Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Μάνος Ελευθερίου


ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ του ποιητή Μάνου Ελευθερίου

      Ποια η διαφορά, αν υπάρχει, μεταξύ του ποιητικού λόγου και του στιχουργικού; Που ταυτίζεται και που διαφοροποιείται και σε ποιο βαθμό ο ένας λόγος από τον άλλον; Έχουν την ίδια φόρμα και τεχνική όλα τα ποιήματα που γίνονται Τραγούδια όπως θα έγραφε και ο Κωστής Παλαμάς; Ο ποιητής είναι ένας εν δυνάμει στιχουργός ή ο στιχουργός είναι ένας εν δυνάμει ποιητής θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αρχινώντας από τον παππού μας τον Όμηρο που τα Έπη του, τα διδάσκονταν ο αρχαίος έλληνας άνθρωπος από το στόμα γνωστών αοιδών και τα τραγουδούσε, μαθαίνοντας την ιστορία και τα κατορθώματα των προηγούμενων ελληνικών γενεών; Ή μήπως, το ερώτημα αυτό είναι μια ταυτολογία, ένα άκαιρο ερώτημα που δεν ωφελεί να τίθενται, μια και στην μία και στην άλλη περίπτωση, το ερώτημα παύει να έχει σημασία όταν τόσο τα ποιήματα όσο και οι στίχοι, βρίσκονται στα χείλη επώνυμων και ανώνυμων χιλιάδων ανθρώπων που τα απαγγέλουν, τα τραγουδούν και τα σιγοψιθυρίζουν, στα σπίτια τους, στα αμάξια τους, στις παρέες τους, στα στάδιά τους. Πάμπολλες φορές οι ανώνυμοι καθημερινοί άνθρωποι, τραγουδούν και σιγοψιθυρίζουν Τραγούδια που δεν γνωρίζουν καν ή δεν υποψιάζονται ή και δεν τους ενδιαφέρει, ποιος είναι ο ποιητής ή ο στιχουργός που έγραψε το τάδε μελοποιημένο ποίημα ή τον δείνα στίχο. Ποιος αναρωτιέται αν ο Κώστας Χ. Μύρης είναι ποιητής ή στιχουργός όταν ψυχαγωγείται με τα Τραγούδια του που μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ή διασκεδάζει και χορεύει με τους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Τα τραγούδια της Αρλέτας. Τα πασίγνωστα και χιλιοτραγουδισμένα ποιήματα του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ποιος δεν έχει αγαπήσει τους στίχους του Άλκη Αλκαίου. Ποια ελληνικά χείλη προηγούμενων και σύγχρονων ελληνικών γενεών δεν έχει μεγαλώσει με τα ποιήματα και τους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, τον ποιητικό λόγο του Γιάννη Ρίτσου, του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιώργου Σεφέρη. Ποιος δεν έχει συγκινηθεί και εξακολουθεί να ριγεί με τις μελωδικές ερωτικές συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι. Ο θεσπέσιος λόγος του Βασίλη Τσιτσάνη που μεγάλωσε γενιές και γενιές και εμψύχωσε λαϊκές συνειδήσεις, ενδιαφέρει αν γράφτηκε από έναν ποιητή ή έναν στιχουργό; Το ίδιο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε και για τα Τραγούδια του Νίκου Γκάτσου, της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, της Σώτιας Τσώτου, τις μπαλάντες της Χαρούλας Αλεξίου, τον ρεμπέτικο λόγο του Μάρκου Βαμβακάρη, τα Τραγούδια του Μάνου Ελευθερίου και τόσων άλλων σπουδαίων ελλήνων δημιουργών, αξιοσημείωτων καλλιτεχνών που σημάδεψαν τις καρδιές, τις ψυχές, τις συνειδήσεις και τις ζωές χιλιάδων νεοελλήνων και καλλιέργησαν στάσεις και συμπεριφορές ζωής. Το σίγουρο πάντως είναι, ότι σπουδαίοι συνθέτες από όλο το μουσικό φάσμα και τεχνοτροπίες, από όλα τα μουσικά πεδία, βοήθησαν με τις συνθέσεις τους, με την μουσική τους, με τις μελοποιήσεις τους, να διαδοθεί τόσο ο ποιητικός όσο και ο στιχουργικός λόγος, και να υπερβεί τα στενά κατά μόνας όρια του ποιητικού και στιχουργικού λόγου. Τα Τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου στέκονται ισάξια δίπλα στις μουσικές μελοποιήσεις του Μάνου Λοϊζου, η μελοποίηση του «Δρόμου» της θεατρικής συγγραφέως Κωστούλας Μητροπούλου αγαπήθηκε από το ευρύ κοινό όπως τα Τραγούδια του Δήμου Μούτση. Οι μελοποιήσεις του Μάριου Τόκα έχουν παρόμοια ρυθμολογία με αυτές μεγάλων ελλήνων ποιητών. Οι μελοποιημένες μπαλάντες που τραγουδά εδώ και χρόνια ο Κώστας Χατζής είναι ισάξιες με τις μπαλάντες πολλών ελλήνων ποιητών του προηγούμενου αιώνα, που τις γνωρίζουν ελάχιστοι έλληνες.
Μέσα σε αυτήν την μεγάλη και πλούσια πνευματική αλυσίδα της ελληνικής παράδοσης ποιημάτων και στίχων, Τραγουδιών που αγαπιούνται από τους Έλληνες, εντάσσεται και ο ποιητικός λόγος του ποιητή-στιχουργού Μάνου Ελευθερίου που έφυγε από κοντά μας, χθες, σε ηλικία ογδόντα ετών. Ο Μάνος Ελευθερίου είχε την στόφα του ποιητή, το ταλέντο του στιχουργού, το δημιουργικό μεράκι του γραφιά. Το έργο του είναι πολύπλευρο και μεγάλο. Όμως, πέρα από αυτό, τα Τραγούδια του είναι αυτά, κυρίως, που μας μάγεψαν και μας συγκίνησαν. Τα τραγουδήσαμε και εξακολουθούμε να τα τραγουδάμε ακόμα. Μας συγκινούν και μας χαροποιούν, μας κάνουν να νιώθουμε άνετα μέσα στους χώρους που ψυχαγωγούμαστε ή διασκεδάζουμε. Τα χορεύουμε ή τα τραγουδάμε με μεράκι και δυνατή φωνή. Τα Τραγούδια του είναι μέρος της συνέχειας της ζωής μας, των καθημερινών εμπειριών μας, των βασάνων και των πόνων του βίου μας. Είναι ο έρωτας που τραγουδιέται και γίνεται κέφι. Είναι το βάσανο της ζωής που δεν βαστιέται και γίνεται λύτρωση. Είναι το όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε και αναμένει την πλήρωσή του. Είναι ο καημός που γίνεται Τραγούδι και μαλακώνει το βάρος του. Είναι το ξέσπασμα αυτών που δεν μπορούμε να αντέξουμε και τα Τραγουδάμε. Ρυθμός, μελωδία, τεχνική, αρμονία, επιλογή λέξεων, φράσεων, κοινωνικός προβληματισμός, ερωτικοί καημοί και διάθεση, ατμόσφαιρα κοινωνικής κριτικής και πολιτικές αποχρώσεις λόγου, συνθέτουν τον τεράστιο και σημαντικό συγγραφικό όγκο των στίχων του Μάνου Ελευθερίου. Τραγούδια που μίλησαν στις καρδιές των απλών ανθρώπων, που τους άγγιξαν σαν να τα είχαν συνθέσει αυτοί. Που τα τραγούδησαν ίσως ορισμένες φορές χωρίς να θυμούνται το όνομα του ποιητή-στιχουργού.  Ενός δημιουργού, που με ότι καταπιάστηκε το έφερε εις πέρας με επιτυχία. Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους συνθέτες της εποχής μας, τραγουδήθηκε από τις μεγαλύτερες αντρικές και γυναικείες φωνές του καιρού μας. Αγαπήθηκε, από όλους μας. Του οφείλουμε πολλά και ας μην ήθελε να θυμούνται ούτε καν το όνομά του, μόνο τα Τραγούδια του να τραγουδιόνται, να σιγοψιθυρίζονται, να βρίσκονται στα χείλη των νέων ανθρώπων, ο ήχος τους να ακούγεται σαν θαλασσινή αύρα, σαν καλοκαιριάτικο μπουρίνι, σαν δροσοσταλιά πάνω στα φύλλα των δέντρων. Στίχοι-Ποιήματα που εκφράζουν τα μύχια παράπονα των Ελλήνων. Τα πάθη τους που γίνονται λέξεις και ήχοι ποικιλίες χρωμάτων. Μυστικοί τους έρωτες που ξεδιπλώνονται με χαροποιό διάθεση και δόσεις κεφιού. Οράματα γαλήνιας ζωής και νοσταλγίας σωματικών επιθυμιών και ερωτικών εκφράσεων. Πάθη ανθρώπινα που γίνονται αρετές μέσα στους στίχους του. Μεταλαμπαδεύσεις βιωμάτων ανώνυμων ανθρώπων που αποκτούν το δικό σου όνομα καθώς τους τραγουδάς. Τίποτα το επίπλαστο και εντυπωσιακό, τίποτα το κραυγαλέο και πιασάρικο δεν διακρίνει τα Τραγούδια του Μάνου Ελευθερίου. Τίποτα το παθιάρικο και κλαψοτράγουδο, που κατακλύζει τα τελευταία χρόνια τους ραδιοφωνικούς μας σταθμούς. Τα Τραγούδια του, εκφράζουν την ουσία των συναισθημάτων της ζωής των απλών ανθρώπων, των ανθρώπων του μόχθου και της βιοπάλης, της εργατιάς και του μεροκάματου. Εικόνες της ζωής συνηθισμένες, καθαρές, αναγνωρίσιμες από όλους, καθόλου πεποιημένες, καθόλου εξεζητημένες, στίχοι απλοί, καθαρής ποιητικής ατμόσφαιρας και μελωδίας εσωτερικής, εξιστορούν αυτό που δεν μπορούμε να εκφράσουμε εμείς, οι άλλοι. Επίκεντρο των Τραγουδιών αυτών πάντοτε ο άνθρωπος, τα ντέρτια και οι καημοί του, τα βάσανα και οι στεναγμοί του, οι κρυφοί του πόθοι και τα όνειρά του.  Τραγούδια σάρκα εκ της σαρκός του. Διαθέτουν μια αυθεντική αμεσότητα όπως ο ανθρώπινος πόνος που δεν αντέχεται. Αναζητεί το Τραγούδι και το ποτηράκι το κρασί για να παρηγορηθεί. Την μουσική πενιά και τον στίχο που εκφράζει ότι δεν μπορεί με άλλο τρόπο να εκφραστεί. Δυνατός στίχος, ρωμαλέος και ταυτόχρονα λυρικός, καθόλου ψευδής, αληθεύει της σύγχρονης ζωής μας επάξια.
Ας τον συντροφεύουν τα Τραγούδια του εκεί που τώρα ταξιδεύει, γαλήνιος και ικανοποιημένος γνωρίζοντας ότι, όσο ζούμε, εμείς οι νεοέλληνες θα τραγουδάμε τους στίχους του, θα τους εξομολογούμαστε από στόμα σε στόμα, από αυτί σε αυτί όπως οι αρχαίοι ραψωδοί συνεχίζοντας την τραυματισμένη και δοξασμένη ιστορία των Ελλήνων, την δική μας Ιστορία.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 22 και 23 Ιουλίου 2018
Παραπονεμένα λόγια έχουν τα Τραγούδια μας…            

Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

Γιάννης Τσαρούχης


                    Γιάννης Τσαρούχης
Πειραιάς 13 Ιανουαρίου 1910-Αθήνα 20 Ιουλίου 1989

      Συμπληρώθηκαν στις 20 Ιουλίου, 29 χρόνια από τότε που έφυγε από κοντά μας ένας σημαντικός δάσκαλος του Ελληνισμού του προηγούμενου αιώνα, ο πειραιώτης εικαστικός, σκηνογράφος, μεταφραστής και σκηνοθέτης, ενδυματολόγος και ποιητής Γιάννης Τσαρούχης. Ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της Γενιάς του 1930 στον χώρο του. Ο γεννημένος στην πόλη μας, τον Πειραιά, Γιάννης Τσαρούχης σημάδεψε την εποχή του με την εικαστική του δημιουργία, την φυσική του παρουσία, τα σοφά του λόγια, το συνεχές ενδιαφέρον του για τον ελληνικό πολιτισμό και την παράδοση. Το ζωγραφικό του έργο για πολλές δεκαετίες βρίσκονταν (και ίσως βρίσκεται ακόμα) στην κορυφή του χρηματιστηρίου της τέχνης και των συλλεκτών. Οι κατά καιρούς ρήσεις του και τα αποφθέγματά του, οι λαϊκές του θυμοσοφίες και κοινωνικοί σχολιασμοί, σαγήνευαν τους κοσμικούς και όχι μόνο κύκλους. Ήταν πάντα το κέντρο του ενδιαφέροντος. Η παρουσία του και μόνο στις δημόσιες εμφανίσεις του προκαλούσε τον θαυμασμό και την προσοχή. Συνωστίζονταν γύρω του οι κόλακες και οι γνήσιοι εραστές του έργου του. Ο Γιάννης Τσαρούχης, όσο ζούσε ήταν ένας αν δεν λαθεύω στην κρίση μου, «λαϊκός σταρ» στον κόσμο των εικαστικών τεχνών. Φημισμένος, δοξασμένος και αγαπητός. Ο πειραιώτης Γιάννης Τσαρούχης, περιβλήθηκε κατά κάποιον τρόπο μάλλον με έναν μύθο στις συνειδήσεις των φιλότεχνων και μερίδας των ελλήνων της εποχής μας την προηγούμενη χιλιετία, ήταν κάτι σαν τους «γέροντες» της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης. Σε αυτό βοήθησε ίσως, και το φυσικό παρουσιαστικό του, η μορφή του, που προσομοίαζε σε βυζαντινό άγιο, που προέρχονταν από τα ιστορικά βάθη του ελληνικού πολιτισμού της λαϊκής ευσέβειας και παράδοσης. Μόνο που ο Τσαρούχης, παρά τον ασκητισμό του, διέθετε και έντονα χαρακτηριστικά ερωτικού αισθησιασμού που προέρχονταν από την αρχαία εθνική ελληνική παράδοση και τον κόσμο της.  Ήταν περιζήτητος, ο κεντρικός συζητητής στις δημόσιες εκδηλώσεις, με την εμφάνισή του γίνονταν λάτρης θαυμασμού και αναφοράς. Η παρουσία του επισκίαζε κάθε άλλο καλλιτεχνικό πρόσωπο που βρίσκονταν δίπλα του. Όσοι είχαν την χαρά και την τύχη να παρευρίσκονται σε εκθέσεις έργων του, σε ημερίδες που λάμβανε μέρος και σε συνέδρια που μιλούσε, θα θυμούνται το πως τον αντιμετώπιζαν τα φλας της δημοσιότητας σε σχέση με άλλους έλληνες καλλιτέχνες και συνομιλητές. Παρότι σαν χαρακτήρας ήταν μάλλον ασκητικός, έζησε αρκετές δεκαετίες του βίου του, επαναλαμβάνω, σαν «λαϊκός σταρ», που ο κόσμος ταυτίζονταν μαζί του και ας μην είχε ιδέα περί ζωγραφικής. Ας μην άνηκε στον στενό κύκλο των φιλότεχνων και ειδικών του εικαστικού σύμπαντος. Τον έβλεπαν σαν είδωλο που επιθυμούσαν όλοι να φωτογραφηθούν μαζί του, να τον χαιρετήσουν, να τους αφιερώσει ένα σκίτσο του, να τους σχεδιάσει στο «πόδι» την εικόνα τους. Μετείχε ενεργά στον δημόσιο βίο και λόγο όσο κανένας άλλος μάλλον εικαστικός δημιουργός του καιρού του, αποφεύγοντας όμως, μάλλον, να θίγει τα κακώς πολιτικά κείμενα των κυβερνόντων της χώρας τα μεταπολιτευτικά χρόνια και εντεύθεν. Οι κρίσεις του, δεν υπερέβαιναν την πολιτική κοσμιότητα και εκάστοτε κυβερνητική νομιμοφροσύνη. Ήταν αξιαγάπητος και περιζήτητος στα αστικά και μεγαλοαστικά σπίτια της γενιάς του, αλλά, και στις οικονομικά φτωχότερες φιλότεχνες τάξεις. Τον αντιμετώπιζαν-και όχι άδικα πολλές φορές-σαν έναν σοφό και πεπειραμένο γέροντα που περίμεναν να ακούσουν από τα χείλη του όλη την σοφία του Κόσμου. Να δοξαστούν οι θαυμαστές του πρόσκαιροι ή μόνιμοι επαναλαμβάνοντας τα λεγόμενά του, υιοθετώντας τα “minima moralia” του, παραβλέποντας ότι οι κουβέντες του, προέρχονταν από βαθιά πείρα και εμπειρία ζωής και στέρεες γνώσεις και όχι από την επικαιρικότητα των εκάστοτε στιγμών και κοινωνικών αδιέξοδων γεγονότων.  Ήταν αναγνωρίσιμος όσο κανένας άλλος εικαστικός δημιουργός κουραστικά το επαναλαμβάνω, ο ίδιος και η τέχνη του. Τα έργα του ήσαν περιζήτητα και πωλούνταν στις επίσημες ή ανεπίσημες αγορές της τέχνης χωρίς ενδοιασμούς. Υπήρξαν δεκαετίες και ίσως ακόμα, που όφειλαν τα σαλόνια των αστικών ελληνικών οικογενειών, των ευκατάστατων ελλήνων, των σοϊλήδων καλλιτεχνών, των πνευματικών ανθρώπων να έχουν και έναν Τσαρουχικό «Ναύτη» κρεμασμένο στους τοίχους τους, ή έστω μια αφίσα που να απεικονίζει έργο του. Κυρίως, ημίγυμνο ή αδαμιαίο αντρικό σώμα. Αυτή η μάτσο στρατιωτική αντρική βαρβατίλα που υπερισχύει σε πολλά του έργα. Ένα αισθητικό ίσως αίνιγμα αν εξαγνίζει με τον άμεσο αυτόν σεξουαλισμό τους παλαιούς Εσατζήδες από το άγος της πρακτικής τους σε μια ορισμένη περίοδο της ελληνική πολιτικής ιστορίας, ή, φωτίζει έτη περισσότερο την άγρια και πρωτόγονη συμπεριφορά τους. Ο Τσαρούχης, εργαλειοποίησε το αντρικό σώμα προς όφελος του σεξουαλισμού, και με τις σκηνές του έργου του, τις εικαστικές του αφηγήσεις έβγαλε στην επιφάνεια όλον τον απωθημένο ομοφυλόφιλο ερωτισμό μεγάλης μερίδας των Ελλήνων. Όπως παλαιότερα μέσω του φωτογραφικού του φακού έπραξε ο Θάνος Μούρραης-Βελλούδιος. Με τις πριαπικές φωτογραφήσεις των αντρών του. Μια εργαλειοποίηση του αντρικού σώματος που ξέφευγε από τα όρια της αστικής ευπρέπειας και αισθητικής ματιάς και διεύρυνε τα σύνορα της πρόσληψης του αντρικού ερωτισμού στην μετεπαναστατική Ελλάδα, προβάλλοντας μάλλον μία και μόνη ιδιότητα του έλληνα αρσενικού, αυτήν του επιβήτορα. Τα τσαρουχικά αντρικά σώματα δεν χρειάζονται να αποδείξουν τον αντρισμό τους, η ίδια τους η γυμνή ή ημίγυμνη παρουσία, οι στάσεις τους, οι περιστροφές τους, η νωχελική τους ηδυπάθεια, η όλη τους εν γένει παρουσία δηλώνουν το αυτονόητο σε μυημένους και αμύητους. Οι διάφοροι μάτσο εσατζήδες του πειραιώτη καλλιτέχνη, είτε χορεύουν ζεϊμπέκικο είτε συνομιλούν μεταξύ τους, είτε κάθονται στα καφενεία, η σεξουαλική τους πρόθεση είναι κάτι που κεντρίζει και μάλλον δεν έχει προηγούμενο στην παράδοση της ελληνικής ζωγραφικής. Ένας έντονος και κάπως άγριος αντρικός σεξουαλισμός διακρίνει αυτά τα «περιστρεφόμενα» κορμιά του ελληνικού στρατεύματος, μας παρατίθενται σαν σε σύγχρονες μετώπες της ελληνικής ζωής. Ένα προσωπικό φετίχ του καλλιτέχνη για την στρατιωτική στολή και τα εξαρτήματά της, τα σκληρά πρόσωπα, τα γυμνασμένα μέλη, τα χοντρά μπράτσα, τα σφιχτά μπούτια, το λάγνο και πονηρό βλέμμα. Μια εικαστική απροσποίητη κεφαλαιοποίηση του ελληνικού πανάρχαιου σεξουαλισμού και ερωτισμού. Των αρχαίων εθνικών σατίρων που περνώντας μέσα από το καμίνι της βυζαντινής στέρησης αποτυπώνουν την παρουσία τους και τον συμβολισμό τους στα σώματα των σύγχρονων ελλήνων στρατιωτών της εποχής που δημιουργούσε ο καλλιτέχνης. Το ίδιο συναντάμε και στα μακρυμάλλικα αγορίστικα πορτραίτα του. Ηδυπάθεια, κραυγαλέος ερωτισμός, λαγνεία πρόθεσης, άφεση στα όνειρα και την φαντασία του άλλου βλέμματος. Παραπλήσια διαχείριση του αντρικού σώματος, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών και των περιστάσεων, συναντάμε και στην ποίηση του θεσσαλονικιού ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, μια ιδιαίτερη φετιχιστική διάθεση προς την στολή και τις εξαρτήσεις των αντρών στρατιωτών. Μόνο που, σε πολλές ποιητικές μονάδες του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, αναγνωρίζουμε ένα είδος χριστιανικής μεταμέλειας, μια συναίσθηση της «αμαρτωλότητος» του ποιητή στις ερωτικές του προθέσεις και