπλο του το μάβρο τον πυκνό,
θ’ αργοσκεπάσει κόσμο κι’ ουρανό,
θα σε γλυκοκοιμίσω με το χάδι.
--
Έλα όσο βλέπω. Αλλοίμονο για σένα
αν μας προφτάσ’ η νύχτα χωριστά!
Τα μάτια μας θενάνε σφαλιστά
κι όλα τα φώτα γύρω μας σβυσμένα.
--
ΜΙΑ ΝΕΑ ΖΩΗ
Όσο που νοιώθεις τη ζωή να βράζει
με δύναμη στο στήθος, στην καρδιά,
τη σκοτεινή μη σκέφτεσαι βραδιά
τον ίσκιο μη γροικάς που μας σκεπάζει.
--
Τα στόματα ενωμένα άς τραγουδούνε
τόνα μεσ’ στ’ άλλο πάντα μυστικά
ζωής τραγούδια, λόγια ερωτικά
κι’ από ηδονής κρασί γλυκό ας μεθούνε.
--
Μη σκιάζεσαι αν η νύχτα μας σκεπάζει!
ο πόθος που μας ένωσε ο κρυφός
απ’ τη θερμή ένωσή μας, αιώνιο φως,
μια νέα Ζωήν απ’ τη ζωή μας βγάζει.
--
ΔΕΙΛΙΝΟ
Κομμάτια αχνοσυντρίματα τα σύγνεφα,
σαν ξέφυλη βιολέτα μαδημένη,
στο νεκρικό κρεβάτι σκορπιστήκανε
τον Ήλιο να σκεπάσουν που πεθαίνει.
--
Του φωτεινού Θεού ξανθές ιέρειες
στης θάλασσας, οι αχτίνες την αγκάλη
τ’ άυλο κορμί στο κυμ’ απαλογέρνοντας
τα χρυσοπόρφυρά τους λούζουν κάλη.
--
Και ξεψυχά το φως! Και σβύνει ολόγυρα.
Κι’ απ’ την Ανατολή χλωμό το βράδυ
τα σκοτεινά σκορπάει πέπλα του’
-Πως πνίγετ’ η ψυχή μου στο σκοτάδι!
--
ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ ΕΚΕΙ…
Θέλω μακριά απ’ του κόσμου τη βουή
κι’ απ’ της ζωής τη μαύρη ανεμοζάλη,
μια νύχτα σκοτεινή, γλυκειά, θερμή,
στο στήθος σου να γείρω το κεφάλι.
--
Κι αξέγνοιαστος για κάθε συφορά
να κοιμηθώ γλυκά στην αγκαλιά σου,
να με ναρκώσει η πρόσκαιρη χαρά
και να με νανουρίσουν τα φιλιά σου.
--
Και πρίν να σκεπαστεί το φως, στη γη
και πριν η πάλη της ζωής ν’ αρχίσει
του χάρου το δρεπάνι την αυγή
στην αγκαλιά σου εκεί να με θερίσει.
--
Ω ΤΟΥ ΠΛΑΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ…
Άσε με νάρθω τη νύχτα στ’ ακρογιάλι.
Άσε με να νοιώσω στη φωνή σου πάλι
να χτυπά η καρδιά μου μέσα δω στα στήθια.
Άσε με να νοιώσω τόνειρό μου αλήθεια.
--
Μια κρυμμένη πλάση μπρός σου θεν’ ανοίξω,
αφαντάστους κόσμους ρόδων θα σου δείξω,
στην τριανταφυλλένια χώρα θα σε σύρω,
και στα λουλουδάκια απάνω θα σε γείρω.
--
Τον κρυφό μας γάμο για να τον γιορτάσω
τα πιο σπάνια ρόδα της Εδέμ θα μάσω
του υμεναίου να στρώσω τ’ απαλό κρεβάτι!
-Ώ του πλάνου ονείρου που με σέρν’ η απάτη.-
--
ΣΚΛΑΒΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ
Σκλάβα της σκέψης έγειρες κάτω από κούφιο νόμο
που αδύνατοι τον πλάσανε, δειλοί, να στεριωθούν
και το κεφάλι σκύβοντας πήρες το μαύρο δρόμο
που αργοκυλούν τα νειάτα σου να σβύσουν να χαθούν.
--
Μα μέσα σου-ω κακόμοιρη-να η φύση καταλύτρα
σου αναζητάει το δίκηο της γόζοντας θλιβερά
κ’ η Νειότη σου, με θείους χυμούς ξεσπώντας εκδικήτρα
της Ζωής που αδικοσκότωσες, γυρεύει τη χαρά!
--
ΘΑΛΑΣΣΑ
Θάλασσα λαφροκύματη, θλιμένη, γαλανή,
που αφρόλευκο στην αμμουδιά σκορπάς το στεναγμό σου
σε νοιώθω με τη θλίψη σου την τόση αλαργινή
που ξεκινά απ’ το πέλαγο να μου την φέρει ο αφρός σου
--
Έτσι κ’ εγώ τον πόνο μου σε σένα θα τον πω.
