Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

ΧΑΛΕΠΑΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ  ΧΑΛΕΠΑΣ

(αφιερωμένο στον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή)

Ο ΆΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΦΙΟΥΣΑΣ

«Τότε είπε και γεννήθηκε η θάλασσα. Και είδα και θαύμασα. Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή του».
Γράφει ο ψυχοσώστης ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.
Και συμπληρώνει ο μεγάλος αυτοεξόριστος ποιητής Ανδρέας Κάλβος:
«Αστράπτουσι τα κύματα ως οι ουρανοί και ανέφελος, ξάστερος φέγγει ο ήλιος, και τα πολλά νησιά δείχνει του Αιγαίου».
Αυτά τα μυριοτραγουδισμένα, πολυδοξασμένα, αστραφτερά νησιώτικα πετράδια, τα κεντημένα με τον αγώνα των Ελλήνων πάνω στο θαλασσινό υφαντό που γεφυρώνει την κυρίως Ελλάδα με τις Μικρασιατικές ακτές.
Τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά πατρίδα του Ξανθικού Απόλλωνα και της Παναγιάς της Κυκλαδίτισσας.
Νησιά της ηφαιστειακής ανάσας και της λαξεμένης ξερολιθιάς. Της ψηφιδωτής προσευχής και των σιωπηλών Κυκλαδικών ειδωλίων. Της πληθωρικής γαλανής ομορφιάς και της θριαμβευτικής δόξας του λευκού. Του Επικούρειου Φωτός και της Αναδυομένης Ανάστασης.
Νησιά, που με το κυκλάμινο, το θυμάρι την ρίγανη και τον ασβέστη δοξολογούν το αρχαίο κάλλος του ουρανού και του ανθρώπου. Νησιά των δελφινιών, νησιά των τζιτζικιών και των αγγέλων, που, φτερουγίζοντας σκορπίζουν τριαντάφυλλα.
Στο Αιγαίο διακρίνονται δύο πολιτιστικές ζώνες:
Αυτή που αποτελείται από τα θρακικά και μικρασιατικά νησιά με βαθύτερα τα ίχνη της Ανατολής ( Θάσος, Σαμοθράκη, Λήμνος, Ίμβρος Τένεδος, Λέσβος, Χίος, Σάμος), και, η άλλη, που αποτελείται από τα υπόλοιπα νησιά με έκδηλη σε
πολλές περιπτώσεις την επίδραση της Δύσης.
«Περισσότερο αμιγείς έμειναν στην απομόνωσή τους οι Βόρειοι Σποράδες: Σκιάθος, Σκόπελος, Σκύρος» γράφει ο έμπειρος και ακαταπόνητος μελετητής του Λαϊκού μας πολιτισμού Μιχάλης Μερακλής.
Και ένα νησιωτικό συγκρότημα του Αιγαίου πελάγους, είναι και οι Κυκλάδες.
Τα νησιά αυτά του κεντρικού Αιγαίου είναι οι κορυφές της Αιγηίδος, η οποία καταβυθίστηκε σε προγενέστερες γεωλογικές εποχές. Το συγκρότημα αυτό οι Αρχαίοι Έλληνες το ονόμαζαν Κυκλάδες επειδή, σχηματίζει κύκλο γύρω από το ιερό νησί του Απόλλωνα, τη μαρμαρόλευκη Δήλο, που ήταν το μεγαλύτερο θρησκευτικό ιερό της αρχαιότητας.
Ο Κυκλαδικός πολιτισμός υπήρξε περίπου, σύγχρονος με αυτόν της κυρίως Ελλάδας και με τον Πρωτομινωικό της Κρήτης. Η μη ενιαία όμως νησιωτική συγκρότηση της περιοχής δε βοήθησε στη σύσταση μιας διοικητικά οργανωμένης κεντρικής εξουσίας και ενός ισχυρού ομοσπονδιακού κράτους. Έτσι, δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν την Μινωική Κρήτη, η οποία επεξέτεινε την επιρροή της σε ολόκληρο το Αιγαίο.
Και όπως χαρακτηριστικά γράφει ο αρχαίος ιστορικός Θουκυδίδης:
«Μίνωας των Κυκλάδων νήσων ήρξε τε και οικιστής πρώτος των πλείστων εγένετο. Κάρας εξελάσας και τους εαυτού παίδας ηγεμόνας εγκαταστήσας».
Και, ένα από τα 30 μεγάλα νησιά των Κυκλάδων, είναι και η Τήνος. Η αρχαία Οφιούσα όπως την αποκαλεί ο Αριστοτέλης. Η κιβωτός του Αιγαίου όπως την θέλει ο Ηλίας Βενέζης.
Με τον πλούσιο ορυκτό πλούτο, τα σπουδαία μαρμαρά της, τον οφίτη, τις πάμπολλες σπηλιές της: (της Γαστριάς, της Μυγοσπηλιάς, η Καμένη σπηλιά, του Πανόρμου, του Πλανήτη κ.λ.π.), και, την ανθούσα κάποτε βιομηχανία του μεταξιού της.
Τις λευκοφορεμένες σαν νυφούλες σφηνωμένες ανάμεσα στα σπίτια εκκλησιές της και ασφαλώς, τον σελασφόρο Ναό των μεγάλων λυγμών και απερίγραπτων υποσχέσεων, τον αφιερωμένο στην Δέσποινα των Άσπρων νησιών. Την Παναγιά την Κυκλαδίτισσα. Που δεσπόζει όλου του πελάγους σαν να θέλει να κρατήσει και να προστατεύσει στην αγκαλιά της τους απογόνους των παιδιών της Λητούς, τώρα, που αυτά μετανάστευσαν και άφησαν έρημο το άλλο ιερό νησί.
Η Τήνος η επονομαζόμενη και νήσος σκοροδοφάγος, δεν είναι φημισμένη μόνο για τον Ναό της Μεγαλόχαρης, αλλά και για μια πλειάδα μεγάλων καλλιτεχνών.
Όπως του Σώχου, του Φιλιππότη, του Βιτάλη, του Λύτρα, του Απέργη, του Τριανταφύλλου, του Φώσκολου, του Δούκα, του Περράκη και άλλων πολλών.
Και, του μεγάλου πολυκάντηλου της Ελληνικής γλυπτικής. Του Άγιου κατά τον Στρατή Δούκα και όχι μόνο, Γιαννούλη Χαλεπά.
Ο σιγηλός άγιος είναι το πρώτο παιδί του Ιωάννου Χαλεπά και της Ειρήνης, το γένος Λαμπαδίτη.
Γεννήθηκε στο χωριό Πύργος του Δήμου Πανόρμου στις 24 Αυγούστου 1851. Στο Οίον το Υακινθινόν όπως λεγόταν παλαιά ο Πύργος, γεννήθηκε ο τραγικά μόνος και σπαρακτικά ανυπεράσπιστος Γιαννούλης.
Γράφει ο μελετητής του Τηνιακού πολιτισμού Αλέκος Φλωράκης:
«Το μεγαλύτερο χωριό του νησιού, ο Πύργος-όπου λειτουργεί και σχολή Καλών Τεχνών-είναι μαζί με τα Υστέρνια, η πατρίδα όλων σχεδόν των μεγάλων σύγχρονων καλλιτεχνών της Τήνου, πλην του Γκύζη που γεννήθηκε στο Σκλαβοχώριο. Ίσως σε αυτό να συντέλεσε και το άφθονο μάρμαρο που βγάζουν τα έξω μέρη».
Και, συμπληρώνει ο συγγραφέας και βιογράφος του καλλιτέχνη, Στρατής Δούκας:
«Έτσι ο Γιαννούλης, γεννημένος κι αναθρεμμένος μέσα σε μαρμαράδικη οικογένεια, ζει από μικρός ανάμεσα στους θρύλους και την ύλη, που κέντρισε την φαντασία του κι εξάσκησε το χέρι του, με το σκαρπέλο τόσων προγόνων και συντρόφων».
Η οικογενειακή παράδοση και η πρακτική της απόδοσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών σημαντικών μελών μιας οικογένειας, όπως αυτά τα χαρακτηριστικά αποτυπώνονται σε μια μεγάλη ποικιλία έργων παλαιότερων Τηνιακών καλλιτεχνών, καθώς και η ατομική προσπάθεια για αναγνώριση, επιβράβευση, και προβολή, που ορισμένοι επεδίωκαν μέσα στην κλειστή κοινωνία του νησιού-αλλά και του ευρύτερου Ελλαδικού χώρου-υπήρξαν το εύφορο και πρόσφορο έδαφος στο οποίο ανδρώθηκε και δημιούργησε ο σεμνός, πράος, και, ευφυής γλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς.
