Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

 

ΑΡΕΤΗ  ΚΑΙ  ΔΟΞΑ  ΤΟΥ  ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ  ΣΟΛΩΜΟΥ

      ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΚΑΙ ΤΙΜΗΝ

ΤΕΤΡΑΔΙΑ  ΕΥΘΥΝΗΣ ΝΟΥΜΕΡΟ 22/12,1984, σ. 240

- ΕΥΘΥΝΗ, 7

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΙΔΑΝΙΣΜΟΥ

     Ό,τι πιό υψηλό και βαθύ συνάμα εβίωσε ο Νέος Ελληνισμός μέσα στις τρομερές συμφύσεις της Ιστορίας του, το ερμήνευσε ποιητικά ο Διονύσιος Σολωμός. Για τούτο, κάθε αναπόληση του προσωπικού του βίου που προκαλεί η νοηματισμένη  και με σέβας επίσκεψη-μελέτη του έργου του, μας ανάγει στα πιό υψηλά στρώματα του εθνικού μας ψυχισμού και μας οδηγεί σε κοινωνία ουσίας με το πνεύμα του Έθνους μας.

     Το ιερό αυτό έργο πραγματώνεται με τα πενιχρά μέσα της γλώσσας που διέθετε ο Σολωμός-γλώσσας όμως που η αγγελόμορφη ειδή της ποίησής του και η απαίτησή του για τα υψηλά και τα τέλεια, καθάρισε από τον καθημερινό ρύπο για να την φανερώσει λαμπρή και άξια να λειτουργήσει ερμηνεύοντας τα ιδανικά, τα ύψιστα. Μιά πλατωνική, για τούτο τραγική ομορφιά φανερώνεται στην ποίηση του Εθνικού μας Ποιητή και μιά έξαρση όλο φώς κι ευγένεια.

     Μιά τέτοια επίσκεψη στα άγια των αγίων του Έθνους επιτελούμε με το «Τετράδιο» αυτό. Ανεβαίνουμε προς τον σολωμικό λόγο, αφήνοντας πίσω μας τον ζόφο της κρίσιμης αυτής εποχής, και ζητούμε από εκείνον να φωτίσει το πνεύμα μας και να λάμψει στο νου μας, από το δικό του έργο βγαλμένη, μιά νοηματοδοσία των δοκιμασιών μας.

      Η ποίηση του Σολωμού είναι η πιο ενάρετη ποίηση πού γνωρίσαμε τους τελευταίους αιώνες. Από την άκρα σοβαρότητα τέτοιας αρετής γεννιέται δόξα μεγάλη που είναι της αθανασίας αχλύ, του ποιητικού του λόγου διάρκεια. Από αυτή την αρετή, την ελληνική, τρεφόμαστε και από την δόξα του την αμάραντη εγκαρδιωνόμαστε που δείχνει «πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη».

-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, 171-184

ΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΓΟΤΘΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ GROTESQUE. ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ

….Μετά από μια ανάγνωση της Γυναίκας της Ζάκυθος όπως αυτή που προηγήθηκε μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το έργο αυτό και ως θέμα, αλλά και ως συγκεκριμένος τρόπος διαπραγμάτευσης αυτού του θέματος, είναι ένα δείγμα του γοτθικού στην ελληνική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Όμως, πέρα από το γεγονός αυτό, υπάρχει κάτι ιδιάζον και στο είδος της έκφρασης που χρησιμοποιείται  σ’ αυτό’ έτσι, ενώ στην περιγραφή-των σωματικών κυρίως χαρακτηριστικών-του κύριου προσώπου στο πρώτο επίπεδο της έκφρασης επικρατεί μιά νατουραλιστική τάση, εντούτοις η έκφραση περνά συνεχώς σε περιοχές που, συμβατικά τουλάχιστον ανήκουν στον εξπρεσιονισμό, ο οποίος και διαμορφώνει κάποιο γενικότερο κλίμα του έργου. Άλλωστε το θέλγητρο της ψυχολογικής διερεύνησης  των σκοτεινών  πτυχών  του αλογικού-κύριος εκπρόσωπος του ο Dostoevsky- υπήρξε ένα από τα κύρια-και, ίσως, το περισσότερο ενδιαφέρον-χαρακτηριστικά του πνευματικού εκείνου κλίματος μέσα από το οποίο αναδύθηκε ο εξπρεσιονισμός.

     Δίνει, λοιπόν την εντύπωση η Γυναίκα της Ζάκυθος ότι, ως προς ορισμένα σημεία, περνά από ένα νατουραλισμό της ελληνικής δημοτικής ποίησης προς ένα γερμανικό με Νιτσεϊκά στοιχεία εξπρεσιονισμό των αρχών του 20ου αιώνα. Μέσα από τον συνδυασμό αυτών των δύο τρόπων-αλλά, κυρίως, με την ισορροπία τους- η συμβατικά αντικειμενική εικόνα της πραγματικότητας δεν αλλοιώνεται για να ενισχυθεί η έκφραση. Έτσι, η σολωμική περιγραφή του σώματος της γυναίκας δεν συνιστά κάποια μεγάλη παραβίαση των κανονικών κατηγοριών της φύσης, παραβίαση που θα αποσκοπούσε σε μιά εκφραστική ένταση. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην ένταση της έκφρασης απ’ τη μιά, και την πιστότητα του εκφραζόμενου σύμφωνα με πραγματιστικά κριτήρια από την άλλη, συνιστά μιάν ισορροπία ανάμεσα στον εξπρεσιονισμό και τον νατουραλισμό.

     Αν οι εικόνες-τα «παραστασιακά συνεχή»-αποτελούν τα σημαινόμενα του σημασιοδοτικού επίπεδου επιφάνειας το οποίο απαρτίζουν οι φωνολογικοί σχηματισμοί, τότε η περιγραφή τους σώματος λειτουργεί σ’ ένα πρώτο σημασιοδοτικό επίπεδο βάθους, και κάτω απ’ αυτό προβάλλουν οι μεταφυσικοί χαρακτήρες ενός βαθύτερου επίπεδου σημασιοδότησης (18). Με μιά τέτοια ερμηνευτική αρχή, προβλήματα όπως αυτό της καταγωγής των φυσικών χαρακτηριστικών της Γυναίκας από τη μιά, και των μεταφυσικών- ηθικών χαρακτηριστικών της απ’ την άλλη, σχετικοποιούνται.  Μια ανάγνωση της Γυναίκας της Ζάκυθος πού προχωρά προς επίπεδα σημασιοδότησης βαθύτερα, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε την ένταση που υφίσταται ανάμεσα σ’ αυτά τα επίπεδα της δομικής σημασιοδότησης, μιά διάσταση-ένταση ανάμεσα σε μιά εμφανή πρώτη σημασιοδότηση από τη μιά, και μιά λανθάνουσα, συμβολική σημασιοδότηση από την άλλη.

     Συνοψίζοντας, λοιπόν, δεχόμαστε ότι ο Σολωμός δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί εντελώς στο ρομαντικό θέλγητρο του τερατώδους, αλλά με τη Γ υ ν α ί κ α  τ η ς Ζ ά κ υ θ ο ς αφήνεται σ’ αυτό, όμως κάτω απ’ την επίφαση της στηλίτευσης και καταδίκης του στοιχείου εκείνου πού συνιστά με την ερεθιστική κακή παρουσία του τον πυρήνα του τερατώδους. Το κεντρικό πρόσωπο, λοιπόν, της Γυναίκας της Ζάκυθος ανήκει στην οικογένεια εκείνη των δύσμορφων, τερατωδών όντων πού στοιχειώνουν το γοτθικό μυθιστόρημα. Το ότι το φρικτό πού εμφανίζεται στο ηθικό επίπεδο, μας παραπλανά και τραβά την προσοχή μας-σύμφωνα με τα ισχύοντα σήμερα κριτήρια τουλάχιστον-περισσότερο στη σωματική δυσμορφία, θεωρημένη ως ηθική δυσμορφία, ή και απευθείας στην ηθική δυσμορφία, αλλά όχι στη σωματική-μειώνοντας έτσι την κλίμακα του φρικτού ως στοιχείου υπερφυσικού και καταχθόνιου και προβάλλοντάς το ως μεταφορά του αντικοινωνικού και του ανήθικου, πράγμα που το κάνει αληθοφανές, ενώ παράλληλα το προσαρμόζει-ως ύφος αλλά και ως θέμα-στα δεδομένα του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου συγγραφής του έργου.  

 -ΟΛΓΑ ΒΟΤΣΗ, 54-60

ΕΝΑ  ΣΧΟΛΙΟ  ΣΤΗΝ  ΠΟΙΗΣΗ  ΤΟΥ  ΣΟΛΩΜΟΥ.

      ….Αναρωτιόμαστε αν η ποίηση του Σολωμού έχει τη μεγάλη καθολικότητα, σε όσο μέρος της τουλάχιστον ασχολείται με τον αγώνα του έθνους. Πόσους Έλληνες θα μπορούσε π.χ. να συγκινήσει δυνατά-αν αντιστρέφαμε τον συλλογισμό μας-η ποίηση ξένων ποιητών που ύμνησαν τον αγώνα για την ανεξαρτησία της πατρίδας τους, μά δεν έδωσαν μέσα από το έργο τους ένα βαθύτερο κοίταγμα του ανθρώπου; Βέβαια, είναι πάντα μεγάλο δώρο για έναν καταδυναστευόμενο λαό που έφτασε στο χείλος της αβύσσου και απόχτησε με άφατες θυσίες την ελευθερία του, να ευτυχήσει να βρεί τον γνήσιο ποιητή πού θα τραγουδήσει τον σκληρόν αγώνα του εναντίον του κατακτητή. Γιατί και τα μεγαλύτερα  κατορθώματα χάνονται, αν μείνουν ανώνυμα και ανύμνητα. Ο Σολωμός στην ποιητική του πορεία συνάντησε τον καθημαγμένο χώρο του έθνους του, όταν αυτό ζητούσε την ελευθερία, ύμνησε με όλες τις ίνες της ύπαρξής του το μεγάλο Τόλμημα και τη μεγάλη Ανάστασή του, σφραγίστηκε για πάντα απ’ αυτό το γεγονός, όμως δεν έμεινε μόνο μέσα σ’ αυτό. Επιφανειακά τουλάχιστον. Προχώρησε βαθύτερα μές στον άνθρωπο, με τη σιγουριά του μεγάλου Δημιουργού, με τη βαθειά συνείδηση αυτού που επιτελούσε. Και αμέσως βλέπουμε τη διαφορά του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», τη διαφορά των ποιημάτων του «Εις Μάρκο Μπότσαρη». «Η καταστροφή των Ψαρών», από τα μεγάλα ποιήματα της ωριμότητάς του, τον «Κρητικό» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Γινόμαστε μάρτυρες του αγώνα του για καθολικότητα, έτσι καθώς προχωρούσε σκάβοντας το θέμα του, το ακριβό θέμα της ελευθερίας, δίνοντάς του ευρύτερες διαστάσεις, όπως το μαρτυρούν οι βαθιοί στοχασμοί του, κυρίως όμως η ίδια η ποίησή του. Βάθαινε το θέμα του ώσπου να μην το αφήσει στην επιφάνεια των συγκινήσεων μονάχα, αλλά να το πλατύνει και να το φορτίσει με όλο το εσωτερικό τρέμισμα της ψυχής.

     Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», τον μεγάλο αυτό σταθμό της ποιητικής του πορείας, έχει εξαφανιστεί το ξεχείλισμα της άμεσης σφοδρής συγκίνησης που ανασαίνει πολύ κοντά στο αντικείμενο, τ’ ορμητικό πάθος, η ματιά που δεν έχει μάθει ακόμα το βάθος. Στο ποίημα τούτο η βίωση της ελευθερίας δεν ξεχειλίζει, δεν παρασύρει στο μεγάλο δίκιο της την ψυχή, όπως στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Εδώ, το αίσθημα τούτο ευρύνεται, γίνεται ηθικό, γίνεται Ιδέα. Γίνεται ψηλάφηση των βυθών, υπέρτατη βίωση και πράξη., σ. 54-55 

…..Στούς «Ελεύθερους Πολιορκημένους» ο Σολωμός βαθαίνοντας την Ιδέα της ελευθερίας, κάνει την πιο καθαρή ποίηση, πρίν από την διακήρυξη και εφαρμογή των θεωρητικών της. Συχνά μου φέρνει στο νου την καθαρότητα των πιό ώριμων ποιημάτων του Πωλ Βαλερύ. Ενώ όμως ο Βαλερύ κυκλώνει το θέμα του μ’ ένα τεντωμένο τόξο υψηλής εποπτείας και μεταφυσικής αναζήτησης, στον Σολωμό το θέμα παρακολουθείται πολύ κοντά στη γη, μ’ όλη τη ζέστα της κάθε ανθρώπινης στιγμής, χωρίς αφαίρεση και με μιά εποπτεία που δεν χάνει τον ανθρώπινο και συγκεκριμένο ορίζοντα. Η ποίησή του έχει κάτι από την τέλεια πληρότητα της σάρκας, στεφανωμένης από τη λάμψη του πνεύματος. Πίσω από τους στίχους του δεν υπάρχει σχήμα, υπάρχει ανάσα ζωής. Ο αγώνας και ο έρωτας, η φύση, η θυσία, ο θάνατος, δονούν την καρδιά μας σαν υπέρτατες μεταφυσικές συγκινήσεις., σ. 57   

-ΠΕΤΡΟΣ ΓΛΕΖΟΣ, 16-22

ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ

     Λοιπόν! Ο ιδεαλισμός, η πατριδολατρεία και η λαχτάρα της τελειότητος του Διονυσίου Σολωμού, που οικειώθηκα από την πρώτ-πρώτη νεότητά μου, είναι τα στοιχεία εκείνα, που με κρατούν αφοσιωμένον στην ποίησή του έως τώρα στα γηρατειά μου.

    Μετά τον διαποτισμένον και από την απόλυτη αφοσίωση κριτικόν πρόλογον στο έργον του Σολωμού του Ιακώβου Πολυλά, τον βαθυστόχαστον κριτικόν λόγον του Κωστή Παλαμά και τις κρίσεις των άλλων ιδεαλιστών των αρχών κυρίως και περίπου των μέσων του λήγοντος αιώνος μας και μετά την επίδραση της διδασκαλίας του Χρήστου Ν. Λαμπράκη, η ρεαλιστική, η μέχρις εσχάτων λεπτομερειών αναλυτική θεώρηση του έργου του εθνικού μας ποιητού από άλλης ψυχολογίας κριτικούς και μάλιστα από κάποιους οπαδούς του διαλεκτικού υλισμού με αφήνει αδιάφορον.

     Αυτό το μονόπλευρο σύστημα της «απομυθοποιήσεως» μεγάλων ή δραματικών γεγονότων της εθνικής μας ζωής, που επιχειρείται στις ημέρες μας είναι για μένα σχεδόν βεβήλωσή των. Έτσι και η «προσγειωμένη» κριτική, πιο αισθητή μάλιστα προκειμένου για την ποίηση, κριτική πορευομένη παράλληλα προς σημαντικό ποσοστό της «μοντέρνας» ποιήσεώς μας, που φθάνει έως την χυδαιότητα και την άρνηση του «ρωμαντισμού» και του «αισθησιασμού», τείνει να επισκιάσει την αίγλη κάποιων μεγάλων ονομάτων. Και η πολλή ασχολία με την ιδιωτική ζωή των και τις πιο απόκρυφες, τάχα, λεπτομέρειές της, τείνει να αμαυρώσει, προσωρινώς ελπίζω, στην ψυχή μας και φυσικά περισσότερα στην ψυχή των νέων κάποια μεγάλα εθνικά πρότυπα.

-ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ, ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΣΤΟΧΑΣΜΩΝ, 141-143

ΓΙΑ ΤΟΝ «ΠΕΙΡΑΣΜΟ» ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΟΣ, ΤΩΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΩΝ» ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

     Πρίν από είκοσι περίπου χρόνια αγαθή τύχη με έφερε να γνωρίσω τον ποιητή, φιλόλογο και θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο σε ένα από τα γνωστά φροντιστήρια για τελειόφοιτους λυκείων, πού προορίζονταν για το Πανεπιστήμιο.

     Ο Γεωργουσόπουλος, τότε, δίδασκε Νέα Ελληνικά, αλλά όχι τυπικά και ξερά , έδινε τον εαυτό του, αναδημιουργούσε τα κείμενα, τα έπαιζε, ερχόταν σε ερωτική σχέση μαζί τους και τα μετέδιδε σε ένα ακροατήριο που ήταν αδύνατο να παραμείνει αδιάφορο.

     Από τις πιό συναρπαστικές του παραδόσεις στάθηκαν εκείνες που αφορούσαν το Σολωμικό έργο. Η λατρεία του για το συγκεκριμένο έργο με υποχρέωσε να κρατήσω πολλές σημειώσεις, πού μες στο χρόνο συμπληρώθηκαν και από άλλες πηγές, αλλά και από προσωπικές παρεμβολές.

     Τη συγκίνηση αυτή, δηλαδή να μεταφέρω σπαράγματα στοχασμών για τον «Πειρασμό» του τρίτου σχεδιάσματος, ενός τόσου μεγάλου σε αξία κομματιού για τη νεοελληνική ποίηση, στοχασμών, που είχαν σαν αφετηρία τις αξέχαστες εκείνες παραδόσεις, του την αφιερώνω από τις σελίδες αυτές.

     «Ο Πειρασμός» του τρίτου σχεδιάσματος παραμένει κλασσικός στη νεοελληνική γραμματεία, τόσο για την καθαρότητα της τέχνης του, όσο και για τον παλμό, που πυροδοτεί συνεχώς την ποιητική εγρήγορση και αγγίζει το απόλυτο της Ιδέας.

     Χορικό θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το ποίημα αυτό που παίρνει την ίδια θέση αναλογικά με τα στασίματα της αρχαίας τραγωδίας εκφράζοντας την προβολή μιάς κατάστασης.

     Ο ποιητής έχοντας χωνέψει το υλικό του απ’ το δεύτερο σχεδίασμα, μας το παρουσιάζει τώρα αποκρυσταλλωμένο, όραμα συλλαμβανόμενο από δίχτυ ολοκάθαρης και σπαρταριστής ευαισθησίας.

     Το ποίημα εδώ μαζεύεται, συμπυκνώνεται, κλείνεται μες στην ουσία του τεχνικότατα: «κι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα». Ο οργασμός και η νέα όψη της ζωής παρασταίνονται μεστότατα και μες απ’ τη γενικότητα ξεπετάγονται, αποκαλύπτονται, αλληλοσυμπληρώνονται οι λεπτομέρειες.

     Ο στίχος «Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους» δεν φαντάζει σα στίχος σημερινός, υπερρεαλιστικός, που υπακούει ταυτόχρονα στη όσφρηση και στην αφή;

     Μα και παρά κάτω η λέξη ανάκουστος, πιό κάτω δεν έχει μπει τυχαία.

     Άς θυμηθούμε πώς ετυμολογικά έχει δυό σημασίες. Τον απ’ έξω μόλις συλλαμβανόμενο ήχο και τον πρωτάκουστο. Θα προτιμούσα εδώ τη δεύτερη σημασία.

     Μες στη διαδρομή των στίχων γαργαρίζουν οι διαθέσεις ύστερα από τη συνουσία και μέσα από το ικανοποιημένο ένστικτο. Οι εικόνες μεταβάλλονται σε καθαρά ακουστικές, γιατί κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, αλλά και μετά απ’ αυτήν, στο όν που συμμετείχε οξύνεται η ακοή του, ενώ ο χώρος του φαίνεται συγκεχυμένος.

     Ο στίχος «Και παίρνουνε το μόσχο τους κι’ αφήνουν τη δροσιά τους» εκφράζει την ουσία της απελευθέρωσης. Και ανοίγει ο ορίζοντας το όν αναπνέει. Παράλληλα ζούμε και την ηχητική έκφραση της φύσης. Έτσι «πειράζει» ο ποιητής.

     Στη συνέχεια όταν λέει «Εξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή’ς γη, σ’ ουρανό, σε κύμα» είναι ολοφάνερο, πώς θέλει να εκφράσει το πλάτεμα της διάθεσης για να επακολουθήσει ένας πίνακας εξαιρετικής διαύγειας.

     Ο πάτος της θάλασσας σημαίνει το εύρος της φύσης, το πλάτος και το βάθος της.

     Ο Σολωμός ξαναγυρίζει στις λεπτομέρειες έχοντας σκοπό να εκφράσει τις καταστάσεις που αλληλοσυγκρούονται για να πλάσει ολοκληρωτικά πιά την προοπτική του.

     «Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα». Πάλι προβαίνει ο πολλαπλασιασμός. Ο στίχος αλαφρώνει, ο δεκαπεντασύλλαβος και πρίν απ’ όλα η ομοιοκαταληξία εξαφανίζονται. Ο ποιητής ακολουθά πιστά τον ρυθμό της εικόνας, την κίνησή της, την ακουστική της.

     Το τέλος είναι τρομερό σε μιά προσπάθεια αναρρίχησης στο αόρατο, να ξεπεραστεί το «Όποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει».

     Μην αντέχοντας άλλο το κοντράστο της λιγωμένης φύσης με την τραγωδία των «Ελεύθερων πολιορκημένων» ο Σολωμός στρέφεται προς τον αλαφροΐσκιωτο, προς το μέντιουμ για να επικοινωνήσει με το αόρατο, αλλά και με το ορατό.

     Στην επίκλησή του απαντάει μιά φωνή ξεπεταγμένη από το μαγικό συγχρωτισμό όλων των μίσχων της καρδιάς και του καθαγιασμένου ένστικτου: «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια».

     Ο αλαφροΐσκιωτος απαντά αντηχητικά, τραγικά, ειρωνικά. Βλέπει εντελώς διαφορετικά τα πράγματα και δημιουργεί την τραγική ειρωνεία.

     Στο σημείο αυτό εννοούμε την αντίθεση ανάμεσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και στην παραδεισένια φύση. Εδώ ακριβώς γεννιέται ο παραλογισμός. Κι’ ύστερα πάλι η ηρεμία που σημαδεύεται με την αποκάλυψη της φύσης μέσα από το ανακάτωμα του στρογγυλού φεγγαριού-φανερή επήρεια από το δημοτικό τραγούδι.

     Στον πειρασμό του τρίτου σχεδιάσματος νιώθει κανείς να μουδιάζει από την εκκένωση πάνω του μιάς τόσο φωτοβόλας ποιητικής δέσμης κα να μεταμορφώνεται κι’ ο ίδιος σε ποιητή μες απ’ το Σολωμικό λόγο, για άλλη μιά φορά. Οι αναδιπλώσεις του πειρασμού πέρα από την αντίθεση που προκαλούν στο μεγάλο συνθετικό ποίημα. «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και την οξύτατη αντίστιξη πού σηματοδοτούν με την υπόλοιπη θεματική του, χαρίζουν στη νεοελληνική ποίηση ένα από τα λαμπρότερα και ουσιαστικά τολμηρότερα, ατόφια, λυρικά κομμάτια.

-ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ, ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ, 131-140.

-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ, 61-77

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

     Ο Σολωμός έχει δεινοπαθήσει από τον θαυμασμό ενός έθνους. Ανακηρύχθηκε εθνικός ποιητής. Αλλά μέσα στην εθνικότητά του λησμονήθηκε η ποιητικότητά του. Διότι ο Σολωμός είναι σημαντικός ποιητής εκεί που δεν είναι εθνικός. Ο ίδιος ο ποιητής μας είχε πεί, ωσάν να προέβλεπε τη μοίρα του, πώς εθνικό είναι το αληθινό. Και ο Σολωμός πολύ πιό αληθινός είναι στους σκόρπιους στίχους των τελευταίων, μή «εθνικών» ποιημάτων του, πού βρίθουν από ουσία μυστική.

     Κάθε αληθινή ποίηση ξεκινάει από μυστικό πυρήνα. Λίγοι όμως ποιητές ξεφλουδίζουν τον εαυτό τους τόσο ώστε να αποκαλύψουν αυτόν τον πυρήνα. Το έκαμε ο Σολωμός. Αποχωρίστηκε από πολλά ντύματά του ο Σολωμός, ακόμη και από τα εθνικά. Στο τέλος απέμεινε ολίγος-αλλά ήταν η μυστική πεμπτουσία του. Πέρασε την «πύλη της Παντοδυναμίας» κρατώντας στη χούφτα του την αδαμαντόσκονη του «Κρητικού», των «Ελεύθερων πολιορκημένων» και του «Πόρφυρα».

-ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΡΚΑΚΗΣ, Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, 144-148.

-ΚΩΣΤΑΣ Π. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Δ. ΣΟΛΩΜΟΥ, 48-86.

                Το φώς της τραγικής γνώσης

     Ο Σολωμός είναι ποιητής, που θέλησε να πραγματώσει το μιχτό είδος στην τέχνη του, αυτό που συγκερνά το κλασσικό και το ρομαντικό. Ο συγκερασμός όμως αυτός τον οδήγησε στα στίλβοντα ποιητικά θραύσματα των μεγάλων έργων, που ακολούθησαν τον «Ύμνο». Η ίδια η ποιητική του δημιουργία γεννιέται, ανασαίνει και θραύεται μέσα στην τραγική λάμψη αυτής της αιχμής.

     Το τραγικό στην ποίηση του Σολωμού εκπηδά μεσ’ από την ίδια την οντολογική υφή του κόσμου του και την υπαρξιακή δοκιμασία, πού την συνοδεύει  ως ποιητική σύλληψη και ως άσκηση της ποιητικής τέχνης.

     Ο άνθρωπος φτάνοντας στο κορυφαίο σημείο της ζωής του και συναντώντας τις μεγάλες ουσίες, τις κόρες αυτές που καταυγάζονται από το θεϊκό, υπερβατικό φώς εγγίζει τα όρια της ενδότερής του φύσης και νιώθει ξάφνου να συντρίβεται. Το φώς, πού τον γεμίζει από τη «φλογώδη λάμψη» τους, συνιστά και τον χαμό του. Ο πολεμιστής, ο κολυμπιστής και ο εραστής φτάνουν σ’ αυτό το όριο και ζητούν όπως ο Αίαντας να χαθούν μέσα στο φώς. (Έν δε φάει και όλεσσον).

     Η ποίηση του Σολωμού είναι διάχυτη από την τραγική αυτή πνοή. Γι’ αυτό και στην βαθύτερη ουσία της παραμένει κλασσική, γιατί έχει επίγνωση του μέτρου και του ορίου. Πάνω σ’ αυτό το μέτρο ζυγιάζεται στην αντιθετική-αντινομική του πλοκή ο θραυσμένος στίχος, που ισορροπεί ανασαίνοντας το μαύρο εκείνο του ζεφύρου, πέφτοντας από «βυθό σε βυθό», για να βγει εκείθε ανίκητος. Γι’ αυτό και η άβυσσος της σολωμικής ποίησης μοσχοβολάει και το στήθος αηδονολαλεί «πρίν το σπαθί το σκίσει». Το ελεύθερο κορμί, το ανάστημα της ανθρώπινης ουσίας, αστράφτει από φώς, μόλις πρίν χαθεί μέσα στη νύχτα που το τριγυρίζει. Εκεί στο χάσμα του γκρεμού, όπου ανθίζει η τραγική αλήθεια της ποίησης.

-ΠΑΝΟΣ Β. ΞΕΝΟΣ, 149-152

ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗ «ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ».

…..Ο Πολυλάς ξέρουμε πολύ καλά πώς γνώριζε όλο το έργο του ποιητή, αφού με το ίδιο του το χέρι το είχε αντιγράψει. Κατηγορήθηκε πολύ και βαριά γι’ αυτό ο Πολυλάς από τους νεώτερους. Ο Καιροφύλας, που έκανε και την πρώτη έκδοση της Γυναίκας της Ζάκυνθος, έγραψε πώς ο Πολυλάς «δεν λέγει την αλήθεια» και έφτασε «μέχρι του σημείου να ψευσθή». Ευσυνείδητος όμως, καθώς ήταν ο Πολυλάς, έγραψε στα Προλεγόμενα πως δεν εδυνήθηκε να σώσει και όχι πώς δεν εγνώριζε το έργο.

Τι εμπόδισε τον Πολυλά να μην μπορέσει να σώσει ολόκληρο το κείμενο της Γυναίκας της Ζάκυνθος;

………………..

    Το έργο έχει χαρακτήρα βιβλικό και προφητικό. Η ατμόσφαιρά του πέρα από ποιητική με διαρκή ονειρικά στοιχεία είναι αποκαλυπτική.

     Τι ήθελε να πει όμως ο Σολωμός με αυτό του το αφήγημα; Ήταν μία αλληγορία ή μία σάτιρα; Πολλοί ερευνητές ασχολήθηκαν επισταμένως με το θέμα. Ο Καιροφύλας, που πρώτος τύπωσε τη Γυναίκα της Ζάκυνθος το 1927, πίστευε πως το έργο είναι πολύτιμη αλληγορία, αλλά και σάτιρα προσωπική για κάποια γυναίκα που μισούσε ο ποιητής…..

-ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, 153-159

ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΑΜΑΤΑ ή Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ.  ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ «ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ»

                                5. Το όραμα του Ιερομόναχου

     Το όραμα του Ιερομόναχου πού συνιστά την «Προφητεία» απάνου στο πέσιμο του Μεσολογγίου» οδηγείται σ’ ένα σκηνικό από το οποίο αναδύεται ένας μεταθανάτιος λόγος.

«Και δεν έβλεπα μήτε το κάστρο μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα μήτε τη γη πού επάτουνα, μήτε τον ουρανό πολιορκούμενος και πολιορκισμένους και όλα τα έργα τους και όλα τα πάντα τα εσκέπαζε μαυρίλα και πίσσα.».

     Το όραμα συντελείται σ’ ένα χώρο που ανακτά ένα ιερό μεγαλείο. Όσα συντελούνται εκεί κοντά στο γιαλό ανάγονται στο μυστηριακό γι’ αυτό κι ο Ιερομόναχος παρακολουθεί όσα ιερουργούνται κρυμμένος πίσω από το φράκτη.

«Και εγώ ήμουνα από πίσω από μιά φράχτη και εκοίταζα.»

     Στη σκηνή τούτη με τις Μεσολογγίτισσες που ιερουργούν, με τα κεράκια στην πρασινάδα και το λιβάνι, προβάλλει παντοδύναμος ο μυστικός λόγος του Σολωμού τόσο με τη γυναίκα Θεά που αναδύεται λαμπρή, όσο και με την κορύφωση του οράματος που οδηγείται σε μιά θανατερή σιωπή που υπερβαίνει και το χώρο και το χρόνο.

     «Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα οπού μου έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός, Ιερομόναχε, έλεγα πώς κάτι σούρθε. Σ’ έκραξα, σ’ εκούνησα, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτιζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γής εσκιρτούσε σαν το χόχλο στο νερό που αναβράζει.

Τώρα ό,τι έπαψε που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι. Λές οι δικοί μας να εκερδίσανε;

Και εκίνησα με το Χάρο μές στην καρδιά μου να φύγω. Και η γριούλα έπειτα που φίλησε το χέρι κάνοντας μιά μετάνοια είπε: Και τί παγωμένο που είναι το χέρι σου.»

                                6. Ο μυστικός συγκλονισμός

     Η αποκάλυψη της αλήθειας του όντος γίνεται «εν φόβω και τρόμω». Γι’ αυτό και το όραμα του Ιερομόναχου θα κορυφωθεί μέσα στον άγριο συγκλονισμό που επιφέρει η μετάθεση του μέλλοντος εις το παρόν.

«Αλλά άκουσα να τρέμει η γης από κάτου από τα πόδια μου και πλήθος αστραπές εγιόμιζαν τον αέρα πάντα αυξαίνοντας τη γοργότητα και τη λάμψη. Και εσκιάχθηκε, γιατί η ώρα ήτανε κοντά στ’ άγρια μεσανύχτια.

Ώ Διονύσιε Ιερομόναχε, το μέλλοντα θε να γίνει τώρα για σε παρόν. Ακαρτέρει και βλέπεις εκδίκησιν Θεού».

     Ο θεός των προφητών δεν είναι θεός αγάπης. Είναι θεός τιμωρός. Κι έτσι η κορύφωση της σκηνής που θα οδηγήσει στην αποκάλυψη του μέλλοντος είναι κορύφωση συγκλονισμού.

«Και μιά άλλη φωνή μου είπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας. Και αυτή η δεύτερη φωνή ήτανε του γέρου που απέθανε και είχα γνωρίσει. Και εθαύμαξα γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουσα την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζει.»

Ο θεός των προφητών λέγει. Κι ο λόγος του τις πιό πολλές φορές είναι λόγος σκοτεινός, γιατί ο θεός «σημαίνει», μιλά με σύμβολα και παραβολές.

«Και είπα μέσα μου: Ο Κύριος μου έστειλε τούτη τη θέα για σύμβολο σκοτεινό της θέλησής του».

     Η σκηνή της προφητείας θα μας πάει ως την άκρη της φθοράς, ως το θάνατο.

                                9. Επίλογος

    Η «Γυναίκα της Ζάκυνθος» είναι έργο πολυδύναμο. Ανεξάρτητα ποιά είναι η αφετηρία και η πρόκληση που το γέννησε οδηγείται σε μιάν άλλη προσέγγιση των πραγμάτων, πού πιστεύω πώς υπερβαίνει τόσο την εθνική και πολιτική αγωνία του ποιητή όσο και τη συγκεκριμένη σάτιρα. Μπορεί τα σημεία τούτα να υπόκεινται στο κείμενο. Όμως ο ποιητής μ’ έναν λόγο προφητικό μας οδηγεί πέραν της πολιτικοκοινωνικής σατιρικής καταγραφής, αποκαλύπτοντάς μας το ρίγος της υπάρξεως ενώπιον του δαιμονικού που ενοικεί εντός μας και του θανάτου στον οποίο οδηγείται η θνητή, φθαρτή και εμπαθής φύση μας.   

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ, 87-88

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ

          για να μού ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

                                                                       ΣΟΛΩΜΟΣ

     Η περίπτωση της υψηλής Σολωμικής Ποίησης είναι από τα σπάνια και πολύτιμα εκείνα είδη της, που κραυγάζουν αυτό που ο Ουγκαρέττι και ο Βαλερύ διατυπώνουν, για το ρόλο που παίζει το μυστικό μέσα στο χώρο της δημιουργίας του λόγου, αλλά και γενικότερα της τέχνης: «μονάχα το μυστικό μπορεί να διαφυλάξει μιά αξία (Ουγκαρέττι)» και «ένα έργο τέχνης παραμένει ζωντανό, όσο κρατάει ακόμη μέσα του κάποιο μυστικό (Βαλερύ)». Ο δικός μας κορυφαίος στοχαστής και κριτικός της Ποίησης Καραντώνης, αυτό το μυστικό το έλεγε «μυστήριο», ανεβάζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την έννοια του μυστικού σε ύψιστο μεταφυσικό επίπεδο, εκεί που έχει το θρόνο της η «θεότητα» του αρχαιοελληνικού Λόγου…

     Αυτό το ψήγμα διαλογισμού μου για τη Σολωμική Ποίηση, αρκετόν καιρό το έφερνα μέσα μου και περίμενε την κατάλληλη στιγμή να «πυρωθεί» και να πάει μπροστά», όπως έλεγε ο Παλαμάς, από τις σπίθες πού μου έρχονταν και με κατέκλυζαν από ξαναδιαβάσματα των στίχων της άμωμης και καθάριας Ποίησης του Πανεθνικού μας βάρδου’ στίχοι όχι προδρομικοί κάποιας από τις ευρωπαϊκές σχολές της poesie pure, του συμβολισμού κ.λ.π., αλλά στίχοι-ψυχή νους φαντασία και φωνή της ελληνικής γλώσσας: ώ η μαγική «στρογγυλοφέγγαρη φωτοχυσία» και ώ το πανάρχαιο θραύσμα «… αλλά πιέ μοι κράνας αιειρόω».

     Διάφορες της ζωής μέριμνες, ακόμα και κίνδυνοι, μ’ έκαμαν ν’ αναβάλλω το ξετύλιγμα των σκέψεών μου για τη «δύναμη του μυστικού» της Σολωμικής Ποίησης’ ποιές όμως μέριμνες και ποιοί κίνδυνοι δεν παραμερίζουν μπρός στην ποιητική εμπνοή; Και «μού είρθε» αυτό το ποίημα:

Για τον Διονύσιο Σολωμό τι έχω να πω; από γύρη

κι ανθούς η κάθε λέξη του και φώς και ονειροπύλη

στης λευτεριάς το ουράνιο πανηγύρι

όπου χορέψαν οι έρωτες με τον ξανθόν Απρίλη.

 

Ποιός σ’ έστειλε και ποιάς θεάς το γάλα έχεις βυζάξει

πού απ’ της Τουρκιάς τα σίδερα μια νύχτα είχε λυθεί,

Μεγάλε μας, μας έμαθες πώς η αρμονία και η τάξη

αστράψαν μέσα στη σκλαβιά σαν δίκοπο σπαθί.

-Ε. Ν. ΠΛΑΤΗΣ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ, 89-106

                14

Ζοφερό έργο «Η Γυναίκα της Ζάκυθος»’ σαν εκείνες τις ημέρες που η Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια. «Πώς πάει το έθνος;» ρωτούν ένα βαρκάρη. Κι εκείνος: «Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος» (Σημ. 16). Όμως τη ζοφερότητα του έργου διασχίζει εγκάρσια ένα μέγα φώς, από το Μεσολόγγι, τον ιερό του αγώνα και το αθάνατο ολοκαύτωμά του-αυτό που η Θεά ψάλλει με την υπερούσια λύρα της στη διάσταση της αιωνιότητας του πνεύματος.

     Μιά ανταύγεια από το φώς τούτο πέφτει και στη Ζάκυνθο. Είναι μαζεμένες εδώ μητέρες, γυναίκες, κόρες, αδερφές των Μεσολογγιτών, ευκατάστατες άλλοτε στον τόπο τους, πρόσφυγες τώρα που ζητιανεύουν για να ζούν και να στέλνουν βοήθειες στους αγωνιζόμενους. Ο Σολωμός εξέφρασε υπέροχα την πάλη μες στην ψυχή τους ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και στις επιταγές της ανάγκης. Ωστόσο ο κόσμος όλος τις συντρέχει, αυτές πάλι, και ζητώντας βοήθεια, ξέρουν να κρατούν την αξιοπρέπειά τους, ακόμη και μπρός στη Γυναίκα της Ζάκυθος και την ιταμή της ειρωνεία. Και ύστερα συγκεντρώνονται στ’ ακρογιάλι, βάζουν στη μέση ό,τι είχαν η καθεμιά μαζέψει, και ο νούς τους είναι περ’ από το γιαλό, στο Μεσολόγγι και στο «σεισμό» (5,4) που ακούεται εκεί, στον ασταμάτητο θανάσιμο κανονιοβολισμό.

     Δεν επεκτείνομαι όμως. Η μελέτη της σκηνής με τις Μεσολογγίτισσες ανήκει προπάντων στη συμπληρωματική εργασία, στη θεώρηση του όλου έργου από αισθητική με στενή σημασία σκοπιά.

                                15

     Ακόμη πιό αποκαλυπτικά από τον «Λάμπρο» η «Γυναίκα της Ζάκυθος» αφήνει να διαβλέψουμε με τι σκοτάδια αντιπάλεψε μέσα του ο Σολωμός, ως ότου κατορθώσει και ανέβει προς τις ακτινοβόλες κορυφές του «Κρητικού», των «Ελεύθερων πολιορκημένων», του «Πόρφυρα». Το έρεβος είναι στον άνθρωπο αναγκαία συνθήκη του φωτός, το ένστικτο του πνεύματος.

-ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ, ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ, 160-164.

-ΘΕΟΦΑΝΗΣ Γ. ΣΤΑΥΡΟΥ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, μετάφραση Λότη Πέτροβιτς-Ανδρυτσοπούλου, 23-53.

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ, 9-15

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ,

     Επίκαιρη η σκέψη της «Ευθύνης» να βγάλη ένα Τετράδιο για το Σολωμό. Τώρα που οι μόνιμες αξίες είτε λησμονιούνται είτε παραμορφώνονται από στρατευμένους σε πρόσκαιρες σκοπιμότητες ή φατρίες, καλή είναι η υπόμνηση κάποιον αναλλοίωτων βάθρων της εθνικής μας ζωής.

     Το 1978 οργανώθηκαν στη Ζάκυνθο εκδηλώσεις για τα 180 χρόνια από τη γέννηση του Σολωμού και με κάλεσαν να μιλήσω διότι ήμουν Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Εξεφώνησα τότε, την 4 Ιουνίου 1978, ένα λόγο πού το στέλνω στην «Ευθύνη». Ίσως να βοηθήση την ωραία πρωτοβουλία της.

     Η αξία των εθνών είναι άνιση. Και αυτό είναι δίκαιο να αναγνωρίζεται. Γιατί δικαιοσύνη είναι η ανισότητα των ανίσων, άσχετα από το γεγονός ότι στην οργάνωση της διεθνούς και της εσωτερικής πολιτικής ζωής επιβάλλεται η ισχύς της δημοκρατικής αρχής της ισότητας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων.

     Στο χώρο όμως του πολιτισμού, στο χώρο του πνεύματος αυτή η ισότητα ούτε υπάρχει ούτε επιβάλλεται. Το φώς της ιστορίας με όλη του τη δύναμη συγκεντρώνεται μόνο σε λίγα έθνη, τα άλλα τα φωτίζει χλωμά και ίσως μερικά, ως τώρα τουλάχιστον, διόλου. Μερικά έθνη φέγγουν επί χιλιετηρίδες, άλλα φέγγουν για λίγο και βυθίζονται ξανά στο σκοτάδι. Το πλήθος δεν έχει σημασία. Παράδειγμα μερικά έθνη, πάντα ολιγάριθμα, πού όμως πάντα λάμψανε μέσα στους αιώνες, οι Εβραίοι και οι Έλληνες.

     Δεν είναι ένα μέτρο με το οποίο μετριέται η πολιτιστική αξία ενός έθνους. Ένα όμως από τα κυριώτερα, αν όχι το κυριώτερο, είναι η επίδοσή του στις καλές τέχνες και ιδιαίτερα στην τέχνη του λόγου, που για κορύφωμά της έχει την ποίηση.

………….

Το δημοτικό τραγούδι και ο Σολωμός είναι οι δύο νερομάνες, από τις οποίες ξεχύθηκε αυτός ο λυρικός ποταμός, που και σήμερα ακόμα ακούμε γύρω μας να ρέουν τα γάργαρα νερά του.

……………

…Δεν είναι μόνο το ύψος του σολωμικού έργου που τρομάζει, είναι και ο αποσπασματικός χαρακτήρας των μεγαλύτερων συλλήψεών του, που δυσκολεύει κάθε μελετητή. Ας αποτίσουμε εδώ την οφειλόμενη αιώνια ευγνωμοσύνη του Έθνους προς τον Ιάκωβο Πολυλά, που κυριολεκτικά έβαλε τάξη και συνοχή σε ένα έργο που ο δημιουργός άφησε σκόρπιο και ατελείωτο. Από αυτά όμως τα θρύμματα, τις σταματημένες πρίν τελειώσουν δοκιμές, αναδίνεται ένα αφάνταστο μεγαλείο, ένα πνευματικό ύψος που κανένας δεν ξεπέρασε όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον παγκόσμιο χώρο.

     Ο Σολωμός είναι ο μεταφυσικώτερος ποιητής μας. Δεν φιλοσοφεί ο Σολωμός, αλλά ο ετασμός  του όζει μεταφυσικής. Απόηχα του ιδεαλισμού που τότε κυριαρχούσε στη Γερμανία, απόηχα από τα γερμανικά κείμενα που φρόντιζε καλός του φίλος να του διοχετεύει μεταφρασμένα στα ιταλικά, είναι αισθητά, όχι τόσο στα καθ’ έκαστον, όσο στο γενικό κλίμα του έργου του, στον τρόπο που αντικρύζει αξίες της ζωής…..

-ΘΕΟΦΙΛΟΣ Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ, 107-111

ΕΞΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΛΩΜΟ

     Δεν είναι εύκολο να γράψεις ένα δοκίμιο για το Σολωμό. Ακόμα και ο Σεφέρης, που έγραφε δυό δοκίμια για τον Κάλβο και τρία για τον Καβάφη, δεν μας άφησε ένα αντίστοιχο κείμενο για το Σολωμό. (Πέρα από πολλές και εύστοχες παρατηρήσεις, ιδίως στο δοκίμιο για την «Ελληνική Γλώσσα», και αλλού, αλλά ανενσωματωμένες). Και δεν είναι εύκολο να γράψεις ένα δοκίμιο για τον Σολωμό, γιατί είναι δύσκολο να διατυπώσει κανείς πρωτότυπες ιδέες για την αισθητική του, μετά από τόσα και τόσα κείμενα που έχουν γραφτεί για εκατόν τριάντα περίπου χρόνια από τον καιρό της έκδοσης Πολυλά. Ή, πληροφορίες για τη ζωή του.

     Θα περιοριστώ λοιπόν στην αναφορά μερικών ιδεών, που σε άλλους καιρούς θα μπορούσαν να αποτελέσουν το θέμα ενός ή περισσότερων δοκιμίων για τον εθνικό μας ποιητή. Η αναγραφή τους εδώ έχει και την έννοια πώς, σε άλλες εποχές, με λιγώτερη πίεση χρόνου, αυτά τα δοκίμια θα μπορούσαν ίσως και να διατυπωθούν πληρέστερα ή και κατανοητότερα. Άλλωστε, τα «Λίγα ακόμα για τον Αλεξανδρινό» του Σεφέρη, κάπως έτσι πρέπει να γραφτήκανε-οπότε βρισκόμαστε σε καλή σχολή.

                Ι

     Από το έργο του Σολωμού απουσιάζει τελείως ο πατέρας του. Δεν υπάρχει καμμιά ένδειξή του, μήτε σαν φευγαλέα σκιά. Ακόμα, η έννοια «πατέρας» γενικώτερα, δεν είναι θετικά, αλλά αρνητικά φορτισμένη. Λάμπρος: βρεφοκτόνος και αιμομίχτης, πατέρας του Δε Ρώσση: στη νεκρόκασσα. Επίσης, αποφυγή του Σολωμού στην απεικόνιση της πατρικής αγάπης, της υιϊκής στοργής, του σεβασμού. Η σχέση του με τον πατέρα αδιερεύνητη, για τούτο και ανοιχτή σε κάθε ερμηνεία. Ένα παιδάκι φοβισμένο, ένας νεαρός δανδής με αποστροφή-σκέψη: τα αισθήματα του ενδεκάχρονου Διονύσιου παρακολουθώντας την τραγικωμωδία του επιθανάτιου γάμου του πατέρα του με τη μάννα του, και με τον Λεονταράκη, τον εραστή της μάνας του, παρόντα.

                ΙΙ

     Το Ημιτελές (non finito) στον Σολωμό: τυχαία πράξη ή αισθητική ανάγκη και βίωμα: Ο ρωμαντισμός χρησιμοποιεί το ημιτελές συχνά έτσι-φραγμέντα του Χαίλντερλιν, η Ημιτελής του Σούμπερτ, το μυθιστόρημα του Λιέρμοντωφ. Σε εκείνους, προϊόν και ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων, βιωτικών στενοχωριών, γενικού άγχους-στο Σολωμό, λένε, αποτέλεσμα αμφιβολιών ποιότητας και ανεντέλειας. Η διγλωσσία του Σολωμού, μέγιστο μαρτύριο, αλλά και άλλοθι. Επίσης: στην μεγάλη περιπέτειά του με τη μητέρα του, και το καίριό του τραύμα από αυτά τα φερσίματά της, ο Σολωμός ξαναγυρνάει στην σύνθεση ιταλικών ποιημάτων- μιά εκδίκηση προς την άπιστη μητέρα και τη γλώσσα της, που δεν θέλει πιά να την θυμάται; Ερώτημα: γιατί εγκαταλείπει και τούτη την προσπάθεια; Ίσως επειδή στα 1840 η ιταλική ποίηση γράφεται αλλιώς χωρίς την κλασική ή ρωμαντική εκζήτηση ενός Φώσκολου αλλά με την σκουρόχρωμη μελαγχολία ενός Καρντούτσι; (Τα ποιήματα του Σολωμού στα Ιταλικά, μου λένε ιταλοί φίλοι μου, είναι κάτι «εκτός κλίματος» -σαν τα γαλλικά ποιήματα του Ρίλκε.)

                                ΙΙΙ

      Ο βαθύτατος σεβασμός του Σολωμού για τους γερμανούς ρωμαντικούς που δεν ήξερε να τους διαβάσει. Θαυμαστή αυτοθυσία του Ν. Λούντζη, που του μεταφράζει ολόκληρα βιβλία τους, χειρόγραφα, στα ιταλικά, προς αποκλειστική χρήση του ποιητή. Χάσμα γενεών: Ο Σίλλερ πεθαίνει στα 1805, όταν ο ποιητής είναι εφτά χρονών. Κι όμως οι αισθητικές θεωρίες του Σίλλερ (sinn und form, /μορφή/ περιεχόμενο, φύση/ τέχνη) και του Λέσιγγ (Αμβουργιανή Δραματουργία) επηρεάζουν το Σολωμό πολύ περισσότερο από κάθε άλλη θεωρία. Ο Μπωντλαίρ σύγχρονος του Σολωμού, ο Μπαλζάκ επίσης, αλλά μακρύτερά του από το φεγγάρι. Όσο για τον Βύρωνα: ο Σολωμός, όπως και όλοι οι Έλληνες, άλλωστε, έλκεται (και θαυμάζει) από το φιλελληνικό του παράδειγμα βίου, όχι από την ποίησή του. Ο ποιητικός διαξιφισμός που περιέχεται στον «Ύμνο» (σαν απόκριση στο βυρωνικό χωριό για τα ελληνικά νησιά στο Τσάϊλδ Χάρολδ) αυτό άλλωστε αποδείχνει. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον του για τον Έγελο. Κρατιέται ωστόσο μακριά από τον ματεριαλισμό του. Ισχυρό αποτρεπτικό, ο ιδεαλισμός του Γκαίτε. Σκέψη: ήτανε άραγε ο αποτραβηγμένος, ένδοξος βίος των γερατειών του Γκαίτε ένα πρότυπο βίου αξιομίμητου για τον Σολωμό; Τον Γκαίτε ήθελε να παίξει τα τελευταία χρόνια στην Κέρκυρα; (κύκλος αφοσιωμένων μαθητών- συνεργασία αφ’ υψηλού με την Ιόνιο Ανθολογία-αποτραβηγμένη κοινωνική ζωή εύπορου διανοουμένου-καλλιέργεια θρύλου).

                                IV

     Ο μεγάλος φθόνος του Βαλαωρίτη για τον Σολωμό-ήτανε ικανός να σπρώξει τον πρώτο στην καταστροφή των χειρογράφων του δευτέρου; Σημειώνω εδώ πώς αυτό ήτανε η πεποίθηση του προς μητρός πάππου μου Μάρκου Θεοτόκη, όπως μου την μετέδωσε προφορικά ο αδερφός της μητέρας μου Σπύρος Θ., ο ιστοριοδίφης. Η μητέρα του ήταν ανειψιά του Ιάκωβου Πολυλά, και έτσι τα θρυλούμενα μοιάζουν να έχουν κάποια υπόσταση! Άλλωστε, ο Ιάκωβος Πολυλάς αναφέρει κάτι σκεπασμένα για «φθόνο» και «ιδιοτέλεια» που απειλούν τα χειρόγραφα που δεν βρισκότανε στην κατοχή του. Η φιλοδοξία του Βαλαωρίτη ήτανε άμετρη και είναι γεγονός (αυτό το αναφέρει και ο Ιούλιος Τυπάλδος, φαίνεται) πως έβλεπε τον Σολωμό σαν εμπόδιο της ανάπτυξης της δικής του φήμης. Ο Μάρκος Θεοτόκης, ελέγετο πως ήτανε πεπεισμένος πώς ο Σουλιώτης υπηρέτης του Σολωμού, Λάμπρος ονόματι, πληρώθηκε από τον Βαλαωρίτη για την κλοπή του κιβωτίου, και μετά φοβήθηκε ενδεχομένη τιμωρία του από τον αδελφό του ποιητή, Δημήτριο, πρόσωπο με πολιτική ισχύ όχι ευκαταφρόνητη, και το κατέστρεψε. Για την ενοχή του Βαλαωρίτη στην κλοπή, ο «νόνος» μου Μάρκος ήταν πεπεισμένος για την ενοχή του στην καταστροφή, έτεινε να πιστεύει πώς είναι αθώος και πως η ευθύνη βαραίνει μόνο το Λάμπρο. Σημειώνω πώς μετά από χρόνια βρίσκουμε έναν γέρο Καβάση, Σουλιώτη, στην Σμύρνη, που λέει πώς ήτανε κάποτε υπηρέτης του Σολωμού, να υπηρετεί την χιωτοσμυρνέϊκη οικογένεια Λαμπρινούδη. Μόνο που το όνομά του δεν είναι Λάμπρος αλλά Γαβριήλ.

                                V

     Τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος» την ήξερε ο Πολυλάς, αλλά για λόγους σεβασμού προς τον αδελφό του ποιητή, Δημήτριο, αρνήθηκε να την περιλάβει στα «Άπαντα»-εκτός από το γνωστό απόσπασμα για τις Μεσολογγίτισσες, για το οποίο χρησιμοποίησε ευφυές βιβλιογραφικό στρατήγημα. Ερώτημα: πόσα άλλα τέτοια κείμενα δεν εξαφάνισε ο Δημήτριος; Τί λέγανε τα χαμένα τετράδια του «Διαλόγου»; Μήπως τίποτα κηρύγματα για πολιτική ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα, άς πούμε, που μπορεί να μην ήτανε ευχάριστα στην Ιόνιο Αρμοστεία;

     Επίσης: το ερωτικό σκάνδαλο του Φρειδερίκου Άδαμς με την Νίνα Παλατιανού συγκλόνισε την επτανησιακή κοινωνία. Ο Σολωμός είναι, χάρις στον αδερφό του τακτικός επισκέπτης του Άδαμς, πρίν, κατά και μετά το σκάνδαλο. (Η Φραγκίσκα Φράϊζερ του επιγράμματος είναι κόρη του γραμματέα του Άδαμς. Ερώτημα: αυτό το σκάνδαλο δεν αφυπνίζει τον χαμένο του ειρωνικό οίστρο των πρώτων του ζακυνθινών χρόνων; Ξέρουμε αρκετά ανώνυμα επιγράμματα δηκτικά της εποχής αυτής σχετικά με αυτή την διαβόητη υπόθεση. Μπορεί ο Σολωμός να σιωπά; Και αν ναι, πόσο έχει αυτό σημασία για την αποδελτίωση του χαρακτήρα του και την συντηρητικότητα του φρονήματός του;

     Και επίσης για τον αδελφό του Δημήτριο, κάτι άλλο: η οικογενειακή του ζωή δοκιμάζεται σκληρά, με θανατηφόρα ατυχήματα και αυτοκτονίες των θυγατέρων του, με την παράκρουση  φρενών της συζύγου του. Δεν στάζει ούτε έναν στίχο δακρύων ο ποιητής για τον αδελφό του; Μέσα σε τέτοιες φριχτές δοκιμασίες, και όταν οι σχέσεις τους, κι αν ακόμα όχι θερμές δεν είναι καθόλου μη φιλικές;

     Άλλο ερώτημα. Λανθάνουν και άλλα χειρόγραφα του Σολωμού στην Επτάνησο; Ή στο Σάρρεϋ, έδρα του Κόμητος Γκυίλφορδ; Έτσι πίστευε ο Σπύρος Θεοτόκης. Η εύρεση επιστολών του Σολωμού στο Σάρρεϋ πρόσφατα δείχνει έναν δρόμο, αναμφισβήτητα. Επίσης: στο αρχείο της Μαργαρίτας Αλβάνα Μηνιάτη στην Ιταλία. (Ανειψιάς της Νίνας Παλατιανού, που ακολούθησε το ζεύγος Άδαμς στο Μαδράς, μετά την αναχώρησή τους από την Κέρκυρα.)

                                VI

     Μια λανθάνουσα ποιητική σύνθεση του Σολωμού. Ένα αξιόλογο ερευνητικό έργο της δ. Ελένης Τσαντσάνογλου, που αποδείχνει οργανικές σχέσεις ανάμεσα σε φαινομενικά άσχετα δημοσιευμένα έργα του Σολωμού. Μέθοδος αστυνομικής ερευνητικότητας: από μερικούς αριθμούς γραμμένους στο περιθώριο χειρογράφων του Σολωμού, (και που θα μπορούσαν να είναι εκ πρώτης όψεως, ακόμα και λογαριασμοί) η ερευνήτρια καταλήγει στο (βάσιμο) συμπέρασμα πως ο Σολωμός σχεδίαζε ένα συνθετικό έργο, πού όταν βρέθηκαν τα χαρτιά του, καταχωρήθηκε σαν τρία χωριστά ποιήματα. Η εργασία, υποδειγματική στο είδος της, πείθει. Αλλ’ εγείρει αυτόματα και το ερώτημα: πόσα έργα ο Σολωμός δεν τα προόριζε να ενταχθούν σαν μέρη μιάς ευρύτερης σύνθεσης (Ξέρουμε πώς του άρεζαν πάντα τα συνθετικά έργα-καθώς και το να εντάσσει διάφορα προγενέστερα κομμάτια σε αυτά- «Τρελλή Μάνα». Τί μας εμποδίζει να σκεφτούμε πώς υπάρχουν και άλλα τέτοια παραδείγματα;) Τότε, και η θεωρία του non finite θα έβρισκε και μιάν άλλη ερμηνεία: κατασκευαστικά αποσπάσματα, όχι θραύσματα από προσπάθειες εγκαταλελειμμένες και δοκιμές ελλειπείς.

--

     Τα ερωτήματα τούτα θα άξιζαν ίσως τον κόπο να αναπτυχθούν ευρύτερα. Ωστόσο, είναι μάλλον βέβαιο πως εγώ δεν θα προκάνω να τα γράψω. Τα παραδίνω στους Σολωμιστές, με την ελπίδα πώς η περιέργειά τους θα κεντρισθεί και, παρά, την βιαστική διατύπωση που έχουν, θα τους ενδιαφέρουν τόσο, ώστε να ξετυλίξουν το μίτο της Αριάδνης πού περιέχουν. Θα μπορούσα να έγραφα ένα βιβλίο για τις απόψεις των Θεοτόκη- Πολυλά για τον Σολωμό και τη βιογραφία του. (Ό Ίάκωβος ήταν ένας άνθρωπος πολύ δύσκολος, ιδίως τα τελευταία χρόνια του-είχε τσακωθεί με όλη την Κέρκυρα και δεν μιλούσε μήτε με τ’ αδέρφια του. Μόνο με τον άντρα της ανεψιάς του, τον Μάρκο Θεοτόκη, που έμενε στο διπλανό χωριό-οι Πολυλά είναι από το Καβαλλούρι, οι Θεοτόκη από τους Καρουσάδες, δέκα λεπτά απόσταση) –είχε κουβέντες. Στα ξεκαλοκαιριάσματά μου στην Κέρκυρα, πρίν από το 1940, άκουσα τον θείο μου Σούρο να μου διηγείται πολλές από αυτές-με το κατάλληλο σχετλιαστικό αλατοπίπερο, που αποτελεί σήμα κατατεθέν των επτανησίων… Άς είναι.)

      Και το αντίδωρο είναι κι αυτό ευλογημένο από θεού.

-ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ, 112-118

ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ

       Συμφωνώ ως ένα σημείο με τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στις επικρίσεις του για το Σολωμό, όσον αφορά το «Λάμπρο» 1. Ιδιαίτερα συμμερίζομαι τη γνώμη του ότι: «δεν εξήντλησεν η εθνική ποίησις απάσας τας συγκινήσεις, όσαι πηγάζουσιν εκ της εξεικονίσεως του απλού έρωτος, όπως και ημείς κατά μίμησιν δυτικών τινων ποιητών ορμηθώμεν όμμασι τυφλοίς προς τους έρωτας τους παρά φύσιν, προς την τερατογραφίαν της αιμομιξίας.».

     Βαθύτερα όμως ο λόγος για τον οποίο αντιστέκομαι στο ποίημα είναι ότι το θέμα της αιμομιξίας και το θέμα του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα που αναπτύσσονται σ’ αυτό διατηρούν πεισματικά τη μεταξύ τους απόσταση και αρνούνται να έρθουν σε οποιαδήποτε συνάφεια ή υποτακτική σχέση που προσπαθεί να τους επιβάλει ο ποιητής. Ανήκουν σε διαφορετικά θεματολογικά σύνολα πού οσοδήποτε να συγκλίνουν στο άπειρο, δεν τέμνονται ποτέ-μολονότι ο ποιητής, σαν ποιητής, αυτό θα ήθελε: να είναι το σημείο τομής του. Διότι ενώ η συμμετοχή του αιμομίχτη στο μυστήριο (όπως το θέλει ο Σολωμός) της Επανάστασης καθόλου δεν εξαγοράζει το θανάσιμο αμάρτημα της αιμομιξίας, ώστε να επιφέρει την κάθαρση (όπως ίσως θα ήταν δυνατό μέσα σε μιάν άλλη ποιητική σύμβαση), ταυτόχρονα η μόνη σχέση ανάμεσα στην Επανάσταση και την αιμομιξία φαίνεται απλώς να είναι ότι η πρώτη χρησίμευσε ευκαιριακά για να γίνει η γνωριμία-επαφή ανάμεσα στο Λάμπρο και την κόρη του.

     Καταφαίνεται ίσως απ’ αυτό ότι ήταν αργά πιά για το Σολωμό, ήδη από το 1823, εποχή της συγγραφής του «Ύμνου», να αποσπαστεί από το θέμα της Επανάστασης (εφόσον του είχε ήδη γίνει «ιδεολογία», όπως θα έλεγε ο Στέφανος Ροζάνης)2. Μπορεί και να μην ήταν αρκετά ώριμος ακόμα ή αρκετά μεγάλος ποιητής εντέλει, όπως αποδείχτηκε και από τα μεταγενέστερα ποιήματά του, για να τολμήσει (ή να μπορέσει) να υποτάξει πειστικά την «ιδεολογία» της ελληνικής επανάστασης στο εκάστοτε θέμα του: της αιμομιξίας αν θέλετε, ρν προκειμένω-εφόσον η αιμομιξία του «Λάμπρου», μολονότι συνέπεια, όπως θα δούμε, μιάς βαθμιαίας έκπτωσης που είχε αρχίσει από πολύ νωρίτερα, χρησιμεύει αναμφισβήτητα ως καταλύτης του δράματος, ενώ η Επανάσταση, όπως και στον «Κρητικό», όπως και στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», παραμένει μιά θεματολογική προσθήκη.

     Και πάλι δεν είναι τόσο η αιτία που επικαλείται ο Ζαμπέλιος 3, ότι δηλαδή κακουργήματα παρόμοια δεν είναι ίδια «της απλοϊκής, και οιονεί μοναστικής διαίτης, εν η πρό αιώνων ανετράφη ο λαός», που κάνει το θέμα της αιμομιξίας, σε συνάρτηση με το Λάμπρο, μη λειτουργικό μέσα στη σύνθεση, αλλά άλλοι, αδιάφοροι ηθικά λόγοι.

     Πράγματι, είτε τα κακουργήματα αυτά διαπράττονται από τον ελληνικό λαό της εποχής του Σολωμού είτε όχι, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι και στην πρώτη ακόμα περίπτωση θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά σπάνια’ να ήταν δηλονότι η εξαίρεση στον κανόνα του «απλού έρωτος». Η τέχνη όμως, όπως είναι γνωστό, αγνοεί την εξαίρεση και δεν συγκινείται, ώστε να συγκινήσει στη συνέχεια, από την σύμπτωση, την ιδιοτροπία, το τέρας-εφόσον αδυνατεί να προσδώσει σ’ αυτό ισχύ συμβόλου, συμβόλου χωρίς το οποίο παύει και η ίδια να υφίσταται. Τότε μόνο αποκτάει η εξαίρεση ισχύ συμβόλου και περιεκτικότητα ανθρώπινη (και μάλιστα μεγίστη) όταν έχει μυθολογικό ή το πού ιστορικό χαρακτήρα, όταν είναι δηλαδή παραδεδομένη και γι’ αυτό καθαγιασμένη. Παράδειγμα ο Οιδίπους του Σοφοκλή……      

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΩΤΕΑΣ, 125-130

ΤΑ ΒΑΘΡΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΣΟΛΩΜΟ.

      Ο Σολωμός είναι ένας «καθ’ ολοκληρίαν» εθνικός ποιητής. Δεν είναι εθνικός, επειδή τυχαία σε κάποια χρονική στιγμή οι πρώτες στροφές ενός συγκεκριμένου ποιήματός του επελέγησαν για να αποτελέσουν, μελοποιημένες, τον Εθνικό μας Ύμνο. Δεν είναι, φυσικά, κάτι όπως ο Ρουζέ ντε Λίλλ, που το όνομά του συνδέθηκε με το γαλλικό Έθνος, επειδή η «Μασσαλιώτιδα», έγινε ο Εθνικός Ύμνος των γάλλων. Ο Σολωμός, και διότι έζησε στην εποχή που έζησε και διότι έγραψε όπως έγραψε, όσα έγραψε-και διότι πηγάζουν αυτά που πηγάζουν απ’ όσα έγραψε, είναι εθνικός ποιητής-έστω και αν ο ύμνος στην ελευθερία δεν είχε αποβεί ο Εθνικός μας Ύμνος. Και τούτο, όχι επειδή ο Σολωμός ύψωσε με την ποίησή του τους αγώνες και την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, αλλά επειδή έδωσε μέσα στα σπαράγματά του και τα σμαράγδια του έργου του ιδέες, πού, σφυρηλατημένες από την ελληνική αιωνιότητα, (πρέπει να) αποτελούν τα μόνιμα βάθρα ίσως κάθε πολιτείας, αλλά περισσότερο της ελληνικής. Το έργο του αυθεντικού εθνικού ποιητή δεν είναι να αποκαλύπτει νέες ιδέες. Νέες ιδέες, βεβαίως, πρέπει να προβάλλονται. Αλλά, σχεδόν πάντοτε αυτές είναι οι απολήξεις και εξελίξεις των αιώνιων ιδεών. Οι ιδέες- δυναμάρια δεν είναι νέες’ είναι αιώνιες. Και στην αιωνιότητά τους, φυσικά, στηρίζουν τη διαρκή τους νεότητα. Το έργο, λοιπόν, του εθνικού ποιητή είναι να επιβεβαιώνει με την τέχνη του, αλλά περισσότερο με την πνοή του, την δικαίωση αυτών των ιδεών. Ιδεών, που περασμένες μέσα από την ψυχοσύνθεση και τις ιδιαιτερότητες των λαών και πλουτιζόμενες ανάλογα, τους στερεώνουν ηθικά και κοινωνικά, εξασφαλίζοντας την σφιχτή συνοχή τους. Ο Σολωμός δεν επεδίωξε, φυσικά, να δώσει ένα σύστημα ιδεών, θεμελιακών για την ζωή του έθνους. Όλο το έργο του, άλλωστε, είναι ένα Σχεδίασμα. Η τελειότητα υπάρχει «εν σμικρώ», σ’ αυτή την δουλεμένη λεπτομέρεια, αρμονικά δεμένη μέσα σ’ ένα περιδέραιο που δεν τεχνουργήθηκε. (ή δεν συναρμόσθηκε). Μολαταύτα, ο Σολωμός, μέσα στα «λιγοστά και μισοκάμωτα», κατά τον λόγο του Παλαμά, έργα του, είναι πλουσιότατος σε ιδέες-βάθρα, επειδή πίστευε τον ρόλο του εθνικού και θεωρούσε την βαθύτερη λειτουργία της ποίησης ηθική και παιδαγωγική για τα ευρύτερα ανθρώπινα σύνολα., σ. 125-126

-ΙΩΑΝΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΛΑΚΗ-ΧΑΝΤΖΟΥ, Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ. ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ. S. SPERONI ΚΑΙ  J. DU BELLAY, 165-170

-ΠΈΤΡΟΣ ΧΡΟΝΑΣ, Η ΔΙΠΛΗ ΜΟΙΡΑ, 119-124.

ΑΠΟΨΕΙΣ

-ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, Η ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ, 185-190, «Η ποίηση στη ζωή μας».

-Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ, 190-191, «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας».

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΛΩΜΟΣ, 191-196, «Ο Σολωμός ανάμεσά μας»

-ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ, ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, 196-199, «Ο Σολωμός και η αναγωγή στο ουράνιο»

-ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, 199-203, «Από τον Σολωμό στον Μυριβήλη».

-ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ, ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ, 203-209.

-Π. Α. ΜΙΧΕΛΗΣ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, 209-212, «Δ.Σ. ο ποιητής του Έθνους».

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, ΣΟΛΩΜΟΣ, 212-216,

«Εισαγωγή».

….Κρίμα που δεν έχουμε παρά προπλάσματα και σημειώματα, κομμάτια και συντρίμματα, για να λάβουμε καθαρήν ιδέα που τραβούσε και πού έφτασε μια τέτοια εργασία. Πιο πολύ αόριστα ψυχολογικά παρά φιλολογικά χειροπιαστά μαρτύρια μιάς πνευματικής φυσιογνωμίας. Και θα  μπορούσε κανείς να παρατηρήση:-Αυτά που έγραψε και δεν έφτασαν ως εμάς, ή, αυτά που δεν πρόφτασε μήτε να γράψη, μπορεί να ήταν αριστουργήματα, Όμως εμείς δεν τα ξέρομε. Από το όλον έργον τι βγαίνει τάχα; Σχεδόν τίποτε. –Βγαίνει μια ξεχωριστή και μια μοναδική εικόνα. Αδιάφορο αν δεν είν’ εκείνη που θα ήταν αν το είχαμεν ακέριο το έργο του. Το έργο του Άγγλου ποιητή Κόλεριτς παρομοιάστηκε με παλάτι που δεν τελείωσε. Του Σολωμού δεν είναι τάχα σαν παραιτημένα θεμέλια παλατιού που δε χτίστηκε; Αλλ’ από τον τρόπο που είναι χτισμένα τα θεμέλια κρίνουμε για το παλάτι. Πάει χαμένο το μέγα σύνολο το οικοδομικό και η αρχιτεκτονική απ’ άκρη σ’ άκρη εντέλεια. Αλλ’ από το χαμό, σαν κάποια γαλανά λουλούδια στα χαλάσματα, ξεφύτρωσε μιάν άφραστη χάρι. Κάποια νέα ποίηση που συγγενεύει πιο πολύ με την τέχνη όχι του στίχου, αλλά του ήχου. Και τα «Ευρισκόμενα» του Σολωμού μας συγκινούνε πιο πολύ σα μουσικά θέματα ή σαν ποιήματα…

-ΛΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΣΟΛΩΜΟΣ, 216-223, Γενάρης 1946 «Θέματα της λογοτεχνίας μας»

-ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ, ΑΠΟ ΤΑ «ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ», 223-226, «Προλεγόμενα».

-ΠΕΤΡΟΣ Σ. ΣΠΑΝΔΩΝΙΔΗΣ, ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ, 227-230, «Η νεώτερη ποίηση στην Ελλάδα».

-ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ, ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΙΑΚΩΒΟ ΠΟΛΥΛΑ, 230-232, Ακριβές αντίγραφον, 22 Αυγούστου 1901. Ασπασία ΣΟΡΔΙΝΑ RIEGLER.

-ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΒΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ, 233-234

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-Τις δάνειες οφειλές και αναφορικές προσμείξεις που συναντάμε στην ποίηση του Διονυσίου Σολωμού που προέρχονται από το κίνημα και τα ρεύματα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, εκτός από τον πειραιώτη πανεπιστημιακό και κριτικό Βαγγέλη Αθανασόπουλο, έχει εξετάσει σε μελέτες και βιβλία του μεταξύ άλλων, και ο Γιώργος Βελουδής, δες τον τόμο Διονύσιος Σολωμός, Ρομαντική Ποίηση και Ποιητική, Γνώση 1989. Είναι ενεργό το ενδιαφέρον-τις τελευταίες δεκαετίες-των ερευνητών της Σολωμικής ποίησης, για το ζήτημα αυτό, έχουν δημοσιευθεί πλήθος κριτικών σημειωμάτων τα οποία μας μιλούν για την εμφανή και συστηματική επιρροή του Εθνικού μας ποιητή από το ισχυρό ποιητικό ρεύμα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, στην εποχή του. Που μας φανερώνει, ότι κάθε ιστορική εποχή γεννά τους ποιητές της και τα ανάλογα έργα τους. Οι Ποιητές, απαντάνε με τις δημιουργίες τους είτε σε θέματα της εποχής τους είτε σε έργα άλλων ποιητών, ή, συνομιλούν συγγραφικά μαζί τους συνήθως. Ορισμένοι, οι λεγόμενοι κλασικοί, εμπεριέχουν στον ανάλογο βαθμό του ταλέντου τους, έργα άλλων, μέσα στο δικό τους, διευρύνουν των εκείνων προβληματισμούς. Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος διερευνά μία ιδιαίτερη πτυχή των επιδράσεων αυτών στο Σολωμικό έργο. Την πολυθρύλητη Γυναίκα της Ζάκυθος. Ένα Σολωμικό έργο, που επίσης, εδώ και χρόνια μετά την συγγραφή του, έχει κεντρίσει το αμέριστο ενδιαφέρον των σχολιαστών του Διονυσίου Σολωμού. Η μελέτη του Αθανασόπουλου συμπεριελήφθηκε μεταγενέστερα, σε μια εκτενέστερη έντιτλη μορφή, στον συγκεντρωτικό τόμο με τα μελετήματά του. Βλέπε: Βαγγέλης Αθανασόπουλος, «ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ 19ΟΥ ΚΑΙ 20 ΑΙΩΝΑ» Τόμος Α΄. ΚΑΛΒΟΣ-ΣΟΛΩΜΟΣ- ΠΑΛΑΜΑΣ. Εκδ. Καστανιώτη-Αθήνα 1995, σ. 275-296. Εξέταση του Σολωμικού έργου έχουμε και στον τρίτο τόμο του έργου του Αθανασόπουλου, που συγκεντρώνει παλαιότερες δημοσιεύσεις του. Βλέπε: «ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ 19ΟΥ ΚΑΙ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ», τόμος Γ΄. εκδ. Καστανιώτη-Αθήνα 2007, σ. 19-41. Να υπενθυμίσουμε ακόμα και έναν τίτλο του Β. Α., Φως, Σώμα, Διονύσιος Σολωμός, Αθήνα 1985. Στο αφιέρωμα νούμερο 22/12,1984 των Τετραδίων Ευθύνης, «ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ», αναγνωρίζουμε ότι, είναι πάνω από ένα τα άμεσα και έμμεσα κείμενα και οι συγγραφείς τους που, διαπραγματεύονται το έργο του Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυθος». Δες το γενικό άρθρο του καθηγητή της Ιστορίας Θεοφάνη Γ. Σταύρου σ. 33-. Αναφορές έχουμε και στο κείμενο του Χ. Μαλεβίτση, σ. 73,  Διαβάζουμε επίσης, το αυτοτελές άρθρο του Ε. Ν. Πλατή, «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», σ. 89-, το άρθρο του Πάνου Β. Ξένου, σ. 149-.του Νίκου Ορφανίδη, σ. 153-. Πράγμα που μας κάνει να μιλήσουμε για το συνεχές, αμείωτο ενδιαφέρον για το σκοτεινό και «μυστηριώδες» αυτό έργο. Συμπληρωματικά, να προσθέσουμε ορισμένους ενδεικτικούς αυτοτελείς τίτλους βιβλίων. Λίνος Πολίτης, Η Γυναίκα της Ζάκυνθος, Ίκαρος 1986, Ελένη Τσατσάνογλου, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Βικελαία Βιβλιοθήκη 1991. Περικλής Παγκράτης, Η γυναίκα της Ζάκυθος, Έψιλον 1998. Ε. Γ. Ασλανίδης, Η γυναίκα της Ζάκυνθος και η ποιητική διαφωνία, Ίκαρος 2000. Μεταξύ άλλων, ενδιαφέρουσα ήταν και η παράσταση του 1999 του Αμφιθεάτρου του Σπύρου Ευαγγελάτου, «Ένα θέαμα με κείμενα του Δ. Σολωμού». Πρόγραμμα-Αμφιθέατρο ν. 57/1999. 

-Το μελέτημα του Χρήστου Μαλεβίτση αρχινά με μότο τον στίχο του Διονυσίου Σολωμού: «Μ’ αρέσει, δρύ, να σε θωρώ/ μες στ’ ουρανού τς αγκάλες.». Χωρίζεται σε τέσσερεις παραγράφους: 1. Υπέρβαση του Ρωμαντισμού. 2. Η κρυφή πηγή. 3. Τα φτερά του Αγγέλου. 4. Ο μακάριος κόσμος. Και το ΕΠΙΜΕΤΡΟ. Το μελέτημα συμπεριλαμβάνεται πλέον στο σπονδυλωτό τόμο του ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗ, «Ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ  ΛΟΓΟΣ». Δώδεκα Έλληνες Συγγραφείς, εκδόσεις Αρμός 1997. Στον τόμο αυτόν των 280 σελίδων, συμπεριλαμβάνονται και τα άλλα άρθρα του Μαλεβίτση που έχει δημοσιεύσει στα Τετράδια Ευθύνης. Να υπενθυμίσουμε και το νούμερο 36/5,1998, των Τετραδίων, που είναι αφιερωμένο στον Χ. Μ. Ο τόμος διαμερισματοποιείται στους Ποιητές, τους Πεζογράφους και τους Στοχαστές. Στην ενότητα των Ποιητών, σ.15-37 διαβάζουμε το κείμενο για τον Διονύσιο Σολωμό. 

-Το άρθρο του πολυγραφότατου, αθηναίου ποιητή και μεταφραστή, ανθολόγου και δημοσιογράφου Γιώργου Κ. Καραβασίλη, περιλαμβάνεται στον σπονδυλωτό τόμο με δοκίμιά του, Γιώργος Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ, «ΕΠΙ ΤΑΠΗΤΟΣ» εκδ. Γαβριηλίδης 1999, σ. 219-223. Ο τόμος περιλαμβάνει επιλογή από δημοσιευμένες κριτικές και σημειώματα που έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα έντυπα. Σχολιάζονται πάνω από 30 έλληνες λογοτέχνες, μεταξύ των οποίων και πειραιώτες ποιητές, όπως ο Ανδρέας Αγγελάκης, η δικαστικός Ρούλα Κακλαμανάκη, ο Δημήτρης Παπαδίτσας. 

-Το κείμενο του Κώστα Π. Μιχαηλίδη, χωρίζεται σε 3 μέρη. Το τρίτο μέρος στις ενότητες: α) Το νεογέννητο φώς και το στίγμα του θανάτου. β) Το ορατό και το αόρατο φως. γ) Οι αθάνατες Μορφές και η υπαρξιακή τους προοπτική. Η φωτοσκιά., δ) Το μεταίχμιο της αστραπής., ε) Το φως της τραγικής γνώσης, ακολουθούν ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

-Η δισέλιδη συμμετοχή του ποιητή Δημήτρη Π. Παπαδίτσα, έχει ως μότο το στίχο του Σολωμού «για να μού ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία».

-Το πολυσέλιδο κείμενο του Ε. Ν. Πλατή χωρίζεται σε 15 κεφάλαια και είναι αφιερωμένο «Στην Έπη Πρωτονοταρίου».

-Τα δημοσιεύματα του νομικού και συγγραφέα Παναγιώτη Φωτέα, που γεννήθηκε στην Καρδαμύλη της μεσσηνιακής Μάνης και σταθερού συνεργάτη του περιοδικού Ευθύνη και των Τετραδίων της Ευθύνης, συγκεντρώθηκαν μαζί με δημοσιεύματά του στο περιοδικό Νέα Εστία, το περιοδικό Ελεύθερη Κοινωνία και μία ομιλία του για την «Γενιά του 1930 και την συμβολή της στη διαμόρφωση του νεοελληνικού πολιτισμού», στο φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσό», στον συγκεντρωτικό τόμο με το γενικό τίτλο «ΜΟΡΦΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ»-Δοκίμια, εκδόσεις Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήνα 1989. Ο τόμος περιλαμβάνει 10 ενότητες και είναι αφιερωμένος στον πατέρα του συγγραφέα. Στην δεύτερη ενότητα, σ. 23-29, έχουμε την εργασία του Π. Φωτέα στα τετράδια ευθύνης, όπως και τις άλλες του.

Αντίθετα, ο ποιητής Νίκος Φωκάς, στο βιβλίο του «Επιχειρήματα για τη γλώσσα για τη λογοτεχνία», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας νούμερο 4/1982, δεν συμπεριλαμβάνει την εργασία του για τον Σολωμό, περιλαμβάνει όμως, το δημοσίευμά του για τον «Τάκη Κ. Παπατσώνη» ένας καταραμένος ποιητής, που είχε δημοσιευθεί στον πρώτο τόμο του αφιερώματος των Τετραδίων της Ευθύνης στον ποιητή. Ο Νίκος Φωκάς, ασχολήθηκε και πάλι με τον Παπατσώνη σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» 13/6/1976.   

-Η σταθερή συμμετοχή του μόνιμου συνεργάτη των Τ. Ε. Νίκου Ορφανίδη χωρίζεται: 1. Εισαγωγή. 2. Ο προφητικός λόγος. 3. Η άβυσσος της ανθρώπινης υπόστασης. 4. Γυναικείο και δαιμονικό. 5.Το όραμα του Ιερομόναχου. 6. Ο μυστικός συγκλονισμός. 7. Η διεργασία του θανάτου. 8. Η δυναστεία του διαβόλου. 9. Επίλογος.

-Το εξασέλιδο κείμενο της πειραιώτισσας ποιήτριας, μεταφράστριας και δοκιμιογράφου Όλγας Βότσης, συζύγου του δοκιμιογράφου Ε. Ν. Πλατή,-και οι δύο σταθεροί συνεργάτες και φίλοι των Εκδόσεων των Φίλων και του περιοδικού, Ευθύνη που εξέδιδε ο Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, από την δεκαετία του 1960, «Ένα σχόλιο στην ποίηση του Σολωμού», αναδημοσιεύθηκε μετά από έναν χρόνο από τις «Οι Εκδόσεις των Φίλων» 1985, στον τόμο ΟΛΓΑ ΒΟΤΣΗ, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ»-Μελετήματαα και Στοχασμοί», σ. 9-17. Να προσθέσουμε ότι στο Τετράδιο Ευθύνης νούμερο 24/4, 1986, που είναι αφιερωμένο «ΑΕΝΑΟΝ ΣΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ» δημοσιεύται εργασία της ποιήτριας Όλγας Βότση, «Κάλβος- Σολωμός», σ. 46-, και αυτή η εργασία, όπως και οι άλλες συμμετοχές της στα Τετράδια Ευθύνης και το περιοδικό «Ευθύνη» συμπεριλαμβάνονται στον παραπάνω τόμο, σ. 18-26.  

Από τα παραθέματα των ΑΠΟΨΕΩΝ, να προσθέσουμε ορισμένα ακόμα διευκρινιστικά στοιχεία, βοηθητικά στην κατανόηση των δημοσιευμάτων και τεκμηρίωσης. Στα Τ. Ε. όπως αντιγράφω, αναγράφεται ένας τίτλος χωρίς άλλες πληροφορίες.

-Για το απόσπασμα του Γιάννη Μ. Αποστολάκη.

Το μελέτημα του Γιάννη Μ. Αποστολάκη κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση, Αθήνα 1923. Σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις «ΒΑΝΙΑΣ»- Θεσσαλονίκη 1991. «Η Ποίηση στη ζωή μας». Ο τόμος χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: Πρώτο Κεφάλαιο: Εισαγωγή. Δεύτερο Κεφάλαιο: Η συλλογή. Τρίτο Κεφάλαιο: Ο Σολωμός. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Αυτοβιογραφικό σημείωμα. Βιογραφικό σημείωμα. Συμπληρωματικά, εξετάζεται και η ποιητική περίπτωση του πειραιώτη ποιητή Λάμπρου Πορφύρα, βλέπε σελίδες 63,67,76,77,78, 83, 84, 86, 87, 88, 90, 91, 92, 93. Ακόμα, στην σελίδα 347 δημοσιεύεται απόσπασμα του πειραιώτη Βασίλη Λαούρδα από το περιοδικό της Νέας Εστίας του 1947 για το έργο του Αποστολάκη.

-Για τον Χαρακτηρισμό του ποιητή από τον ιστορικό της ελληνικής λογοτεχνία Κ. Θ. Δημαρά, βλέπε και

«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, 9η έκδοση, εκδόσεις Γνώση Αθήνα 2000, σ. 315-316. Το Κεφάλαιο 15ο, «Ο ΣΟΛΩΜΟΣ»- «Είδος μιχτό, αλλά νόμιμο». Πρώτα χρόνια-Ιταλία-Διαφωτισμός-Ζάκυνθος-Ο κύκλος της Ζακύνθου-Πρώτα έργα- Ο Διάλογος-Η γυναίκα της Ζάκυθος-Στην Κέρκυρα-Ιδανισμός-Η στροφή του 1833-Το τέλος- Χαρακτηρισμός., σ.297-316.  (και σε άλλες σελίδες).

-Το απόσπασμα με τίτλο «ΣΟΛΩΜΟΣ» του καθηγητή Λίνου Πολίτη, Γενάρης 1946, είναι από τον τόμο

«Θέματα της λογοτεχνίας μας» εκδόσεις «Άλφα» Ι. Μ. Σκαζίκη, Ιούνιος 1947. Το οποίο περιλαμβάνει δημοσιευμένα άρθρα του Λίνου Πολίτη για τον Εθνικό μας ποιητή. Βλέπε το σχετικό άρθρο «Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ». Ο τόμος αυτός κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση στην Θεσσαλονίκη. Βλέπε ΛΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, «ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΑΣ (Πρώτη Σειρά), δεύτερη έκδοση, εκδόσεις Κωνσταντινίδη-Θεσσαλονίκη χχ. Μελέτη, νούμερο 11. Δες σελίδες 34-45. Όπως αναγράφεται στο τέλος του άρθρου σελίδα 45: «Διάλεξη στην αίθουσα του Παρνασσού, 31 του Γενάρη 1946, σε μια σειρά διαλέξεις με θέματα νεοελληνικά. Δημοσιεύτηκε στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση 2, τεύχος 8 (Οκτώβριος 1946), απ’ όπου ξανατυπώνεται. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο της Θεσσαλονίκης κυκλοφόρησαν και τα «Θέματα της Λογοτεχνίας μας» Σειρά Δεύτερη. Για συμπληρωματικές πληροφορίες γύρω από τον Διονύσιο Σολωμό από τον Λίνο Πολίτη, βλέπε και τους τόμους: ΛΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, «Άπαντα Πεζά και Ιταλικά», τόμοι 2, εκδ. Ίκαρος 1979. «Αλληλογραφία», εκδ. Ίκαρος 1991. «Ο Σολωμός στα γράμματά του» εκδ. Εστία (1956). «Γύρω στον Σολωμό» εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., 1985, και «ΟΙ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ» 1926-1973, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2002.

-Για τα γνωστά σε όλους μας «ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ» του επτανήσιου ποιητή και κριτικού Ιάκωβου Πολυλά, στον Διονύσιο Σολωμό, που απόσπασμα «ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ» δημοσιεύονται στα «ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΕΥΘΥΝΗΣ» βλέπε και τον τόμο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, «ΠΟΛΥΛΑΣ-ΑΠΑΝΤΑ» ΠΑΝΟΜΟΙΟΤΥΠΗ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΜΕ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΑΠΟ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΕΡΓΑ. ΑΝΑΣΤΥΛΩΣΕ ο Γιώργος Βαλέτας, εκδ. Ν. Δ. Νίκας-Αθήνα 1959, κεφάλαιο XIV, σ. 125-131. Καθώς επίσης, Ιάκωβος Πολυλάς, Δ. Σολωμός Ποιήματα και Πεζά, εκδ. Εξάντας 32/1990. Τα Σολωμικά Προλεγόμενα του Ιάκωβου Πολυλά, κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις του Ελληνικού Λογοτεχνικού Αρχείου, το 1980, «Σολωμός Προλεγόμενα. Στάης-Πουλάς-Ζαμπέλιος», και το 2004 ξανά, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

-Το απόσπασμα του παλαιού καθηγητή Παναγιώτη Α. Μιχελή, που δημοσιεύεται στις «ΑΠΟΨΕΙΣ», είναι από το βιβλίο του, «Διονύσιος Σολωμός ο ποιητής του έθνους» εκδ. Πολυτεχνείου-Αθήνα 1957

-Το άρθρο για τον Διονύσιο Σολωμό «ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ» του Πέτρου Σ. Σπανδωνίδη, είναι από τον τόμο

 «Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» δοκίμια, εκδ. Ίκαρος-Αθήνα 1955, κεφάλαιο VI, σ. 15-19. Ο παλαιός αυτός τόμος αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αποτελείται από 46 μικρά σχετικά κεφάλαια στα οποία εξετάζεται το έργο ελλήνων ποιητών και ποιητριών, και το δεύτερο μέρος, από ένα ολιγοσέλιδο θεωρητικό μελέτημα με τίτλο «Απ’ Αφορμή». Το βιβλίο δεν περιέχει σελίδα περιεχομένων, ευρετήριο προσώπων, ούτε θεματικές ενότητες.

-Το απόσπασμα του Πάνου Καραβία με τίτλο «ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», προέρχεται από άρθρο του δοκιμιογράφου γραμμένο το 1961, με τίτλο «ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ». Ένα λιλιπούτειο μελέτημα σ. 85-91, που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Πάνου Καραβία,

«Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ» Τέσσερα δοκίμια για τον Διονύσιο Σολωμό, εκδ. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ-Αθήνα 1977. 1. Ο Σολωμός και η αναγωγή στο ουράνιο (το πρώτο δοκίμιο το οποίο δανείζει και τον γενικό τίτλο του βιβλίου). 2. Ένα νόημα κι ένα μήνυμα (Η Γυναίκα της Ζάκυνθος). 3. Πληρότητα. 4. Ποιητής του έθνους. (που προέρχεται το απόσπασμα σ. 85-89).

-Το εκτενές απόσπασμα του ποιητή και δοκιμιογράφου από την Θεσσαλονίκη Γιώργου Θέμελη, «ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΛΩΜΟΣ», προέρχεται από τον τόμο του ποιητή Γιώργος Θέμελης: «Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ» Αναζήτηση της αληθινής ανθρώπινης φύσης., εκδ. Κωνσταντινίδη-Θεσσαλονίκη χ.χ. (1971). Δοκίμιο, 3.

Ο 218 σελίδων τόμος έχει δύο πολυσέλιδες ενότητες. «ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΛΩΜΟΣ» και «ΖΥΓΟΣ ΨΥΧΩΝ». Το «ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΛΩΜΟΣ» είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό Νέα Εστία του 1957, από όπου μεταφέρεται στον παρόντα τόμο. Ο Γιώργος Θέμελης, μεταφέρει στα Τετράδια Ευθύνης την αρχή του δοκιμίου (Αντί προλόγου), σ. 9-18.

-Το κείμενο «ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ» του κριτικού της γενιάς του 1930 και ποιητή Αντρέα Καραντώνη, είναι από τον σπονδυλωτό τόμο ΑΝΤΡΕΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ: «ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΟΛΩΜΟ ΣΤΟΝ ΜΥΡΙΒΗΛΗ» (Λογοτεχνικά μελετήματα), εκδ. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ χ.χ. (1969).

Ο τόμος περιλαμβάνει τρείς θεματικές ενότητες. Α΄ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ Ο ΣΤΙΧΟΣ. Β΄ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΑ. Γ΄ ΠΟΙΗΤΙΚΑ. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει δοκίμια για τους: «Διονύσιο Σολωμό». «Κάλβος ο Φιλόπατρις». «Αριστοτέλης Βαλαωρίτης». «Γεράσιμος Μαρκοράς» και «Παράσχος και Σουρής». Το 6, τελευταίο κεφάλαιο του μελετήματος για τον Διονύσιο Σολωμό, σ. 35-40 μεταφέρεται στα Τ. Ευθύνης.

-Για το Παλαμικό απόσπασμα, εκτός από τα Άπαντα του Κωστή Παλαμά των εκδόσεων Μπίρης, βλέπε και Κωστής Παλαμάς, «Διονύσιος Σολωμός», εκδ. Ερμής 1970.

Συμπληρωματικά:

     Μπορεί σίγουρα η Βιβλιογραφία και αρθρογραφία γύρω από τον Εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό, να μην συναγωνίζεται μάλλον, εκείνη για τον αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, ή τον ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο, ίσως και του νομπελίστα μας Οδυσσέα Ελύτη, μπορούμε όμως βεβαιότητα να σημειώσουμε, (αν και δεν είμαστε εξειδικευμένοι βιβλιογράφοι) ότι είναι αρκετά μεγάλη και ενδιαφέρουσα, Ιδιαίτερα σε κείμενα και άρθρα, σχόλια. Η Βιβλιογραφία του Σολωμού είναι πολύπλευρη, πολυθεματική, εξειδικευμένη, εμπεριστατωμένη, αναλυτική, επιμερισμένη, ψυχολογική, σε Σολωμικά θέματα, ζητήματα, ποιητικές συνθέσεις, εισαγωγικές αναλύσεις, ξεχωριστές και αυτοτελής εκδόσεις έργων του, προσδιορισμένη εθνικά, συμμετοχική, βιογραφική και ερευνητική όσον αφορά τον ίδιο τον ποιητή ως άτομο, την σχέση του με την οικογένειά του, τα προβλήματα που αντιμετώπισε, την αλληλογραφία του, κλπ., είναι και πάλι να τονίσουμε, όπως μας δείχνουν οι σχετικοί τίτλοι, σταθερά αυξανόμενη και συμπληρούμενη με καινούργια στοιχεία και αναλύσεις. Πληροφορίες αντλούμε από αυτοτελείς εκδόσεις και βιβλία, τα Άπαντα του Ποιητή, δες εκδόσεις Ίκαρος, Α, Μπούρα, Νίκου Τωμαδάκη εκδ. Αετός-Βασικής Βιβλιοθήκης 1954, Εξάντας 32/1990, Γεωργίου Παπανικολάου, εκδ. Δ. Παπαδήμας 1986, την έκδοση του Στυλιανού Αλεξίου, εκδ. Στιγμή 1994, έως την έκδοση του Δημήτρη Δημηρούλη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο 2007.  Συμπόσια, δες «Πρακτικά 10ου Συμποσίου Ποίησης», εκδ. Αχαϊκές Εκδόσεις 1992, και «Διονύσιος Σολωμός» Επιστημονικό Συμπόσιο, εκδ. Σχολή Μωραϊτη 1999. Επετειακά αφιερώματα, δες «Διονύσιος Σολωμός 200 χρόνια από τη γέννησή του» εκδ. Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών 2000. Εισαγωγές στην ποίηση του Δ. Σολωμού, δες Γ. Κεχαγιόγλου, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 1999, Εισηγήσεις, βλέπε «2+7 εισηγήσεις για το Δ. Σ.» εκδ. Περίπλους 1997. Από τους έλληνες παλαιούς ποιητές, συγγραφείς και θεατρικούς κριτικούς, δες Ιάκωβο Πολυλά, Κωστή Παλαμά, Άλκη Θρύλο, Κώστα Καιροφύλα, Εμμανουήλ Κριαρά, Κώστα Βάρναλη,  και τους Εμμανουήλ Χατζηγιακουμή, την Βαρβάρα Μεταλληνού και τον π. Γεωργίου Μεταλληνό, τον Δημήτρη Λιαντίνη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο έως τους ομοτέχνους τους, Στυλιανό Αλεξίου, Διονύση Σέρρα, Γεράσιμο Ζώρα, Γιώργο Ανδρειωμένο, Νάσο Βαγενά, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Ερατοσθένη Καψωμένο, Σωκράτη Καψάσκη, Δημήτρη Αγγελάτος, Βρασίδα Καραλή, Octave Merlier, Πήτερ Μάκριτζ, Στέφανο Ροζάνη, Γιάννη Δάλλα, Στέλιο Ράμφο, Ευτυχία Καλλιτεράκη, Αγγελική Πανωφοροπούλου, και δεκάδες άλλοι συγγραφείς των ημερών μας, δοκιμιογράφοι, μελετητές και φιλόλογοι, δες το έργο «Διονύσιος Σολωμός» της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Αθήνα 1998, η κρίκοι της Σολωμικής Βιβλιογραφίας είναι εκατοντάδες. Το σύνολο των ελλήνων ποιητών ασπάζονται ως γενάρχη της ελληνικής ποίησης τον Διονύσιο Σολωμό. Ο Διονύσιος Σολωμός, ευτύχησε σαν ποιητής, παρά την αποσπασματικότητα των συνθέσεών του, τα ποιητικά του σπαράγματα, τις γλωσσικές του περιπλανήσεις από τα Ιταλικά στα Ελληνικά, να γίνει κτήμα των περισσότερων ελλήνων και ελληνίδων. Η συμβολή της δημόσιας κρατικής εκπαίδευσης στην διάδοση του έργου του στις συνειδήσεις των νεότερων γενεών των ελλήνων είναι καθοριστική και εθνικά προβεβλημένη. Ο δε «Ύμνος» του, όπως μας έχει δείξει στην μελέτη του ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, είναι το πλέον πολυμεταφρασμένο έργο του στο εξωτερικό. Οι δε εποχές του «Κρητικού» οι πιο πολυαγάπητες του ελληνικού κοινού. Ο Διονύσιος Σολωμός, υποσκέλισε ακόμα και τον Κωστή Παλαμά, που επάξια και ισότιμα θα μπορούσε να αναγορευθεί Εθνικός μας Ποιητής. Ο Σολωμός, αγγίζει τον λυρισμό της ψυχής του Έλληνα, ενός Έλληνα, που δεν μπορεί να λησμονήσει τις ρίζες του, μια και το μεγαλύτερο ποσοστό των ελλήνων κατάγεται είτε από την ηπειρωτική είτε από την νησιωτική ελλάδα, παρά την μετεγκατάστασή του στα μεγάλα αστικά κέντρα, το κλεινόν άστυ. Αυτήν την εθνική μας παράδοση και πολιτισμό εκφράζει μάλλον στο σύνολό της η Επτανησιακή Λογοτεχνία. Το Εθνικό και Αγωνιστικό μας κομμάτι των ελληνικών αιώνων την περίοδο της εθνικής ανεξαρτησίας και παλιγγενεσίας. Είναι φωτοδότης μιας παράδοσης στο ξεκίνημα ύπαρξης ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους. Η δημώδης ποίηση είναι διάσπαρτη στο έργο του. Ο Σολωμός καθρέφτισε τις μάχες των ελλήνων για την ανεξαρτησία και ταυτόχρονα, τις προσωπικές του μάχες με την ελληνική γλώσσα. Όπως οι μελετητές της ελληνικής ποίησης και παράδοσης έχουν επισημάνει, ο Διονύσιος Σολωμός, ανήκει στους δύο μεγάλους μας ποιητές που δεν γνώριζαν καλά ελληνικά. Και ευτυχώς. Σολωμός και Καβάφης, δύο έλληνες ποιητές της περιφέρειας, εκτός των ορίων της τότε ελλάδος, εντός των περιφερειών του οικουμενικού ελληνισμού. Μια άλλη πλευρά της Σολωμικής φυσιογνωμίας, που ίσως, να μην «σκοπίμως» εξετάζεται για να μην θιγούν καταστάσεις, και ίσως αμαυρωθούν συνειδήσεις, είναι όχι τόσο αυτά που αναφέρει ο Καιροφύλας και την δημόσια συμπεριφορά του πότη Σολωμού, είναι η σχέση του Σολωμού και των άλλων Επτανησίων με το πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα του Τεκτονισμού, και την επίδρασή του στην Ελλάδα. Και, μια πτυχή της Σολωμικής ερωτικής διάθεσης και ατμόσφαιρας και θεματολογίας, η μάλλον ερωτική προτίμηση του Κόντε Διονυσίου Σολωμού προς τις μικρές κορασίδες. Ή όπως μας λέει ένας άλλος ποιητής, τις «μικρές κόρες του Αιγαίου». Υπάρχει ένα μικρό αλλά όχι αμελητέο ποιητικό και πεζογραφικό ρεύμα που μας φανερώνει παρόμοιες εστίες του βλέμματος. Στον πεζό λόγο έχουμε τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, και άλλους, που η μαγγανεία της γραφής τους, η μαγεία του προσωπικού τους ύφους, μας κάνει να μην εστιάζουμε σε αυτήν την πτυχή της ποίησής τους και του έργου τους, που στην τελική ανάλυση, δεν είναι και η μόνη.         Το «Μυστήριον Ξένο», για να δανειστούμε δυό λέξεις από την εκκλησιαστική ποίηση, για μας τους άγευστους αστούς της ελληνικής παράδοσης, μιας ποιητικής και εθνικής παράδοσης που απέχει δυό και πάνω αιώνες από τις σημερινές ζωές μας είναι, στο πως κατόρθωσαν να αναδυθούν από  αυτά τα αιματοβαμμένα χώματα, από αυτήν την κρατική οντότητα που λέγεται Ελλάδα, τέτοιου μεγέθους και ύψους, τόσες πολλές ποιητικές και πεζογραφικές φωνές. Οι ζωές και ο βίος των περισσοτέρων διαθέτουν τα στοιχεία εκείνα της τραγικότητας και της δραματικότητας, συμβόλων αρχαίας τραγωδίας. Ελληνικές ζωές βασανισμένες στον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, θρυμματισμένες από εξωγενείς κοινωνικούς παράγοντες, τσακισμένες ψυχικά, και όμως, μεγαλούργησαν στο είδος των επιλογών τους, στην επιλογή των ενδιαφερόντων τους. Ένα Έθνος, που για σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια βρίσκονταν στα χαρακώματα των πολεμικών συρράξεων, μια κρατική οντότητα που, πάλευε μεταξύ οικονομικής φτώχειας, του λαού εξαθλίωση και εσωτερικών διχασμών και εμφύλιων σπαραγμών, γέννησε, όχι μόνο αυτοκτόνος ποιητές αλλά Εθνικούς διδαχούς τους γένους των Ελλήνων. Μια μικρή από ανέκαθεν ιστορικά χώρα, κυοφόρησε τέτοια μεγέθη, και ας μην είναι τόσο γνωστά όσο θα έπρεπε στο εξωτερικό κοινό της ποίησης και της λογοτεχνίας. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι, παρά τα δεκάδες «στραβά» του δημόσιου εκπαιδευτικού μας συστήματος, παρά τις προσανατολισμένες σκοτεινά,-σε πολιτικές περιόδους- πατριδοκάπηλες διακηρύξεις, η δημόσια εκπαίδευση κράτησε ζωντανή την ποιητική και εθνική φλόγα στις συνειδήσεις των ελλήνων μαθητών και φοιτητών, φοιτητριών, των νεότερων ηλικιακά γενεών, που ορισμένοι από τους νέους και τις νέες έγιναν στην σταδιοδρομία τους, ποιητές και ποιήτριες. Σε αυτές τις εκπαιδευτικές φωνές των δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων, τις άγουρες ή τις θερμότερες για την ελληνική ποίηση, οφείλουν οι γενιές των ελλήνων την αγάπη τους και το ενδιαφέρον τους για ποιητικές φωνές όπως αυτή του Διονυσίου Σολωμού. Τι μπορεί να διδαχθούν οι σημερινοί, τωρινοί νεοέλληνες νέοι και νέες από τον τηλεοπτικό λόγο και εικόνα για την ελληνική ποιητική παράδοση και τον ποιητικό λόγο. Απολύτως τίποτα. Η αμεσότητα του δασκάλου με τον μαθητή, η κοινή συμμετοχή, η φιλική και συντροφική παρέα της τάξης είναι που σπείρει τα ζιζάνια της έφεσης και της γνώσης, του ενδιαφέροντος για να ακούσουμε τον λόγο των ποιητών, να αφουγκραστούμε τα μυστικά μηνύματά τους, έστω και μιάς ποιητικής τους μονάδας, ενός διηγήματος, ενός μυθιστορήματος.

Ο Διονύσιος Σολωμός άντεξε στο χρόνο και επάξια, παρά την ατομική κάπως «προβληματική» φυσιογνωμία του, παρά τον βασανισμένο βίο του. Έγραψε, διάβασε, πειραματίστηκε, σχεδίασε, ονειρεύτηκε, οραματίστηκε, είδε μας μίλησε, με ή χωρίς προσωπείο. Λυτρώθηκε ο ίδιος, ποιος ξέρει; Ποιος μπορεί να το πει με βεβαιότητα εκ των υστέρων; Ποιοι μπορεί να το βεβαιώσουν όταν δεν βίωσαν όσα βίωσε ο ίδιος. Πάντως ένα είναι σίγουρο, μας λυτρώνει με τον λόγο του. Και ας μην είναι οι εποχές μας κάτω από τον αστερισμό του ρομαντισμού, του λυρισμού, του συμβολισμού, του κλασικισμού. Ας είμαστε όλοι μας πλέον ιστορικά «μπασταρδεμένοι» αστοί και μικροαστοί. Κάτοικοι των μεγάλων μητροπόλεων ενός παγκόσμιου πολιτισμού. Ο Ιερομόναχος Διονύσιος Σολωμός, κάπου ίσως από τα ποιητικά σύννεφα του μέλλοντος μας κοιτάζει και σαν να μας γνέφει.

     Να υπενθυμίσουμε ακόμα, ότι εκτός από το αφιέρωμα του Τετραδίου Ευθύνης, και άλλα τεύχη περιοδικών έχουν αφιερώσει τις σελίδες τους στον Διονύσιο Σολωμό, Όπως: Νέα Εστία Χριστούγεννα 1978, και Νέα Εστία 1707/1998. Διαβάζω 213/12-4-1989 και σε άλλα του τεύχη. Το Δέντρο 44-45/Ιούνιος 1989. Η Λέξη 142/11,12, 1997. Η Γραφή 38/Καλοκαίρι 1998. Περίπλους 46-47/1998. Ομπρέλα 42/9,11,1998. Οδός Πανός 105-106/9,12, 1999 και Οδός Πανός 138/10,12, 2007. Πόρφυρας 95-96/7, 2000. Επτανησιακά Φύλλα τόμος ΚΖ1-2/2007. Τέλος, να σημειώσουμε και το μελέτημα του Γιώργου Ανδρειωμένου, «Λογοτεχνικά περιοδικά της αριστεράς και Διονύσιος Σολωμός», εκδ. Συλλογές 1998.

     Πάμπολλα τα Ποιητικά Αναθήματα στον Διονύσιο Σολωμό όπως μας φανέρωσε στον δικό του τόμο ο επιμελητής και ποιητής Διονύσης Σέρρας, δες εκδ΄. Μπαστάς-Πλέσσας 1998, εξίσου περισσότερα και τα αναθήματα της αγάπης μας για το έργο του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 13 Νοεμβρίου 2020

Με λογισμό και μ’ όνειρο εμπεδώνεται η Ελευθερία.                        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου