Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Σπύρος Σ. Δενδρινός, Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ. Το τρυφερό ρομάντζο της Σοφίας Αφεντάκη


Σπύρος Σ. Δενδρινός,
Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ
Το τρυφερό ρομάντζο της Σοφίας Αφεντάκη, Αθήνα 1953  

     Πάνε χρόνια τώρα, που σε δρόμο στο Μοναστηράκι, χαμέ (όπως θάλεγαν οι παλαιοί) πάνω σε ένα σεντόνι ένας μικροπωλητής είχε χύμα διάφορα βιβλία και τα πωλούσε. Διάφοροι τίτλοι ξένων και ελλήνων συγγραφέων ήσαν αραδιασμένοι περιμένοντας τον αγοραστή τους. Βιβλία δεμένα, βιβλία με άκοπες ακόμα τις σελίδες τους, βιβλία χωρίς εξώφυλλα ή οπισθόφυλλα, κακομεταχειρισμένα ή διαβασμένα. Βρίσκονταν ατάκτως στοιβαγμένα πάνω στο σεντόνι και περίμεναν. Η ζεστασιά της ασφάλτου του δρόμου θέρμαινε τις σελίδες τους ενώ η σκόνη των παπουτσιών από το σουλατσάρισμα των χαρούμενων και αδιάφορων  ανθρώπων σκέπαζε τα εξώφυλλά τους. Σκόρπιοι τόμοι παλαιών εγκυκλοπαιδειών περίμεναν το  ξεφύλλισμά τους. Οι παλαιοί, αριστερού περιεχομένου πολιτικοί τίτλοι βιβλίων είχαν ξεχαστεί σε μία γωνιά έχοντας αποδεκτεί την μη αγοραστική τους μοίρα από τους αναγνώστες. Την ίδια μοίρα είχαν και οι σκόρπιες ποιητικές συλλογές. Αν κατά τύχη και από απλή περιέργεια κάποιος πελάτης έπαιρνε στα χέρια του ένα πολιτικό βιβλίο (κάτι του θύμισε η φωτογραφία ή το όνομα του συγγραφέα), και σε ελάχιστα λεπτά σχεδόν το ακουμπούσε πάλι στην θέση του, τα ποιητικά βιβλία ακόμα και γνωστών των ημερών μας ποιητών και ποιητριών είχαν αφεθεί στην λησμοσύνη του χρόνου και των αναγνωστών. Περισσότερο τυχερά, ήσαν τα μυθιστορήματα. Οι συγγραφείς τους και οι τίτλοι τους έλκυαν το περαστικό κοινό. 
Στάθηκα κοντά στον υπαίθριο μικροπωλητή και άνοιξα συζήτηση μαζί του. Ένας υπερήλικας αρειμάνιος καπνιστής, με κιτρινισμένα τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού ανέμενε αγοραστή της σκόρπιας πραμάτειας του. Έμεινα, περίπου, μισή ώρα δίπλα του και τον ρωτούσα διάφορα για τα βιβλία και την σχέση του μαζί τους. Όσο στεκόμουν και περιεργαζόμουν τους τίτλους, ένας μόνο πελάτης σταμάτησε και αγόρασε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα αμερικανού συγγραφέα. Το δικό μου βλέμμα εστιάστηκε σ' ένα παλαιό, φθαρμένο, χωρίς οπισθόφυλλο, με σκισμένες ορισμένες του σελίδες, που στην δεύτερη μέσα κιτρινισμένη σελίδα με μολύβι αναγράφονταν τα αποτελέσματα ξένων ποδοσφαιρικών ομάδων (Τορίνο, Μίλαν, Ρόμα… Ο-1, 2-2-Χ….) και μια σφραγίδα που έγραφε τα εξής: "ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ-ΚΑΛΟΡΙΦΕΡ-ΑΕΡΙΣΜΟΙ. Παναγιώτης Μπαρμπέρης Αδμητού… Αθήνα". Το φθαρμένο και κιτρινισμένο αυτό βιβλίο, που μου κόστισε 150 δραχμές, ήταν το τρυφερό ρομάντζο μιας άλλης αθηναϊκής εποχής του 19ου αιώνα και μιας δοξασμένης και ξακουστής Κόρης των Αθηνών. Μιάς πεντάμορφης αθηναίας παιδούλας, πολύφερνης νύφης άλλα άτυχης παρθένου. Ο τίτλος του ήταν «Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ» ΤΟ ΤΡΥΦΕΡΟ ΡΟΜΑΝΤΖΟ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΑΦΕΝΤΑΚΗ. Αθήναι 1953, σελίδες 126. Συγγραφέας του ο Σπύρος Σ. Δενδρινός. Λείποντας το οπισθόφυλλο και οι λευκές τελευταίες σελίδες του κολοφώνα δεν υπήρχαν πληροφοριακά στοιχεία για τον εκδότη ή τον τυπογράφο. Το φθαρμένο εξώφυλλο κοσμούσε το πασίγνωστο γλυπτό του Γιαννούλη Χαλεπά στο Α΄ Νεκροταφείο. 
Αντικρίζαμε την αιθέρια ύπαρξη, την νεραϊδοκόρη Σοφία Αφεντάκη, την πανωραία Αθηναία Κόρη, να αναπαύεται γαλήνια και ειρηνικά μέσα στην τραγικότητα της ζωής της και της λαλίστατης σιωπής του χρόνου. Όπως γνωρίζουμε, το μνημείο φιλοτεχνήθηκε από τον Τηνιακό καλλιτέχνη το 1878. Η ερωτευμένη Κόρη έφυγε στις 27 προς 28 ξημερώματα Νοεμβρίου του 1878, ήταν μόλις δεκαεννιά χρονών. Γεννήθηκε το 1859. 
Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ, είναι η γλυπτική σύνθεση που σφράγισε περισσότερο από τ' άλλα του έργα την διαδρομή του βασανισμένου αυτού μαρμαρογλύπτη. Ο νεοκλασικισμός του ύφους του, η συμπύκνωση των γλυπτικών αρχών και διδαχών που διδάχθηκε κατά την διάρκεια των σπουδών του στο εξωτερικό, η τελειότητα της συνόλου φόρμας του έργου, δηλαδή, το λαξευμένο πάνω στην λευκότητα του μαρμάρου σώμα της Σοφίας Αφεντάκη, είναι η αρτιότερη εκδοχή που θα μπορούσε να πάρει αυτό το έργο. Η εξιδανικευμένη σύνθεσή του η Κοιμωμένη, βρίσκεται σε μια αγγελική κατάσταση αναμονής (σαν την παλαιά νεαρή βασιλοπούλα του παραμυθιού που περιμένει να την ξυπνήσει με ένα του φιλί το πριγκιπόπουλο), μιας γαλήνιας τραγικότητας και αισθαντικότητας. Το έργο αποπνέει μια συναισθηματική πλήρωση για το μετά της ζωής. Μιας ολοκλήρωσης των σμιλευμένων ιδανικών στιγμών του έρωτα, που ελάχιστα πρόλαβε να γευτεί η ποιο ωραία Κόρη της εποχής της. Τραγικό το πεπρωμένο ζωής του ευφυούς Τηνιακού καλλιτέχνη, συμπορεύεται με την τραγικότητά που εκφράζουν τα γλυπτά του. 
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, δεν αποτυπώνει μόνο τέλεια την τραγικότητα της ζωής του ανθρώπου στις γλυπτικές του συνθέσεις αλλά, ολοκληρώνει την τραγικότητα των στιγμών και του κύκλου των εμπειριών και βιωμάτων της ζωής πάνω στο λευκό μάρμαρο. Μόνο στην πτυχολογία της γλυπτικής αυτής σύνθεσης να σταθούμε,-θυμίζει επιτύμβια έργα της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής αλλά και καλλιτεχνών της αναγέννησης-στον έντονο ρυθμό που αποπνέει η ρέουσα σάρκα της Κοιμώμενης Κόρης, στην διάταξη των χεριών αλλά και στις αβρές κλίσεις των ποδιών, που διαφέρουν το ένα από το άλλο, στο άφεμα του κεφαλιού της πάνω στο μαξιλάρι, στα ξανθά μαλλιά της, στο διακριτικό άνοιγμα των δαχτύλων του αριστερού χεριού, που κρατούν τον σταυρό πάνω στο αναπνέον ακόμα στήθος, στην εκστατικότητα του βλέμματος, παρά τα κλειστά της μάτια, στην θερμοκρασία και στην αγγελική ζεστασιά που αναβρύζει από όλη την σύνθεση, θα τολμούσαμε να γράφαμε, ότι η σκληρότητα της δομής του μαρμάρου μετατρέπεται στα μαγικά χέρια του Γιαννούλη Χαλεπά σε μαλακό κερί, εύπλαστη ζύμη πηλού, που αναδεικνύει τα διάφορα είδη της ματιέρας της ευδαιμονικής αυτής γλυπτικής σύνθεσης. 
Πάλλουσα σάρκα, πτυχώσεις και τσακίσεις των λεπτών ρούχων, το ανάκλιντρο, (που δεν χωρά όλο το παλώμενο σώμα της κοπέλας), η συμπαγής μάζα του σταυρού που κρατά στο αριστερό χέρι, το στρώμα που αναπαύεται, το δεξί χέρι που κρατά το φυαλίδιο, το σεντόνι που είναι σαν να συνομιλεί με το βάρος του σώματός της. Όλα όσα αποτελούν το ζωντανό ακόμα και αναπνέον κρουστό σώμα της Κοιμωμένης. Μια αδρή διάταξη των επιμέρους γλυπτικών εκφάνσεων της σύνθεσης, που ολοκληρώνουν με μεγάλη μαεστρία αυτό το αριστούργημα της ελληνικής γλυπτικής. Μια νατουραλιστική αφηγηματικότητα συγκεφαλαιωτική του πρόσκαιρου βίου της παρθένου ερωτοχτυπημένης Κόρης. Ένας πρίμιτιφ ενθουσιασμός ζωής, για το πέρασμα στην αιωνιότητα του επέκεινα. Ένα καλλιτέχνημα μοιραίων στιγμών και οραμάτων ζωής της φημισμένης Κόρης των Αθηνών, που τις τραγικές συνέπειές του φιλοτέχνησε ο μεγαλοφυής αυτός μαϊστορας γλύπτης. Η ειλικρίνεια των αγνών συναισθημάτων της μοναχικής και πεντάμορφης Κόρης προς τον νεαρό ιταλό τενόρο, που αυτοκτόνησε και εκείνος μετά την δική της εκούσια δηλητηρίαση, μαθαίνοντάς την, ευτύχησαν να αποδοθούν από έναν «μεταλογικό» Χαλεπά στην αυθεντικότερη εκδοχή τους. Μια πλαστική ομορφιά που ταξιδεύει υπερήφανη και καλλιτεχνικά τροπαιοφόρα προς το μέλλον. Αν ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ο ελισαβετιανός δραματουργός σχεδίασε και έγραψε το φημισμένο ανά τους αιώνες έργο του «Ρωμαίος και Ιουλιέττα», ο θάνατος της Σοφίας Αφεντάκη στάθηκε η αφορμή η ελληνική καλλιτεχνία να δώσει στην παγκόσμια σκηνή ανά τους αιώνες το δικό της ανάλογο παράδειγμα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα και αγάπης ιδανικών. 
Η Τέχνη, στις διάφορες εκδοχές της παγκοσμίως, είναι ίσως η μόνη που μπορεί να εκφράσει και να αποδώσει αυτήν την οργανωμένη αίσθηση της τραγικότητας της ζωής των όντων. Είτε με την γραφίδα, είτε με την σμίλη, είτε με το καλέμι, είτε με το πινέλο. Ό,τι συντελέσθηκε στις ζωές των ανθρώπων ολοκληρώνεται μέσω της Τέχνης και παραδείδεται στην αιωνιότητα της εκκωφαντικής σιωπής του μέλλοντος θανάτου. Τα γαλήνια όνειρα της πίστης της εκστατικής αγίας Τερέζας της Άβιλα έρχονται να ενωθούν με την θέρμη του πρώτου νεανικού ερωτικού πάθους της Σοφίας Αφεντάκη. Οι πληγές των στιγμών της ζωής ενώνονται με τις μαρτυρικές στιγμές των γλυπτικών οραμάτων του καλλιτέχνη Γιαννούλη Χαλεπά. Αυτού του νέου Οιδίποδα με τα φωτεινά δημιουργικά διαλείμματα καλλιτεχνικής αθανασίας.
     Το ρομάντζο αυτό της ζωής της Σοφίας Αφεντάκη όπως λέει και ο τίτλος του, ξαναδιάβασα αυτές τις ημέρες του Πάσχα, μαζί με ένα άρθρο της καθηγήτριας κυρίας Ματούλας Σκαλτσά που το μεταφέρω στην ιστοσελίδα. Συνήθιζα παλαιότερα, τις ημέρες του Πάσχα, να επισκέπτομαι το Α΄ Νεκροταφείο την Μεγάλη Παρασκευή, και να συντροφεύω τους προαπελθόντας στην υμνολογία της ημέρας. «Η ζωή εν τάφω…» Και να ψέλνω μαζί τους το «Ω γλυκύ μου Έαρ». Φέτος, εδώ και δύο εβδομάδες, η μικρή 14χρονη σκυλίτσα που μου κάνει υπομονετικά συντροφιά αρρώστησε, η Ρεξούλα. Ήρθε η στιγμή να της ανταποδώσω τις χαρές που μου πρόσφερε, στεκόμενος δίπλας της και φροντίζοντάς την μέχρι το μοιραίο εκβάν. Η Ζωή, είναι ενιαία μέσα στην Φύση. Εξίσου σημαντική προσευχή, είναι η περιποίηση και η φροντίδα των ζωντανών πλασμάτων που έχουμε δίπλα μας. Η Τέχνη μας αυξάνει τους βαθμούς φιλανθρωπίας. Η άδολη αγάπη των ζωντανών τετράποδων είναι εξίσου απαραίτητη με αυτή των δίποδων.