Το 1869 ο Χαλεπάς εγκαταλείπει την Τήνο και έρχεται στην Αθήνα, όπου παρακολουθεί μαθήματα στο Πολυτεχνείο. Το 1873 με υποτροφία του ιερού ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, εγγράφεται στη Βασιλική Ακαδημία του Μονάχου, παρά τις επίμονες και πιεστικές προσπάθειες των γονιών του να τον αποτρέψουν από μια τέτοια ενέργεια, και ιδιαίτερα, της μάλλον αυταρχικής και δεσποτικής μητέρας του.
Σχεδόν όλοι του οι βιογράφοι, αναφέρονται στην υπερπροστατευτική και δυναστική αυτή γυναίκα, η οποία μέχρι τον θάνατό της το 1916, στάθηκε παρ’ όλη την τρυφερότητά της και αγάπη της, ένας μάλλον ανασταλτικός παράγων στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Χαλεπά. Μιλώντας για την μητέρα του η συγγραφέας Ελευθερία Ντάνου σημειώνει:
«Όμως κατά βάθος είχε την αυταρχικότητα του ανθρώπου που θέλει να αλλάξει τα αισθήματα και τις πεποιθήσεις του άλλου».
Παρόλο τον θαυμασμό των ξένων αλλά, και ορισμένων Ελλήνων, διάφορα επίβουλα άτομα, στίφη μιας αστοιχείωτης σνομπαρίας πέτυχαν να σταματήσουν την υποτροφία του.
Και όπως σημειώνει σε κείμενό του ο συγγραφέας Πέτρος Πικρός:
«Μικροαστοί από καταγωγή με κουλτούρα και νοοτροπία μικροαστική, οι διανοούμενοί μας ξεκινούν από την έκπληξη για να φτάσουν στην άρνηση περνώντας από την ειρωνεία».
Έτσι, ο νεαρός Γιαννούλης μένει έρημος, φτωχός, χωρίς οικονομικούς πόρους, ξένος και απροστάτευτος στην ξένη χώρα μακριά από την πατρίδα του και το νησί του. Η απελπιστική του αυτή κατάσταση, τον ανάγκασε να αρχίσει παρακαλώντας να στέλνει διάφορα γράμματα, πότε προς την μητέρα του, πότε προς την διοικούσα επιτροπή του Ιδρύματος που του είχε δώσει την υποτροφία, πότε προς το Υπουργείο, για να τους ικετεύσει να τον βοηθήσουν να αποπερατώσει τις σπουδές του. Δυστυχώς όμως κανένας δεν ενδιαφέρεται για το προσωπικό του δράμα. Ακόμα και οι δικοί του-η οικογένειά του-όχι μόνον δεν είχαν εμπιστοσύνη στο ταλέντο του, αλλά, προσπαθούσαν να καταστρέψουν κατά κάποιον τρόπο και τον ίδιο σαν άτομο, και την δημιουργία του.
Γράφει σχετικά ο συγγραφέας Γ. Ν. Παπαδημητρίου:
«Οπωσδήποτε η μεγάλη αυτή πίκρα για το Ελληνικό κράτος και για τους ανθρώπους που τον πίκραναν, υποβάλλει σε ιδιαίτερη δοκιμασία το νευρικό του σύστημα, εισχωρεί και εγκαθίσταται οριστικά μέσα στην ψυχή του, την οποία κατέστησε περισσότερο ευαίσθητη. Τακτικά καταλαμβάνεται από στιγμιαίες ψυχικές μεταπτώσεις».
Και ο Στρατής Δούκας συμπληρώνει:
«Ο Χαλεπάς είχε πέσει σε κακή εποχή».
Μετά από πολλές κακουχίες και στερήσεις καταφέρνει να τελειώσει τις σπουδές του. Το 1876 επιστρέφει στην Ελλάδα γνωστός και κατά κάποιον τρόπο διάσημος πλέον. Στα 1878 έχουμε τις πρώτες εκδηλώσεις της αρρώστιας του.
Στην πρώτη αυτή περίοδο ο μεγάλος Μόνος, θα μας δώσει μερικά από τα πιο σημαντικά έργα του.
Όπως είναι η «Φιλοστοργία» (1875), ο «Σάτυρος παίζων» (1877), η «Μήδεια φονεύουσα τα τέκνα της» (1877), ο «Οιδίπους και Αντιγόνη εν Κολωνώ» (1874), και τέλος, το μνημειώδες και πασίγνωστο πανελλαδικά έργο του η «Κοιμωμένη» (1878).
Μετά από μια στερημένη και ταραγμένη ψυχικά και πνευματικά περίοδο, στις 11 Ιουλίου του 1888 σε ηλικία 37 χρονών ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα εισαχθεί στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας «πάσχων από άνοιαν». Από εκεί θα βγει στις 6 Ιουνίου 1902. Για τα χρόνια αυτά δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Αυτή η «εις Άδου Κάθοδος» του αβάσταχτα ευαίσθητου καλλιτέχνη Χαλεπά, είναι ίσως η μοναδική περίπτωση που έχουμε στον χώρο της Τέχνης, που ένας σημαντικός δημιουργός χάνει την αίσθηση του κόσμου, απαρνείται αυτό που οι άλλοι ονομάζουνε πραγματικότητα ζωής, κλείνεται στον εαυτό του και, καταφεύγει στο Όνειρο, για να επανεύρει αργότερα αυτό που ο κοινωνικός περίγυρος ονομάζει «λογικό».
Ο Χαλεπάς, αυτή η οριακή προσωπικότητα, αρνείται την τυραννική και βάναυση παρουσία όχι μόνο των ανθρώπων με την απύθμενη αναλγησία τους, αλλά, και της ίδιας της «δυναστείας» της ίδιας της Ζωής, για να καταφύγει στο φωτοβόλο χώρο του Ονείρου.
Ο Χαλεπάς είναι ο Σαλός της Τέχνης που εξαναγκάζεται να εξαργυρώσει τα λύτρα της μεγαλοφυΐας του.
Το λογικό του μένει σιωπηλό για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς όμως να παρουσιάσει ο ίδιος «διανοητική εξαδυνάτιση». Είναι οι φρικτές στιγμές όπου, η γνώση που έχει αποκτήσει κανείς για τα πράγματα γύρω του, γίνεται ισχυρότερη από τα ίδια τα πράγματα. Είναι η Ύβρης της γνώσης απέναντι στην εμπειρία. Υπερσκελίζει δηλαδή, την φυσική πραγματικότητα, και στην θέση της εγκαθιστά τον μοιραίο κόσμο των ιδεών. Είναι η στιγμή της ενορατικής θέασης, όπου ο δημιουργός μεταδίδει στο έργο του την πραγματική αίσθηση της κλίμακας, της αναλογίας, της συμμετρίας, της ισορροπίας, την συνθετική του οικονομία, το νοητό σχήμα του, τον ρυθμικό παλμό του, το ουσιαστικό στίγμα του μέσα στο χώρο, τον όγκο που καταλαμβάνει στις σωστές του αναλογίες, και όλων των άλλων αρετών και ιδιοτήτων που ανακάλυψε στα πράγματα με την καθαρή, αγνή, άδολη, και «κατά χάρη» φωτισμένη ματιά του, και κατεπέκταση την αντίδρασή τους στο φυσικό τους περιβάλλον. Στον χώρο δηλαδή που τα περιβάλλει και την συνομιλία θα σημειώναμε του χώρου που τα ορίζει, με τον άλλον χώρο του περιβάλλοντος. Η ενέργεια αυτή της λογικής συνιστά μια κίνηση προς την προυπάρχουσα και αναλλοίωτη ουσία των πραγμάτων που, μόνο ο αληθινά προς τα ένδον φωτιζόμενος δημιουργός κατορθώνει να νιώσει.
Ας σκεφτούμε τις θεωρητικές αλλά και τόσο ρεαλιστικές αρχές της Βυζαντινής αγιογραφίας. Και αυτό το δημιουργικό φως με το ο οποίο ο δημιουργός καλλιτέχνης εποπτεύει τα πράγματα και τα φωτίζει μεταφέρει μαζί του. Αυτές της ιδανικές μορφές που ενυπάρχουν σε αυτά. Και, όποτε μια ακτίνα του «ομιλούντος»-του «επηρεπούς» φωτός, συναντά μια αντίστοιχη δυνατότητα πραγμάτωσης, τότε η ιδιαίτερη ιδέα, που κατόρθωσε σε στιγμές έκστασης να συλλάβει ο καλλιτέχνης , στην οποία αντιστοιχεί αυτή η δυνατότητα, βρίσκει την πραγμάτωσή της και γίνεται ένα καλλιτεχνικό φαινόμενο. Είναι η όλβιος χρονική στιγμή όπου η χάρις παρουσιάζεται σε «κατεργασμένη» μορφή, και το έργο ιεροποιείται.
Το σώμα, η ύλη είναι η μορφή, και η χάρις η ψυχή της μορφής αυτής. Της οργανικής μορφής, και, όπως θα έλεγε και ο Άγγλος ποιητής και φιλόσοφος S. T. Coleridge «σπάνια αισθάνομαι χωρίς να σκέφτομαι, ή σκέφτομαι χωρίς να αισθάνομαι» γράφει σε επιστολή του.
Είναι λοιπόν το πέρασμα προς την αθανασία, η νίκη επί της φθοράς, το συστάθευμα του θανάτου.
Αφού ο χώρος και ο χρόνος μέσα στον οποίον κινείται η Ζωή είναι ένα αμετάκλητο δεδομένο, μια απόλυτη και ανεξέλεγκτη κατάσταση, η πρόσκαιρη φυλακή. Ενώ, αντίθετα, ο χώρος και ο χρόνος της Τέχνης είναι ύλη, θεουργός ύλη, έμπουσα ύλη, εύπλαστη πραγματικότητα, μεταβλητή, λιτή στην ουσία της, πρωτόγονη στις πρωταρχικές της αναφορές, επιδεκτική σε κάθε είδους αλλοίωση, γιατί είναι αμνήμων.
Για τον Γιαννούλη Χαλεπά θα λέγαμε, ότι ισχύει παραλλαγμένος ο λόγος του υμνωδού:
«Ώσπερ πελεκάν τετρωμένος την πλευράν Σου, Λόγε, στους θανόντας παίδας εζώωσας, επιστάξας ζωτικούς αυτοίς, κρουνούς».
Και τα παιδιά του Χαλεπά είναι τα γλυπτά και τα διάφορα σχέδιά του.
Από το 1902 έως το 1918 παραμένει στο αγαπημένο του νησί την Τήνο.  Μετά τον θάνατο της μητέρας του το 1916, σαν να ελευθερώθηκε από μέσα του μια ωστική δύναμη, να συνέβη μια πνευματική σχάση με το μέχρι τότε περιβάλλον του. Σε προχωρημένη θα λέγαμε ηλικία, 67 ετών, αρχίζει μια νέα πορεία στην καριέρα του.
Είναι η λεγόμενη Μεταλογική περίοδος.
Έκτοτε, μέχρι να τον ανακαλύψει ο θάνατος στις 15 Σεπτεμβρίου 1938, ο Γιαννούλης θα μας προσφέρει μια πλειάδα γλυπτών, σχεδίων, προπλασμάτων, προτομών, σκίτσων κ.λ.π.
Ο Στρατής Δούκας την δεύτερη αυτή περίοδο του καλλιτέχνη τη χωρίζει στην περίοδο της Τήνου, (1918-1930), και των Αθηνών (1930-1938).
Πολλοί μελετητές του έργου και της ζωής του, συνέκριναν τον ζωντανόνεκρο γλύπτη με τον Βίνσεν Βαν Γκογκ, άλλοι με τον Τζιάκομο Τζιακομέττι.
Οι τραγικές όμως δονήσεις του ψυχισμού του και οι εσωτερικές του θύελλες, θα μας μείνουν ανεξιχνίαστες.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι η πιο σπαρακτική, ανεξίκακη και αγνή μορφή στην ιστορία της Ελληνικής γλυπτικής.
Γράφει ο Βασίλης Πλάτανος:
«Είναι ο καλλιτέχνης που έζησε την ζωή του πλήρη, τρυγώντας ως τον πάτο το ξέχειλο ποτήρι του πόνου και της δημιουργικής χαράς, που του πρόσφερε η αδυσώπητη μοίρα του. Ο μεγαλοφυής καλλιτέχνης με το καλλιτεχνικό δαιμόνιο που δεν υποτάχθηκε στους συμβιβασμούς δεν προσκύνησε τη δύναμη. Επαναστάτης στα καθιερωμένα, στερημένος από κάθε απόλαυση, ολιγαρκής και ασκητικός, ακούραστος μόνο στις ανώτερες προτροπές του πνεύματος, ήταν επόμενο να μαρτυρήσει. Έζησε και πέθανε όπως οι όσιοι. Ακτήμων, με μόνη του περιουσία τα πήλινα προπλάσματα συλλήψεις μες απ’ τις αστραπές της φαντασίας του και τις φλόγες ενός έρωτα ανικανοποίητου».
Μέσα στο Ελληνικό φως και το λευκό Ελληνικό τοπίο, με την απλότητα στην γλυπτική του έκφραση, την λιτότητα του ύφους του, και την λεπτή αρμονία των γραμμών του, προβάλλει με δέος η γλυπτική τέχνη του Χαλεπά.
Λιτή, αυστηρή, τραχιά ορισμένες φορές, «αυτοτελής», μετρημένα εκλεπτυσμένη, χωρίς να μεταφέρει μαζί της τα σχετικά εξωγλυπτικά παραφερνάλια, με αυτόν τον εξιδανικευμένο ρεαλισμό της, χωρίς διανοητικές ακροβασίες γλυπτικών χειρονομιών, που μας δίνει ωμότερα και λαγαρότερα τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά της ύλης που χρησιμοποιεί, επιδιώκοντας να τονίσει τις εντελώς απαραίτητες Ελληνοκεντρικές ιδιαιτερότητές της στο έργο τέχνης. Αποφεύγει την τυφλή και άκριτη μίμηση των αρχαιοελληνικών προτύπων, τις εξεζητημένες ρομαντικές παραστάσεις, τις κουραστικές λεπτομέρειες της πτυχολογίας, και την ακαμψία των όγκων, χωρίς να καταφεύγει στις γεωμετρικές απλοποιήσεις των σχημάτων του. Επιλέγει την ρευστότητα της καμπύλης και τους πελαγίσιους κυματισμούς, για να τονίσει την απαλότητα και την στιλπνότητα του γλυπτικού αντικειμένου  και την απροσποίητη φυσικότητά του.  Χρησιμοποιεί την διαφοροποιημένη έκφραση, την ασύμμετρη αρμονία, αυτό των δυαδικών αντιθέσεων σύστημα, για να μας κάνει εμφανέστερη την αντιθετική φύση των πραγμάτων.
Ύλη-Πνεύμα, Ψυχή-Σώμα, Ιδεώδες-Πραγματικότητα, Κίνηση-Δυσκαμψία, Όνειρο-Σκληρή εικόνα του Κόσμου, Ζωή-Θάνατος, Νιάτα-Γήρας, Συνειδητό-Ασυνείδητο, Μορφή-Περιεχόμενο κ.λ.π.
Βλέπε τις συνθέσεις του: «Αντιγόνη και Οιδίποδας», «Κοιμωμένη», «Γέρος με τον Έρωτα», και άλλα του έργα.
Με τον τρόπο αυτόν το γλυπτικό αντικείμενο απεγκλωβίζεται από το υλικό του βάρος, απελευθερώνεται από την απόλυτη σκληρότητα της φόρμας και, ακολουθεί, τον παλμό και το ρυθμό της Ζωής.  Γι’ αυτό όταν προσπαθήσει ο θεατής να ψηλαφίσει τα γλυπτά, θα νιώσει ότι η επιφάνειά τους δεν είναι ένα ψυχρό και κρύο περίβλημα μιας αδρά έστω δουλεμένης μάζας, που μας μαρτυρεί την ένταση της δημιουργίας. Αλλά, μια παράφορη, γεμάτη συναισθήματα, αγάπη, πόνο, και θλίψη ύλη που σκιρτά κάτω από την πίεση μιας εσωτερικής αναγλυφικότητας, που τείνει να κυριεύσει το χώρο και να παίξει με το φως, και υποδηλώνει θαρρείς μια μάζα δουλεμένη στο βάθος της από κρυφές κινήσεις και αγνές επιθυμίες. Γι’ αυτό και οι όγκοι του δεσμεύονται από το φως που τους πλάθει. Σαν να κυοφορεί μέσα στα σπλάχνα της η ύλη το δικό της ατομικό πεπρωμένο, την καθορισμένη μορφική της προδιάθεση. Υπάρχει μια υπέρτατη σοφία στον όγκο αυτών των σχημάτων χωρίς μάταιη ευγλωττία, και χωρίς κανένα ψεύτικο πάθος.
«Ο ίδιος δημιουργεί κάτι αληθινό μόνο στο βαθμό που το συλλαμβάνει σε ζωντανή μίμηση», όπως θα έγραφε ο φιλόσοφος Friedrich Schelling.
Παρόλο που κινείται σε ένα τεχνοιστορικό και τεχνοτροπικό πλαίσιο μιας Ευρωπαϊκής πλαστικής αντίληψης, αφήνει πίσω του τον Ακαδημαϊσμό, δεν δεσμεύεται από τον κλασικισμό του, αλλά ανοίγει νέους ορίζοντες κατανοώντας και ενστερνιζόμενος την παράδοση στην οποία ανήκει και από την οποία προέρχεται το έργο του. Οι εικαστικοί του προβληματισμοί στρέφονται τόσο προς την αρχαιότητα όσο και προς τον χριστιανικό κόσμο.
Με μεγάλη προσοχή επιλέγει τα σύμβολά του-πολλά από αυτά τα επεξεργάζεται σε διαφορετικές συνθέσεις σε όλη του σχεδόν την ζωή-και πάνω σε αυτά εναποθέτει τον δικό του βιωματικό κόσμο.
Το έργο του είναι στενά βιογραφικό, γι’ αυτό αποκτά μια οικουμενικότητα που ξεφεύγει από τα στενά όρια της πατρίδας του.
Η ίδια του η ζωή είναι μια γλυπτική θρησκευτική σύνθεση.
Μια συναξαρική γλυπτική αυτοβιογραφία είναι η τέχνη του.
Γράφει ο Πειραιώτης τεχνοκριτικός Μάνος Στεφανίδης:
«Είναι πραγματικά ακατανόητο πως μπόρεσε ένας δημιουργός τόσο απομονωμένος να συλλάβει την βαθύτερη αντινομία του ανθρώπου του 20ου αιώνα, την τραγικότητα της ύπαρξής του».
Και ο καλλιτέχνης Χρόνης Μπότσογλου σημειώνει:
«Η αρρώστια βοήθησε να διαλυθούν όλες οι αντιστάσεις, όλες οι συμβάσεις με τις οποίες η προσωπικότητα καθενός μας καλύπτει τον εαυτό της. Αυτή η νέκυια, η κάθοδος στη χώρα των σκιών, η άρνηση κάθε τυπικού, τον βοήθησε να φτάσει στο σημείο ότι οι μύθοι ενώνονται με την ύπαρξη».
Η ψυχική και πνευματική του όμως διχοστασία, δεν τον προτρέπει στο να αλλοιώσει τη συνθετική του δεινότητα και να καταφύγει σε έναν λαϊκισμό και μια παραδοσιοκρατία, έτσι όπως την συναντάμε πολλές φορές σε εκπροσώπους της λεγομένης γενιάς του 1930.
Αυτόν τον μικροαστικό φολκλορισμό, ή την κακόγουστη αναφορά σε αναφομοίωτες και άκαιρες ορθοδοπραξίες.
Ο Χαλεπάς μέσα από τις «αμφιπρόσωπες διμέτωπες συνθέσεις του», συστεγάζει στον ίδιο χώρο την κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την Αφροδίτη, την Μήδεια και τις πάμπολλες παραλλαγές του Σατύρου, με τον Άγιο Χαράλαμπο, τον Αθανάσιο Διάκο, τους διαφόρους Αγγέλους του κ.λ.π. Ἠ πάλι έχουμε την αρμονική συνεργασία του αρχαίου Θεού Ερμή με την Αγία Βαρβάρα, του Θεού Ερμή με τον Άγιο Χαράλαμπο, ή ακόμα μία Αγία Βαρβάρα δεμένη στην κεφαλή του Μεγαλέξανδρου.
«Η παθητική τούτη χριστιανορομαντική ατμόσφαιρα, είναι επίχαρα συγκερασμένη με μια
κλασικιστική ηρεμία, που απλώνει στις πλαστικές επιφάνειες και στις γραμμές, χωρίς ψυχρότητα κι επιτήδευση αλλά που ζει τον παλμό και την πνοή της παραγματικότητας». Γράφει ο Στρατής Δούκας.
«Από την άλλη έχουμε σκηνές και τύπους από την καθημερινή ζωή, όπου οι εκφραστικές του δυνατότητες  αναδεικνύονται στο έπακρο και συχνά διαφαίνεται μια λεπτή ειρωνεία που δείχνει άλλοτε βαθύ στοχασμό και άλλοτε έχει ένα χαριτωμένο παιχνιδιάρικο χαρακτήρα με πολύ χιούμορ. Η προσφορά του στα πορτρέτα είναι επίσης πολύ σημαντική».σημειώνει η ερευνήτρια του έργου του Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά.
Μέσα στους αλληλοσυμπληρωμένους αλλά και αντιμαχόμενους κόσμους, του αρχαίου κοσμοειδώλου και του χριστιανικού, ο Χαλεπάς με απαράμιλλη ειλικρίνεια επιλέγει ορισμένα σύμβολα- αυτά που θεωρεί ότι ταιριάζουν στην ψυχοσύνθεσή του-ορισμένα γλυπτά θέματα τα οποία συνεχώς επαναλαμβάνει.
Όπως παραδείγματος χάριν έχουμε από την μια τον Σάτυρο και από την άλλη ο Άγγελος. Η συγκεκριμένη επιλογή μας φανερώνει επίσης και τις λανθάνουσες ερωτικές τάσεις του δημιουργού. Τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του και τους έμφυτους δισταγμούς του.
Από την μία έχουμε έναν έντονο φουρτουνιασμένο και κοχλάζοντα, λάγνο ερωτισμό και από την άλλη έχουμε την μετάνοια, την μεταμέλεια την αγνότητα, την ταπείνωση, το όραμα, την εξαύλωση του συναισθήματος, την πνευματοποίησή του.
Είναι η λεγόμενη μεταστοιχείωση των παθών (όπως θα λέγαμε με έναν καθαρά θεολογικό όρο). Εδώ έρχεται στο νου μας και η άλλη παραπλήσια μορφή του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Η συγγραφέας και ερευνήτρια Ντανιέλ Κάλβο Πλατερό, κάνει επίσης λόγο για τα πάμπολλα σημάδια τράπουλας.
«Σύμβολα του ανδρικού(σπαθί) και του γυναικείου (κούπα) φύλου, που χρησιμοποιεί με έναν διακριτικά συμβολικό ,τρόπο».
Η προσωπική του επίσης ιστορία μας θυμίζει και τις περιπτώσεις του δικού μας Κωνσταντίνου Παρθένη ή ακόμα τις περιπτώσεις του συγγραφέα Αντονέν Αρτώ, του ποιητή Σαρλ Μποντλαίρ, ή του Αμερικανού ποιητή Έντγκαρ Άλλαν Πόε και άλλων αλαφροίσκιωτων της παγκόσμιας Τέχνης.
Και αν αναλογιστούμε με πόσα ευτελή υλικά και τι φτωχικά μέσα χρησιμοποίησε για να πραγματώσει το έργο του, ή σωστότερα για να πετύχει την προσωπική του κάθαρση το έργο του θα μας γίνει ακόμα πιο αξιαγάπητο.
Ο Χαλεπάς παραμένει ακόμα και σήμερα ένα τραγικά όμορφο αίνιγμα.
Ο συναξαρικός τρόπος ζωής αυτού του αγνοημένου αγίου, ο κακότυχος, μαρτυρικός και πολυπικραμένος βίος του, εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να συγκινούν και να διδάσκουν τους έχοντας όχι μόνο ποιητική ευαισθησία, αλλά και αυτούς που πιστεύουν πως μέσα στην μαγεία του σύμπαντος, υπάρχουν περισσότερες αόρατες φύσεις παρά ορατές.
Θα άξιζε κάποτε να γραφεί ένα μαρτυρολόγιο για τους σύγχρονους αυτούς Αγίους, που η αθωότητα της ζωής των ήταν σφιχτοδεμένη με τα οράματά τους. Όπως και η Τέχνη τους θέλγει τους έστω και ελάχιστους μυημένους στα μυστήρια του λυτρωτικού πόνου, της σταυρωμένης χαράς.
«Μια Τέχνη που σαν τα λουλούδια από τα άγρια κορφοβούνια του τόπου μας βγήκαν τα προπλάσματα του Χαλεπά και μένουν, λες, για να βρεθεί κάποιος τεχνίτης να τον φωτίσουν πως η Τέχνη κατεργάζεται το μάρμαρο και πως το χρωματίζει».
Γράφει ο άδικα λησμονημένος Τζούλιο Καίμη.
Μια Τέχνη που πλαστουργεί τις συντεταγμένες του Λόγου και πυροδοτεί οτιδήποτε ονομάζουμε Ζωή.

Γιώργος  Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό
«Πολιτιστική Πράξη», τεύχος 13/ Ιούνιος 1993, σελίδες 37-42.
Πειραιάς 20-Ιουλίου 2013.