Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΘΟΣ ΦΙΛΗΤΑΣ

ΑΝΘΟΣ ΦΙΛΗΤΑΣ
Άνθιμος Χατζηανθίμου Θεσσαλονίκη 1920-Θεσσαλονίκη 1997

     Η μοντέρνα ποίηση στη Θεσσαλονίκη αρχίζει το 1935, όταν ο Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, δημοσίευσε στις «Μακεδονικές Ημέρες» το πρώτο του νεωτερικό ποίημα, ή μάλλον το 1938, όταν εξέδωσε σε βιβλίο την «Προσφορά»….
 Ντίνος Χριστιανόπουλος, Η Ποίηση στη Θεσσαλονίκη από το 1913 ως το 1940. Περιοδικό Αντί τχ. 324/Δεκαπενταύγουστο 1986

Η ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΚΕΙΜΕΝΑ 1985
Σελίδες 40, ευρώ 3
Η ποιητική συλλογή του Άνθου Φιλητά
Η ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ
Στοιχειοθετήθηκε στη μονοτυπία των αδελφών Παληβογιάννη & σελιδοποιήθηκε στα ΚΕΙΜΕΝΑ τυποτεχνική επιμέλεια Μιχάλη Μπορμπουδάκη βιβλιοδεσία Θ. Ηλιόπουλου-Π. Ροδόπουλος
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΡΙΛΗΣ 1985
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΥ
«Η αποσύνθεση της γαλήνης» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες» το 1938. Η δεύτερη ενότητα «Περισυλλογή» είναι σπάραγμα μιας ολόκληρης δουλειάς που γράφτηκε στη Μεταξική δικτατορία και την κατοχή, έμεινε ανέκδοτη, και φυλάχτηκε σε μια καμινάδα από τη μητέρα του ποιητή. Τα χαρτιά καταστράφηκαν ολοσχερώς. Όσα ποιήματα μπόρεσε να θυμηθεί ο ποιητής δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.
Φίλιππος Βλάχος

Η ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ
Ι
Η νύχτα ο πρόδρομος των φιλιών
βυθίστηκε στη νάρκη’ μόνος
με ειδή μιάν αφελή παιδική υπόμνηση
στιχουργώ την οπωσδήποτε αρεστή ζωή μου.
--
Τι δεν περνά σε στάση ακροβασίας
Πάνου απ’ τις γέφυρες των αρωμάτων’ φόβος
υπάρχει’ ο νους
δεν παίρνει μέρος στην τελετή του αισθήματος.
--
Τα ρόδα στόλισαν τους ουρανούς.
--
Οι αγάπες επιβλήθηκαν
χωρίς επέμβαση σπαθιών
--
Λόγια γαληνεμένα οι ήχοι.
--
Αιθέρια μουσική
των βλεφάρων οι δεντροστοιχίες
που βλάστησαν σε γόνιμο έδαφος
με περιβολή ξανθών χλαμύδων.
--
Ο νους ασθένησε
και μάταια οι ενέσεις του παρόντος
τονώνουν την καρδιά’ η βαρυθυμιά
σκοπεύει να σκοτώσει
την πορφυρήν ανταύγεια των στιγμών.
--
Το βάρος που άφησε η καρδιά
μετρήθη σε γραμμάρια’ η φωνή
του μισεμιού έρχεται εκουσίως
μ’ ενσάρκωση ερπετού.
--
Ά! η ζωή βλαστήμησε τη ζωή!
--
Στ’ ακροθαλάσσι σέρνεται
αλυσοδεμένη η διάθεση.
--
Κανείς δεν προσπαθεί να σπάσει
το λιγερό μόσχο της απάτης
που κρατεί το δέντρο των ονείρων.
--
Των διακλαδώσεων ο χυμός ποτίστηκε
με το μαγνήτη οπίου.
--
Φίλοι, ετοιμάστε πια τα στέφανα’ ο κορμός
διαφθείρεται’ θέλω την ύπαρξη
του θετικού σημείου
να δείχνουν τα ίχνη της νωπής βροχής,
που αρωματίστηκε με το συμβολικό
θάνατο των ροδοπετάλων.
ΙΙ
 Όλη η ζωή εξατμίστηκε’ μ’ επιείκεια
δέχτηκαν τα στεφάνια των ατμών
οι καπνοδόχες.
--
Θάνατος αφιλοκερδής.
--
Του δωματίου η μούχλα
νέκρωσε την όσφρηση’ στον τοίχο
στίγματα περασμένης ευτυχίας
φαντάζουν αιφνιδίως προκλητικά.
--
Με νυχτερίδες παρομοιάσαμε
τα δυό σου μάτια κάποτε’ η παράκληση
προσδοκούσε το θάνατο στους ήχους
των ωρών
που βιάζονταν να σ’ αφιερώσουν τον ανθό τους.
--
Έλλειψη αγαπημένης ενοράσεως.
--
Μέρος νερού επισκέφτηκε
τις άδειες κόχες των ματιών σου.
--
Η περηφάνεια
μ’ άφησε ιλαρή αναζήτηση φωτός.
--
Πέρα η αυγή σημείο εαρινό.
--
Σκυμμένος στο τραπέζι ξαγρυπνώ
μ’ απρόοπτη περισυλλογή.
--
Η τακτοποίηση νίκησε’ δεν θέλω
καμιάν ανησυχία’ μαύρα πουλιά
χτυπούν το παραθύρι
σα σκέπτομαι τις νεκρές κόχες
που άλλοτε φιλούσα.
--
Σκούγματα ραΐζουν τις καρδιές
που υπάρχουν.-Δεν υπάρχουν!
--
Παραληρώ!
--
Ο στόχος του παραληρήματος
η αλλοίωση του σημείου.
--
Ο σκοπευτής δεσμεύεται.
--
Η προσδοκία που μ’ έφερε
του θανάτου η πνοή
προστέθηκε σ’ αθροίσματα κ’ εσύρθη
μ’ αρρωστημένη επίκληση
στο δρόμο της ευφάνταστης πορείας.
--
Το σούρουπο θολό.
--
Η ερωτευμένη άμμος
Ταράσσεται από πέλματα οδοιπόρων
--
Γδούπος υποκρισίας
η  ατέρμονη φωνή της θάλασσας.
--
Περικαλλή χαρακτηριστικά
οι ψαλμωδίες που ηχούν και σβήνουν.
--
Τίποτε πιά στην ηδονή της νύχτας!
Γαλήνη αιώνων.
Ίσκιοι των σωμάτων.
Παράκληση ψυχών.
--
Ψευδαίσθηση σημάντρου ως επισφράγιση
περιπαθών λειτουργιών.
--
Κύριε! Η ζωή μου τη φιλία ασπάστη
των νεκρών.
--
Στίγμα παλμού που η άρνηση εξαφάνισε.

ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ
Η ΣΙΩΠΗ
                        στην Ουρανία
Η σιωπή
            μαρμαρωμένη
                                 αναπαύεται,
πέτρα φωσφορίζουσα
                                 στα χάη
                                            της ερημιάς.
Ο αέρας
           με πρωτοφανή
                                ανακούφιση
βυζαίνει
            το γάλα της.
Κι ούτε σκέφτεται
                            αν άλλοι
                                         τη ζητούν.
Κι ούτε σκέφτεται
                            αν άλλοι
                                        μάχονται γι’ αυτήν
με λάφυρο
               την καρδιά τους!

ΛΕΩΝΟΡΑ
Πρόσωπα
              στη χλόη
                           προσηλωμένα,
άνθη, ουρανός,
και  μόνο
              Εσύ
                   Μακριά μου,
να διατηρείς
                 την όψη σου
                                 κλειστή
στη διαβασμένη σου
                                 παλάμη
και να μη δέχεσαι ν’ ακούσεις
ούτ’ ένα
             χάδι
                   αρώματος.
Η θλίψη,
            η ίδια
                    η θλίψη.
ΑΓΑΠΗ
Θα  ‘ρθεις,
               ντυμένη
                           την ομίχλη,
υδάτινη
            γραμμή,
πικρός,
          τρίκλωνος
                         πόνος,
θαμπή
         χαραματιά
                       της οδύνης.
Θα ‘ρθεις
               εν’ απόγευμα
                                 σαν ετούτο,
στάσιμο,
             ανώνυμο,
περιντυμένη
                   την πικρία
                                και την εγκατάλειψη,
απ’ το μυστικό
                      δρόμο
                              της θάλασσας,
απ’ τα θολά
                  σκαλοπάτια
                                   της βροχής
ή
απ’ τα ορεσίβια
                       μονοπάτια,
αγάπη!
         γυμνή
               ελπίδα
                        στο βυθό
                                    των ονείρων.
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
Τις λέξεις
              τις ψαύεις
τις βαθαίνεις
                  τις σμιλεύεις
τις κάνεις
              αίσθηση
αίσθημα
           πάθος
τις βαφτίζεις
                 στον άνεμο
στη βροχή
              στον ήλιο
στο μούχρωμα
                      στη σιωπή
στην απόγνωση,
δημιουργείς.

Περιέχει ακόμα και τα εξής ποιήματα:
ΒΡΟΧΗ
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
Η ΣΕΛΗΝΗ
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
ΑΔΙΕΞΟΔΟΣ
Η ΟΜΙΧΛΗ
IN MEMORIAM
Η ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΑ
ΒΡΕΧΕΙ
ΑΝΟΙΞΗ

Ένα χρόνο πριν από την εκτύπωση της «Προσφοράς» του Γιώργου Θ. Βαφόπουλου εμφανίστηκε απροσδόκητα ο δεκαεφτάχρονος Αλεξανδρουπολίτης ποιητής Ανθός Φιλητάς (1920) φιλολογικό ψευδώνυμο του Άνθιμου Χατζηανθίμου, με την ποιητική συλλογή «Σύννεφα», που τυπώθηκε στην Αθήνα. Εάν δεν είχε προηγηθεί ο Βαφόπουλος, σίγουρα το προβάδισμα θα το είχε ο νεαρός μαθητής που, ήδη από το 1936, έγραφε μ’ ένα ένστικτο σχεδόν υπερρεαλιστικό, χωρίς να ξέρει παρά μόνο τους ποιητές των «νεοελληνικών αναγνωσμάτων»……. Μόνο ο Γιώργος Μυλωνογιάννης, από τους κριτικούς του Μεσοπολέμου, σημειώνει ότι: «από τον πρώτο ακόμα στίχο κι ο πιο ανίδεος αναγνώστης καταλαβαίνει πως τα τραγούδια αυτά έχουν κάτι το απρόοπτο, κάτι το αλλότροπο»…… Ο αισθησιασμός του ποιητή, αν και ολότελα αντίθετος στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, τόσο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όσο και μετά την λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου τον μεταποιεί σε πολιτικό επίτροπο ταξιαρχίας Ανταρτών που πολέμησε στο Γράμμο και στο Βίτσι(1948-1949) για να καταλήξει στην Τασκένδη απ’ όπου πρόσφατα επαναπατρίσθηκε…
Δημήτρης ΓΡ. Τσάκωνας, Η Σχολή Θεσσαλονίκης, εκδ. LIQUID LETTER, 1990

ΣΥΝΝΕΦΑ

Η ποιητική συλλογή του ΑΝΘΟΥ ΦΙΛΗΤΑ «ΣΥΝΝΕΦΑ» στοιχειοθετήθηκε στο χέρι από την Μιμή Τραυλού με απλά των 12΄ & σελιδοποιήθηκε στα ΚΕΙΜΕΝΑ τυποτεχνική επιμέλεια Μιχάλη Μπορμπουδάκη βιβλιοδεσία Θ. Ηλιόπουλου-Π. Ροδόπουλου. Τυπώθηκαν 521 αριθμημένα αντίτυπα σε χαρτί conqueror 100 γραμμαρίων οι αριθμοί 1-21 δεν είναι για το εμπόριο. ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΚΕΙΜΕΝΑ» ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1984

ΣΧΕΔΙΟ
Ι
Μ’ αρέζει να κρατώ στα χέρια
το σκίτσο
του χλωμού προσώπου σου
κ’ έτσι όταν βρίσκεται μακριά μου
το φθινόπωρο
να αιστάνομαι πως βρίσκομαι κοντά σου.
Θυμάσαι;
Οι κύκλοι της σιωπής μας είχαν ζώσει
κ’ ήταν
ένα πρόβλημα για μας η φυγή
προς το άγνωστο περιβάλλον
της αγνότητας.
Το βράδυ φώτιζε η σελήνη
την υποβλητική γέφυρα των τόξων.
Τα χέρια μας μίλησαν περίπαθα.
Οι καμπύλες των χειλιών μας ενώθηκαν
μπρος στ’ αδιάκριτα βλέμματα
περαστικών ταξιδιών.
ΙΙ
Εδώ υπάρχει η άρνηση.
Δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν
τ’ άνθη που σπάρτηκαν την ώρα
του γόνιμου πάθους και της ηδονής.
ΙΙΙ
Των τάφων οι φωσφορισμοί
στολίζουμε τις πεθαμένες έγνοιες μας.
IV
Το μίσος καλλιεργήθηκε
στην ενατένιση των αγαθών
που φυγάδεψαν τα χέρια μας
με δυό γαλάζιες σφαίρες
στο βυθό των στείρων θαλασσών.
VI
Πετάξαμε απ’ το επίπεδο έδαφος
κ’ η ξαφνική
πτήση των κορμιών μας
τάραξε
τον πουπουλένιο κόσμο των ανθών.
VIII
Τετράστιχο η ζωή μου σκοτεινό!
Επιγραμματικό τετράστιχο!
IX
Θα φύγω!
Θα θεωρηθεί η φυγή μου δειλία;
Θα φύγω;
Τη μάσκα της υποκρισίας αντιπαθώ
ώ πλάσματα αντιπαθή κι ανούσια.
Θα φύγω!
Με φτάνει η εικόνα του εαυτού μου
στ’ απόκοσμα θολά νερά.
Το σκίτσο του χλωμού προσώπου
της δεσποινίδος Διάνας να κρατώ στα χέρια
με το θετικό χαμόγελο της μόνωσης.

ΕΠΙΓΝΩΣΗ
Ι
Φύλακες των σωμάτων μας πιστοί
των σκιών οι παρελάσεις
κ’ οι ώρες
οι κύκλοι που δεν γράφτηκαν ποτέ
στα χείλια μας που πόθησαν ειρήνη.
ΙΙ
Πιστέψαμε στην έναστρη πορεία
μα η πόλη της εξόδου κλείστηκε
με διακριτικότητα
μεγάλη
κι ο δρόμος
που ονειρευτήκαμε όταν βλάστησε η γαλήνη
στην προσδοκία του αυγινού φωτός,
χάθηκε από τα μάτια μας
σαν οπτασία χιμερική
στα όργια της νυχτός.
ΙΙΙ
Οι αναθυμιάσεις των καιρών
νεκρώσαν
ό,τι έπλασαν οι καλοσύνες μας αυθόρμητα
κ’ οι λίθοι της κακίας τοποθετήθηκαν
με αρχιτεκτονικήν ακρίβεια
για την ανοικοδόμηση κτιρίων συμμετρικών
που θα στεγάσουν
τις εφιαλτικές προσωπικότητες
των παρακμών
χωρίς ευθύτητα προοπτικής καμία.
V
Μές στις σπηλιές
του εσπερινού οι αντίλαλοι
πλέχουν ειδύλλια στο θαμπόφωτο των γύρω
κ’ εμείς
πιασμένοι από το χέρι των χαδιών
πλάθουμε
τις μελλοντικές μας συναντήσεις
στις όχθες
της γραμμής
που χάραξαν τα χέρια μας
με την επίβλεψη του αιστήματος.
VI
Οι εποχές μαδούν
στα σκεβρωμένα χέρια των νεκρών
κ’ οι αγάπες ξεφυλλίζουν
στις  αφιλόξενες αυλές που ανθούν
οι αρχικές προσποιήσεις των προσώπων. 
VII
Τα μέτωπά μας
τα στεφάνωσαν χλωμές φιλίες παράνομες
και του φθινοπώρου οι σφραγίδες
έδωσαν τέλος στην αφάνταστη ροπή.
Άσεμνες στάσεις
άταχτες παρελάσεις των μορφών
στις λεωφόρους των ερώτων
οι πολυποίκιλες πτυχές της ηδονής
που κόρεσαν τα διψασμένα σώματά μας.

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Συμβιβάστηκε η εσπέρα
με το έπος της χαμένης ηλικίας
όταν,
ο δείχτης του αφηρημένου ρολογιού
άφηνε πίσω του με νευρικότητα μεγάλη
τα όνειρα
που συγκρατούσαν την ισορροπία
του παρελθόντος
που αγάπησες και μίσησες συγχρόνως.

ΙΣΤΟΡΙΑ
Συμμετρικά σχήματα της βροχής
αδελφωμένης με τον ήλιο
στα χέρια μου πλαστήκαμε με τέχνη
και γράψαμε την ιστορία τ’ ουρανού.
Την ιστορία που ανέμενα
εναγώνια με πεποίθηση.

ΧΡΟΝΟΣ
Η σάρκα ενταφιάστηκε με ψαλμωδίες μαϊων,
Όνειρο’ η ηδονή των ερασμίων χαυνώσεων,
Το δηλητήριο εισχώρησε
στα μυστικά των άσπιλων ανθών
κ’ η αγάπη πέθανε από ασφυξία
μπρος στην επιμονή μας.

ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ
Φιλήθηκαν τα περασμένα με τα εφήμερα
κ’ έλαμψε η μέρα στο ημίφως των ψυχών.
Κ’ η τελευταία ελπίδα έκαψε τη θέρμασή της.

ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ
Σπασμωδικές κινήσεις των χεριών
Ένωση των γραμμών του σώματός μας:
Το σύμπλεγμα της ηδονής.

•Από το ποίημα ΗΔΟΝΗ
Ο Χρόνος η αφορμή των παραιστήσεων.

•Από την ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ
Τη λογική απομάκρυνε ανεπαίστητα η βραδιά.

•Από το HgCI2
Τα μυρωμένα γράμματα
που μου ‘φερε νοσταλγικά
το πρωτοβρόχι απ’ το νησί σου
στην άνοιξη των χρόνων μου
τυλιγμένα με τις άλικες
κορδέλες της μοναξιάς
βρίσκονται μουχλιασμένα
σε μια γωνιά του παλαιοπωλείου
της οδού Ε…

•Από την ΑΠΟΓΝΩΣΗ
Στα φιλημένα μάτια σου
πρόωρα μαδήσαν οι βιολέτες
κ’ η περιφρόνηση έγραψε
με χρώμα γκρί-λιλά
τις ζωγραφιές
που η όραση δεν πρόσεξε σαν αγαπούσε.
      Ταμένοι στη σιωπή!
      Λάφυρα της σιωπής!
Οι σκέψεις ερωτεύτηκαν
Την ανθισμένη θάλασσα δειλά!

•Από το ΠΕΡΙ ΤΟ ΜΗΔΕΝ
Οι ελπίδες εγχειρίστηκαν
με χλωροφόρμιο απ’ τους καιρούς
και γράψαν το μηδέν.

• Από την ΩΡΑΙΟΠΑΘΕΙΑ
Μια δέσμη φτερών από γλάρους
η εκδήλωση της αθωότητάς σου.
--
Πέρα απ’ την αγάπη η Αθανασία.
Πέρα απ’ την Αθανασία η αβεβαιότης.

•Από την ΑΣΤΑΘΕΙΑ
Έσκυψες με φόβο δειλά
να πιάσεις ένα αστέρι που πνιγόταν
μπρος στα ειρωνικά γέλια των κυμάτων.

Μά τρόμαξες κ’ η άγονη ευσπλαχνία σου
σ’ έκανε κ’ είδες το είδωλό σου
που ‘κλεινε την ασκήμια της ψυχής σου.

• Από την ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
Πέταξαν οι στιγμές μας
σέρνοντας με μεγάλη δυσκολία,
τα δάκρυα
τις επιφυλάξεις
τα συναπαντήματα
και τις επίπλαστες κι ανήλεες σκιάσεις
των φιλήδονων ημερών.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΥ
Τα Σύννεφα γράφτηκαν το 1936 και τυπώθηκαν το 1937 στην Αθήνα, όταν ο ποιητής ήταν δεκαεφτά χρονώ. Το 1934 (μόλις δεκατεσσάρων χρονώ-γεννήθηκε το 1920) είχε τυπώσει στη Θεσσαλονίκη τα πρωτόλεια Θλιμένα χαμόγελα που αποκήρυξε αργότερα. Παρόλο που οι αναφομοίωτες επιδράσεις του Πορφύρα και του Χατζόπουλου είναι έντονες, υπάρχουν στίχοι που δικαιώνουν την πρώιμη εμφάνιση. Όπως βεβαιώνει ο ποιητής δεν έχει ακούσει λέξη ακόμα για τον υπερρεαλισμό. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως η δεύτερη ποιητική του συλλογή που δεν περνάει απαρατήρητη, βγαίνει «αυθόρμητα», ανάγκη βαθύτερη ενός νέου που νιώθει πως δεν μπορεί να εκφραστεί μεσ’ από καλούπια και σχήματα…..
Από την κριτική του Μυλωνογιάννη που παραθέτει και κάποιους στίχους πληροφορήθηκα για τον ποιητή εδώ και δεκαπέντε χρόνια και από τότε μάταια τον αναζητούσα σε ιδιωτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες. Κανείς από τους ομοτέχνους δεν τον ήξερε ούτε και ανθολογήθηκε ποτέ. Τυχαία φέτος μάθαμε πως ζει στη Σαλονίκη. Γύρισε προ τετραετίας από την Τασκένδη όπου έζησε μετά το τέλος του Εμφύλιου. Την περίοδο της Κατοχής περνάει στην παρανομία και ύστερα βγαίνει στο βουνό και πολεμάει στις γραμμές του ΕΛΑΣ. Πολιτικός Επίτροπος ταξιαρχίας πολέμησε στο Γράμμο και στο Βίτσι την περίοδο 48-49. Είχε σπουδάσει νομικά και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Σοβιετική Ένωση. Το 1953 στο εξωτερικό τύπωσε την ποιητική συλλογή Δόξα στον αιώνα μου. Η ποιητική του εργασία από το 1937 ως το 1943 καταστράφηκε. Η μάνα του έκρυψε τα χειρόγραφα, για να τα σώσει, στην καμινάδα του τζακιού….
Φίλιππος Βλάχος
     
     Το 1937 ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ μια πλακέτα με τον τίτλο: Σύννεφα. Το όνομα του ποιητή: Άνθος Φιλητάς, φώναζε από μακριά πως ήταν ψευδώνυμο, λίγο εστετίστικο, λίγο εξεζητημένο.
Μια μέρα του Φθινοπώρου του ’48, ο πόλεμος δεν είχε ακόμα αρχίσει, στο παλιό βιβλιοπωλείο του «Πυρσού», που από πολλές δεκαετίες τώρα δεν υπάρχει, κάπου γωνία Καρόλου Ντήλ και Τσιμισκή, όπου σχεδόν κάθε απόγευμα έδινα το παρών, χαζεύοντας και ξεφυλλίζοντας τις καινούργιες εκδόσεις από την Αθήνα-εντελώς τυχαία πρόσεξα ένα βιβλίο(ο τίτλος του Σύννεφα, που κι άλλοτε το ‘χα δει, αλλά δεν είχα δώσει σημασία), στα χέρια ενός κοριτσιού και στο πλάι του έναν άντρα εντυπωσιακής εμφάνισης, με μακριά, ίσια, λουστραρισμένα μαλλιά, που έσκυβε και της ψιθύριζε κι ύστερα πήρε ένα στυλό και κάτι της έγραψε στην πρώτη σελίδα, πολύ κολακευτικό προφανώς, γιατί είδα το νέο κορίτσι να κοκκινίζει και να του σφίγγει τρυφερά το χέρι.
«Αυτός είναι», σκέφτηκα αμέσως. Αυτός είναι ο ποιητής, δεν μπορεί παρά να είναι αυτός, έτσι πρέπει να είναι οι ποιητές-η ακτινοβολούσα φιγούρα, που έβλεπα μπροστά μου, ανταποκρινόταν απόλυτα στον ιδεότυπο που είχα φορμάρει στο μυαλό μου για το ζηλευτό γένος των ποιητών.
     Έσπευσα να αγοράσω το βιβλίο, με πολλή προσοχή, μη με δει ο ποιητής είπα στο βιβλιοπώλη να μου το τυλίξει καλά-καλά και μέσα στο τραμ, ώσπου να φτάσω στο σπίτι μου, το είχα ήδη διαβάσει δύο φορές. Ως το βράδυ το ήξερα απέξω και βάλθηκα στη βόλτα να βομβαρδίζω τους δύο-τρείς φίλους μου, κι αυτούς «φανατικούς για γράμματα», με σκόρπιους στίχους, χωρίς να τους αποκαλύπτω ζηλότυπα ποιος ήταν ο ποιητής.
     Ολόκληρο τον εαυτό μου τον έβρισκα στους στίχους:
Με φτάνει η εικόνα του εαυτού μου
Στ’ απόκοσμα θολά νερά
Το σκίτσο του χλωμού προσώπου
Της δεσποινίδας Διάνας να κρατώ στα χέρια
Με το θετικό χαμόγελο της μόνωσης
 Μανόλης Αναγνωστάκης, ΤΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ, εκδόσεις στιγμή 1985

     Εδώ τελειώνει το δικό μου ποιητικό ανθολογικό ταξίδι στο ποιητικό έργο του Άνθου Φιλητά, σκέφτηκα αντί να γράψω εγώ ένα σημείωμα για τον ποιητή, να παραθέσω τις απόψεις άλλων που είτε τον γνώρισαν είτε αγάπησαν το μικρό του έργο. Δεν αναφέρω τις κριτικές του Κλέων Παράσχου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 251/1-6-1937, ούτε του Γιώργου Μυλωνογιάννη, στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα τχ. 3/31-7-1937, μια και τα κεντρικότερά τους σημεία βρίσκονται στα σημειώματα του Φίλιππου Βλάχου, στα δύο βιβλία που επανεξέδωσε του ποιητή. Τήρησα την ορθογραφία των συγγραφέων.
     Θεωρώ ότι στην εποχή μας, μπορούμε πλέον άφοβα να επαναπροσδιορίσουμε και να επανεξετάσουμε ποιητές όπως ο Ανθος Φιλητάς, μια ποιητική φωνή που προέρχεται από τα βάθη ενός όχι και τόσο μακρινού μας παρελθόν και ιδιαίτερα, όταν ο λόγος του προέρχεται από την περιφέρεια-παρά το ότι εξέδωσε τις συλλογές του στην πρωτεύουσα-Ένας λυρικός υπερρεαλιστικός λόγος όχι ακραίος, ούτε απόκρημνος, ούτε και τόσο σκοτεινός όσο είναι ο ποιητικός λόγος των ευρωπαίων σουρεαλιστών της εποχής του. Ο υπερρεαλισμός του Φιλητά, έχει στοιχεία ελληνικής ατμόσφαιρας, σίγουρα δεν είναι ο φωτεινός και χαροποιός υπερρεαλισμός του πρώιμου Οδυσσέα Ελύτη, ή δεν είναι βουτηγμένος μέσα στα νάματα της ορθόδοξης παράδοσης όπως είναι ο υπερρεαλιστικός λόγος του Νίκου Εγγονόπουλου, είναι θα σημειώναμε, ένας ξεχωριστός αισθητικός υπερρεαλισμός κάπως ξένος μέσα στην γενική ατμόσφαιρα αυτής της σχολής, έχει επιγραμματική φόρμα, δυνατές εικόνες όχι τόσο αλλόκοτες, με λέξεις  άλλοτε μικρές άλλοτε πολυσύλλαβες, κοφτές αλλά όχι αιχμηρές, που σχηματίζουν εικόνες παράτολμες όχι όμως μουντές ή βαριάς απαισιοδοξίας, στίχοι χωρίς στίξη, μικρής πνοής, χωρίς συγκεκριμένη ρυθμολογία, με το ρήμα να είναι συνήθως στο δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο, ένας ποιητικός λόγος που έχει τα στοιχεία ενός επιμύθιου σχολιασμού ενός νεανικού οράματος. Ένας ποιητής που αναζητά ψαλμωδώντας τον κρυφό σκοπό της ατομικής του μελωδίας μέσα από την παράτολμη και αναπάντεχη σειρά λέξεων που πολλές φορές καλύπτονται από μια αβεβαιότητα νεανικών καλών προθέσεων, λέξεων που δεν έχουν βαθμούς αποχρώσεων, χωρίς όμως να μας εμποδίζουν να χαρούμε τα φωτεινά και ερωτικά φτερά τη φαντασίας του νεαρού δημιουργού, υποδηλώνοντάς μας το αισθητικό του ένστικτο που φαίνεται ότι χρειάζεται-εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας του-να εμβαπτιστεί στην κολυμπήθρα του ναρκισσισμού. Ο Φιλητάς χαριεντίζεται εποικοδομητικά μέσα στην ναρκισσιστική ατμόσφαιρα που δημιουργεί εν γνώσει των κινδύνων που μια τέτοια επιθυμία εγκυμονεί, χωρίς ευτυχώς να χάνει την προσωπική του ποιητική, έστω και αποσπασματική, και την μαγεία των ποιητικών του προθέσεων και οραματικών του νεανικών καλπασμών. Ο ποιητής τέρπεται από την ίδια του την ποιητική πρόθεση και ταυτόχρονα την απολαμβάνουμε και εμείς, με την ανάγνωση του έργου του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, ημέρα του Αγίου Δημητρίου πολιούχου της πόλεως της Θεσσαλονίκης.
Πειραιάς, καθώς η πόλη ρεμβάζει νοτισμένη από τον ποιητικό λόγο της συμπρωτεύουσας