Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη

Πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη 

                (13 Μαρτίου 1900-20 Σεπτεμβρίου 1971)

 

           Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί 

 

Ήταν 22 Σεπτεμβρίου του 1971, όταν το φέρετρο σηκώθηκε από τον Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα, για να πάρει τον δρόμο προς το Α΄ Νεκροταφείο, ακολουθούμενο από πλήθος κόσμου και κυρίως φοιτητές. Στην Πύλη του Ανδριανού  κόπηκε η κυκλοφορία. Έγινε στάση, όπως γίνεται και στην περιφορά του Επιταφίου. Εκεί το πλήθος «έψαλε» την «Άρνηση» που έχει μελοποιήσει ο άλλος μεγάλος νεκρός των ημερών, ο Μίκης Θεοδωράκης. 

Ακόμα μια φορά σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα»… φώναξε ο Γιάννης Ρίτσος, σαν αντίλαλό της βροντερής φωνής του Άγγελου Σικελιανού, στην κηδεία του Παλαμά στις 28 Φεβρουαρίου 1943. Πενήντα χρόνια πριν. 

                                                             *

Κοιτάζοντας προσεκτικά τα πορτρέτα του Σεφέρη και τις φωτογραφίες του, σε όλες τις φάσεις της ζωής του, παρατηρούμε το βαθύ, στοχαστικό, διαπεραστικό, ερευνητικό βλέμμα του που μας κοιτάζει. Αυτό το βλέμμα, που καταργεί το χρόνο και την απόσταση, θα μας απασχολήσει για λίγο. Θα το παρακολουθήσουμε για να δούμε τι βλέπει και πώς βλέπει, και στη συνέχεια πώς εκτιμά, πώς σχολιάζει, πώς αξιολογεί και, εν τέλει, πώς αξιοποιεί αυτό που βλέπει.  Πιστεύουμε ότι αυτή η διαδικασία είναι πολύ μεγάλης σημασίας γιατί επιτρέπει σε μας τους αναγνώστες, να παρακολουθήσουμε το αντικείμενο της ποιητικής θέασης από τη ρίζα του μέχρι την επιφάνεια, ή και αντίστροφα, από τη επιφάνεια, το ποίημα, δηλαδή, μέχρι τη ρίζα του, την αφόρμηση και, πιο βαθιά, την αιτία του.

 

Ζούμε σε μια εποχή όπου «τα ξόρκια» και οι «ρητορίες» και οι πολλές πληροφορίες κερδίζουν τις εντυπώσεις. Τα πάντα εξαντλούνται στην επιφάνειά τους με αποτέλεσμα  η κρυμμένη ουσία σπάνια να γίνεται αντιληπτή.  Ο  Σεφέρης γράφει:  «Οι λεπτομέρειες που μας παρέχουν τόσο άφθονα, θολώνουν την κρίση μας για το ουσιαστικό πρόβλημα. Σ' αυτό βασίζεται η τέχνη της προπαγάνδας: στην επιδέξια χρησιμοποίηση της λεπτομέρειας, στον τεμαχισμό της αλήθειας» (Μέρες Γ, Πρωτομαγιά 1940, σελ. 191).

 

Στην πολλή πληροφόρηση και στη λίγη αλήθεια της καθημερινής ζωής, έρχεται η ζυγαριά της ποίησης  να βαρύνει με τη δική της αλήθεια, στο ένα τάσι, για να εξισορροπήσει τις πολλές αλήθειες της καθημερινότητας, στο άλλο.

 

Με τον τρόπο του Γιώργου Σεφέρη λοιπόν ας περιπλανηθούμε στα πεζά του και στα ποιήματά του, στην Ελλάδα, όπως εκείνος την είδε, για να δούμε τι και πώς είδε, ό,τι είδε, αν δεχόμαστε όλοι την άποψη πώς ο ποιητής είναι αυτός που είδε καλύτερα τον κόσμο. Είδε τον κόσμο και την πάντα διαφεύγουσα ιδέα του.

 

Είναι γνωστό πως ο Σεφέρης, πέρα από τα πολλά επαγγελματικά του ταξίδια, έκανε και πολλές εκδρομές. Κάθε φορά που ήθελε να «ανασάνει» η εκδρομή του ήταν σ' ένα χώρο που είχε αρχαιολογικό, ιστορικό ή θρησκευτικό ενδιαφέρον. ΄Οπου κι αν πήγε εθαύμασε αλλά και πληγώθηκε. ΄Ετσι η φράση του  

    

                   ΄Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει

 

πέρα από οποιαδήποτε άλλη σημασία, παίρνει και τη σημασία της ομορφιάς που πληγώνει αλλά και του περασμένου μεγαλείου που κι αυτό πληγώνει με την παρουσία του και με την απουσία του. ΄Ο,τι συγκινεί πληγώνει. Και οι αόρατες απ' έξω πληγές, ίσα ίσα εκείνες, είναι που τροφοδοτούν την ψυχή και το πνεύμα για να συνθέσει τα επεισόδια, σαν τις χάντρες ενός κομπολογιού, τα ποιήματα, σταθμούς στα περιστατικά της ζωής και της ψυχής. Κι αν αφορμή είναι το όποιο υλικό σώμα, αυτό το σώμα είναι που ο Σεφέρης θέλει να αγγίξει με τα χέρια, να μετρήσει τις  διαθέσεις του, να νιώσει τη θερμοκρασία του.  Για το Σεφέρη όλα είναι ζωντανά.  Κι αφού είναι ζωντανά,  αποκτούν ανθρώπινες ιδιότητες και χαρακτηριστικά:  «Τα ρούχα στη βαλίτσα ...μαζεύονται μουδιάζουν»,  «τα σπίτια {...} σαν τα μωρά παίζουν», «ζαρώνουν, ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν», 

      .   .    .    .    .    .   .    .    .    .

                 « Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα...»

 

  και τα μάρμαρα «κοιτάζουν» ή «ματώνουν».

 

Τέτοιου είδους παρατηρήσεις δείχνουν πώς ο έξω κόσμος επηρεάζει τον ποιητή αλλά και πώς ο ποιητής πλάθει τον έξω κόσμο μέσα του. Σώμα, πνεύμα, ψυχή, εσωτερική πραγματικότητα, αλλά και πατρίδα, βάσανα, εθνικές περιπέτειες, εξευτελισμοί, εξωτερική πραγματικότητα, διαπλάθουν τον άνθρωπο, διαμορφώνουν τη στάση του στη ζωή και, φυσικότατα, στην τέχνη. 

 

Παρακολουθώντας λοιπόν τον ποιητή στις απλές καθημερινές του συναναστροφές, στις εξορμήσεις στη φύση, στα μνημεία, στους χώρους που έχουν κάτι να του πουν, και ύστερα  στα ποιήματά του, είναι σαν να επιδιώκουμε να δούμε τη γέννηση του

ποιήματος.  Θα φανεί, ίσως, περίεργο ένας ποιητής να κοιτάζει και να καταδέχεται να σχολιάζει πράγματα απλά της καθημερινής ζωής, και έπειτα να καταγράφει τις παρατηρήσεις του συχνά με «πικάντικο τρόπο». Αυτό όμως τεκμηριώνει την άποψή του ότι ο ποιητής δεν είναι «ιππόγρυπας», αλλά ένας κανονικός άνθρωπος, δεν «πιλαλάει στα σύννεφα», αντίθετα  είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που πολεμάει μέσα στον κόσμο με την ψυχή και το σώμα, σαν τον ήρωά του, τον Οδυσσέα, που πληγώνεται από λογής δόρατα, και που έχει άποψη και για τα μικρά και τα μεγάλα. 

 

Ο ποιητής ζει μέσα στον κόσμο και σκύβει να τον δει από πολύ κοντά. Αυτό, αν είναι καθοδηγητικό, σημαίνει πως κι ο αναγνώστης του οφείλει να κάνει την αντίστοιχη κίνηση, για να δει κι εκείνος από πολύ κοντά.

 

{Ας Θυμηθούμε τον Μίστερ Κίτιν, καθηγητή στην ταινία Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών, που όλοι είχαμε θαυμάσει πριν λίγα χρόνια. Είχε ζητήσει από τους μαθητές του να κοιτάξουν από πολύ κοντά τις παλιές φωτογραφίες, των παλιών μαθητών της

σχολής, για να δουν και να ακούσουν ότι όλοι οι νέοι είναι πάντα ίδια ανήσυχοι, ίδια φιλόδοξοι και ίδια «αθώοι», ώστε, όπως είναι φυσικό, και αυτοί του Κύκλου, και «Τα Παιδιά με τα Κλωνάρια», του Τερζάκη, αλλά και όλοι με τη σειρά μας, να διαπιστώσουμε, όσο περνάει ο χρόνος, ότι «κρατάμε κλωνάρια και τρόπαια», και το μόνο που μένει είναι η επαναστατικότητά μας, μέχρι να μπει στο ράφι από κάποιους ερχόμενους περισσότερο, ή αλλιώτικα, επαναστατικούς}.

 

Μια απλή παρατήρηση της φύσης είναι σε θέση να ανοίξει διάλογο. Να θέσει ερωτήματα του τύπου:  «Τι είναι ένα βουνό;... Τα βουνά της Αττικής είναι μορφές. ο Υμηττός είναι πρόσωπο. Τα λίγα ξένα βουνά που γνώρισα έκαναν ό,τι μπορούσαν να με διώξουν, αλλά αυτά εδώ τα βουνά που με κρατούνε τι είναι;» αναρωτιέται στις 21 Αυγούστου 1935, (Μέρες Γ, σελ 23).

Σχεδόν ένα μήνα μετά ξαναπιάνει τη συζήτηση για το βουνό: 

«Το βουνό άρχισε να με πλησιάζει επίμονα», λέει, «και δε θέλησε να μ' αφήσει ούτε την ώρα που κυνηγάει κανείς το  δύσκολο ύπνο». «Εγώ μπορώ να σε περιφρονήσω» μου έλεγε ακόμη το βουνό», «εσύ δεν μπορείς να με περιφρονήσεις. Πρόσεξε. Πρόσεχα»,  (Μέρες Γ σελ. 26).

 

Ένα άλλο βράδυ, πέντε χρόνια μετά, με τον Α. Ο Α λέει:

«Είχαμε μεγάλη συζήτηση με τον Χ. τον Ψ.  και τον Ω. Γιατί τα βουνά είναι ρυτιδωμένα σαν την κοιλιά του ελέφαντα;», «Έτσι μου φάνηκαν», απάντησε (Μέρες Γ, 26 Σεπτέμβρη 1940). Η απάντηση αυτή, «έτσι μου φάνηκαν», ακόμα κι αν δείχνει 

ιδιοτροπία, ή άρνηση να απαντήσει με σαφήνεια, δεν είναι. Αντίθετα είναι σαφέστατη. Έτσι του φάνηκαν. Κι εδώ βρίσκει τη θέση της η απαίτηση του ποιητή ότι κι ο αναγνώστης «κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός».

 

Μια άλλη θέαση είναι η ακόλουθη: «Η αλήθεια είναι ότι ο ποιητής αντιγράφει τη ζωή από πολύ κοντά παρά που τη βλέπουν οι άλλοι. Τόσο κοντά που το αντιγραμμένο αντικείμενο (η όψη εκ του φυσικού) διαλύεται. ΄Ισως γι’ αυτό οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν. Κάποτε είδα στο μικροσκόπιο την τομή ενός αγκαθιού από αχινό. Ήταν ένα σοφό περίτεχνο κέντημα, μεγάλο σαν ένα τάλιρο - τι είχε γίνει ο αχινός;».

Το βλέμμα του ποιητή είναι σαν την κινηματογραφική κάμερα. Ο ποιητής, χωρίς να βιάζεται, εστιάζει το φακό και σταματά εκεί που θέλει. Αυτό που βλέπει στην  προσήλωσή του γίνεται αφόρμηση για το στίχο που θα γεννηθεί μετά. Μια λέξη ριγμένη στην τύχη, στα αρχαία κείμενα ή στη μνήμη, ένας στίχος από τα έργα των άλλων ποιητών, είναι η λεπτομέρεια που μπορεί να αποτελέσει την αφόρμηση. Την πρόκληση. Κι ο ποιητής δέχεται την πρόκληση.

 

Μια πρόκληση δέχεται ο Σεφέρης από το χώρο της μουσικής. Γράφει στις 2 Φεβρουαρίου 1932, Μέρες Β, σελ. 37):

«Έχω νεύρα απόψε και πρέπει να ξεσπάσω. Πρόκειται για τη Συμφωνία αριθ. 1 σε do minore του κ. Μπραμς (Ο Θεός να με συγχωρέσει). ΄Ο,τι έχω μισήσει πνευματικά και συναισθηματικά τα έχει μαζέψει εκεί μέσα... είναι, λέει, η τραγωδία της συνείδησης που μαλλιοτραβιέται με πιτσικάτα...και παντού ανυπόφορη επίδειξη δεξιοτεχνίας, σχεδόν ενός τσιγγάνου βιολιτζή...Στο τέλος σύγχυση, ρητορεία, κακό γούστο και ό,τι άλλο - είναι το κομμάτι που χειροκροτήθηκε περισσότερο...».

 

Μια άλλη επίσης  μουσική πρόκληση είναι αυτή του Ravel:

«Είδες ποτέ σου το Ραβέλ; Είναι η αλεπού  των μουσικών. Αν τύχη να τον δεις, πρόσεξε μαλλιά, μύτη  και χέρια. ΄Εχει το πνεύμα και τις κινήσεις της αλεπούς που πιάνει κότες...» (Μέρες Β, σελ 46).

Αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν πώς δουλεύει τις λεπτομέρειες ένας άνθρωπος και πώς αξιολογεί ό,τι βλέπει. Ο Σεφέρης έχει  δηλώσει ότι δεν ξέρει από μουσική. Ωστόσο οι παρατηρήσεις του δεν είναι περιφρονητέες, και κυρίως η πρώτη που δείχνει τη διαφορά της οπτικής γωνίας, τη διαφορά του δικού του αυτιού από το αυτί της πλειοψηφίας.

 Μερικές ακόμα προκλήσεις: 

Μια γυναίκα με "κινήσεις περισπωμένης", είναι πρόκληση, τα "βαριά ή τα λεπτά σφυρά" της άλλης επίσης, το διαφανές, ή το πολύ στενό φόρεμα, μιας τρίτης, τα χαλαρά, σαν νεκρά, χέρια της τέταρτης, οι ρυτίδες που στηρίζουν τη μύτη μιας κυρίας

υπερήφανης, (υποθέτω για να μην της πέσει) και η ωραία Νάνσυ Ντάρελ που μοιάζει με αγριοκάτσικο, κληματαριά και Γκρέτα Γκάρμπο (Μέρες Γ,2 Σεπτέμβρη 1939) είναι μερικές από τις προκλήσεις που δεν αφήνουν αδιάφορο τον ποιητή, που κοιτάζει

τη λεπτομέρεια, που κοιτάζει από πολύ κοντά, όπως είπε.

 

Μια βόλτα στο Θησείο, τον προκαλεί επίσης: 

«Ανεβήκαμε στο περιστύλιο, ένας όμιλος ολόξανθοι ξένοι: δεν έβλεπαν τίποτε. δεν εκφράζαν τίποτε. τα πρόσωπά τους ήταν μάσκες. Βρισκόντουσαν εκεί γιατί έκαναν τουρισμό, σαν ένα οποιοδήποτε επάγγελμα ... Υστερα όλοι οι ξένοι μαζί, σαν ένα

σμάρι μύγες πάνω σε γλύκισμα, πήγανε κι έπεσαν πάνω στο μηχάνημα ενός πλανόδιου φωτογράφου»» (Μέρες).

 

Άλλο: «Χθες στα Καλάβρυτα. Το "Ηρώον του Αγώνος" είναι ένα φριχτό παλούκι με μπρούντζινα ανάγλυφα κολλημένα σα γραμματόσημα. Απεριόριστη δύναμη της βλακείας και της ασκήμιας. Την αισθάνομαι περισσότερο εδώ, κοιτάζοντας πώς ανοικοδομούν το Μοναστήρι. Μπετό, κεντρική θέρμανση, ανελκυστήρες...Πού τις σκαρφίστηκαν αυτές τις ταράτσες για κοσμικές συγκεντρώσεις του Κολωνακιού...» (Μέρες Γ, σελ.137).

 

Κι άλλο: «Κατά τα άλλα Βαβυλωνία. Θορυβώδεις και αλλόκοτοι Γερμανοί. βρήκαν τον τρόπο να δείξουν τη σωματική τους δύναμη. μια ολόκληρη φαμίλια βάλθηκε σώνει και καλά να μετακινήσει τον πλαγιασμένο κορμό μιας αμέριμνης κολόνας. 

Κι ακόμα ένα: «Γάλλοι μικροαστοί: ο πατέρας, μούσι. η κόρη,  βαριά σφυρά, έλεγε κάθε τόσο: "μαμά κάνει ανυπόφορη ζέστη"».

 

Τούτες εδώ οι παρατηρήσεις μας δίνουν  πληροφορίες για το πώς βλέπει ο ποιητής και αξιολογεί απλά πράγματα της καθημερινής ζωής, ασήμαντα για άλλους, σημαντικότατα όμως για κείνον που τους αρχαιολογικούς χώρους, τουλάχιστον, τους νιώθει ζωντανούς.  Οι καυστική κριτική του για τους τουρίστες στο περιστύλιο του Θησείου με το απαθές βλέμμα, που από τον αρχαιολογικό χώρο τους νοιάζει μόνο  το φωτογραφικό τεκμήριο, οι θορυβώδεις Γερμανοί που βάλθηκαν να ενοχλήσουν την ανάπαυση της πλαγιασμένης αμέριμνης κολόνας, η κόρη που μόνο ζέστη ένιωθε σ' έναν τόπο γεμάτο από την παρουσία του αρχαίου  ρυθμού, είναι υλικό που θα βρει κάποια στιγμή την ποιητική του πραγμάτωση.

Μια καλή πρόκληση επίσης είναι μια βόλτα στον Κεραμικό π.χ., που θα του δείξει «τα μάρμαρα χλωμά», λες και είναι άρρωστα, έχουν αναιμία ή κακή διάθεση.  Ένα παλιό σπίτι θα το χαρακτηρίσει « έρημο, σαν σκιάχτρο, αψηλό, ευθυτενές σαν απόστρατο αξιωματικό».  Μπροστά  στο Ερεχθείο  θα κοιτάξει τις Καρυάτιδες και θα γράψει: « γόνατα αυτών των κοριτσιών που δεν είναι μήτε γυναίκες μήτε κολόνες, αλλά στηρίγματα. περίεργο το βάρος που σηκώνουν δεν το νιώθεις μήτε στο κεφάλι, μήτε στον τράχηλο, μήτε στους ώμους, αλλά στο τεντωμένο πόδι και στο στήθος».  Αυτά παρατήρησε και σημείωσε στις Μέρες του χρόνια πριν γράψει την «Ελένη», όπως ο Τεύκρος χρόνια πολέμαγε γι αυτήν στην Τροία πριν τη συναντήσει στο Δέλτα του Νείλου γεμάτος έκπληξη και θαυμασμό: 

 

  Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα μου μίλησε:

 "Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.

 "Δεν μπήκα στο γαλαζόπρωρο καράβι".

 "Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία"

 

 Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά κι αυτό

    το ανάστημα

 ίσκιοι και χαμόγελα παντού

 στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.

 ζωντανό δέρμα, και τα μάτια

 με τα μεγάλα βλέφαρα,

 ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα...

 

Ο ποιητής αφήνει τον Τεύκρο να θαυμάσει για λογαριασμό του την Ελένη, να περιδιαβάσει λεπτομερώς το σώμα και το πρόσωπό της, να αγκαλιάσει ερωτικά με το βλέμμα την ωραία γυναίκα, να την αγγίξει για να πεισθεί ότι δεν είναι οφθαλμαπάτη, και αξιοποιώντας το βλέμμα, που έριξε κάποτε στα κορίτσια του Ερεχθείου, στο τεντωμένο πόδι και το στήθος, να ζωντανέψει το ιδεόγραμμα της Ελένης, το άδειο πουκάμισό της, σε γυναίκα με σάρκα και οστά και αίμα, που βράζει από αγανάκτηση για όσα της φόρτωσε η παραπληροφόρηση και η τεμαχισμένη αλήθεια του μύθου και της ιστορίας. Αλλά και στο Ερεχθείον είδε κορίτσια. Όχι Καρυάτιδες, όχι αγάλματα. Και λέγοντας κορίτσια γεφύρωσε το χρόνο που μας χωρίζει από αυτά τα κορίτσια, τα πήρε από το παρελθόν τους και τα έφερε ζωντανά στο παρόν.

 

Σε κάποια άλλη περιδιάβασή του στο Μουσείο της Ακρόπολης, παρατηρεί: «...όλα σου μιλούν εκεί μέσα και μιλούν αναμεταξύ τους. Τ' ακούς, τα  παρακολουθείς... Κομμάτια σωμάτων που ανασαίνουν ακόμη...» (Μέρες Γ, Κυριακή 17 Δεκέμβρη 1939, σελ. 155).

Στις 4 Ιουνίου του 1946, βρέθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Παρατηρεί: «Ξεθαύουν τώρα  - άλλα σε  κάσες και άλλα γυμνά κατάσαρκα μέσα στο χώμα – τα αγάλματα...Ο Μπρούτζινος Δίας ή Ποσειδών, ξαπλωμένος πάνω σε μια κασέλα σαν ένας κοινός κουρασμένος εργάτης. Τον άγγιξα. Τον άγγιξα στο στήθος, εκεί που δένει το μπράτσο με τον ώμο, στην κοιλιά, στα μαλλιά του.  Μου φάνηκε πως άγγιζα το δικό μου σώμα.  Σκέφτηκα πως θα του έδινα μ' ευχαρίστηση να γλεντήσει τη γυναίκα που θ' αγαπούσα.  Συλλογίστηκα ακόμα πως ο τεχνίτης που έπλασε τούτο το σώμα είχε στα χέρια τη συνείδηση πως έδινε ζωή σ' έναν θεό που είχε πολύ μοιχέψει ανάμεσα στους θνητούς» (Μέρες Ε΄,  σελ. 38- 39).

Ενώ πρόκειται για αφήγηση ημερολογιακής καταγραφής, η ποιητικότητα της είναι αδιαμφισβήτητη.  Μπαίνουμε στην ατμόσφαιρα της μέρας.  Είναι Ιούλιος και φυσικά κάνει ζέστη (Η μέρα ήταν ζεστή και ποιητική, θα 'λεγε ο Καβάφης). Τα αγάλματα κάτω από τον καυτό ήλιο είναι κι αυτά ζεστά, σαν ζωντανά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί το επίρρημα «κατάσαρκα», και μιλώντας για τον Δία ή Ποσειδώνα δε λέει «άγαλμα» αλλά «σώμα». Μιλάει επίσης για εργάτη κουρασμένο και ξαπλωμένο. Και τέλος κάνει και μια τολμηρή σκέψη: Θα του έδινε τη γυναίκα που αγαπούσε να γλεντήσει. Τόσο πολύ, τόσο κοντά, τόσο ζωντανό, τόσο ανθρώπινο, βλέπει το θεό, τον άντρα, και νιώθει τι θα 'θελε ένας άντρας τώρα,    «που είχε πολύ μοιχέψει» κάποτε.  Η επιθυμία του να τον αγγίξει νομίζεις πως γεννιέται από την πίστη του πως είναι πράγματι ζωντανό σώμα.  Τον αγγίζει και νομίζει πως αγγίζει τον εαυτό του.  Είναι ζωντανός, λοιπόν.

Κι ο χρόνος τρέχει. Εννέα χρόνια μετά, το 1955 βρίσκεται στην Κύπρο. Στο Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ, ένα ποίημα με τίτλο «΄Εγκωμη» μας θυμίζει το παλιό γεγονός με το Δία ή Ποσειδώνα. Πέρα από όποια επιφανειακή αλλαγή ο άνθρωπος παραμένει πάντα ίδιος, οι συγκινήσεις του τον ακολουθούν, τα περιστατικά επαναλαμβάνονται. Ο Σεφέρης δηλαδή εξακολουθεί να πηγαίνει στους αρχαιολογικούς χώρους. Αυτή τη φορά λοιπόν τον βρίσκουμε στην ΄Εγκωμη, και παρακολουθούμε το βλέμμα του και τις αντιδράσεις του:

 

     Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός. από μακριά φαινόταν

     το γύρισμα  χεριών που σκάβαν

     .    .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .

     Κι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν

     γυναίκες κι άντρες με τ’  αξίνια σε χαντάκια .

     Ήταν μια πολιτεία παλιά. τειχιά, δρόμοι, σπίτια

     ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων

     .    .    .    .    .    .     .    .    .    .    .

     Κι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν

     τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν

     μ’ ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα

     σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.

 

     Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα

     κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι ήταν μαρμαρωμένα

     κοίταζα τον αιθέρα τ' ουρανού, κι ήτανε θαμπωμένος

     κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει

     κι ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν' ανηφορίζει.

     Τα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια

     είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια

     καμαρωτά πάνω απ' τα χείλια, και το σώμα

 

     έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο

     με τ' άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,

     χορός ακίνητος.

 

   Ο ποιητής, και ο αναγνώστης με τη σειρά του, βρίσκεται μπροστά σε μια ανασκαφή και, συγχρόνως σ' ένα θαύμα, το οποίο αφηγείται, «όχι σαν αρχαιολόγος που  εξακολουθεί να νομίζει πως τ' ακρωτηριασμένα σώματα  δεν είναι τίποτε άλλο από

σπασμένα αγάλματα...» (Μέρες Δ, 30 Δεκεμβρίου 1944, σελ. 383), αλλά σαν  άνθρωπος κεραυνοβολημένος από το θαύμα. Κι ο αναγνώστης μπαίνει στο ρόλο του θεατή.  Δε διαβάζει, κοιτάζει, το ρήμα «κοίταζα» εμφανίζεται τρεις φορές. Και βλέπει: Χώρος της ανασκαφής και εργάτες. Νομίζει κανείς στην αρχή, ίσως, πως είναι αγρότες, αλλά όχι, είναι ο αρχαιολογικός χώρος  και οι εργάτες. Η παρατήρηση που εν πρώτοις μας ενδιαφέρει είναι η ανθρωποποίηση του χώρου. Έχει «μυώνες, όπως οι εργάτες έχουν «μπράτσα». Κι έπειτα το θαύμα.  Μια κόρη βγαίνει στο φως έτσι που δεν ξεχωρίζεις, αν είναι άγαλμα ή ζωντανό κορίτσι.  Έχει  μαύρα  μαλλιά χυμένα στην τραχηλιά, και  αισθησιακά, προκλητικά  τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Φρύδια, ρουθούνια, χείλια, σώμα, άγουρα βυζιά, όλα σε ένταση.  Εδώ κι αν η ποιητική παραίσθηση δε σε παρασύρει να θέλεις να το. Κι ενώ ο Σεφέρης, στην ουσία μεταφράζει το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, δίνει στην αφήγησή του τόση δύναμη και ένταση που η μετάφραση μαζί με το συγκείμενό της δίνει ένα καινούριο πια αυτοδύναμο έργο. Συγχρόνως διαπλέκει την Παναγία την Οδηγήτρα, για την οποία μιλάει το διακείμενό του (το Πρωτευαγγέλιο), με την Κόρη του αρχαιολογικού χώρου της ΄Εγκωμης, συνδέοντας τη θρησκευτική παράδοση με την αρχαία.  Τέλος μεταφράζοντας τη γλώσσα του Πρωτευαγγελίου στα νέα Ελληνικά καταργεί το χρόνο και τις υποδιαιρέσεις του.  Ο χώρος είναι ιερός, o χρόνος ενιαίος, το θείο επίσης. Η αιωνιότητα παρούσα.

Παρακολουθώντας το βλέμμα του ποιητή οδηγούμαστε και κατευθυνόμαστε να παρακολουθήσουμε το θαύμα της ανάστασης της Κόρης. 

Μια ανάλογη εμπειρία μας προσφέρει το ποίημα «Μνήμη Β΄»:

 

Μιλούσε καθισμένος σ' ένα μάρμαρο

που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα

.    .     .   .    .    .    .     .

                     ...Θυμάμαι ακόμη.

ταξίδευε σ' άκρες ιωνικές, σ' άδεια κοχύλια θεάτρων

.      .      .     .     .     .     .     .     .

κι εγώ τον ρώτησα: "Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;"

Και μ' αποκρίθηκε: "Μπορεί την ώρα του θανάτου".

Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:

"Αφήστε με ν' ακούσω τον αδελφό μου!"

Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας

κι αχάραγη στο γυαλί του γαλάζιου.

 

   Μια μεγάλης αξίας και σημασίας  γνώμη, του Νάσου Βαγενά δείχνει το δρόμο στον αναγνώστη.  Το ποίημα «Μνήμη Β» είναι «Ευλαβικό αφιέρωμα στο Σικελιανό». Αξιοποιώντας αυτή την οδηγία μπορούμε να δούμε στο στίχο του Σεφέρη, «σ' ένα

μάρμαρο απομεινάρι αρχαίου πυλώνα», το Σικελιανό να κάθεται, όπως ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του, στην «Ιερά Οδό», σε μια πέτρα που του «μοιαζε θρονί μοιραμένο από τη μοίρα», όπως λέει. Και «στα άδεια κοχύλια των θεάτρων» τον βλέπουμε στους Δελφούς να προσπαθεί να ζωντανέψει τον αρχαίο λόγο με τις δελφικές γιορτές. Έτσι ο ένας ποιητής κρατάει το νήμα του χρόνου πιάνοντας το χέρι ή ακολουθώντας το βλέμμα του άλλου. Η μακρά σειρά των προγόνων, η ρίζα, το αίμα, επιβάλλει το παρελθόν ως ζωντανή παρουσία, και όχι ως νεκρή και ανενεργή ιδεοληψία. Η μακρά πορεία του Ελληνισμού, τα βάσανα του και οι εθνικές περιπέτειες βρίσκουν την καλλιτεχνική τους έκφραση στο ποίημα, περνώντας μέσα από μια άλλη καλλιτεχνική έκφραση, τα αγάλματα και  τα αρχαία μνημεία.  Ο κόσμος του ποιητή είναι συνθλιμμένος από τον πόνο για τα περασμένα μεγαλεία που χάθηκαν, με συντριμμένα  τα όνειρα της γενιάς του, βλέποντας τ' αρχαία μνημεία διαποτισμένα με τη σύγχρονη θλίψη. Κι αυτός είναι ο πυρήνας της ζωής και της τέχνης του Σεφέρη.  Δεν είπε και ο Χειμωνάς ότι η συγκίνηση γέννησε την τέχνη και η πιο καθαρόαιμη μορφή συγκίνησης είναι το πένθος; (η Λέξη, 91).

Ένας διάλογος από την σύνθεση   Κίχλη προωθεί το βλέμμα μας ακόμα περισσότερο.

 

   Άκουσε ακόμη τούτο. Στο φεγγάρι

   τ' αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι

   ανάμεσα σε ζωντανούς καρπούς- τ' αγάλματα

   .      .      .       .     .     .     .

                       Κι όμως τ' αγάλματα

   λυγίζουν κάποτε μοιράζοντας τον πόθο

   στα δυο, σαν το ροδάκινο.

 

                       - Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο.

-΄Οχι σε κυνηγούν δεν το βλέπεις;

 Θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους...

 

                         Αλήθεια, τα συντρίμμια

δεν είναι εκείνα. εσύ 'σαι το ρημάδι.

σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά

στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις

των μεγιστάνων στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου.

μιλούν για περιστατικά που θα ήθελες να μην υπάρχουν

ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου,

κι αυτό είναι δύσκολο γιατί...

 

                 - Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο.

Καληνύχτα.

 

           -... γιατί τ' αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,

είμαστε εμείς.

 

   Πρόκειται για ένα διάλογο συγκλονιστικό όπου ο ένας, «Ο Ηδονικός Ελπήνωρ», ζει με την παραίσθηση ενός κυνηγητού. Τον κυνηγούν τα αγάλματα, ενώ η συνομιλήτριά του καμιά συγκίνηση δε δείχνει για την αγωνία του. Έτσι ενώ αυτός βιώνει το φόβο μέρα και νύχτα από τα συντριμμένα μέλη, που τον κυνηγούν, εκείνη αδιάφορα, στερεοτυπικά, ψυχρά,  απαντά: «Τ' αγάλματα  είναι στο μουσείο». Για κείνην τα αγάλματα είναι ακίνδυνα, στο μουσείο, οπότε και το παρελθόν νεκρό, για κείνον όμως είναι ζωντανά και τον κυνηγούν. Στο τέλος δεν είναι εκείνα συντρίμμια αλλά ο ίδιος ο Ελπήνωρ που νιώθει ότι έχει περάσει στη θέση τους, συντρίμμι της ζωής. Οπότε, το τι βλέπει ο ποιητής δεν είναι μόνο αυτό που βρίσκεται απέναντί του. Το τι βλέπει μπορεί να βρίσκεται σ' αυτό που τον βλέπει. Δηλαδή αντικείμενο και  το υποκείμενο, στην ίδια ευθεία, αποτελούν   ταυτόχρονα το ένα την αντανάκλαση του άλλου:

 

Σε λίγο θα' χει νυχτώσει. βλέπω να με κοιτάζει ακόμη

ένα αέτωμα γεμάτο αγάλματα ακρωτηριασμένα.

                                           (Κυριακή)

  Ο κόσμος σαν καθρέφτης του επιστρέφει το είδωλό του.  Αυτό που βλέπει ο ποιητής έξω και γύρω του είναι αυτό που έχει και βλέπει μέσα του.

 

   Το ΙΔ΄ Χαϊκού ο Σεφέρης ρωτάει τον αναγνώστη:

          

              Τούτη η κολόνα

              έχει μια τρύπα, βλέπεις

              Την Περσεφόνη;

 

Δείχνοντάς μας την τρύπα υποθέτουμε  πως μας δείχνει το δρόμο για το μέλλον όπου μέλλουμε να γίνουμε. Ωστόσο, εμείς, σήμερα, εφαρμόζοντας το μάτι σ' αυτήν την τρύπα της κολόνας, βλέπουμε το Σεφέρη να κουβεντιάζει με την Περσεφόνη.  Κι αν «Η τέχνη», όπως λέει, «είναι το υψηλότερο μέσο που βοηθεί τους ανθρώπους να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον» (Δοκιμές Α, 137) τότε, καταργώντας την απόσταση, ίσως ακούγαμε τον ποιητή να μιλάει, όπως έκανε και εκείνος πάντα, όταν δεν του έφταναν οι ζωντανοί και ήταν ανάγκη να μιλήσει με τους πεθαμένους. Είναι ανάγκη κι εμείς να μιλήσουμε μαζί του∙ εμείς που περπατάμε εκεί που περπάτησε εκείνος και βλέπουμε εκείνα που είδε εκείνος. Κι αυτή η αφορμή, η μνήμη του,  σαν τρύπα στο χρόνο και στη σιωπή, μας επιτρέπει την αυταπάτη αυτής της επικοινωνίας 

 

                  À la manière de - Με τον τρόπο του Γιώργου Σεφέρη.

                                                                           ΑΝΘΟΥΛΑ   ΔΑΝΙΗΛ

 

 

 

     Ελάχιστα:

Ευχαριστώ τη διδάκτορα της Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών Ελλάδος, της Εταιρείας Συγγραφέων και της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, συγγραφέα κυρία Ανθούλα Δανιήλ για την παραχώρηση της δημοσίευσης του κειμένου της για τον νομπελίστα μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη με την ευκαιρία των 50 χρόνων από την κοίμησή του. Το κείμενο δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Να υπενθυμίσουμε, ότι ανάμεσα στα βιβλία-δοκιμιακές εργασίες της συγγραφέως και φιλολόγου Ανθούλας Δανιήλ, συγκαταλέγεται και το μελέτημά της «Τα τρία κρυφά ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη», εκδόσεις Επικαιρότητα-Αθήνα 1988. Επίσης, έχει συμμετάσχει με το "Ο Γιώργος Σεφέρης και η μουσική" Σάββατο 17/4/2021 στο Συνέδριο που διοργάνωσε 17-18/4/2021 ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδος σε συνεργασία με τον Δήμο Ναυπλίου. "Κράτησα τη ζωή μου. 50 χρόνια από το θάνατο του Γιώργου Σεφέρη". Σεφερικά της ίχνη και άρθρα διαβάζουμε ακόμα στην ηλεκτρονική ιστοσελίδα της Ε. Συγγραφέων "Poeticanet", βλέπε ενδεικτικά: 15/1/2020, "Για τα μάτια της Τούτης. Γ. Σεφέρης, Μέρες Ε΄ (1945-1951) της Αγαθής Γεωργιάδου. (Μελέτημα βασισμένο πάνω σε ανέκδοτη εργασία της Α. Γεωργιάδου). 23/4/2019, "Όταν ο Ρίτσος συνάντησε τον Καρυωτάκη και τον Σεφέρη στο αρχαίο θέατρο" (Το άρθρο αφορά κυρίως τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο 1909-1990). 10/7/2018, "Στα Περιβόλια", "Ο Αγράμματος και η Ωραία", "Ανδρομέδα". Μια σχέση άσχετη, γερά δεμένη πάνω σε βράχο. (Γέητς, Ελύτης, Σεφέρης) (Συγκριτικός σχολιασμός ποιημάτων των τριών ποιητών. 21/5/2016 "Γιώργος Σεφέρης-Λόρδος Μπάιρον" Μιά στάλα αίμα... μια σταλιά μελάνι. Σεφερικές μνημονεύσεις έχουμε και στο 4/10/2015, "Ορέστη, Κοίτα! Η χρυσαφένια Μυκήνα όλη μπροστά μας" κ. ά.  

      Κείμενα και κριτικές της Ανθούλας Δανιήλ μεταξύ άλλων έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό “diastixo. gr.», “www.periou. gr”, “Fractal”, “Frear.gr.”, «Χάρτης», στην Κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «Η Αυγή», στην ημερήσια «Εφημερίδα των Συντακτών» και σε διάφορα άλλα έντυπα. Ενώ το 2021 κυκλοφόρησαν το μυθιστόρημά της «Ψηφιδωτό, προ πάντων», εκδόσεις Νίκας /Ελληνική Παιδεία, Αθήνα 2021 και το πολύστικτο πανόραμα των προσωπικών της αφηγήσεων και περιδιαβάσεων σε έργα, πρόσωπα και χώρους της ελληνικής και παγκόσμιας τέχνης και καλλιτεχνίας, «Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νόημα».-Αφήγημα, εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2021.

Πειραιάς,

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021  

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου