Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΚΕΙΜΕΝΑ  ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ  Γ. ΜΕΡΑΚΛΗ  ΣΤΑ  ΤΕΤΡΑΔΙΑ  ΕΥΘΥΝΗΣ και το περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ

                                ΜΕΤΑΒΑΣΗ:  ΠΡΟΣ  ΤΑ  ΠΟΥ;

     Εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Κώστας Τσιρόπουλος είχε κυκλοφορήσει το πρώτο δοκιμιακό του έργο «Λόγος περί των Παθών» (ακολούθησαν άλλα σχεδόν τριάντα βιβλία δοκιμίων). Θυμάμαι, όσο κι αν φαίνεται υπερβολικό, ότι με είχε εντυπωσιάσει, εκτός από το περιεχόμενό του, και ο τίτλος του.

     Και σχεδόν αμέσως μετά το «Λόγο περί Παθών» είχα τυπώσει κι εγώ (ακριβέστερα ανατυπώσει από το περιοδικό της Θεσσαλονίκης Νέα Πορεία που διηύθυνε ο Τηλέμαχος Αλαβέρας) το μικρό μου δοκίμιο «Περί σιωπής».

     Μεταφέρω αυτή τη μνήμη όχι μόνο γιατί, στα γηρατειά, την αναπόληση συνοδεύει και κάποια γλυκυθυμία, αλλά και για έναν άλλο λόγο, πού τον προκάλεσε η σύμπτωση. Διαβάζοντας το βιβλίο (δοκιμιακό επίσης) του Τσιρόπουλου «Η μετάβαση του καταναλωτικού ανθρώπου» είδα ν’ αρχίζει το λόγο του με την αναφορά στο ανθρωπολογικό φαινόμενο της σιωπής.

     Όσο θυμάμαι, το κεντρικό βάρος στο δοκίμιό μου έπεφτε στα ιστορικά και στα ψυχολογικά, σε αντικειμενικά σε τελευταία ανάλυση, δεδομένα (η σιωπή που επιβάλλει ο ισχυρός στον αδύνατο, η σιωπή του κατατονικού ατόμου ύστερα από ένα βαρύτατο ψυχικό χτύπημα’ η σιωπή της Νιόβης- μυθική, αλλά συναντάται συχνότατα και στην πραγματική ζωή μετά το φόνο των παιδιών της από την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, γιατί καυχήθηκε πώς τα παιδιά της είσαν ομορφότερα απ’ τα παιδιά της Λητώς…)

     Στην πρώτη σελίδα του Τσιρόπουλου γίνεται λόγος για μιάν άλλη, μάλιστα έμφυτη σιωπή στον άνθρωπο: «Ο άνθρωπος εκ γενετής φέρει εντός του την σιωπή". Μπορώ να την ονομάσω σιωπή κοσμολογική, γιατί συνδέεται (παράλληλα με την αόριστη παρουσία του Θεού) με τη σιωπή του ίδιου, «που συνιστά την παρουσία του μέσα στον κόσμο που δημιούργησε». Ωστόσο η γλώσσα των ανθρώπων, γράφει ο συγγραφέας, «επιδιώκει με τις λέξεις της (…) να διερμηνεύσει» αυτή τη σιωπή του Θεού. Και παραθέτει στη συνέχεια επάλληλες ερωτήσεις του ανθρώπου για το λόγο, την αιτία πού τον έπλασε ο Θεός «και δεν αρκέστηκε σε όσα θαυμαστά (…) έπλασε μέσα στο σύμπαν…».

     Πιστεύω πώς η κάποια αντίφαση που φαίνεται να προκαλεί η σιωπή του ανθρώπου με τις αλλεπάλληλες, εναγώνιες μάλιστα πολλές φορές ερωτήσεις του ανθρώπου για την αιτία της ύπαρξής του, αμβλύνεται, αν δεν αίρεται κιόλας, αν δεχθούμε ότι αυτές είναι κατά κανόνα και κατά βάση εσωτερικές, ενδιάθετες. Πιστεύω πώς όλοι, και οι πιό ορθολογιστές, σκεπτικιστές, οι πιό ισχυροί και δυνατοί και αγέρωχοι βιώνουν στιγμές όπου, μέσα στη  σιωπή, ενώπιοι ενωπίοις, ρωτούν και ξαναρωτούν, αν όχι για το πώς και από ποιάν αιτία έγινε ο κόσμος, σίγουρα όμως για το πόσο και για το πώς θα κρατήσει η εδώ, απαραίτητα περαστική ύπαρξή τους. Τα μεγάλα, υπαρξιακά ερωτήματα είναι  σιωπηλά, κρυμμένα μέσα μας.

     Πάντως το κύριο θέμα του νέου δοκιμίου του Τσιρόπουλου είναι άλλο: «Η μετάβαση του καταναλωτικού ανθρώπου», αποτελεί μιάν απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα που διατυπώνουν οι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων, όπως είπα, ακόμα κα των πιο δυνατών και αγέρωχων τρυγητών της ζωής.

     Όσον αφορά την έννοια της «μετάβασης», ο αναγνώστης θα την κατανοήσει προχωρώντας. Η σημασία της είναι διττή, ανάλογα με την κατεύθυνση που αυτή παίρνει, καθώς διαπλέκεται μ’ ένα ιστορικό φαινόμενο, υστερογενές εν σχέσει με τη δημιουργία του κόσμου από το Θεό. Ο λόγος είναι για την κατανάλωση, ως συμπύκνωση όλων των υλοχαρών ροπών και εθισμών, πού συνιστά μιάν εναντίωση στον προορισμό που έταξε ο δημιουργός στον κόσμο και προπάντων στον άνθρωπο, ο οποίος μέσα του «φέρει ένα μυστήριο ανέγγιχτο». Ο άνθρωπος εντούτοις αδυνατεί ως επί το πλείστον να πλησιάσει τον εσώτερον εαυτό του ο οποίος, διαφοροποιημένος από την έξω, σωματική παρουσία του, περιμένει εις μάτην την αναγνώρισή του, από το άλλο μισό του, ως της οντότητας εκείνης πού, κατά την χριστιανικήν εκδοχή, «ανήκει σ’ έναν άλλον κόσμο που το Ιερό Ευαγγέλιο έχει αποκαλύψει διά παντός». «Ο άνθρωπος-η μέγιστη πλειονότητα-ζει αλλά και πεθαίνει χωρίς να μπορέσει να συμφιλιώσει τον έξω με τον μέσα εαυτό του»’ πεθαίνει με μιάν ανολοκλήρωτη ζωή.

     Έτσι το δοκίμιο αυτό είναι και σαν ένα requiem στον άνθρωπο πού, ενώ ζεί, έχει ήδη πεθάνει ή πρόκειται να πεθάνει ανάπηρος, μισός μισερωμένος, εξαιτίας της ασύντριφτης για το σύνολο σχεδόν των σύγχρονων, καλούμενων πολιτισμένων κοινωνιών μαγνητικής έλξης που εκλύει η συμπληρωματική (;) της θεϊκής δημιουργίας του κόσμου σύγχρονη τεχνολογία, με τα δικά της θαύματα.

     Το δοκίμιο κυριαρχείται από λέξεις, φράσεις, εκφράσεις, επίθετα που δηλώνουν (για απλοποίηση δεν τις κλείνω σε εισαγωγικά) πένθος, αλόγιστο πάθος, σπασμωδική ζωή, παράφορη ζωή, πνιγηρή διαδρομή, φόβο, τρόμο μπροστά στο κενό, ματαιότητα, μοναξιά, σήψη των δημοσίων σχέσεων, ζοφερός, λυσσαλέα οργανωμένοι τρόποι πολιτικοί συμφεροντολόγοι, αφελληνισμός των Ελλήνων, ελληνοφάγοι εντόπιοι και αλλοδαποί, «Ο λαός του Θεού περιορίστηκε σε μικρές νησίδες πίστης και φωτός μέσα στα ζοφερά σκοτάδια μιάς λαιμαργίας υλικής που έχει την πικρή γεύση του θανάτου». Η προσδοκία στην ανάσταση των νεκρών και στη δεύτερη παρουσία,, την τελική κρίση του Θεού για ζώντες και νεκρούς, έχει εξοβελισθεί από την «κατανάλωση, που μοιάζει να αναδείχνεται σε ηγετική προσδοκία της ανθρωπότητας» πού ακατάπαυστα ζωοπυρούται από το ξέφρενο κυνήγι του χρήματος, το οποίο, «έχει γίνει σκοπός και μάλιστα σκοπός τυραννικός διότι έχει εισέλθει και καθορίζει την ταυτότητα του ανθρώπου, στους καιρούς αυτούς όπου βασιλεύει ο θάνατος, η φθορά, η πικρή βεβαιότητα μιάς μετάβασης (υπογραμμίζω εγώ) του πλάσματος του Θεού προς το μηδέν».

     Τίποτα απ’ όσα διεκτραγωδούνται στο μικρό αυτό (όπως συνήθως) βιβλίο του Τσιρόπουλου δεν είναι δυνατό να διαψευσθεί. Όποιος το επιχειρεί αυτό, είναι αναξιόπιστος ψεύτης. Εντούτοις πολλοί, μέσα στον εκπεσμό και την εσωτερική τους απορρύθμιση, είναι έτοιμοι να πούν, πώς ο άνθρωπος αυτός είναι υπερβολικός, είναι ένας απαισιόδοξος μοιρολάτρης’ να το πούν εις πείσμα των προφανέστατων τερατικών γεγονότων πού καθημερινώς και με τρόπο καταιγιστικό μας παρουσιάζουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά και οι προσωπικές εμπειρίες του καθενός μας.

     Υπάρχουν βέβαια και οι θεωρούμενοι στοχαστικοί και νηφάλιοι και σπουδαγμένοι με διπλώματα και διδακτορικά και καθηγητικούς θώκους πολύ συχνά διανοούμενοι, οι οποίοι αποφαίνονται πώς όλα είναι ζήτημα παιδείας (χωρίς να ξέρουν καλά καλά τί είναι και τι σημαίνει η «γόρδια» αυτή λέξη) και προτείνουν το ένα και το άλλο «μοντέλο», για να αναμορφωθεί ο τόπος (ο δικός μας-οι ίδιοι συχνά επικαλούνται, κατ’ αντιπαράθεση, τους παραδείσους άλλων πολιτισμένων-αναπτυγμένων τόπων, για να παραδειγματισθούμε από αυτούς).

     Ο Τσιρόπουλος, μολονότι δείχνει με πάθος και ένταση το κρισιμότατο σημείο στο οποίο έχουμε φτάσει οι άνθρωποι (ο λόγος του μου θυμίζει τα συναρπαστικά βιβλία των Προφητών), μολονότι έμπλεως απόγνωσης, στέκεται αμετακίνητος στο μοναχικό βράχο του, στο βράχο της πίστης του πώς μία σωτήρια μετάβαση υπάρχει: «Ο θάνατος του ανθρώπου που συντελείται στον κόσμο ετούτο των υλικών, των αισθητών, δεν σημαίνει το τέλος του ανθρώπου ως πλάσματος του Θεού. Σημαίνει ολοκλήρωση της διαδικασίας δημιουργίας του Ανθρώπου πού ως πλάσμα Θεού, ως τέκνο Του, μεταβαίνει, με τρόπο απερινόητο, εκεί οπού ο Κόσμος λειτουργεί μέσα στον Θεό».

     Πιστεύει λοιπόν ο Τσιρόπουλος στο θαύμα του άλλου Κόσμου. Οι άνθρωποι, ολιγοχρόνιοι ο καθένας στην ατομικότητά μας, βραχύβιοι, «παρεπίδημοι», όπως μας το θυμίζει σ’ ένα σημείο και ο συγγραφέας, δεν μπορούμε να μιλάμε για το τέλος, εννοώ την τελικήν έκβαση αυτής της εφιαλτικής περιπέτειας της σύγχρονης ζωής.

     Ο υποφαινόμενος πιστεύει ωστόσο ταπεινά, μέσα στη χρονική σχετικότητα της βιολογικής ζωής του, και στα μικρότερα ή μεγαλύτερα θαύματα της καθημερινότητάς μας. Με μεγάλη συγκίνηση βλέπω κάθε μέρα να συντελείται το θαύμα της παρουσίας και δράσης των ανώνυμων, ιερών (έχει και η ιερότητα την ιεράρχησή της) λειτουργών της κοινωνικής αλληλεγγύης και της (προπηλακιζόμενης, απαξιωμένης, κατ’ εμέ πάντως αγιασμένης) ελεημοσύνης στα δίσεχτα τούτα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης.

     Απευθύνοντας την τελευταία μου φράση αμεσότερα στον φίλο μου Κώστα Τσιρόπουλο του λέω (αν και θα το γνωρίζει) ότι το μεγαλύτερο μέρος των ενεργά συμπασχόντων με τους δοκιμαζόμενους αδελφούς μας (δεν λέω: συμπατριώτες, γιατί πάσχουν και ξένοι που ήλπισαν σε μιά στοιχειωδώς καλύτερη ζωή στην πατρίδα μας) πιθανότατα συμμερίζονται αυτό που πιστεύει ο ίδιος (το πιστοποεί αυτό και η συνεργασία τους με κατά τόπους εκκλησίες, μητροπόλεις, την ίδια την Αρχιεπισκοπή).