Επανερχόμενος στο ρομάντζο του Σπύρου Σ. Δενδρινού, το βιβλίο χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη. 
Στην δεύτερη σελίδα του δημοσιεύεται «ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ κ. ΧΡ. ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ» προς τον συγγραφέα, Ιούνιος 1950, που αναφέρει ότι συνάντησε μεγάλη αδιαφορία από την επίσημη ελληνική πολιτεία όταν αποφάσισε να δωρίσει το γλυπτικό αυτό αριστούργημα στο κράτος. Καθότι είχαν ενδιαφερθεί αμερικανοί φιλότεχνοι να το αγοράσουν και να το μεταφέρουν στην μεγάλη ήπειρο. Η προσπάθεια και το ενδιαφέρον του συγγραφέα,-και ελάχιστον άλλων- «μαλάκωσε» την θλίψη του συγγενή της Σοφίας Αφεντάκη-από την επίσημη αδιαφορία της πολιτείας-και το μνημείο παρέμεινε, ευτυχώς, στην Ελλάδα. 
Στην επομένη σελίδα δημοσιεύεται φωτογραφία του αντιστράτηγου εν αποστρατεία ανιψιού της Σοφίας Αφεντάκη. 
Ακολουθεί μία επιστολή από έναν απλοϊκό άνθρωπο τον Α. Σκαραμαγκά 1/7/1950 προς την εφημερίδα «Προοδευτικός Φιλελεύθερος» που εργάζεται ο συγγραφέας. 
Κατόπιν διαβάζουμε ένα μονοσέλιδο σύντομο βιογραφικό του Γιαννούλη Χαλεπά και βλέπουμε ένα σκίτσο του φιλοτεχνημένο από τον Βέλμο. 
Στις σελίδες 19-21 δημοσιεύεται το κείμενο «Για την καλύτερη κατανόηση της εποχής που έζησε η ηρωϊδα μας» 1876…  Κείμενο που αναπλάθει την ατμόσφαιρα ζωής και το κλίμα συνθηκών της εποχής της Σοφίας Αφεντάκη.  Γράφει ο συγγραφέας: 
«Τα όρια της πολιτείας έφταναν τότε στην αρχή της οδού Πατησίων έως το Πολυτεχνείο, προς τα βορεινά και στην αρχή της λεωφόρου Συγγρού, προς νότον. Έφτανε η Αθήνα μας τότε, έως το Νοσοκομείο του «Ευαγγελισμού» και από την αντίθετη πλευρά έως το Γκάζι….». 
Ακολουθεί ο Πρόλογος του συγγραφέα και, μία ασπρόμαυρη φωτογραφία που τράβηξε ο ίδιος του μνημείου το καλοκαίρι του 1950. 
Το πολυσέλιδο πρώτο μέρος χωρίζεται σε μικρότερα κεφάλαια εξιστόρησης στιγμών της οικογένειας Αφεντάκη, και των δύο παιδιών που απέκτησαν. Της μεγάλης κόρης τους Μαρία και της μικρότερης Σοφίας. Οι σελίδες αφηγούνται περιπέτειες ζωής της οικογένειας και των κοινωνικών τους συναναστροφών, ζώντας και δραστηριοποιούμενη μέσα σε ένα Αθηναϊκό περιβάλλον μεγαοαστικών ανατροφών, και την περιπέτεια της Αθηναϊκής Κοινωνίας και της ανερχόμενης αριστοκρατίας της στην εποχή του ρομαντισμού. Τις διασκεδάσεις της, τα συνοικέσιά της, τις βεγγέρες της, τα μικρά αλλά όχι ανόδυνα σκάνδαλά της. 
Στο 1ο μέρος με τον τίτλο  «Μια Θεά» ο συγγραφέας βάζει τον γνωστό ζωγράφο Νικόλαο Γύζη να συγκεντρώνει στο σπίτι του τους φίλους του ρωτώντας τους, ή με έμμεσο τρόπο προκαλώντας τους, να τον βοηθήσουν στο να δεχτεί αυτό το αιθέριο πλάσμα η Σοφία να γίνει μοντέλο του και να το ζωγραφίσει εκ του σύνεγγυς. Στον κύκλο του ζωγράφου Νικολαου Γύζη ανήκουν ο συγγραφέας Εμμανουήλ Ροϊδης, ο Αργύρης Εφταλιώτης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και άλλοι. 
Στο 2ο  μέρος ,με τίτλο «όπως στα παραμύθια και τα μυθιστορήματα…», μας μιλά για την γοητεία που ασκούσε στους νέους και γενικά τους άντρες της εποχής (1876) «Η ωραιότερη κοπέλα  της Αθήνας, της εποχής του 1876», πού «η ομορφιά της είτανε ξακουστή και η γοητεία της κάτι το απίστευτο". Ο Δενδρινός χρησιμοποιεί ως πηγές του το Ημερολόγιο που κρατούσε η « ωραία παιδίσκη» που θα έλεγε και ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος, που του το πρόσφερε ο κληρονόμος στρατιωτικός ανιψιός της, καθώς και την ειδησιογραφία του τύπου της εποχής. Αναπλάθει με γλαφυρό τρόπο και ρομαντικό ύφος τις προσωπικές στιγμές αυτής της επίγειας γυναικείας οπτασίας και την ταραχή και ζήλεια που προκαλούσε η δημόσια παρουσία της. Ταραχή στους άνδρες ζήλεια και μοχθηρία στις γυναίκες. Όλοι οι Αθηναίοι νέοι της εποχής της, αλλά και, ο αμερικανός πρέσβης, ο γάλλος πλωτάρχης, γόνοι μεγαλεμπόρων, νεαροί δανδήδες, ήσαν ερωτευμένοι μαζί της. Αποζητούν την συντροφιά της, τις στέλνουν ερωτικές επιστολές, την φλερτάρουν. Όμως η μικρή 16ετής κοπέλα, η ονειορπαρμένη Σοφία, ζούσε σ' έναν φανταστικό και ονειρώδη κόσμο,-μέσα στην οικία της και στον περιβάλλοντα κήπο τους, αρνούμενη το φλέρτ και τις κολακείες, τον θαυμασμό των νέων και μεγαλύτερων ανδρών. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, την ενοχλούσε αυτή η καθημερινή ενασχόληση των νέων μαζί της. Ο Σπύρος Σ. Δενδρινός, κάνει ορισμένες λεπτές αλλά νομίζω καίριες επισημάνσεις όσον αφορά την συμπεριφορά της αθώας και πεντάμορφης κοπέλας έναντι των νέων που συνεχώς την φλέρταραν και αποζητούσαν την δημόσια παρουσία της για να θαυμάσουν την ομορφιά της. Γράφει σε ορισμένα σημεία της εξέλιξης της ιστορίας, ότι η Σοφία, κάπου μέσα στην παιδική και εφηβική της αθωότητα, ευχαριστιόταν να αρνείται τις προτάσεις των νεαρών, παρά του ότι την κολάκευαν τα συνεχή επαινετικά σχόλιά για την ομορφιά και την αιθέρια παρουσία της. Ήταν διαρκώς το κέντρο των ενδιαφερόντων τους μέσα στα πλαίσια του ρομαντισμού της εποχής. Αφήνει να εννοηθεί ότι κάπου, έπαιζε και λίγο μαζί τους, αρνούμενη τα κόρτε των νεαρών αθηναίων. Το σημειώνω αυτό για να διαπιστώσουμε για άλλη μία φορά τι τραγικά και παράξενα παιχνίδια παίζει η μοίρα του κάθε ανθρώπου. Η πανέμορφη αυτή θηλυκή ύπαρξη που μπορούσε να έχει όποιον ήθελε δίπλα της και να χαρεί την ζωή της, ερωτεύθηκε έναν ιταλό νεαρό λυρικό τραγουδιστή, τον Ναπολιτάνο τενόρο Μάριο Τζιοβάνι-σε επαγγελματικό ταξίδι του πατέρα της στην Ιταλία-κατά την επίσκεψή τους στην Όπερα, και αναπτύχθηκε μεταξύ τους, ένας θυελλώδης και παράφορος έρωτας που υπήρξε και η αιτία του δικού της τέλους. Καθώς ο νεαρός τενόρος δεν απαντούσε στα ερωτικά γράμματά της, παρά τους αιώνιους όρκους έρωτος που της είχε εκμυστηρευτεί. Ο Δενδρινός αναφέρει ότι προσβλήθηκε και από φυματίωση, κατά την διάρκεια της μεγάλης της θλίψης που έχασε τον αγαπημένο της και την πρώτη και τελευταία και μοναδική της αγάπη. Τον ιδανικό (;) έρωτα που έζησε κοντά του τις ελάχιστες ημέρες στον «λόφο του έρωτα».
     Το βιβλίο είναι καλογραμμένο και διαβάζεται ευχάριστα. Ασφαλώς, διαδραματίζεται μέσα στο κλίμα και την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής και κοινωνικών συνθηκών έρωτος και συνοικεσίων. Μας παρέχει πολλές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες από τοποθεσίες της Αθήνας εκείνης της εποχής, (οδός Πατησίων, Κυψέλη κλπ.)  στιγμές από τις κοινωνικές δεξιώσεις των Αθηναϊκών οικογενειών, συμπεριφορές των γηγενών και ξένων αριστοκρατών, το τυπικό των συναντήσεών τους. Των ιπποτικών συνηθειών των νεαρών και των αντρών της αθηναϊκής ρομαντικής κοινωνίας. Ακόμα μας δίνει στοιχεία για τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, τα συνοικέσια, τις οικονομικές δοσοληψίες μεταξύ των οικογενειών, τα αλισβερίσια τους. Ενδαφέρον παρουσιάζουν οι περιγραφές των μεγάλων μονοκατοικιών που ζούν οι Αθηναίοι της εποχής. Που όλες τους διαθέτουν μεγάλους κήπους και παρτέρια.
     Η Σοφία Αφεντάκη έμεινε στην ιστορία της ελληνικής και παγκόσμιας καλλιτεχνίας, χάρις στο ταλέντο και την ευφυία ενός καλλιτέχνη. Του μαρμαρογλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά. Το ρομάντζο της ζωής της και το τραγικό τέλος της, που θα μπορούσε να το συνθέσει άνετα η παλαιά λαϊκή συγγραφέας Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, συντάραξε την εποχή της και τους ανθρώπους που την γνώρισαν από κοντά. Το μνημειακό αριστούργημα του Γιαννούλη Χαλεπά, που σμίλεψε κατόπιν παραγγελίας του τραγικού πατέρα της Σοφίας, μας φανερώνει ότι ακόμα και επαγγελματικά αν υλοποιείται ένα καλλιτεχνικό έργο, αν ο καλλιτέχνης, ο τεχνίτης εμφυσήσει πνοή φωτός και ζωής μέσα σε αυτό, το θαύμα πραγματοποιείται.
Μεταφέρω και το κείμενο «Ω γλυκύ μου έαρ…»                 
Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ…
Το πασχαλινό δράμα του Γιαννούλη Χαλεπά
της Ματούλας Σκαλτσά
Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» Μεγάλη Παρασκευή 24 Απριλίου 1992, σ.40

     Απρίλης 1938: « Μια θλιβερή είδηση ήρθε να συνταράξει αυτές τις μέρες τους καλλιτεχνικούς κύκλους του τόπου μας. Ο εκλεκτός καλλιτέχνης Γιαννούλης Χαλεπάς, ο δημιουργός της «Κοιμωμένης» και τόσων άλλων αριστουργημάτων, προσεβλήθη το Μεγάλο Σάββατο από ημιπληγία και καθηλώθηκε στο κρεβάτι. Μέχρι την τελευταία στιγμή, ο μπάρμπα Γιαννούλης, παρ’ όλα τα ογδόντα πέντε του χρόνια, δεν έπαψε να εργάζεται την σμίλη. Το τελευταίο έργο, η «Άρτεμις», ήταν σχεδόν τελειωμένο, όταν η αρρώστια ήρθε να διακόψει τη δημιουργική του εργασία-διακοπή, που όλος ο καλλιτεχνικός κόσμος του τόπου μας εύχεται να είναι προσωρινή». Αυτά γράφονταν στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα. Η ευχή που εκεί διατυπωνόταν, δυστυχώς δεν βγήκε αληθινή. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα πεθάνει μερικούς μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβρη του 1938.
     Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, στα 1948, ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος, σ’ ένα κείμενο στη μνήμη του Χαλεπά έγραφε: «Το 1938 ένας θάνατος λύπησε μια κοινωνία ευαίσθητη. Ο γλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς από την Τήνο έφυγε από την ζωή της. Οι Αθηναίοι είχαν δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Χαλεπά και την ζωή του την τρίπτυχη, με τις αναδιπλώσεις του καλλιτεχνικού του έργου, για το ψυχιατρικό φαινόμενο του οργανισμού του. Με τον θάνατό του χάραξαν οι επίλεκτοι στη νεοϊστορία μας το όνομα του αυθεντικού αυτού γλύπτη, επιδεικτικά».
     Σήμερα, πάνω από μισό αιώνα από τον θάνατό του και σχεδόν έναν από τη δημιουργία της περίφημης «Κοιμωμένης» του, το ενδιαφέρον γι’ αυτόν δεν έχει κοπάσει.
     Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, γιος του μαρμαρογλύπτη Ιωάννη Χαλεπά, γεννιέται τον Αύγουστο του 1851 στην Τήνο, το νησί των Φιτάληδων, των Βιτάληδων, του Φιλιππότη και του Σώχου. Παρότι ο πατέρας του είχε μεγάλο μαρμαρογλυφείο με δουλειές ως τη Μικρά Ασία και τη Βαλκανική, θέλει το γιό του έμπορο. Ο Γιαννούλης, παρά τη σφοδρή του επιθυμία να ασχοληθεί με τη γλυπτική, υποτάσσεται στην πατρική θέληση, και μετά τις βασανιστικές σπουδές στην Τήνο, πιάνει δουλειά σ’ ένα εμπορικό στη Σύρα. Γρήγορα όμως εκφράζει την πεισματική άρνηση του σε μια τέτοια σταδιοδρομία και στα 1869 η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου ο Γιαννούλης, πρωτοετής, παρακολουθεί το «Σχολείον των Τεχνών».
     Μέσα σε τρία χρόνια μόνο έχει τελειώσει αριστούχος τις σπουδές του. Με υποτροφίες στα 1873 φεύγει για το Μόναχο, όπου γίνεται δεκτός στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών. Ακολουθεί και εκεί την ίδια επιτυχή πορεία διακρίσεων και πρώτων βραβείων. Στα 1875, 23 χρονών, συμμετέχει στη μεγάλη έκθεση των Ολυμπίων στην Αθήνα στέλνοντας από το Μόναχο το έργο του «Σάτυρος και Έρως». Αποσπά το βραβείο, τη στιγμή που έργα των Βρούτου, Βιτάλη και Φιλιππότη παίρνουν το 2 βραβείο. Για άγνωστους λόγους η υποτροφία διακόπτεται, ενώ ο πατέρας δεν ενισχύει τη διαμονή του αποδεδειγμένα πια ταλαντούχου γιου στο εξωτερικό. Ο Γιαννούλης επιστρέφει το 1876 στην Αθήνα, αφού σταματήσει στο Βουκουρέστι βοηθώντας εκεί τον πατέρα του στην εκτέλεση μερικών επιταφίων αγγέλων. 25χρονος στην Αθήνα, εργάζεται πυρετικά ως το 1878. Στο διάστημα αυτό θα δημιουργήσει τα δύο πολύ γνωστά έργα του, την «Κοιμωμένη» επιτάφιο μνήμη της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών και τον «Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα», προορισμένο για τη διεθνή έκθεση του Παρισιού, τώρα στην Εθνική Πινακοθήκη.
     Για το τελευταίο αυτό έργο ο Μ. Τόμπρος, εξήντα ολόκληρα χρόνια μετά, το 1948 θα πει:
«Όποιος γνωρίζει ποια αξία εκπληκτική ενυπάρχει πίσω από την επίτευξη αυτή της δεξιοτεχνικής μαρμαρογλυπτικής εργασίας, μόνον αυτός μπορεί να εκτιμήσει και την αξία που έχει στην παράδοση της νέας γλυπτικής μας τέχνης το εγχείρημα αυτό της κατασκευής σε μάρμαρο από ένα γλύπτη».
     Η ευτυχισμένη ή τουλάχιστον χωρίς προβλήματα ζωή, τελειώνει εδώ. Η ψυχική του ασθένεια εκδηλώνεται. Μετά επιμονή του πατέρα του και παρά τις αντιδράσεις της μητέρας του, οδηγείται στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, απ όπου δεν θα βγει παρά στα 1901 όταν είναι 50 χρονών. Έχει 24 χρόνια να πιάσει πηλό. Επιστρέφει στην Τήνο. Η μητέρα, πεισμένη για την υγεία του γιου της, καταστρέφει ό,τι ο Χαλεπάς δημιουργεί σε πηλό.  Θα περάσουν έτσι 13 χρόνια, ώσπου κάποια άρθρα σε έντυπο της Τήνου στα 1914, και κάποια άλλα του γλύπτη Λάζαρου Σώχου και του δημοσιογράφου Θόδωρου Βελλιανίτη στα 1915 στον Αθηναϊκό Τύπο, θα προσπαθήσουν να στρέψουν την προσοχή του κοινού στον άλλοτε ταλαντούχο γλύπτη που ζει σε αναγκαστική απομόνωση.
     Μόνο μετά τον θάνατο της μητέρας στα 1918, ο Χαλεπάς θα αρχίσει και πάλει να πλάθει τον άργιλο με πυρετικούς ρυθμούς. Είναι κιόλας 65 χρονών. Από τώρα και ως τα 1930, που θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, θα κάνει πάνω από 60 έργα. Τα θέματα των γλυπτικών του συνθέσεων, στα οποία επανέρχεται ξανά και ξανά, είναι κυρίως τα ίδια που είχε δουλέψει και στην πριν από την αρρώστιά του περίοδο: «Ο Σάτυρος και ο Έρωτας», «Η Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά της», «Η Ωραία κοιμωμένη». Το ύφος όμως τώρα είμαι σημαντικά αλλαγμένο. Απομακρυσμένος από τον ακαδημαϊσμό, τον ενδιαφέρει λιγότερο η λεπτομερειακή επεξεργασία και περισσότερο η συνολική σύνθεση και συμπλοκή των μερών της. Τον ενδιαφέρει κυρίως το πλάσιμο, ένα πλάσιμο αδρό που μαρτυρεί την ένταση της δημιουργίας. Ορισμένα γλυπτά που τον απασχολούν ακόμη αυτή την περίοδο με νέα θέματα, είναι κάποια «παράδοξα ρεαλιστικά ειδώλια», όπως ο «Γαλατάς» και ο «Φαρμακοποιός», τολμηρά και τα δύο, πολύ ενδιαφέροντα εις το αρχαϊκόν των ύφος», όπως σημειώνει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης που θα τον επισκεφτεί στην Τήνο στα 1923. Στο διάστημα αυτό της «νεκρανάστασης» του, που, και πάλι κατά τον Παπαντωνίου, δουλεύει με το «απόθεμα των διανοητικών του εικόνων» ο Χαλεπάς θα πλάσει σε αμφιπρόσωπες διμέτωπες συνθέσεις θέματα που πραγματεύεται για πρώτη φορά: «Ο Μέγας Αλέξανδρος ζωντανός και νεκρός», «Ο Μέγας Αλέξανδρος και η αγία Βαρβάρα», «Η Αφροδίτη και η χωριατοπούλα» κ.ά.
     Στα 1923 επισκέπτεται τον Χαλεπά στην Τήνο, ως εκπρόσωποι της Σχολής Καλών Τεχνών, ο καθηγητής της γλυπτικής Θωμάς Θωμόπουλος, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, και ο διευθυντής του περιοδικού «Πινακοθήκη», Δ. Καλογερόπουλος. Φεύγοντας παίρνουν μαζί τους έργα σε πηλό, αρκετά από τα οποία χύνουν σε γύψο και οργανώνουν στα 1925 μεγάλη έκθεση στην Ακαδημία. Το 1927 του απονέμεται από την Ακαδημία Αθηνών το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Παρά την προβολή και τις τιμητικές διακρίσεις, ο Χαλεπάς εξακολουθεί να ζει στην Τήνο φτωχός και απομονωμένος.
     Στα 1930, 79 χρονών, υποκύπτοντας στην επιμονή της ανιψιάς του Ειρήνης, αλλά και στη γεροντική ανημπόρια, θα πάει στην Αθήνα. Από τα πρώτα έργα που κάνει εκεί είναι ο «Οιδίποδας και η Αντιγόνη», όπου, όπως ο ίδιος σημειώνει σ’ ένα τετράδιο σχεδίων του, τυφλό Οιδίποδα θεωρεί τον εαυτό του και Αντιγόνη την ανιψιά του Ειρήνη, που, ως Σοφόκλεια ηρωϊδα, τον οδήγησε στην Αθήνα. Η Αθηναϊκή του παραγωγή είναι σημαντική. Ξαναδουλεύει τα θέματα του Σάτυρου, της Μήδειας και της Κοιμωμένης, αλλά και νέα μυθολογικά θέματα με την Αθηνά, την Αφροδίτη, την Άρτεμη. Εκτελεί ακόμα και παραγγελίες προτομών.
      Η Αθηναϊκή κοινωνία ανακαλύπτει και πάλι τον Χαλεπά. Στα 1934 το σωματείο «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες» δίνει προς τιμήν του γεύμα, ενώ ο φιλολογικός σύλλογος «Παρνασσός» γιορτάζει επίσημα τα ογδοντάχρονά του.
      Η δημιουργική δύναμη του γλύπτη αυτού, που ξαναφάνηκε με τέτοια ένταση αλλά και ικανότητα μετά 40 χρόνια σιωπής, είναι σίγουρα από τα σπάνια, αν και όχι μοναδικά, φαινόμενα στην ιστορία της τέχνης.
     Ο Μιχάλης Τόμπρος, αναφερόμενος στον Χαλεπά, 10 χρόνια μετά τον θάνατό του, σημειώνει:
«Κρίνοντας την αρχική ιστορία του στατικού κλασικιστή γλύπτη και την ύστερη, με το ύφος της εξπρεσιονιστικής μορφής, αδίστακτα την τοποθετούμε μέσα στα αυστηρά πλαίσια της νεοιστορίας μας, γιατί την προώθησε με ασφάλεια. Για μας το έργο του είναι ένας σίγουρος σταθμός. Το δράμα του όμως μας είναι άγνωστο και μυστηριώδες».
Ματούλα Σκαλτσά είναι Επίκουρος καθηγήτρια Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
«ΤΑ ΝΕΑ», Μ. Παρασκευή 24 Απριλίου 1992, σ.8/40.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 30 Απριλίου 2019
Με την σκέψη μου στην Ρεξούλα.                
       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου