Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Ο ποιητής Γιάννης Κουβαράς

Γιάννης Κουβαράς

Ένας ποιητής φιλόλογος, που έρχεται από τα βάθη του χρόνου της ελληνικής παιδείας

     Ίσως ηχεί παράξενο, αυτό που γράφω για τον ποιητή και φιλόλογο Γιάννη Κουβαρά. Τον άριστο εκπαιδευτικό, τον σημαντικό δοκιμιογράφο τον εξαίρετο οικογενειάρχη. Ότι ο συνταξιοδοτηθείς πλέον εκπαιδευτικός, προέρχεται από τα βάθη του χρόνου της ελληνικής παιδείας. Όσοι όμως είχαν την τύχη και την χαρά να τον γνωρίσουν από κοντά, θα κατανοήσουν, ότι δεν είναι υπερβολή τα γραφόμενά μου. Σίγουρα, περισσότερα και ακριβέστερα λόγια αγάπης και εκτίμησης για το άτομό του, θα είχαν να μας πουν οι μαθητές και οι μαθήτριες του στα σχολεία που δίδαξε-και ιδιαίτερα, το 2ο Λύκειο Βριλησσίων, όπου η σημαντική παιδαγωγική του διαδρομή έμεινε χαραγμένη στις συνειδήσεις και τις ψυχές των μαθητών, πριν αποχωρήσει από την ενεργό δράση-και που ο Κουβαράς, με επιμέλεια και μεράκι τους έκανε κοινωνούς των πολύπλευρων γνώσεών του και της αγαπητικής του ενασχόλησής με την ελληνική παιδεία και ιδιαίτερα, την ελληνική ποίηση.
Πολύ πριν συναντηθούμε προσωπικά, είχα διαβάσει ποιήματα και βιβλιοκριτικές του ποιητή και δοκιμιογράφου Κουβαρά, καθώς μια τυχαία σύμπτωση για ένα διάστημα, μας έφερε και τους δυό να δημοσιεύουμε κείμενά μας σε κοινά έντυπα. Η σύμπτωση αυτή μας έδωσε την ευκαιρία να γνωριστούμε μια και εκείνος, γνώριζε την γραφή μου όπως μου είπε στην πρώτη μας συνάντηση, και εγώ την δική του. Στα κατοπινά χρόνια της γνωριμίας μας, ανακάλυψα και διάβασα και τα δοκιμιακά κείμενα της συζύγου του επίσης συγγραφέως και εκπαιδευτικού Αλεξάνδρας Μπουφέας.
     Παρότι η διδακτορική διατριβή του φιλόλογου Γιάννη Κουβαρά είχε ως θέμα το έργο του Μάξιμου του Τύριου, «ΕΡΕΥΝΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΤΥΡΙΟΥ», έκδοση Ίδρυμα ΣΑΡΙΠΟΛΟΥ 1991, ο Κουβαράς έστρεψε το ενδιαφέρον του από πολύ νωρίς προς τον ποιητικό λόγο. Οκτώ χρόνια πριν την έκδοση της διατριβής του, εκδίδεται η ποιητική του συλλογή «ΟΔΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ» (Πράξη επικοινωνίας), από τις εκδόσεις-Βιβλιοπωλείο Στρατής Γ. Φιλιππότης 1983. Μια πρωτόλεια ποιητική συλλογή, που μας φανερώνει τον ευαίσθητο χαρακτήρα και τις πνευματικές ανησυχίες του νεαρού ερωτευμένου ποιητή και διδάκτορα κλασσικής φιλολογίας (ο Γιάννης Κουβαράς γεννήθηκε στο Άστρο Κυνουρίας το 1950-), την πυκνότητα του λόγου του, την ποιητική του σκέψη, την ποιότητα της γραφής του, το λυρικό ύφος του, που προετοίμαζαν την μελλοντική ποιητική του παρουσία, και το κυριότερο, την σοβαρή και υπεύθυνη ενασχόλησή του με τον δοκιμιακό λόγο και την βιβλιοκριτική. Η πρώτη ποιητική του παρουσία έχει 48 σελίδες και είναι αφιερωμένη στην σύντροφο της ζωής του και μητέρα των παιδιών του Αλεξάνδρα. Το σουρεαλιστικής υφής εξώφυλλο είναι του Μιχάλη Κουτσοδήμα, μετά τον τίτλο της συλλογής, υπάρχουν τα λόγια του θεατρικού συγγραφέα του παραλόγου Σάμιουελ Μπέκετ: «Δε θα μπορούσα να περάσω μέσα από αυτό το θλιβερό χάος της ζωής χωρίς ν’ αφήσω μια κηλίδα πάνω στη σιωπή». Στο οπισθόφυλλο, δημοσιεύεται μικρό σχόλιο της καθηγήτριας Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρίας Μαντουβάλου, που αναφέρει τα εξής:
«Στα πλαίσια του ορισμού η ποίηση του Γ. Κ. παίρνει περιεχόμενο λυρικό, φιλοσοφικό, κοινωνικό, πολιτικό και παιδαγωγικό. Η θεματική αυτή εμπεριέχει κινδύνους και παγίδες ηθικοδιδακτισμού, φορμαλισμού και ορθολογισμού. Ευτυχώς ο Γ. Κ. δεν έπεσε σ’ αυτές τις παγίδες και το αποτέλεσμα είναι η ευτυχία της αναρχικής ποίησής του.
     Εννοώ με τον χαρακτηρισμό αναρχική ότι χρησιμοποίησε τη φαντασία του και έτσι δεν μεταβλήθηκε «σε ανάπηρο της πραγματικότητας» με την απουσία της, όπως θα έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης (Ανοιχτά Χαρτιά 1982, σ.17).
     Ο Γ.Κ. ξανάπιασε έννοιες παληές και τις επανατοποθέτησε στην σημερινή πραγματικότητα, όπου ανιχνεύει την λειτουργικότητά τους. Η τοποθέτησή του είναι ποιητική.
     Στα ποιήματα του Γ. Κ. υπάρχει η αμοιβαία σχέση ανάμεσα στο ύφος τη λέξη και το περιεχόμενο. Η λιτότητα στη φράση και η πυκνή ουσία της είναι χαρακτηριστικά της ποίησής του.
     Οι λέξεις του ανοίγουν την πόλη του, άς την επισκεφθούμε. Όταν τελειώσουμε τη διαδρομή ας θυμηθούμε, πρίν από κάθε αντίδραση «Ιθάκες τι σημαίνουν». Είναι σχετικές οι έννοιες αυτές για τον καθένα ανάλογες της ευαισθησίας ή παχυδερμίας του.
                    Μαρία Μαντουβάλου
                    Πανεπιστήμιο Αθηνών
     Ξεφυλλίζοντας την πρώτη πρωτόλεια ποιητική συλλογή του Γιάννη Κουβαρά, ασφαλώς, δεν θα συναντήσει ο αναγνώστης τα στοιχεία εκείνα και την ποιητική τεχνογνωσία που έχουν οι επόμενες ωριμότερες συλλογές του, δες «Δωρητής Σώματος» Πλέθρον 1985, «Μέσα Θάλασσα» Σοκόλης 1999, «ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ» Γαβριηλίδης 2005, και η τελευταία του, και πάλι από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 2015 «ΟΝΕΙΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ». 
Η «ΟΔΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν προπομπός των επόμενων ποιητικών του καταθέσεων, μια και περιέχει πολλά από τα επόμενα θεματικά του μοτίβα και τους ποιητικούς του προβληματισμούς, διακρίνεται για την πυκνότητα του λόγου που σε ορισμένα ποιήματα, πλησιάζουν την επιγραμματική φόρμα, έστω και αν οι στίχοι του Γιάννη Κουβαρά υπερβαίνουν αυτές των επιγραμμάτων. Βλέπουμε την καλλιέπεια στην απόδοση του φουρτουνιασμένου ερωτικού του συναισθήματος, τον έλεγχο των εκφραστικών του μέσων παρά το ότι, το ερωτικό συναίσθημα είναι τόσο κυρίαρχο και ποδηγετεί κατά κάποιον τρόπο την σύνολη κατάθεση, τον ατομικό του προβληματισμό πάνω σε θέματα που ταλανίζουν την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις, την επιλεγμένη χρήση λέξεων, το καθαρό του ύφος, τέλος, τις ισχυρές φιλοσοφικές ανησυχίες ενός πρωτοπαρουσιαζόμενου ποιητή, που αποφασίζει να εκθέσει δημόσια τις απόψεις του και τα προσωπικά του ερωτικά συναισθήματα. Εκείνο που κυριαρχεί και ξεδιπλώνεται στις τρίπτυχες ενότητες της ποιητικής του συλλογής, είναι ο εντονότατος τόνος της ερωτικής του διάθεσης, ο χρωματισμός του ποιητικού του λόγου από τον ερωτικό του οίστρο, που δεν κανοναρχείται ούτε καν μέσα στην ποιητική του κατάθεση, μέσα στις λέξεις που χαρτογραφούν τις μύχιες αλήθειες της ερωτευμένης ψυχής του. Η ερωτική ατμόσφαιρα πλημμυρίζει τον ποιητικό λόγο που είναι διαρκώς προσανατολισμένος προς την σύντροφό του Αλεξάνδρα, στην οποία αφιερώνει και το βιβλίο, γράφει:
Στην Αλεξάνδρα
Για ό,τι αξίζω
είναι επειδή σ’ αγαπώ.
«Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα,
Εγώ θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάϊ σου»
     Εξομολογητικός ερωτικός λόγος αληθινός και ειλικρινής, έντιμος και ανυστερόβουλος, αλλά συνήθως πρόσκαιρος, και σπανιότατα μάλλον επαληθεύσιμος σε όλες του τις μεγαλόπνοες υποσχέσεις στο διάβα της ζωής και του χρόνου, μια και προέρχεται από τον κόσμο της ερωτικής φαντασίας νέων σε ηλικία ατόμων. Καθώς ο ερωτικός οίστρος του πρώτου ξυπνήματος των αισθημάτων τους αυξάνει την ακαπίστρωτη φαντασία τους. Γιατί όλοι μας γνωρίζουμε εμπειρικά, έχοντας περάσει από τα στάδια αυτά του χρόνου, ότι το ερωτευμένο σώμα δεν χαλιναγωγείται μόνο με ποίηση, ηρεμεί μόνο, με την αδηφάγο κατάκτηση του άλλου σώματος. Τα ερωτευμένα σώματα αντρών ή γυναικών μετά την κατάκτησή τους, είναι αυτά και μόνον αυτά, που επιβεβαιώνουν κατόπιν την ατομική μας ταυτότητα, τον κοινωνικό μας ρόλο, την συμπληρωματική μας εαυτότητα. Και εξαιτίας ίσως αυτής της πανάρχαιας επαναλαμβανόμενης κατακτητικής λειτουργικότητας των ανθρωπίνων σωμάτων, η αποτύπωση των παράλληλων δρόμων της φαντασίας πάνω στη λευκή σελίδα τουλάχιστον, να μην επιτυγχάνεται. Θέλω να πω, ότι το προσωπικό ερωτικό συναίσθημα του καθενός ή κάθε μίας ύπαρξης, δεν είναι τόσο εύκολο όσο νομίζουμε, να χαραχθεί μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Δεν είναι εύκολο πράγμα δηλαδή να γραφτεί ερωτική ποίηση. Αν μελετήσει ο αναγνώστης της ποίησης τα αρχαία ερωτικά επιγράμματα, την ποίηση της Σαπφούς, ή αποδελτιώσει ερωτικά στιγμιότυπα του Ομηρικού έργου, για να μείνω ενδεικτικά σε ορισμένες ποιητικές στιγμές της αρχαιότητας, θα διαπιστώσει ότι η μαγεία των κειμένων αυτών, μάλλον, δεν προέρχεται από αυτό καθεαυτό το ερωτικό γεγονός των δημιουργών, όσο από την τεχνική που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να μας παρουσιάσει το γεγονός αυτό. Ο έντεχνος λόγος και ο χειρισμός του, είναι αυτός που μας αποκαλύπτει τον λόγο της αιτίασής του. Γιαυτό και στα κατοπινά χρόνια, είτε είναι ανώνυμος ο ποιητικός λόγος είτε είναι επώνυμος, έχει πολλά χάσματα, αν δεν ενταχθεί μέσα στην ιστορική πραγματικότητα το ατομικό συναίσθημα και δεν ενδυθεί τον πολυτελή χιτώνα της μνήμης. Ο Ευριπίδης αν θυμάμαι σωστά, κάπου μας μιλά για το λυδικό μέλος, και εννοεί αυτήν την ακατέργαστη συναισθηματολογία που διακρίνει συνήθως την ερωτική ποίηση στα κατοπινά χρόνια, μέχρι και την περίοδο του ιπποτισμού και του ρομαντισμού όπου κυριάρχησε η τάση αυτή. Όμως μια εξέταση της ερωτικής ελληνικής ποίησης με αφορμή την πρώτη αυτή ερωτική ποιητική συλλογή του Γιάννης Κουβαρά, θα μας ξεστράτιζε από το κεντρικό αίτιο αυτής της παρουσίασης που είναι η πρώτη συγγραφική του παρουσία, το δικό του ποιητικό πρωτόλειο «Άσμα Ασμάτων» μια και από όσο γνωρίζω, ο Γιάννης Κουβαράς στάθηκε τυχερός ως προς την ανταπόδοση των ειλικρινών του αισθημάτων στην οικογενειακή του ζωή. Γιαυτό συναντάμε και στις επόμενες ποιητικές του συλλογές αλλά και στις δοκιμιακές του καταθέσεις, να μνημονεύεται η σύζυγός του και να τις αφιερώνονται όχι μόνο ποιήματα αλλά και βιβλία. Η ερωτική φωνή του ποιητή Γιάννη Κουβαρά δεν στηρίζεται σε εξωτερικά ερεθίσματα αλλά έχει βαθιά και στέρεα έμπνευση μια και προέρχεται από την επαλήθευσή της μέσα στην οικογενειακή του εστία.
     Πέρα όμως από τις όποιες ενστάσεις μπορεί να έχει κανείς για την πρωτοεμφανιζόμενη κατάθεση του ποιητή, στην συλλογή συναντάμε ορισμένες ποιητικές μονάδες άτιτλες συνήθως ή μη, που προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη ακόμα και σήμερα. Ποιήματα που διαθέτουν έναν σκληρό πυρήνα φιλοσοφικού στοχασμού που αγωνίζονται να ενσαρκωθούν σε σύμβολα, ποιητικές εικόνες που δηλώνουν μεγάλη επάρκεια γνώσεων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, παρακαταθήκη αρχαίων γνώσεων που βοηθούν το ερωτικό συναίσθημα να μην μετατραπεί σε αχαλίνωτο πάθος. Ο ποιητικός του λόγος κινείται μεταξύ μιας αδιόρατης ειρωνείας και μιας ψυχικής συγκατάβασης, άλλοτε πάλι, έχουμε την συνειδητοποίηση της διάψευσης των οραμάτων και την καταφυγή σε μελαγχολικούς τόνους. Ορισμένα ποιήματα, παρά την ερωτική τους ατμόσφαιρα διαθέτουν ένα υπόστρωμα πεσιμισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι η ποιητική αυλαία του Γιάννη Κουβαρά ανοίγει με το ποίημα «ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ» που παραπέμπει άμεσα και ξεκάθαρα στον αρχαίο αυτοκράτορα και φιλόσοφο Μάρκο Αυρήλιο. Γράφει:
ΕΙΣ ΕΥΑΤΟΝ
Αυτό το χαρτί κάποτε ήταν δέντρο
κι’ έδινε οξυγόνο απ’ τα φύλλα του
     Μη προδώσεις
                            την αποστολή του.
Στίχοι που μας δείχνουν την ουσιαστική σημασία που έχει για τον ποιητή ο κόσμος της ποίησης και ο ρόλος της μέσα στην ζωή των ανθρώπων. Κάτι που επαναλαμβάνει διαρκώς, όχι μόνο και σε άλλα του ποιήματα αλλά σε όλες του σχεδόν τις ποιητικές συλλογές. Η πίστη του Κουβαρά στο ποιητικό γεγονός είναι συνεχής και επαναλαμβανόμενη. Γράφει:
ΑΠΟΛΟΓΙΑ
Γράφω
όχι γιατί μου δόθηκε η χάρη
αλλά γιατί βαραίνει μέσα μου
η υποθήκη του ποιητή
που ονειρευότανε την ποίηση
γραμμένη απ’ όλους
και την ζωή όλων
εγγεγραμμένη μέσα στην ποίηση.
Ζητώ να χτίσω το σπίτι μου με λέξεις.
Με καθαρό και απλό λόγο μας δηλώνει το στίγμα του και την προσωπική του «υποθήκη» για το μέλλον, κάτι που ολοκληρώνει και με το τελευταίο ποίημα της συλλογής «ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΙΙ»
ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΙΙ
Γράφω γιατί χρωστάω σ’ όλους μιάν απάντηση
για να ξεχρεωθώ ποτέ αν το μπορέσω΄
Γράφω για να μη χάσω τη φωνή μου
για να πείσω τον εαυτό μου πως υπάρχει ακόμα.
--
Μυρίζω τις σελίδες
να λευκάνω τη συνείδησή μου΄
Γράφω μήπως βοηθήσω ν’ απλωθεί ο κύκλος των
αναγνωστών έστω και κατά έναν ακόμα
Γράφω
τι άλλο να κάνω
μετατρέπω την αξόδευτη αγάπη μου
για τους ανθρώπους
σε μελάνι.
Ο στυλός μου είναι ο στύλος μου,
που με στυλώνει.
     Μια ιδεαλιστική ίσως ατμόσφαιρα ενός νέου πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, που οραματίζεται πως με την γραφή του, θα αυξήσει έστω και έναν τους αναγνώστες του ποιητικού λόγου. Δεν μπορεί να μην χαρεί κανείς την δονκιχωτική αυτή ποιητική του εξομολόγηση. Όμως μέσα σε αυτήν την αχλή των ποιητικών και ερωτικών ονείρων υπάρχει η αίσθηση της μοναξιάς του σύγχρονου ατόμου των μεγαλουπόλεων που τόσο καίρια εικονίζει.
Ο ΞΕΝΟΣ
      «Πασχίζοντας να ταιριάσω την ανάσα μου/ στη μεγάλη ανάσα του κόσμου»
Η μόνη του συντροφιά
στη μεγαλούπολη
κανένα λάθος τηλέφωνο.
--
Η μόνη του ελπίδα
να τον χαιρετήσουν
για γνωστό τους
κατά λάθος
στο δρόμο.
Σε αυτές τις ποιητικές στιγμές φαίνεται το αληθινό πρόσωπο της ποίησης του Γιάννη Κουβαρά, όταν απομακρύνεται από το προσωπικό και στρέφει το βλέμμα του προς το γενικό, για να αντικατοπτρίσει τα ουσιαστικά προβλήματα των ανθρώπων. Όταν ξεφεύγει από την προσωπική περιπτωσιολογία ο ποιητικός του στόχος και στοχεύει σε μεγαλύτερα ανοίγματα ανθρωπίνων καταστάσεων και διεξόδων ζωής. Όπως στο κατά κάποιον τρόπο προφητικό του η «ΠΡΟΟΔΟΣ»
ΠΡΟΟΔΟΣ
Στις λαϊκές αγορές του δύο χιλιάδες
οι φτωχοί στις συνοικίες θα πουλάνε
άλλος νεφρό, άλλος καρδιά
κι άλλοι χέρια
--
-Καιρός ανταλλακτικών
Καιρός επιστημονικής προόδου-
Μονάχα ψυχές δεν θα αγοράζει κανείς
-αυτές πωλούνταν ανέκαθεν-
(Στην κοινωνία του παρά, ό,τι δεν χρησιμεύει
δεν έχει και ανταλλακτική αξία)
     Στίχοι προφητικοί, πέρα ακόμα και από το χρονικό όριο που βάζει ο ίδιος ο δημιουργός. Στίχοι που φωτογραφίζουν την εποχή μας και μας περιέχουν σαν τρόπο βίου και σχέσεων. Αλλά και ο κόσμος της ποίησης δεν μένει εκτός προβληματισμού από την προφητικά απαισιόδοξη ματιά του Κουβαρά. Γράφει στο ποίημα του «ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ»
Θα προφτάσουμε να γράψουμε
τους λιγοστούς μας στίχους
προτού γίνει αυτό
προνόμιο των κομπιούτερς;
(Οι στίχοι μας κάποτε
θάναι πρωτόλεια
μπροστά στους τέλειους
των κομπιούτερς.
     Ασφαλώς οι  σκληροί αυτοί στίχοι, δεν προμηνύουν ούτε το τέλος της ποίησης ούτε της δικής του ποιητική παραγωγής, δεν παύουν όμως να εμπεριέχουν μια σημαντική αλήθεια των ημερών μας για την χρησιμότητα και τον ρόλο της ποίησης στην εποχή μας και την αλλαγή των αναγνωστικών συνηθειών των αναγνωστών. Καθώς η πικρή διαπίστωση, δεν γίνεται από έναν εκκολαπτόμενο ποιητή, αλλά από έναν ποιητή φιλόλογο, που διαισθάνεται βαθύτερα από άλλους προς τα πού βαδίζει ο κόσμος της ποίησης και ποιος θα είναι ο ρόλος της στις καινούργιες ιστορικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές δεν εξοβέλισαν τελείως τον ποιητικό λόγο, τον περιθωριοποίησαν όμως σε μεγάλο βαθμό θα σημειώναμε με βεβαιότητα. Ο ποιητικός του προβληματισμός για τα κομπιούτερ επανέρχεται και στην συλλογή του «ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ».
     Στις τελευταίες του συλλογές η θεματολογία του διευρύνεται, καινούργια θέματα και ιδέες απασχολούν τον ποιητή, σε ορισμένες από αυτές, ο Κουβαράς παίζει με τις λέξεις, χρησιμοποιεί λέξεις από όλο το φάσμα της ελληνικής γραμματείας, παραθέτει λέξεις που έχουν τον ίδιο ήχο, λαγνεύεται από αυτές και τους συμβολισμούς τους και αφήνεται στην γοητεία τους. Πολλές φορές έχουμε μια απλή παράθεση τοπωνυμιών, που θέλουν να εντείνουν την μνήμη της γενέθλιας πόλης, ή πάλι των συγχωριανών του που άφησαν ανεξίτηλη την παρουσία τους στην συνείδηση του. Το βλέμμα εστιάζεται στον περίγυρο και τους ανθρώπους του, αυτούς νιώθει την ανάγκη να μνημονεύσει, σε αυτούς και στις μαυρομαντιλούσες γυναικείες υπάρξεις της γενέθλιας περιοχής του που το λάδι των καντηλιών τους είναι περισσότερο από αυτό που έχουν για το καθημερινό φαγητό τους. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο και οι ομάδες πολλές φορές λέξεων που ακολουθούν η μία την άλλη περιγράφοντας το ιστορικό γεγονός, συγκροτούν μεταξύ τους μια αλληλεγγύη φωνών και εντυπώσεων όπως στην τελευταία του συλλογή «ΟΝΕΙΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ». Η ποιητική γλώσσα του Κουβαρά εμπλουτίζεται με δάνεια στοιχεία από άλλες συγγενικές ποιητικές της φωνές και ολοκληρώνει την παρουσία της καθώς αφήνει πίσω της το κοινωνικό γεγονός για να διαβεί τα μονοπάτια της μνήμης. Εκείνο που βαραίνει πολλές φορές την ποιητική κατάθεση στις συλλογές του, είναι οι πάρα πολλές αφιερώσεις σε γνωστά και άγνωστά μας πρόσωπα. Αφιερώσεις που γονατίζουν το ποίημα παρά την ευγενική πρόθεση του συγγραφέα, και τις οφειλές του προς άλλους ομοτέχνους του. Οι πάρα πολλές αφιερώσεις, παρά τον γενικά αισιόδοξο τόνο της ποίησης του Κουβαρά, καταντά μάλλον κατά την γνώμη μου, ένα ποιητικό κοιμητήρι προσώπων και αλλότριων ή συγγενικών θέσεων. Η ποιητική του φαντασία δεν κυριαρχείται από άγριους ερεθισμούς, από απόκρημνους οραματισμούς, αλλά είναι γαλήνια, ερωτική, θρησκευτικής υφής, με τόνους αισιοδοξίας  και επιτονισμούς απαισιοδοξίας, καθώς ο χρόνος κύλησε και τα περιθώρια του βίου στενεύουν. Ένας εσωτερικός σπαραγμός διαφαίνεται στα νέα του ποιήματα μια αγχώδη διάθεση για τον χρόνο που περνά γρήγορα, τα όρια που στενεύουν παρασέρνοντας μαζί του πρόσωπα και στιγμές, όνειρα και καταστάσεις, μέρες χαράς και ερωτικής ευδαιμονίας, που τροφοδότησαν με καρπούς τον ποιητικό του λόγο.
      Ένας αδιόρατος αν τον κατανοώ σωστά, κορεσμός ζωής και συγγραφικής δημιουργίας απλώνεται διακριτικά στον ποιητικό του λόγο, μια απελπισία για το μάταιο των όποιων προσπαθειών του ανθρώπου.
     Ο ποιητικός λόγος, είναι η τελευταία προσωπική μας άρνηση απέναντι στην όποια βεβαιότητα μπορεί να κομίζει μέσα στις συνειδήσεις μας ένα ποιητικό γεγονός.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα 21/6/2017
Πειραιάς 21/6/2017