Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ΠΟΙΗΣΗ 1976

ΠΟΙΗΣΗ 1976
    Αποδελτιώνω εδώ, τον δεύτερο τόμο ΠΟΙΗΣΗ ’76, των Θανάση Θ. Νιάρχου- Αντώνη Φωστιέρη, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος το Δεκέμβριο του 1976, σελίδες 140. Το εξώφυλλο είναι του Παύλου Βαζάκα. Ο πρώτος τόμος του 1975 είχε εκδοθεί από την «μικρή άρκτο»  Παρουσιάζονται συνολικά 33 ποιητές και ποιήτριες με ανέκδοτα ποιήματά τους. Η παρουσίαση γίνεται με αλφαβητική σειρά. Οι περισσότεροι ποιητές ανήκουν στην νεότερη γενιά
     «Όπως και πέρυσι ειπώθηκε η ετήσια έκδοση «Ποίηση» δεν είναι μια ανθολογία-τουλάχιστον με τη γνωστή έννοια του όρου. Σκοπός της δεν είναι η «εφ’ άπαξ» συλλογή και κατάταξη των σημαντικότερων έργων, αλλά η ζωντανή έκθεση-με αποκλειστικά ανέκδοτα κείμενα-αντιπροσωπευτικών και χαρακτηριστικών για τις σημερινές τάσεις ποιητικών φωνών. Δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να παρακολουθήσει κανείς την πορεία και τις κατευθύνσεις της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, αλλά και καθενός ποιητή ξεχωριστά.
    Η «Ποίηση», αν και από τη φύση της δεν μπορεί να πραγματώνεται παρά σαν έκδοση «δειγματοληπτικής» παρουσίασης, σαν συνολική σύλληψη αποβλέπει να δημιουργήσει μια σφαιρική απεικόνιση του χώρου αυτού".
    Θανάσης Θ. Νιάρχος-Αντώνης Φωστιέρης, Αθήνα 1976

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ
-ΦΘΙΝΟΥΣΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ
…. «Κάπου κει ή κάπως έτσι/πρέπει να εννοήσετε/το γεγονός πως δεν πετύχαμε ποτέ στις εξετάσεις/για τ’ Ανώτατα πνευματικά ιδρύματα της χώρας»
-ΑΚΟΥΣΑ
Άκουσα το πύρινο ποτάμι
την κορωμένη λάβα του κοντά μου ξαφνικά
να κατεβαίνει κοχλάζοντας
να κατατρών οι φλόγες του
ό,τι απαντούσανε στο δρόμο τους.
Κι’ αυτό, για να σε περιμένω
μόνο για να σε περιμένω
σωσμένο τώρα κι’ ασφαλή
ποιος ξέρει σε ποιο απάγγειο.
Είχα ξεμείνει-μοναχά γι’ αυτό-
μέσα στη συμφορά
-που καιρός πιά να ξεφύγω-
που λίγα μέτρα πέρα από το στίγμα μου
απείχε μόνο πιά.
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
-ΓΟΛΙΑΘ
-ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ
Άνθρωποι-πουλιά ήρθαν να κατοικήσουν τις φραντζόλες της φωτιάς
Σ’ ένα ποτήρι νερό δισεκατομμύρια μικρόβια έφτιαξαν τη φωλιά  τους.
Σ’ ένα ποτήρι νερό βουτάς τα χείλια σου σα φεγγάρι
Σ’ ένα ποτήρι νερό πέφτουν τα νειάτα σου και πνίγονται
Ώσπου να περάσει η δίψα τους
Άνθρωποι-αρκούδες ήρθαν να κατοικήσουν τις στέππες της καρδιάς μου
Σ’ ένα κλουβί φυλακισμένο ένα πουλί τραγούδησε
Σ’ ένα κλουβί χρυσελεφάντινο κλείσανε μιάν ελπίδα
Σ’  ένα κλουβί βάζουν τον βασιλιά των ζώων οι άνθρωποι
Σ’ ένα κλουβί με βάλανε και μένα
Πριν να γίνω όπως όλος ο κόσμος
Άνθρωποι-αράχνες ύφαιναν τις κλωστές τους πάνω στα δέντρα της σκέψης μου
Οι σκέψεις μου περνούν ανάλαφρες από  το μυαλό μου όπως τα σύννεφα
Ο άνεμος ήρθε να χαλάσει τη συνοχή της ιστορίας μου
-ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
-ΕΝΤΟΜΟΛΟΓΙΑ
-ΤΟ ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΜΠΟΡΙΣΟΦΣΚΙ
ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ
-ΕΦΥΓΕ ΞΑΦΝΙΚΑ
-ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΕΝΙΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
-ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ
Εγώ κι εσύ:
Ο άνεμος και η σιωπή
Η νύχτα και το φως
Εγώ  κι εσύ
Το ρόδο και το σύννεφο
Ο μαυροπίνακας τα’’ ουρανού
Και ο άγγελος με την κιμωλία
Εγώ κι εσύ:
Δυό κάτασπρες ερημικές σιλουέτες
Πάνω στο ατελεύτητο πένθος των βράχων
-ΕΝΑ ΚΕΡΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ
-ΜΑΚΡΥΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΘΡΗΝΟΥΣ
-ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΝΕΡΟΠΟΝΤΗΣ
-ΘΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΨΩ
-ΑΓΓΙΖΩ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
-ΤΙ ΕΧΕΙ Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ
-ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΠΟΥ ΜΕ ΡΑΓΙΖΕΙ
-ΛΥΓΙΖΟΝΤΑΣ
Λυγίζουν οι ελπίδες καθώς με μασάει ο καιρός
κι αλυσίδες με τεντώνουν κάθε φορά που αλλάζει η ζωή.
Ξετυλίγω τα όνειρά μου με την ίδια περιορισμένη λαχτάρα
-όπου κι αν φτάσω το ίδιο το φιλί μας μας πνίγει.
Ύστερα ανάβοντας τα φώτα ο εφιάλτης μπαίνει απ’ τα’ αυτιά
κι απ’  τη μύτη και κολυμπάει μεσ’ το αίμα μας.
Η πλήξη κι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός
με τυλίγουν ακόμα κι όταν ονειρεύομαι.
Αυταπάτες κι αισιοδοξίες που με βιάση οι απατεώνες πλασάρουν
με ξεγελούν, σέρνονται στα λαρύγγια των προδοτών οι γαλιφιές,
το πλοίο με την ευτυχία στ’ αμπάρια βαραίνει,
οι διηγήσεις των ακρωτηριασμένων τέρπουν πολλούς Έλληνες
κι οι εχθροί μας αντί να μας ενώσουν μας χωρίζουν.
Οι μέρες δροσίζουν
Το σοσιαλιστικό όνειρο πλανιέται πλατείες
κι όλα σε φέρνουν κοντά στις μάζες,
αλλά λυγίζεις καθώς οι χυδαίοι σε σπρώχνουν στη θάλασσα,
καθώς οι στεναγμοί των απελπισμένων σε ματώνουν.
Ξετυλίγω τ’ όνειρο με την ίδια περιορισμένη λαχτάρα
Και σκαλίζοντας συχνά με το μουσούδι μου τον πολιτισμό
αρνούμαι να κοιτάξω άλλο τον εαυτό μου.
Οι μέρες δροσίζουν κι η ευτυχία θα ερχόταν αν προλάβαινα να ξεχάσω.    
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ
-ΙΟΥΝΙΟΣ 1975
-Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΞΥΛΟΚΟΠΟΥ
-13,10΄
-Η ΝΥΧΤΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
Πολιτεία καρφωμένη στα σύννεφα
σ’ έναν μελανιασμένο ουρανό μ’ επίστρωση σιδήρου
Το δωμάτιο πλησιάζει στο κέντρο
Οι τοίχοι μπαίνουν μέσα.
Αν σβήσουν όλα τα φώτα,
αν γίνει δέκα φορές σκοτάδι κι ακόμα πιο πολύ,
τότε αφαιρείς την γραμμή από το σχήμα,
αφαιρείς το σχήμα από το πράγμα,
το πράγμα από την ανάμνηση.
Ο θάνατος γίνεται τεράστιο, αφηρημένο μηδέν.
Το μηδέν είναι ένα βουβό στόμα,
είναι το ανοιχτό μάτι του νεκρού
που επίμονα κοιτάει τον εαυτό του.
Κάθεσαι τότε κι ονειρεύεσαι παράλογα χρώματα
και τίποτα πιά δεν περιμένεις.  
-ΤΑ «ΑΛΛΟ ΦΩΣ»
-ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΗΜΕΙΑ
Σημείο Ι,ΙΙ,ΙΙΙ,ΙΙΙΙ
ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ
-ΓΙΟΥΣΟΥΡΟΥΜ ή ΑΠΕΦΥΛΑΚΙΣΘΗ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ
-ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ
Εγώ αγαπώ τον Κάλβο εσύ τον Σολωμό
μας χωρίζει μι’ αλλαγή βλέμματος
ή άβυσσος
-ΓΕΦΥΡΑ
-ΩΡΑΙΟΤΗΣ
-ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
-ΠΟΙΗΣΗ
-ΕΓΩ ΠΟΥ ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΣΑ ΣΤΗ ΜΑΧΗ
-ΠΑΡΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ
Πάρε αυτό το λουλούδι
δεν είναι βιομηχανικό
-ΠΕΦΤΕΙ ΟΥΡΑΝΟΣ
-ΑΔΕΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΝΙΗΛ
-ΤΟ ΣΠΙΤΙ
-ΤΙ
-ΠΩΣ ΤΡΕΜΩ
Πως τρέμω όλος όταν μου μιλάς
σα βελόνη πυξίδας.
Πάλι για δες στην παρομοίωση το ρίχνω
στο νου μου πάλι  έχω την τέχνη
το σωσίβιο
ωστόσο τρέμω όταν ακούω τη φωνή σου
εκεί κι’ η πρωταρχή του είναι μου.
-Η ΚΙΝΗΣΗ
-ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΑ
-ΟΡΦΕΑΣ ΚΙ ΕΥΡΥΔΙΚΗ
ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ
-ARS POETICA-Τά περασμένα
-ΗΛΙΕ ΜΟΥ
Απαλό ξημέρωμα
Πρωινή δόξα
Πνοή της ζωής
Πνοή της χαράς
Γιορτή του έρωτα και του θανάτου
Να πεθαίνουμε κάθε στιγμή
Και να ξαναγεννιόμαστε
Ήλιε μου…
-ΩΣ ΠΟΤΕ
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ
-ΜΙΑ ΡΟΠΗ
-ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Η αρχή, ένας τυχαίος μάλλον συνδυασμός
λέξεων είναι, που διεγείρει περιέργεια,
φαντασία και αίσθημα. Έπειτα η λογική,
απ’ τις πολλές συνωστιζόμενες συνέχειες,
αυθαίρετα ίσως, μιάν εκλέγει, έτσι
το σχήμα διαγράφοντας. Και, μεσ’ τα στενά
όρια που του μένουν, την εμπειρία
του τεχνίτη και τη δύναμη δείχνει ο τέλος.
Χωρίς η χρονική αυτή διαδοχή
Να προδικάζει και τη θέση τους στο ποίημα.
Θ. Π. ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ
-ΕΛΕΓΕΙΑ ΙΙ
Ερέτρια
Δεν είναι λυγμός
αυτό το νερό
μέσα στην παλάμη
ή πίσω από τα βλέφαρά σου
μόνο σιωπή του νερού,
τα «αύριο» και τα «ποτέ»,
εκείνα τα πολύ μικρά Ferry Boats,
από μακριά,
που δεν καταλαβαίνεις
αν φεύγουν.

Ενώπιος Ενωπίω
-ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΦΥΓΗΣ ΙΙ
-ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΦΥΓΗΣ ΙΙΙ
-ΘΗΤΕΙΑ Ι,ΙΙ,ΙΙΙ,ΙΙΙΙ
Ι
Βαθιά,
Αξεδιάλυτος χρόνος,
εγώ
μέσα στον προσωπικό μου καθρέφτη,
ύποπτος της απουσίας μου.
Κι’ οι εχθροί με προλαβαίνουν
εκεί,
ή έπειτα πάνω στη μεγάλη
γέφυρα, από χιλιάδες γωνιές
μέχρι την καρδιά μου
φίλοι που πάλι γίνονται
εχθροί,
κυκλώνουν τη γλώσσα μου.
ΠΑΝΟΣ ΘΑΣΙΤΗΣ
-ΔΙΚΗ
-ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ
Φίλε, πως βρέθηκες εδώ, πως στριμώχθηκες
πως σβύνεις.
Με τον καιρό, γίναν πολλά στον τόπο και σ’ εσένα.
Μπορεί να μη θυμάσαι πιά, ίσως να μη λογάριασες τι πλήρωνες
περνώντας τις στενές πύλες. Από χαντάκι σε χαντάκι
λιγόστευες ολοένα κηλίδες κλέβαν την εικόνα
μέναν σημάδια στη φωνή, νεκρά κενά στο νού.
Με κάθε χιόνι πέθαινε κι ένα κλαδί στα δέντρα.
Ήλιος και θάλασσα παίρναν πιο πολλά απ’ όσα δίναν.
--
Τώρα τις νύχτες προσπαθείς να ξεφύγεις.
Παίζεις στα χέρια σου άχρηστα κλειδιά
χαλίκια κι όστρακα από νησιά καταποντισμένα.
Μυρίζοντας φύκια ελεείς την ψυχή σου που λείπει.
Άφησε πια  τη θάλασσα. Έχει τελειώσει.
Και το ποτάμι άλλαξε κοίτη. Κι ο κρότος π’ ακούς κάθε βράδυ
είναι η ξερή λάσπη που σπάνει. Στην παλιά  όχθη
στρέμματα καλαμιές χωρίς φωνή νερού
λίγα δέντρα και πεθαίνουν
γλώσσες της άμμου στεγνωμένες.
Τώρα το παράθυρο βλέπει στον αντικρυνό τοίχο
και πρέπει να συνηθίσεις. Τα καλοκαίρια καίγονται μακρυά.
Πηγαίνοντας απ’ αυτό το τετράγωνο στο άλλο τετράγωνο
ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή σου.  
ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
-«ΟΥΡΑΝΙΑ» Ι,ΙΙ,ΙΙΙ,ΙΙΙΙ
Ι
Χάνεται η έμπνευση διασκορπίζεται
κι αφανίζεται στον τρόμο του κενού
η αγωνία του κενού μου χαρίζει
της αγρύπνιας την κυοφορία.
--
Βγαίνω, η βασανισμένη της αντηλιάς
των ανέμων, της σκόνης η τιμωρημένη
στης σεπτής νύχτας το μαστό καταφεύγω
γίνομαι ξανά κόρη
λούζομαι στον Ωκεανό αλλάζω φόρεμα
και κοσμήματα αξιώνομαι σκυθικά,
άρμα κι’ ηνίοχος έξω απ’ την πόρτα της αυλής μου
στην  κοιμισμένη καρυδιά φωσφορίζει
για να με πάει στους δρόμους του Έσπερου
και στού Αρκτούρου την αυλακιά…
Αν τ’ αποκάλυψες για μένα αυτό το θαύμα
σ’ ευχαριστώ κι’ εύνοια της μοίρας μου τόχω
αρκεί να υπάρχει και να το βλέπω
με τα γατίσια μάτια μου τα γυμνασμένα
στην αλήθεια της νύχτας.  
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ
-Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΣΤΡΑΤΙΑ
Το κτίριο και οι φωνές που ξεκινούν μες από βάσεις αγαλμάτων, τα σύρματα που κόβονται στον ουρανό σμιχτά τοπία, μυστικά περάσματα από τον ένα ως τον άλλο δρόμο, τα φύλλα σ’ ένα πάρκο που αγριεύεται παλεύοντας στη σιωπή να προσπεράσεις, έτσι που σε κοιτάζω,  να μου αρχινάς τον κόσμο άλλη μια φορά, παιχνίδι σε αγγεία και σε υφάσματα, και στων προγόνων μου τις προδοσίες.
-ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΦΟΥΓΑΡΑ
Παραμορφώσεις σ’ ένα ζώο στις εξορίες του κράτους
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ
-ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΛΟΜΒΟΣ Ι,ΙΙ,ΙΙΙ,IV,V,VI,VII
Ι
Είμαι ο Κολόμβος
Μόνος στον ωκεανό του δωματίου
Με τα πράγματα
Έμπληκτος στο κάθε ρήγμα πού
Φωτίζει ναυάγια
Μηδενίζοντας διαστάσεις
ΙΙ
Το σπίτι φωτεινό
Δίνει στο δάσος ανοχύρωτο
Βγαίνει μια μουσική-πολιορκία
-Τόσο εύκολα  δεν γλυτώνεις
Ξεκινά
Πάλι τους αιώνες ξεσκεπάζει
ΙΙΙ
Aux armes citoyens!
Δεν αντιδρά
Παρασύρεται στα υπόγεια ρεύματα
Δεν πνίγεται
Βγάζει πτώματα στην επιφάνεια
ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ
-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
Στραγγαλίζεται το φως κλωτσώντας τον ορίζοντα
Έπεφτε ο ήλιος στο στόμα του Αξιού ξεχειλίζει ο ουρανός ποτάμι
θολό στα πρόσωπά μας
Και φώναξα
Με φωνή που βιδώνει στον πηχτό αγέρα και μπούκωνε
Φωνάζω
Κι’ οι σάρκες το αίμα το σπέρμα μου φώναζαν γεμάτος ασβέστη νερό
πέτρες στάχτη και  ακόρεστο έρωτα μπασμένος σ’ αδιέξοδο εφτά
χρόνων
……………  
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΑΣ
-ΑΘΩΣ 1973
Όπως τόσοι,
βέβηλοι κ’ εμείς,
περπατήσαμε στο Άγιον Όρος.
--
Όμιλος φιλικός,
μικρό τάγμα στο μήνα της ανθοφορίας,
νεοσύλλεκτοι της άνοιξης
προσκυνήσαμε στις Μονές,
να προσθέσουμε του κεριού μας την κάπνα
στο περίλυπο θάμπος
των αγίων εικόνων.
--
Χαμηλόφωνοι κλειδοκράτορες μοναχοί
μας ανοίξανε τα πανίερα
των ερμαρίων κειμήλια
(μέλη σαρκίου ξηρά
σφραγισμένα σε περίτεχνες λειψανοθήκες,
ειλητάρια και  παλίμψηστα,
πρωτοχριστιανικές σελίδες Ευαγγελίων,
Πράξεις Αυτοκρατόρων,
παραχωρήσεις σαρικοφόρων
παμπόνηρων δυναστών,
φελόνια χρυσοϋφαντα,
αρτοφόρια και  ποτήρια,
περιρραντήρια που συγκράτησαν
αναμνήσεις ροδώνων,
μαργαριτάρι ψιλό ως η άμμος θαλάσσης
να ιστοράει με κέντημα
των Παθών παραστάσεις….)
…………
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ
-ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΤΩΝ ΟΔΩΝ
-ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
                   για την Ελένη Μ.
Είναι  παντού η ομορφιά είναι παντού άκουσέ με
το θαύμα η έκπληξη με τα μεγάλα
φωτεινά γκριζοπράσινα δικά της μάτια
μπορεί για μια ολόκληρη ζωή να τη χάσεις
έτσι σκυμμένος στις σκοτεινές σου προοπτικές.
Να, ξάφνου τώρα που τη βλέπεις να έρχεται
ανάβει κάτι δεξιά όπως κοιτάς
στην πολυκατοικία ένα ήλιος ζεστός με τόση
στοργή φυσάει δυνατά σκορπίζει το αμύρο
απ’ το σκυθρωπό σου γραφείο το βρέχει
με μια χρυσή βροχή ανοίγει τριγύρω
μια λίμνη
νιώθεις τα πόδια σου στο καθαρό νερό
δεν υπάρχει πιά λάσπη στον κόσμο στο πρόσωπό της
δεν υπάρχουν σκιές μόνο
ένα τρίτο μεγάλο μάτι να καίει
στο ραφαηλικό της μέτωπο παλεύοντας
τη μοχθηρή αγωνία την καταθλιπτική ερώτηση-όλες
τις σκοτεινές επινοήσεις όλα τα σκοτεινά ενδεχόμενα
μ’ ένα υγρό άσπρο δροσίζοντας
το μυαλό.
Είναι παντού η ομορφιά είναι παντού άκουσέ με
πανάρχαιο φως απέραντο νερό μυστικό χώμα
εύκολα τη χάνει κανείς
μέσα στην καθημερινή
σκοτοδίνη.   
ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ
-ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ Ι,ΙΙ,ΙΙΙ,IV,V,VI,VII,VIII,IX,X,XI,XII,XIII,XIV,XV
VII
Οι ομιλίες των ανθρώπων με βουλιάζουν
με παραδέρνουν με τσακίζουν.
Κι όταν τη νύχτα σταματήσουν
ένα ναυάγιο αποβρασμένο
σαν από χρόνια σφηνωμένο σ’ άξενο τόπο
πού τίποτα ν’ αφηγηθεί δεν έχει.  
VIII
Μια ολόκληρη ζωή
την ομορφιά τα μάτια μου
και δεν τηνέ χορτάσαν,
τώρα μπουχτίζουν θάλασσα
θάλασσα αταξίδευτη.
ΧΙΙ
Εχθρός ο χρόνος μαζί μας παίζει
παιχνίδι χωρίς νόημα
ως την εξάντληση την έσχατη,
μα γίνεται στιγμή που η ψυχή μας όλη
τα πικραμένα χείλη μας ξανοίγει
σ’ ένα χαμόγελο ευδίας.
Ταξιδεύουμε τότε στον άπειρο χρόνο
το φίλο μας ωκεανό τον απέραντο.
XV
Τόσο βαρειά η ψυχή μου, τόσο μόνος
πού και  ο ύπνος μ’ αποφεύγει
μ’ εχτρεύεται μακρυά μου φεύγει
όσο τον ζητάω.
Κι όταν πιά αποκάμω αυτό δεν είναι ύπνος
Θάνατος είναι θάνατος που όποιος τον πεθαίνει
μονάχ’ αυτός μπορεί κάπως να καταλάβει
ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
-Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
-Σ’ ΑΠΥΘΜΕΝΗ ΣΙΓΗ
Ασύλληπτο διάστημα καιρών
το γιασεμί, τ’ αγιόκλημα
ανθίζουν στην αυλή σου.
Ανέβαινες τις σκάλες σιγανά
ήσουν καθισμένη τα’ άστρα κεντώντας
σκυμένη στ’ ατέλειωτο σου όνειρο
λιόφωτου εξώστη θαλπωρή
σταφυλιών ατρύγητων γεύση
μύθων περιπέτειες στο βλέμμα σου
σ’ απύθμενη σιγή.
-ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΟΛΑ
-ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ
-ΤΟΠΙΟ ΜΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ
ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ
-Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ
Παραπατώντας τρέμοντας
Τρέχουμε στα τέσσερα
Παράφωνα
Ενωμένοι απ’ τον γοφό
Προς τον χαμό προς με την μικρότερη κλίση
Στα έγκατα του
Περιμένει ο άλλος άγγελος
Με τον κεφαλοθραύστη
Του Ευαγγελισμού
-Η ΣΧΕΣΗ
-Η ΣΧΕΣΗ Β
-ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ
-ΤΟ ΣΩΜΑ
Κάποτε αποσύρονται
Οι μελαγχολικοί συνδαιτημόνες
Στη μέση μένει το σώμα
Μισοφαγωμένο
Απ’ τα λειψά πλευρά σηκώνεται
Μία μικρή θύελλα δωματίου
Κι αποφλοιώνει τα έπιπλα τ’ ακούω
Να τρίζουν, να γογγύζουν και ν’ ανάβουν
Να βυθίζονται τα μισά στο χαλί
Ο χώρος διαστέλλεται
Χωράω-
-ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
-ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Όπως πάντα
Νυχτώνει εντελώς ιδιωτικά
Ο ουρανός με οξύ συριγμό
Ξεφουσκώνει.
Αυτή,
Όπως και χθές
Στο οινόπνευμα.
Ενώ
Βγάζω νύχια και φώτα
Που σημαίνουν είσαι εδώ.
Είμαι
Και πλέουν στους καπνούς
Άμορφοι όσοι αγάπησα.
-ΟΙ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
β’ δ, στ΄, ζ΄, η΄,ι΄, ιδ΄, ιζ΄
δ΄
Η γνώμη
Αν δεν ντυθεί στην ώρα της το λόγο
Κάνει νερά-ραγίζει
και εισχωρεί από τα χάσματά  της δόλος.
ι΄
Σύναξη του σογιού μου ανήμερα πεντηκοστή
κι όλοι οι νεκροί παρόντες. Εκτός
δεν έλυωσαν εκείνη τη χρονιά
τα σιδερένια πέδιλα του αγίου
παρόλο που έγινε κανονικά η τελετή
και υποταχτικά έσκυψε ο ταύρος το κεφάλι.
ιδ΄
……….
και πρό παντός το υγρόν του ήθους    
Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
-ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ ΑΔΙΑΚΟΠΗ
Και ήρθανε τότε οι μυροφόρες νύχτες
οι νύχτες αρχή και πολύμορφη Εκάτη
οι νύχτες ποίημα
Ο αυλός πρώτα κι’ έπειτα η στάχτη μιας Μαινάδας
λύσσα και τρέλλα
ξανά η λουλουδιασμένη παλιγγενεσία
τι να πω άλλο
Παλιγγενεσία νύχτα και μέρα αδιάκοπη
Νάρχεται με παπαρούνες και χαμομήλια τ’ Απρίλη
Και ν’ ανεβαίνει απ’ τα χώματα στα σύννεφα
Η βοή από μακριά προς τι; η βοή της απειλής του γένους
το γένος από μέσα κι’ απ’ έξω είναι πεντάχορδη λύρα
και άγια υγρασία του κάθε Μάη στα σπασμένα μέλη
Όλοι θα γίνουμε αγκάθι θανάτου στο πόδι του κρυφού θεριού
που άφησε την νυχιά του στη Νήσο.     
-(Άπόσπ,) V
ΤΑΣΟΣ ΠΑΠΠΑΣ
-ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΚΡΙΖΟΥ ΣΚΥΛΟΥ
Απ’ το γκρίζο μονοπάτι
Του ύπνου, φτάνει το βαθύ
σφύριγμά σου! Είσαι ένα μάτι
φεγγαριού πού έχει σταθεί
σκοτεινά, μεσ’ απ’ τον πάγο
και την άσπρη του φωτιά.
Είναι η τέταρτη νυχτιά
που τον ίσκιο σου φυλάγω
-Το κακό μου αίμα παγώνει
μεσ’ την κάτασπρη νυχτιά
--
Ως  του Ανάχουα τα ποτάμια
σε ακολούθησα-φαρδιά
διχαλώνουν τα πλοκάμια
τους στη φεγγαροκαρδιά
Μα στα σκέλη του Ουκαγιάλι
χωριστήκαμε, απ’ τη μια
όχθη, πήδηξα στην άλλη
σου αδυσώπητη ερημιά.
-Το κακό μου αίμα χορεύει
μεσ’ την κόκκινη νυχτιά.
……………     
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
-ΟΙ ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ
-ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
-ΠΟΛΥΘΡΟΝΕΣ
Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων
κανείς δεν έρχεται να κάτσει
-ΤΟ ΡΟΛΟΪ
Αντίθετα σε προβλέψεις κι εντολές
που θέλουν να καθαρίσουνε το μέλλον
ένα ρολόι χτυπάει πίσω απ’ τα κλειστά πατζούρια
-ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ
Θύμωνα με τους δρόμους που προδίδανε τα μυστικά μου
μα εκείνοι γνώριζαν τις ανάγκες μου καλύτερα.
-ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΠΕΡΧΕΙΟΥ
-ΜΥΣΤΡΑΣ
-ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ
-(άτιτλο)
-Η ΧΟΥΡΜΑΔΙΑ
Όταν θα γίνουν οι σφαγές
δεν θα σφάξουμε εμείς
(εμείς θα σφαχτούμε)
--
Όταν θα γίνουν οι  βιασμοί
εμείς δεν θα βιάσουμε
(εμάς θα μας βιάσουν)
--
Τότε γιατί μας βρίζουν
και μας φωνάζουν σφαγείς και βιαστές;
Γιατί νομίζουν πως στα βάθη της ψυχής μας
θέλουμε κι εμείς κάποτε να σφάξουμε
θέλουμε κι εμείς λιγάκι να βιάσουμε   
ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ
-ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ ΣΑΝ ΜΙΑ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ
-ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΜΑΥΡΕΣ ΜΕΡΕΣ
Το κοράκι
περιμένει στην κορυφή
έτοιμο να χυμήξει.
Οι λαοί
είναι μόνοι τους  και
σωτήρες πια δεν υπάρχουν.
Οι άξιοι
Έχουν αποσυρθεί απ’ την κυκλοφορία
κι έχουν τυλιχτεί σφιχτά
σ’ άσπρο χαρτί περιτυλίγματος.
Οι άνδρες
είναι αφελείς
παρηγορώντας τις γυναίκες τους
με ψυγεία, τηλεοράσεις και παντόφλες.
Οι άγγελοι
βολτάρουν στις πλατείες ξέγνοιαστοι
ξεπλένοντας το γαλάζιο τ’ ουρανού.
Το δάχτυλο
Κουρασμένο βαρέθηκε να παίζει
με τη σκανδάλη ενός άδειου πιστολιού.
Έρχονται μαύρες μέρες. 
-ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΑ ΖΩΑ
-ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ
-ΑΘΟΡΥΒΑ
ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
-ΤΟ ΒΑΘΡΟ
-ΑΠΡΙΛΗ ΜΗΝΑ
-ΟΣΟ ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΜΕΡΕΣ
-ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ
Νυχτώθηκα μέσα στ’ αγάλματα
Έμεινε μόνο
το εσπερινό χαμόγελο μιας προτομής,
έτοιμο κι αυτό να σβήσει.
Ο καιρός τώρα τόσο ψυχρός για να μιλώ με αγάλματα.
Τόσες ώρες μόνος,
πάγωσε στο στήθος μου η φωνή,
ξαναζεσταίνοντας την κρύα χαρά.
Σάμπως ακίνητο στα βάθρα τους να μ’ έχουν χτίσει.
Έμεινα μόνο να μιλώ με αγάλματα,
άσπρα κι αόμματα,
       με την ακινησία τους
που πάντοτε μου φέρναν θλίψη. 
-Η ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ
•ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΙΑΝΟΣ
-Η ΒΙΚΥ ΤΗΣ ΑΙΜΟΜΙΞΙΑΣ
-ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΗΡΘΑ ΚΙ ΕΦΥΓΑ
-INSOMNIA
-ΜΑΡΙΑΝΘΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
-ΕΔΕΜΙΚΟ
-ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΙΗΣΟΥ
Για σένα Ιησού θα γράψω ένα βιβλίο πικρό απάνω σε λιασμένα
μαλακά καπνόφυλλα
καθώς ο γέρος μου θα  πίνει στην υγεία της φωτιάς κ’ οι δυό γυναίκες μας
μέσα στην κόκκινη κουβέρτα θα κοιμούνται σα μια ντάμα πούριξε ο
ύπνος
πάνω στο πάτωμα. Για σένα Ιησού
θα γράψω ένα βιβλίο πικρό και θα το δώσω
να το το αποστηθίσει η φωτιά να το χορεύει μπρός στη γάτα μας τη σφίγγα. 
Θ. Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
-ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΥΕΛΠΙΔΕΣ ΤΟΥ ΑΛΚΑΖΑΡ
Εσάς, που επειδή νικήσατε, ο κόσμος σας περιφρονεί
και σας φωνάζω φασίστες, φασίστες, κτήνη
ενώ οι άλλοι, Αλβαρέζ ντέλ Βάγιο, γίνατε ήρωες
ακριβώς επειδή δεν μπορούσατε να νικήσετε
----
Η αουρεόλα του μάρτυρα δεν φοριέται πάνω απ’ το πηλίκιο
σας λένε σενιορίτος, φεουδάρχες, τσακάλια του ιμπεριαλισμού
τσιράκια του Χίτλερ, φονιάδες του λαού, αρριβίστες
-το μόνο αρρίβα που ξέρατε ήταν το αρρίβα Εσπάνια-
---
Είναι της μόδας σήμερα να σας εξευτελίζουν, Μοσκαρδό,
να σας παρομοιάζουν με τον Τρουχίλλιο, τον Κύ, τον Μάρκος,
ξεχνούν πως δικός σας ήταν το αίμα που χυνόταν στην αρένα
όσο και των άλλων-μά οι άλλοι νικήθηκαν άρα ήρωες
---
Εσάς επειδή ανήκετε στους καίδος παρά λά Εσπάνια ο κόσμος
σας φτύνει στον τάφο σας, και πρώτοι εκείνοι που ωφελήθηκαν
από το θάνατό σας, καπιταλιστές και μπουρζουάδες με τον Μαρξ
στο κομοδίνο για διάβασμα σε ώρες ανίας κ’ αγρύπνιας
---
Στίχους για το Λόρκα άλλο τίποτα, για τον Ντουρρούτι, τον Νεγκρίν
η  Πασσιονάρια άγαλμα ζωντανό, ο Καμπεσίνο θρύλος-
είχανε τον όμορφο ρόλο, του τσακισμένου αγωνιστή
πέσατε θύματα αδέρφια εσείς σε άνιση πάλη κι’ αγώνα
--
Σαράντα χρόνια σας πολέμησε ο λαός της Ισπανίας που νικήσατε
κι ούτε μια φορά δε σας συγχώρησε την υποδούλωσή του
Πύρρο τον λέγαν εκείνο που έκανε τέτοιες νίκες
στο τέλος πήγε σαν το σκυλί στο αμπέλι από ένα κεραμίδι
---
Σαράντα χρόνια τρισάγιο στον τάφο σας δεν τον μαλάκωσε
θα μείνετε στη μνήμη των ανθρώπων σαν άθλια ανδρείκελλα
επειδή σκοτωθήκατε από τη μεριά που δεν έχει μέλλον
είτε νικήσει είτε νικηθεί χαμένη θάναι κι’ αδικαίωτη
…………………..        
ΛΕΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΒΙΑ
-ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ
-Α, ΝΑΙ, ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
-ΜΕ ΤΗ ΜΙΑ ΚΟΨΗ ΚΑΤΑΣΤΗΘΑ
Ώστε λοιπόν ο δικός μου κλήρος να γίνει το πελέκι
που θα  τσακίσει το γέλιο σου
εγώ θηλιά γύρω απ’ το ύστατό σου τραγούδι
εγώ το δίστομο μαχαίρι που θ’ αυλακώσει
το αχάραγο σώμα σου
με τη μια κόψη κατάστηθά μου
αιμορροώντας, αμετανόητη αιμορροώντας.
-ΣΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ
Παρακολούθησα την παράσταση
Συγχαρητήρια.
Πειστικός στο ρόλο του αμαρτωλού
και στο ρόλο του άγιου
ταχύς στις αμφιέσεις
ντύνοντας την παραφορά με κοσμιότητα
φορώντας τη μάσκα της αυτάρκειας
σε μοναξιά κι ανάγκη
Συγχαρητήρια από συνάδελφο
με χρόνια θητεία στη δουλειά.
Και τώρα
εδώ στα παρασκήνια
ας σταθούμε για μια στιγμή εγγύς
ανυπεράσπιστοι.    
-ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ Ι,ΙΙ
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
-ομοφυλόφιλο πάρκο
ακόμη και τα δέντρα σου είναι πρόστυχα
τα παγκάκια σου είναι ρουφιάνοι
τα φανάρια σου είναι χαφιέδες
λουμπίνες και χακιφόροι εξαργυρώνουν τη μοναξιά
πώς να μην είμαι βουρκωμένος
σε τέτοιο βούρκο
----
-κάποτε έγλυφα πόδια
τώρα αρβύλες
η γαρ δύναμίς μου
εν αδυναμία τελειούται
----
-με είπε κίναιδο
βέβαιος πως με σουβλίζει
εκ του ασφαλούς
που να φαντάζονταν
πως ο μικρός του γιός
θα ‘βγαινε φλώρος
----
-με τι συστολή
φοράς τη στολή
κι’ όταν τη πετάς
πετάς!
ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΟΝΑΣ
-ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΙΟ
Ο σκούφος που φορά (κώλουρος κώνος)
έπεσε απ’ το ψηλό ταβάνι
όταν πρίν λίγο άκουε μουσική. Ωστόσο
το τοπίο είναι μελαγχολικό
μονάχα μια μικρή επίφαση χαράς
όπως η παπαρούνα που κρατάς στα δάχτυλα
το μαύρο εκείνο στην καρδιά
πυρπολημένα αιφνίδια. Τα σπίτια
δε χωράνε τις ψυχές
τα δέντρα δε χωρούν στους κήπους
κι όμως σε τούτο το χωριό
όλα σου λέν πως είναι οικοδομήσιμα
κι αν θέλεις  να σου φέρουν κι οικοδόμους.
Καταπίνει ο γραφικός όρμος καράβια
συνωμοσίες από πεύκα σκεβρωμένα στο  βοριά
και κολώνες στο βάθος
οριζοντιωμένες στο θάνατο. Όσοι κατέβηκαν
το πρωινό να κολυμπήσουν
είδαν στο μονοπάτι το στριφτό
το τραγικό θαλασσοπούλι
κάτι φτερά πού του ‘δωσε ο Θεός
να το βαστούν να μην πετάξει. Ταξιδεύει η θάλασσα
ένα νησί μπερδεύτηκε στα σύννεφα
ταξιδεύει περιγράφοντας τον εαυτό της.
Κύμα στο κύμα οι αρές
ο Ατρέας, ο Θυέστης, ο Γουνθάριξ
κι αφρός οι σάρκες των παιδιών
σε δείπνα φονικά. Με δίδακτρα ακριβά
μαθαίνει ο καθένας τη δική του ενδοχώρα
κι υπάρχεις όσο λιγοστεύεις.   
-ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΕΙΟ

Σημείωση: Στον νέο αυτόν τόμο «ΠΟΙΗΣΗ ‘76», που εκδίδεται από τον παραδοσιακό εκδοτικό  οίκο «Κέδρος» περιλαμβάνονται συνολικά τριάντα τρείς ποιητές και ποιήτριες, δέκα λιγότεροι από τους συμμετέχοντας στον πρώτο τόμο. Η έκδοση γίνεται για λογαριασμό του εκδοτικού οίκου, ενώ του πρώτου τόμου, η κεντρική διάθεση γίνονταν από τις εκδόσεις και το βιβλιοπωλείο της «ΕΣΤΙΑΣ». Το ασπρόμαυρο σχέδιο της δεύτερης σελίδας, (απεικονίζει μια γυναικεία παρουσία να κρατά ένα λουλούδι) που είναι του M. C. Escher, κοσμεί την δεύτερη σελίδα του πρώτου τόμου, στον δεύτερο τόμο του 1976, παρότι αναφέρεται ότι επαναλαμβάνεται, στον τόμο που έχω εγώ, δεν συμπεριλαμβάνεται. Το εξώφυλλο, έχει την ίδια σύνθεση-φυσικά αλλάζουν τα ονόματα των συμμετεχόντων-αλλά με διαφορετικό  χρωματισμό του φόντου. Στις δύο τελευταίες σελίδες, όπως είναι αναμενόμενο, δημοσιεύεται διαφήμιση του εκδοτικού οίκου που εξέδωσε τον νέο τόμο, που αναφέρει τους σύγχρονους έλληνες ποιητές και ποιήτριες που κυκλοφορούν εκείνη την περίοδο από τον οίκο. Οι τίτλοι των ποιημάτων και τα ονόματά τους είναι με κεφαλαιογράμματη γραφή. Η παράθεση, δεν γίνεται με χρονολογική σειρά, δηλαδή σύμφωνα με την γενιά που ανήκει ένας ποιητής ή μια ποιήτρια,-κατά την ημερομηνία γέννησής τους-αλλά με αλφαβητική σειρά. Ας περιδιαβούμε εν τάχει τις σελίδες του τόμου.
Το ποίημα του Νάνου Βαλαωρίτη, «Το άντρο του Μπορισόφσκι», αναφέρεται ότι είναι «Από την «Πουπουλένια Εξομολόγηση».
Το ποίημα του Γιώργου Βέη, «Τι έχει η Κατερίνα», έχει μότο μια ρήση του Saint- John Perse, «Ας μας γοητεύσει ακόμα η ολόδροση απατηλή πνοή». Το δεύτερο ποίημα «Για την άνοιξη που με ραγίζει», είναι αφιερωμένο στον ποιητή της γενιάς του 1970 και δοκιμιογράφο Γιώργο Μαρκόπουλο.
Του ποιήματος «Δίκη» του Πάνου Θασίτη, προηγείται ένα μικρό απόσπασμα από το έργο του Αισχύλου «Χοηφόροι» 61-64. «…ροπή δ’ επισκοπεί δίκας ταχεία τοις μεν εν φάει το δ’ εν μεταιχμίω σκότου μένει χρονίζοντ’ άχη βρύει τους δε άκραντας έχει νύξ»
Το ποίημα του Στέφανου Μπεκατώρου, «Ερωτικό τραγούδι», είναι «για την Ελένη Μ»
Οι ποιητικές συνθέσεις του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, είναι άτιτλες και χωρίζονται με μικρά γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου, σε σχέση με τα ποιήματα των άλλων ποιητών που χωρίζονται με λατινικούς χαρακτήρες.
Το ποίημα «Το τραγούδι του γκρίζου σκύλου» του Τάσου Παππά, έχει ως μότο, το «Ο γκρίζος σκύλος έρπει ανάμεσά μας και μας αναστατώνει την ψυχή. …Είμαι ο φύλακας του ονείρου…» του D. H. Lawrence.
Τα ποιήματα του Κώστα Ριτσώνη είναι άτιτλα εκτός από την «Χουρμαδιά»
Το ποίημα του Ντίνου Σιώτη «Περιγραφή μιας μέρας σαν μια οποιαδήποτε άλλη μέρα» είναι «στη μνήμη του Γιώργου Σεφέρη»
*στην αντιγραφή των ποιημάτων διατήρησα την ορθογραφία των δημιουργών.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016