Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΤΑΞΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ


John    Briggs & F. David Peat:
Ο ΤΑΡΑΓΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 1991, σελίδες 232
ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Από τον Δημοσθένη Κούρτοβικ
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ Μεγάλη Παρασκευή 24/4/1992, σ.39/7

         Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΤΑΞΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ

     Όλα άρχισαν στα τέλη του περασμένου αιώνα με τον Ανρί Πουανκαρέ, τον μεγάλο Γάλλο μαθηματικό, φυσικό και φιλόσοφο. Μια ωραία μέρα ο Πουανκαρέ διαπίστωσε έντρομος, με καθαρά μαθηματικούς υπολογισμούς, ότι υπάρχουν ορισμένες πλανητικές τροχιές όπου η νευτώνεια τάξη του σύμπαντος παύει ουσιαστικά να ισχύει, μια ελάχιστη διαταραχή από τρίτο σώμα μπορεί να κάνει τον πλανήτη να κινείται απρόβλεπτα, τρελά, ακόμα και να τον εκσφενδονίσει έξω από το ηλιακό σύστημα.
     Ο Πουανκαρέ, που εκτός από μεγάλος επιστήμονας ήταν και μανιώδης τζογαδόρος, ήξερε πως οι απειροελάχιστες διαφορές στον τρόπο που ο κρουπιέρης τινάζει την μπίλια της ρουλέτας μπορούν να προκαλέσουν τεράστιες διαφορές στην τελική θέση της μπίλιας. Άλλο όμως ν’ αποδέχεσαι το απρόβλεπτο, το χάος, στα τυχερά παιχνίδια και άλλο να συμφιλιώνεσαι με την ιδέα ενός χαώδους σύμπαντος. Ο Πουανκαρέ, τρομοκρατημένος από την ανακάλυψή του, προτίμησε να τη  βάλει στην άκρη και να την ξεχάσει.
     Αργότερα, μια ανακάλυψη της αστρονομίας ήρθε να επιβεβαιώσει ότι η διαπίστωση του Πουανκαρέ δεν ήταν απλώς ένα θεωρητικό ενδεχόμενο. Η ζώνη των αστεροειδών, ανάμεσα στον Άρη και τον Δία, παρουσίαζε χάσματα εκεί ακριβώς όπου προέβλεπαν οι υπολογισμοί του Πουανκαρέ, κάθε πλανήτης που θα κατοικούσε σ’ εκείνα τα σημεία θα τιναζόταν γρήγορα στο διάστημα.
     Τι σημαίνει αυτό; Ότι η κλασική, μηχανιστική, γραμμική αντίληψη για τον κόσμο είχε δεχτεί ένα σοβαρό πλήγμα. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, όλα τα συστήματα, από το ηλιακό σύστημα ως το οικοσύστημα μιας λίμνης ή ένα ζωντανό οργανισμό, μεταβάλλονται με ομαλό και θεωρητικά προβλέψιμο τρόπο, μικρές αλλαγές παράγουν αντιστοίχως μικρά αποτελέσματα, η μελλοντική κατάσταση του συστήματος μπορεί να προβλεφθεί με απόλυτη ακρίβεια, αν είναι γνωστά όλα τα δεδομένα. Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα εμφανίζονται συνήθως μπερδεμένα, αλλά αυτό συμβαίνει μόνον επειδή δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες για να κάνουμε απολύτως ασφαλείς προγνώσεις. Ο Λαπλάς, και μαζί του ολόκληρη η κλασική επιστήμη, ονειρευόταν έναν «παγκόσμιο τύπο», ο οποίος θα μας επέτρεπε να περιγράψουμε τη βαθύτερη τάξη που διέπει όλα τα φαινόμενα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί το ενδεχόμενο να ενυπάρχει το χάος στην ίδια τη δομή του σύμπαντος.
     Ακόμα λιγότερο θα φανταζόταν ότι το χάος μπορεί να το γεννάει η επανάληψη-δηλαδή, με μια έννοια, η ίδια η τάξη. Η επανάληψη μιας διαδικασίας-π.χ. η συνεχής μεταβολή ενός αριθμού κατά έναν ορισμένο τρόπο-είναι δυνατό να κάνει τις μικρές διαφορές μεγάλες. Το 1960 ο μετεωρολόγος Έντουαρντ Λόρενζ, που μελετούσε με ηλεκτρονικό υπολογιστή τη συμπεριφορά της γήινης ατμόσφαιρας, θέλησε να επαληθεύσει κάποια πρόγνωση στρογγυλεύοντας κατά μερικά δεκαδικά ψηφία τα δεδομένα του για τη θερμοκρασία, την ατμοσφαιρική πίεση και τη διεύθυνση του ανέμου. Το αποτέλεσμα του προκάλεσε σοκ, η πρόγνωση που του έδωσε ο υπολογιστής ήταν ολότελα διαφορετική. Το εκπληκτικότερο, όμως ήταν ότι, όπως κατάλαβε ο Λόρενς, αυτή η τεράστια απόκλιση θα μπορούσε να προκύψει όχι μόνο με το στρογγύλεμα των δεδομένων, αλλά και με την προσθήκη δεκαδικών ψηφίων, δηλαδή με τη χρήση ακόμα ακριβέστερων δεδομένων. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στο Χονγκ Κονγκ μπορεί να δημιουργήσει καταιγίδα στη Νέα Υόρκη!
     Κάπως έτσι γεννήθηκε η θεωρία του χάους, η οποία εισηγείται μια ολότελα καινούργια αντίληψη του κόσμου. Σύμφωνα με αυτήν, η τάξη της κλασικής επιστήμης είναι η εξαίρεση στο σύμπαν, το χάος ο κανόνας. Αυτό το χάος, όμως, έχει τους δικούς του νόμους. Προκύπτει από την τάξη με κανονικό τρόπο.
     Αυτό το δείχνει καθαρά η μελέτη της αύξησης των πληθυσμών. Ένας πληθυσμός από κάμπιες μπορεί, θεωρητικά, ν’ αυξάνεται επ’ άπειρον, πρακτικά όμως περιορίζεται από τη δράση εχθρών όπως τα πουλιά και οι αυξομειώσεις του ακολουθούν έναν κύκλο: ο πληθυσμός ταλαντεύεται γύρω από μια ορισμένη τιμή. Όταν όμως ο ρυθμός γεννήσεων του ξεπεράσει ένα όριο, θ’ αρχίσει να ταλαντεύεται όχι γύρω από μία, αλλά αρχικά γύρω από δύο τιμές, κατόπιν τέσσερις και, έπειτα από ένα σημείο, γύρω από άπειρες τιμές: ο πληθυσμός τότε μεταβάλλεται με εντελώς απρόβλεπτο τρόπο. Αλλά σ’ αυτή την πορεία προς το χάος υπάρχει κανονικότητα: μερικές τιμές του πληθυσμού είναι πιθανότερες απ’ όσο άλλες, ενώ καθώς αυξάνεται ο αριθμός των γεννήσεων, περνάει από ορισμένες ενδιάμεσες τιμές όπου ο πληθυσμός γίνεται ξανά προβλέψιμος, δηλαδή αυξομειώνεται ακολουθώντας τον αρχικό κύκλο.
     Το χαώδες σύμπαν δεν έχει την τάξη του νευτώνειου, αλλά πάντως έχει δομή, μια δομή πολύπλοκη, της οποίας η περιγραφή βασίζεται στη νέα έννοια του φράκταλ. Τα σχήματα που ονομάζονται φράκταλ εμφανίζονται δαιδαλώδη, αλλά προκύπτουν από διαδοχικές επαναλήψεις ενός απλού βασικού σχήματος σε όλο και μικρότερη κλίμακα. Το γνωστότερο φράκταλ σχήματα είναι αυτό που έχουν οι νιφάδες του χιονιού. Τα φράκταλ έχουν γίνει θεμέλιο μιας καινούργιας γεωμετρίας, που ζωγραφίζει μια πρωτόγνωρη, τουλάχιστον για τη δυτική σκέψη, δομή του κόσμου. Τα περισσότερα πράγματα έχουν φράκταλ δομή. Αυτό σημαίνει ότι το κάθε μέρος τους αναπαριστά τη δομή του συνόλου και δεν μπορεί ούτε ν’ απομονωθεί από το Όλο ούτε ν’ αναχθεί σε απλούστερες δομές. Η παλιά αναγωγιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία τα μέρη είναι εξαρτημένα του Όλου και μπορούμε να τα μελετήσουμε μεμονωμένα (όπως τα κομμάτια μιας μηχανής), δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική δομή του κόσμου.