προτιμήσεις, που προέρχεται μάλλον περισσότερο από τις άσκοπες προσδοκίες του ποιητή για το αντρικό σώμα που έχει μπροστά του και υπηρετεί παρά για αυτήν καθεαυτή την επιλογή της σεξουαλικής πράξης. Ο Χριστιανόπουλος θέλγεται κατά κάποιον τρόπο από τον «ρόλο» του μάρτυρα του έρωτα, αντίθετα ο Τσαρούχης απολαμβάνει την αίσθηση της ηδονής χωρίς θρησκευτικές μεταμέλειες και χριστιανικές αναστολές. Η σεξουαλική λίμπιντο στον έναν ζητά συγχώρεση που δεν συνάντησε αυτό που περίμενε στα ερωτικά σουλατσαρίσματά της, στον άλλον εκφράζεται με φιγούρες και στάσεις σωμάτων και μετατρέπεται σε εικαστική πρόκληση χωρίς αναστολές. Την εργαλειοποίηση του αντρικού σώματος κάτω από την ομπρέλα της ιδεολογίας και της πολιτικής στράτευσης την συναντάμε και στο ποιητικό έργο του βάρδου της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου. Εκατοντάδες οι ερωτικές εικόνες που συναντάμε μέσα στην ωκεάνεια ποιητική δημιουργία του Γιάννη Ρίτσου. Μόνο που, αρκετές φορές, το αντρικό σώμα και τα μέλη του, δεν υπηρετούν μόνο τον ερωτισμό αλλά την πολιτική στράτευση. Ο σεξουαλισμός του Ρίτσου μάλλον φαίνεται περισσότερο στα αρχαιόθεμα ποιήματά του και συνθέσεις του (βλέπε «Ορέστης» κλπ.). Ο ερωτικός Ρίτσος συμβαδίζει με την άποψη του Μαγιακόφσκι ο Έρωτας και η Επανάσταση πάνε μαζί. Το αντρικό σώμα υμνείται και με Καβαφικό τρόπο και με μαρξιστικό  πρόσημο. Παράλληλα, η αντρική σωματική παρουσία επιτελεί έναν ιερό σκοπό πέρα από τον κρυφό πόθο που ξυπνά, την στράτευση στους κοινωνικούς αγώνες για την αλλαγή της κοινωνίας. Το ίδιο μπορούμε να υποστηρίξουμε και για την γυναικεία σωματική παρουσία και την περιπέτειά της μέσα στο έργο του Γιάννη Ρίτσου. Το αντρικό σώμα και ο ερωτισμός που εκπέμπει και ο σεξουαλικός πόθος που αυτό προκαλεί μετατρέπεται σε εργαλείο επαναστατικής και πολιτικής διαχείρισης. Ο πολιτικός αγώνας νυν υπέρ πάντων των ερωτικών και σεξουαλικών προτιμήσεων. Μια άλλη περίπτωση είναι και ο πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου. Εδώ το όνειρο μπλέκεται με την γυμνή πραγματικότητα των αντρικών ερωτικών περιπετειών του συγγραφέα και διαχέεται μέσα σε μια αίσθηση πασχάλιου ερωτισμού και λυρικής διάθεσης. Και στον Ιωάννου, είναι έντονο το θρησκευτικό στοιχείο των ερωτικών ενοχών όπως και στον Χριστιανόπουλο. Και οι δύο κατάγονται από την Θεσσαλονίκη και οι δύο πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια μέσα σε κατηχητικά περιβάλλοντα. Το αποτέλεσμα των εμπειριών τους αυτών αποτυπώνεται ξεκάθαρα μέσα στο έργο τους. Ερωτικές αγκυλώσεις, σεξουαλικές ενοχές, τύψεις και μεταμέλειες μετά από κάθε νέα τους ερωτική περιπέτεια. Μια μεικτή διάθεση απόλαυσης και ενοχών, μια ατμόσφαιρα συννεφιασμένη και ηλιόλουστη ανάλογα με την ανταπόκριση του άλλου σώματος και των αναγκών του. Αντίθετα ο Τσαρούχης, τους απεικονίζει όπως πραγματικά είναι τους άντρες του μέσα στο έργο του, χωρίς ψιμύθια ερωτικά, δίχως θρησκευτικές αναφορές, μακριά από προθέσεις φιλανθρωπικής ερωτικής ευγένειας. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και μετά την επίτευξή του, μπορούν ήσυχοι οι Τσαρουχικοί στρατιώτες και ναύτες να απολαύσουν μαζί μας την αθανασία τους μέσω της Τέχνης του ζωγράφου. Ποιος θυμάται ποια το τι ερωτικά έπρατταν οι τεκνόμπαλοι αυτοί στρατιώτες και ναύτες στο κρεβάτι των νιάτων τους, όλοι τους θυμούνται και τους λιγουρεύονται γιατί κάποιος εμπνευσμένος καλλιτέχνης τους διατήρησε στην αιωνιότητα μέσω της τέχνης του. Τα μαβιά μάτια του Κωνσταντίνου Καβάφη δεν τα αντίκρισε κανείς παρά μόνο αυτός απόλαυσε το σαπφείρινο μαβί τους. Οι υπόλοιποι θαυμάζουμε την τέχνη της ποιήσεώς του και την μελλοντική αθανασία που πρόσφερε στους εραστές του καθώς τους αναθυμάται με πόθο και ηδονή. Θυμήσου Σώμα. Αυτή είναι η εξιλέωση της παλαιάς πράξης.         
     Γιάννης Τσαρούχης, υπήρξε ένας από τους πιο εμβριθής γνώστης, καλλιεργημένος ζωγράφος των μυστικών της αρχαίας ζωγραφικής τέχνης και της μετέπειτα βυζαντινής της περιόδου, χωρίς να αγνοεί και τις περιπέτειες της εικαστικής προβληματικής την περίοδο της δυτικής αναγέννησης αλλά και των νεότερων ρευμάτων. Οι επισκέψεις του στα διάφορα μεγάλα μουσεία και οι προσεκτικές του παρατηρήσεις τον πλούτισαν με πολλά εφόδια. Οι μελέτες του, τα δημοσιευμένα άρθρα του, οι αναφορές του, οι σχολιασμοί του, οι κρίσεις του πάνω σε ζητήματα αισθητικής, τεχνικής και διαχείρισης των χρωμάτων και των φωτοσκιάσεων, δηλαδή του τρόπου και της γωνίας που το φως πέφτει πάνω στα σώματα και τα πρόσωπα και τα φωτίζει δίνοντάς τους μια άλλη καθαρότητα και εσωτερική πολλές φορές φωτεινότητα, είναι κάτι το αποκαλυπτικό και μας προκαλεί θαυμασμό και συγκίνηση για το εύρος των γνώσεών του και στο πως τις αξιοποίησε στο έργο του ή στις άλλες σκηνικές ή ενδυματολογικές του καταθέσεις. Δυστυχώς μάλλον, οι θαυμαστές του, περισσότερο στέκονται στις ζωγραφικές του προτάσεις παρά στα κείμενά του και στις κατά καιρούς συνεντεύξεις του που μας μιλούν για θέματα ζωγραφικής που κυκλοφορούν αυτόνομα σε βιβλία στο εμπόριο. Γνώστης των ισορροπημένων συνδυασμών των χρωμάτων, κάτοχος της τεχνικής του σχεδίου και της σύνθεσης, του θέματος που αξιοποιούσε πάντοτε με συγκεκριμένους στόχους, μας κληροδότησε ένα έργο που βασίζεται κυρίως πάνω στις πανάρχαιες αισθητικές αρχές της Ελληνικότητας. Χωρίς να καταφεύγει σε φολκλορικά τεχνάσματα ή ιδεολογικές εθνοκεντρικές προθέσεις περί του τι είναι Ελληνικότητα, το έργο του αναδεικνύει τα ουσιαστικά της στοιχεία και τα στάδιά της εξέλιξής της χωρίς να μας ξενίζει. Ο Γιάννης Τσαρούχης δεν παροπλίζει τις ευρωπαϊκές γνώσεις και προτιμήσεις μας για να μας εντάξει μέσα σε ένα στενό περιορισμένων διαστάσεων πλαίσιο ελληνικών καταβολών, η Ελληνικότητα του Τσαρούχη όπως και άλλων καλλιτεχνών της εποχής του, βλέπε Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Δημήτρη Πικιώνη, Παναγιώτη Τέτση, είναι κάτι που προέρχεται από μια βαθειά αίσθηση ευθύνης απέναντι σε αυτό που αποκαλούμε ελληνική παράδοση, χωρίς εθνικιστικές προεκτάσεις και μεγαλαυχίες. Είναι μια επανερχόμενη βίωση της αίσθησης του χρόνου πάνω στο ελληνικό τοπίο και περιβάλλον και στον τρόπο ζωής. Μια αίσθηση της ομορφιάς που σου γεννά το φως που πλημμυρίζει χώρο και ανθρώπους και αναδεικνύει τον κάθε είδους ερωτισμό τους. Το ελληνικό φως, που καταυγάζει κάθε πελασγική αμορφία, που καλλιεργεί ανάμεικτα συναισθήματα ηδονής και λύπης, αγαλλίασης και μυστικών προθέσεων σε κάθε τι που αγγίζουν οι ακτίνες του. Το ελληνικό βλέμμα περνά μέσα από την ποιητική Ιώνια παράδοση συναντά τον Πλατωνικό ερωτισμό, αρδεύει τον μυστηριακό λόγο της Βυζαντινής υμνολογίας, και καταλήγει στα Ορφικά νερά της ποίησης του Άγγελου Σικελιανού και στην μεγαλουργό ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Μια συνέχεια του έλληνος ανθρώπου που το βλέμμα του είναι ζυμωμένο εδώ και αιώνες με τα στοιχεία μιας Ελληνικότητας που δεν έχει αρχή, μέση, τέλος. Γιατί είναι μια εξελικτική μέσα στους αιώνες ανίχνευσης της ζωής, του έρωτα και της ομορφιάς.
     Αντιγράφω τα τρία κείμενα του ποιητή και στιχουργού αλλά και αντιανθολόγου κυρίου Δημήτρη Ιατρόπουλου, ενός δημιουργού που και στίχους του έχουμε τραγουδήσει ίσως χωρίς να το γνωρίζουμε, και τα κείμενά του διαβάζαμε οι παλαιότεροι στα έντυπα που συνεργάζονταν. Εδώ με την ευκαιρία της 20 Ιουλίου ημέρα κοίμησης του πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη, αντιγράφω αυτά της εφημερίδας το «Έθνος» σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
    
• Έθνος, Τάϊμ Άουτ 18-24 Ιουλίου 1999, σ.12
Τσαρούχης για πάντα!
     Νέα παιδιά που παίζουν με τα σταφύλια, αγκαλιάζουν τα στάχυα, μιλάνε με το φεγγάρι, έφηβοι με ζωντανή τη γέφυρα μέσα τους, του αρχαιοελληνικού παγανισμού και του χριστιανικού μυστικισμού.
     Πίνακες γιορτής για το καλοκαίρι μας, είναι το έργο του Γιάννη Τσαρούχη. Και ο ίδιος υπήρξε πάντα του ξεχωριστά καλοκαιρινός δημιουργός. Και, μέσα στη ζέστη, τι πιο χρειαζούμενο λοιπόν από το να δροσιστούμε με το απαράμιλλο πνεύμα του…
     Η μηχανή φουλάρει 40 χρόνια πριν. Τον συναντάμε νέο, υγιή, διάσημο, κάπου στο Παγκράτι, το τόσο ρομαντικό εκείνη την εποχή…
«Δάσκαλε, θα μου διηγηθείτε την ιστορία εκείνη με τους Άγγλους αριστοκράτες; Την ιστορία με τον Σέλεϊ;»
«Α, μάλιστα. Όμως δεν θυμάμαι αν έχει κιόλας συμβεί σ’ αυτή την εποχή που με πετυχαίνεις ή αν θα συμβεί μετά! Βέβαια, δεν έχει σημασία… Ο χρόνος είναι μια πολύ προσωπική μας περιπέτεια, τον πας όπου θέλεις… Λοιπόν, υπάρχει ένα Σαββατοκύριακο στη ζωή μου, που βρίσκομαι σ’ ένα κλασικό σπίτι της αγγλικής αριστοκρατίας, ξέρεις, με τα κέρατα των ελαφιών πάνω από το τζάκι, την παλιά βιβλιοθήκη και τις φωτογραφίες με τους ταγματάρχες του αποικιοκρατικού στρατού.
Πιάνουμε, λοιπόν, την κουβέντα για τους Άγγλους ποιητές… Μας έχουν ζαλίσει τα αυτιά με τον Σέλεϊ. Ο Σέλεϊ και ο Σέλεϊ… Κάποια στιγμή, αφηνιάζω… Ωχ! Αφήστε με ήσυχο μ’  αυτόν τον Σέλεϊ. Σ’ εμένα βρήκατε να μιλήσετε για ποιητές, που έρχομαι από τη χώρα των μεγίστων της ποιήσεως; Γυρίζει ένας μουστακαλής και με ρωτάει με θράσος: Τι έχετε διαβάσει εσείς, κύριε Τσαρούχη, για τον Σέλεϊ; Ποιο έργο του; Απολύτως τίποτε, του απαντώ. Ούτε ένα στίχο του πουθενά. Δεν έχω ιδέα πως έγραφε καν. Ξέρω μόνο πως είναι κάκιστος ποιητής!
     Όπως αντιλαμβάνεσαι χρυσέ μου, μουρλαίνονται και ο μουστάκιας είναι έτοιμος να με σκίσει: Δεν ντρέπεστε, μου λέει, να έχετε τέτοια άποψη για έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές μας, τον Πέρσι Μπις Σέλεϊ, την ώρα που ομολογείτε ξεδιάντροπα πως δεν έχετε διαβάσει ούτε ένα στίχο του. Και ξέρεις τότε τι του απαντώ: Άκουσε χρυσέ μου, ξέρω πολύ καλά τα… έπιπλα της εποχής του και αυτό μου… φτάνει! Με τέτοια έπιπλα που είχατε στις αρχές του 19ου αιώνα, τι ποιητές να βγάλετε; Κόκαλο οι ταγματάρχες! Πολύ το ευχαριστήθηκα, πάντως!
«Μεταξύ μας, τώρα, Δάσκαλε, το κάνατε για να το κάνατε για να τους πικάρετε ή το εννοούσατε;»
«Άκουσε παιδί μου. Σ’ όλη μου τη ζωή, ό,τι επικίνδυνο ήθελα να πω, το πέρναγα στο χιούμορ μου. Και ό,τι ήθελα να πω στα αστεία, το διέδιδα ως σοβαρότατο ζήτημα! Λίγοι το κατάλαβαν αυτό… Πολύ καλά…»
ΔΙΔΑΓΜΑ: Ο αιώνας που αποχωρεί μας χάρισε πολλούς σημαντικούς δημιουργούς… Υπήρξαν σημαντικοί, κυρίως γιατί κράτησαν τη δέουσα απόσταση ανάμεσα στον Έλληνα και το Νεοέλληνα!
Όπως ο Τσαρούχης…
Γράφει ο Δημήτρης Ιατρόπουλος
--
• Έθνος Τάϊμ Άουτ, 19-25 Νοεμβρίου 2000, σ.10
Γιάννης Τσαρούχης, ο Έλληνας
Προλογική σημείωση: Για τις διαχρονικές συνεντεύξεις που μας «επετράπη» να παίρνουμε από διάσημες προσωπικότητες που έφυγαν από κοντά μας, και επειδή κάπου, στη βδομάδα που πέρασε, διάβασα ένα (επαγγελματικά και συναδελφικά απαράδεκτο) ανώνυμο σχόλιο για την προηγούμενη Κυριακή στην «κουβέντα» μας με τον Γιώργο Σεφέρη, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι οι μεγάλοι νεκροί μας «μιλάνε» σύμφωνα με ό,τι οι ίδιοι μας άφησαν όσο ζούσαν, και σύμφωνα επίσης με τις δικές μας εμπειρίες και πληροφορίες, για όσα μας άφησαν αυτοί.
     Έτσι, η πληροφορία που έχουμε ότι ο Γιώργος Σεφέρης είχε ασχοληθεί με το λεγόμενο «υπερπέραν» και έπαιρνε μέρος σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις, αφού ανήκε στο δημοσιογραφικό υλικό μας, δεν προσφερόταν προς ειρωνεία και μάλιστα κομπλεξικά κακογραμμένη.
    Λίγο περισσότερο δεοντολογία, λοιπόν, δεν θα έβλαπτε νομίζω, και ιδίως από ανώνυμους σχολιογράφους, που δεν εκτίθενται με το όνομα και τη φωτογραφία τους στο κοινό, όπως εμείς. Τελεία μ’ αυτό και προχωρούμε.
     Συζήτηση πάλι σήμερα, με έναν ακόμα Έλληνα δημιουργό. Τονίζουμε αυτό το «Έλληνα», γιατί πολλοί απ’ όσους γράψανε ή ζωγραφίσανε ή συνθέσανε γενικώς σ’ αυτόν τον τόπο, παρά τα στοιχεία του διαβατηρίου τους, συχνά απεμπόλησαν την ελληνική τους καταβολή. Και πάνω σ’ αυτό ας ακούσουμε τον ίδιο τον Γιάννη Τσαρούχη να μας «μιλάει», στο πείσμα των ανωνύμων…
     Στην ερώτηση λοιπόν. «Ποια και πόση Ελλάδα ζει μέσα στο έργο σου;» μας αποκρίθηκε, έτσι:
«Η Ελλάδα είναι ένας τόπος που, αφού πρώτα σε αναγκάζει να ζωγραφίσεις, μετά αμέσως, στο… απαγορεύει! Έτσι εργάστηκα σ’ όλη μου τη σταδιοδρομία κι εγώ. Με ατράνταχτο βοηθό την Ελλάδα που με ανάγκαζε να γίνω ένας απ’ τους ζωγράφους της και αβάστακτο ενάντιο πλήρωμα όσους αποπειράθηκαν κατά καιρούς να με εμποδίσουν ή να με αμφισβητήσουν, πλαισίωσα το έργο μου με το δημιουργικό μου πείσμα. Η καλύτερη άμυνα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η δημιουργική επίθεση! Και, είναι πολύ εύκολο αν αφομοιώσεις μέσα σου το ελληνικό νόημα της ζωής να το εκφράσεις δημιουργικά. Και τότε είναι πολύ δύσκολο για κάποιους να σε σταματήσουν. Εξάλλου, στο τέλος όλων αυτών μένει μέσα του το ίδιο σου το έργο ως αψευδής μεσάζων της σχέσης σου με την Ελλάδα-Ιδέα, κι αυτό είναι κιόλας πάρα πολύ, όχι μόνο για τον Έλληνα δημιουργό, αλλά και για όλους τους δημιουργούς του κόσμου. Γιατί, καθετί ελληνικό, στον τομέα του πολιτισμού, ανήκει σε όλο τον κόσμο, ακόμα κι αν κάποιοι ανόητοι προσπαθήσουν να το αποτρέψουν απ’ το να ανήκει στους Έλληνες, καταρχήν, που το δικαιούνται. Νομίζω, υπήρξα σαφής. Θέλεις τίποτε άλλο;»
ΑΥΛΑΙΑ: Όχι βέβαια. Τι άλλο να θέλω; Εγώ, πήρα το μάθημά μου απ’ ό,τι άκουσα. Ας πάρουν κάποιοι άλλοι το δικό τους ή ότι τέλος πάντων τους αναλογεί!
Δημήτρης Ιατρόπουλος. Τότε ΤΩΡΑ
--
• Έθνος Άουτ της Κυριακής 9-15 Μαρτίου 2003, σ.12
Γιάννης Τσαρούχης: Σημαντικός και Ιδιαίτερος
     Αρχές της δεκαετίας του ’60, μαθητής Νυχτερινού Γυμνασίου, εργαζόμουν στην τότε «Κολούμπια» του Τάκη Β. Λαμπρόπουλου. Ο Μάνος Χατζιδάκις με έστειλε σε σένα, έμενες εκεί στο Παγκράτι τότε, να μου δώσεις το εξώφυλλο για τις ιστορικές εκείνες «Πασχαλιές» του…
Ήταν η πρώτη φορά που σε είδα από κοντά. Κι άλλη μια νύχτα βρεθήκαμε σε κάποιο κοσμικό πάρτι μετά από χρόνια, αλλά δεν μιλήσαμε. Γενικά, δεν μιλήσαμε ποτέ. Και εκείνη την πρώτη φορά, απλώς, ευγενικά, μου έδωσες το εξώφυλλο κι έφυγα.
     Όμως «μιλήσαμε» πολύ από τότε! Σε παρακολούθησα κι εγώ, όπως και το πανελλήνιο, στην τέχνη σου, στις αμίμητες, πανέξυπνες ατάκες σου, χάρηκα στην ωραία μετάφραση των «Γυναικών της Τροίας», του Ευριπίδη.
Κάποια «συμβάντα» μου έμειναν, πέρα απ’ τα θαυμάσια και αληθινά ανέκδοτα που κατασκεύαζες, με το ευφυέστατο πνεύμα σου, σχεδόν καθημερινά. Να, θυμάμαι μια «Λυσιστράτη» μόνο για γυναίκες, του Λάκη Λαζόπουλου στο Λυκαβηττό, όταν στην είσοδο ευγενικά σου θύμισαν πως δεν επιτρέπεται, εσύ πέρασες μέσα, αφήνοντάς τους σύξυλους: «Μα, μόνο για γυναίκες, δεν είναι η αποψινή παράσταση; Οπότε;»!
Κάποτε πάλι, σε ρώτησαν πως είναι η υγεία σου-είχες πια ογδονταρίσει-κι απάντησες θυμόσοφα: «Η υγεία μου δεν είναι κάτι που με αφορά. Δεν ασχολούμαι εγώ μαζί της. Ασχολούνται άλλοι. Ρωτήστε αυτούς, παρακαλώ»!
     Πίσω απ’ όλα αυτά όμως, προσωπικά σε έψαξα ως καλλιτέχνη στη σπουδαία εκείνη διαχρονική έκθεση για σένα και το έργο σου, στου «Φίξ». Και διαπίστωσα την αγωνία των νιάτων σου, τον τρόπο που χρησιμοποίησες το κατεστημένο της εποχής σου για να περάσεις, μπροστά, και καλά έκανες φυσικά.
Γιάννη Τσαρούχη, αν και δεν είμαι ειδικός στα εικαστικά, έχω το δικαίωμα όμως να παρατηρήσω πως, για μένα-το δικό μου αν θέλεις γούστο-δεν υπήρξες ποτέ ένας «μεγάλος» ζωγράφος. Ήσουν όμως ένας αληθινός μεγάλος καλλιτέχνης!
Και η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο είναι μια οδυνηρή προσέγγιση στην υπαρξιακή σου περιπέτεια…
Που υπήρξε σαφής στις διαδρομές της και πολύ χρήσιμη για ό,τι ονομάσαμε «νεοελληνικό» πολιτισμό, αλλά και για το μυθικό εκείνο ον, τον «Νεοέλληνα», που όλοι αναζητάμε τις συντεταγμένες του μέσα μας και του έχουμε εκχωρήσει ολοκληρωτικά, κάποιοι, τον ψυχισμό μας.
Ένας τέτοιος, αδιαπραγμάτευτα Νεοέλλην, υπήρξες. Με την παρουσία σου ανάμεσά μας.
Την ιδιαίτερη και σημαντική.
ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ: Αν εκεί στα ουράνια περιβόλια, η απόλυτη εικαστική ομορφιά σού αφήνει καθόλου περιθώριο για να ζωγραφίσεις, «πέταξέ» μας κάποιο μεταφυσικό σου έργο, έστω μεταλαμπαδευόμενο, σε κάποιον από τους μαθητές σου.
Χαίρε, Γιάννη Τσαρούχη, σπουδαίε Νεοέλληνα και μαχητή ύφους ελληνικού και ιδιαίτερου…
Δημήτρης Ιατρόπουλος, Χωρίς ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΟ.

      Αυτά για τον έλληνα «Όσκαρ Ουάιλντ» των έξυπνων αποφθεγμάτων για να υιοθετήσω και εγώ το περιπαικτικό σχολιασμό του όσο βρίσκονταν κοντά μας. Οι απόψεις του ποιητή Δημήτρη Ιατρόπουλου έχουν την δική τους βαρύτητα όσον αφορά το έργο του πειραιώτη δασκάλου και καλλιτέχνη, που ο μύθος του όσο ζούσε προηγείτο του έργου του. Απόδειξη, χωρίς να είμαι ειδικός, η αξεπέραστη παράσταση των «Τρωάδων» του στο γκαράζ του θεάτρου της οδού Καπλανών και στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, μια παράσταση που έμεινε ανεξίτηλη στην μνήμη όσων την παρακολούθησαν δύο και τρείς φορές, και δεν θα ξεχάσουν όσο ζουν αυτήν την θεατρική και σκηνική και εικαστική μαγεία, και την μάλλον κατά την γνώμη μου όχι και τόσο καλή παράσταση, σχεδόν «ανυπόφορη» (οι σχολιασμοί μου στο πρόγραμμα μιλούν για κακή) όταν ανέβασε την τραγωδία «ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ» του Αισχύλου στο Θέατρο Λυκαβηττού Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 1982 και 11 Σεπτεμβρίου. Σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη με τη συνεργασία του Γιώργου Οικονόμου, όπως μου υπενθυμίζει το πρόγραμμα της παράστασης, με το μεστό κείμενο του Αλέξη Διαμαντόπουλου και του Γιάννη Τσαρούχη. Δύο φιλοδοξίες σε αντίθετους μάλλον θεατρικούς πόλους. Όμως οι καλλιτέχνες είναι και αυτοί άνθρωποι, καθημερινοί, με τα συν και τα πλην τους.
Όσο για την παράσταση της «Λυσιστράτης» του σκηνοθέτη Ανδρέα Βουτσινά, ήταν αξέχαστη με έναν Λάκη Λαζόπουλο ως Μπουμπουλίνα.
Του χρόνου,  συμπληρώνονται 30 χρόνια από την εκδημία του. Ελπίζω να τον θυμηθούν οι αρμόδιοι του Πειραιά.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα 21/7/2018
Πειραιάς 21 Ιουλίου 2018.        

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

ΙΩΝΕΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


ΙΩΝΕΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, 498 π. Χ.
                           Στον L. DURRELL

Είπαμε στους άρχοντες των Κυπρίων
προτού ν’ αρχίσει η μάχη:
«Εμάς μας στέλνει των Ιώνων το κοινόν
-βοήθεια λιγοστή συμβολική,
σημάδι αδελφοσύνης των Ελλήνων-
για να φυλάξουμε τη θάλασσα.
Χρέος δικό σας πιά να θυμηθείτε
όσα υποφέρατε δουλεύοντας στους Μήδους
και να παλαίψτε στη στεριά σαν άνδρες αγαθοί».

Πολέμησαν παλικαρίσια οι Κύπριοι
τόσο πού τον Ονήσιλο, το βασιλιά αρχηγό τους
τον τίμησαν σαν ήρωα, μετά το θάνατό του,
ακόμα κι οι προδότες Αμαθούσιοι.
Ωστόσο οι Μήδοι ήταν πολλοί.
Λιποψυχήσαν και καμπόσοι από το Κούριο
μαζί με τ’ άρματα της Σαλαμίνας
και χάσαμε τη μάχη.
Σωθήκαν τα καράβια μας και φύγαν
μα εμείς οι λίγοι μείναμε στα χέρια των οχτρών
κι η Κύπρος δούλη του Μεγάλου Βασιλιά.
Δε μετανιώνουμε για την παράτολμη προσπάθεια,
την άξιζε τέτοιο νησί.
Έλληνες είμασταν, συχνά δε λογαριάζουμε
συμφέροντα κι απώλειες:
τα σύμβολα του κέρδους των εμπόρων
στη γη μας έγιναν κλειδιά της λευτεριάς του ανθρώπου.
Έλληνες είμασταν, εδώ αρχινά η δική μας γη.
Από την όμορφη φοινικική θεά
στην αφρογέννητή μας χάρη
σε τούτα τ’ ακρογιάλια γίνηκε το θάμα.
Εδώ, μακριά απ’ τους φόβους της Ανατολής,
ηχεί και τ’ όνομα πιο καθαρά
του αγαπημένου της Παφίας:
Άδωνις Άδωνις-
για μας, έφηβος σύντροφος που πλάθει
το φωτεινό του σώμα στο γυμνάσιο.

Κι αν όλα τούτα είναι γνωστά
όμως καλό ‘ναι να τα θυμηθούμε τώρα
στις ώρες τις υγρές της φυλακής
όταν η θάλασσά μας σκοτεινιάζει
από το πλήθος των βαρβάρων
κι οι δρόμοι του μεγάλου νόστου
φαίνονται αργοί και μακρινοί
φτιαγμένοι από παγίδες του σατράπη
και στόλους των Φοινίκων.

Έλληνες είμαστ’, από τη γενιά
που νίκησε τους ίσκιους
και δάμασε το χρόνο με το φως:
με δύναμη και πίστη καρτερούμε
μετά την τόση νύχτα
το μήνυμα του λυτρωμού να φέρουν
στα ξάρτια τους και στα γερά κουπιά
γοργόπλοες περήφανες τριήρεις της Αθήνας.
                                       Λευκωσία, 25.10.1955
ΡΟΔΗΣ ΡΟΥΦΟΣ
Πρώτη δημοσίευση «Κυπριακά Γράμματα», Ιανουάριος-Ιούλιος 1956
Δεύτερη δημοσίευση ΡΟΔΗΣ ΡΟΥΦΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, εκδόσεις Κέδρος 1973, σελίδα 13-15.
Σημείωση: Για άλλη μια φορά η μνήμη της γενιάς μου πάει σαράντα τέσσερα χρόνια πίσω, όταν στις 20 Ιουλίου του 1974 τούρκικα στρατεύματα κατοχής αποβιβάζονται στο ελεύθερο νησί της Κύπρου και καταλαμβάνουν με τον Αττίλα 1 και τον Αττίλα 2 εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας 37% με τα γνωστά σε όλους μας αποτελέσματα μέχρι σήμερα. 20 Ιουλίου του 1974, ημέρα που άρχισε το Κακό για ένα κομμάτι του Ελληνισμού που παραμένει ακόμα υποδουλωμένο και σκλαβωμένο. Και η μνήμη της γενιάς μου αιμορροούσα.
Θυμήθηκα και ξαναδιάβασα έναν παλαιότερο Πατρινό συγγραφέα που τον είχα διαβάσει παλαιότερα, τον Ρόδη Ρούφο-Κανακάρη (Πάτρα 1924-Αθήνα 1972), έναν καλό και αντιστασιακό συγγραφέα που η αγάπη και η έγνοια του για τον Ελληνισμό και την ιστορική διαδρομή του, αποτυπώνεται στο έργο του. Μυθιστορήματα, Θέατρο, Διηγήματα, Ποίηση, Δοκίμιο κλπ. Καθαρή γραφή, σατιρική διάθεση, σκωπτικό ύφος, σπονδυλώνουν τις «Μεταμορφώσεις του Αλάριχου», του συγγραφέα που μεταλλάσσοντας το ύφος του και αναγραμματίζοντας ονόματα κεντρικών αναφορών του, μας μιλά με πόνο ψυχής για την πορεία και τα αδιέξοδα του Ελληνισμού. Το ποίημα που αντιγράφω από το βιβλίο του ΕΠΙΛΟΓΗ, δεν έχει ασφαλώς άμεση χρονική αναφορά με τα γεγονότα του 1974, αλλά, αναφέρεται στην περίοδο της κατοχής της Κύπρου από τους Άγγλους, και με τα γνωστά σε όλους μας ιστορικά και πολιτικά τεκταινόμενα. Το μεταφέρω θεωρώντας ότι «ταιριάζει» με την θλιβερή επέτειο και το δράμα του Κυπριακού Ελληνισμού.
Των περιεχομένων, προηγείται μικρή εισαγωγή σ.9-11 της συζύγου του συγγραφέα κυρίας Αριέττας Ρ. Ρούφου. Σημειώνει μεταξύ άλλων για το συνεχές ενδιαφέρον του Ρούφου για το Κυπριακό ζήτημα.
«Οι «Ίωνες Αιχμάλωτοι στην Κύπρο, 498 π. Χ.» και «Το Τυχαίο Γεγονός» χαρακτηρίζουν τον τρόπο που ο Ρόδης Ρούφος, σε μιάν ελεύθερη εποχή, διατύπωνε τις απόψεις του για το Κυπριακό-ένα θέμα που τον απασχόλησε πολύ εκείνα τα χρόνια και βρήκε τη μυθιστορηματική του έκφραση στη «Χάλκινη Εποχή». Το μυθιστόρημα όμως αυτό δεν εξαντλεί το ενδιαφέρον του συγγραφέα για τον κυπριακό αγώνα. Απόδειξη το δημοσιευμένο θεατρικό έργο «Η Μέρα της Κρίσης», που γράφτηκε πριν από τη «Χάλκινη Εποχή», σαν να ήταν πιο πρόσφορη η αφηρημένη και στυλιζαρισμένη μορφή βιωμάτων της κρίσιμης διετίας 1954-56, προτού ο Ρόδης Ρούφος προχωρήσει στη ρεαλιστική τους εξιστόρηση.  Σ’ αυτόν λοιπόν τον κύκλο ανήκουν και οι «Ίωνες» και το «Τυχαίο Γεγονός», συμπληρώνοντας μια τετράδα κειμένων γύρω από το Κυπριακό, τα οποία εντάσσονται στο όριο ακόμα της στρατευμένης λογοτεχνίας, μιάς λογοτεχνίας δηλαδή σε καιρούς σχετικά ομαλούς, πού προβάλλει ωστόσο ζωτικά πολιτικά θέματα με την ελπίδα να συνεισφέρει στην κατανόηση και την επίλυσή τους.»
      Το εισαγωγικό σημείωμα (μέρος του) της συζύγου του συγγραφέα μας δηλώνει με τον καλύτερο και πλέον κατηγορηματικό τρόπο τους σκοπούς του συγγραφέα Ρόδη Ρούφου για το Κυπριακό και μάλιστα, όταν ο Ρούφος διετέλεσε και Πρόξενος στην Κύπρο τα κρίσιμα χρόνια 1954-1956. Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε επίσης, ότι η συμβολή του στα «Δεκαοχτώ Κείμενα», στα «Νέα Κείμενα» και στην «Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων» υπήρξε πρωταγωνιστική. Τα «ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΚΕΙΜΕΝΑ» εκδόθηκαν μεσούσης της απριλιανής δικτατορίας από τις εκδόσεις Κέδρος 1970. Με πρώτο κείμενο «ΟΙ ΓΑΤΕΣ Τ’ ΑΗ ΝΙΚΟΛΑ» του νομπελίστα ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Ο Ρούφος γράφει το κείμενο «Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ» σ.85-. Στον τόμο «ΝΕΑ ΚΕΙΜΕΝΑ» που εκδόθηκαν το Φθινόπωρο του 1971 από τις εκδόσεις Κέδρος, δημοσιεύεται η Δήλωση του Γιώργου Σεφέρη σαν προπομπός και ο Ρούφος υπογράφει το κείμενο «Οι περιφρονητές του πλήθους», Το κείμενο είναι αφιερωμένο στους αντιστασιακούς συγγραφείς Παύλο Ζάννα, Σπύρο Πλασκοβίτη και Χρήστο Πρωτοπαπά. Στα «Νέα Κείμενα» του Χειμώνα του 1971 που κυκλοφόρησαν πάλι από τον ίδιο εκδοτικό οίκο της Νανάς Καλλιανέση, Αν και αναφέρονται ως εκδότες οι Μανόλης Αναγνωστάκης, Αλέξανδρος Αργυρίου, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Τάκης Κουφόπουλος, Αναστάσιος Ι. Πεπονής, Ρόδης Ρούφος, Θ. Δ. Φραγκόπουλος. Ο τόμος αρχινά με την ποιητική αντιπολεμική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου, «Ο αφανισμός της Μήλος». Ο Ρούφος δημοσιεύει το «Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Σολζεντίτσιν». Το οποίο αφιερώνει στον παλαιό αντιστασιακό πολιτικό και κατοπινό υπουργό δικαιοσύνης Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη και τους άλλους. «Το Τυχαίο Γεγονός» είναι διήγημα του συγγραφέα που ακολουθεί το ποίημα, καθώς και άλλα του κείμενα στην έκδοση από όπου άντλησα την μεταφορά του ποιήματος στην ιστοσελίδα μου.
Δεν ξεχνάμε.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 20 Ιουλίου 2018
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά.
ΥΓ. πολύ ενδιαφέρουσα η Ημερίδα που παρακολουθήσαμε χτές το βράδυ από την τηλεόραση της Βουλής για την Συμφωνία των Πρεσπών. Ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς, η συζήτηση και οι ομιλητές κατέθεσαν ελεύθερα τις απόψεις τους και μας βοήθησαν κατά τι, εμάς τους αμύητους, στην κατανόηση του ζητήματος. Το «δωρητής σώματος» ήταν εύστοχο για τα συναμφότερα ήξεις αφήξεις και άλλες παλινωδίες του πολιτευτή που προέρχεται από την «Σπίθα».              


Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Ο Αρθούρος Ρεμπώ στην Κύπρο


Η Μεγαλόνησος είναι ακόμα σκλαβωμένη

     Οφείλουμε να μην ξεχάσουμε. Οφείλουμε να μην λησμονήσουμε. Οφείλουμε να μην παραβλέψουμε το ιστορικό γεγονός ότι η Κύπρος είναι ακόμα σκλαβωμένη 44 χρόνια μετά. Καλά τα ανθρώπινα δικαιώματα για τους οικονομικούς μετανάστες, καλές οι φιλάνθρωπες προθέσεις των ελλήνων κυβερνητών και ευρωπαίων πολιτικών ηγετών για τους πρόσφυγες που οι πολιτικές τους (στρατιωτικές, οικονομικές, κυβερνητικές, διπλωματικές) συνέβαλαν στον ξεριζωμό τους από τις πατρίδες τους, αφού βομβάρδισαν και διέλυσαν τις χώρες τους, αλλά, ένα τμήμα του Ελληνισμού βρίσκεται ακόμα υπό ξένη κατοχή. Η Μεγαλόνησος είναι σκλαβωμένη. Τούρκικα στρατιωτικά στρατεύματα κατέχουν Κυπριακό έδαφος παράνομα και αντίθετα από το διεθνές δίκαιο. Τα τόσα ψηφίσματα του ΟΗΕ δεν ήσαν παρά προφάσεις εν στρατιωτικές και πολιτικές αμαρτίες για την διαιώνιση του προβλήματος. Το νησί της Αφροδίτης από το 1974 είναι διχασμένο. Υπάρχουν ελληνοκύπριοι πρόσφυγες. Δολοφονημένοι Κύπριοι και Έλληνες στρατιώτες. Αγνοούμενοι Κύπριοι. Κάτοικοι της Κυπριακής Δημοκρατίας που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες. Εκδιώχθηκαν από τα εδάφη τους. Καταστράφηκαν τα σπίτια τους. Γκρεμίστηκαν οι ναοί τους. Λεηλατήθηκε η πολιτιστική τους κληρονομιά. Η Κύπρος είναι ακόμα διχασμένη, σκλαβωμένη και υποδουλωμένη σε ξένα στρατεύματα κατοχής. Ένα τραύμα του Ελληνισμού που δεν έχει ακόμα επουλωθεί.
Σε αυτήν την χώρα, δεν έχουν μνήμη μόνο οι γενιές της εθνικής αντίστασης και της κατοχής, αλλά και οι επόμενες γενιές που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν την εισβολή των τούρκικων στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής στην Κύπρο. Εμείς οι παλαιοί έφηβοι της μεταπολίτευσης θυμόμαστε τον πόλεμο, την εισβολή, την κατοχή, το δράμα εκατοντάδων ελληνοκυπρίων δεν τα ξεχνάμε. Εν ονόματι οποιασδήποτε παγκοσμιοποίησης. Θυμόμαστε το κακό που ξεκίνησε από την άφρονα αντεθνική πολιτική της στρατιωτικής δικτατορίας στην ελλάδα και ολοκληρώθηκε από την τούρκικη επεκτατική πολιτική. Και ας έχουν αλλάξει δραματικά οι πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές συνθήκες. Οι νεανικές μας μνήμες είναι ζυμωμένες με συμμετοχές σε πολυπληθείς διαδηλώσεις, αγωνιστικές πορείες, ψηφίσματα διαμαρτυρίας, υπογραφές συμπαράστασης, εκδηλώσεις μνήμης για την σκλαβωμένη Κύπρο. Οι λεγόμενες ελεύθερες και δημοκρατικές κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου, οι πρώην κομμουνιστικές κοινωνίες, ο μουσουλμανικός διασπασμένος κόσμος, ανέχθηκαν και ανέχονται σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, τον διχασμό του Κυπριακού κράτους, την κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, την υποδούλωση των Κυπρίων από ξένα στρατεύματα, την μεταφορά τούρκων εποίκων στο νησί, το Κυπριακό προσφυγικό πρόβλημα, όπως αποδέχτηκαν και το Παλαιστινιακό ζήτημα και δεν θέλησαν να το λύσουν. Ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Η μνήμη των νιάτων μας είναι ακόμα νωπή. Δεν Ξεχνούμε. Οι διαχωριστικές γραμμές πάνω στο Κυπριακό έδαφος μας υπενθυμίζουν ότι η Κύπρος είναι ακόμα σκλαβωμένη, διχασμένη, κατέχεται παράνομα τμήμα του ελεύθερου εδάφους της από χώρα του ΝΑΤΟ. Και η ατλαντική συμμαχία περί άλλων τυρβάζει.
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, αντιγράφω ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στην πολιτική εφημερίδα της ανανεωτικής αριστεράς «Η Κυριακάτικη Αυγή» πριν 20 χρόνια, και αναφέρεται στο ταξίδι του γάλλου ποιητή Αρθούρου Ρεμπώ στην Κύπρο. Το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα στις 30 Αυγούστου 1998 σε απόδοση: Άρτεμις Κουρουπάκη, σελίδα 21, είναι αναδημοσίευση από περιοδικό που κυκλοφόρησε τότε. Αναφέρονται σχετικά: «Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το πρώτο τεύχος του εξαιρετικά ενδιαφέροντος περιοδικού «Πολύτροπος γλώσσα». Εδώ, είναι μια δεύτερη αναδημοσίευση που καταθέτω εις μνήμη των πεσόντων Ελλήνων και Κυπρίων αγωνιστών που χάθηκαν ή αγνοούνται ακόμα. Η Ιστορία του Νέου Ελληνισμού και η μνήμη του, δεν σταματά στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, την γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο σπαραγμό και τα μετεμφυλιακά πέτρινα χρόνια, συνεχίζεται μέχρι των ημερών μας. Η μνήμη των νεότερων γενεών είναι ζυμωμένη με τον αγώνα που διεξήγαγαν για την απελευθέρωση του Κυπριακού Ελληνισμού από τα ξένα στρατεύματα κατοχής, παράνομα και αναίτια. Μια κατοχή που αν δεν επιβραβεύτηκε από τις τότε υπερδυνάμεις, σίγουρα διατηρείται από την διεθνή πολιτική και διπλωματική αδιαφορία. Ας ευχηθούμε, να είναι σωστές οι πολιτικές και διπλωματικές αποφάσεις και να μην πάθουν τα ίδια οι επόμενες γενιές Ελλήνων και Ελληνίδων με το Μακεδονικό. Οι Εθνικές αποτυχίες δεν ρίχνουν ή καταστρέφουν κυβερνήσεις, αλλά πατρίδες, λαούς, χώρες. Το συναισθηματικό ξέσπασμα μπροστά στην κάμερα του παλαιού Σερραίου πρωθυπουργού και προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας για την Μακεδονία ηχεί στα αυτιά των νεότερων Ελλήνων. Και ο φάκελος της Κυπριακής τραγωδίας είναι ακόμα κλειστός και οι υπεύθυνοι στρατιωτικοί και πολιτικοί συνταξιοδοτήθηκαν πανηγυρικώς.  
Ο τίτλος του κειμένου είναι:
Πύρινος τόπος για τον Αρθούρο Ρεμπώ
     ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΣΙ της Αφροδίτης αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για τον Ρεμπώ, μια γη τόσο λατρεμένη, που δεν επέτρεψε την εγκατάλειψη του εγώ.
     Η Κύπρος ήταν το πρώτο στάδιο. Ο δρόμος που οδηγούσε στην αποξένωση του εαυτού του και στη δημιουργία μιας προσωπικότητας βυθισμένης στη σιωπή και τη μετριότητα ήταν μακρύς. Ο Ρεμπώ επέλεξε το νησί της Αφροδίτης σαν τον πρώτο σταθμό στο γολγοθά του. Το ιστορικό είχε ως εξής: Ήταν Ιούλιος του 1878. Μετά την τουρκική κατοχή, η Αγγλία είχε την κυριαρχία χαράζοντας ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Ευφάνταστος τυχοδιώκτης, ο Ρεμπώ επιδιώκει να κατακτήσει αυτόν τον τόπο, αποφασισμένος να κάνει περιουσία εκμεταλλευόμενος τον αδέξιο αριστοτεχνισμό του, όπως ένας Ωνάσης εξίσου αποφασισμένος να επιδοθεί στην ποίηση. Φεύγει και διασχίζει την οροσειρά των Βοσγίων με τα πόδια, περνώντας επίσης από το Σαν Γκοντάρ.
     Έτος 1878, μήνας Οκτώβρης, παγωνιά, τα πρώτα χρόνια. Ακολουθεί το Λουγκάνο, πηγαίνει στη Γένοβα, απ’ όπου αναχωρεί στις 17 Νοεμβρίου για την Αλεξάνδρεια. Το Δεκέμβριο γράφει στους δικούς του ότι φεύγει για την Κύπρο, το αγγλικό νησί, όπως έμαθε από κάποιους εργάτες. Ένας Γάλλος μηχανικός του δίνει υποσχέσεις αλλά και ζητεί ένα πιστοποιητικό από τη μητέρα του Ρεμπώ. «Εγώ, η υπογεγραμμένη Βιταλή Κιουίφ Ρεμπώ, κάτοικος της Ροσέ, δηλώνω υπεύθυνα ότι ο υιός μου Αρθούρος Ρεμπώ βγήκε στην αγορά εργασίας κατόπιν συγκατάθεσής μου».
      Ο Γάλλος μηχανικός κρατά το λόγο του. Στις 16 Δεκεμβρίου ο Ρεμπώ αποβιβάζεται στη Λάρνακα.
      Στις 15 Φεβρουαρίου ανακοινώνει στους αγαπημένους του φίλους ότι επί δύο μήνες επιβλέπει τις εργασίες σε ένα λατομείο, σε μια έρημη περιοχή, δίπλα στη θάλασσα. Διευκρινίζει ότι κατασκευάζουν ένα κανάλι για να διευκολύνουν τη μεταφορά των λίθων και ότι το πιο κοντινό χωριό απέχει μια ώρα με τα πόδια. Το τοπίο είναι πράγματι απογοητευτικό αλλά φωτίζεται από την πολύχρωμη λάμψη της Μέσης Ανατολής, που, μολαταύτα, δεν τον συγκινεί. Υπάρχει μόνο το χάος των βράχων, το ποτάμι και η θάλασσα. Υπάρχει ένα μοναδικό σπίτι… ούτε γη, ούτε λουλούδια, ούτε δέντρα. Τρέφονται με κυνήγι και πουλερικά. Όλοι οι Ευρωπαίοι αρρωσταίνουν, εκτός από τον ίδιο. Πέθαναν τρία ή τέσσερα άτομα από τα είκοσι.
     Οι Κύπριοι εργάτες έχουν μεγαλύτερη αντοχή στην ελονοσία που τους περιτριγυρίζει. Έρχονται από τα γύρω χωριά, γιατί προσλαμβάνουν 60 εργάτες την ημέρα. Ο Ρεμπώ τους διευθύνει.
     Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη και οι ρήξεις συχνές. «Εγώ προσπαθώ να είμαι ήσυχος», μας λέει ο ποιητής γεμάτος σιγουριά και ελπίδα. «Υπάρχει πάντα μια δουλειά για μένα εδώ στην Κύπρο. Θα φτιάξουμε σιδηροδρόμους, φρούρια, νοσοκομεία, λιμάνια, πορθμούς».
     Οι ρυθμοί του Ρεμπώ επιβραδύνονται. Στις 24 Απριλίου 1879 διορίζεται εργολάβος. Είναι υπεύθυνος για την εξόρυξη μαρμάρου. «Βάζω δυναμίτη και ανατινάζω τους ογκόλιθους». Η ασθένειά του έχει υποχωρήσει αλλά δέχεται ένα νέο πλήγμα. «Οι ψύλλοι είναι αφόρητο μαρτύριο, όλο το πρωί και όλο το βράδυ». Είναι, άραγε, τα παράσιτα, το αλκοόλ ή οι συνθήκες στο λατομείο που ωθούν τους εργάτες στην ανταρσία; Όλα αυτά βασανίζουν τον Ρεμπώ και υπονομεύουν τη θέση του. «Θα πρέπει να οπλοφορώ».
     Φαίνεται τελικά ότι οι εργάτες λήστευαν το ταμείο, όταν μεθούσαν, ενώ ο Ρεμπώ προσπαθούσε να υπερασπιστεί την τιμή και το συμφέρον του Ζαν Τιέλ και των υιών του. Ήδη εξαντλημένος, προσβάλλεται από τύφο και ελονοσία. Τέλη Ιουνίου επιστρέφει στη Γαλλία, στη Σαρλβίλ. Εκεί βρίσκει το φίλο του Ερνέστ Ντελαχάγιε (Σεπτέμβριος 1879) και του ομολογεί:
-Μπορώ να ζήσω πια μόνο σε ζεστά κλίματα.
-Και η λογοτεχνία;
-Δεν την σκέφτομαι πλέον!
     Την άνοιξη τον βρίσκουμε άνεργο στην Αίγυπτο, όπου παίρνει την απόφαση να γυρίσει στην Κύπρο. Στο διάστημα της απουσίας του οι εργοδότες του είχαν χρεοκοπήσει και έτσι μετακινείται σε ένα άγνωστο γι’ αυτόν τμήμα του νησιού. Η μεγαλόπρεπη οροσειρά της Τροόδου ντυμένη στα πεύκα και στους κέδρους,  με την πλάτη γυρισμένη στη θάλασσα, έδινε την εντύπωση ότι εισχωρούσε στα σύννεφα. Μέσα σε αυτό το υγιεινό κλίμα ο Ρεμπώ προσπαθεί να αναρρώσει. Στις 23 Μαϊου του 1880 γράφει πάλι στους αγαπημένους του φίλους:
     «Έχω υπό την επίβλεψή μου το έργο κατασκευής του μεγάρου-στην κορυφή του όρους Τρόοδος, του πιο ψηλού βουνού της Κύπρου-που προορίζεται για τον Άγγλο αρμοστή». Η τάση υπερβολής του Ρεμπώ φαίνεται στο σημείο αυτό, γιατί το υποτιθέμενο μέγαρο ήταν στην ουσία ένα άσχημο κτίσμα που έμοιαζε με τα ευρωπαϊκά νοσοκομεία, στα οποία νοσηλεύονταν οι πάσχοντες από φυματίωση. Όσο για τον ίδιο, μοιραζόταν έναν κοιτώνα με 50 άλλους εργάτες και δεν έχει την προνομιακή μεταχείριση που προέβλεπε το πόστο του εργολάβου. Το έργο ολοκληρώθηκε, εν τέλει, και, ενώ εξασφάλιζε το μισθό των 200 φράγκων το μήνα , εισέπραξε παράλληλα τα συγχαρητήρια όλων για την υπευθυνότητα που έδειξε.
     Ο Ρεμπώ αρχίζει να μετριάζει τις απαιτήσεις του. «Το όρος Τρόοδος είναι ένα πανύψηλο βουνό. Δεν βρίσκεται ούτε κοντά στη Λάρνακα ούτε κοντά στη θάλασσα. Η μετακίνηση γίνεται με άλογα.
     Η τροφή έρχεται από μακριά και κοστίζει ακριβά. Επί μονίμου βάσεως βρέχει, ρίχνει χαλάζι και φυσά εφιαλτικά. Υπάρχει μία μόνο ελπίδα για τον ανεφοδιασμό. Στην κορυφή του βουνού βρίσκεται ένα στρατόπεδο.
     Σε λίγες εβδομάδες, όταν γλυκάνει ο καιρός, θα φτάσουν οι Άγγλοι στρατιώτες. Τότε τα τρόφιμα θα είναι άφθονα».
     Ο ποιητής δεν αντέχει το μεγάλο υψόμετρο. «Παρά τον καθαρό αέρα που εισπνέω, νιώθω μια δυσάρεστη ταχυπαλμία. Κάνει καλό καιρό.
       Σε λίγες μέρες θα πρέπει να πάω σε μια επιχείρηση που ασχολείται με το εμπόριο μαρμάρου κα ασβέστη». Η συνεργασία δεν εξελίσσεται επιτυχώς.
      Στις 17 Αυγούστου του 1880 γράφει στη μητέρα του και στην αδελφή του από το Άντεν: «Συγκρούστηκα με τον εργοδότη μου και τον μηχανικό. Φεύγω λοιπόν από την Κύπρο με 400 φράγκα στην τσέπη μου. Αν έμενα, θα έπαιρνα προαγωγή σε μερικούς μήνες».
     Δεν θα μάθουμε ποτέ ποιοι ήταν οι λόγοι της σύγκρουσής του.. Ίσως να μη γνώριζε πώς να χαλιναγωγήσει την παιδική του οξυθυμία-είχε μιλήσει για αυτό το θέμα στο φίλο του Ντελαχάγιε-η οποία εκδηλωνόταν με βίαια ξεσπάσματα, επιζήμια για όλους. Κατά τον Ντελαχάγιε, όλοι εκτιμούσαν τον νεαρό αρχιεπιστάτη, γιατί φαινόταν ιδιαίτερα καλοκάγαθος. Είχαν εντυπωσιαστεί τόσο, ώστε κατέγραψαν το χάρισμα αυτό στο πιστοποιητικό του.
     Δεν έχει όμως σημασία πια. Το μυστήριο είναι ακόμα πιο σκοτεινό. Εξάλλου η Κύπρος υπήρξε αντικείμενο λατρείας και έτσι δεν του επέτρεψε να οδηγηθεί στην αυταπάρνηση. Γι να πετύχει κάτι τέτοιο, έπρεπε να εξερευνήσει άλλου είδους πύρινους τόπους.
Απόδοση: ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΟΥΡΟΥΠΑΚΗ
Εφημερίδα Η Αυγή της Κυριακής 30 Αυγούστου 1998, σελίδα 21.
     Δεν θέλησα να δώσω έναν φιλολογικό σχολιασμό στην αναδημοσίευση του κειμένου παρότι όσοι ασχολούνται με την περίπτωση του τρομερού έφηβου ανατροπέα της Γαλλικής αλλά και παγκόσμιας ποίησης του Arthur Rimbaud γνωρίζουν τις περιπέτειες του βίου του μετά την έκδοση των ποιητικών του συλλογών και την άρνησή του να ασχοληθεί με την ποίηση.
Το κείμενο είναι αφιερωμένο στους χαμένους και αγνοούμενους Ελληνοκυπρίους της Κυπριακής Τραγωδίας σαράντα τέσσερα χρόνια μετά. Αυτός είναι ο σκοπός της επαναδημοσίευσής του. Να κρατήσει τις μνήμες της γενιάς μου ζωντανές.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 19 Ιουλίου 2018
ΥΓ. Εμείς τότε, ούτε διαβάζαμε, ούτε τώρα ψηφίζουμε μνημονιακά μέτρα.      

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Δύο κείμενα για την ταινία Ο Τελευταίος Πειρασμός


Δύο κείμενα του Ηλία Κανέλλη για τον Τελευταίο Πειρασμό

       Μεταφέρω στο σημείωμα αυτό δύο κριτικές που γράφτηκαν για την ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε «Ο Τελευταίος Πειρασμός», και όχι για τα τεκταινόμενα που συνέβησαν. Άρθρα που αφορούν την ταινία και την πρόσληψή της από το κινηματογραφόφιλο κοινό στην Αμερική και στην χώρα μας όταν προβλήθηκε. Αντιγράφω τα δύο κείμενα του δημοσιογράφου-αρθρογράφου κυρίου Ηλία Κανέλλη, μια και έχουν οργανική ερμηνευτική και σχολιαστική συνέχεια και επειδή, είναι ένας αρθρογράφος που εκτιμώ την γραφή του-ανεξάρτητα αν συμφωνώ πάντα με τις θέσεις του. Και, σε όποιο περιοδικό ή εφημερίδα συναντώ άρθρα του εδώ και χρόνια τα διαβάζω με προσοχή και ενδιαφέρον. Οι απόψεις του είναι τεκμηριωμένες και ακριβείς, και έχουν αυτό που καταχρηστικά πλέον στις μέρες μας, και ίσως ξεπερασμένο από τους νέους πολιτικούς καιρούς και κυβερνητικές πολιτικές πρακτικές, αποκαλούμε «αριστερό» πρόσημο. Ο κύριος Ηλίας Κανέλλης επεξεργάζεται σε βάθος τα θέματά του, και συνήθως, αν τον κατανοώ σωστά, τα εντάσσει μέσα σ’ ένα πλαίσιο ιδεολογικών δημοκρατικών αναφορών και αριστερών καταβολών. Τα κείμενά του έχουν μια ελεγχόμενη «επαναστατικότητα», μια ακτιβιστική ατμόσφαιρα, μια διεύρυνση των ορίων μέσα στα οποία τα ίδια τα θέματα αναφέρονται, προέρχονται μάλλον από την παλαιά δεξαμενή του πολιτικού κόμματος του ΚΚ εσωτερικού, των προς τα αριστερά μεταλλάξεών του και μετονομασιών του. Μιας δημοσιογραφικής γραφής, ενός πολιτικού οραματισμού, μιας κοινωνικής ανάλυσης, ενός κριτικού λόγου που διαμόρφωνε πολιτικές συνειδήσεις, διέπλαθε κοινωνικούς χαρακτήρες, θεμελίωνε πολιτικές ερμηνείες και στάσεις μεγάλων ομάδων του πληθυσμού, αλλά και ατομικές αντιδράσεις στην χώρα μας, μετά την επτάχρονη δικτατορία, στα πλέον πολιτικοποιημένα και κομματικοποιημένα χρόνια και μη χειραγωγήσιμες πολιτικοποιημένες γενιές, που γνωρίσαμε και ανατραφήκαμε εμείς οι τότε νέοι και νέες έφηβοι της μεταπολίτευσης. Σχόλια και άρθρα προτρεπτικά μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής αντίληψης και πρόθεσης πολιτικής αποδοχής, αν ήθελες να λέγεσαι δημοκρατικός σκεπτόμενος πολίτης αλλά, και με πάμπολλες απορρίψεις και αποκλεισμούς, στηλιτεύσεις και καταδικαστικούς αφορισμούς των ιδεολογικών και πολιτικών αντιπάλων. Υπήρχε ένα διχαστικό κλίμα τα χρόνια αυτά που επικροτούνταν από μεγάλα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού, δεν αφορούσε μόνο τους πολιτικούς εκφραστές όλων των τότε παρατάξεων. Κάθε διαφορετική φωνή και εκδήλωση, θάβονταν και εξοβελίζονταν από το ουράνιο τόξο της ιδεολογικής και πολιτικής αριστεροσύνης και νομιμοφροσύνης. Δεν είναι θεωρητικές αναλύσεις αυτά που σημειώνω, αλλά η ζωή των εφηβικών και νεανικών μας χρόνων. Οι δικές μας πολιτικές μνήμες, της γενιάς του 1980. Των ωραίων χρόνων της επαναστατικής ξεγνοιασιάς μας, της φιλοδοξίας των ονείρων μας να αλλάξουμε την κοινωνία και τους κατεστημένους θεσμούς της όπως και με όποιον τρόπο μπορούμε. Ακόμα ηχεί το σύνθημα το προερχόμενο από τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη του 1968, «Αφού δεν μπορούμε να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα ας κάνουμε την πραγματικότητα όνειρο». Εξάλλου, πια νέα γενιά μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι επαναστατική και «αντιδραστική», δεν διακατέχεται από ανατρεπτικές ιδέες και οράματα. Ο πολιτικός και κομματικός λόγος της τότε εποχής, της μεταπολίτευσης-από όπου και αν αυτός εκπορεύονταν, εννοώ βιβλία, μελέτες, δημοσιογραφικά περιοδικά και εφημερίδες, έντυπα λαθρόβια, εφημερίδες του τοίχου, γραμμένες με το χέρι, ή επίσημης αναγνωστικής αποδοχής και αναγνώρισης, λογοτεχνικά περιοδικά, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και καθηγητικά έδρες και θρανία-στην βάση του, μάλλον, ήταν ένας μανιχαϊστικά εκφρασμένος λόγος, δημοσιογραφικός, λογοτεχνικός, ιστορικός, δοκιμιακός, ερευνητικός κλπ. Ήταν μια αντίδραση, στον σκουριασμένο, αναχρονιστικό, οπισθοδρομικό και συντηρητικό λόγο της εφτάχρονης στρατιωτικής διακυβέρνησης, με τις φυλακίσεις, τις εξορίες και το άγος της Κυπριακής Τραγωδίας. Μια άνθηση πνευματικών οραμάτων, καλλιτεχνικών εκφράσεων, ελεύθερης σκέψης, αναθεωρητικών προβληματισμών, διεργασιών και ζυμώσεων σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας που καλλιεργήθηκε έντονα και δραστικά την περίοδο εκείνη. Ένας τυφώνας ανατροπών και ανακατατάξεων σε όλα τα επίπεδα, τους κοινωνικούς χώρους και φορείς, σε νοοτροπίες και θεσμικές διαδικασίες ο οποίος παρέσερνε τους πάντες και τα πάντα, μας στροβίλιζε σε μια νέα εποχή αλλαγών και πρωτόγνωρων ανακατατάξεων, χωρίς ίσως πυξίδα. (ποιος από τους παλαιότερους δεν θυμάται τα δημοσιεύματα των προκηρύξεων της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», το πώς κατασκευάζεται μια βόμβα της εφημερίδος το « Το Βήμα», τις πολιτικές αναλύσεις του περιοδικού «Πολιτικά Θέματα» και «Εποπτεία», τα δεικτικά πολιτικά σχόλια του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», τα «μπλε» και «πράσινα» καφενεία, τον πολιτικό λόγο των μπαλκονιών στις συγκεντρώσεις κ.ά.). Παρόμοιες πολιτικές και κομματικές πρακτικές που συνέβαιναν στην λεγομένη δημοκρατική και αριστερή παράταξη και σχηματισμούς, συνέβαιναν θα υποστηρίζαμε και στην άλλη πολιτική πλευρά, την λεγόμενη συντηρητική, αστική παράταξη. Μια νέα γενιά διανοούμενων, μορφωμένων ατόμων, πολύγλωσσων συγγραφέων, καλλιεργημένων δημοσιογράφων, με προωθημένες ιδέες για το ρόλο του κράτος, την κοινωνία, την εκπαίδευση, την θρησκεία, την πολιτική διακυβέρνηση, τις διπλωματικές συμμαχίες, αναπτύχθηκε, που επεδίωκε να ξεκόψει και να αφήσει πίσω της τα άγος της δικτατορίας που προέρχονταν από τα σπλάχνα της. Να αφήσει πίσω της κατεστημένα δεσμά και αντιλήψεις. Η Ελλάδα, αν δεν είναι εκ των υστέρων υπερβολή, ήταν ένα απέραντο εργοτάξιο ιδεών, πολιτικών προβληματισμών, σκέψεων και αντιλήψεων για την κοινωνία και τους θεσμούς της, εκκλησιαστικών νέων ρευμάτων, καλλιτεχνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, εκδόσεων βιβλίων και μελετημάτων, παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών και θεατρικών παραστάσεων την περίοδο εκείνη. Πριν έρθει ο κορεσμός. Πολλές και ποικίλες οι ζυμώσεις της τότε εποχής σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και του πνεύματος που άφησαν τα βαθειά χνάρια τους στις επόμενες γενιές  και σημάδεψαν νοοτροπίες, αντιδράσεις, συμπεριφορές, αλλά και αγκυλώσεις δεσμευτικές, παρωπίδες ερμηνευτικές. Άρνηση προσαρμογής στις επερχόμενες διεθνείς αλλαγές και πολιτικές συγκυρίες. Αν δεν λαθεύω στις γενικές αυτές διαπιστώσεις για τα μεταπολιτευτικά χρόνια, θεωρώ ότι από αυτήν την βρυσομάνα δεξαμενή του πνεύματος και της τέχνης, της δημοσιογραφίας και πολιτικής αρθρογραφίας προέρχεται και ο λόγος του κυρίου Ηλία Κανέλλη του οποίου είμαι αναγνώστης.
     Ο κύριος Κανέλλης έχει το χάρισμα του γραφιά να μας κάνει οικεία και αγαπητή την γνώμη και τους σχολιασμούς του. Διαθέτει λαγαρό λόγο, στρωτή γραφή, νοηματική σαφήνεια, καθαρό ύφος, «πολιτική ή ιδεολογική» ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία εντάσσει τα θέματά του. Ο κοινωνιολογικών μάλλον αποχρώσεων λόγος του δεν είναι βαρύγδουπος, σκοτεινός, μαιανδρικός, κουλτουριάρικος θα γράφαμε, στριφνός, τα νοήματά του και οι κρίσεις του είναι καθαρές, παρότι διαθέτουν «πολιτική» ακτιβιστική πρόθεση. Εντάσσει τον στοχασμό και την κρίση του, σε ένα πλαίσιο κοινωνικών και πολιτικών προβληματισμών και διεργασιών,-και μιας ανοιχτής φιλοσοφικής διάθεσης, ξεφεύγοντας από την δημοσιογραφική επικαιρότητα της στιγμής και της αιτίας της δημοσίευσης των κειμένων του. Από μια μανιέρα καθιερωμένων αριστερών τσιτάτων που κάποτε ενθουσίαζαν αλλά πλέον προκαλούν χασμουρητά. Οι αναλύσεις του, στέκονται επίσης, μακριά από το κλίμα της εντυπωσιοθηρικής έκπληξης, του κραυγαλέου ιδεολογικά φορτισμένου στόχου, που απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο. Διαθέτει ευχέρεια γραψίματος, φαρέτρα γνώσεων που προέρχονται από διάφορα είδη της δημοσιογραφικής γραφής και σχολιασμού. Ορισμένα του κείμενα, των τελευταίων του περιόδων από όσο μπορώ να γνωρίζω, έχουν μια φιλοσοφική διάθεση, είναι περισσότερο κείμενα μάλλον στοχαστικού προβληματισμού παρά ιδεολογικού ή τουλάχιστον παράλληλου. Η γραφίδα του κυρίου Ηλία Κανέλλη προέρχεται μεν από παλαιότερες ιδεολογικές παλαίστρες, διατηρεί όμως την φρεσκάδα της και την ιδιαίτερη οσμή της, στο βαθμό που ο ίδιος ο αρθρογράφος το επιδιώκει. Συνήθως τα άρθρα του προκαλούν συζητήσεις, είναι άρθρα με ταυτότητα, ιστορική αναφορικότητα και πάνω από όλα ευθυκρισία.
•Ηλίας Κανέλλης, περιοδικό Αντί τχ. 381/26-8-1988
Ο  Σκορτσέζε και ο «Τελευταίος πειρασμός»
     Δεκαέξι χρόνια μια έμμονη ιδέα τριβέλιζε το μυαλό του σκηνοθέτη Μάρτιν Σκορτσέζε πως θα γινόταν δυνατόν να μεταφέρει στον κινηματογράφο τον Τελευταίο πειρασμό του «αιρετικού» Νίκου Καζαντζάκη πως θα αποδιδόταν ένας Χριστός με σάρκα και οστά, ένας Χριστός που υποφέρει απ’ τη σκληρή δοκιμασία της ανθρώπινης υπόστασής του, ο οποίος οδηγείται αργά, βασανιστικά, να αποδεχτεί τον εαυτό του ως Μεσσία. «Αυτός είναι ο δικός μου δρόμος στην προσπάθεια ν’ ανακαλύψω το Θεό» λέει ο σκηνοθέτης. Δύσκολος πράγματι δρόμος που γίνεται ακόμα δυσκολότερος όταν, εκτός απ’ τη βασανιστική προσπάθεια τιθάσευσης του δημιουργικού οράματος, έχεις να κάνεις και με τις παραγωγικές δομές του Χόλλυγουντ που, πάνω απ’ όλα, ενδιαφέρονται για σίγουρες επενδύσεις.
     Η περιπέτεια της ταινίας ξεκίνησε το 1972. Τότε η ηθοποιός Μπάρμπαρα Χέρσεϋ, που παίζει τη Μαρία Μαγδαληνή, δώρησε στο σκηνοθέτη ένα αντίτυπο του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Σκορτσέζε εντυπωσιάσθηκε απ’ την ανάγνωση κι άρχισε, από τότε, να σχεδιάζει την κινηματογραφική του μεταφορά. Ο Ιησούς του Καζαντζάκη, βέβαια, συνδύαζε την ανθρώπινη και τη θεία πλευρά του. Ό,τι όμως ενδιέφερε τον σκηνοθέτη στην προβληματική του συγγραφέα ήταν –όπως ο ίδιος εξηγεί-«ότι η ανθρώπινη πλευρά του Ιησού θα μπορούσε να έχει προβλήματα ως προς την αποδοχή της θείας».
     Η εταιρεία Universal, όταν ο Σκορτσέζε έκανε γνωστό το σχέδιό του, είχε αντιρρήσεις. Έτσι ανέλαβε η Paramount την παραγωγή της ταινίας το 1983. Μερικές βδομάδες, όμως, πριν αρχίσουν τα γυρίσματα υπαναχώρησε. Έτσι, μπήκε πάλι στο χορό η Universal και, μετά από αρκετά ήξεις-αφήξεις, αποφάσισε να δώσει τη δυνατότητα στον σκηνοθέτη να γυρίσει την ταινία. Έτσι ο σκηνοθέτης και συνεργείο βρέθηκαν στο Μαρόκο και με έναν «σφιχτό»  προϋπολογισμό για τα αμερικάνικα δεδομένα (6,5 εκατομμύρια δολάρια) άρχισαν τα γυρίσματα.
     Επιβλητικός, εκκεντρικός, αιματηρός, πλήρης θεολογικών αυθαιρεσιών»- σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του περιοδικού “Time”- ο Τελευταίος Πειρασμός παρουσιάζει το Χριστό να κάνει έρωτα  επί της οθόνης με τη Μαρία Μαγδαληνή, ενώ αργότερα, τον παρουσιάζει να μοιχεύεται τη γυναίκα του, τη Μαρία, με την αδελφή της Μάρθα. Ο Ιούδας παρουσιάζεται ως ρωμαλέος επαναστάτης, ο καλύτερος από τους αποστόλους. Ο αναστημένος Λάζαρος λέει για τη νεκρανάστασή του. «Ήταν μια μικρή έκπληξη. Δεν βλέπω, όμως, και μεγάλη διαφορά». Κάποια στιγμή παρουσιάζεται νατουραλιστικά μια ομαδική σφαγή ζώων για να επακολουθήσει ευωχία και κρασοκατάνυξη, όπου αίμα αναβλύζει από ένα μήλο που τρώει ο Ιησούς κι όπου, στο τέλος αυτής της σκηνής, το κρασί χύνεται κι ανακατεύεται με το αίμα. Και τέλος, ο Χριστός μοιάζει να τα έχει μπερδεμένα: Πριν απ’ τη σταύρωση δεν είναι απόλυτα σίγουρος αν έπρεπε να απαντήσει στους Ρωμαίους με την αγάπη του ή με τη βία, ομολογεί: «είμαι ψεύτης, είμαι υποκριτής. Φοβάμαι τα πάντα… Ο διάβολος είναι μέσα μου», ενώ και πάνω στο σταυρό φαντάζεται ότι αποποιείται το ρόλο του Μεσσία, ότι αποδρά και παντρεύεται τη Μαρία Μαγδαληνή, με την οποία θα ζήσουν μια ήσυχη ζωή μέχρι τα βαθιά γεράματα.
     Όλα αυτά οδήγησαν σε μια πρωτοφανή, αν και προσδοκώμενη αντίδραση απέναντι στην ταινία, ιδίως από διάφορες χριστιανικές οργανώσεις, αλλά και από το λόμπυ των ισραηλινών οι οποίοι διαβλέπουν στην ταινία ένα διάχυτο αντισημιτισμό. Οι αντιδράσεις αυτές βρήκαν οπαδούς ακόμη και στους κόλπους της παραγωγού εταιρείας. Ο Τιμ Πένλαντ, ένας από τους ικανότερους μάνατζερ της Universal δήλωσε ότι το στούντιο της εταιρείας που διέπραξαν το μεγαλύτερο λάθος των τελευταίων χρόνων. Στο μεταξύ μια οργάνωση Χριστιανών πρότεινε στην Universal να καταστραφούν οι κόπιες που επρόκειτο να κυκλοφορήσουν αντί ενός πολύ σοβαρού ποσού, ενώ οι αντιδράσεις έφτασαν και μέχρι την Ευρώπη, όπου θα παιχτεί η ταινία στο Φεστιβάλ Βενετίας: Ο σκηνοθέτης Φράνκο Τζεφιρέλι απείλησε με τη συμμετοχή στο ίδιο Φεστιβάλ αν προβληθεί η βλάσφημη, όπως τη χαρακτήρισε ταινία.
     Αλλά και η κριτική, στην πλειοψηφία της, δεν είδε με καλό μάτι τον Τελευταίο Πειρασμό. Γράφει στο “Time” ο Ρ. Κόρλις, για το κινηματογραφικό αυτό πρόσωπο του Ιησού. «… Στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη και στο σενάριο του Π. Σρέηντερ ο Σκορτσέζε έχει βρει μια ηχηρή ιστορία με μελόδραμα και λόγο μεταφορικό. Αυτός ο Ιησούς (Γ. Ντεφόε) δεν είναι θεός γεννημένος σαν άνθρωπος. Είναι ένας άνθρωπος που ανακαλύπτει-ή επινοεί-τη δική του θεότητα».
     Αλλά ο Σκορτσέζε δεν πτοείται. Ήδη από τις 12 Αυγούστου ο Τελευταίος Πειρασμός προβάλλεται με μεγάλη επιτυχία στις αίθουσες της Αμερικής. Στη Βενετία που θα παιχτεί στο πλαίσιο του φεστιβάλ κινηματογράφου θεωρείται το κύριο γεγονός και ο θόρυβος που προκαλεί προοιωνίζει μιαν εντυπωσιακή καριέρα της και στην Ευρώπη-όπου, άλλωστε, ο σκηνοθέτης έχει πολλούς θαυμαστές.
     Με δικαιολογημένο ενδιαφέρον περιμένουμε και μεις την ταινία, στην Ελλάδα. Όχι μόνο γιατί στηρίζεται στο έργο του δικού μας Καζαντζάκη, συγγραφέα αφορεσμένου από την εκκλησία, αλλά και για να κρίνουμε από μόνοι μας αν έχουν δίκιο οι επικριτές του-ή ποιος απ’ αυτούς. Προεξοφλώντας, πάντως, ότι μια τέτοια ταινία θα συναντήσει άπειρες αντιδράσεις και ότι κάποιες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έξω απ’ τις κινηματογραφικές αίθουσες ίσως αποτελέσουν την ηπιότερη μορφή των αντιδράσεων αυτών.
     Αλλά, ούτως ή άλλως, κάτι τέτοια παρατράγουδα είναι επιβεβαιωτικά της δυναμικής που συνεχίζει να έχει ο κινηματογράφος σε πείσμα της ισοπέδωσης που κομίζει, συνήθως, η ανάπτυξη σε βάρος του των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής επικοινωνίας.
ΥΓ. Την ώρα που γραφόταν το ως άνω κείμενο αντιμετωπίζαμε τις πιθανές αντιδράσεις ως γκροτέσκο εκδηλώσεις σκοταδιστικών κύκλων, που η εποχή τους έχει ξεπεράσει. Όταν, όμως μετά από έγγραφο της Αρχιεπισκοπής που ζητάει την απαγόρευση προβολής της ταινίας ο Σωτήρης Κωστόπουλος ανέλαβε να μας διαβεβαιώσει για τις «καθαρότατες» προθέσεις της κυβέρνησης… ενάντια στη λογοκρισία, ταραχθήκαμε σφόδρα.
     Το «μπαλάκι» που έριξε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προς την εισαγγελική αρχή, στην οποία «εναπόκειται από το Σύνταγμα και τους νόμους να κρίνει κατά πόσο η ταινία αυτή ανήκει σε εκείνες που δικαιολογούν την παρέμβασή της» δείχνει σ’ όλο της το μεγαλείο την κυβερνητική πρακτική. Σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που, τουλάχιστον σύμφωνα με τις ιδεολογικές αρχές του ΠΑΣΟΚ δεν του ανήκουν, η κυβέρνηση αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό στους εκκλησιαστικούς κύκλους και στα τμήματα του λαού που επηρεάζουν, και γίνεται έτσι δικηγόρος του… αρχιεπισκόπου.
     Ένα επικίνδυνο παιχνίδι που είναι ανάγκη να μη βρει κανένα παθητικό αποδέκτη. Έχουμε δικαίωμα να διαβάζουμε, να ακούμε ό,τι γουστάρουμε (ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν έχει δικαίωμα να λέει ό,τι γουστάρει. Και δεν προτιθέμεθα να το εκχωρήσουμε απέναντι σε ουδεμία πολιτική σκοπιμότητα.
Ηλίας Κανέλλης
•ΚΑΙ Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ;
Του Ηλία Κανέλλη, περιοδικό Αντί τχ. 385/21-10-1988
«Η δυαδική υπόσταση του Χριστού στάθηκε για μένα πάντα βαθύ, ανεξερεύνητο μυστήριο’ η λαχτάρα, η τόσο ανθρώπινη, η τόσο υπεράνθρωπη, να φτάσεις ο άνθρωπος ως το Θεό-ή πιο σωστά: να επιστρέψει ο άνθρωπος στο Θεό και να ταυτιστεί μαζί του’ η νοσταλγία αυτή, η τόσο μυστική και συνάμα τόσο πραγματική, άνοιγε μέσα μου πληγές και πηγές μεγάλες».
      Έτσι αρχίζει τον πρόλογό του στον «Τελευταίο πειρασμό» ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο Μάρτιν Σκορτσέζε, αυτό το βρήκε πολύ ενδιαφέρον. Όταν λοιπόν στηριζόταν στον εγκλωβιστικό, μα πραγματικά πιστό στο βιβλίο, σενάριο του Πωλ Σραίντερ ήθελε να μην αποκλίνει από το πνεύμα του βιβλίου που τον ενέπνευσε.
     Και πράγματι, παραμένει πιστός. Στήνει μια Ιουδαία σπαρασσόμενη από κοινωνικά προβλήματα, δικαιολογεί το πνεύμα εξέγερσης που επικρατεί στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα εναντίον, κυρίως, των κατακτητών Ρωμαίων, σκιαγραφεί έναν ηγέτη μιας κίνησης, εξέγερσης, δυναμικό, λαοφιλή μα, πάνω από όλα, έναν άνθρωπο που μπορεί να πείσει ότι η εξέγερση ευνοείται από έναν θεό της δικαιοσύνης-και τόσο πιο πειστικός γίνεται ένας τέτοιος άνθρωπος όσο πιο πολύ πεπεισμένος είναι ο ίδιος.
     Ο Ιησούς του «Τελευταίου πειρασμού» είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Χαρακτήρας ακραίος, ισορροπεί στα όρια της ανθρώπινης (άρα αδύναμης) φύσης του και στην υπέρβασή της. Αποφεύγει την εξομοίωση της κοινωνικής του συμπεριφοράς με των άλλων ανθρώπων, για να στοιχειοθετεί τη διαφορά του. Κάθε στέρηση, κάθε δοκιμασία την οποία ξεπερνά τον ενδυναμώνει ως πρότυπο.. Διαπιστώνει ότι το να διαφέρεις απαιτεί προσπάθεια, εγρήγορση και πόνο. Και συμπεραίνει ότι η απόλυτα θεληματική αποδοχή του πόνου που μπορεί να οδηγήσει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής στο θάνατο μπορεί να ‘ναι η θέωση. Διαλέγει λοιπόν τον δρόμο του σταυρού, της μαρτυρικής θανάτωσης, που έρχεται ως τίμημα της εξέγερσης. Η άρνηση της σάρκας του, που υποφέρει να συμφιλιωθεί, έστω και ως φαντασία, με μιαν ήσυχη, καθημερινότητα, με μια συμβατική ευτυχία, είναι το τελευταίο πλήγμα στην ανθρώπινη φύση του και, συνάμα, η μεγάλη νίκη του θεού-αυτού που θα εμπνεύσει την ανθρώπινη εξέγερση.
     Ο κύριος χαρακτήρας στοιχειοθετείται επαρκώς. Και οι κοινωνικές αναφορές της ταινίας είναι απόλυτα δικαιολογημένες. Ούτε οι σκηνές με το λαό άθυρμα των ισχυρών και των λαοπλάνων, είναι σε μια κατεύθυνση αντισημιτισμού, όπως υποστηρίχτηκε, αλλά μάλλον αντιπροσωπευτικές μιάς πάγιας κοινωνικής συμπεριφοράς. Ο Σκορτσέζε τα πήγε πολύ καλά με το υλικό του, δεν πρόδωσε κανέναν από όσους στηρίχτηκε: ούτε τον Καζαντζάκη, που το πνεύμα του απέδωσε πιστά, ούτε το σεναριογράφο του, ούτε την Μπάρμπαρα Χέρσεϋ (τη Μαγδαληνή της ταινίας) που του είχε χαρίσει το βιβλίο του Καζαντζάκη, ούτε τους θεατές, οι οποίοι δεν περιμένουν ιδιαίτερες τολμηρότητες, ούτε την εταιρεία που τον εμπιστεύτηκε, στην οποία το κόστος παραγωγής θα αποδοθεί στο 100/πλάσιο (και βάλε), ούτε την καθολική πίστη του. Το μόνο που πρόδωσε ο Σκορτσέζε είναι ο κινηματογράφος του.
     Ο σκηνοθέτης που αρνήθηκε να υποταχθεί στον κινηματογράφο των ειδών, διαλέγει αυτή τη φορά το δρόμο του μελοδράματος για να πετύχει την ταυτοποιητική συμμετοχή του θεατή. Ο σκηνοθέτης των λεπτών ισορροπιών υποτάσσεται στη χοντροκοπιά, στην κακογουστιά της εξόφθαλμης χρήσης σπέσιαλ εφέ, διαρκώς στην οθόνη λες και σκηνοθετεί ταινία τρόμου του συρμού. Ο σκηνοθέτης της σκληρής κοινωνικής βίας εκχωρείται σ’ έναν μανιερίστικο νατουραλισμό, με το αίμα να ρέει διαρκώς, χωρίς άλλο νόημα απ’ το συμβολιστικό. Ο σκηνοθέτης που χορογραφεί την ασήμαντη λεπτομέρεια με έναν ευέλικτο φακό και με μια οπτική γεμάτη φαντασία, παράγοντας εντάσεις μέσα απ’ τις ρωγμές που δημιουργεί στο ξετύλιγμα της αφήγησης, εκχωρείται στην ακαδημαϊκή αφηγηματικότητα μιας ταινίας που αγωνίζεται να μείνει πιστή, να μην βεβηλώσει.
     Ο «Τελευταίος πειρασμός», για έναν Σκορτσέζε χωρίς διλήμματα ήταν, σίγουρα, μη πειρασμός.
Ηλίας Κανέλλης.
--
     Και συμπληρωματικά, μία κριτική από εφημερίδα της εποχής, όταν προβλήθηκε η ταινία. Ο τελευταίος πειρασμός
 Έγχρωμη αμερικάνικη ταινία, 1988. Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε
Παίζουν: Γουίλεμ Ντεφό, Χάρβεϊ Κάιτελ, Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, Ντέιβιντ Μπόουι, Έρβιν Κέρσνερ, Πολ Γκρέκο, Βέρνα Μπλουμ.
Διάρκεια 161 λεπτά.
Προβολή: Αθηνά, Όπερα, Ααβόρ, Αθήναιον, Έμπασυ, Νανά, Τροπικάλ
 • εφημερίδα Η ΠΡΩΤΗ 14/10/1988
«Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ»
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορτσέζε.
 Παίζουν: Ουίλεμ Νταφόου, Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, Χάρβεϊ Κάιταλ, Χάρι Ντιν Στάντον, Ντέιβιντ Μπάουι
     Ιδού λοιπόν η «πέτρα του σκανδάλου» των τελευταίων μηνών για όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, και πιο ειδικά, η «πέτρα του σκανδάλου» για τους απανταχού θρησκόληπτους και σκοταδιστές, που σπεύδουν να «προστατέψουν» κάποια «παραδοσιακή εικόνα» του Χριστού, καταδικάζοντας την ελεύθερη σκέψη-και ένα αποτέλεσμα δημιουργικής διαδικασίας-χωρίς βέβαια να γνωρίζουν το αντικείμενό τους.
     Γιατί αν το γνώριζαν, θα αντιλαμβάνονταν ότι ο «Τελευταίος Πειρασμός» είναι ένα πραγματικά θρησκευτικό έργο (άλλο θρησκευτικότητα άλλο θρησκοληψία και στενομυαλιά). Ένα έργο που στέκεται με πλήρη σεβασμό στο θεματικό όγκο του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη.
     Ο προβληματισμός του Σκορτσέζε σαφώς αναπτύσσεται πάνω στην καζαντζακική φιλοσοφική διερεύνηση, όχι μόνο της ανθρώπινης υπόστασης του Χριστού αλλά και της αντιπαράθεσης του καλού και του κακού, όχι μόνο στο θεάνθρωπο αλλά και σε κάθε ανθρώπινη υπόσταση. Και ο προβληματισμός αυτός δεν σταματάει εκεί. Η αλλαγή της συνθήκης της ανθρώπινης ζωής είναι μπορετό να γίνει «με το σπαθί ή με την αγάπη»; Η τάση ανθρώπου να φτάσει την «εικόνα και ομοίωση» ενός θεού-θα ΄λεγα καλύτερα μιας ηθικής δικαίωσης και πληρότητας-μέσα από ποιες δοκιμασίες και πειρασμούς πρέπει να περάσει; Και μήπως τελικά οι απλές ανθρώπινες απολαύσεις, δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια σειρά μικρών και μεγάλων δοκιμασιών, που θέτουν σε κρίση την ηθική αντοχή του ατόμου;
     Ο Σκορτσέζε σ’ ένα πρώτο επίπεδο έφτιαξε την ταινία του με καθαρά υλικά που θυμίζουν έντονα τη σχέση τους με τον αναπαραστατικό ρεαλισμό. Η εποχή, το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα, όμως δεν στηρίζονται σε τυπικά άψυχα συστατικά. Στήνοντας τα γυρίσματά του στο Μαρόκο, ο σκηνοθέτης απόδειξε την μαστοριά του χρησιμοποιώντας κάθε λαϊκό-και όχι γραφικό-στοιχείο του προσφερόταν, με εκπληκτικό τρόπο. Τοπία, άνθρωποι, αντικείμενα, ήχοι και υπεροχή «λαϊκοφανής» μουσική του Πήτερ Γκάμπριελ, δημιούργησαν μιαν «εποχή» και μιαν ατμόσφαιρα αλήθειας, που φυσικά τόνισε ακόμα πιο πολύ τη διαχρονικότητα του ηθικού-φιλοσοφικού θέματος και έφερε τη θεματική ανάπτυξη πιο κοντά στην εποχή μας. Εκεί που αυτόματα έχεις την αίσθηση ότι ο Σκορτσέζε παγιδεύτηκε είναι η ροπή του προς τον κινηματογραφικό εντυπωσιασμό. Η αλληλουχία των οπτικών «εφέ» υπερτόνισε την αίσθηση της κινηματογραφικής υπερπαραγωγής και άνοιξε περισσότερο το χάσμα μεταξύ της σκέψης και γενικότερου εικαστικού-ρεαλιστικού αποτελέσματος. Γιατί είναι αδύνατον να υποβάλεις τον ανθρώπινο εσωτερικό γολγοθά στον θεατή με την απαιτούμενη θεωρητική χροιά, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των εφέ, που αυτόματα σε παραπέμπουν σε άλλες κατηγορίες αφηγήσεων. Το ίδιο αφορά και το πρόσωπο του Ουίλεμ Νταφόου, που σαν Χριστός ανταποκρίνεται περισσότερο στην ανθρώπινη υπόστασή του, αλλά δεν διαθέτει καθόλου και την περιρρέουσα πνευματικότητα και ψυχική αγωνία, που θα ‘πρεπε. Παρ’ όλες τις αντιρρήσεις, ο Σκορτσέζε κατάφερε να φτάσει σε έξοχες κινηματογραφικές στιγμές ιδίως στα σημεία όπου αφήνει το φακό του να «μιλήσει» μόνος του χωρίς την επέμβαση του Λόγου. Όσο για τις υποτιθέμενες «επίμαχες» σκηνές, ουδείς ψόγος: Εντάσσονται θαυμάσια στο κλίμα και στον προβληματισμό της ταινίας, είναι «λατρευτικά» γυρισμένες, και μόνο οι κατ’ ευθείαν απόγονοι του Μεσαίωνα (και επί πλέον αγράμματοι και μικρόνοες) θα μπορούσαν να αντιδράσουν εναντίον τους.
Για την ταινία και το έργο, θα επανέλθουμε.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 17/7/2018