Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2020

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ

 

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ  ΤΟΥ  ΓΙΩΡΓΟΥ  ΣΕΦΕΡΗ

ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ  ΧΡΟΝΙΑ  ΑΠΟ  ΤΟΝ  ΘΑΝΑΤΟ  ΤΟΥ

ΤΕΤΡΑΔΙΑ  «ΕΥΘΥΝΗΣ» ΝΟΎΜΕΡΟ 25/Σεπτέμβριος 1986, σ. 222.

-Η «ΕΥΘΥΝΗ», 7-8

 ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΡΥΦΗ

Δεκαπέντε χρόνους μετά την κοίμησή του, ο Σεφέρης παραμένει, ολόρθος κι επιβλητικός, στο κέντρο της ποιητικής επικαιρότητας στον τόπο μας. Γι’ αυτόν, χάρη στους επίμονους φίλους και θαυμαστές του, δεν υπήρξε, όπως γι’ άλλους σπουδαίους συγγραφείς, περίοδος «καθαρτηρίου» που σημαίνει μιά περίπου δεκαετία σιωπής και περισυλλογής, αμέσως μετά τον θάνατό, γύρω από την προσωπικότητα καιι το έργο του λογοτέχνη.

     Έτσι, τα δεκαπέντε αυτά χρόνια δεν φαίνεται να είναι αρκετή απόσταση για να ατενίσει ο καλόπιστος αναγνώστης το έργο του πιό χαρακτηριστικού και του πιό σύγχρονου νεοέλληνα ποιητή του αιώνα μας. Γιατί δεν έχει τρόπο να συναρτήσει τον λόγο του με μιά πλούσια σιγή και περισυλλογή, ούτε να ασκήσει την κρίση του μέσα σε απόσταση χρόνου ικανή να καθαρίσει την θολότητα του καθημερινού, εύκολου λόγου και να επιτρέψει στο βλέμμα του πνεύματος να εισχωρήσει στα πιό βαθιά σπλάχνα του καλλιτεχνικού έργου.

     Ωστόσο, αμφιβάλλουμε αν η κρίση του μέλλοντος θα είναι διαφορετική από την σημερινή, την δική μας κρίση: Ο Σεφέρης υψώνεται ως ένας αληθινά μέγας ποιητής που έζησε την γλώσσα με ιερό πόνο κι ερμήνευσε τον ελληνισμό, ριγμένο μέσα στη φρικτή εμπλοκή του αιώνα μας, με απαράμιλλη δραματικότητα πού συχνά κορυφώθηκε σε μιά λακωνική, στωική και απελπισμένη τραγικότητα.

     Έπλασε ο Σεφέρης μιά ποίηση περιληπτική του ελληνικού βίου μέσα στην Ιστορία και την έπλασε με γλώσσα πυκνή, λιτή, αποφθεγματική, συναρθρωμένη στους καημούς του αιώνα μας και στην κρίση ελληνικότητας του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο ποιητικός του τρόπος απομένει αρυτίδωτος  και για τούτο κλασικός, πάντοτε ισχυρός και σε κάθε στιγμή επίκαιρος, δηλαδή αθάνατος. Ο στοχασμός του προχώρησε άτρεμος προς το ουσιώδες και φώτισε αλήθειες με διαχρονική εγκυρότητα.

     Τιμούμε σήμερα την απαράμιλλη ποιητική του γλώσσα, την δραματική ελληνική του συνείδηση, τον φιλελεύθερο πατριωτισμό του, ατενίζουμε την μορφή του ως μορφή διδάχου υψηλού και σοφού και σκεπάζουμε την ιερή πέτρα του τάφου του με δάφνες.

-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ,  119-142, Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΚΑΙ Η ΕΠΙΤΟΛΗ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ (Οι Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη και τα Τρία Κρυφά Ποιήματα),

-ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ, 143-147,  ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΗ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ» ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ.

-ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, 148-155, ΤΟ ΨΟΦΙΜΙ ΤΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΑΜΦΥΛΙΟΣ ΑΡΙΔΑΙΟΣ Σχόλια στο «Επί Ασπαλάθων».

-Γ. ΚΑΡΤΕΡΗΣ, 156-162, ΠΑΝΩ ΣΤΗ «ΣΤΡΟΦΗ» ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑ.

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΡΣΟΣ, 16-22, Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ.

-ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ, 23-28, Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΟ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ.

-ΝΙΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ, 102-112,  Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ.

-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ, 29-50, Η ΑΙΝΙΚΤΙΚΗ ΥΛΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ.

-ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΡΚΑΚΗΣ, 163-165,  ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ Γ. ΣΕΦΕΡΗ.

-ΚΩΣΤΑΣ Π. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, 51-62, «ΑΓΓΕΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟ ΦΩΣ» Ο ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ.

-ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, 166-170, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ: ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ Από το «Επάνοδος από την Ελλάδα» στις «Γάτες τ’ Άϊ- Νικόλα».

-ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, 113-118, ΤΑ «ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ.

-ΠΕΔΡΟ ΜΠΑΝΤΕΝΑΣ ΝΤΕ ΛΑ ΠΕΝΙΑ, 63-69,  Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ.

-ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΛΗΣΗΣ, 70-77, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΕΡΟΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑΣ  ΠΟΙΗΤΗΣ.

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΟΥΡΝΤΟΥ, 171-182,  Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ «ΕΠΙΦΑΝΙΩΝ, 1937».

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΤΣΑΤΣΟΣ, 9-15,  ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ.

-ΚΩΣΤΑΣ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, 183-185,  ΠΕΝΤΕ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ από μιάν ανάγνωση της «Κίχλης».

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΦΩΤΕΑΣ, 78-92,  Ο ΕΝΙΑΙΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ. (Προσωπική ανάγνωση του Χειρογράφου Σεπτ. ’41 των Πολιτικών Ημερολογίων Α΄ και Β΄).

-ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΟΝΑΣ, 93-101,  ΤΟ ΜΥΣΤΡΙ  ΚΑΙ  Η ΓΟΡΓΟΝΑ.

ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΤΣΟΥ

Α΄ΠΟΙΗΜΑΤΑ που θεωρούνται άγνωστα, 189-201

ΣΤΕΡΝΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ, 189-191

ΠΑΡΙΣΙ- ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1918, 191-193

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ, 193

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ, 193-194

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ, 194-195

ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΟ, 195-196

ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ, 196-197

ΛΟΓΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ, 197-198

Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΦΑΛΙΧΤΑ (Ίσως για ένα πορτραίτο του Da Vinci), 198-199

ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΙΣ ΚΑΛΕΣ, 199-201

Β΄ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ  ΔΟΚΙΜΕΣ

LA BELLE DAME  SANS MERCI

 του Keats, 202

Για το κορμί της έπλεξα στεφάνι,

                Βραχιόλια κιόλας, ζώνη όλη μάσκια

Κύτταξε * προς εμέ σαν νάχε αγάπη,

                Και βόγγυξε γλυκά.

--

Ρίζες γλυκόχυμες μου βρήκε γύρω,

 Και μέλι άγριο, και μάννα δροσερό’

Και βέβαια με παράξενη μιλιά είπε,

                Αλήθεια σ’ αγαπώ.

--

Στη νεραϊδένια της σπηλιά με πήρε,

                Στέναξε εκεί με μιά ματιά θολή,

Κ’ εκεί έκλεισα τ’ άγρια πικρά της μάτια

                Μ’ ένα στερνό φιλί.

--

Και εκεί μας πήρε  ο ύπνος στο χορτάρι,

        Και κεί ονειρεύτηκα, πάλι μου, αλιά,

Τ’ όνειρο απ’ τα όνειρα το πιό στερνό μου

                Στη κρύα βουνοπλαγιά.

--

Ρηγόπουλα, ρηγάδες χλωμούς είδα,

                Θανατερά χλωμοί ήταν όλοι αυτοί.

‘La belle Dame sans merci”, πού κράξαν

                Σκλάβο της σε κρατεί!»

--

Είδα τα χείλια τους σκεβρά μεσ’ στα σκοτάδια,

                Μ’ άγρια φοβέρα ορθάνοιξαν φαρδιά,

και ξύπνησα, και βρέθηκα εδώ πέρα

                Στη κρύα βουνοπλαγιά.

*Σημ. αντιγραφέα. Πλάι στη λέξη αυτή ο Γ.Σ., κάτω από ένα σχήμα με δυό πόδια σχεδιασμένο από τον ίδιο, σημειώνει: «Τούτο το διάρι/ πήρε ποδάρι».     

Ο ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΟΥΛΑΣ του E. Rostand, Musardises, 203-204

ΑΟΡΙΣΤΗ ΘΥΜΗΣΗ  Ή ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ, του (E. Rostand, Musardises σ. 152), 204-205

ΤΑ  ΝΕΡΑ  ΤΗΣ  ΔΑΜΑΣΚΟΥ 

     Της  Comtesse  de  Noailles, 205-207

Μακρυά σας, ώρηα κλίματα, πόση ευτυχία χαμένη!

Δε θα τη δω τη Δαμασκό την κοσμοξακουσμένη.

Μα κλείνοντας τα μάτια μου, μά αφίνοντας σταχτό

Μές στην  ψυχή μου το όραμα να διασταλάει, γροικώ

Τον ήχο, πού τα γάργαρα κάνουν, ως λέν, νερά της…

Ήχο χίλιων Χαρίληδων, ήχο Πηγής δροσάτης

πού στής Αρμίδας το μπαξέ κυλιέται πλανερά

Ήχο από νεροσούραυλα και ντέφια υδατερά,

Ήχο άσπρο κι’ άσπρον, ασημικό, γυαλάτο, κυκλοβάτη,

Ήχο ψαριού πετάμενου και αχνογλυστράρη Μπάτη!

Άχ! πώς σας βλέπω κρύσταλλα νερά, γλαρά, γλυκά,

Πού ραίνετε, σημαίνετε, σήμαντρα ζωτικά,

Στις γούρνες ανεβαίνετε, ποτίζετε λειβάδια,

Ξανασυντριβανίζετε, πηδάτε στα πηγάδια,

Στα λούλουδα, πού τα χλωρά στήθια τους σπαρταρούν…

Δροσόπανα τρεχάμενα, χαρούλες πού γλυστρούν,

Παιχνίδι ενός νερόκοσμου, πού δεν μπορεί μιά στάλα

Να πάψη το τραγούδι του, το γέλιο, την πηλάλα,

Τά σπιθερά πηδήματα λές του Μαγιού κλαριά

Μαργαριταροστόλιστα, πού απλώνει η κερασιά!

Σγουρά σερμπέτια αναλυτά, λιανότρεμα, όλο ανάβρες

Γύρω απ’ το θολό τον καφτό, των Φοινικιών τις λάβρες,

Σείς πού σκορπάτε στο άπλωμα κάθε σας τουλπανιού

Μιά δροσερότη ποπωνιού και κούμουλου απιδιού,

Τη δροσερότη του μπαμπού, της ψάθας της πλεμμένης,

Της κιτριάς της όμορφης, της ροδομυρωμένης,

Πού τρέχετε, δουλεύτε νερά, σά σκλάβες νειές

Πού ανεβαινοκατεβαίνοντας, σκορπάνε μουσικές

Δροσάτη τρέλλα μ’ όλα της τ’ ασημικά κουδούνια!

Ρυάκια πού ερεθιζόσαστε κουνιούστε σαν σε κούνια,

λύνετε τις ζωνούλες σας τις δένετε ξανά

Και οι τοίχοι αντιζαρώνουν σας και ο θάμνος σας κεντά…

-Πιό δροσερά από πλάτανο και κέδρα σκοτισμένα,

Σαν τις σκιές μας δίνεται νέφια χαμωστρωμμένα,

Κύματα χίλια, σύσφιχτα, κοπαδιαστά, ισκιερά,

Σαν χελιδόνια σμαρωτά πού σμίξαν τα φτερά!...

-Ώ χώρας ώρηας ομορφιά, με μπράτσα οπού αντηχούνε

από τα νεροβραχιόλια σου, πού μυριοτραγουδούνε,

Εσένα πού θα κράταγα κατάκαρδα σφιχτή

Πού, με κάποιαν αγνώριστη πρίν από μας ορμή

Θα γιόμιζα με στεναγμούς κι’ αγάπες πέρα ως πέρα

Για να δούν τα μάτια μου τάχα θαρθή μιά μέρα;

Τά ρυάκια των χειλιών νε σου, θα μούδιναν δροσειές

Για να ησυχάσω του έρωτα τις θέρμες τις βαρειές,

Τάφου δροσιά γυρεύοντας θάριχνα την καρδιά μου

Κάτω από τα νερόδιχτυα σου, βρόχια που σέρνεις  χάμου

θάβλεπα το νεροφευγιό σαν μπίλλιες κυλητό,

Σαν μάτια, ρόδα και σαν τις παστίλλιες γυαλιστό.

Και με ματιές πού μούδιασαν με ανέμελα τα χέρια

Νιώθοντας πώς παράδεισος γίνομαι εγώ-ακέρηα

Με καντηλένες σπέρνοντας, τον ουρανό, απαλές

Στα νεροπόντια αφίνοντας τα ονειράτιά μου, πλέρια

Με τη ζωή μου θάκανα μεσ’ στις κρηνοσυρμές

Ένα λουλουδοπέταλο πού φέρναν οι πηγές

πρός τους κρυμμένους ουρανούς τα θεία τα μεσημέρια…     

ΔΥΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ, 209-212

-ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, 213-217

 ΒΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ

1900 . 29 Φεβρουαρίου/ 13 Μαρτίου. Γέννηση του ποιητή στη Σμύρνη, ο πατέρας του Στέλιος Σεφεριάδης (1873-1951) δικηγορούσε εκεί και ήταν διδάκτορας της Νομικής Σχολής του Παρισιού. Ο παππούς του Στέλιου Σεφεριάδη καταγόταν από την Αίγινα. Ο Σ. Σεφεριάδης θα μεταφράσει αρχαίους και θα γράψει ποιήματα. Δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Στέφανος Μύρτας. Η μητέρα του ποιητή Δέσπω (1874-1926) ήταν το γένος Γιωργάκη Τενεκίδη. Ο πατέρας της εμπορευόταν σταφίδες και καλλιεργούσε τα κτήματά του. Καταγόταν από τη Νάξο. Σ’ αυτόν ανήκε το κτήμα στη Σκάλα όπου παραθέριζε ο ποιητής.

1902. Γέννηση της αδερφής του Ιωάννας, μετέπειτα συζύγου του Κωνσταντίνου Τσάτσου.

1905. 8 Ιουλίου, Γέννηση του αδερφού του Άγγελου

1910. Παρακολουθεί την παράσταση του «Οιδίποδα Τυράννου» στη Σμύρνη. Η μετάφραση ήταν του πατέρα του σε ριμαρισμένους δεκαπεντασύλλαβους. Αντιδράσεις των γλωσσαμυντόρων για την δημοτική της μετάφραση.

1914. Με την έναρξη του πολέμου η οικογένεια του καθηγητή Σεφεριάδη εγκαθίσταται στην Αθήνα, Κοδριγκτώνος 10.

1918. 14 Ιουλίου. Η Δέσπω Σεφεριάδη με τα παιδιά της αναχωρούν για το Παρίσι όπου δικηγορεί ο καθηγητής. Ο Σ. Σεφεριάδης γίνεται μέλος της Εθνικής Επιτροπής Αλυτρώτων Ελλήνων και εκλέγεται έκτακτος καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Σεφέρης έρχεται σ’ επαφή με την ποίηση του Laforgue.

1919. Η οικογένεια του ποιητή γυρίζει στην Αθήνα, ενώ ο ίδιος μένει στο Παρίσι ως το 1924. Εκεί σπουδάζει νομικά και μελετά Γάλλους λογοτέχνες. –Τον Μάϊο, ο Ελληνικός Στρατός στη Σμύρνη.

1920. Ο Στέλιος Σεφεριάδης προάγεται σε τακτικό καθηγητή, αλλά σε λίγο παύεται γιατί είναι βενιζελικός. Την 1η Νοεμβρίου ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές. Τα Εθνικά ζητήματα αρχίζουν να παίρνουν δυσμενή τροπή.

1921. Συνεργάτης του φοιτητικού περιοδικού Βωμός που βγαίνει στο Παρίσι, με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης. Μιλάει στο σύλλογο Ελλήνων σπουδαστών στο Παρίσι με θέμα τον Μορεάς. Η οικογένειά του εγκαθίσταται στην οδό Κυβέλης 2.

1922 Με τον τίτλο «Νυχτιάτικο» σχεδιάζει ένα βιβλίο με ποιήματα. Η Σμύρνη στις φλόγες. Ενάμισυ εκατομμύριο Έλληνες της Μικρά Ασίας στο δρόμο της προσφυγιάς.

1924. Καλοκαίρι, μέχρι τέλος 1925, στο Λονδίνο να τελειοποιήσει τα αγγλικά του. Συνθέτει το “Fog”.

1925. Χειμώνας, επιστροφή στην Αθήνα. Αρχίζει το Ημερολόγιο που έγινε γνωστό το 1975.

1926. Πρωτοδιαβάζει Μακρυγιάννη. Αρχίζει να γράφει την πρώτη μορφή του πεζογραφήματος που ξέρουμε με τον τίτλο «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη». Στις 9 Σεπτεμβρίου ο θάνατος της μητέρας του. Στις 29 Δεκεμβρίου διορίζεται ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών.

1928. «Μια βραδιά με τον κ. Τέστ» του Βαλερύ σε μετάφραση Γ. Σεφεριάδη στη «Νέα Εστία» του Ιουλίου. Γράφει «Το ύφος μιάς μέρας» και το «Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη».

1931. Η δημοσίευση της «Στροφής» σε 200 αντίτυπα. Υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου. Εκεί θα μείνει ως το 1934. Τον Σεπτέμβρη στη «Νέα Εστία», επιστολή του Παλαμά για τη «Στροφή». Ο Καραντώνης δημοσιεύει το βιβλίο του «Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης».

1932. Δημοσιεύεται «Η Στέρνα» σε 50 αντίτυπα εκτός εμπορίου.

1933. Ο Στέλιος Σεφεριάδης πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκός. Η οικογένεια μένει στην οδό Κυδαθηναίων 9. Πρωτογνωρίζει τη ζωγραφική του Θεόφιλου.

1935. Δημοσιεύει το «Μυθιστόρημα» σε 150 αντίτυπα.

1936. 27 Μαρτίου. Κηδεία του Βενιζέλου στο Ακρωτήρι. Δημοσιεύεται το βιβλίο «Θ. Σ. Έλιοτ». Τον Νοέμβριο τοποθετείται Πρόξενος στην Κορυτσά όπου θα μείνει ως το τέλος του 1937.

1937. Τον Φεβρουάριο στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Παραθερίζει. Η πρώτη μετάφραση ποιήματος του Σ. στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη.

1938. Ιανουάριος, μετατίθεται στην Αθήνα ως προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικών Τύπου με προϊστάμενο τον υπουργό του Μεταξά Θ. Νικολούδη.

1939.  Συνάντηση με τον Αντρέ Ζίντ στο σπίτι του Κωνσταντίνου Θ. Δημαρά. Τον Μάϊο περιηγείται την Ρουμανία με τον Τάκη Παπατσώνη. Σχετίζεται με τους Durrel  και Henry Miller στην Αθήνα.

1940. Εκδίδονται «Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937)». «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄», «Ποιήματα 1». Υπογράφει μανιφέστο κατά του Ιταλικού φασισμού. Στις 28 Οκτωβρίου γράφει μαζί με τον Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά.

1941. Γάμος με την Μαρώ Ζάννου. Αναχωρεί με την Ελληνική Κυβέρνηση για Σούδα . Τον Ιούνιο στην Αίγυπτο, τον Ιούλιο στη Νότιο Αφρική. Γράφει το «Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41».

1942. Στην Αλεξάνδρεια εκδίδεται η «Λύρα» του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Τον Ιούλιο πηγαίνει στην Ιερουσαλήμ.

1943. Στις 10 Μαρτίου διάλεξη του ποιητή στο Κάϊρο για τον θάνατο του Παλαμά. Στις 16 Μαϊου διάλεξη στην Αλεξάνδρεια για τον Μακρυγιάννη, 19 Μαϊου η διάλεξη για τον Μακρυγιάννη και στο Κάϊρο. Συμβάλλει στην έκθεση «Δύο χρόνια σκλαβιάς-δυό χρόνια αγώνα (1941-1943)» Γνωρίζεται με τον Στρατή Τσίρκα, μέλος του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου.

1944. Τον Φεβρουάριο δημοσιεύονται οι «Δοκιμές» στο Κάϊρο. Το Καλοκαίρι δημοσιεύεται το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄», σε 75 αντίτυπα (ιδιωτική φωτολιθογραφική έκδοση του χειρογράφου). Τον Σεπτέμβριο με την ελληνική Κυβέρνηση στην Ιταλία. Στις 24 Οκτωβρίου επιστροφή στην Αθήνα.

1945. Αρχές του έτους διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Τον Φεβρουάριο, σύμβουλος του Εθνικού Θεάτρου ως τον Απρίλιο του 1946. Τον Δεκέμβριο ο «Ίκαρος» εκδίδει το «Ημερολόγιο Καταστρώματος β΄».

1946. «Ερωτόκριτος» από τις εκδόσεις Σκαζίκη. Τον Μάιο γνωρίζεται με τον Paul Eluard. Το δημοψήφισμα υπέρ της επανόδου του Γεωργίου. Ο Σ. επιστρέφει στο Υπουργείο. Παίρνει δύο μήνες άδεια πού την περνά στον Πόρο, στην έπαυλη «Γαλήνη». όπου γράφει την «Κίχλη». Στις 3 Δεκεμβρίου επιστρέφει στην Αθήνα. Στις 17 του ίδιου μήνα διαβάζει στο Βρετανικό συμβούλιο της Αθήνας την εργασία του «Καβάφης-Έλιοτ»’ παράλληλοι».

1947. Τυπώνεται η «Κίχλη» από τον «Ίκαρο». Βραβεύεται με το έπαθλο Παλαμά.

1948. Τοποθετείται σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα, Ο Rex  Warner μεταφράζει ποιήματά του στ’ αγγλικά. Παραιτείται από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.

1949. Ο «Ίκαρος» δημοσιεύει τον τόμο «Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα» σε μετάφραση Σεφέρη. Στέλνει στον Κατσίμπαλη το γράμμα για την «Κίχλη».

1950. Στις 19 Ιανουαρίου ο θάνατος του αδελφού του Άγγελου, στην Αμερική. Ταξίδι στην Σμύρνη, Σκάλα, Αϊβαλί και Καππαδοκία. Δημοσιεύονται στον «Ίκαρο» τα ποιήματα 1924-1946.Τον Αύγουστο στην Κωνσταντινούπολη.

1951. Τοποθετείται στην Πρεσβεία του Λονδίνου ως σύμβουλος. Στις 6 Αυγούστου ο θάνατος του πατέρα του.

1952. Μετατίθεται στη Βηρυτό ως πρεσβευτής στο Λίβανο, Συρία, Ιορδανία και Ιράκ.

1953. Το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών εκδίδει το βιβλίο του Σ. «Τρείς μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας». Τον Νοέμβριο ταξιδεύει με την γυναίκα του στην Κύπρο.

1954.  Δεύτερο ταξίδι του Σεφέρη και της γυναίκας του στην Κύπρο.