                                ΜΙΧΑΛΗΣ  Γ.  ΜΕΡΑΚΛΗΣ

Α)  ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ  ΤΑΚΗ Κ.  ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ. Για τα ογδοντάχρονά του. Τόμος  1/1976, σ. 72-86

      Οι παραλλαγές και η σημασία ενός μοτίβου στην ποίηση του Παπατσώνη

Β)  ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ  ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ. 20 χρόνια από το θάνατό του, Τόμος  3/ Οκτώβρης 1977, σ. 61-66

      Ξαναδιαβάζοντας το «ΖΟΡΜΠΑ» (Η φιλοσοφική ηθογραφία του Καζαντζάκη)

Γ)  ΠΡΟΣΦΟΡΑ  ΣΤΟΝ  ΑΓΓΕΛΟ ΤΕΡΖΑΚΗ. Για τα εβδομηντάχρονά του. Τόμος 4/2000, σ. 40-46

     Μια πρώτη ανθρωπολογική προσέγγιση της πεζογραφίας του Τερζάκη

Δ)  ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΗΛΙΑ  ΒΕΝΕΖΗ. Πέντε χρόνια από το θάνατό του, β΄ έκδοση. Συμπληρωμένη. Τόμος  6/1999, σ. 28-43. α΄/1978.

      Η Τριλογία του Βενέζη

Ε)  ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ  Ι. Μ.  ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. 60 χρόνια πνευματικής παρουσίας. Τόμος 8/ 1979, σ. 65-68

     Ο απελπισμός του Παναγιωτόπουλου και οι αναβαθμοί του

ΣΤ)  ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ  ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ. Εκατό χρόνια από το θάνατό του. Τόμος 10/1979, σ. 201

       Η Ιστορική ποίηση του Αριστοτέλη  Βαλαωρίτη σ. 36-47.

Ζ)  ΕΠΑΝΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ. 20 χρόνια από το θάνατό του. Τόμος 14/1981, σ. 53-63

     Τρείς παράγραφοι της Καραγατσικής Πεζογραφίας

Η)  ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ  ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ. 70 χρόνια από την κοίμησή του. Τόμος 15/1981, σ. 98-112

       Θέματα της Διηγηματογραφίας του Παπαδιαμάντη

Θ)  ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Κ. Π.  ΚΑΒΑΦΗ. 50 χρόνια από το θάνατό του. Τόμος 19/1983, σ. 124-136

       Ο πεζός Καβάφης

Ι)  ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ. 40 χρόνια από τον θάνατό του. Τόμος 21/1983, σ. 67-80

       Η Γλώσσα και η Πολιτική (πέντε άρθρα του ώριμου Παλαμά)

Κ)  ΜΝΗΜΟΝΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΦΩΤΗ  ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Τόμος 23/1985, σ. 40-59

       Η λαογραφία και η εθνογραφία της πεζογραφίας του Φώτη  Κόντογλου

Λ)   ΑΕΝΑΟΝ  ΣΗΜΑ  ΤΟΥ  ΑΝΔΡΕΟΥ  ΚΑΛΒΟΥ. Στα 160 χρόνια των ΛΥΡΙΚΩΝ. Τόμος  24/1986, σ. 72-85

        Ποιητική κοινή των χρόνων του Ανδρέα Κάλβου

Μ)   ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΤΟΥ  ΓΙΩΡΓΟΥ  ΘΕΟΤΟΚΑ. 20 χρόνια από το θάνατό του. Τόμος 26/1986, σ. 49-55

        Η ουσιώδης αισθητική των επιστολών και η αλληλογραφία του Θεοτοκά με τον Σεφέρη

Ν)    ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ- ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ.  ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ- ΕΡΓΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ. Τόμος 40/2003, σ. 165-174

        Συγκλίσεις  και  αποκλίσεις

Ξ)     ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ  ΚΩΣΤΑ  Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟ. Για την προσφορά του στο Έθνος και τον Πολιτισμό. Τόμος 41/2015, σ. 114-118.

        Μετάβαση: προς τα πού;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-Την συμμετοχή του ομότιμου καθηγητή και ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας Μιχάλη Γ. Μερακλή στον  Δέκατο τόμο των εκδόσεων τα ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΕΥΘΥΝΗΣ του 1979, αφιέρωμα στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, την αντιγράφω από την ιστοσελίδα  ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ. Στην κατηγορία  ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ.

- Τα Τετράδια «ΕΥΘΥΝΗΣ» που εξέδωσαν οι Εκδόσεις των Φίλων με την φροντίδα και επιμέλεια του εκδότη Κώστα Ε. Τσιρόπουλου, στο σύνολό τους είναι σαράντα τόμοι, από το 1976 τόμος 1ος/5,1976 «ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ» έως το 2003, τόμος 40ος/11, 2003 «ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ- ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ. ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ-ΕΡΓΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ (σε προηγούμενο σημείωμα κατέγραψα τα αφιερώματα). Εκδόθηκε ακόμα ένας τόμος, ο  41ος/12,2015, που είναι αφιερωμένος «ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟ» -ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, μετά την κοίμηση του ποιητή, δοκιμιογράφου και εκδότη.  Από τους 41 αυτοτελείς τόμους αφιερώματα, ο καθηγητής Μιχάλης Γ. Μερακλής συμμετέχει στους 15, όχι ευκαταφρόνητος αριθμός, αν μετρήσουμε, τις συμμετοχές άλλων συνεργατών των Τετραδίων. 

-Η συνεργασία του Μ. Γ. Μερακλή με τον Κ. Ε. Τσιρόπουλο και το περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ», ξεκινά από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Πρώτη περίοδος κυκλοφορίας του περιοδικού. Βλέπε τον συγκεντρωτικό τόμο «ΕΥΘΥΝΗ» φυλλάδιον προβληματισμού της νεότητος, «για τα εικοσιπεντάχρονά της». «Η «Ευθύνη» επανεκδίδει σ’ ένα τόμο τα πέντε τομίδια που συγκροτούν την α΄ περίοδο της ζωής της (1961-1966).΄Ο τόμος περιλαμβάνει 53 Φύλλα των ετών 1961-1966. Από τα 53 αυτά τεύχη διαπιστώνουμε ότι οι συνεργάτες του περιοδικού και των «Φίλων των εκδόσεων» είναι σταθεροί. Ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης, ο ποιητής Νίκος Καρούζος, ο Παντελής Β. Πάσχος, ο συγγραφέας Τάσος Αθανασιάδης, ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, ο καθηγητής  Σάββας Αγουρίδης, ο καθηγητής Παναγιώτης Μαστροδημήτρης, ο πεζογράφος Σπύρος Πλασκοβίτης, ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος, η ποιήτρια Λένα Παπά ως μεταφράστρια, ο κριτικός Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο πολιτικός Στέλιος Παπαθεμελής, ο Γιάννης Χατζίνης, ο καθηγητής Βασίλειος Ν. Τατάκης, η ποιήτρια από την Θεσσαλονίκη Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου, ο φιλόλογος Πέτρος Σπανδωνίδης, ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, ο πεζογράφος Σπύρος Πλασκοβίτης, η Μαρία Περικλή Ράλλη και πολλοί άλλοι, (σε επόμενο σημείωμα θα αποδελτιώσω τα ονόματα). Στα τεύχη αυτά της πρώτης περιόδου του ολιγοσέλιδου φυλλαδίου της «Ευθύνης» έχουμε και την συμμετοχή ορισμένων πειραιωτών: όπως του ποιητή Δημήτρη Φερούση, του ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη, του βραβευμένου πεζογράφου Κώστα Σούκα, του παιδαγωγού Ευάγγελου Παπανούτσου, που στα κατοπινά χρόνια  τα Τετράδια Ευθύνης του αφιερώνουν τόμο τους. Οι συγγραφείς αυτοί,-καθηγητές πανεπιστημίου, φιλόλογοι, θεολόγοι, ποιητές, πεζογράφοι, στοχαστές, απετέλεσαν τις επόμενες δεκαετίες την σταθερή μαγιά συνεργατών των εκδόσεων, του περιοδικού και των Τετραδίων Ευθύνης. Σε τέσσερα από τα τεύχη των χρόνων 1964, 1965 και 1966 έχουμε την συμμετοχή του ομότιμου καθηγητή πανεπιστημίου Μιχάλη Γ. Μερακλή. Να σημειώσουμε ότι τις δεκαετίες αυτές (από το 1950 και έπειτα), στα λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Εστία», «Νέα Πορεία", «Εποχές» κλπ. έχουμε την εμφάνιση κειμένων του ιστορικού της λογοτεχνίας  Μ. Γ. Μ. Καταγράφω τις τέσσερεις δημοσιεύσεις.

-ΕΤΟΣ Δ΄ Μάιος 1964, Φύλλο 37, σ. 35-36, ΤΟ ΧΑΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΛΟΤΗΣ

   «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη», λέει ένας από τους κορυφαίους ποιητές μας, προσδιορίζοντας με αυτό το στίχο τον ιδεώδη τρόπο ποιητικής έκφρασης, τον οποίο βρίσκει στην απλότητα.

     Θα μπορούσαμε πάντως, γενικεύοντας την περιορισμένη σημασία του στίχου να τον αναφέρουμε στην όλη ανθρώπινη συμπεριφορά, να τον εκλάβουμε σαν ένα αξίωμα ζωής.

     Ίσως εκείνο, που χαρακτηρίζει την εποχή μας, είναι η περιπλοκή των προβλημάτων της, των προβλημάτων μας δηλαδή. Έχουν μέσα μας συσσωρευθεί ιδέες, αισθήματα, πείρες αιώνων, και έχουν συγχυθεί και περιπλακεί κατά ένα απελπιστικά δυσδιάλυτο τρόπο, αφού και η κάθε μία από αυτές τις ιδέες παρουσιάζει καθ’ εαυτήν ανάλογη χαοτική σύγχυση. Άς πάρουμε ένα παράδειγμα, την ιδεολογία των κλασικών σπουδών, από τα περίφημα studia humaniora. Κάθε εποχή και κάθε «ουμανισμός» έδωσε την δική του ερμηνεία, με αποτέλεσμα σήμερα: το βαθύτερο νόημα των κλασικών σπουδών κατάντησε δυσδιάκριτο κάτω από τά στρώματα των λογίς σχολών και –ισμών, που έχουν επισωρευθεί. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με όλα τα άλλα ιδεολογικά και πνευματικά προβλήματα της εποχής μας. Ο Βαλερύ έλεγε: «αν η ηλικία των πολιτισμών πρέπει να μετριέται με τον αριθμό των αντιφάσεων που περιέχει, από τον αριθμό των συνηθειών και των πίστεων που συνυπάρχουν χωρίς να μπορούν να συμφιλιωθούν, από το πλήθος των φιλοσοφικών και αισθητικών ρευμάτων που απασχολούν τη σκέψη του ίδιου ανθρώπου την ίδια στιγμή, τότε πρέπει να ομολογήσουμε, ότι ο πολιτισμός μας είναι από τους πιό γηρασμένους». Και τα έλεγε αυτά ο Βαλερύ πρίν από τριανταδύο χρόνια ακριβώς. Σήμερα ο πολιτισμός μας έχει πολύ περισσότερο γεράσει, δηλαδή έχει πολλαπλασιάσει τις αντιφάσεις του.

     Μέσα από το χάος των αντιφάσεων και της πλήρους ασυνεννοησίας πρέπει να βγάλουμε, γιατί πρέπει να ζήσουμε, ένα κανόνα ζωής. Δεν μπορούμε να ζούμε κανονικά χωρίς κανόνα ζωής, δεν μπορούμε να τείνουμε προς το τίποτε, και τείνουμε προς αυτό ζώντας αντιφατικοί, αδιαμόρφωτοι και απροσανατόλιστοι. Κάτι τέτοιο όμως είναι αντίθετο προς τη φιλοσοφική έννοια του ανθρώπου, και γενικότερα, προς την έννοια του κόσμου.

     Ίσως ο πιο κατάλληλος τρόπος να βρούμε ένα σχήμα ιδανικού βίου είναι ν’ αρχίσουμε να αφαιρούμε. Να τα αρνηθούμε, για μιά στιγμή, όλα, να γυμνωθούμε από όλα, να ζήσουμε την παρθενική σημασία και αξία της απλότητας. Και να αρχίσουμε ύστερα να ενδυόμαστε πάλι, με περίσκεψη και φειδώ. Και κάθε νέο μας ένδυμα να το καθαρίζουμε από τη φορτική χλιδή του, από την καταστρεπτική σκόνη που του άφησαν η μακρόχρονη χρήση του, η καθημερινή συνάφεια και συναλλαγή.

     Δεν είναι εύκολο να ζητούμε κάθε τόσο νέα ιδανικά, τα ιδανικά δεν είναι είδος βιομηχανικής παραγωγής, όλα τα ιδανικά όλων των εποχών στάθηκαν τρομερά λίγα. Άς πούμε: η αδελφότητα, η ειλικρίνεια, η ελευθερία. Πρέπει, απλώς, να ανανεώνουμε τα ιδανικά, πού τα γήρασε η συνάφεια και η συναλλαγή.

     Μπορεί λοιπόν ο σύγχρονος άνθρωπος να αναζητήση ένα ουσιαστικό σκοπό ζωής ανανεώνοντας κάποια παλιά, πεσμένα ή περιφρονημένα ιδανικά, απαλλάσσοντάς τα δηλαδή από το ψέμα και τη διαφθορά,, με την οποία οι αιώνες τα έντυσαν, χαρίζοντάς τους πάλι την ιδανική, παρθενική τους απλότητα. Είμαι απλός σημαίνει προσπαθώ να ξεφύγω από το φοβερό χάος και τη φοβερή σύγχυση της εποχής μας.   

-ΕΤΟΣ Δ΄ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1964, Φύλλο 40, σ. 58, H DISCIPLINA KAI O IMPERATOR

    Υπάρχουν μερικά πράγματα, στα οποία είναι αδύνατο, θα μπορούσαμε  ίσως ακόμη να προσθέσουμε και ανήθικο, να πρωτοτυπείς. Κυρίως αυτό συμβαίνει σε ό,τι αφορά την «πρακτική» ζωή, τους κανόνες που ρυθμίζουν  την κοινωνική ζωή του ανθρώπου. Σφυρηλατούνται αυτοί, και προκρίνονται από άλλους, με βάση την πείρα αιώνων, χωρίς ν’ αφίνουν πολλά περιθώρια για την αναζήτηση της πρωτοτυπίας, η οποία θα είχε μειονεκτήματα να είναι αδοκίμαστη από τα χρόνια και την πράξη. Η πρωτοτυπία είναι το κατ’ εξοχήν προνόμιο της τέχνης, όχι της ζωής.

     Έτσι και οι απόψεις πάνω στη σχέση πού συνδέει τη μάζα με την προσωπικότητα, μοιραία επαναλαμβάνονται κάθε φορά περίπου αμετάβλητες, από τον καιρό π.χ. όπου η disciplina των ρωμαϊκών λεγεώνων και του ρωμαϊκού ανθρώπου αποτελούσε την πλατειά και μαζική βάση, πάνω στην οποία στηριζόταν και υψωνόταν κατακόρυφα το μοναδικό πρόσωπο, ο imperator. Η μάζα είναι πάντα απαραίτητη για να θεμελιώσει το πρόσωπο, και το πρόσωπο είναι απαραίτητο πάντα να κινήσει τη μάζα.

     Θα μπορούσαμε πάντως να σταθούμε κάπως ιδιαίτερα σ’ αυτή την ανάγκη της αμοιβαίας ακτινοβολίας: την ανάγκη όχι μόνο η μάζα να δέχεται κάποιες από τις διαχωριστικές τομές που χαράζει ανάμεσα στο πολτοποιημένο πλήθος η προσωπικότητα, αλλά, από το άλλο μέρος, την ανάγκη το πρόσωπο να δέχεται κάτι από το πνεύμα και, ακόμα, από το ήθος του πλήθους. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το στοιχείο, η ύλη εκείνη που θα συγκολλήσει τον υψηλό στύλο της προσωπικότητας πάνω στο επίπεδο της μάζας. Οι προσωπικότητες που ζούν μέσα σε κοινωνίες, οι προορισμένες (και ποιές δεν είναι στο βάθος προορισμένες;) να περάσουν στις δέλτους της ιστορίας των λαών, δεν μπορούν να φτάσουν στην αφασία και την αποχή του Κυρίου Τέστ. Διαμορφώνουν και μιά κοινωνική νοοτροπία, που παρουσιάζει μιά σειρά σημεία επαφής με τη νοοτροπία των πολλών. Από την ομαδικότητα, γιατί όχι και από τη μαζικότητα, δε μπορεί εύκολα (εμείς πιστεύουμε και ότι δεν πρέπει) ν’ απαλλαγεί ο άνθρωπος, έστω και αν είναι αυτό πού συνήθως λέμε ένας ανώτερος άνθρωπος, έστω και αν στο βάθος περιφρονεί τη μαζικότητα. Η μαζικότητα είναι η στάμπα της εποχής-κάνοντας ό,τι κάνουν και οι άλλοι ζείς την εποχή σου, ζείς μέσα στην εποχή σου-, και η πλειονότητα των ανθρώπων σταμπάρεται από την εποχή. Το ποσοστό μόνο διαφέρει, ανάλογα με τις περιπτώσεις, ανάλογα, δηλαδή, με τις προσωπικότητες.

     Ώστε πρέπει η μάζα να μην παύει ποτέ να νοσταλγεί τον ήλιο του προσώπου, το πρόσωπο να μη λησμονήσει ποτέ το χώμα, όπου πατεί και ψηλώνει. Όλη η «κοινωνική» ουσία του ανθρώπου είναι αυτή, η μάζα να τείνει να γίνει πρόσωπο, και να μη γίνεται εντελώς ποτέ (γιατί τότε η ομαδική ζωή θ’ ανατιναζόταν στον αέρα), η προσωπικότητα να τείνει να γίνει μάζα, και να μη γίνεται (γιατί τότε η ομάδα δεν θα ‘ξερε κατά πού, και πώς, να τραβήξω). Πρέπει με άλλα λόγια να λείψει από ανάμεσά τους η περιφρόνηση και το μίσος, να αγαπούν και να θαυμάζουν, να αγαπούμε και να θαυμάζουμε. Η ζωή δεν προάγεται με τις μονομέρειες, τις οποίες υποθάλπουν το μίσος και η περιφρόνηση. Η ζωή έχει ανάγκη από την αγάπη και το θαυμασμό, πού φέρνουν τον ένα κοντά στον άλλο. Η ζωή θέλει και το πρόσωπο και τη μάζα.    

-ΕΤΟΣ Ε΄ ΜΑΙΟΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ, 1965,  Φύλλο 45, σ. 26-27, Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

        Είμαστε από εκείνους οι οποίοι την ερώτηση: «έχει η ποίηση μέλλον;» εξισώνουν με την ερώτηση: «έχει ο άνθρωπος μέλλον;» Νομίζουμε δηλαδή, ότι πρόβλημα επιβίωσης της ποίησης δεν υπάρχει, ή, τουλάχιστον, υπάρχει τόσο, όσο και το πρόβλημα της επιβίωσης του ανθρώπου στο μέλλον.

      Φυσικά οι αντιρρήσεις σε μιά τέτοια ρομαντική και ουσιαστική άποψη είναι και πολλές και πρόχειρες. Πρώτα πρώτα ο ομολογούμενος ρομαντισμός της: Πόσοι άνθρωποι ταυτίζουν, στη ζωή τους, την ποίηση με την ύπαρξή τους;  Πόσοι άνθρωποι θεωρούν αναμφισβήτητη προϋπόθεση της ζωής την ποίηση, αισθάνονται τις βαθιές επιδράσεις της απουσίας της ποίησης από τον καθημερινό μόχθο τους και αγώνα; Ας συγκεντρώσουμε, σ’ ένα υποθετικό συλλαλητήριο, πυκνά πλήθη λαού, μεγάλες μάζες του κόσμου, και άς ρίξουμε για συνθήματα μερικά ονόματα διαλεγμένα έστω, με προσοχή και όχι στην τύχη: Νοβάλις, Ρίλκε, Βαλερύ, Έλιοτ, Λόρκα, Μαγιακόφσκι και άλλα ισοδύναμα. Πόσοι θα τα αναγνωρίσουν και θ’ αρχίσουν τις ζητωκραυγές, πόσοι θα παραδεχτούν ειλικρινά ότι χωρίς το φώς, χωρίς τη λύτρωση και τη χαρά της ψυχής που τους χαρίζουν τα ονόματα εκείνα, θα ήταν πολύ δυστυχισμένη η ζωή τους και αμπόρετα και ασήκωτα το βάρη της βιοτικής μέριμνας; Βέβαια λίγοι, πολύ λίγοι.

     Αλλά, επί τέλους, και οι «λίγοι», όπως και οι «πολλοί», είναι μιά έννοια πού αναδείχτηκε μέσα στη ζωή και μέσα στην ιστορία, είναι, για να θυμηθούμε κάπως τον Πλάτωνα, με μιά έννοια χωρίς την οποία δε θα υπήρχε και η αντίθεσή της, δε θα υπήρχαν οι «πολλοί».

     Η ζωή δε θα μπορούσε να παρασταθεί χωρίς τους λίγους, όπως, φυσικά, δε θα μπορούσε να παραταθεί και χωρίς τους πολλούς: Εκείνοι και αυτοί συντηρούν τη ζωή και πολλαπλασιάζουν τις σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Και οι λίγοι δεν θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς την ποίηση, όπως και αν εννοήσουμε τη λέξη αυτή. Γιατί η ζωή γι’ αυτούς είναι:

Αείχρονη

Αεικίνητη

Τελειώνοντας και ξαναρχίζοντας

Με εκπλήξεις και φαντασμαγορίες

Σοφά τεχνάσματα έμπειρα

Ένστικτα ρίγη

Καθώς η θάλασσα της τρικυμίας

 

Ή ο έρωτας κάποτε

Και πάντα η π ο ί η σ η.

     Οι στίχοι αυτοί του Μηνά Δημάκη, που είναι αφιερωμένοι στη ζωή, είναι μιά ομολογία πίστεως πού και άλλη θα συνυπόγραφαν με προθυμία..

     Πέρα όμως από αυτό, η ποίηση είναι μιά ιδέα, της οποίας δεν μπορούμε να προεικάζουμε τους οπαδούς κάθε φορά Υπάρχουν καιροί, και υπάρχουν τόποι, όπου οι πολλοί αγάπησαν την ποίηση. Και τίποτα δεν μπορεί να μας αποκλείσει ότι το μέλλον μας επιφυλάσσει τέτοια καινούρια πάνδημη αγάπη της ποίησης πάλι.

     Όπως πάντως και αν έχει το πράγμα, η ποίηση είναι η βαθιά ανάσα εκείνων  που κάθε φορά γεννιούνται με μιάν ιδιαίτερη ευαισθησία και, πληγωμένοι από τις αιχμηρές πλευρές πού συνήθως η ζωή έχει (γιατί η ζωή τις περισσότερες φορές είναι κόλαση και όχι παράδεισος), νοιώθουν τη ζ ω τ ι κ ή ανάγκη να τις αμβλύνουν και να τις ομορφήνουν, για να μπορέσουν να τις βαστάξουν: αυτή η άμβλυνση και η ομορφιά, πού είναι και ζωτική ανάγκη υπάρξεως για τους ανθρώπους αυτούς, είναι η ποίηση.    

-ΕΤΟΣ ΣΤ΄ ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ, 1966, Φύλλο 49, σ. 59, ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ.

      Ας μη γελιόμαστε, η ζωή μας δίνει το μεγαλύτερο μάθημα επανάληψης και μονοτονίας. Εξακολουθούμε να γεννιόμαστε, να ζούμε, να αγαπάμε και να πεθαίνουμε όπως οι άνθρωποι ενός απώτατου παρελθόντος και όπως, καθώς είναι σχεδόν βέβαιο, οι άνθρωποι ενός απώτατου μέλλοντος. Εκείνο το παλαιό, τριμμένο από τη χρήση, με τη σκονισμένη του έκφραση ρητό, το διδασκαλικό εκείνο «οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους», όσο και αν δεν ισχύει για μερικές μορφές και εκδηλώσεις του ιστορικού γίγνεσθαι, που ανάγονται πάντως όλες στον τομέα της πολιτικής ιστορίας, σφύζει αλίμονο, παρ’ όλη τη σκόνη και την τριβή του, από π ρ α γ μ α τ ι κ ή αλήθεια και επικαιρότητα παντοτινή: είναι ο ίδιος ο νόμος της ζωής, η οποία φεύγει και ξανάρχεται με τις όμοιες της άνοιξες ή τα όμοια πρωινά της, με τους ίδιους έρωτες ή τους ίδιους θανάτους. Πρέπει να το ομολογήσουμε, είμαστε δέσμιοι της τυπικότητας και της κανονικότητας των φαινομένων που ρυθμίζουν τη ζωή μας. Ζώ θα πή παρακολουθώ την παντοτινή επανάληψη των ίδιων πραγμάτων και των ίδιων φαινομένων, παρακολουθώ την ομοιότητα του χτές με το σήμερα και του σήμερα με το αύριο.

     Βέβαια το να μάχεσαι ν’ αλλάξης, όσο μπορείς, την κανονικότητα και την ομοιομορφία των φαινομένων είναι, σίγουρα, μια μορφή πνευματικής και ηθικής ελευθερίας, μιά ουσιαστική εκδήλωση του αγώνα που κάνει ο άνθρωπος να παγιώση και να μ ο ρ φ ώ σ η το πρόσωπό του: Πρέπει, όσο μπορούμε, να αγωνιζόμαστε και να μεταβάλλουμε τα φαινόμενα της ζωής, ο καθένας με τον τρόπο του: να τα παρουσιάζουμε αλλιώτικα, να τους δίνουμε μιά νέα όψη, που θα είναι και η δική μας όψη: «να λές πράγματα ειπωμένα ήδη, και να κάνης τον άλλο να πιστέψη πώς τα ακούει για πρώτη φορά, ε δ ώ βρίσκεται όλη η τέχνη του λόγου», έλεγε κάποτε ο Ρεμύ ντε Γκουρμόν. Το ίδιο ισχύει και για κάθε άλλη εκδήλωση της τέχνης ή της ζωής.

     Υπάρχει όμως και μιά άλλη όψη πρωτοτυπίας, από την άλλη πλευρά’ αυτή που δε μετριέται από τη μεταβολή του φαινομένου, αλλά από την ένταση του πάθους, με το οποίο το ζεις: μπορείς ν’ αλλάξης, πρωτοτυπώντας, το είδος του φαγητού σου, αλλά μπορείς ν’ ανανεώσης την όρεξη με την οποία το τρώς στην ίδια, παλιά συνταγή! Μπορείς ν’ αφήσης μιάν ιδέα ανέπαφη, αναλλοίωτη, ν’ αγαπήσης π.χ. το Θεό με τη μορφή πού τον αγαπούσε ο απόστολος Παύλος, και να περιορίσης την πρωτοτυπία σου απέναντι στους άλλους στο π ά θ ο ς, με το οποίο θα τον ξαναγαπήσης. Το πάθος είναι το μεγαλύτερο αντίδοτο της ομοιομορφίας: αφήνεις το φαινόμενο ή το αντικείμενο όμοιο και δεν τα αλλάζεις εσύ, ξαναζώντας παρθενικά και δυνατά, σα να είσαι ο πρώτος και ο τελευταίος, το μυστήριο της ζωής. Ο ίδιος άλλωστε Γάλλος κριτικός, που σημειώσαμε πιό πάνω, είχε πει, αμέσως ύστερα από τα λόγια του εκείνα: «όλη η τέχνη του ζήν βρίσκεται στο να ξ α ν α ζ ή σ η ς τη ζωή» πού τόσοι άλλοι έζησαν και θα ζήσουν στον αιώνα, σα να μη την έζησαν άλλοι και σα να μην πρόκειται να τη ζήσουν. Και αυτή η πρωτοτυπία, που είναι περισσότερο ένα βαθύ πάθος πίστης σε κάποιες σταθερές και αμετάβλητες αξίες της ζωής, είναι ίσως η πιό ουσιαστική και η πιό δυνατή.

     Για την συμμετοχή του καθηγητή στο περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ»,-την δεύτερη περίοδό του- ενημερωνόμαστε από τους δύο τόμους  «ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ» ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ-ΘΕΜΑΤΩΝ, τόμος  Α΄-Ι’ 1971-1981, τόμος ΙΑ΄-Κ΄ 1982-1991, «Ελευθερία και Γλώσσα»- Ευθύνη-Αθήνα, Οκτώβριος 1982 και Ευθύνη-Αθήνα , Δεκέμβριος 1993. Η ευρετηρίαση των συγγραφέων του πρώτου τόμου έγινε από τον Αντρέα Ιατρίδη και του δεύτερου τόμου από τον Αντώνη Τσακίρη. Ενώ η ευρετηρίαση των Θεμάτων και των δύο τόμων έγινε από τον εκδότη Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Αντιγράφουμε από το ευρετήριο της σελίδας 64 του δεύτερο τομιδίου ΙΑ΄-Κ,1982-1991.  «Μερακλής Μ. Γ.: Προσανατολισμοί: Χάραγμα για τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, ΙΑ΄283, -Χάραγμα για τον Παντελή Πρεβελάκη, ΙΕ΄198. -Χάραγμα για τον Αλέξη Μινωτή, ΙΘ΄620. -Ένα βιβλίο ποιημάτων, Κ΄231.

     Όπως παρατηρούμε, η πρώτη αυτή συμμετοχή στο φυλλάδιο της «Ευθύνης» που συμμετέχει ο καθηγητής δεν έχει να κάνει με κριτικές βιβλίων ποίησης ή πεζογραφίας, ή δοκιμιακών μελετών, όπως γίνεται στα μετέπειτα χρόνια στα νεότερα περιοδικά, βλέπε πχ. η «Νέα Πορεία» της Θεσσαλονίκης, «Η Νέα Ποίηση», «Η Λέξη», η «Νέα Εστία», η «Ομπρέλα», το «Εντευκτήριο», το «Διαβάζω», ο «Πόρφυρας» και σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, αλλά, είναι κείμενα στοχαστικού προβληματισμού, επιφυλλίδες που διαπραγματεύονται μια ιδέα, έναν στοχασμό, μία κρίση ή ένα απόφθεγμα ενός συγγραφέα ή κριτικού. Ακόμα και αυτό που αναφέρεται στην Ποίηση και τον Άνθρωπο, που είναι η δική του συγγραφική κατάθεση στο αφιέρωμα του φυλλαδίου νούμερο 45, στην Ποίηση και τον ρόλο της μέσα στην Κοινωνία..Κείμενα κοινωνικού προβληματισμού και στοχασμού-που θα μπορούσαν να δοθούν σαν θέματα έκθεσης στους μαθητές, έχουν δηλαδή, παιδαγωγικό χαρακτήρα. Παρόμοια κείμενα και άρθρα έγραψε και δημοσίευσε ο καθηγητής στις νεότερες δεκαετίες στις εφημερίδες το «Έθνος», ο «Ριζοσπάστης», η «Εβδόμη». Τα διάσπαρτα αυτά κείμενα, άρθρα, μελέτες, δοκίμια και κριτικές, δεν έχουν συγκεντρωθεί και εκδοθεί. Πολλές από τις «γενικές» ευρύτερες ιδέες και θέσεις του έχουν μεταφερθεί στα βιβλία που εξέδωσε και αφορούν την ελληνική ποίηση και πεζογραφία. Μια συνεχή και αδιάλειπτη γόνιμη παρουσία του καθηγητή Μιχάλη Γ. Μερακλή σχεδόν 70 χρόνια.  Και μιά μικρή παρένθεση. Στο φυλλάδιο νούμερο 45, στο αφιέρωμα για την Ποίηση, συμμετέχουν επίσης με κείμενά τους και οι: Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, «ΑΠΟΚΑΛΥΤΠΙΚΗ», Αντρέας Καραντώνης, «Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΗΜΕΡΑ», η Ζωή Καρέλλη, «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ», ο Τάκης Κ. Παπατσώνης, «Η ΑΤΡΩΤΗ ΜΟΥΣΑ», ο Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, «ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ», ο Νίκος Δ. Καρούζος, «ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ».    

-Και δυό λόγια «τεχνικής φύσεως» για το περιοδικό και τα Τετράδια «Ευθύνης». Όταν κατέγραψα τους 41 τόμους των Τετραδίων δεν αναφέρθηκα σε κάτι που για μένα είναι προφανές, εύλογο και αναμενόμενο. Δηλαδή, τα αρκετά ορθογραφικά λαθάκια που συνάντησα στους τόμους, στις ορθογραφικές αβλεψίες, στις πάνω από 8.000 σελίδες. Δεν το έπραξα γιατί δεν κατανοώ πως οι ειδικοί περί τη γλώσσα, παραβλέπουν ή αγνοούν την προσπάθεια, τον κόπο, τα έξοδα, τον προσωπικό μόχθο ενός ατόμου, συγγραφέα, εκδότη, επιστήμονα, ίσως ακόμα και γλωσσικό επιμελητή, και δείχνουν με το δάχτυλο συνεχώς τεντωμένο και με στεντόρεια φωνή κατακεραυνώνουν τα όποια ορθογραφικά λάθη ή αβλεψίες συναντάμε σε βιβλία ή εργασίες. Αυτά είναι αστεία πράγματα όταν έχεις να κάνεις με συγγραφικές εργασίες πολυσέλιδες, εκδόσεις  περιοδικών, βιβλίων κλπ. Ακόμα και από τους επαγγελματίες επιμελητές ξεφεύγουν λαθάκια, αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι προχειρολόγος ή δεν ξέρω τι άλλο. Σημασία έχει το τι λέει το κείμενο, τι διαπραγματεύεται, η ποιότητά του, το ταλέντο του συγγραφέα, οι ιδέες του, ο οραματισμός του, η σαφήνεια των γραφομένων του. Απολαμβάνουμε ένα κείμενο ή ένα άρθρο και συνήθως λησμονούμε τον προσωπικό μόχθο ενός συγγραφέα ή ακόμα και εκδότη. Όπως όταν εισερχόμαστε στο σπίτι μας και ανάβουμε αμέσως το φώς, παραγνωρίζοντας τις εργασίες και τα πειράματα των επιστημόνων και εφευρετών μέχρι την ανακάλυψη και κατοχή της ηλεκτρικής ενέργειας για να μπορούμε εμείς με μία κίνηση του διακόπτη στον τοίχο να έχουμε την ηλεκτρική ενέργεια, το φώς, να διαβάσουμε, να κάνουμε τις δουλειές μας, να μην χρησιμοποιούμε το σπαρματσέτο ή το κερί μέσα στο σκοτάδι. Γιατί τα αναφέρω αυτά, για να μιλήσω για δύο αβλεψίες που συναντάμε σε δύο τόμους των Τετραδίων Ευθύνης, και είναι αναγκαίο να επισημανθούν για την εγκυρότητα και μόνο της έρευνας. Να επαναλάβω και πάλι, δεν έχει να κάνει με ορθογραφικά λαθάκια που συναντάμε στα άρθρα, ούτε στις παραλήψεις ονομάτων (έχουμε δύο περιπτώσεις, που δεν αναγράφεται το όνομα πχ. του Βώρου ή αναγράφεται το πατρώνυμο αντίς του ονόματος, ή λανθασμένα το πατρώνυμο) αλλά με παράληψη αναφοράς του ονόματος του Μιχάλη Γ. Μερακλή στο εξώφυλλο του τόμου 3/10, 1977, που είναι αφιερωμένο στα 20 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, «ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ». Όπως γνωρίζουμε σε όλα τα εξώφυλλα των τόμων αναφέρονται τα ονόματα των συμμετεχόντων, στον συγκεκριμένο απουσιάζει το όνομα του Μιχάλη Γ. Μερακλή, το οποίο έχουμε στα περιεχόμενα του τόμου. Αν αντιγράψει δηλαδή κανείς τα ονόματα μόνο του εξωφύλλου, θα παραλείψει το όνομά του. Η δεύτερη περίπτωση προέρχεται από τον 1ο τόμο/ Μάιος 1976, «ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΤΑΚΗ Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ». Ο τόμος αυτός, χρειάζεται λιγάκι περισσότερο προσοχή. Ενώ αναγράφονται κανονικά τα ονοματεπώνυμα των συμμετεχόντων στα Περιεχόμενα, υπάρχει μια αταξία στις καταγραφές των σελίδων. Το κείμενο συμμετοχής του Μιχάλη Γ. Μερακλή, «ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΝΟΣ ΜΟΤΙΒΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ» δημοσιεύεται από τις σελίδες 72 έως 86. Με προηγούμενο το κείμενο του ποιητή Νίκου Φωκά και επόμενο του Δημήτρη Σταθόπουλου. Στην σελίδα των Περιεχομένων 155 επικρατεί μιά αταξία στην αναφορά των σελίδων. Ο Μ. Γ. Μερακλής δίνεται από την σελίδα 69 από λάθος. Πράγμα που σημαίνει ότι και οι σελίδες των άλλων συμμετεχόντων πρέπει να αλλάξουν. Οφείλουν δηλαδή να προσέξουν οι αναγνώστες του πρώτου τόμου τις σελίδες περιεχομένων των, Γιώργου Βαφόπουλου (σ. 25-27), Μηνά Δημάκη (28-33), Γιώργου Θέμελη(34-43), Δημήτρη Π. Παπαδίτσα(44-50), της ποιήτριας Μελισσάνθης(51-56), του Τάκη Βαρβιτσιώτη(57-58), του Νίκου Φωκά(59-71), του Δημήτρη Σταθόπουλου(87-92). Στο πρώτο σημείωμα, κατέγραψα τις σελίδες κανονικά του τόμου αφιέρωμα στον Τ. Κ. Παπατσώνη. Κάτι επίσης που βλέπουμε συχνά, όταν διαβάζουμε το όνομα του ποιητή Τάκης Παπατσώνη είναι, ότι αναγράφεται και ως Παπατζώνης.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020.

ΥΓ. Και μια μικρή παρατήρηση που ενδεχομένως να λαθεύω. Νομίζω κάθε σκεπτόμενος σοβαρά πολιτικά Έλληνας ή Ελληνίδα, θαυμάζει και σέβεται την χαροκαμένη μητέρα του Π. Φ.. Θαυμάζει το κουράγιο και την αντοχή της μέχρι να αποδοθεί δικαιοσύνη για τον θάνατο του παιδιού της. Αυτό είναι δεδομένο. Όμως, η αιματοβαμμένη Σημαία του Πολυτεχνείου, δεν μπορεί να μεταφέρεται σε κάθε πόλη και χωριό της Ελλάδας. Είναι ένα σύμβολο με ιερή και αγωνιστική σημασία μιας αγωνιστικής και αντιστασιακής πράξης που συνέβει το 1973 από φοιτητές, φοιτήτριες, εργάτες, υπαλλήλους, μαθητές, καθηγητές, μικρούς και μεγάλους, όλων των εξεγερμένων Ελλήνων ενάντια στην χούντα των συνταγματαρχών. Δηλαδή από όλους τους αντιχουντικούς Έλληνες, και όχι από μια συγκεκριμένη μόνο πολιτική παράταξη, ή ιδεολογία. Στο Πολυτεχνείο όσοι θυμούνται, και δεν μεροληπτούν, ήσαν Έλληνες και Ελληνίδες διαπαραταξιακά. Δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί, κομμουνιστές, αναρχικοί, ανένταχτοι, άτομα που προέρχονταν από μη κοινοβουλευτικές παρατάξεις. Πολιτικοί παλαιοί που έρχονταν και άφηναν τρόφιμα. Όλοι ενάντια στην δικτατορία. Αν δεν κάνω λάθος, θεωρώ ότι ο συμβολισμός αυτός, όπως και η Σημαία του, δεν μπορεί να γίνεται μια εμποροπανήγυρις ή να την εκμεταλλευόμαστε για κομματικό όφελος  των σημερινών συνθηκών. Να φωτογραφιζόμαστε λες και πήγαμε φιλική εκδρομή. Τα μηνύματα του Πολυτεχνείου είναι ακόμα παρόντα και ζητούμενα, ανήκουν όμως σε όλους τους αγωνιζόμενους Έλληνες και Ελληνίδες όπου και αν ανήκουν πολιτικά ή επιλέγουν να ακολουθήσουν την άλφα ή βήτα ιδεολογία. Δεν κάνουμε αγώνα αγωνιστικής σκυταλοδρομίας σε μιά εκ των υστέρων ολυμπιάδα. Εξάλλου, οι νέες γενιές των ελληνοπαίδων ούτε έζησαν αυτά τα πραγματικά γεγονότα ούτε θυμούνται τίποτα. Ό,τι γνωρίζουν είναι από τα διάφορα της τηλεόρασης ντοκιμαντέρ και τα βιβλία που εκδόθηκαν, τις εξομολογήσεις τρίτων. Γιαυτό λοιπόν, άλλο σεβασμός και εκτίμηση, σε μια ελληνίδα μάνα που έχασε άδικα το παιδί της, και άλλο η φωτογράφιση με την Σημαία του Πολυτεχνείου. Γιατί χαροκαμένες μανάδες υπάρχουν και από άλλες παρατάξεις, και θα πρόσθετα και αλλοδαπές μανάδες που έχασαν τα παιδιά τους από ελλήνων ενέργειες, ή την μάνα της Μυρτώς που παλεύει με έναν ζωντανό «θάνατο» της κόρης της. Εκτός αν κάνω λάθος. Αν υπήρχε μια περίπτωση εξαίρεσης, ίσως θα ήταν η μητέρα του Αξαρλιάν. Τα πολιτικά μίση και ιδεολογικά πάθη πάντα έφερναν άσχημα αποτελέσματα και προκαλούσαν θλίψη και πόνο. Αρκετή δεν βιώνουμε από την ίδια την Ζωή και την Φύση.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου