Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

ΜΙΧΑΗΛ ΨΕΛΛΟΣ

ΜΙΧΑΗΛ ΨΕΛΛΟΣ,
 «ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ»,
μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Βρασίδας Καραλής, εκδόσεις Άγρωστις-Αθήνα 1993, τόμοι 2.

    «Χορεύοντας την ίδια μας την ζωή με έρωτα και με θάνατο»
                                                                                     Β. Κ.

          Ο Ψελλός αν και δεν ευτύχησε να είναι ο τελευταίος των Βυζαντινών και ο πρώτος των Νεοελλήνων όπως ο θείος Πλήθων ο Γεμιστός, υπήρξε όμως ένας από τους πρωτεργάτες της Αναγεννητικής κίνησης, τόσο στην Θεοκρατική Βυζαντινή Αυτοκρατορία όσο και στην ζείδωρη πνευματικά Δύση. Όπως εύστοχα γράφει ο Βασίλειος Τατάκης ο Ψελλός «πάνω από όλα είναι πνεύμα εγκυκλοπαιδικό».
Ο Ψελλός υπήρξε πολίτης της οικουμένης, αν και ποτέ δεν ομολόγησε ανοιχτά και μαχητικά την κλήση του προς την προχριστιανική Θεολογία, όπως έπραξε ο κλεινός Πλήθων. Ο χαρακτήρας του Μιχαήλ Ψελλού προσομοιάζει μάλλον περισσότερο προς αυτόν του Ιωσήφ Φουσέ.(αν διαβάσει κανείς το βιβλίο του Στέφαν Τσβάιχ για τον Ι. Φουσέ θα κατανοήσει τι εννοώ). Αν και έχει κάτι από τον ιδεαλισμό του Σαιν Σιμόν.
Ο Ψελλός διακατέχεται από τις εγωπαθείς και κρυφο-αρχηγικές τάσεις του διαχρονικού Έλληνα, και την δολοπλόκα ιδιοσυγκρασία και το αυταρχικό πνεύμα των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας. Ο σημαντικός αυτός χρονογράφος του Βυζαντίου δείχνει έστω και καλυμμένα την δυσφορία του για τους ανάξιους Αυτοκράτορες και άλλους ηγέτες που τον κυβερνούσαν στην εποχή του, και αναφέρει το πόσο ενοχλητικοί είναι (τα άτομα αυτά) για έναν φιλόσοφο σαν και αυτόν.
        Ο Ψελλός οικειοποιήθηκε τη σκέψη του πρώτου των Ελλήνων φιλοσόφων, του θείου Πλάτωνα, επιθυμώντας όχι μόνο να την ερμηνεύσει και να την αναλύσει, αλλά και να πετύχει την ενσωμάτωσή της στην δική του συλλογιστική και επιχειρηματολογία. Οι στόχοι και το όραμα του ύπατου των Ελλήνων φιλοσόφων και οι σταθερές του επιδιώξεις είναι ανιχνεύσιμες τόσο μέσα στην «Χρονογραφία» του, όσο και στο τεράστιο υπόλοιπο έργο του.
Ο πρωτοασηκρήτης της Βυζαντινής αυλής, θεωρούσε μάλλον ότι: «των Εβραϊκών καθαρσιών ου δεηθήσομαι». Γι’ αυτό και ο πλούσιος λόγος του, ούτε επηρμένος είναι ούτε ταπεινός, αλλά το μέτρο τιμών. Τον διακρίνει μια φροντισμένη υπαινικτική σαφήνεια, τέτοια, που «μήτε το σύντομο ασαφές είναι δοκείν, μήτε το σαφές ύπτιον». Αν και ορισμένες φορές το χαριτωμένο και παιγνιώδες ύφος του τείνει προς μία απλοποιητική τάση, προσδίδοντας στο έργο μια πιο εκλαϊκευτική μορφή. Αφού από την απομνημονευματική αυτή «διηγηματική» χρονογραφία, δεν λείπει ούτε ο σκανδαλοθηρικός τόνος, ούτε η μάλλον «κουτσομπολίστικη» αναφορά. Μια που ο πολυπράγμων ινστρούχτορας υπήρξε και αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς των ιστορικών γεγονότων της εποχής του, αλλά και μετείχε ενεργά στη διαμόρφωσή της.
     Ο Μιχαήλ Ψελλός δεν είναι ένας παθητικός αντιγραφέας χρονικογράφος, όπως ο γνωστός μοναχός Adso de Melk, -δες το πασίγνωστο μυθιστόρημα «Το Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο. Ούτε μοιάζει με τους Δυτικούς αντιγραφείς μοναχούς που απλώς κατέγραφαν στους κώδικες της Μονής που ασκήτευαν τα ιστορικά και πολιτικά συμβάντα, χωρίς καμία άλλη συγγραφική φιλοδοξία. Στο Βυζάντιο εν υπάρχουν μάλλον Μοναστηριακές κοινότητες με την οργάνωση του χώρου του Clyny στις οποίες γράφονται τα μοναστηριακά Annales. Εξαίρεση αποτελεί η Μονή του Στουδίου.
Ο παραδυναστεύων μοναχός μοιάζει περισσότερο προς τον Βάκωνα, που εξαγόρασε τις αδυναμίες της πολιτικής του ζωής, δια της συγγραφικής του δραστηριότητας. Η φιλοσοφική του ευρύτητα, η κριτική και ειρωνική του οξυδέρκεια, η συνθετική δύναμη της σκέψης του, και η πρωτοφανέρωτη για την εποχή του ευρυμάθεια, θυμίζουν μάλλον από μιαν άλλη σκοπιά τον Αργεντινό συγγραφέα και παραμυθά του Κόσμου Χόρχε Λουϊ Μπόρχες.
Η θεολογική θέαση και το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι διάφοροι χαρακτηρισμοί της εγωγραφικής αυτής Χρονογραφίας, προσδίδουν στο πνεύμα του έργου μια επιπλέον Θεατρική διάσταση, που δεν την συναντάμε ούτε στους Αρχαίους Έλληνες, ούτε στους μεταγενέστερους Βυζαντινούς Χρονικογράφους. Ο Ψελλός μιμήθηκε περισσότερο την αυτοβιογραφική επεισοδιακή ιστοριογραφία του Πλουτάρχου, και του Ηροδότου παρά εκείνη του πατέρα της ιστορίας Θουκυδίδη.
Δηλαδή το έργο του δεν είναι μια παγκόσμια τοιχογραφία της εποχής του. Δεν μας προσφέρει μια πανοραμική ιστοριογραφία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας του 11ου αιώνα. Αλλά στρέφει την ενδοσκοπική και υποδειγματική του εργασία προς την εξιστόρηση μεμονωμένων συμβάντων και γεγονότων, και στους χαρακτηρισμούς συγκεκριμένων Αυτοκρατόρων που θυμίζουν το ελαφρύ ύφος της περιγραφής του Σουετώνιου. Γιατί ασφαλώς στην επεισοδιογραφική ιστοριογραφία όπως ονομάζει το ιστορικό αυτό μοντέλο ο γνωστός Άγγλος ιστορικός και φιλόσοφος της ιστορίας Άρνολντ Τόινμπι, η προσωπική του φιλοδοξία υπερβαίνει το εύρος των γνώσεών του.
     Και ίσως εδώ να τίθεται ένα από τα πολλά ερωτήματα που γεννά η ανάγνωση της Χρονογραφίας. Αλλά, και τα πολλαπλασιάζει η σημαντικότατη εισαγωγή του μεταφραστή και σχολιαστή Βρασίδα Καραλή.
Κατά πόσο η ιδιομορφία και το προσωπικό ύφος της γραφής του Ψελλού αναιρούν τις γενικές ιστορικές νομοτέλειες, που πρέπει να διέπουν μια Χρονογραφία ή Ιστοριογραφία.
Η μεθοδολογική καλλιτεχνική σύνδεση που χρησιμοποιεί ο Ψελλός ανάμεσα στη σύνολη ερμηνεία της Χρονογραφίας του, δεν αναφέρεται μόνο στους επιμέρους δραματικούς σκηνοθετημένους χαρακτηρισμούς, ή στις κακόβουλες παρατηρήσεις, αλλά ισχύει το ίδιο και για κάθε επιμέρους σκιαγράφηση των προσώπων και γεγονότων. Έτσι, η αντιστοιχία ανάμεσα στον θεωρητικό σχολιασμό και στην ιστορική πραγματικότητα δεν συναντά περιορισμούς ή εξαιρέσεις. Κάθε χαρακτηρισμός, όσο συμπτωματικός και αν μας παρουσιάζεται κατά την ανάγνωση, στηρίζεται σε μία ενσυνείδητη σκηνοθετική θεωρητική αιτία. Ακόμα και αν αυτό δεν είναι ξεκάθαρο για το βραχύ χρονικό ιστορικό διάστημα που εξετάζει. Αν όμως μελετήσουμε προσεχτικά το κείμενο, θα διακρίνουμε μια άμεση εσωτερική σχέση να αναπτύσσεται ανάμεσα στην ιστορική εμπειρία και στους σκηνοθετημένους χαρακτηρισμούς του Ψελλού. Θα παρακολουθούσαμε δηλαδή, μια απλή ακολουθία καταστάσεων, όχι άσχετων μεταξύ τους ούτε αντιφατικών. Και θα πρέπει μάλλον να ανακαλύψουμε ακόμα, την αδιόρατη αιτιατή αναφορά που επιτρέπει αυτό ακριβώς το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του περιγραφόμενου προσώπου να εμφανιστεί και να καταγραφεί, την δεδομένη σκηνική στιγμή. Θα σημειώναμε ότι ο χαρακτηρισμός είναι ταυτόσημος με το κατηγορούμενό του, ταυτόχρονα όμως είναι και διαφορετικός από αυτό, στο βαθμό που είναι ο Λόγος του, η αιτία του, και η πηγή του, αφού ούτε το ιστορικό γεγονός μπορεί να καταρρίψει την περιγραφή, ούτε ο σχολιασμός να αναιρέσει το ιστορικό γεγονός.
     Και, καθώς λαμνοκοπούμε την «Χρονογραφία», αναφύονται μια σειρά ακόμα ερωτημάτων:
Ποιο το σκηνοθετικό προσωπείο και πιο το ιστορικό πρόσωπο μέσα στο έργο;
Που αρχινά η Ιστορία και που τελειώνει η σκηνοθετική ερμηνευτική προσέγγιση;
Ποια η κοινωνική ταυτότητα των ιστορικών προσώπων και ποια η δραματική κοινωνική ψυχοπαθολογία της περιγραφής τους;
     Ο ερευνητής και μεταφραστής Βρασίδας Καραλής, αυτού του ασυναίσθητα Έλληνα, με την πρωτότυπη και άψογη μεταφραστική του εργασία, και την ευθύβολη και βαθυστόχαστη σημαντική εισαγωγή του, «περιήρει το περικάλυμμα και το εγκεκρυμμένον απεγύμνου θεώρημα» του Μιχαήλ Ψελλού. Εντοπίζει με την συνθετική, πυκνή αλλά καθαρή σκέψη του τις άλλοτε λανθάνουσες και άλλοτε όχι, ιστορικές παρατυπίες που ελλοχεύουν, αλλά και κινούν τα εσωτερικά νήματα της Χρονογραφίας, και επαναπροσδιορίζει τις ερμηνευτικές του προσεγγίσεις.
Ο επιμελητής της έκδοσης,-Πλατωνιστής και ο ίδιος-ακολουθεί έναν ψυχογραφικό ερμηνευτικό σχεδιασμό για να φωτίσει το έργο του Βυζαντινού Χρονογράφου. Μια μέθοδο, που βοηθά τον σημερινό αναγνώστη στην σωστότερη κατανόηση του έργου, αλλά και συσχέτιση, τόσο των προσώπων που περιγράφονται μέσα στην Χρονογραφία, όσο και στην σαφή αντίληψη του ευρύτερου πνεύματος μέσα στο οποίο συμβαίνουν τα διάφορα ιστορικά γεγονότα αλλά και των άλλων πολύπλοκων πολιτικών και κοινωνικών φαινόμενων και καταστάσεων.
     Η μετάφραση της Χρονογραφίας  είναι θα λέγαμε μάλλον «ποιείν». Δηλαδή πρωτότυπη από την αρχή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Γιατί μπορεί ο Βυζαντινός συγγραφέας να μην αντικαθίσταται πλήρως με την μετάφραση, όμως το πνεύμα και το βαθύτερο ύφος του μεταφραζόμενου διοχετεύεται μέσα στην μετάφραση, και με τις δικές του λέξεις μας προσφέρει την αλήθεια του.
Ο Καραλής γνωρίζει την αρχή του κοινού μας δασκάλου Ιωάννη Κακριδή:
«Το ιδανικό του μεταφραστή είναι ο κόσμος που εκφράζει το καλλιτέχνημα να ξαναβρεθή στην καινούργια του μορφή, αν είναι δυνατόν όλος, με όση γίνεται μικρότερη αλλοίωση. Ούτε σα μορφή, ούτε σαν περιεχόμενο πρέπει-πιο καλά, θέλει-να δώσει η μετάφραση περισσότερα ή λιγότερα απ’ όσα δίνει το πρωτότυπο». (δες Ιωάννης Κακριδής, «Το μεταφραστικό πρόβλημα» σελίδα 11, εκδόσεις Ίκαρος 1948). Ο επιμελητής και μεταφραστής, εκτός από την σημαντική κατοχή της γλώσσας, των νοηματικών αποχρώσεών της, του ύφους της, του ρυθμού της, της μουσικότητάς της, κ.λ.π. τόσο της γλώσσας που μεταφράζει όσο και της Νέας Ελληνικής, διαθέτει και την απαραίτητη καλλιτεχνική ευαισθησία, αλλά κυρίως, μια αξιόλογη και αξιοπρόσεχτη ιστορική διαίσθηση, που αγγίζει τα όρια της ταύτισης μάλλον με τον Βυζαντινό συγγραφέα που μεταφράζει ιδιοσυγκρασιακά. Επιχειρεί επίσης, μια αναλυτική, εξονυχιστική, υπεριστορική έρευνα, για να διακριβωθούν οι ιστορικές πηγές του Ψελλού και να διασαφηνιστεί η ιστορική του μεθοδολογία κατά, την χρησιμοποίηση των υλικών αυτών.
Κρατά επίσης, εκεί που χρειάζεται, μια ηθελημένη απομάκρυνση από τις ακραίες στιγμές του πρωτοτύπου, αυτές που θα το απαλλάξουν από το χαρακτήρα ενός όχι αναγκαίου αναχρονισμού. Με τον τρόπο αυτόν η μετάφραση γίνεται λυρικότερη και κάπως συναισθηματικότερη από την γλώσσα του πρωτοτύπου. Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο αν σημειώναμε για τον μεταφραστή και επιμελητή της έκδοσης ότι: «ανήρ κρείττονος μεν τετυχηκώς φύσεως, πάσαν δε φιλοσοφίαν ηκριβωκώς». Και πρέπει ακόμα να επισημάνουμε ότι οι διάφορες ρήσεις και λέξεις του Ψελλού, που χρησιμοποιεί ο Καραλής στη Νεοελληνική τους μεταφορά-που γίνεται για πρώτη φορά- αβίαστα θα λέγαμε ότι όχι μόνο ξεχωρίζουν για την συγκινητική τους πρωτοτυπία, αλλά και για την εύστοχη ενσωμάτωσή τους με το όλο σώμα της μετάφρασης. Η Χρονογραφία αποκτά μια άλλη διάσταση, πιο λειτουργική, γίνεται πιο οικεία στους σημερινούς αναγνώστες.
Η λειτουργικότητα των αττικιζουσών λέξεων στην μετάφραση δεν υπέχει θέση μιας απλής διακοσμητικής αναφοράς. Αλλά, συνεργούν στην διαμόρφωση και ανάπλαση της μεταφραστικής διατύπωσης και εμπλουτίζουν την Νεοελληνική γλώσσα. Ο Καραλής εντοπίζει το εισαχθέν μυστικό και υπερλογικό γλωσσικό στοιχείο που θολώνει το έργο, και όχι μόνο το αποκαθαίρει από τον γλωσσικό αυτόν κίνδυνο, αλλά με την ερμηνευτική του εργασία και τον προσεγμένο σχολιασμό του, εμπλουτίζει την τεχνική της έκφρασης και του συλλογισμού της σκέψης και της γραφής του Ψελλού, για να προσφέρει το έργο πιο ώριμο και διαυγές στην υπηρεσία της ιστορικής αλήθειας. Ο γλωσσικός και ερμηνευτικός αλλά και υφολογικός τρόπος με τον οποίο πλησιάζει ο επιμελητής και μεταφραστής τον Ψελλό είναι μάλλον το ευστοχότερο παράδειγμα επίδρασης του μεγάλου αυτού χρονογράφου στην σκέψη του σημερινού Έλληνα. Αλλά, και ένα ερμηνευτικό μοντέλο, για το πώς πρέπει να εξετάζουμε και τι πρέπει να παρατηρούμε, και πώς να αντιμετωπίζουμε-οι νεότεροι-τη ζωή και το έργο των μεγάλων και αξιοσημείωτων ιστορικών φυσιογνωμιών της παράδοσης του Γένους μας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» τεύχος 3/ Νοέμβριος, Δεκέμβριος 1993, σελίδες 76-78.
Ξαναγραφέν εν Πειραιεί την 2α Ιουνίου του 2013.