Πάρε τον, το μελτέμι σου στο πέλαο να τον ρίξει!
Τόσο πολύ που εμίσησα και τόσο που αγαπώ
με τον καϋμό σου είνε καϋμός που αξίζει του να σμίξει.
--
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Πέφτουν στον κήπο μας τα φύλα μαραμένα,
κιτρινισμένα πέφτουνε στη γη.
Όλα νεκρά κι’ όλα βουβά κι’ όλα θλιμένα.
Πέφτουν στον κήπο μας τα φύλα μαραμένα,
θανάτου τα σκεπάζει κρύα σιγή.
--
Και στην καρδιά μου αργή βροχή κρυφοσταλάζει
δάκρυα πικρά από μαύρους ουρανούς.
Βαθιά μου αργά κάτι ραγίζει, κάτι σπάζει…
και στην καρδιά μου αργή βροχή κρυφοσταλάζει
κι’ ίσκιους θανάτου πλάθει γύρω ο νους.
--
Φύση, που κλαίς την πρόσκαιρη θανή σου
πάλι για σένα μι’ άνοιξη θαρθή,
πάλι στην πράσινη θα βάλεις την στολή σου.
Φύση που κλαίς την πρόσκαιρη θανή σου
θρηνώ τα νειάτα εγώ πούχουν χαθή.
--
ΣΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ
Όχι. Δε θέλω καλωσύνη.
Δε θέλω να με λυπηθής
κι’ έτσι για μόνο ελεημοσύνη
τους όρκους σου να θυμηθής.
--
Θέλω βαθιά μεσ’ στην ψυχή σου
να νοιώσεις πόνο αληθινό
και να γυρίσεις μοναχή σου
στον τόπο μας μακρινό.
--
Θέλω μονάχη σου να νοιώσεις
κάτι από την πρώτη μας χαρά
και σα Μαγδαληνή να λυώσεις
στης μετανοίας τη συφορά.
--
ΛΗΘΗ
Ώ των ανίδεων τη γαλήνη
πόσο την πόθησε η ψυχή μου.
--
Θέλω να σβήσω το καμίνι
της σκέψης, δίχως η ζωή μου
κι’ από την Αίστηση να χάσει.
Θέλω ένας πέπλος να σκεπάσει
ό,τι έμαθα! Να σβύσει η γνώση!
Να ξανανειώσει
λουσμένο στης Αγνοίας την κρήνη
πρωτόγονο έτσι το κορμί μου!
--
Ώ των ανίδεων τη γαλήνη
πόσο την πόθησε η ψυχή μου.
--
ΜΑΝΑ
Όταν θα γείρω το κεφάλι
μεσ’ στο ξημέρωμα τ’ ωχρό,
ζητώντας στου ύπνου την αγκάλη
πρόσκαιρη ανάπαψη να βρω
--
σαν κάτι νοιώθω ολόγυρά μου
με κάποιο τόνο μαγικό
να ψιθυρίζει μεσ’ στ’ αφτιά μου
κάποιο νανούρισμα γλυκό.
--
Παληά τραγούδια, μα όχι ξένα,
σε κάποιους γνώριμους σκοπούς,
κάποια τραγούδια αγαπημένα
σμιγμένα μ’ αναστεναγμούς.
--
Κι’ όταν ο ύπνος με ναρκώνει
κι’ όταν τα μάτια μου σφαλούν
λεφκό ένα φάντασμα ζυγώνει
και κάποια χείλη με φιλούν.
--
Και στα ονειρά μου τα θλιμένα
μια Παναγιά βλέπω δειλή,
πού μοιάζει, ώ Μάνα μου, με σένα
να με χαϊδέβει σιωπηλή.
--
ΠΟΛΗ
Πόλη! Με τους εφτάψηλους λιγνούς σου μιναρέδες,
με τα δροσόλουστα νησιά και με το μαϊστράλι.
Πόλη! με τα καφάσια σου και με τους καφενέδες
που αγάδες αργοκίνητοι ρουφούν τους ναργιλέδες
αργά, το βοσπορίτικο θωρώντας περιγιάλι.
--
Μα απάνω απ’ όλα Πόλη εσύ! Μου κλείνεις την καρδιά μου
μεσ’ στο κλουβί το χάλκινο του πόνου και τα χρόνια,
με τα νερά του Βόσπορου κυλώντας, τα όνειρά μου
τον Ήλιο της αγάπης μου θα λατρέβω αιώνια.
--
ΛΑΓΝΕΙΑ
Τ’ ωραίο κορμί λυγάς-ώ! θείο λύγισμα-
κι’ ανατριχίλες ηδονής σκορπάς τριγύρω
κ’ ένα μεθύσι στον αγέρα απλώνεται
απ’ της χιονάτης σάρκας σου το μύρο.
--
Των μαγικών οργίων είσαι το γέννημα’
Της Ηδονής η κόρη, η ξεγελάστρα!
Το νου πλανέβεις σ’ όνειρα αξεδιάλυτα,
και πόθων στην ψυχή στεριώνεις κάστρα!
--
Θέλω μια νύχτα, αιώνια νύχτα, ατελείωτη,
στην αγκαλιά μου μέσα να σε κλείσω
κι’-ώ Σειληνών, Σατύρων λύσεις άσβηστες-
στα χείλη σου τα χείλη να κολήσω.
--
Να πιώ κρασί γλυκό απ’ το στόμα σου.
Ν’ αφρίσω σαν βαρβάτο αράπικο άτι!
κ’ έτσι να κυλιστώ μαζύ σου αχόρταγα
στων πόθων μου το ερωτικό κρεβάτι!.
--
ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ
Ολόγυρα καπνοί κι’ ομπρός μας παίζει,
χοροπηδά, σπιθοβολά κι’ αφρίζει
στο ξεβαμένο απάνω το τραπέζι
ξανθό κρασί, πού μας ζαλίζει.
Ό,τι ο καθένας μας βαθιά του κρύβει,
απάνου στο τραπέζι το ξαπλώνει.
Ο ταπεινός το μπόϊ ξεδιπλώνει
κι’ ο αγέρωχος λυγάει και σκύβει.
Ισότη κι’ αδερφότη! Όλα δικά μας!
Τις πίκρες σπρώχνει το κρασί βαθιά μας!
Αθάνατος κανείς-ούτ’ ο Θεός!
Και μοναχά, στου ποτηριού τον πάτο,
ο πόνος μας κρυμένος κάτω, κάτω,
ζαρώνει και δαγκώνεται βουβός.
--
ΜΕΘΥΣΜΕΝΑ ΔΕΚΑΣΤΙΧΑ
Ι
Ας πεθαίνει ό,τι ζαρώνει
κι’ ό,τι σκύβει ας ξεψυχά.
Όξω δάκρυα κι’ όξω πόνοι
και το γέλιο ας αντηχά!
Το ποτήρι είναι γεμάτο
και να, κύτα, κάτω κάτω
μια ευτυχία χαμογελά’
Γειά σου, ολόχρυση παρέα!
Μόνο τ’ άσκεφτα είν’ ωραία!
Μόνο τα τρελά είν’ καλά!
2
Δός μου, θέλω να μεθύσω!
Έλα! Γέμιστο κι’ αυτό!
Δός μου και θα τραγουδήσω
κάποιον πόνο μου κρυφό .
Κι’ αν τις πέτρες κι’ αν τα πάθη
κι’ αν τους πόνους μου τους μάθει
του κρασιού μου η συντροφιά,
κάλιο νάμαι μεθυσμένος
πάρα αιώνια καρφωμένος
με του πόνου τα καρφιά.
--
4
Στην ταβέρνα μεθυσμένος
τις ημέρες μου περνώ
κ’ είμαι πάντα ευτυχισμένος,
με κερνούνε και κερνώ.
Κι’ απ’ του ποτηριού τα χείλια
σαν από βαθιά κογχύλια
ήχος άρπας μαγικής!
και γειρμένος στο ποτήρι,
της ζωής το πανηγύρι
το γροικώ ξεφαντωτής!
6
Τους κακούς κυτάζω μπρός μου,
Δυνατούς, να με χτυπάνε.
Περιγέλιο είμαι του κόσμου
κι’ όλοι με καταφρονάνε.
Το κεφάλι βάζω κάτω,
στην ταβέρνα πάω… και νάτο
το κρασάκι το καλό!
Πίνω, πίνω κι’ όλο πίνω
και γυρίζω και τους φτύνω
και στα μούτρα τους γελώ!
8
Δίπλα μου η ξανθή μικρούλα
με τα μάτια γελαστά,
μυρωμένη η καμαρούλα
και τα στόρια σφαλιστά.
Το ποτήρι μου γεμάτο
με ξανθό κρασάκι αφράτο
και πιο πέρα ερωτικό
το κρεβάτι ξεστρωμένο,
με προσμένει μεθυσμένο,
σ’ έναν ύπνο ηδονικό.
22
Έλα κάτω στην ταβέρνα
την Αλήθεια για να δείς.
Πέρνα, κύταζε και κέρνα
τα ναυάγια της ζωής.
Μα και συ δε θα γλυτώσεις!
κι’ όταν μέσα σου θα νοιώσεις
τα συντρίμια ενός ναού,
την παρηγοριά χατήρι
ζήτησέ την στο ποτήρι,
δε θα τηνε βρεις αλού.         
        Ένα ποιητικό βαλσάκι είναι η ποίησή του πειραιώτη ηθοποιού και ποιητή Αιμίλιου Βεάκη, που χορεύουν η αγάπη με το κρασί, ο έρωτας με το μεθύσι, η ζωή με την νοσταλγία της, το αντρικό βλέμμα με την ποθούμενη γυναικεία παρουσία. Ο άντρας σαν ποιητής ζωγράφος και η γυναίκα σαν είδωλο μοντέλο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Καλό ενιαυτό αναγνώστες της ποίησης.
Πειραιάς 1 Ιανουαρίου 2018