1955. «Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν…» Τον Σεπτέμβριο, τρίτο ταξίδι στην Κύπρο. Ταξίδι στη Ρόδο και την Πάτμο.

1956. Διορίζεται διευθυντής στην Β΄ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών.

1957. Πηγαίνει στη Νέα Υόρκη για τη συζήτηση του Κυπριακού. Συναντάται με τον ποιητή Σαίν Τζών Πέρς. Τον Μάϊο διορίζεται πρεσβευτής στο Λονδίνο. Εκεί θα μείνει ως το 1962.

1959. Φροντίζει για τη μεταφορά των οστών του Ανδρέα Κάλβου στην Ελλάδα.

1960. Το Cambridge τον ανακηρύσσει επίτιμο διδάκτορα των γραμμάτων.

1961. Βραβείο Foyle. Τον Αύγουστο, στους Δελφούς και την Αμοργό.

1962. Τον Ιανουάριο κυκλοφορεί ο τόμος «Για τον Σεφέρη. Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής». Εγκατάσταση του ποιητή στο σπίτι του της οδού Άγρας 20 πίσω από το Στάδιο. Τον Δεκέμβριο η δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση των «Δοκιμών» από τον Φέξη.

1963. Τον Οκτώβριο, βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία.

1964. 16 Απριλίου, Επίτιμος Διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο Σ. Μιλάει με θέμα «Η γλώσσα στην ποίησή μας». Επίτιμος διδάκτορας της Οξφόρδης. Ταξίδι στην Ισπανία.

1965. Δημοσιεύεται το «Άσμα ασμάτων» σε μετάφραση Σεφέρη και ξυλογραφίες Τάσσου. Τον Απρίλιο δημοσιεύονται οι «Αντιγραφές». Τον Νοέμβριο στην Αθήνα, με τον Ezra Pound. Έκτη έκδοση των ποιημάτων με σχέδια του Γιάννη Μόραλη.

1966. Δημοσιεύονται τα «Τρία Κρυφά ποιήματα». Δημοσιεύεται από τον Ίκαρο «Η αποκάλυψη του Ιωάννη».

1968. Την άνοιξη ταξίδι στην Ιταλία.

1969. 29 Μαρτίου. Δημοσιεύεται στον Τύπο η δήλωση του ποιητή κατά της Απριλιανής Χούντας. Του αφαιρούν τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή και του απαγορεύουν τη χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.

1970. Στα «18 Κείμενα» δημοσιεύεται το ποίημα «Οι γάτες τ’ άη Νικόλα» Πολλά δημοσιεύματα στον Τύπο για τα 70 χρόνια του.

1971. Στις 31Μαρτίου γράφει το τελευταίο του ποίημα. «Επί ασπαλάθων». Στις 22 Ιουλίου εισάγεται στον Ευαγγελισμό και χειρουργείται στο δωδεκαδάκτυλο. Πεθαίνει στις 20 Σεπτεμβρίου. Κηδεύεται στις 22 Σεπτεμβρίου. Χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν τον ποιητή στην τελευταία του κατοικία.

Πηγές: Σεφέρη: Ημερολόγια (Μέρες Α-Ε).- Mario Vitti: Φθορά και Λόγος, 1978.- Ιωάννας Τσάτσου: Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης, 1973.- Μαρίας Στασινοπούλου: Χρονολόγιο Σ. στο περιοδικό Διαβάζω αρ. 142, αφιέρωμα στον Σεφέρη.- Νέα Εστία 15-10-72: Αφιέρωμα στον Σεφέρη.- Δημήτρη Δασκαλόπουλου: Εργογραφία Σεφέρη 1931-1979, Αθήνα 1979.          

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

-Τα ερωτήματα στα οποία απαντά ο πρώην πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας και φιλόσοφος  Κωνσταντίνος Τσάτσος είναι τα εξής:

1.Πώς και πότε γνωρισθήκατε με τον Σεφέρη;

     Ο Γιώργος ήταν ο τελευταίος από τους Σεφεριάδηδες που γνώρισα στο τέλος του 1928. Ο πρώτος ήταν ο Άγγελος που μόλις μετοίκησε η οικογένειά του από τη Σμύρνη στην Αθήνα εγγράφηκε στο Πρότυπο Γυμνάσιο, στο σχολείο που διηύθυνε ο αλησμόνητος δάσκαλός μου Δ. Γουδής. Εκεί, την ίδια τάξη φοιτούσαν ο Λίνος Πολίτης, ο Σ. Πάλλης, ο Ευθ. Μεϊντάνης και ο αδερφός μου Μίστος. Αυτοί όλοι σχημάτισαν μια συντροφιά και στο σχολείο και έξω από το σχολείο. Όλοι βενιζελικοί. Η φιλία τους διήρκησε όσο και η ζωή τους. Ο Μίστος συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Άγγελο, που ερχόταν τακτικά στο σπίτι και πέρα από τα σχολικά ασχολούνταν με τη λογοτεχνία. Ο Μίστος και αυτός πήγαινε στο σπίτι των Σεφεριάδηδων και είχε γίνει φίλος όλης της οικογένειας, προπαντός τής κυρίας Δέσπως Σεφεριάδη, της μητέρας του Γιώργου, του Άγγελου και της Ιωάννας. Ο Μιστος την θαύμαζε και την σέβονταν. Θυμάμαι τη συντριβή του όταν φοιτητής στο Heidelberg πληροφορήθηκε το θάνατό της.

     Γυρίζοντας από την Γερμανία, στο τέλος του 1928, γνώρισα πρώτα την Ιωάννα, την οποία είχε προσλάβει ως ασκουμένη στο δικηγορικό μας γραφείο ο Μαριδάκης και αμέσως ύστερα το Γιώργο. Συντροφιά του Γιώργου ήτανε τότε ο Κατσίμπαλης, ο Αντωνίου, ο Θεοτοκάς, ο Καραντώνης και άλλοι συνομήλικοί του λογοτέχνες. Δική μου συντροφιά ήταν ο Θεοδωρακόπουλος και ο Παν. Κανελλόπουλος. Δεν άργησε όμως να συντελεσθή, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, ούτε και πώς, μιά επιμιξία των δύο συντροφιών χάρις σε συγκεντρώσεις πού οργανώνονταν κυρίως από την Ιωάννα στο σπίτι της και από τον Μίστο και εμένα που κατοικούσαμε τότε στην Καστέλλα.

     Γρήγορα ξεχώρισα τον Γιώργο. Αυτός με το χαριτωμένο του χιούμορ με υπέβλεπε σαν γερμανοθρεμμένο, ενώ αυτός ήταν τότε μισός γάλλος. Την Αγγλία τη γνώρισε λίγο αργότερα.

     Τη σύσφιγξη του δεσμού μου με την Ιωάννα ο Γιώργος την επευλόγησε αμέσως. Και όταν η Ιωάννα, την περίοδο εκείνη θέλησε, πρίν πάρει οριστικές αποφάσεις για τον γάμο μας, να απουσιάση από την Ελλάδα για κάμποσους μήνες, ο Γιώργος στάθηκε πολύ κοντά μου και, όταν χρειάζονταν, με παρηγορούσε.

2.Μετά το γάμο σας με την αδελφή του ποιες ήταν οι επαφές των τριών σας;

-Αλλά θα είχε πολλές διακοπές αυτή η συμβίωση αφού ήταν διπλωμάτης.

     Έλλειψε κάμποσες φορές. Η προξενική του θητεία στο Λονδίνο νομίζω πώς στάθηκε σταθμός στη ζωή του. Εκεί μυείται πραγματικά και στην αγγλική λογοτεχνία και τελειοποιεί τα αγγλικά του.

     Όταν όμως συνέβαινε τα καλοκαίρια να βρίσκεται στην Ελλάδα, τις διακοπές μας τις περνούσαμε μαζί. Πάντα νοικιάζαμε σπίτια που να υπάρχει ένα δωμάτιο για τον Γιώργο.

     Το 1934 ξεκαλοκαιριάσαμε στις Σπέτσες, σε ένα αρχοντικό στο Παλιό Λιμάνι. Ο Γιώργος χάρηκε μερικές νόστιμες συντροφιές πού γνωρίσαμε εκεί.

     Το καλοκαίρι του 1935 το περάσαμε στη Ζαγορά του Πηλίου. Εγώ τέλειωνα τον Παλαμά μου και ο Γιώργος διάβαζε με αξιοζήλευτη ευσυνειδησία Dante σε αγγλική μετάφραση. Λέω ευσυνειδησία, διότι εγώ πού τον είχα διαβάσει δυό φορές στο πρωτότυπο, απέφευγα να εξακριβώσω μερικές λεπτομέρειες απαραίτητες για την πλήρη κατανόηση του έργου. Δεν φρόντισα ποτέ να καταλάβω την πτολεμαϊκή κατασκευή του κόσμου και έτσι μου έμενε ασαφής η ολική δομή του. Ο Γιώργος αντιθέτως-δείγμα της επιμέλειάς του σε κάθε τι που έκανε-μελετούσε το πτολεμαϊκό σύστημα και προσπαθούσε να μου εξηγήση και εμένα πώς διάβηκε ο Dante από την Κόλαση στο Καθαρτήριο. Στο εξώφυλλο της έκδοσης από τον «Ερμή» του «Διαλόγου για την ποίηση» βρίσκεται μιά φωτογραφία της εποχής εκείνης των δυονών μας που κολυμπάμε στην ακροθαλασσιά του Χορευτού.

3.Ώστε κυρίως τα καλοκαίρια τα περνούσατε μαζί;

4.Πώς  ξεκίνησε ο Διάλογος για την ποίηση;

     Οι πιο εκλεκτοί μαθητές μου εξέδιδαν τότε ένα φιλοσοφικό περιοδικό, τα «Προπύλαια». Φυσικά χρέος μου ήταν να παρουσιασθώ και εγώ σε αυτό το περιοδικό: και έγραψα ένα μακρύ κείμενο που επέγραψα «Πρίν από το ξεκίνημα» για να εξηγήσω ποιες πρέπει να είναι οι βασικές θέσεις ενός νέου έλληνα όταν αρχίζει την πνευματική του πορεία. Σε μια παράγραφο αυτού του δοκιμίου διατύπωνα και τις σκέψεις μου για το τι είναι «ελληνικότητα» και πώς θα ήθελα να τη δω εκφραζομένη στην ελληνική ποίηση. Εκεί έκρινα και την μορφή που είχαν προσλάβει οι σύγχρονες τεχνοτροπίες στην ποίηση αλλού αλλά και στην Ελλάδα. Με αυτές τις φράσεις ασκούσα μιά κριτική της τότε λεγόμενης σύγχρονης ποίησης, μια κριτική η οποία έθιγε τη γενιά των νέων ποιητών μας που κορυφαίο είχαν τον Γιώργο.

      Τότε αισθάνθηκε ο Γιώργος την ανάγκη να απαντήσει. Και έτσι άρχισε αυτός ο γνωστός Διάλογος. Όλοι σχεδόν τότε δώσαν δίκαιο στον Γιώργο και τα όσα υποστήριζα εγώ θεωρήθηκαν γερμανικοί καντιανοί σχολαστικισμοί ενός ανθρώπου που δεν αναγνώριζε την ελευθερία και την πρόοδο της τέχνης. Κανένας νέος δεν κατάλαβε τι ήθελα να πώ. Αλλά δεν πρόκειται εδώ να ασχοληθώ με αυτόν τον υψηλού επιπέδου Διάλογο, παρά μόνο ως μιά μαρτυρία του βάθους και της ποιότητας της φιλίας που με συνέδεε με τον Σεφέρη.

5.Ως πότε συνεχίσθηκε αυτή η στενή επαφή;

6.Γιατί τόσο σπάνια αναφέρεται το όνομά σας στις «Μέρες»;

     Δεν μου κάνει εντύπωση ότι στις «Μέρες» δεν βρίσκεται το όνομά μου, παρά εκεί που ήταν αναπόφευκτο να αναφερθή. Ούτε και εγώ δεν αναφέρω τον Γιώργο στα Απομνημονεύματά μου που θα δημοσιευθούν μετά χρόνια, χωρίς αυτό διόλου να σημαίνη ότι έχει μειωθεί η αγάπη μου και ο θαυμασμός μου γι’ αυτόν. Από τη μνημόνευση του ονόματός μου στις σημειώσεις του θα κρίνω μιά φιλία που μας έδεσε στα καλλίτερα χρόνια της ζωής μας, τα πιό αποφασιστικά για τη διάπλαση κάθε προσωπικότητας;

     Εκείνοι που μερίμνησαν για την έκδοση των καταλοίπων του είναι νεώτεροι και γνώρισαν τον Γιώργο όταν είχε περάσει τα 50, τα χρόνια ακριβώς που οι δρόμοι μας από εξωτερική αιτία αποκλίνανε. Δεν έζησαν όλη την άλλη προηγούμενη κοινή ζωή μας. Γι’ αυτό και σ’ όλη την εικόνα που δίνουν του Σεφέρη, ο Διάλογος για την ποίηση και ιδίως ο τόνος του μένει αιωρούμενος στο κενό, σαν να μην υπήρχε τίποτε πρίν.

     Ύστερα δεν μπορώ να ξέρω αν δημοσιεύθηκαν όλες οι «Μέρες». Ίσως να μένουν και μερικές ακόμη που θα δημοσιευθούν αργότερα.

     Ένα πάντως πιστεύω: ότι ο Γιώργος, αν ζούσε, πολλά θα πρόσθετε και κάμποσα θα διέγραφε’ ιδίως θα απέφευγε να θίξει μεταθανάτια παληούς του φίλους, πού σε μιά στιγμή οργής στηλίτευσε σε κείμενα που δεν θα είχε σκοπό να δημοσιεύση χωρίς να τα αναθεωρήση. Γνωρίζοντας την μετριοπάθεια και την υπευθυνότητα του Γιώργου νομίζω πώς έτσι θα γινότανε.

7.Νομίζω πως γενικά οι παλιοί στενοί φίλοι του Σεφέρη δεν αναφέρονται συχνά στις Μέρες;

     Άλλωστε όλοι οι παληοί φίλοι του, το σμήνος των εκλεκτών ανθρώπων που με σημαία τη «Στροφή» και την «Κίχλη» αγωνίσθηκαν στα δύσκολα πρώτα χρόνια για την προβολή του δεν βλέπω να αναφέρονται ανάλογα με άλλα περιστατικά της ζωής του. Ο Γιώργος από το 1930 (μερικοί από πρίν, όπως ο Κατσίμπαλης), είχε πιστούς και φανατικούς φίλους και ο ίδιος έτρεφε γι’ αυτούς γνήσια αγάπη και εκτίμηση. Ο Κατσίμπαλης και η συντροφιά του, οι πιο διαλεχτοί της εποχής έβλεπαν στον Γιώργο τον αρχηγό τους.

8.Τί μπορείτε να μας πήτε για το χαρακτήρα του Σεφέρη;

     Ο Γιώργος ήταν γνήσιος, καθαρός, ίσιος. Πειθαρχούσε τα πάθη του όποια και αν ήταν. Αγαπούσε την ησυχία και μέσα του και γύρω του. Ήταν βαθύς στην όψη και φτερωτός στο πνεύμα. Ήταν βαθιά μελαγχολικός. Και όπως συνήθως οι μελαγχολικοί, διέθετε ένα χαριτωμένο πικρό χιούμορ. Δεν ήταν τόσο ανόητος, όπως λέει ο Μπωντλαίρ, για να είναι ευτυχισμένος.

     Από νέος δέχτηκε βαριά πλήγματα. Το ένα εντελώς προσωπικό πού βρήκε την τελική έκφρασή του στον «Ερωτικό Λόγο». Το άλλο ήταν η καταστροφή του Ελληνισμού της Ιωνίας. Αυτό το τελευταίο σφραγίζει  όλη του τη νοοτροπία. Και η Ιωάννα και ο Γιώργος δεν ξέχασαν ποτέ τη γη τους, τη θάλασσά τους, τη βάρκα του πατέρα τους. Όποιος δεν έχει καταλάβει αυτό τον καημό του Γιώργου, δεν καταλαβαίνει Σεφέρη. Πάντα τον φώτιζε η ανταύγεια της Μεγάλης Ιδέας. Κάτω από αυτή ακριβώς την επίδραση θαρρώ πώς συνέλαβε λαθεμένα, κατά τη γνώμη μου, και το κυπριακό πρόβλημα.

     Η πολιτική δεν τον απασχολούσε παρά μόνο αν αφορούσε εθνικά ζητήματα. Γι’ αυτό εκδηλώθηκε μόνο για να στιγματίση τη δικτατορία των Συνταγματαρχών. Αλλά και τότε θυμάμαι τις μακρές συζητήσεις πού έκανε με την Ιωάννα, ζυγίζοντας μέρες τα υπέρ και τα κατά και μελετώντας την κάθε λέξη του κειμένου. Σ’ εμένα δεν είπε τίποτε. Αλλά είχε αδιάκοπο δώσε-πάρε με την Ιωάννα. Βγήκε τελικά ένα θαυμάσιο κείμενο. Οι κομμουνιστές ύστερα το εκμεταλλεύθηκαν σαν δικό τους, ενώ ο Γιώργος δεν είχε ποτέ καμμία απολύτως σχέση με τον κομμουνισμό.

9.Καί ως ποιητή πώς τον βλέπετε;

Ο Γιώργος είναι γνήσιος ποιητής. Ανήκει στη χορεία των μεγάλων που ανέδειξε η νεώτερη Ελλάς. Είναι εθνικός ποιητής όχι μόνο γιατί υπήρξε μεγάλος αλλά γιατί ήταν βαθιά έλληνας. Δεν ύμνησε αλλά θρήνησε την Ελλάδα. Ανέβασε την προσφυγιά του 1922 σε υπερβατικό νόημα.

     Ο Γιώργος υπήρξε και έντονα ερωτικός ποιητής. Συγκαλύπτει το ερωτικό του πάθος. Αλλά αυτό υποστηλώνει την ποίησή του. Είναι έντονα αισθησιακός και στα γραφτά και στη ζωή του.

     Δεν του πάνε οι αφηρημένες έννοιες. Γι’ αυτό και δεν φιλοσοφεί. Εκτός από τον Πλάτωνα, αμφιβάλλω αν τον συγκίνησε άλλος φιλόσοφος. Αλλά και αυτόν τον αγάπησε διότι συνέβαινε να είναι ο Πλάτων μεγάλος ποιητής. Λάτρευε τους πλατωνικούς μύθους. Δεν ήταν οπαδός κανενός φιλοσοφικού συστήματος, αρχαίου ή νέου, ήταν οπαδός του «καλού». Και αυτό το έβρισκε με την αφή του στην ύλη και με τα μάτια του στις μορφές των υλικών πραγμάτων.

     Δεν ξέρω αν ήταν θρήσκος. Η Ιωάννα πιστεύει ότι ήταν βαθιά θρήσκος και χριστιανός. Εγώ δεν ξέρω. Τον βλέπω σαν έναν ωραίο Έλληνα πού αγκαλιάζει ερωτικά, αισθησιακά πρόσωπα και πράγματα, τη χιλιόχρονη Ελλάδα και το «ακαριαίο παρόν» που πάντα το ζη έντονα.

10.Άλλο τίποτε έχετε να μας πήτε;

--

Άντρας της αδερφής του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, ο φιλόσοφος και πολιτικός Κωνσταντίνος Τσάτσος, στο Ημερολόγιό του, αναφέρεται ελάχιστα στον ποιητή και την οικογένειά του. Το 2001 από τις «Εκδόσεις των Φίλων» κυκλοφόρησε το δίτομο πολυσέλιδο έργο του «ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ», (το έργο έχει κάνει από όσο γνωρίζω τέσσερεις μέχρι σήμερα εκδόσεις). Είναι το προσωπικό της ζωής του Ημερολόγιο. Στον πρώτο τόμο της «Λογοδοσίας» του αναφέρεται τόσο στον πρόγονό του-γενάρχη- από τον Πόντο, Κωνσταντίνο Ιπλεξή-Ιωνίδη (1775-1852), τον ευεργέτη της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά, όσο και στην περιοχή της Καστέλλας που η οικογένεια της Θεοδώρας Τσάτσου διέμενε. Υπάρχει και ασπρόμαυρη ένθετη φωτογραφία της οικίας στον τόμο. Στην περιοχή αυτή του Πειραιά γεννήθηκε η κόρη του Κωνσταντίνου και της Ιωάννας Τσάτσου, η χορογράφος Ντόρα Τσάτσου-Συμεωνίδου. Για την Οικογένεια Σεφεριάδη ο Κ. Τ. κάνει λόγο στον πρώτο τόμο των απομνημονευμάτων του, σελίδες 186-, passim. Το κλασικό μελέτημα του Τσάτσου για τον ποιητή Κωστή Παλαμά, κυκλοφόρησε το 1936. Ενώ, δύο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1938 κυκλοφόρησε το περιοδικό που εξέδωσε ο Τ. «ΤΑ ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ», μηνιαίο περιοδικό πνευματικής καλλιέργειας.

-Στο «Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΟ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ» του συγγραφέα, ανθολόγου και εκδότη Τάσου Κόρφη, γίνεται μιά «σύντομη υφολογική ανάλυση» του ως άνω έργου, μιλώντας μας για «βαθύ, πλατωνικό έρωτα, Σεφέρη- θάλασσας». Α) Σύντομη υφολογική ανάλυση. Β) Πρώτη προσέγγιση: Η θάλασσα της χαμένης πατρίδας. Γ) Δεύτερη προσέγγιση: Η θάλασσα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Δ) Τρίτη προσέγγιση: Η θάλασσα του εξορίστου. Ε) Μια προτεινόμενη κατακλείδα.

Α) Σύντομη υφολογική ανάλυση

     Στο «Μυθιστόρημα»-πού δεν είναι μυθιστόρημα αφού ο «μύθος» παραχωρεί τη θέση του σε μιά «μουσική ιδεών»-ο Γιώργος Σεφέρης εξομολογείται σε πρώτο, συνήθως ενικό ή πληθυντικό πρόσωπο-ή και σε δεύτερο ενικό, απευθυνόμενος σε κάποιον υποθετικό αποδέκτη-τις πικρές εμπειρίες του ξεριζωμού του από την πατρίδα του τη Σμύρνη. Με αποστασιοποιημένο, όπως του άρεσε να λέει, τρόπο γραφής, περνώντας τις εμπειρίες του από κοπιαστική εργαστηριακή επεξεργασία, καταλήγει σε είκοσι τέσσερα μικρά μάλλον ποιήματα-μορφής δραματικών μονολόγων συνήθως,- όπου τα κρυμμένα λόγια, που εγκυμονούν ασάφειες, είναι περισσότερα από τα ειπωμένα και όπου τα πραγματικά γεγονότα και η συγκίνηση πού προκαλούν, ανιχνεύονται μέσω κάποιων φωτεινών ρωγμών, πού διευκολύνουν τη σταδιακή μας προσέγγιση. Προς το δυσεύρετο, βέβαια, αμλετικό πρόσωπο του ποιητή, το βασανισμένο από αμφιβολίες, σκέψεις, έγνοιες και φόβους, που προσπαθεί με τον κουβεντιαστό αλλά συγκροτημένο και δύσκολο λόγο του, άλλοτε ν’ αποκαλύψει κι άλλοτε ν’ αποκρύψει, περνώντας από διαδοχικά προσωπεία. Κι αυτή η εκδοχή της ιστορίας από ένα «εμείς» που αποτελεί πολλαπλάσιο των «εγώ» του ποιητή δίνει δραματικές προεκτάσεις έπους στο «Μυθιστόρημα» του., σ.23-24.

-Στο φιλοσοφικών τόνων άρθρο του Χρήστου Μαλεβίτση,-σταθερού συνεργάτη του περιοδικού και των εκδόσεων «ΕΥΘΥΝΗ»-, για την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, μας δίνονται ορισμένοι εξαιρετικοί ορισμοί για το τι είναι ποίηση και πως ορίζεται. Με το λατινικό μότο “Materia est ex qua et in quo fit ens”, ανοίγει την αυλαία του κειμένου του ο Χ. Μ., γράφοντας: «Όταν καταγινόμαστε να ορίσουμε την ποιητική παραγωγή ενός ποιητή, στην ουσία δίνουμε και έναν ορισμό της ποιήσεως καθόλου. Έτσι όμως το καθόλου πάει να ταυτισθεί με το μερικό. Πράγμα που σημαίνει πώς δεν είναι δυνατό να υπάρξει καθολικός ορισμός της ποιήσεως. Υπάρχουν εκδοχές της ποιήσεως. Είναι αυτός των ποιητών. Κι’ ωστόσο, οφείλουμε να πούμε ποιός είναι ποιητής και ποιός δεν είναι. Και περαιτέρω, αυτός που είναι ποιητής πρέπει να ταξινομηθεί στην κλίμακα των ποιητικών αναβαθμών. Διότι υπάρχουν αναβαθμοί. Και μάλιστα δυσανάβατοι. Οι ποιητές διεκδικούν την αθανασία με το έργο τους. Όμως θνητοί οι ίδιοι, κάποτε το εγκαταλείπουν, και αυτό αρχίζει να σύρεται ως φωτεινή σχεδία από το ρεύμα του χρόνου, ανυπεράσπιστο τόσο τον δημιουργό του όσο και από την εποχή του. Διότι το ρεύμα του χρόνου, ατελεύτητο καθώς είναι, ξεπερνάει και πρόσωπα και εποχές. Και το έργο καλείται του λοιπού να υπερασπιστεί τον εαυτό του με τα δικά του και μόνον εφόδια. Σιγά σιγά αρχίζει να περιπίπτει σ’ αυτή την κατάσταση, και το σεφερικό έργο, να διεκδικεί την αθανασία ανυπεράσπιστο πλέον. Επειδή έξω από την ειδωλολατρεία της αγοράς οι ανταλλαγές παύουν να γίνονται «επί τη εμφανίσει" πιστωτικών τίτλων’ γίνονται μόνο με αντίκρυσμα χρυσού. Οι επιγενόμενοι θα ψάχνουν στα ανυπεράσπιστα σώματα των ποιημάτων να βρουν ψήγματα χρυσού’ αν δεν τα βρουν, τα απορρίπτουν στους αποθέτες της ιστορίας».. Το κείμενο χωρίζεται στις ενότητες: 1.Ο κρυμμένος θησαυρός. 2.Ύλη και είδος.3. Ο ανείδεος κόσμος. 4.Το πανάρχαιο δράμα.5. Τα τέσσερα αρχέγονα στοιχεία. 6. Η προτραγική ταυτότητα. 7. Το σκοτεινό φως.8. Η συναίρεση. 9. Ο κόσμος είναι απλός.. Τέλος, στην σελίδα 30 γράφει: «Η διερεύνηση της προϊστορίας της ποιητικής του Σεφέρη μας οδηγεί σε αποτέλεσμα εντυπωσιακά. Οι κυριότεροι εκφραστικοί τρόποι του ποιητή μας, οι όροι του, οι αναφορές του, τα σύμβολά του είναι κατά κανόνα αποσπασμένα από το έργο άλλων ποιητών….».

-Αρχινά την συμμετοχή του ο κύπριος Κώστας Π. Μιχαηλίδης: «Ο Σεφέρης δεν είναι μόνο ο ποιητής της φθοράς και του τραγικού αδιεξόδου. Στην ποίησή του εμφανίζονται όσο πάει πιό έκδηλα τα σημάδια μιάς υπερνίκησης της φθοράς και του θανάτου, πού πότε παίρνουν τη μορφή ενός προσωπικού οραματισμού και πότε φαίνεται να εκπηγάζουν μέσα από την ίδια την τάξη του όντος. Τα σημάδια αυτά, αινικτικά μηνύματα μιάς κάθαρσης, στην οποία οδηγεί το «πανάρχαιο δράμα» όπως το εκφράζει η σεφερική ποίηση, θα προσπαθήσω να φωτίσω κατά την πορεία της μελέτης αυτής.».

-Το κείμενο του ισπανού Pedro BADENAS DE LA PENA, μετέφρασε στα ελληνικά η Κλαίρη Σκανδάμη. Γράφει στη σελίδα 67 για την ελληνική ποίηση: «Πιστεύω, λοιπόν, πώς ο κοινός τόπος της ελληνικής ποίησης στο σύνολό της, αρχαίας και σύγχρονης, είναι αυτή ακριβώς η επίτευξη πέρα από ασυμφωνίες στοιχείων και ανθρώπινων χαρακτήρων μιάς σύνθεσης τέτοιας που ικανοποιώντας το πνεύμα να είναι ταυτόχρονα σε θέση να προσανατολίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Μιάς σύνθεσης παράδοξης, τελικά, σκέψης και πράξης’». Κατά τον ισπανό ελληνιστή Πέδρο Μπάντενας ντέ λα Πένια, ο Ελληνισμός στον Διονύσιο Σολωμό είναι μαχόμενος. Στον Κωστή Παλαμά είναι μεγαλειώδης. Στον Άγγελο Σικελιανό είναι θριαμβευτικός, Απολλώνειος. Στον Γιάννη Ρίτσο είναι στρατευμένος, όπως και στον Κώστα Βάρναλη. Στον Οδυσσέα Ελύτη είναι αισθητικός, ενώ στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη Πάσχων.

Κυριάκος Πλησής στην δική του μαρτυρία στο αφιέρωμα σημειώνει μεταξύ άλλων στην σελίδα 71: «Ο Σεφέρης είναι ποιητής εθνικός. Άς αποβάλουμε το σύνδρομο της φοβίας της λέξης. Όπως εθνικοί είναι και οι σημαντικότεροι μας ποιητές; Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός, Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης, αγγίζουν όλη την «καταποντισμένη μνήμη» αντλούν καλύτερα, απ’ αυτή και την μορφοποιούν βάζοντας τη δική τους σφραγίδα. Η μεγάλη ποίηση έχει κοινόν παρανομαστή τον άνθρωπο, όπως διαμορφώθηκε στην ιστορική του πορεία σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο, με μια ιδιότυπη εθνική συνείδηση, η οποία εκφράζεται με την κληροδοτημένη γλώσσα…». Και παρακάτω, σ. 76: «Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος είδε την ενότητα της ιστορικής πορείας του Ελληνισμού. Ο Νικόλαος Πολίτης ανακάλυψε αυτή την ενότητα στο λαϊκό μας πολιτισμό. Ο Γεώργιος Χατζηδάκις στήν εξέλιξη της γλώσσας. Ο Σεφέρης είδε αυτή την ενότητα στην πνευματική του πορεία, στα σύμβολά του, στους επώνυμους και ανώνυμους δημιουργούς. Δεν την είδε επιστημονικά ούτε συναισθηματικά, έτσι που να οδηγηθεί σε πατριωτικούς ρητορισμούς και χειρονομίες. Την έζησε πρώτα για τον εαυτό του αυτήν την ενότητα και μας την δώρισε με το έργο του στις σωστές της διαστάσεις….». Ενώ στην σελίδα 77 συνεχίζει: «Ο Σεφέρης σ’ ώρες κρίσιμες, εθνικές ή προσωπικές, έπαιρνε το δρόμο του παρελθόντος, για να συμβουλευτεί τους σοφούς γέροντες, να μαθητεύσει κοντά τους, να καθαρθεί. Δεν κοίταζε αν η ταυτότητά τους έγραφε Αισχύλος ποιητής ή Σωκράτης φιλόσοφος ή Μακρυγιάννης αγωνιστής ή Θεόφιλος ζωγράφος. Κοίταζε τί κοινή παιδεία φέρνανε επάνω τους.».

-Το μάλλον πολυσέλιδο κείμενο (σε σχέση με άλλες του συμμετοχές) του συνεργάτη του περιοδικού «Ευθύνη», συγγραφέα και νομάρχη Παναγιώτη Φωτέα, έχει σαν μότο απόσπασμα από τον Πρόλογο του Αλέξανδρου Ξύδη στο «Πολιτικό Ημερολόγιο» Β΄. «…. Τούτες εδώ οι εγγραφές έχουν αξία γιατί είναι τα αξετίμητα ψήγματα των πρόσκαιρων εμπειριών και αντιδράσεων σ’ αυτές ενός υπερευαίσθητου δέκτη που συνθέτουν τον ποιητή της ¨Κίχλης».». Το κείμενο χωρίζεται στις ενότητες Α έως Κ.

-Η κατάθεση του συγγραφέα Πέτρου Χρονά, εξετάζει την επίδραση και εξερεύνηση των ονείρων-στους «μετά- δαλδιανούς καιρούς μας»-στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Ένα ενδιαφέρον άρθρο που ανακαλεί στην μνήμη εργασίες ψυχαναλυτών για την σημασία των ονείρων στην ποίηση των υπερρεαλιστών ποιητών. Αρχίζει το Πέτρος Χρονάς: «Ένα όνειρο του ξύπνου είναι το ποίημα, ισχυρίζονται μερικοί. Αντιστρέφοντας το συλλογισμό, ένα ποίημα του ύπνου είναι το όνειρο, θα μπορούσαν να υποστηρίξουν άλλοι. Μιά τέτοια στην κυριολεξία ενύπνια ποίηση, άξια να μνημονευτεί ξεχωριστά, υπάρχει καταχωρημένη στο έργο του Γιώργου Σεφέρη, σαν αποκάλυψη, θα έλεγες, όταν η ψυχή δεν στέργει να σωπάσει μήτε κάτω από τα κλεισμένα βλέφαρα….», Και παρακάτω: «… είναι παραπάνω από βέβαιο ότι ο Σεφέρης προβληματίστηκε βαθιά (και το σπουδαιότερο: πολύ έγκαιρα) όχι μόνο από την ερμηνεία των ονείρων, αλλά και από τις άλλες εργασίες του «περιώνυμου Βιεννέζου γιατρού», που διερευνούν τα λάθη, τις παραδρομές, τα λογοπαίγνια, την αποξένωση, το ναρκισσισμό, την ενοχή, τη «λιβιδώ» (είτε «παλίμψηστη», είτε ωμή), και προπαντός τα παιδικά βιώματα:», σ. 96, Και λίγο πριν ολοκληρώσει την εξέτασή του ο Π. Χ. σημειώνει σ. 100: ‘ «Η οποιαδήποτε συγκίνηση (κι ας έχει γιά πηγή της την πιό εκλεπτυσμένη ευαισθησία) άμα δεν πλαισιωθεί από συγκεκριμένα περιστατικά του άμεσου βίου, από βιωμένα και καυτά γεγονότα της ιστορίας, εξαϋλώνεται άκαρπη’ «προτού δημιουργήσουμε πρέπει να υπάρξουμε» , έλεγε συνοπτικά ο Γκαίτε.». Και συνεχίζει: «Με το φαρμάκι αυτού του πόνου μέσα του κλειδώθηκε στο εργαστήρι («δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε»), βυθίστηκε στη γλώσσα, στην παράδοση, στα μεγάλα πρότυπα, στην ακούραστη άσκηση του τεχνίτη, για να κατακτήσει με τον καιρό, περνώντας από στριφνά μονοπάτια, τους δικούς του τόνους, την απαραίτητη «αξιοπρέπεια», την απαραίτητη «αξιοσύνη» που απαιτούσαν οι σκληροί καιροί.».

-Ο φιλόσοφος και συγγραφέας Νίκος Μακρής, αν δεν με απατά η μνήμη μου είναι Πειραιώτης ή τουλάχιστον διέμενε στην πόλη του Πειραιά. Πριν χρόνια, είχαμε συναντηθεί στο σπίτι του στοχαστή και συγγραφέα Χρήστου Μαλεβίτση στην Φιλοθέη, όπου ο κυρός Χρήστος Μαλεβίτσης με προσκάλεσε-μετά από την βράβευσή μου, από εκείνον, από τον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός για ανέκδοτη ποίησή μου-στο σπίτι του. Πρέπει να ήταν η περίοδος του καθηγητή Νίκου Λειβαδάρα; Σε αυτό το θησαυροφυλάκιο-βιβλίων σπίτι του Μαλεβίτση, γνώρισα για πρώτη φορά τον Νίκο Μακρή. Στην μικρή σύναξη παρευρίσκονταν και ο Κύπριος συγγραφέας Κώστας  Μιχαηλίδης και μάλλον, άλλο ένα άτομο, που δεν θυμάμαι το όνομά του. Είταν η πρώτη φορά που συναντούσα από κοντά τον Νίκο Μακρή, τον οποίο γνώριζα από τα μελετήματα που είχε εκδόσει στον εκδοτικό οίκο «Δωδώνη» και από τις συνεργασίες του σε διάφορα περιοδικά, όπως ήταν η «Εποπτεία». Ο Μακρής ήταν και φίλος του πειραιώτη συγγραφέα Χρήστου Αδαμόπουλου. Ανάμεσα στα άλλα του βιβλία, ξεχωρίζει και ο μεγάλων διαστάσεων τόμος, «Φιλοσοφικό Λεξικό» που εξέδωσε στα κατοπινά χρόνια. Γράφει ο Νίκος Μακρής: «Ο Γιώργος Σεφέρης ανήκει αναμφισβήτητα στους αξιολογότερους ποιητές του Νέου Ελληνισμού. Γνώστης και ερμηνευτής μεγάλων στιγμών της ευρωπαϊκής παράδοσης, έφερε πάντα μέσα του τους διιστορικούς θησαυρούς της πατρίδας, κι άφηνε να αναδύονται ποιητικά και αναδημιουργικά οι ιεροί χώροι, οι απόηχοι των τραγικών ηρώων, οι υπαινιγμοί ποιητών και εθνικών ηρώων, οι βωμοί, τα ιερά, οι εκκλησίες. Πέρα όμως απ’ τη γνώση και απ’ την εμβίωση των δημιουργικών και των αναδημιουργικών παλμών της απέραντων διαστάσεων παράδοσης, ο Σεφέρης προβάλλει ως ποιητής, ως δημιουργός δηλαδή ενός κόσμου στον οποίο η γλώσσα, το συναίσθημα, οι ιδέες και η ζωή συνεκφράζονται μεταρσιωτικά τις πιο πολλές φορές. Ο ποιητής δεν επηρεάστηκε απλά και καθαρά από σύγχρονά του ή απ’ τα σχετικά παλαιότερα ρεύματα: προχώρησε προσωπικά κι έδρεψε ωραίους καρπούς, μας πρόσφερε υψηλή ποίηση, η οποία εισέρχεται διακριτικά στα εσώτερα του είναι μας, η οποία μυεί σε έξοχες διαστάσεις ζωής. Το «νήμα της ακρογιαλιάς», η «νοσταλγία του βάρους», «οι λευκοί άγγελοι», η «λησμονιά και η απόφαση», η ζωή «η τεντωμένη σε χορδή», τα ρόδα και το αίμα της καρδιάς, τα μαρμάρινα αγάλματα, άλλοτε ολύμπια κι άλλοτε θραυσμένα απ’ τον πόνο της ψυχής, προσδίδουν στην ποίηση του Σεφέρη ένα τραγικό αίσθημα, πλουμισμένο ωστόσο με την χρυσοΰφαντη χλαμύδα της ωραιότητας.», σ.102. Ενώ πιο κάτω παρατηρεί: «Βέβαια, απουσιάζει απ’ την ποίηση του Σεφέρη κείνο το μακρόπνοο τραγικό αίσθημα της ζωής, η τραγική εποποιϊα την οποία διακρίνουμε στους μεγάλους ποιητές. Ωστόσο η τραγικότητα μπορεί να εκφραστεί σύντομα, λιτά και ποιητικά, επικαλούμενη το φυσικό διάκοσμο, για να εκφράζει τον πόνο, τη νοσταλγία ή τις ύστατες επιθυμίες της ψυχής….», σ.104. Και στην 106 επισημαίνει: «Οι αιχμές του τραγικού στο Σεφέρη είναι βαθύτατα ποιητικές και φιλοσοφημένες. Αποσπασματικές, με φιλοσοφικούς υπαινιγμούς και προσωπικό άλγος, δεν καταλήγουν σε φονικά, σε πολέμους, σε στάσεις και σε επαναστάσεις. Συντροφεύουν την κρύφια ιστορία της προσωπικής μας μοίρας, διαπιστώνουν ταυτόχρονα τη λήθη του αληθούς, σκιαγραφούν την τραγωδία της λησμονιάς, το ναυάγιο των προσωπικών αναμονών και συγκινήσεων. Το φώς αναστέλλεται, η θετική προσωπική πνοή ατονεί, ο άνθρωπος δεν αποτολμάει ούτε μπορεί να αντικρίσει τον άνθρωπο…». Τέλος, σελίδα  112 λίγο πριν το τέλος επισημαίνει: «Αξίζει επίσης να τονιστεί πως ο ποιητής είδε την διιστορική ελληνική παράδοση υπό το πρίσμα της τραγικής ωραιότητας, κομίζοντάς μας έτσι μια διάσταση του Ελληνισμού η οποία είχε ξεχαστεί αρκετά απ’ τους παλαιότερους και απ’ τους νεώτερους στοχαστές και ποιητές. Προκύπτει μάλιστα ένα αδήριτο ερώτημα, το οποίο έχει καταλυτικές για την ποιητική δημιουργία συνέπειες: είναι δυνατό να υπάρξει μεγάλη ποίηση στα πλαίσια της μακραίωνης πορείας ενός λαού με μεγάλη παράδοση; Η απάντηση του ποιητή είναι σαφέστατη και καθοριστικότατη. Αναστροφή με την ποιητική του δημιουργία προσφέρει θαυμαστές συγκινήσεις, μας επιστρέφει  αναδημιουργικά σε συγκινητικές και οικουμενικών διαστάσεων στιγμές του Ελληνισμού και μας κομίζει την ανακαινίζουσα πληροφορία της τραγικής ωραιότητας.».

-Τα «Τρία Κρυφά Ποιήματα» γράφει ο Παπαθανασόπουλος, «δεν διαπραγματεύονται, δεν αναπτύσσουν συγκεκριμένα θέματα» όμως η περιπέτεια της ψυχής του σύγχρονου ανθρώπου βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Η γενική εποπτεία των ενοτήτων καθώς και των επί μέρους κομματιών θα έλεγα πως δεν προκαλεί ιδιαίτερες δυσχέρειες στον επαρκή αναγνώστη του Σεφέρη για το πλησίασμά τους. Οι λεπτομέρειες είναι εκείνες που τον αιφνιδιάζουν, καθώς δεν καταφέρνει πάντα να τις εντάσσει στην πρέπουσα θέση των συνειρμών που σχημάτισε αντιμετωπίζοντας το σύνολο. Εδώ η τάση του για την ερμηνευτική έκφραση τον αναγκάζει όχι μονάχα να μιλά υπαινικτικά, αλλά κάποτε και με μισές, ανολοκλήρωτες φράσεις».

- Πολύπλευρη προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων ο πειραιώτης καθηγητής πανεπιστημίου Βαγγέλης Αθανασόπουλος που έφυγε νωρίς και ξαφνικά από κοντά μας. Φεύγοντας από τον μάταιο τούτο κόσμο άφησε το ευρύ και πολυδιάστατο έργο του να μας ταξιδεύει και να μας υπενθυμίζει την γήινη παρουσία του, τα συγγραφικά του χνάρια. Τα μεστής και σκοτεινής υφολογίας άρθρα και κριτικές του, τις πολυσέλιδες πυκνές μελέτες του, τις εξειδικευμένες  έρευνές του. Τους προλόγους  που συνόδευαν τα βιβλία των συγγραφέων που αναστύλωνε με επιμέλεια και υπευθυνότητα. Τις μεταφράσεις και τα πεζά του, τον ποιητικό του λόγο. Τις άπειρες βιβλιοκριτικές του (δες περιοδικό «Διαβάζω» και σε άλλα περιοδικά) Προσιτός και οικείος σαν άνθρωπος και καθηγητής, τίμησε επάξια την θέση που του αναλογούσε στα ελληνικά γράμματα με τις συνθετικές εργασίες και προσεγμένες και ειδικού ενδιαφέροντος μελέτες του με ευσυνειδησία και συστηματικότητα. Η γραφή του είναι πυκνή και σε σημεία της δαιδαλώδης και σκοτεινή, η σκέψη του χρειάζεται επιμονή και υπομονή για να την ξεκλειδώσεις, μα, όταν μετά από αναγνωστικό πείσμα το κατορθώσεις, τότε βρίσκεσαι μπροστά σε ένα πεδίο ανάλυσης και ερμηνειών φοβερά ενδιαφέρον και προκλητικό. Σου ανοίγονται άλλα μονοπάτια ανάγνωσης και ερμηνείας ενός κειμένου από αυτά που είχες συνηθίσει και περπατήσεις αναγνωστικά. Ο συγγραφέας και κριτικός Βαγγέλης Αθανασόπουλος μας δίνει τα συμπεράσματα των ερευνών του με τρόπο εμφανές στοχαστικό και δύσβατο, οφείλεις να επιμείνεις για να ξεκλειδώσεις τα συμπεράσματά του, τα οποία είναι δομημένα σε κανόνες και μεθόδους που εφαρμόζονται στην δύση στην ερμηνεία της λογοτεχνίας, των κειμένων. Πολλές φορές οι μέθοδοι αυτοί, είναι κείμενα επί των κειμένων. Τα θεωρητικά αυτά μοντέλα ερμηνείας, δεν έχουν πάντοτε την καθαρότητα του αγγλικού δοκιμιακού λόγου, την ελλειπτικότητά του, την δωρική αρχιτεκτονική του σαφήνεια, προσιδιάζουν στον τρόπο ανάλυσης και γραφής της γαλλικής δοκιμιακής σκέψης, με την ποταμιαία αναλυτική λεπτομερειακή τους ματιά. Ή διαθέτουν την φιλοσοφική στιβαρότητα της αντίστοιχης γερμανικής σχολής. Έχει δυσκολίες ανάγνωσης ο λόγος του πειραιώτη καθηγητή, γιατί βουτά βαθιά μέσα στα κείμενα των συγγραφέων που επιλέγει και ανασκαλεύει το καθαρό λίπασμά τους, αναζητώντας το πολύτιμο μετάλλευμα της γραφής, τις εννοιολογικές αποχρώσεις των λέξεων. Έχουν γλωσσοκεντρικό προσδιορισμό. Στον δοκιμιακό του λόγο ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος προσπαθεί και αρθρώνει ένα ελληνικό θεωρητικό μοντέλο εξέτασης και ερμηνείας των κειμένων, στηριγμένο σε συγκεκριμένες αναφορές και παραπομπές. Ξαναδιαβάζει τα κείμενα της ελληνικής γραμματείας πεζά και ποιητικά και τα επανατοποθετεί στην αναγνωστική μας επιφάνεια με έναν προσωπικό μεταμορφωτικό τρόπο χωρίς αυτά να χάνουν την ουσία της αλήθειας τους μέσα στο χρόνο. Τα επανασημαντικοποιεί αν ο όρος αληθεύει την σκέψη του. Το ίδιο πράττει και με τον νομπελίστα ποιητή Γιώργο Σεφέρη που διερευνά τον πεζό του λόγο παράλληλα με τον ποιητικό και τους συσχετίζει, φωτίζει τις αλληλοεπιδράσεις τους, μας προτείνει να επανεξετάσουμε τα καθιερωμένα συμπεράσματά μας στην ανάγνωση των δύο αυτών έργων του Γιώργου Σεφέρη. Γράφει ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος: «Ο Σεφέρης είναι ο λογοτέχνης του αποσπασματικού,(1) δημιουργός ενός ποιητικού υλικού το οποίο, επιχειρώντας μιά αποστασιοποίηση από την περιστασιακή συγκίνηση, αποτελεί μιά καίρια μετάπλαση αυτής της συγκίνησης’ αλλά που ο ποιητής στη συνέχεια δεν κατορθώνει να συνθέσει αυτό το υλικό, ίσως γιατί οι αρκετές περιστάσεις είναι ανομοιογενές, ή γιατί-και αυτό συμβαίνει στίς περισσότερες περιπτώσεις-επαναλαμβάνεται ασταμάτητα συνιστώντας μιά συνεχή παραλλαγή πάνω σε δύο ή τρία μοτίβα, τα οποία όμως, εξαιτίας αυτής της αποτυχημένης σύνθεσης, χάνονται δίνοντας έτσι την εντύπωση πώς η ποίηση του Σεφέρη είναι μιά ποίηση χωρίς θέμα.(2). Όπου κατορθώνεται η σύνθεση αυτού του υλικού, αυτή η σύνθεση σκηνοθετείται με βάση το θέμα του θανάτου πιό συχνά-πού συνεργεί έντονα και στη λύση του ποιήματος-αλλά και με το θέμα, πιό σπάνια, της ανάστασης-ανάληψης (3), που αποτελεί, βέβαια, παραλλαγή του θέματος του θανάτου, που και πάλι φανερώνεται στο τέλος του ποιήματος, κλείνοντάς το και προσφέροντάς του την αίσθηση μιάς ολοκλήρωσης, δίνοντάς του ταυτόχρονα το χαρακτήρα ενός συνθετικού συνόλου. Τα έργα του Σεφέρη που ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία είναι τα Τρία Κρυφά Ποιήματα, οι Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη, το ΚΑ΄ από το Μυθιστόρημα, «Ο κ. Στρατής Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο: 5. Άντρας» από το Τετράδιο Γυμνασμάτων, «Μνήμη Α΄» και «Έγκωμη» από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄. Αυτό το θέμα της ανάστασης-ανάληψης αποτελεί μιά μεταφυσικού χαρακτήρα παραλλαγή του θέματος του νόστου που είναι το βασικό κλειδί ανάγνωσης των έργων του Σεφέρη.(4).

     Από τα έργα που αναφέραμε πιό πάνω τα Τρία Κρυφά Ποιήματα και οι Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη προσφέρονται περισσότερο στην παρακολούθηση αυτού του θέματος μιά και από την άποψη της συνθετικής προσπάθειας του ποιητή αποτελούν δύο μείζονα-σε σχέση με τα άλλα έργα του-δείγματα. Είναι, μάλιστα, δυνατό να γίνει μιά παράλληλη ανάγνωση αυτών  των δύο έργων, ή μιά ανάγνωσή τους σαν να πρόκειται για τα δύο μέρη του ίδιου του έργου, πράγμα που θα κατέληγε, βέβαια, σε μιά ανάγνωση του ενός έργου μέσα από το άλλο, και, κύρια, σε μιά ανάγνωση των Τριών Κρυφών Ποιημάτων μέσα από τις Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη, μιά και το πρώτο έργο είναι-όπως θα αναμενόταν για ένα έργο-απολογισμό μιάς ζωής-σε σημαντικό βαθμό κρυπτικό.

     Η ανάγνωση ενός ποιήματος σαν συνέχεια ή με τη βοήθεια ενός προγενέστερου μυθιστορήματος, ή και αντίστροφα, ίσως φαίνεται ριψοκίνδυνη, αμφίβολης αξίας, ή και αυθαίρετη. Αλλά την επιχειρώ γιατί διακρίνω μέσα σε αυτά τα δύο έργα κάποια στοιχεία συνέχειας, πράγμα που το βρίσκω πολύ σημαντικό μιά και τα Τρία Κρυφά Ποιήματα δεν είναι απλά ένα μεταγενέστερο των Έξι Νυχτών έργο, αλλά είναι το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του ποιητή και βρίσκεται στους αντίποδες του άλλου έργου που αποτελείται από κομμάτια μιάς αφήγησης, ενός μυθιστορήματος, πού το 1954 βρήκε ο ποιητής σε ένα φάκελο χειρογράφων των χρόνων 1926-1928 και πού, όπως λέει ο ίδιος στο σημείωμά του που προτάσσεται στα δύο δακτυλόγραφα αντίγραφα των Έξι Νυχτών, που υπάρχουν στο αρχείο του ποιητή, «μου έδωσαν την παράτολμη ιδέα να τα συναρμολογήσω και να τα συγκολλήσω με τέτοιο τρόπο πού να μπορούν να διαβαστούν.»(5).

     Το γεγονός πώς, όπως λέει και πάλι ο ίδιος στη συνέχεια αυτού του σημειώματος, «προσπάθησα να μείνω αυστηρά πιστός στα χέρια εκείνα και να αποκλείσω ιδέες και αισθήματα, που θα μου είχαν δημιουργήσει πρόσωπα ή πράγματα ύστερα από τα ‘30», μας δίνει τη δυνατότητα να θεωρήσουμε  τις Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη σαν την αρχή μιάς πορείας που κατέληξε, το 1966, στα Τρία Κρυφά Ποιήματα.» σ.119-120. Όπως και άλλα μακροσκελή άρθρα έτσι και του Βαγγέλη Αθανασόπουλου, συνοδεύεται από τετρασέλιδες σημειώσεις και παραπομπές. Εξ ου και οι αριθμοί.

-Στο δικό του μικρό δοκίμιο ο κριτικός και μεταφραστής Γιώργος Κ. Καραβασίλης ιχνηλατεί το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Ο βασιλιάς της Ασίνης» εξετάζει την αρχιτεκτονική του δομή διαμερισματοποιώντας την ποιητική αυτή μονάδα του Σεφέρη σε Πέντε μέρη και σε μικρότερες ενότητες. Πρώτο μέρος; Οι πρώτοι εννιά στίχοι. Δεύτερο μέρος: Οι επόμενοι δεκαοχτώ στίχοι. Την δεύτερη ενότητα την χωρίζει σε εννιά μικρότερα μέρη. Το τρίτο μέρος αποτελείται από δεκατρείς στίχους της σύνθεσης, και χωρίζεται σε τέσσερα μικρότερα μέρη. Ακολουθεί το τέταρτο μέρος με δεκαπέντε στίχους, το οποίο χωρίζει σε τρία μικρότερα μέρη. Και τέλος, έχουμε το πέμπτο μέρος με τους τελευταίους έξι στίχους του ποιήματος του Σεφέρη. Ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης θεωρεί το ποίημα «Ο Βασιλιάς της Ασίνης» σαν προπομπό της μεταγενέστερης ωριμότερης σύνθεσής του της «Κίχλης». Σημειώνει λίγο πριν το τέλος: «Μετά από τα παραπάνω ας κρίνει κανείς την αρχιτεκτονική δομή του «βασιλιά της Ασίνης» και ας τη θεωρήσει από την άποψη αυτή προπομπό της «Κίχλης», όπου η ωριμότητα του Σεφέρη αποκαλύπτει τη μοναδική αίσθηση που κατείχε ο ποιητής να δένει σφιχτά τα επί μέρους κομμάτια μεταξύ τους ή να τα συνδέει χαλαρά, όπου έπρεπε και να βγαίνει μέσα από τις λογιών-λογιών επεξεργασίες η αυθόρμητη τελικά σύνθεση.», σ,148

-Με τον όχι και τόσο σύνηθες λογοτεχνικό τίτλο-δανεισμένο από τον γάλλο ποιητή Σαρλ Μπωντλαίρ, καταθέτει την δική του συμμετοχή ο Στέλιος Καραγιάννης. Γράφει: «Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει ότι ο Άγγελος Σικελιανός υπήρξε η οξύτερη και σθεναρώτερη ποιητική φωνή των χρόνων της Κατοχής. Ισχύει όμως το ίδιο και για τον Σεφέρη των χρόνων της Δικτατορίας; Ναι, αν παραγράψουμε εντελώς την περίπτωση του εκτοπισμένου Ρίτσου. Ας αρχίσουμε όμως από τον Α. Σικελιανό. Στα «Ακριτικά» του που γράφτηκαν με το χέρι, υπογράφτηκαν και εκδόθηκαν στο «Εργαστήρι» τον Απρίλη και Μάη του 1942 με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου, συναντάμε το ποίημα «Άγραφον» που πρωτοδημοσιεύτηκε σε φύλλο της κατοχής τον Οκτώβρη του 1941.

    Το «Άγραφον» στην κύρια θεματική του δομή παραπέμπει στο ψοφίμι του Κάρολου Μπωντλαίρ με τη διαφορά ότι η κατευθυντήρια ροπή του στοχεύει στη δικαιοσύνη της Ιστορίας και όχι στη μεταφυσική της φθοράς του έρωτα και του θανάτου όπως συμβαίνει με το μπωντλαιρικό πρότυπο. Της ίδιας περίπου κατευθυντήριας ροπής είναι και το «Επί Ασπαλάθων» του Σεφέρη, γι’ αυτό, πρίν το σχολιάσουμε καλό θα ήταν ο σχολιασμός να προκύψει και με βάση την ανάγνωση του ποιήματος του Σικελιανού’ φυσικά η συνεξέταση εδώ του «Άγραφον» με το «ψοφίμι» του Μπωντλαίρ θα μας εξέτρεπε από τον αρχικό μας σκοπό.», σ.148. Το ποίημα ‘Une Charogne”. δηλαδή το «ΈΝΑ ΨΟΦΙΜΙ», του Charles Baudelaire περιέχεται με τον αριθμό 27 στην ποιητική σύνθεσή του «ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ»-Μελαγχολία και Ιδανικό. Ένα ποίημα τετράστιχο 12στροφών, «Θυμηθείτε το αντικείμενο που είδαμε, ψυχή μου./ Αυτό το γλυκό καλοκαιρινό πρωινό;/ Ένα ψοφίμι βρομερό στη στροφή του μονοπατιού/ Πάνω σ’ ένα κρεβάτι σπαρμένο με χαλίκια.». Βλέπε: Κάρολος Μπωντλαίρ, «ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ»(Les Fleurs du Mal), μετάφραση Δέσπω Καρούσου, σ. 41, τόμος Α΄, εκδόσεις Γκοβόστη χ.χ.

-Σημειώνει στο δικό του κείμενο ο Γ. Καρτέρης: «Η «Στροφή» τώρα, σαν τίτλος, ίσως, να μην υπήρξε ευτυχισμένος στη σύλληψή του, υπήρξε όμως στην ουσία του, την κρυπτογραφική ουσία εννοώ. Κάποιες ενδείξεις πάνω σ’ αυτό μας δίνει ο Μάριο Βίττι στο «Φθορά και λόγος’ εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη», καθώς αναζητά μιά ορισμένη αμφισημία του τίτλου, ανάμεσα στη στροφική ενότητα πού μπορούν ν’ αποτελούν τα δεκατέσσερα ποιήματα της συλλογής και τη «στροφή που κάνει έξαφνα η νέα ποίησή μας», όπως περίπου επισημαίνει ο Παλαμάς, κείνον τον καιρό, με αφορμή την έκδοση της «Στροφής». Πέρα, βέβαια, απ’ αυτές τις συγκεκριμένες ενδείξεις, έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι, από την ερμηνευτική διαφθορά, που υποθάλπει γενικά η συνείδησή μας, είναι δύσκολο να γλυτώσει κανείς. Το γεγονός όμως ότι ενδίδουμε σε κάποια, άς πούμε, αδυναμία μας, δε σημαίνει πώς ερμηνεύοντας, κάθε φορά, επιτελούμε, για την τέχνη, κάποιο θεάρεστο έργο. Η ερμηνεία μπορεί να έχει χάρη, μόνο αν αποτελεί την αρχή μιάς λύσης, αλλά, έτσι κι αλλιώς, εμφανίζεται πάντα με την καταστρεπτική τάση να θέλει να περιορίσει κάτι πού, από τη φύση του, αποζητά να είναι απεριόριστος, η ερμηνεία των ποιημάτων, εννοώ, αλλά και των τίτλων. Η «Στροφή» είναι ένας τίτλος πού αφομοιώνεται, αν όχι ιδανικός σίγουρα πολύ πετυχημένος. Έχουμε κιόλας δει προηγούμενα τί μπορεί να σημαίνει αυτό το «ιδανικός». Οι ερμηνευτικές αναφορές του Μάριο Βίττι, ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες επιδιώξεις τους, σίγουρα ενισχύουν την άποψή μας….», σ.158.

-Από τα πέντε θραύσματα συμμετοχής στο αφιέρωμα του εκδότη και επιμελητή Κώστα Ε. Τσιρόπουλου:

Α΄

Να προσπαθήσω να βρω και να συντονίσω τις λέξεις μου με του Σεφέρη τις λέξεις. Επειδή όμως οι λέξεις δεν είναι μόνο φθόγγοι αλλά και νόημα, ούτε όμως μόνο νόημα: είναι και κλίμα εσωτερικό εκείνου που τις προσφέρει, οφείλω να διακριβώσω το «κλίμα» του Ποιητή όταν έγραφε τις λέξεις της «Κίχλης». Είναι κλίμα μελαγχολίας-το μόνιμο σχεδόν, αν εξαιρέσεις τον «Ερωτικό Λόγο» και κάποια ξέφωτα εδώ κι εκεί στα ποιήματά του, κλίμα του Σεφέρη. Κλίμα απελπισίας.

      Να τοποθετήσω κατόπι τις λέξεις αυτές μέσα στην εποχή που χαράχτηκαν από τον Ποιητή. Γιατί οι ίδιες λέξεις, από εποχή σ’ εποχή παίρνουνε άλλο νόημα. Αυτό μας διηγείται το Λεξικό Liddell- Scott. Οι λέξεις της «Κίχλης» δεν έχουν καμιάν αθωότητα-καθώς έχουν οι λέξεις του Σολωμού, -καμιάν αγνότητα, Είναι οι λέξεις που βλασταίνουν κάθε τόσο από τα σπλάχνα ενός κόσμου σαπισμένου, καθώς μας τον υποβάλλει ο «Τελευταίος Σταθμός».

      Το δράμα του κόσμου αυτού μέσα στην «Κίχλη» είναι τετελεσμένο. Ο ποιητής το θεάται και το λέγει με την μικρή αταραξία ενός στωικού. Γιατί ο τόνος του Σεφέρη είναι τόνος στωικός και οι πόνοι του έχουν παραχωθεί τόσο βαθιά μέσα του ώστε χωμένοι να τον αφήνουν ελεύθερο να ιδεί τον κόσμο πάνω από τον εαυτό του-που ωστόσο παραμένει θεμέλιο του κόσμου.

Β΄

     Τρία είναι τα ποιήματα της «Κίχλης»: το πρώτο είναι το ποίημα των σπιτιών’ το δεύτερο, το ποίημα των ανθρώπων που άλλοι περνούν, ανεβαίνουν στην μνήμη που είναι η Ιστορία κι άλλοι κρύβονται στα ημίφωτα μιάς εύθραυστης ατομικής ζωής. Το τρίτο είναι το ποίημα του μύθου της ζωής, ως ζωής συλλογικής που «ναυαγεί» μέσα στον θάνατο. Και όλα αυτά, και τα τρία μακρά και μεγάλα αυτά ποιήματα ως περιβόλαιο τα συμπερικλείνει η θάλασσα, η ειμαρμένη των ανθρωπίνων, η μυστηριώδης ουσία πού την κοιτάζουμε χωρίς να ξεχωρίζουμε το ναυάγιο της ζωής, καθώς όλα είναι βυθισμένα σ’ αγγελικό και μαύρο φως. Είναι αγγελική και μαύρη η μέρα των ανθρώπων που ζουν πλασμένοι από σκοτάδι και φώς, ώσπου «όλα μαζί τα τζιτζίκια» της ζωής να σταματήσουν.

     Μ’ αυτή την έννοια, η «Κίχλη» είναι το οριακό έργο του Σεφέρη, το άγγιγμα της εσωτερικής του μεθορίου και η καταξίωση των ποιητικών του δυνάμεων σ’ έναν συμπερασματικόν οραματισμό. Έτσι όλα όσα έγραψε μετά την «Κίχλη» μοιάζουν ως αυτοσχολιασμοί και ως επιλεγόμενα μετά τον ακροτελεύτιο δικό της λόγο.

Γ΄

     «Το σπίτι» είναι η ρίζα της Φυλής και του ανθρώπου η ρίζα. Με το σπίτι, διά του σπιτιού  γνωρίζει τον πρώτο κόσμο, τον στερεώνει μέσα του και συνειδητοποιεί τον πρώτο αριθμό της Ιστορίας που είναι της οικογένειας η συνείδηση και η δική της διαδρομή ως γενιάς μέσα στον χρόνο.

     Η πληγή η παιδική που δεν μοιάζει  να έκλεισε ποτέ μέσα στο στήθος του Σεφέρη είναι το χαμένο σπίτι, η χαμένη μικρασιατική πατρίδα. Η δυστυχία αυτή διανοίγει μέσα του την τραγική αλήθεια και τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι τα σπίτια είναι προορισμένα να ερημωθούν γιατί είναι των ανθρώπων έργα που τους παίρνει ο θάνατος και τα εγκαταλείπουν. Έτσι, μπορεί κάποιος που ει στο σπίτι του ν’ «ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει /εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα», τους απολησμονημένους προγόνους. Δεν τους βλέπει’ τούτο όμως δεν σημαίνει πως αυτοί δεν εξακολουθούν να υπάρχουν. Είναι κοιμισμένοι, ώσπου να τους ξυπνήσει το σπαραχτικό σάλπισμα της Δεύτερης Παρουσίας.

Δ΄

     «Ο ηδονικός Ελπήνωρ» είναι το δεύτερο ποίημα της «Κίχλης». Γιατί «ηδονικός»; Διότι η ζωή ριζώνει με την ηδονή της σάρκας του ζεύγους. Και γιατί «Ελπήνωρ»; Γιατί, είναι ο ταπεινός ομηρικός ίσκιος που ζει ηδονικά, που πιστεύει στην ηδονή ως ελπίδα και που εξαιτίας της τσακίζεται μέσα στον θάνατο. Μια ζωική ορμή, επίφοβη επειδή μυστηριώδης, πνέει στα μέλη του ποιήματος αυτού για να πυκνώσει στις λέξεις του την στυφή γεύση μιάς μοιραιότητας όπου οι ζωντανές γυναικείες οπτασίες του πρώτου ποιήματος σαρκώνουν μέσα στην λειτουργία της ηδονής, σε στοιχειωμένα κρεβάτια, για να καταλήξουν και πάλι να πετρώσουν σε οράματα-αγάλματα,-κι όσοι ακόμη φωνάζουν, «δεν έχουν τί να πούν». Η έσχατη μοιραιότητα, του θανάτου, δηλώνεται με τον πόλεμο που «αμείβει» τις ψυχές, είτε ανεβάζοντάς τες στα μουσεία ως αγάλματα, είτε κομίζοντάς τες κάτω από τη σκάλα. Και τότε, όλο το θαύμα της ζωής και της φύσης, οι ζωντανοί καρποί, τ’ άστρα, το φίλημα, η ομορφιά γυμνή, ο έρωτας, είναι συντρίμμια, ρημάδια….. Κι όμως, τ’ αγάλματα μοιάζει να στέκουν ισοστάσια με τα σπίτια: εκείνα είναι η ρίζα, αυτά το άνθισμά τους. Ο άνθρωπος γεννιέται σ’ ένα σπίτι αλλά αθανατίζεται πλάθοντας ένα άγαλμα. Όμως και τα αγάλματα τελικά δεν μας σώζουν από το σάρκωμα του θανάτου: «Τ΄ αγάλματα είναι στο μουσείο/ καληνύχτα».- «…. Γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πιά συντρίμμια, / είμαστε εμείς»…

Ε΄

     Όσα στο δεύτερο ποίημα ήταν η περίπτωση της ατομικής ζωής του ανθρώπου που, αφού γεννήθηκε στο σπίτι, ζει τον έρωτα ως κόσμο ελπίδας και πλάθει το άγαλμα, στο τρίτο ποίημα, «Το ναυάγιο της «Κίχλης» αποτυπώνονται ως ακέριος μύθος της ζωής μιάς κοινωνίας ανθρώπων. Ζείς μέσα στον προσωπικό και μέσα στον συλλογικό μύθο, μέσα στο σπίτι, το ανοιχτό στο θαύμα του κόσμου ως ζωής αλλά τελικά όλα θα αγγίξουν την σκληρή και αδέκαστη παύση του θανάτου πού αποτυπώνεται επώδυνα αλλά με την μοιραιότητα ενός τελειωτικού ποιητικού λόγου, στους τελευταίους στίχους του τρίτου ποιήματος, τότε πού «θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φώς της μέρας».

    Τούτο όμως δεν σημαίνει πώς πηγαίνεις προς το σκότος. Όσο προσεγγίζεις στον θάνατο, στην αιφνίδια σιγή («πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια") τόσο το φώς, ως βασική, ενοραματική και όχι λογική, (ορθόδοξα χριστιανική, θα έλεγα) βιοθεωρία του Σεφέρη, διευρύνεται και πλουτίζεται. Θα φύγει ο κόσμος μέσα από το σπίτι, θα φύγει ο κόσμος γύρω από το σπίτι, όλα θα σωπάσουν αιφνίδια, αλλά  το φώς θα μείνει. Δεν μαυρίζει ο θάνατος την Πλάση, μονάχα την αδειάζει. Αυτό το φώς είναι η θάλασσα το μυστήριο όπου αιωρούνται οι μύθοι της ζωής, ο Οιδίπους, ο Σωκράτης, η Αντιγόνη, τα «αγάλματα» που «λυγίζουν αλαφριά» αλλά δεν συντρίβονται. «Όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει,/ στο φώς». Κι εδώ ακριβώς το φώς αναδείχνεται σε λειτουργικά θρησκευτικό γεγονός-σύμβολο που γεννά την Αγάπη. Το φώς της Μεταμόρφωσης ως θεολογίας, θεογνωσίας, θεομορφίας του ανθρώπου.

--

«Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα

των νερών

κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τά

κλειστά πηγάδια

ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες

πού μού ξεφεύγουν

εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος

που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής»

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2020          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου