Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

ΚΟΡΟΜΗΛΑ /ΕΒΕΡΤ/ ΦΑΚΙΔΗ

ΠΟΝΤΟΣ,  ΑΝΑΤΟΛΙΑ

Φωτογραφικό υλικό: Λίζα Έβερτ, Ντόρα Μηναίδη,
Μαρία Φακίδη.
Κείμενα: Μαριάννα Κορομηλά.
Εκδόσεις: Λούση Μπρατζιώτη, Αθήνα 1989,
Σελίδες 192.


«Αλλά πρώτα θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις το δικό σου νόημα είπε. Πριν από την καρδιά σου, θάναι αυτή και μετά πάλι αυτή θα ακολουθήσει. Τούτο να ξέρεις. Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει».
Αυτός ο προφητικός λόγος του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη σαν κύμα θαλάσσης έρχεται και νοτίζει την σκέψη μου, καθώς οδοιπορώ με τα λαξευμένα βιώματα, τις ευφρόσυνες περιγραφές της αρχαιότητας, τις βυζαντινές μνήμες χρωμάτων, και, τα πνευματικά θυμητάρια του Ποντιακού Ελληνισμού. Και χαρμολύπη σε πλημμυρίζει συνταξιδεύοντας με το Φωτογραφικό οδοιπορικό «Πόντος-Ανατολία» που με κόπο ψυχής και βαθύ νόστο, μας προσέφεραν οι τέσσερεις γυναικείες μορφές. Οι φωτογράφοι και ο μαργαριταρένιος λόγος της Μαριάννας Κορομηλά.
Αργυρούπολις, Σαφράπολις, Τραπεζούντα, Αμάσεια, Σαμψούντα, Σινώπη…, και, άλλες βρυσοπνεύματες μανάδες περιοχές της Μικρασίας παρελαύνουν μέσα από τον πλούσιο λόγο και φωτογραφικό κόσμο που σύναξαν με λεπτομερή ακρίβεια, οι εμπνεύστριες του Λευκώματος.
«Οι πατρίδες είναι σαν τους ανθρώπους, πεθαίνουν από την στιγμή που αρχίζουμε να τις ξεχνάμε». Γράφει σε βιβλίο του ο ιστορικός Π. Κ. Ενεπεκίδης.
Και σε αυτό αποσκοπεί η προσπάθεια των δημιουργών. Να μην λησμονήσουμε. Να κρατήσουμε εναργή την μνήμη μας.
Η καθαρή ματιά τους όλο ρεμβασμό εκτείνεται σε όλες τις μεγάλες και ένδοξες στιγμές της ιστορικής διαδρομής του Ορεινού και παράλιου Πόντου, και στην σημερινή του πραγματικότητα.
Οι συνθετικές ενότητες των εικόνων, φωτογραφιών πέρα από την αισθητική συγκίνηση και γαλήνια απόλαυση που προκαλούν, παραπέμπουν τον αναγνώστη σε ένα επίπεδο μιας βιωμένης διαχρονικής μαρτυρίας, κρατώντας σε εγρήγορση την ευαισθησία του, έτσι ώστε μετά την οπτική επεξεργασία το βλέμμα να μην απαγκιστρώνεται εύκολα από τις πολύχρωμες ή ασπρόμαυρες παραστάσεις, αλλά να κινητοποιεί τις λανθάνουσες δυνάμεις της μνήμης όχι μόνο εκείνων των ανθρώπων που, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο σχετίζονται με τα άδοξα αυτά χαμένα εδάφη, αλλά και εκείνων που διαθέτουν ζωντανή ιστορική συνείδηση, δηλαδή Ελπίδα.
Και με περισσή προσοχή θα πρόσθετα, ότι αν στην αρχαιότητα η Ελλάδα μεγαλούργησε μέσα από τον πολιτισμό των μεγάλων Μητροπόλεων, και ο αιώνιος πνευματικός της λόγος σαν ακτίνες ηλίου περίελουσε όλες τις γύρω περιοχές προσφέροντάς τους την δυνατότητα να αναδυθούν από την ιστορική λήθη, στη νεότερη ιστορία της έλαμψε αντίστροφα.
Και, ενώ χάθηκαν, σαν γεωγραφικοί χώροι οι πατρίδες αυτές, η πολιτιστική τους κληρονομιά μεταλαμπάδευσε στην κυρίως Ελλάδα, μετά την καταστροφή του 1922 και τον Ελληνικό ξεριζωμό.
Έτσι μάλλον το Ελληνικό «αποικιοκρατικό» πνεύμα έκλεισε την κυκλική του πορεία.
Το προσωπικό ύφος των εικόνων και του κειμένου, φανερώνουν τις κοινωνικές διεργασίες, την οικονομική ακμή, και παρακμή, τις διάφορες διοικητικές διαδρομές διακυβέρνησης, την αστική ή μη πολεοδομία, τις σποραδικές πολιτικές ανακατατάξεις, και την αιώνια γαλήνη και σιωπή, εντέλει την καρτερικότητα του τοπίου.
Φωτογραφίες όπως εκείνη της σελίδας (60) με τα έγχρωμα αποτυπώματα των χεριών δημιουργεί την ίδια συγκίνηση που νιώθει κανείς αντικρίζοντας το σπήλαιο της Αλταμίρας.
Άλλες πάλι, όπως αυτές των σελίδων (146, 180, 181), και άλλων, είναι ανάγλυφοι ζωγραφικοί πίνακες, τοπιογράφων της Αναγέννησης. Η δε, φωτογράφηση του βιβλικού όρους Αραράτ, και των κτισμάτων και αγιογραφικών παραστάσεων της Μονής Σουμελά, ξεσηκώνουν την ψυχή του αναγνώστη και τον μεθάνε με ένα «ξηρό αλκοόλ» δηλαδή, έκσταση. Αφού η εικόνα αναπλάθει οτιδήποτε ο χρόνος και η απερισκεψία του ανθρώπου δεν κατάφερε να σβήσει.
Το Λεύκωμα, δεν θα ήταν άστοχο αν έλεγα, ότι είναι μια εικονοποιημένη προσευχή.
Ένα προσκυνηματικό τεριρέμ λόγου και εικόνας στην σιωπηλή και πανάρχαια ομορφιά του τοπίου και της ιστορίας του.
Και καθώς συνπερπατώ μαζί με τις εικόνες και τον λόγο του Λευκώματος, έρχεται στο νου μου και πάλι ο στίχος του φαοσμηλεμένου ποιητή.
«Και τον κόσμο αυτόν ανάγκη να τον βλέπεις και να τον λαβαίνεις είπε».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό 
«Σύναξη»
τεύχος 37/1,3, 1991.

Πειραιάς 13/ Ιουλίου 2013
Καλοκαιράκι και καύσωνας, τόσο στην ατμόσφαιρα όσο και μέσα στην ψυχή μας.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου