Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

ΜΕΝΗΣ  ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

«Θυμάμαι την Μαρία»,
εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994, σελίδες 47, σχέδια, Θανάσης Μακρής.

     Το «Θυμάμαι την Μαρία» είναι ένα συγκινητικό, λυρικό εξομολογητικό κείμενο. Η εξομολογητική διάθεση οικοδομείται πάνω σε μια δωρική και απλή σχεδόν πλοκή. Έχουμε μια διήγηση στην οποία δρουν δύο πρόσωπα. Η θεϊκή πριμαντόνα, η Ελληνίδα που ανάμεσα στο υπέρυθρο της ευαισθησίας της και το υπεριώδες του φωνητικού της ταλάντου μας πρόσφερε μια διαρκή συνομιλία με το Θείο μέσα από τις λεπτές αποχρώσεις των προσωπικών της ερμηνειών στα διάφορα μουσικά έργα που ερμήνευσε. Η φωνή της είναι οι παλμοί της ευαισθησίας μας, το μοναχικό ταξίδι των αισθημάτων μας, οι χτύποι των αρτηριών ενός παλλόμενου από χαρά και γαλήνη σύμπαντος. Η φωνή της δεν σημαίνει αλλά «είναι» η ψυχή μας.
     Και από την άλλη, ο Αλφρέντο, ένας νεαρός Κερκυραίος, σερβιτόρος το επάγγελμα, που είχε την τύχη να συναντήσει από κοντά όπως ο ίδιος αφηγείται την Μαρία των ονείρων μας, τον Αύγουστο του 1957 παραμονές της εμφάνισής της στο Ηρώδειο. Την εμπειρία αυτή διηγείται μετά από χρόνια σε έναν δημοσιογράφο.
     Η γραφή του κυρίου Κουμανταρέα υφαίνεται με ευκρίνεια και ευαισθησία καθώς φιλοτεχνεί τη μοιραία αυτή συνάντηση. Ο αφηγητής είναι ταυτόχρονα και δρών πρόσωπο της ιστορίας που αφηγείται.
     Το ύφος του συγγραφέα είναι λιτό, η γλώσσα που χρησιμοποιεί ρυθμική, που αποκτά μια μορφοπλαστική παρόρμηση από την καταγραφόμενη εμπειρία, από την έντονη ανάμνηση της-πρόσχαιρης, έστω,σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δύο αυτά πρόσωπα. Το αφήγημα είναι πρωτίστως, ένα παιχνίδι ανάμεσα στην αλήθεια και την φαντασία, το ντοκουμέντο και την μεταγενέστερη εκδοχή του, την υποκειμενική ερμηνεία και την ιστορική πραγματικότητα. Παρότι αφουγκραζόμαστε με πολύ προσοχή και ενδιαφέρον την εξιστόρηση του Αλφρέντο, κάπου αμφιβάλλουμε ταυτόχρονα, για το αν πράγματι πραγματοποιήθηκε αυτή η συνάντηση. Είναι αληθινό το συμβάν, ή η αφήγησή του είναι πλασματική; Η ανάμνηση του γεγονότος (που θα ευχόμασταν να είχε συμβεί και σε μας) τροφοδοτεί την φαντασία του αφηγητή για να μας διηγηθεί την ιστορική του αλήθεια, ή μια φρούδα ελπίδα που ακόμα τον τυραννάει;
    Ο κύριος Κουμανταρέας κατορθώνει με απλό τρόπο να μας δείξει την σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία. Η λογοτεχνία δεν είναι παρά μια άλλη ερμηνεία της ιστορίας. Η λογοτεχνία είναι η ιστορία κοιταγμένη από ένα πρόσωπο που κατευθύνει τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις της καθημερινότητας των διαφόρων προσώπων. Η κάθε εκδοχή της διήγησης είναι και μια ιστορική αλήθεια. Στο «Θυμάμαι την Μαρία», η αλήθεια της διήγησης μένει στον αναγνώστη μετέωρη. Οι εκδοχές που μπορούν να προταθούν για το αν ο Αλφρέντο συνάντησε πραγματικά την Μαρία παραμένουν αναγνωστικές υποθέσεις. Ο αφηγητής μας προτείνει την αλήθεια ως μια καθαρά υποκειμενική υπόθεση ανάγνωσης και όχι ιστορικό κατηγόρημα αφηγηματικής καταγραφής. Ο ηθελημένος από τον δημιουργό τρόπος αυτός αφήγησης, διευκολύνει στο να ξεπεραστεί η λογοτεχνική αντινομία της λυρικής εξομολογητικής υποκειμενικότητας και της αντικειμενικής μαρτυρίας. Έτσι, ο ίδιος ο αφηγητής, δεν πιστώνεται για την όποια ερμηνεία μας προσφέρει ο ήρωάς του, γι’ αυτό και δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε το ποσοστό αλήθειας που εμπεριέχει η προσωπική του μαρτυρία. Όταν μάλιστα υπάρχει και η εκδοχή, όχι η εικασία, της γυναίκας του ήρωα, η οποία όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρει: «Πιάνει τον κόσμο και του λέει: Μπα, μια στιγμούλα είδε την ντίβα, ο Αλφρέδος μου, μια στιγμούλα που μισάνοιξε η πόρτα κι εκείνη πήρε το δίσκο. Όλα τα άλλα τα φαντάστηκε. Και όσο για τη συναυλία, λέει ότι την ξέρει από την κασέτα».
     Μια εκδοχή που μας κάνει να αναρωτηθούμε για το αν η ιστορική αντικειμενικότητα δεν είναι παρά μια πρόφαση ενός φιλόμουσου μεσήλικα για ονειροπόλημα ή ακόμα και καταξίωση. Εκτός αν η αφηγηματική αντιπρόταση της γυναίκας που υποσκάπτει τη βεβαιότητα του άντρα της γίνεται γιατί προαισθάνθηκε τον κρυφό έρωτα του συζύγου της για την Ελληνίδα ντίβα.
      Με την αξιοσημείωτη αυτή αφηγηματική στρατηγική του κυρίου Μένη Κουμανταρέα, η υπόθεση του μικρού αυτού τρυφερού διηγήματος αποκτά τη δυναμική της πρόθεσης σύμφωνα όχι μόνο με την ερμηνεία που ο αφηγητής μας προσφέρει, ούτε και με την πειθώ της εσωτερικής εξομολόγησης μόνο, ενός απλού αφελούς ίσως, αλλά ειλικρινούς λαϊκού αγοριού, αλλά και με ένα είδος πολλαπλών αναγνωστικών προσεγγίσεων, με πάνω από μία πιθανότητες.
 Ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων Μάνος Κοντολέων, σημειώνει ότι: ο Κουμανταρέας υλοποιεί και στο χώρο της λογοτεχνίας το νόμο της σχετικότητας.
     Μια παρατήρηση που μας προτρέπει να διατυπώσουμε την θέση, ότι στα χέρια ενός σημαντικού συγγραφέα όπως είναι ο κύριος Κουμανταρέας, οι διάφορες ιδέες, και οι σκέψεις που αφορούν τον χώρο της λογοτεχνίας και την ανανέωσή της, δεν εγκλωβίζονται στα ιστορικά δεδομένα αλλά μάλλον αναπλάθουν την πραγματικότητα πριν αυτή ολισθήσει προς την δημοσιογραφική ντοκουμεντογραφία και την διαμερισματοποίησή της.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση,
εφημερίδα, «Η Φωνή του Πειραιά», αριθμός 15386/30-Σεπτεμβρίου 1997, σελίδα 5.

Πειραιάς, Σάββατο 8-Ιουνίου 2013, με μια ηλιόλουστη μέρα να σου κρατά τις αισθήσεις σε εγρήγορση.