Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Gay movies part 2

Gay Movies, μέρος 2ο
BEAUTIFUL CITY
Beautiful city, the centre and crater of European confusion,
O you with your passionate shriek for the rights of an equal humanity,
How often your Re-volution has proven but E-volution
Roll’ d again back on itself in the tides of a civic insanity!
              Alfred Tennyson(1809-1892)

    Συνεχίζοντας τον κατάλογο των Gay movies που έτυχε να δει η γενιά μου,-1980- μια γενιά που γαλουχήθηκε και επηρεάστηκε σημαντικά από την κινηματογραφική τέχνη,(ανοίγοντας αναγκαία ιστορική παρένθεση, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι από τις προηγούμενες γενιές των ελλήνων πνευματικών δημιουργών, μόνο η πεζογραφική και ποιητική γενιά του 1970, ασχολήθηκε συστηματικά με την τέχνη αυτή των «κατευναστικών ονείρων», εμπλούτισε ή και διέπλασε τον θεματικό της προβληματισμό και ίσως και την αισθητική της γραφής της, ανάλογα με τα νέα ρεύματα του κινηματογράφου. Οι προηγούμενες από αυτήν χρονικά πνευματικές γενεές, παρότι η κινηματογραφική παραγωγή τόσο  στον ελλαδικό χώρο όσο και κυρίως στον διεθνή βρίσκονταν σε πλούσια ανθοφορία αρκετές δεκαετίες νωρίτερα, και το πλατύ κοινό, είχε αγκαλιάσει-από όλες τις οικονομικές τάξεις-με θέρμη την ομαδική αυτή λαϊκή ψυχαγωγία και κοινωνική παιδαγωγία, και τα μηνύματα που εξέπεμπε ακόμα και η πιο ανώδυνη θεματικά βιομηχανία του «σταρ σύστεμ», του ακραίου εμπορικού κινηματογράφου, δεν έχουμε σαφή δείγματα οργανωμένου ενδιαφέροντος για τον σινεμά και τις ταινίες του, εκτός από σποραδικές εργασίες παλαιών πνευματικών δημιουργών ή ποιήματα που γράφηκαν και τα οποία μας μιλούσαν για τον κινηματογράφο ή τους ηθοποιούς του, ή αντίστοιχα σκηνοθετών όπως ο Ορέστης Λάσκος, ο οποίος εξέδωσε και ποιητικές συλλογές, ή ο παλαιός τραγωδός πειραιώτης Αιμίλιος Βεάκης, που επίσης έγραψε ποιήματα. Το θέατρο περισσότερο, σε όλες του τις φόρμες και σχολές, η τέχνη των εικαστικών, αυτή της φωτογραφίας και η μουσική τέχνη, απασχόλησαν τις γενιές των δημιουργών την πριν το 1970, συμπεριλαμβανομένης και της κυριαρχούσας μέχρι των ημερών μας γενιάς του 1930 και των εκπροσώπων της, και τροφοδότησαν την θεματολογία του έργου τους. Η τομή κατά την γνώμη μου, αρχίζει με την ηλικιακά νεότερη γενιά, αυτήν την γενιά της δικτατορικής αντίστασης, που ανδρώθηκε και συνδέθηκε με τον πολιτικό και κοινωνικό αγώνα εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος εκείνης της περιόδου (1967-1974). Το θέμα της επιρροής και της συμβολής της τέχνης του κινηματογράφου, στο έργο των ελλήνων πνευματικών δημιουργών, είναι ακόμα αχαρτογράφητο αν δεν κάνω λάθος) και καθώς οι τηλεοπτικοί δέκτες των κρατικών και ιδιαίτερα των ιδιωτικών καναλιών τις τελευταίες δεκαετίες, στάθηκαν σημαντικοί και πολλές φορές κύριοι αρωγοί και διαφημιστές του κινηματογραφικού φακού, διεύρυναν το πολλαπλό ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού για την λαϊκή και δημοφιλή αυτή τέχνη ψυχαγωγίας. Παράλληλα, εμπλουτίστηκε έστω και ως εμπορική μόδα ή επικαιρική σκοπιμότητα, η κινηματογραφική τέχνη, με θέματα που αφορούσαν τις ιδιαίτερες σχέσεις και συμπεριφορές κοινωνικών ομάδων και μειονοτήτων, μια που πλέον, οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες του ανεπτυγμένου οικονομικού καπιταλισμού του δυτικού κόσμου, μετατόπιζαν το κέντρο βάρος των πολιτικών δικαιωμάτων όχι πια τόσο σε μια εθνική οντότητα, άλλα στα προσωπικά προβλήματα και δικαιώματα των ατόμων που αποτελούσαν αυτήν την εθνότητα, είτε τα άτομα αυτά ανήκαν στην πολυπληθή πλειοψηφία των γηγενών κατοίκων, είτε στις διάφορες οργανωμένες ή ανοργάνωτες μειοψηφίες μη γηγενών κατοίκων, που και αυτές, αγωνίζονταν να ενσωματωθούν στο ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον του νέου χώρου διαμονής των. Η σύγχρονη επίσης και μοντέρνα θέση της γυναίκας, η κοινωνική της αυτοδιάθεση και η πολιτική της χειραφέτηση, βοήθησε στον εμπλουτισμό της κινηματογραφικής τέχνης. Η νέα προβληματική του κινηματογραφικού φακού, άρχισε σταδιακά να εστιάζει το ενδιαφέρον της και στα προσωπικά αδιέξοδα των gay ατόμων ανδρών και γυναικών, τα πάσης φύσης κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι gay κοινότητες, τις όποιες αντιξοότητες στον εργασιακό τους χώρο ή το οικογενειακό τους περιβάλλον, την πλημμελή συμπαράσταση-στην αρχή τουλάχιστον της δεκαετίας του 1980-σε θέματα υγείας, με την εμφάνιση και την έξαρση της σεξουαλικής επιδημίας, πριν οργανωθούν συστηματικά οι κρατικές υγειονομικές αρχές, τις δυσκολίες των πολύχρωμων σχέσεων που αναπτύσσονταν μεταξύ των γκέι, που εν μέρει ταυτίζονται και εν μέρει διαφοροποιούνται από αυτές των στρέιτ, τον τρόπο ψυχαγωγίας και διασκέδασής τους, τις ενδυματολογικές τους προτάσεις, τα δικαιώματά τους σαν ισότιμη συνταγματικά πολίτες μιας χώρας, τις κοινωνικές τους φιλοδοξίες, τους ατομικούς τους ή και πολιτικούς τους στόχους, με δυό λόγια, την άμεση και ενεργή συμμετοχή τους στα κοινά του χώρου, που ζούν, εργάζονται, διασκεδάζουν και ψυχαγωγούνται τα άτομα που συναισθηματικά, ερωτικά και σεξουαλικά, επέλεξαν την συντροφιά των ανθρώπων του ιδίου φύλου. Το κοινωνικό φαινόμενο της ομοφυλοφιλίας, τόσο στο ζωικό βασίλειο-όπως μας έδειξαν και κατέγραψαν οι επιστημονικές μελέτες των παλαιότερων αρχαιολόγων και βιολόγων, όσο και στην μετέπειτα διαχρονική εξέλιξή του στο ανθρώπινο είδος, είναι αρκετές χιλιετίες παλαιότερο από το αισθητικοκοινωνικό φαινόμενο του κινηματογράφου, η ομοφυλοφιλία δεν εμφανίζεται δηλαδή την 28η Δεκεμβρίου του 1895, που πήρε σάρκα και οστά από τους αδερφούς Λυμιέρ. Χρονική ιστορική στιγμή, που η σταδιακή εξέλιξη ενός προϋπάρχοντος φυσιολογικού ελαττώματος του ματιού μας, το γνωστό μας μετείκασμα, μετά από διάφορες επιστημονικές περιπέτειες και τεχνολογικές ανακαλύψεις έγινε κινηματογραφική γραφή, κινούμενη παγκόσμια αναγνωρίσιμη γλώσσα των ανθρώπινων συναισθημάτων και των σωματικών μας εκφράσεων. Η εν κινήσει απαθανάτιση των ανθρώπινων ιχνών μέσα στην ιστορία, ήταν πλέον γεγονός.  Ο έλληνας δάσκαλος της κινηματογραφικής τέχνης ο κυρός Βασίλης Ραφαηλίδης, στο βιβλίο του «12 μαθήματα για τον κινηματογράφο», εκδόσεις του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου «ΩΡΑ»-Αθήνα 1970, στο πρώτο κεφάλαιο των σεμιναρίων του με τίτλο «Προϊστορία του κινηματογράφου» γράφει ότι η ανθρώπινη ιδέα του κινηματογράφου, ανάγεται στα προϊστορικά σπήλαια της Αλταμίρας, σημειώνει ενδεικτικά τα εξής:
«…Πάντα ο άνθρωπος είχε την  περιέργεια να δει πως κινούνται τα αντικείμενα γύρω του, πως είναι «διαρθρωμένη» η κίνηση. Και πάντα προσπάθησε να «συλλάβει» αυτήν την κίνηση, να την αναλύση με στατικά δεδομένα. Η πρώτη προσπάθεια «στατικοποίησης της κίνησης» συναντιέται στις σπηλαιογραφίες της Αλταμήρα, το 30-25.000 π.Χ. Θα μπορούσαμε λοιπόν κάλλιστα να πούμε πως ο άνθρωπος συνέλαβε την ιδέα του κινηματογράφου το 30.000 π.Χ. Όσο και αν φαίνεται περίεργο αυτό, παρόλο που χρειάστηκαν 32.000 χρόνια για να πραγματοποιηθεί η ιδέα, είναι ένα γεγονός ιστορικά βεβαιωμένο. Οι βύσωνες που ζωγράφισε ο προϊστορικός άνθρωπος στην Αλταμήρα με 8 πόδια αντί 4, ήταν ακριβώς η πρώτη προσπάθεια να παρατηρήσει εικαστικά-στατικά την κίνηση…».
     Και καθώς στο πέρασμα του χρόνου, η κοπιώδης αυτή προσπάθεια έρευνας της σύνθεσης της αναλυμένης κίνησης χρειάστηκε να συντεθεί σε πιο οργανωμένες βάσεις ανθρώπινης περιέργειας, έως το 1825, που οι Φίττον και Πάρις εφεύραν το θαυματρόπιο,-το μικρό έλασμα που καθώς το φυσάμε γυρίζει-και με την εξέλιξη των συγγενών επιστημών και ανακαλύψεων, ο φανός, άρχιζε να αρχιτεκτονεί την δική του τεχνική και πραγματικότητα, μέσω της ιδιαίτερης γλώσσας των «σινημάτων» (cinemi)του, όπως καταγράφει την ορολογία αυτή ο ιταλός ποιητής και σκηνοθέτης Πιέρ Πάολο Παζολίνι, μιλώντας για την σημειολογία της γλώσσας του κινηματογράφου, στο σπονδυλωτό βιβλίο του: «6 κείμενα για τον κινηματογράφο» εκδόσεις Αιγόκερως 1989, για να αποτυπώσει με την δική του ξεχωριστή γλώσσα, αυτήν την πραγματικότητα στην αναπαραστατική της διάσταση μέσω της ίδιας της απτής πραγματικότητας, οι κοινότητες των gay και τα ομοφυλόφιλα άτομα διεκδίκησαν την δική τους ταυτότητα και σεξουαλική απελευθέρωση. Στα ούτως ή άλλως, κοινά ανθρώπινα προβλήματα και αδιέξοδα της ζωής και του έρωτα, στα μετά του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου χρόνια, οι διάφορες παθογένειες των ερωτικών μας επιλογών και οι ανάγκες του βίου, άρχισαν να διαφοροποιούνται και να αποκτούν τα ιδιαίτερά τους χαρακτηριστικά. Γάμος για τους ετεροφυλόφιλους, Σύμφωνο Συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους, μια κοινή ερωτική σωματική και συναισθηματική συζυγία υπαρξιακών αναγκών, που αγωνίζεται το ανθρώπινο είδος καθώς αναπτύσσει στην εξέλιξη του χρόνου τα πολιτισμικά του χαρακτηριστικά, να τα αναδείξει, να τα απελευθερώσει από θρησκευτικές ή ιδεολογικές αγκυλώσεις, να τα αποπλύνει από τα άλατα εθιμικών και ηθικών παραδόσεων προηγούμενων παραδοσιακών γενεών, και να τα επανά-προσδιορίσει μέσω της τέχνης του κινηματογράφου. Τα σκάνδαλα και οι αρετές της ομοφυλόφιλης ζωής και περιπέτειας, τα όνειρα και οι φιλοδοξίες, όπως αντίστοιχα και της ετεροφυλόφιλης, η κινηματογραφική γλώσσα, τα απεικονίζει με μεγάλη μαεστρία και μας προτάσσει την δική της αισθητική και κοινωνική αντιμετώπιση. Άλλοτε διακριτικά άλλοτε με υπερβολική παραχάραξη, αποτυπώνει τον Κόσμο μας σε όποια του μορφή και επιλογή. Οι στάσεις του Σώματός μας πλέον μέσα στον χώρο, είναι διαφορετικές μετά την εξέλιξη της τέχνης του σινεμά. Και ίσως, η μεταμοντέρνα ηθική των ανθρώπων δεν προέρχεται από τις παλαιές θρησκευτικές δοξασίες ή τις πολιτικές ιδεολογίες των δύο τελευταίων αιώνων, αλλά από την κινηματογραφική ερμηνευτική της αναπαράσταση.
    Και τα κινηματογραφικά αυτά διεθνή πλάνα ομοφυλόφιλης ευαισθησίας, τις ταινίες με ομοφυλόφιλο περιεχόμενο ή ατμόσφαιρα, καταγράφω στο δεύτερο αυτό μέρος της προσωπικής μου έρευνας, δίνοντας συμπληρωματικά σχετικά πληροφοριακά στοιχεία που γνωρίζω από τον έντυπο τύπο, με μικρές προσωπικές μου επεμβάσεις-όπως έκανα και στην έρευνα του πρώτου μέρους-ώστε να μην είναι η παράθεση αυτή, μια αταχτοποίητη λίστα κωδικοποιημένων εμπειρικών γνώσεων για την ομοφυλοφιλία και το ενδιαφέρον της τέχνης του cinema για αυτήν.
    Για την ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, θα άξιζε μια συστηματική μελέτη για τους δημιουργούς εκείνους-ποιητές ή πεζογράφους, δοκιμιογράφους ή διηγηματογράφους που ασχολήθηκαν με την έβδομη τέχνη, έγραψαν μελέτες γι’ αυτήν, εμπλούτισαν την συγγραφική τους δημιουργία με στοιχεία από αυτήν, ή έγραψαν ποιήματα, διηγήματα ή μυθιστορήματα που αφορούσε την τέχνη του σινεμά και τους ανθρώπους του, και χρησιμοποίησαν τεχνικές του κινηματογραφικού φακού μέσα στις δημιουργίες τους. Η απεριόριστη και πλέρια συγκαταβατική αντιμετώπιση του φαινομένου της ομοφυλοφιλίας από την έβδομη τέχνη και τους ανθρώπους της, στο μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος  της, βοήθησε και στην απελευθερωτική ματιά των ανθρώπων, των μεγάλων μαζών, απέναντι στο φαινόμενο αυτό και τα προβλήματά του.
     Και, για να χαριτολογήσω κινηματογραφικά, και όχι τυχαία, μια Αλίκη Βουγιουκλάκη, με το έργο «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» συνεγείρει περισσότερο τις ιδεολογικές συνειδήσεις των ανθρώπων, από μια σύγχρονή μας πολιτικά, Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ένα ανθρωπιστικό κινηματογραφικό μήνυμα του Παντελή Ζερβού ως λαϊκού παπά του νησιού στην ταινία «Η Μανταλένα», αφήνει βαθύτερα ίχνη στις συνειδήσεις των πιστών από τα κηρύγματα ενός επισκόπου από άμβωνος. Η απεγνωσμένη και εφιαλτική κραυγή του Νίκου Κούρκουλου, «όχι άλλο κάρβουνο», σηματοδοτεί με τον τρόπο της, τους νέους δρόμους απεργιακής κινητοποίησης, περισσότερο ίσως από όποιο κόκκινο παραδοσιακό λάβαρο.
    Στον κινηματογράφο, με την βραχνή χαρακτηριστική της φωνή θα φώναζε η Σαπφώ Νοταρά, για να μας νουθετήσει ευχάριστα: «γίνονται Σόδομα και Γόμορρα».
Ας καταγράψουμε λοιπόν στο  δεύτερο αυτό μέρος τις Gay movies, που έτυχε να δει η γενιά μου, παρακολουθώντας με την άκρη του ματιού μας τα αντρικά ημίγυμνα σώματα των παίδαρων αθλητών της Κολύμβησης και του Πόλο, στην φετινή Ολυμπιάδα, φωνάζοντας πανηγυρικά: Πολίστες όλων των χωρών ενδώσετε.
1979
«ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ»(NIGHTHAWKS), 1979 του Ρον Πέκ.
Το 1980, είναι μια κρίσιμη πολιτικά χρονιά για την χώρα μας, στο τιμόνι της εξουσίας βρίσκεται ο συντηρητικός πολιτικός Γεώργιος Ράλλης, καθώς ο πατριάρχης της δεξιάς παράταξης, πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής ο εθνάρχης, έχει μεταπηδήσει στην προεδρία της δημοκρατίας, το μικρό ΠΑΣΟΚ του Αντρέα Παπαντρέου, ελαύνει πανηγυρικά προς την εξουσία, παραμερίζοντας εκλογικά την παραδοσιακή Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Μαύρου, η περιβόητη Αλλαγή, βρίσκεται προ των χρονικών εκλογικών πυλών του Οκτωβρίου του 1981. Τα στρατιωτικά γεράκια της συντήρησης και της δικτατορίας εξακολουθούν να πετούν πάνω από το σώμα της ελλάδας. Ο κόσμος είναι διχασμένος ακόμα σε δυτικό και ανατολικό συνασπισμό, ο ψυχρός πόλεμος εκατέρωθεν προβάλει τα διπλωματικά του όπλα, ο  άκρατος και χυδαίος οικονομικός φιλελευθερισμός επικρατεί στις χώρες του δυτικού συνασπισμού, είναι η εποχή του ηθοποιού και πολιτικού Ρόναλντ Ρίγκαν. Η ελληνική κοινωνία καρκινοβατεί μεταξύ κοινωνικής συντήρησης και υποσχόμενης ελπίδας αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών. Το ΑΚΟΕ, το απελευθερωτικό κίνημα των ομοφυλοφίλων ελλάδας έχει καταξιωθεί σαν ένα δυναμικό κίνημα χειραφέτησης και ερωτικής αυτοδιάθεσης των ατόμων του ιδίου φύλου, μέσα στα άλλα πολιτικά και κοινωνικά μικρά επαναστατικά κινήματα του ελληνικού χώρου και της πολιτικής επικράτειας. Ένας πνευματικός και καλλιτεχνικός αναβρασμός κυριαρχεί από άκρου εις άκρου σε όλη την ελλάδα. Οι νέοι και οι νέες της εποχής ελπίζουν, έχοντας οδηγό πολλαπλές πυξίδες αναφοράς.
    24 Σεπτεμβρίου του 1980, έφηβος τότε και εγώ,(μια που το προνόμιο της εφηβείας δεν το έχουν μόνο οι σημερινοί νέοι), παίρνω τον ηλεκτρικό από τον σταθμό του Πειραιά για την Αθήνα, προορισμός μου, ο πασίγνωστος κινηματογράφος STUDIO, Σπάρτης και Κ. Σταυροπούλου 33, να παρακολουθήσω μια απαγορευμένη από την τότε Κυβέρνηση ταινία, «Τα γεράκια της νύχτας». Το πρόγραμμα της ταινίας και η δημοσίευση σε αυτό της απόφασης απαγόρευσης της ταινίας, νομίζω είναι τεκμήριο ιστορικής αναφοράς για την εποχή εκείνη. Θα αντιγράψω τα στοιχεία που αναφέρονται στο λευκό πρόγραμμα της κινηματογραφικής αίθουσας για την ταινία, και πληροφοριακά, τις απόψεις του κριτικού Νίκου Φεκ Μικελίδη από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της 23 Σεπτεμβρίου 1980.
Στο αριστερό μέρος του προγράμματος αναφέρονται τα εξής:
ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (NIGHTHAWKS),
Σκηνοθεσία: ΡΟΝ ΠΕΚ
Σενάριο: ΡΟΝ ΠΕΚ-ΠΩΛ ΧΑΛΛΑΜ
Πρωταγωνιστούν: ΚΕΝ ΡΟΜΠΕΡΤΣΟΝ, ΤΟΝΥ ΓΟΥΕΣΤΡΟΠ, ΜΩΡΗΝ ΝΤΟΛΑΝ
Συμμετοχή της Αγγλίας στο 15θήμερο σκηνοθετών του Φεστιβάλ Καννών 1979
ΥΠΟΘΕΣΗ
Τα «Γεράκια της Νύχτας» είναι μια έντονη σκιαγράφηση της ομοφυλοφιλικής σκηνής του Λονδίνου, και παράλληλα μια καυτή έρευνα πάνω στο τόσο συζητημένο αυτό θέμα.
Ο ήρωας της ταινίας είναι ο Τζίμ, ένας καθηγητής Γεωγραφίας σε γυμνάσιο του Λονδίνου. Είναι ομοφυλόφιλος. Τα βράδια κάνει «ψωνιστήρι» σε διάφορα μπαρ και ντίσκο όπου συχνάζουν οι ομοφυλόφιλοι. Πολλές φευγαλέες γνωριμίες με διάφορους άντρες πολλά ερωτικά βράδια αλλά δε μένει τίποτα. Ο Τζίμ, άδικα προσπαθεί να στεριώσει με μια ανθρώπινη σχέση. Το μόνο πρόσωπο  με το οποίο έχει μια επαφή είναι η Τζούντυ, μια συνάδελφός του στο γυμνάσιο που ξέρει το πρόβλημά του και δείχνει πολλή κατανόηση.
Μια νέα δοκιμασία περιμένει τον Τζιμ. Το μυστικό του μαθαίνεται και οι ίδιοι οι μαθητές του αρχίζουν να του κάνουν διάφορες ερωτήσεις να τον χλευάζουν… Ο Τζίμ θα προσπαθήσει να συζητήσει μαζί τους για το πρόβλημα της ομοφυλοφιλίας μέσα σε μια καταπιεστική κοινωνία….
Στο δεξιό μέρος του προγράμματος αναφέρονται τα κάτωθι:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΚΡΟΑΜΑΤΩΝ
Αθήναι, /4/1980
Αριθμός Πρωτοκόλλου 12273/Ζ1/705
Αριθμός Αδείας 33945
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Υπηρεσία ύστερα από γνωμοδότηση της Δ/θμίου Επιτροπής απαγορεύει την προβολή σε όλη την Ελλάδα της κινηματογραφικής ταινίας με τον τίτλο:
ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ,   Ελληνικός Τίτλος
NIGHTHAWKS,    Ξενόγλωσσος Τίτλος
του ΖΗΝ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ και ΣΙΑ Ο.Ε.
Διότι περιέχει επιλήψιμα στοιχεία τα οποία υπονομεύουν τις υγιείς κοινωνικές παραδόσεις του Ελληνικού Λαού και ιδιαίτερα των θεατών της ταινίας και συγκεκριμένα υπονομεύουν  τις κρατούσες σταθερές  και παραδεκτές γενικώς, κοινωνικές αντιλήψεις, περί αποστροφής των νέων γενετήσιων διαστροφών και ιδιαιτέρως την ηθική απέχθεια προς την ομοφυλοφιλία.
Αφ’ ετέρου η ταινία, τυγχάνει άσεμνη, κατά την έννοια των άρθρων 29 και 30 του Νόμου 5060/1931, διότι εις το σύνολόν της με τις εικόνες και τους διαλόγους της, προσβάλλει την  δημόσια αιδώ.
Με εντολήν Υφυπουργού
Ο Γενικός Γραμματέας
Ν. ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΣ
    Σημείωση: Το κείμενο της απόφασης που δημοσιεύεται στο πρόγραμμα, τα λέει όλα, για τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, τις πολιτικές επίσης και τους βαθμούς πολλαπλής λογοκρισίας, που επικρατούσαν τότε στην πολιτική σκηνή της χώρας μας. Και τι αγώνα έπρεπε να κάνουν οι διάφορες μειονοτικές ομάδες στην χώρα μας, μέχρι να αποκτήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους. Ο αγώνας ήταν και είναι δύσβατος και κακοτράχαλος από πολλές πλευρές μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες. «Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ» γράφει ο ποιητής. Με πολλά ερωτηματικά σίγουρα, οι σημερινοί νέοι και νέες, μπορούν να κατανοήσουν σε τι δύσκολες και αντίξοες συνθήκες μεγαλώσαμε και ανδρωθήκαμε, εμείς οι τότε νέοι και νέες της Ελλάδος οι πιο χειραφετημένοι και πολιτικοποιημένοι. Ο δρόμος του ελληνικού PRIDE, ήταν ακόμα μακρύς, παρά το ότι υπήρξαν φωτισμένες ανθρώπινες προσωπικότητες που αγωνίστηκαν, όπως ο Μάρκ Άστον στην Αγγλική επικράτεια, για την αλλαγή αυτή. 
Ας δούμε τι έγραφε ο κριτικός κινηματογράφου Νίκος Φ. Μικελίδης, στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 23 Σεπτεμβρίου 1980 για την ταινία:
«Τα γεράκια της νύχτας»
Χρωματιστή αγγλική ταινία, 1979
Σκηνοθεσία: Ρον Πέκ
Σενάριο: Ρον Πέκ και Πώλ Χάλλαμ
Παίζουν: Κεν Ρόμπερτσον, Ρέιτσελ Νίκολας Τζέημς, Τζόνυ Γουέστροπ
Προβολή: Στούντιο
Υπόθεση: Τα προβλήματα ενός ομοφυλόφιλου δασκάλου στο σημερινό Λονδίνο, δοσμένα με ειλικρίνεια, σε μια ταινία που συγκινεί με την αλήθεια, τη σεμνότητα, και την αμεσότητά της.
    Με το «γκέτο» που έχει δημιουργηθεί (σ’ όλα τα επίπεδα) γύρω από τους ομοφυλόφιλους, τόσο στη χώρα μας όσο και αλλού, είναι πράγμα δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο, να καταπιαστεί κανείς με ειλικρίνεια  και αντικειμενικότητα με τα προβλήματά τους.
    Κι είναι αλήθεια αξιέπαινο που ο Άγγλος Ρον Πέκ(κι  ο βοηθός του Πώλ Χάλλαμ), κατάφερε να μας δώσει στην ταινία του «Τα γεράκια της νύχτας» (που πρωτοπροβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών 1979) μιάν όλο ειλικρίνεια και αλήθεια εικόνα της ζωής ενός ομοφυλοφίλου. Ο Ήρωας της ταινίας είναι ένας δάσκαλος, σε ένα δημόσιο Γυμνάσιο, που προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει κάποιον σύντροφο στην μοναξιά του, έναν σύντροφο που τον αναζητεί, στα ειδικά μπαρ και τις «ντισκοτέκ» για ομοφυλόφιλους και που πάντα αποδείχνονται μόνο περαστικές  γνωριμίες.
    Τα προβλήματα του ήρωα είναι το ίδιο πολύπλοκα(ίσως και περισσότερο) μ’ εκείνα ενός «φυσιολογικού» ανθρώπου σε μια μεγαλούπολη όπως το Λονδίνο. Οι περαστικές σχέσεις με πρόσωπα κατώτερης απ’ αυτόν μόρφωσης, (μ’ εξαίρεση εκείνο του τέλους) τον οδηγούν διαρκώς σε μια απομόνωση, ακόμα και στο σχολείο που διδάσκει(μόνη του, βασικά φίλη είναι μια καινούργια δασκάλα, που μόνο αργότερα θα μάθει για την κατάστασή του κι ύστερα από το πρώτο «σοκ» θα δείξει την κατανόηση που χρειάζεται).
    Ο Ρον Πεκ χρησιμοποιεί ένα ντοκυμανταιρίστικο στυλ, που πηγάζει από τη μεγάλη παράδοση του αγγλικού ντοκυμανταίρ και που ξαναεμφανίζεται με τη σχολή του «Φρη σίνεμα», ια να μας δώσει από τη μια την εικόνα(πραγματικά ασυνήθιστη) ενός άγνωστού μας Λονδίνου κι από την άλλη την αγχώδη πορεία του ήρωά του, που φτάνει στο απόγειό της, στη σκηνή που ο δάσκαλος αντιμετωπίζει την κοροϊδία των μαθητών του και καταφέρνει να τους εξηγήσει απλά και αντικειμενικά, το πρόβλημά του (γεγονός που θα προκαλέσει σκάνδαλο στην διεύθυνση). Κι ακριβώς η μεγάλη αξία της ταινίας βρίσκεται εκεί: στο ότι μας κάνει να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μιας μειονότητας με ανθρωπιά και κατανόηση.
    Εκτός από το κείμενο του Μικελίδη, υπάρχει και κινηματογραφική κριτική του Νικήτα Ισίδωρου, στο περιοδικό «Καινούργια Εποχή» τ.15/Άνοιξη-Καλοκαίρι 1980, σ.181-182.
1983
«Η εξαφάνιση της Κάρεν Σίλκγουντ» (Silkwood) 1983, του Μάικ Νίκολς.
    Στην κοινωνική και δραματική αυτή αμερικάνικη ταινία που βιογραφεί την ζωή και τον πολιτικό αγώνα της Κάρεν Σίλκγουντ, σίγουρα βρίσκεται αλλού το κέντρο βάρους της προσοχής της, από το φαινόμενο που θεματικά εδώ εξετάζω, παρά την ιδιαίτερη ερωτική σχέση της ηρωίδας. Η ταινία είναι  μια κοινωνική καταγγελία απέναντι σε ένα σύστημα διαπλοκής εξουσιών και οικονομίας που δυναστεύουν τις μικρές ή μεγάλες κοινότητες των ανθρώπων και τις ζωές τους, όσον αφορά την χρήση των πυρηνικών. Το καλογυρισμένο αυτό φιλμ, περιγράφει τον προσωπικό βίο και τον πολιτικό και εργασιακό αγώνα της Κάρεν Σίλκγουντ, που σκοτώθηκε μυστηριωδώς σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1974, ενώ αγωνίζονταν σχεδόν μόνη της να κάνει γνωστό στο κοινό της πόλης της και διεθνώς, τους κινδύνους και τα αδιέξοδα που εγκυμονούσε το εργοστάσιο κατασκευής πλουτωνίου που εργαζόταν. Η αμερικανίδα ηθοποιός Μέριλ Στριπ, που μεταξύ άλλων, μας έχει συνηθίσει στην κινηματογραφική της σταδιοδρομία να ερμηνεύει πρόσωπα πολιτικά(δες Μάργκαρετ Θάτσερ)ή πνευματικούς δημιουργούς(δες Βιρτζίνια Γουλφ) έδωσε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, προσθέτοντας έναν ακόμα σπουδαίο ρόλο στην αναγνωρισμένη καριέρα της. Ιδιωτικό και πολιτικό πρόβλημα, συνυπήρχαν άριστα και αρμονικά δεμένα στην εξέλιξη του στόρυ, που κάτω από την σωστή και έμπειρη καθοδήγηση του σκηνοθέτη, έκανε την ταινία μια από τις καλύτερες της χρονιάς. Σενάριο σφιχτό και σαφή στις πολιτικές του αναφορές, φωτογραφία εκπληκτική, ερμηνείες εξαίρετες, πλάνα με οργανωμένη καταγγελτική στοχοθεσία. Η Μέριλ Στρίπ διέθετε και  σε αυτήν την ταινία, εξαιρετικές ικανότητες ερμηνείας και απόδοσης του ρόλου. Πλάθει τον χαρακτήρα της Κάρεν Σίλκγουντ πειστικά και μοναδικά. Μια αμερικανίδα ηθοποιός, με μεγάλο εύρος καλλιτεχνικής ευαισθησίας και αφηγηματικής πρότασης, με μεγάλη εσωτερικότητα. Σιμά της, συμπρωταγωνιστούσαν ο Κέρτ Ράσελ, Σερ, Γκρεγκ Νέλσον, Νταϊάνα Σκάργουντ, Φρέντ Γουάρντ και άλλοι. Η εξαιρετική αυτή ταινία, που δεν προβάλλεται συχνά στην τηλεόραση-ίσως εξαιτίας των πολιτικών της μηνυμάτων και αναφορών, προβλήθηκε σε ιδιωτικό κανάλι τον Απρίλιο του 1991 για τελευταία μάλλον φορά.
Και για την ιστορία, η ταινία «Καγιανισκάκι» με την καταπληκτική μουσική επένδυσή της,-ένα θρηνητικό μοιρολόι της Φύσης που καταστρέφεται-είναι μια ακόμα συστηματική καταγγελία για την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος από την άλογη και παράλογη εκμετάλλευση του ανθρώπου και την απεριόριστη και ανεξέλεγκτη βιομηχανική και πυρηνική παραγωγή.
 1987
«Ερωτικές θεραπείες»(Beyond Therapy) 1987, του Ρόμπερτ Όλμαν
Η μαύρη αυτή αμερικάνικη σάτιρα, μια σάτιρα ηθών, έτσι όπως την συναντάμε σε πολλά θεατρικά αμερικάνικα έργα, παίχτηκε στον Antenna αν θυμάμαι καλά τον Απρίλη του 1991.  Με τους εξής συντελεστές: Τζούλι Χάγκερτι, Τζεφ Γκόλντμπλαμ, Γκλέντα Τζάκσον, Τόμ Κοντη, Κρίστοφερ Γκέστ, Ζενεβιέβ Πέιτζ.
Γράφει σχετικά το περιοδικό «Διπλό Τηλέραμα» τχ.738/27-4-1991: «Ταινία του Ρόμπερτ Όλταμαν που δεν έχει προβληθεί στους ελληνικούς κινηματογράφους και μας προσφέρει την ευκαιρία να δούμε μια πρόσφατη δουλειά του-παραγωγής 1987-μια και συγκαταλέγεται στην πρώτη γραμμή των Αμερικανών σκηνοθετών. Ο Όλτμαν(1925-) άρχισε την καριέρα δημοσιογράφου μετά τον πόλεμο, που τον οδήγησε μέσω της τηλεόρασης στον κινηματογράφο. Τιμήθηκε με την Χρυσή Δάφνη του Φεστιβάλ Καννών το 1970 για την αντιπολεμική του σάτιρα «Μ.Α.Σ.» που υπήρξε και η πιο εμπορική του ταινία. Η αποψινή ταινία είναι σάτιρα ηθών με ήρωες μια γυναίκα  που ψάχνει μέσω αγγελιών για να δημιουργήσει ερωτική σχέση κι ενός αμφισεξουαλικού άνδρα που συζεί με τον εραστή του, αλλά θέλει να παντρευτεί κάποια στιγμή με μια γυναίκα. Παράλληλα, το φιλμ παρακολουθεί τη ζωή δύο ψυχαναλυτών που επισκέπτονται οι δύο ήρωες με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια «εφιαλτική» κωμωδία».
Πραγματικά ήταν μια εφιαλτική και κάπως σπασμωδική κωμωδία, όπου οι δύο ψυχαναλυτές, είχαν περισσότερα προβλήματα από τους δύο ήρωες που τους επισκέπτονταν. Ανοιγόκλειναν πόρτες σαν να προσπαθούσαν να μπουν και να βγουν από το υποσυνείδητο, αναφέρονταν θεωρητικά τσιτάτα χωρίς αντίκρισμα, όλοι οι ήρωες είχαν ένα είδος νευρασθένειας, και ο καθένας και κάθε μία, αναζητούσαν να ισορροπήσουν χωρίς να ξέρουν πως; Η Γκλέντα Τζάκσον ήταν καταπληκτική, την είχαμε θαυμάσει παλαιότερα ως Βασίλισσα Ελισσάβετ, που είχε παιχτεί στον κινηματογράφο Αττικόν στον Πειραιά. Αδιέξοδα ψυχαναλυτών και ασθενών, ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων, όλα ένα κουβάρι μάτσο χάλια.
Τελικά, αυτοί οι bisexual πολύ δίπορτο το έχουν το κεχρί. Αφού πρώτα καλά, καλά το πάνε το γράμμα και το απολαμβάνουν ξαφνικά τους την βιδώνει και θέλουν να παίξουν και τον θυρωρό της οικογενειακής πολυκατοικίας. «Τι θέτε τέλος πάντων» από τον έρωτα, που θα έλεγε και ο Γιάννης Γκιωνάκης στην ελληνική ταινία «τα κίτρινα γάντια».                   
1991
«Δεν φιλώ στο στόμα» (Je nembrasse Pas) 1992, του Αντρέ Τεσινέ.
Η δραματική αυτή Γαλλοιταλική έγχρωμη ταινία του σοβαρού και σημαντικού νέου γάλλου σκηνοθέτη Αντρέ Τεσινέ, προβλήθηκε στην κινηματογραφική αίθουσα του «Αλφαβίλ» τον Φλεβάρη του 1993 και στην παλαιά ΕΡΤ-3 στις 5 του Μάρτη του 2000.
    Ευαίσθητο, τρυφερό, ρομαντικό, βαθειά ανθρώπινο φιλμ, με σκληρές ερωτικές πινελιές εμπειριών ζωής, η ταινία αυτή του Αντρέ Τεσινέ που γυρίστηκε το 1991, μας δείχνει το σκληρό οδοιπορικό ενός Γάλλου νεαρού όμορφου επαρχιώτη που εγκαταλείπει το γενέθλιο επαρχιακό του περιβάλλον, κάπου κοντά στα Πυρηναία, για να γνωρίσει την Πόλη του Φωτός το Παρίσι, και να ασχοληθεί με το επάγγελμα του ηθοποιού. Η ενηλικίωσή του γίνεται σταδιακά και επώδυνα, μέσα από τις πρωτόγνωρες για τον νεαρό εμπειρίες του αντρικού έρωτα. Είτε σαν ερωτική εμπειρία, είτε σαν ερωτική επιλογή επί χρήμασι, ο Πόλ, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα που δεν την είχε ονειρευτεί. Το πικρό χρονικό του νεαρού έφηβου από την επαρχία που σταδιακά από την επαγγελματική πορνεία με διάφορους άντρες στο δάσος της Βουλώνης, θα καταλήξει στην ερωτική αγκαλιά μιας πληρωμένης πόρνης και στον δικό του βιασμό, και στην συνέχεια, στον στρατό-ως αλεξιπτωτιστής-όπου κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν σκληρό και αδίστακτο δολοφόνο, ο Τεσινέ μας το αφηγείται με ένα άκρως ευαίσθητο βλέμμα, και μια πικρή μελαγχολική διάθεση. Η εφηβική αφέλεια του νεαρού επαρχιώτη συναντά την πονηρή ματιά της πρωτευουσιάνικης σεξουαλικής ζωής. Η νεανική και ευάλωτη ερωτική περιέργεια για εμπλουτισμό της σεξουαλικής του εμπειρίας με άντρες στην αρχή, θα τον οδηγήσει στην ενηλικίωση μέσω της πορνείας. Η σκληρή πραγματικότητα της ζωής των ανθρώπων των μεγαλουπόλεων θα τον ωριμάσει και θα τον φοβίσει ταυτόχρονα, κάνοντάς τον για να μην χάσει εντελώς την αθωότητά του, να κλειστεί στον εαυτό του.
Την δραματική αυτή πορεία ενηλικίωσης του ευαίσθητου νέου, ο γάλλος σκηνοθέτης, που στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε αν θυμάμαι σωστά, το 1979 με την ταινία του «Οι αδερφές Μπροντέ» και κατόπιν με τα εξαίρετα φιλμ του «Άγρια βλαστάρια», «Αγαπημένη μου εποχή», και άλλα, μας την αφηγείται όπως γράφει η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της Παρασκευής 5 Φεβρουαρίου 1993, «με λεπτότητα, τρυφερότητα για τα πρόσωπά  του και κινηματογραφική γνώση. Εκείνο που ξεχωρίζει στις ταινίες του Τεσινέ, είναι η καταγραφή ενός χώρου συνήθως, όπως κι εδώ, εκείνου των περιθωριακών, και των προσώπων που ζουν σ’ αυτόν, όπως ο διανοούμενος ομοφυλόφιλος (Φιλίπ  Νουαρέ) ή η ελκυστική, τραγική πόρνη (Εμανουέλ Μπεάρ) ή ακόμα οι Λατινοαμερικανοί τραβεστί. Έναν κόσμο μέσα στον οποίο ο Πολ κινείται πάντα αποξενωμένος, σαν εξωγήινος, αναζητώντας στο βάθος την τρυφερότητα και τον έρωτα(οι σκηνές με την Μπεάρ είναι από τις καλύτερες της ταινίας), πράγματα που του έλειπαν στο βουνό όπου ζούσε(άλλες, εξαιρετικές στη λιτότητα αλλά και την υποβλητικότητά τους, σκηνές) κι όπου τελικά  σε αυτές ο σκηνοθέτης αντιπαραθέτει τις λυτρωτικές σκηνές του φινάλε στη θάλασσα. Παρά τις κάποιες, σεναριακές ιδιαίτερα, αδυναμίες στο τελευταίο μέρος της ταινίας του ο Τεσινέ παραμένει ένας αληθινός δημιουργός που ταυτόχρονα ξέρει να διευθύνει σωστά  τους ηθοποιούς του….». Και στην απογευματινή εφημερίδα «Τα Νέα» 5/2/1993, σημειώνονται μεταξύ άλλων: «…Το πρόβλημα των διανοητών στο σινεμά είναι εγγεγραμμένη εκεί στις εικόνες.  Και ο Αντρέ Τεσινέ, ένας σεμνός Γάλλος σκηνοθέτης με άφθονη φαιά ουσία, αλλά με ελάχιστη λάμψη και πρωτοτυπία δεν κατάφερε ποτέ να δρασκελίσει το κατώφλι της σκέψης προς τη «βιωμένη» φλεγόμενη καλλιτεχνική πράξη. Ίσως μάλιστα η ταινία του «Δε φιλώ…στο στόμα» να είναι η πιο θερμή στιγμή της καλλιτεχνικής του δημιουργίας….».
     Συγκινητική λαϊκή ταινία, δοσμένη από τα χέρια ενός έμπειρου σκηνοθέτη, που δείχνει την ερωτική καταβασία ενός ορμητικού επαρχιώτη νέου γεμάτου ζωή, που οι επιλογές του είναι και η κρίση του. Εξαίρετες ερμηνείες των Φιλίπ Νουαρέ, Εμμανουέλ Μπεάρ, Μανουέλ Μπλάνκ, Έλεν Βινσέντ.
Και για κατανόηση παρόμοιων φαινομένων ζωής, η φράση του Φρειδερίκου Νίτσε: «δεν υπάρχει ευγενής απόλαυση που να μην καταλήγει στην εκπόρνευση».
1993
• Οι «Δύο φίλοι», 1969 του Στάνλει Ντόνεν.
Στην κοινωνική αυτή ταινία του τέλους της δεκαετίας του 1960, (που προβλήθηκε στο ιδιωτικό κανάλι Mega 25/1/1993), εποχής της σεξουαλικής και πολιτικής επανάστασης στον ευρωπαικό και αμερικάνικο χώρο, με τις δεκάδες μικρές και μεγάλες πολιτιστικές επαναστάσεις, με τα παιδιά των λουλουδιών στην ημερήσια διάταξη, τις καθημερινές αντιπολεμικές διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, τα γυναικεία κινήματα ερωτικής αυτοδιάθεσης, τα μουσικά συγκροτήματα της ψυχεδέλειας και των διαφόρων χόρτων ψυχικής εκτόνωσης, και την ασπρόμαυρη τηλεόραση να βρίσκεται μέσα στα φτωχά σπίτια των πιο απομακρυσμένων λαϊκών περιοχών, θα ξένιζε ίσως το φιλοθεάμον κοινό, να βλέπει δύο καταξιωμένους και κλασικούς ηθοποιούς, Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ρεξ Χάρισον να πρωταγωνιστούν ως ομοφυλόφιλο ντουέτο σε ένα αμιγώς γκέι φιλμ. Δυό καταξιωμένοι και αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί να υποδύονται δυό μεσήλικους ομοφυλόφιλους κομμωτές, που περνούν την αναμενόμενη κρίση τόσο της ηλικίας τους όσο και της  μακροχρόνιας μεταξύ τους σχέση συμβίωσης. Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, ένας Σαιξπηρικού μεγέθους ηθοποιός, που τον έχουμε απολαύσει σε πάρα πολλά έργα του μεγάλου Ελισαβετιανού δραματουργού, «Η στρίγκλα που έγινε αρνάκι», «Αντώνιος και Κλεοπάτρα», αλλά και στον «Μπέκετ» 1964, του Πήτερ Γκλένβιλ, στο βραβευμένο φιλμ «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γούλφ» 1966, του Μάικλ Νίκολς και πολλά άλλα, και φυσικά τον Ρεξ Χάρισον στο καταπληκτικό «Ωραία μου Κυρία» 1964, του Τζόρτζ Κιούκορ.
Γράφει ο κινηματογραφικός κριτικός Παναγιώτης Τιμογιαννάκης σχετικά με την ταινία στην εφημερίδα «Τα Νέα» της Δευτέρας 25 Ιανουαρίου 1993:
«…Βρισκόμαστε όμως στη δεκαετία του ’60, στο τέλος της, στην σεξουαλική επανάσταση που έχει εισβάλει και στο σινεμά κι εκείνη την εποχή αρχίζει να θίγει στης μεγάλης εμβέλειας ταινίες και το θέμα της ομοφυλοφιλίας. Ένα χρόνο πριν, ο Μάρλον Μπράντο, είχε μπει και πάλι μπροστάρης και λιγώνεται για έναν φαντάρο στο «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια», αρνούμενος για χάρη του την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Κι αμέσως μετά, και μόλις είχε πάρει το Όσκαρ ένας άλλος σοβαρός, ο Ρόντ Στάιγκερ θα στρέψει κι αυτός τα βλέμματά  του σε φαντάρο, στον «Λοχία».
Την μακρόχρονη αυτή ερωτική σχέση των δύο εραστών κομμωτών, που περνά δύσκολες στιγμές εξαιτίας των προβλημάτων που δημιουργεί μια μακροχρόνια(30 περίπου χρόνια) συμβίωση και επαγγελματική συστέγαση, και τα ανάλογα προβλήματα που αντιμετωπίζουν από τον εξωτερικό περίγυρο, σε μια κάπως υποβαθμισμένη περιοχή του Λονδίνου, απεικονίζει ο σκηνοθέτης στην ευαίσθητη αυτή ταινία. Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, χωρίς ίχνος καρικατουρίστικης διάθεσης εκ μέρους του σκηνοθέτη Στάνλει Ντόνεν. Το θέμα, παρότι παρουσίαζε αρκετές πτυχές κωμικής επεξεργασίας, (δες παραδείγματος χάριν το «Κλουβί με τις τρελές») λόγο της μακροχρόνιας συμβίωσης των δύο γκέι και του επαγγέλματός των, ο σκηνοθέτη το χειρίστηκε με μεγάλη σοβαρότητα. Την ίδια σοβαρότητα χαρακτήρων των ρόλων κράτησαν και οι δυό σπουδαίοι ερμηνευτές.
     Οι μακροχρόνιες σχέσεις ερωτικής συμβίωσης των ομοφυλοφίλων, μας δείχνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το κοινό πεδίο αναφορών και σύγκλισης, σε σχέση με την μακροχρόνια σχέση δύο ατόμων διαφορετικού φύλου. Η συμβίωση ενός άντρα με μια γυναίκα, ή ενός άντρα με έναν άλλον άντρα, ή μιας γυναίκας με μια άλλη γυναίκα, υπόκειται τηρουμένων των κοινωνικών και εθιμικών αναλογιών της παράδοσης στις ίδιες συμβάσεις διαβίωσης. Θέλει πολύ γερό στομάχι για να αντέξεις μια μακροχρόνια σχέση μέσα στο γάμο ή εκτός γάμου, ή με σύμφωνα συμβίωσης. Το ερωτικό ποθούμενο γερνά μαζί με την επιθυμία για αυτό, και δεν έχει να κάνει με φύλα, αλλά με την κατανόηση την υπομονή και τον χρόνο. Το, θα γεράσουμε μαζί, το ξεστομίζει σε στιγμές ευτυχίας και ο ετεροφυλόφιλος και ο ομοφυλόφιλος άνθρωπος, το θέμα είναι, αν μπορεί να τηρηθεί η υπόσχεση αυτή και με τι κόστος ζωής;          
1997
Ο κρεμαστός κήπος(The Hanging Garden) 1997, του Τομ Φιτζέραλντ.
Η κοινωνική αυτή ρομαντική ταινία Καναδοαγγλικής συμπαραγωγής του 1977, προβλήθηκε στην τηλεόραση της ΕΡΤ-3 μεταμεσονύχτια, στις 17 Ιουνίου 2002. Πρωταγωνιστούσαν οι Ίαν Πάρσον, Πίτερ Μακνίλ, Κέρι Φοξ, Μάρκ Όστιν.
Η ρομαντική αυτή κομεντί, διέθετε πλούσιο χιούμορ, ευχάριστη εφηβική ατμόσφαιρα, σταθερό ευαισθησίας πλαίσιο που κινούνταν οι ήρωες, ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές χαρακτήρων γεμάτες ζωντάνια και ερωτισμό, διακριτικές στιγμές φλερτ, ωραία αντρικά πρόσωπα, και πανέμορφα αχανή Καναδικά τοπία. Το στόρι είναι μάλλον απλό και λιτό. Ένας νεαρός άντρας ο Γουίλιαμ, επιστρέφει στην πατρική του εστία μετά από δεκάχρονη απουσία με την ευκαιρία του γάμου της αδερφής του, αποφασισμένος να ομολογήσει την ομοφυλοφιλία του. Εκεί διαπιστώνει ότι ο μέλλοντας γαμπρός του, με σικ φυσικά, τον φλερτάρει.
     Δεν θα σας πω δεν θα σας ομολογήσω την συνέχεια. Με ένα σμπάρο δυό ερωτικά τρυγόνια. Αχ αυτές οι τεκνολούμπινες αντρικές ευαίσθητες υπάρξεις, τι τεκνολουμπινιές, τι τεκνολουμπινιές δημιουργούν στο περιβάλλον τους.
IN & OU 1997, του Φράνκ Όζ
Η άνιση αυτή δυστυχώς κωμωδία, παρά τις προθέσεις του σκηνοθέτη, καταστράφηκε από το κακό και χαλαρό σενάριο. Διασώθηκε χάρις στην εξαιρετική ερμηνεία του Κέβιν Κλάιν. Πρωτοπαίχτηκε στους κινηματογράφους Αθήναιον, Έμπασσυ, Ίλιον, Νιρβάνα, Παλλάς, Village Centre, και πολλές άλλες αίθουσες τον Μάρτιο του 1998. Μαζί με τον Κέβιν Κλάιν συμπρωταγωνιστούσαν και οι Τζόαν Κιούσαν, Ματ Ντίλον, Ντέμπι Ρέινολς, Τόμ Σέλεκ, Μπόμπ Νιούχαρτ και πολλοί άλλοι.
Παρά το ενδιαφέρον της ιστορίας, την αποδοχή δηλαδή ενός άντρα καθηγητή μέσα στο εργασιακό του περιβάλλον-ιδιαίτερα αυτό του σχολείου-ότι είναι τελικά γκέι, η σαχλαμαρίστικη διάθεση, όχι η ευτράπελη, καθιστούν την ταινία άνιση, χωρίς νεύρο και ίσως και χωρίς σκοπό. Ο ανδρισμός ενός άνδρα, δεν φαίνεται από το αν κουνά ή δεν κουνά τους γοφούς του, ούτε αν σε στυλ κομπολογιού παίζει με την καραμπίνα του-φαλλικό σύμβολο σύμφωνα με τους ψυχαναλυτές-ούτε αν λέει σόκιν ανέκδοτα για να ρίξει στάχτη στα μάτια των περίεργων που αναρωτιούνται είναι ή δεν είναι γκέι ο τοιούτος ούτος ανήρ. Το παιχνίδι παίζεται πέρα από μια  τυχαία παρεξήγηση που μπορεί να αναστατώσει την εκλεκτή ομήγυρη ενός σχολικού περιβάλλοντος. Και τελικά, αν λίγο πριν την γαμήλια τελετή, ο γκέι ανήρ, ο σοβαρός καθηγητής, λακίσει μετά του κοψοχρονιασμένου παίδαρου, τι οφείλει να πράξει η γυνή, η παραλίγον νύφη; Να σκίσει το νυφικό και να πάρει τα όρη και τα βουνά ως Γκόλφω, τρώγοντας λούπινα; Να τα φτιάξει με την πεθερά της, μάνα-μητέρα-μήτηρ του αμαρτωλού συζύγου της; που του άφησε παιδικά τραύματα και έγινε γκέι; Να εισβάλει μέσα στην σχολική τάξη και να πάρει και τα ωά και τα καλαθάκια; Να το παίξει υπεράνω και να τραβήξει με φούξια πλερέζες για το Καπιτώλιο, να υποστηρίξει την υποψηφιότητα της Χίλαρυ Κλίντον; Αυτήν καλέ, την πρώην υπουργό εξωτερικών που κεράτωσε ο πλανητάρχης πριν μετανοήσει και ριχτεί με τα μούτρα στην στήριξη της υποψηφιότητάς της. Ή γελώντας σαρδόνια, να παντρευτεί τον γκέι, και να συζήσει και με τους δύο, μουντζώνοντας τα χρηστά ήθη της κοινωνίας, φωνάζοντας με τέμπο, «Από εδώ ο άντρας μου, και από εκεί το αίσθημά του». Αυτά είναι τα σύγχρονα διλήμματα ανθρώπων, και όχι που θα βρείτε χρήματα για να πληρώσετε  οσονούπω-οσονούπω τον ΕΝΦΙΑ. Κυριακή 14 Αυγούστου 2016                                    
1998
«Το αντίθετο  του σεξ»(The Opposite of Sex) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ντον Ρόους. Στην αμερικάνικη αυτή νεανική σαπουνόπερα, παίζουν οι: Κριστίνα Ρίτσι, ο Μάρτιν Ντόνοβαν, Λίζα Κουντρόου, Ιβάν Σεργκέι, Τζόνι Γκαλέσκι, Γουίλιαμ Σκοτ-Λι, Λάι Λάβετ και άλλοι. Η ταινία προβλήθηκε τον Ιούλιο του 1999, στην Δεξαμενή, στο Εκράν, την Αβάνα και σε άλλες αίθουσες.
Η ταινία ήταν μια  νεανική και ευχάριστη κωμωδία, με αρκετές κωμικοτραγικές στιγμές και μια γλυκόπικρη αίσθηση που αφήνουν οι απρόβλεπτες συνέπειες της σεξουαλικής ζωής στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων πρωταγωνιστών. Η αλήτικη και πολύ εξτρίμ κοινωνική συμπεριφορά της δεκαεξάχρονης Ντίντι Τρουπ, με ανορθόδοξο τρόπο, εισβάλει στο σπίτι του ετεροθαλή ομοφυλόφιλου αδερφού της και αφού η σκρόφα του κλέβει τον εραστή του, αποπλανώντας τον και μένοντας μαζί του έγκυος, φεύγουν μαζί για το Λος Άντζελες, κλέβοντας ένα σημαντικό ποσόν από τον τραπεζικό λογαριασμό του ομοφυλόφιλου ετεροθαλή αδερφού της. Η ταινία, που κινείται μεταξύ γέλιου και δακρύων, ανατρέπει αυτό που θα ονομάζαμε φιλοσοφία του πολιτικά ορθού, της σύγχρονης ερωτικής ζωής και των προβλημάτων της. Σκληρές νεανικές τρέλες, ομοφυλόφιλες σχέσεις, εφηβικά παιχνίδια, διαπάλη των δύο φύλων, κυνισμός, σκληρότητα αλλά και πολύς ερωτισμός, στην αμερικάνικη αυτή ταινία που συνδυάζει το φιλμ νουάρ, με την γλώσσα των μαύρων κωμωδιών του Ταραντίνο. Η σεναριακή γραφή όμως του σκηνοθέτη, ήταν πολύ χαλαρή για να αποκτήσει η ταινία την καλλιτεχνική βαρύτητα μιας ντοκουμενταρίστικης απεικόνισης μιας μερίδας της σύγχρονης αμερικάνικης νεολαίας. Ένα ρόουντ μούβι έργο, με πολλά μα πάρα πολλά στοιχεία σαπουνόπερας, περισσότερα από όσα διαθέτει το σίριαλ «τα φιλαράκια» στην τηλεόραση του Star.
Ηθικόν δίδαγμα για τους γκέι, μην εμπιστεύεστε έστω και τις ετεροθαλείς αδελφές σας, θα γίνεται και κερατωμένοι και αποψιλωμένοι από το κομπόδεμα που έχετε φυλάξει για τα γεράματά σας. Εκτός αν προλάβετε και τα δηλώσετε, στο νέο περιουσιολόγιο που ετοιμάζει για του χρόνου η πρώτη φορά αριστερά κυβέρνησή μας, θα σαν μείνουν μόνο τα κέρατα του έρωτα, αυτά δεν πιάνονται τεκμήριο.

Υ. Γ. Το ποίημα «ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ» του Άλφρεντ Τέννυσον, το ερανίστηκα από την δίγλωσση έκδοση Άλφρεντ Τέννυσον, «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» εισαγωγή-μετάφραση Γλυκερία Παπαγεωργίου, εκδόσεις Ηριδανός 2008.
ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ
Όμορφη πόλη, το κέντρο και ο κρατήρας σύγχυσης Ευρωπαϊκής,
Εσύ με τα παθιασμένα σου συνθήματα για τα δικαιώματα μιας ίσης ανθρωπότητας,
Πόσες φορές η Επανάστασή σου δεν αποδείχτηκε Εξέλιξη πως ήταν
Που κλείστηκε από μόνη της μέσα σε τάσεις αστικής παραφροσύνης!, σ.85.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Κυριακή 14/8/2016

Πειραιάς, μια Πόλη που λιάζεται στις δαντελωτές παραλίες, αναμένοντας οι δημότες της ένα προαιώνιο θαύμα.
Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή.

Μην φύγετε μετά το διάλειμμα, θα ακολουθήσει και τρίτο μέρος της έρευνας.