     Από αυτά καταλαβαίνει κανείς ότι η θεωρία του χάους-που έχει αναπτυχθεί εκπληκτικά τις τελευταίες δεκαετίες και αγκαλιάζει τομείς από τη φυσική ως την ιατρική και από τη βιολογία ως την οικονομολογία-σημαίνει μια επιστήμη όπου η μηχανιστική αντίληψη αντικαθίσταται από την ολιστική, η ποιότητα αποκτά προτεραιότητα απέναντι στην ποσότητα, το ατομικό (το μέρος) έχει με το συλλογικό (το Όλο) πολύ πιο πολύπλοκη και στενή σχέση απ’ όσο δεχόταν η κλασική επιστήμη. Στη θεωρία του χάους, όλα συνδέονται με όλα και το φαινομενικά ασήμαντο είναι αφάνταστα σημαντικό. Μια βαρυσήμαντη διαπίστωση των θεωρητικών του χάους είναι ότι συστήματα που απέχουν πολύ από την κατάσταση ενεργειακής ισορροπίας (όπως οι ζωντανοί οργανισμοί) τείνουν να κινούνται προς μη προβλέψιμες κατευθύνσεις, αλλά και ν’ αυτοοργανώνονται: χάος και τάξη είναι εδώ άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, το ένα προκύπτει από το άλλο.
     Στον κόσμο που μελετά η θεωρία του χάους-και που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του πραγματικού κόσμου-η ακριβής πρόγνωση είναι αδύνατη, για λόγους όχι μόνο πρακτικούς, αλλά και θεωρητικούς. Φαίνεται, έτσι, να επανερχόμαστε στη άποψη που διατύπωσε ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια: ότι πρέπει να μένουμε ικανοποιημένοι με τον βαθμό ακριβείας που επιδέχεται η φύση του αντικειμένου και να μην επιζητούμε την απόλυτη ακρίβεια, όταν μόνο μια προσέγγιση είναι δυνατή.
     Η θεωρία του χάους συμφωνεί με τη θεωρία της σχετικότητας στη μη γραμμική περιγραφή του κόσμου, αλλά διαφωνείς το ζήτημα του χρόνου: ο χρόνος γι’ αυτή είναι μονόδρομος, η συνεχής ροή δημιουργεί  τάξη ή χάος κατά τρόπο μη αντιστρεπτό (κάτι που δεν θα δεχόταν ο Αϊνστάιν). Με την κβαντική θεωρία μοιράζεται το στοιχείο της αβεβαιότητας, αλλά δεν συμβιβάζεται εύκολα με τα γραμμικά μαθηματικά της. Στη βιολογία βρίσκει αρκετούς σημαντικούς συμμάχους, όπως π.χ. η θεωρία των «διακεκομμένων ισορροπιών» του Γκούλντ, που δίνει μια διάσταση τυχαιότητας και μη γραμμικότητας στη δαρβίνεια εξέλιξη.
     Εύκολα διακρίνει κανείς ότι η θεωρία του χάους φαίνεται να προσφέρει επιστημονικό έρεισμα σε διάφορα πνευματικά ρεύματα. Οι οικολόγοι αισθάνονται επιβεβαιωμένοι, βλέποντας να τονίζεται η αλληλεπίδραση και συνεργασία των πάντων. Οι μεταφυσικοί ελκύονται από την ιντερτερμινιστική παράμετρο και από το αντικαθρέφτισμα του Όλου στα μέρη. Οι οπαδοί της ελεύθερης βούλησης βλέπουν την επιστήμη να συμμαχεί επιτέλους μαζί τους. Οι καλλιτέχνες γοητεύονται και εμπνέονται από τη μορφή των φράκταλ και την πολύπλοκη συμμετρία τους.
     Η εξαγωγή φιλοσοφικών, ηθικών, πολιτικών, καλλιτεχνικών συμπερασμάτων από την επιστήμη ήταν πάντα ένα ακανθώδες ζήτημα, γεμάτο παγίδες, πολύ περισσότερο αφού οι επιστήμονες επηρεάζονται και οι ίδιοι από τις ιδεολογικές προδιαθέσεις τους. Το τι μπορεί να σημαίνει η θεωρία του χάους για τη ζωή μας και την ανθρώπινη κοινωνία, θα πρέπει να το αποφασίσει ο καθένας με τον εαυτό του. Το βέβαιο είναι ότι, όπως παρατηρούν οι συγγραφείς αυτού του εξαιρετικά ενδιαφέροντος βιβλίου στο τέλος, η θεωρία του χάους περιγράφει ένα σύμπαν πιο σύνθετο, πιο ρευστό, λιγότερο ασφαλές και, από μια σκοπιά, πιο τρομακτικό από εκείνο που απεικόνιζε η αναγωγιστική επιστήμη΄ αλλά, από μια άλλη σκοπιά, αυτό το ταραγμένο σύμπαν είναι ένας οικείος και φιλικός τόπος, αφού όλοι μαζί βρισκόμαστε μέσα σ’ αυτόν, είμαστε μέρος του.
Δημοσθένης Κούρτοβικ, εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» Μεγάλη Παρασκευή 24 Απριλίου 1992, σ. 39/7.
--
Σημείωση:
     Αυτές τις μέρες στις οθόνες της τηλεόρασης παρουσιάστηκε κάτι το μοναδικό, το ανεπανάληπτο, το φανταστικό, το παραμυθένιο, το αινιγματικό και μυστηριώδες για τα ανθρώπινα πεπερασμένα δεδομένα επιστημονικής έρευνας, τεχνολογίας και ζωής. Μείναμε έκπληκτοι, ενεοί, θαμπωμένοι, μαγεμένοι ίσως και φοβισμένοι-ότι και να γράψουμε είναι πολύ λίγο-μπροστά σε αυτό που φανερώθηκε μπροστά στα μάτια μας για μερικά λεπτά. Μια νέα επιστημονική ανακάλυψη που παρουσιάστηκε στις ειδήσεις μπροστά στα θαμπωμένα έκπληκτα μάτια μας. Την ανακάλυψη και φωτογράφιση-βιντεοσκόπηση μιας «Μαύρης Τρύπας». «Μέλαναι Οπαί» όπως διαβάζαμε παλαιότερα στις εφημερίδες. Τον εντοπισμό και την εξωτερική(φυσικά) φωτογράφιση, από δισεκατομμύρια έτη φωτός απόσταση μιας Black Hole, που βρίσκονταν-άγνωστη μέχρι σήμερα-μέσα στον ιλιγγιωδώς μέχρι τον παραμικρό λεπτομερειακό του σχεδιασμό Γαλαξία μας, που ανήκει και ο μικρός πλανήτης μας η Γη. Ένας από τους δορυφόρους του Ηλιακού μας Συστήματος. Μέσα στο μαθηματικά οργανωμένο χαώδες, ρυθμικό Σύμπαν μας. Το Σύμπαν των παλλόμενων Χορδών που συγκροτούν τον αινιγματικό Κόσμο των πολλών ή του ενός Σύμπαντος. Μιας Συμπαντικής περιπέτειας του Χωροχρόνου, ενός σκοτεινού χαώδους Κόσμου, που εμείς, οι απλοί και αδαείς, πρόσκαιροι και εφήμεροι ατίθασοι και ασεβείς προς αυτόν κάτοικοι αυτού του πλανήτη, τα τυχαία όντα των στιγμών της αιωνιότητας, δεν μπορούν να κατανοήσουν και να συλλάβουν. Ίσως, πολύ πρόχειρα και σχηματικά, φτωχά και άστοχα, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε ή να νομίζουμε ότι δυνάμεθα να αντιληφθούμε, τον Άπειρο Αυτόν Κόσμο, τον «Μικρό τον Μέγα» που λέει ο Ποιητής, φέρνοντας στο νου μας έναν συγγραφέα ο οποίος δημιουργεί μικρές ιστορίες ανθρώπων μπλεγμένες η μία μέσα στην άλλη και όλες μαζί, αρχιτεκτονούν έναν κεντρικό πυρήνα αφηγηματικής εξέλιξης. Έναν αφηγηματικό σχεδιασμό μερών που συγκροτούν ένα κεντρικό μύθο της καθόλου αναφοράς. Ένας πολλαπλός σχεδιασμός ενός συγγραφέα-δημιουργού «ωρολογοποιού» που αποτυπώνει ότι θεωρεί ότι του είναι χρήσιμο στο συγγραφικό οικοδόμημά του. Όπως παραδείγματος χάρη, αναγνωρίζουμε στα έργα του μεγάλου ελισαβετιανού δραματουργού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Του δημιουργού που οργάνωσε και σπονδύλωσε ένα συγγραφικό Σύμπαν της εποχής του, αφήνοντας πίσω, την τριχοτόμηση του Δαντικού παλαιού Κόσμου και Σύμπαντος.
Παρακολουθήσαμε αποσβολωμένοι την Εικόνα μιας Μαύρης Τρύπας να μας θωπεύει μέσα από τις οθόνες των τηλεοράσεων και σκιαχτήκαμε. Ανατριχιάσαμε, αντιληφθήκαμε την μηδαμινότητα της ύπαρξής μας, αυτής της λιλιπούτειας μέσα στην ακατάσχετη ροή του Χρόνου ανθρώπινης περιπέτειας ιστορικής ματαιοδοξίας και δόξας, μπροστά στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Τέλους του Χωροχρόνου που πρόσκαιρα και κοπιαστικά, τυχαία κατοικούμε. Κοιτούσαμε εμείς οι πάνω στο περιστρεφόμενο διαρκώς τόπι, την Γη μας, τι αναμένεται να συμβεί στο μέλλον. Στο αναπόφευκτο Μέλλον που το ξορκίζουμε με μεταφυσικές δοξασίας, το λιβανίζουμε με θρησκευτικά δόγματα, το παραμερίζουμε με συγγραφικές περγαμηνές, το εξερευνούμε με τεχνολογικές ανακαλύψεις, το προσδιορίζουμε με επιστημονικές αψιμαχίες, το παραγεμίζουμε με των γλωσσών περιπέτειες. Οι Μαύρες Τρύπες, είναι ο θάνατος του Σύμπαντος, του Διαστήματος που δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς από την ανθρώπινη νόηση ακόμα στην Ολότητά του. Οι Μαύρες Τρύπες γενούν ερωτήματα καταλυτικά.
Όπως: Υπάρχει κεντρικός σχεδιαστής του Όλου Σχεδίου ή όχι; Ρυθμίζεται από μόνο του όλο αυτό το μέγιστο αίνιγμα που δεν γίνεται άμεσα κατανοητό από την πεπερασμένη σκέψη μας; Δημιουργήθηκε τυχαία ή με έναν σκοπό; Και αν ναι, ποιος είναι αυτός; Ο οποίος στην τελική ανάλυση, θα χαθεί και αυτός μέσα στο ζόφο της Μαύρης Τρύπας που σαν αδηφάγα μήτρα «επαναδημιουργίας» θα απορροφήσει τον μεγάλο αρχιτέκτονα και τα δημιουργήματά του;
      Και αναλογιζόμενος αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου,-για πρώτη φορά-έθετα τα μικρά αυτά, μπορεί άστοχα και άκαιρα ερωτήματα, ξαναθυμήθηκα μια κριτική του κυρίου Δημοσθένη Κούρτοβικ. Του πολυμαθέστατου αυτού γνωστού συγγραφέα και μεταφραστή σημαντικών μελετημάτων. 
Βλέπε το έργο «Η Πατριαρχία»-Η Προέλευση και το μέλλον του κοινωνικού μας συστήματος, του Ernest Borneman, εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 1988/ 2001, σε μια μετάφραση καταπληκτική για ένα τέτοιας ποιότητας και επιστημονικής φύσεως έργο, από τον Δημοσθένη Κούρτοβικ. Μιας σημαντικής κριτικής φωνής της εποχής μας. Βλέπε επίσης τα βιβλία του: «Ημεδαπή εξορία» Κείμενα για την ελληνική λογοτεχνία 1986-1991, εκδόσεις Opera 1991, «Αντιλεξικό Νεοελληνικής Χρηστομάθειας» εκδόσεις Νεφέλη 1994, « Έλληνες μεταπολεμικοί Συγγραφείς»-Ένας κριτικός οδηγός εκδόσεις Πατάκη 1995, «Η Θέα πέρα από τον ακάλυπτο»-κριτικές και δοκίμια (1992-2002) εκδόσεις Εστίας 2002. Μυθιστοριογράφου, βλέπε το έργο του «Η σκόνη του γαλαξία» εκδόσεις Εστία 1991, τα «τρείς χιλιάδες χιλιόμετρα» διηγήματα από τις εκδόσεις Κάλβος 1980. Αλλά και μελέτες όπως «Η εξέλιξη της ανθρώπινης σεξουαλικότητας» εκδόσεις Ράππας (Κέδρος) 1986, το «Συγκριτική ψυχολογία (ηθολογία), εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 1994. 
Για να περιοριστώ σε ορισμένους από του τίτλους βιβλίων που έχει γράψει ή μεταφράσει ο αθηναίος σημαντικός συγγραφέας και κριτικός της εποχής μας. Ένας κριτικός και σχολιαστής νέων εκδόσεων και της ελληνικής λογοτεχνίας, που συνδύασε τον κριτικό λόγο με άλλες επιστήμες των επιστημονικών του γνώσεων. Με αρχές και θέσεις που δεν προέρχονται πάντα από τον χώρο της λογοτεχνίας ή του πεδίου της λογοτεχνικότητας. 
Ο κύριος Δημοσθένης Κούρτοβικ διεύρυνε το πλέγμα των κριτικών του αναφορών, και θα γράφαμε ας μου επιτραπεί, έσπασε τον πάγο μεταξύ κριτικού λόγου και άλλων μη όμορών του επιστημών. Έδωσε μια άλλη ανάσα πνοής στα κείμενά του ανεξάρτητα για ποιόν συγγραφέα μιλούσε. Το άνοιγμα αυτό του κριτικού του λόγου που χρησιμοποίησε σχετίστηκε με επιστήμες που δεν είχαν να κάνουν άμεσα με την λογοτεχνία, αλλά, με τον τρόπο γραφής του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Η λογοτεχνία βγήκε κερδισμένη, γιατί, υιοθετήθηκαν νέοι δρόμοι εξερεύνησής της και ερμηνείας της. Και ας μην έγινε πάντα αποδεκτή αυτή του η επιλογή. Γνωστός και καταξιωμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος που γράφει μυθιστορήματα με αρχαία ιστορική θεματολογία, τον μέμφθηκε, ότι δεν έχει λογοτεχνικά κριτήρια. Συνήθως οι παλαιότεροι κριτικοί, συνήθιζαν να υιοθετούν ερμηνευτικά μοντέλα ή συμπληρωματικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις από τον χώρο των εικαστικών τεχνών, της μουσικής, της ποίησης, της εκκλησιαστικής παράδοσης, του θεάτρου, του κινηματογράφου, κλπ. δηλαδή, από συγγενικές προς την λογοτεχνία τέχνες. Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ διευρύνοντας τα όρια του κριτικού λόγου έδωσε άλλη διάσταση στο κρινόμενο έργο χωρίς να αστοχεί. Δίχως να μεταθέτει τους στόχους της λογοτεχνικής κριτικής θεώρησης, να τους αλλοιώνει. Σπάνιο χάρισμα αυτό. Ας θυμηθούμε τους μαθηματικούς δημιουργούς, πχ. τον πειραιώτη Έκτορα Κακναβάτο, ας φέρουμε στην σκέψη μας την σχέση της Λογοτεχνίας με την Χημεία, βλέπε το έργο του Αναστάσιου Βάρβογλη «Η Λογοτεχνία της Χημείας»- Μια Ανθολογία, εκδόσεις Κάτοπτρο 2004. Αλλά και ας υπενθυμίσουμε, ότι τα επιστημονικά βιβλία του Γιώργη Γραμματικάκη και νυν πολιτικού, διαβάζονταν σαν μυθιστορήματα όταν πρωτοεκδόθηκαν. Και επιπροσθέτως, που εντάσσεται άραγε το μυθιστόρημα «Ναυτία» του γάλλου Ζαν Πωλ Σαρτρ, στην καθ’ αυτό λογοτεχνία ή στις φιλοσοφικές πραγματείες; Τα μυθιστορήματα του Πρίμο Λέβυ είναι λογοτεχνικές αναπλάσεις γεγονότων του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ή ιστορικά τεκμήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης των ναζιστικών στρατευμάτων; Το βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού «Ζ» είναι πολιτική και ιστορική μπροσούρα ή πολιτικό μυθιστόρημα; Τα βιβλία του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη είναι ιστορίες γεγονότων του μεσαιωνικού ελληνισμού ή μυθιστορήματα που δανείζονται περιστατικά της ιστορίας και τα αναπλάθουν; Τα μυθιστορήματα του Γιώργου Λεονάρδου, είναι ιστορικά μυθιστορήματα ή βιβλία ιστορικά για την πειρατεία στο αιγαίο; Θέλω να σημειώσω με τα ελάχιστα ενδεικτικά αυτά παραδείγματα ότι, η σχέση της λογοτεχνίας και κατ’ επέκταση και του κριτικού λόγου που την εξετάζει, έχουν διευρύνει πάρα πολύ τα όριά τους. Οι εκλεκτικές συγγένειες για τις οποίες μας μίλησε κάποτε ο Γκαίτε, οι σχέσεις των αρχών της ψυχολογίας με τον λογοτεχνικό λόγο για τους οποίους κάνει λόγω ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι μέσω των ηρώων του μέσα στα έργα του, των εκκλησιαστικών δογμάτων και αρχών της ορθόδοξης πίστης, έχουν περάσει σε άλλα στάδια ερμηνείας και κοιτάγματος ή προσεγγίσεως του γραπτού λόγου από τον κριτικό αδελφό του λόγο. Ο κριτικός, έχει πολλά μελανοδοχεία μπροστά του μέσα στα οποία βουτά την πένα του όταν αποφασίσει να ασχοληθεί με ένα έργο που τον ερέθισε, του έκανε εντύπωση, θεωρεί ότι, θα αφήσει στέρεα ίχνη στην διάρκεια του χρόνου πίσω του. Δεν είναι όλα τα συγγραφικά έργα κλασικά, γίνονται ανάλογα με τις αναγνωστικές παραμέτρους και ανάγκες των αναγνωστών και των κριτικών. Η γραμματολογία ενός έθνους, γράφεται όπως και η επίσημη ιστορία, από τις «επιβάλλουσες» κάθε φορά αρχές αισθητικής και αξιολόγησης αρχές. Μπορούμε να αναρωτηθούμε χωρίς να βεβηλώνουμε την ίδια την ουσία της πράξης ενός δημιουργού, παραδείγματος χάρη του ποιητή Γιώργου Κοροπούλη στις γνωστές εκπομπές του στο τρίτο πρόγραμμα, ότι δεν μπορούμε με σαφήνεια να υποστηρίξουμε αν ο λόγος του ποιητή κριτικού είναι ο λόγος ενός αλχημιστή που μιλά για την τέχνη των μετάλλων ή ο λόγος ενός ποιητή μιας ποίησης που επαναφέρει τον ορισμό του ποιητή-μύστη στην σύγχρονη των ημερών μας επιφάνεια. Ή πάλι, αν τα μυθιστορήματα της Σώτης Τριανταφύλλου, ή της Νατάσας Κεσμέτη, είναι πολιτικοί σχολιασμοί της επικαιρότητας ή ανήκουν στον καθαυτό χώρο της λογοτεχνίας. Όμως, ας μην μακρηγορήσουμε, ο στόχος αυτού του σημειώματος είναι άλλος.
     Θυμήθηκα την κριτική που είχα διαφυλάξει στο αρχείο μου, με τον γενικό τίτλο «Η παράξενη τάξη του χάους» του Δημοσθένη Κούρτοβικ, και θέλησα να την μεταφέρω για πολλούς λόγους.
Πρώτον, γιατί δεν είναι μια αμιγώς λογοτεχνική κριτική που απευθύνεται σε ένα κοινό αναγνωστών της εφημερίδας που γνωρίζει από λογοτεχνία. 
Δεύτερον, γιατί δεν αναφέρεται σε ένα καθαρά λογοτεχνικό βιβλίο ή συγγενικής του θεματολογίας (Ποίηση, Διήγημα, Νουβέλλα, Δοκίμιο κλπ.). 
Τρίτον, γιατί δεν έχουμε πολλούς λογοτεχνικούς κριτικούς στο επίπεδο του Δημοσθένη Κούρτοβικ-στις μέρες μας, από όσο μπορώ να γνωρίζω από τα διαβάσματά μου-που να έχουν τις απαραίτητες εκείνες επιστημονικές γνώσεις, ώστε, πρώτα να μπορούν να κατανοήσουν οι ίδιοι παρόμοιας θεματολογίας επιστημονικά βιβλία-πολύ ειδικού ενδιαφέροντος, και σίγουρα περιορισμένου αναγνωστικού κοινού, και δεύτερον, να διαθέτουν τα εφόδια εκείνα γλωσσικά και άλλα, που θα τους δώσουν την δυνατότητα να τα γνωρίσουν στο αναγνωστικό κοινό των εφημερίδων και των λογοτεχνικών περιοδικών που δημοσιεύουν τις κριτικές και τα κείμενά τους, τέτοιου εξαιρετικού ενδιαφέροντος αλλά δυσκολοχώνευτα βιβλία σε μια γλώσσα σαφή και ελκυστική. Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ διαθέτει μεγάλη επάρκεια και αυτό φαίνεται από το ότι δεν μας μιλά μόνο για το βιβλίο των δύο συγγραφέων, αλλά, οικοδομεί αν τον κατανοώ σωστά και μια θεωρία για την «παράξενη τάξη του χάους» σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και ανακαλύψεις κορυφαίων επιστημόνων. Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό-το παντελώς αμύητο-σε τέτοιου είδους ζητήματα, ερωτήματα και προβληματισμούς, έρχεται μέσα από τα σοβαρά δημοσιογραφικά κριτικά κείμενα του Δημοσθένη Κούρτοβικ, για πρώτη(;) φορά, με επιστημονικά προβλήματα, που ούτε τα έχει διδαχθεί στις εγκύκλιες σπουδές του ούτε ίσως θα θελήσει να καταφύγει στην αγορά του βιβλίου από τον εκδοτικό οίκο που το εξέδωσε και μετέφρασε. Μια και, θα το θεωρήσει βαρύ για το δικό του ενδιαφέρον και κουραστικό, ίσως. Δεν μιλώ ασφαλώς για τους ειδικούς του θέματος ούτε για τους φοιτητές ή καθηγητές των ανωτάτων ελληνικών σχολών αυτής της ειδικότητας και έρευνας.
Οι κριτικές του Δημοσθένη Κούρτοβικ, από όσο θυμάμαι, που διάβαζα παλαιότερα σε εφημερίδες, στρέφονταν όχι μόνο σε αμιγώς λογοτεχνικά ζητήματα αλλά, και σε μια μεγάλη βεντάλια διαφορετικής θεματολογίας και έρευνας βιβλία, που μας έφερναν ενώπιος ενωπίω με τους ατομικούς βαθμούς γνώσεών μας και επάρκεια. Μαθαίναμε πράγματα με απλό, κατανοητό, εύληπτο τρόπο, σε μια γραφή καθημερινή, καθόλου σκοτεινή, επιστημονικά φορτωμένη με ορολογίες και βαρύγδουπους σχολιασμούς που θα μας απωθούσαν ή θα φωτογράφιζαν την σχετική «αγραμματοσύνη» του αναγνώστη. Τα κείμενά του ήσαν ελκυστικά αλλά όχι κουραστικά. Σου ξυπνούσαν το ενδιαφέρον για τα βιβλία που εξέταζε και ανέλυε και σε παρότρυναν με την ερμηνευτική τους μέθοδο να ασχοληθείς μαζί τους. Όπως το παρόν βιβλίο που εξετάζει των John Briggs and F. David Peat. «Ο ΤΑΡΑΓΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «ΚΑΤΟΠΤΡΟ» πριν 30 χρόνια αλλά τόσο επίκαιρο ακόμα και σήμερα.
     Δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι, έχοντας διαβάσει μόνο το βιβλίο του Steven Hawking, για τις «Black Hole», ούτε τα εφόδια ούτε τις γνωστικές προδιαγραφές έχω για να σχολιάσω τα γραφόμενα του συγγραφέα και μεταφραστή Δημοσθένη Κούρτοβικ, παρά να πω μόνο ότι ευχαριστήθηκα το κείμενο και γιαυτό το φύλαξα. Είναι ένα κείμενο που γεννά ερωτήματα εποικοδομητικής φύσεως και αποριών. Μπορώ όμως στεκόμενος σε ορισμένα του σημεία, που μιλά για την οργανική σχέση του μέρους με το Όλο, τις άπειρες τιμές και λοιπά, να αναρωτηθώ αν στέκει και δεν είναι λάθος, αν θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τις θέσεις αυτές που αφορούν καθαρά την Θεωρία του Χάους, στον χώρο της Ποίησης. Δηλαδή, θα μπορούσαν να ισχύουν οι αρχές αυτές για να ερμηνεύσουμε παραδείγματος χάριν το ωκεάνειο ποιητικό έργο του ποιητή Γιάννη Ρίτσου; Μπορεί τα μέρη των ποιητικών του καταθέσεων να επηρεάσουν το Όλο των ποιητικών του προβολών; Μπορεί δηλαδή η Θεωρία του Χάους να εφαρμοστεί και σε άλλους τομείς του πνευματικού επιστητού, στον ποιητικό λόγο π.χ.; Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ή να εφεύρουμε ποιητικά «φράκταλ» στην ερμηνεία μιας ποιητικής σύνθεσης των προδιαγραφών των έργων του Γιάννη Ρίτσου, του Κωστή Παλαμά, του Άγγελου Σικελιανού του Χιλιανού Πάμπλο Νερούδα, ή και του πολύτομου πεζογραφήματος «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του γάλλου Μαρσέλ Προύστ; Επιδέχεται ο ποιητικός λόγος ή ο πεζός τέτοιου είδους πειραματικές συσχετίσεις; Ή είναι άστοχοι κάθε είδους παρόμοιοι συσχετισμοί;
      Κλείνοντας, αναρωτιέμαι και πάλι, αν ένα βιβλίο που εκδίδεται στο Χονγκ Κονγκ μπορεί να δημιουργήσει αναγνωστική και συγγραφική «καταιγίδα» στον εκδοτικό χώρο της Νέας Υόρκης ή του Παρισιού;
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 14 Απριλίου 2019
Καθώς αναμένουμε την πολύπλοκη συμμετρία των αρχαίων εθνικών και ορθόδοξων εκκλησιαστικών παραδόσεών της φυλής μας.                       
              

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου