Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

Ανθολόγιο ποιημάτων της ποιήτριας Κλεαρέτης Δίπλα Μαλάμου


Ανθολόγιο ποιημάτων της Κλεαρέτης Δίπλα Μαλάμου
          Μέρος Γ΄

ΚΑΙΤΗ ΚΟΛΛΒΙΤΣ
        Κοιτάζοντας τα χαρακτικά έργα της Kathe Kollvits της φίλης του ανθρώπου.
Απάνω από τους χάρτες των Κρατών,
πάνω από σύνορα που χωρίζουν τους ανθρώπους
σ’ εχθρούς και φίλους με ντουφέκι στο πλευρό,
πνιγμένους μές στις συφορές και μές στο αίμα,
σύ, Καίτη Κόλλβιτς, όπου θρέπτειρα γη,
βλέπεις ίδιον τον άνθρωπο με το δικαίωμά του
πού γύρεψε να τα ζήσει ειρηνικά,
τ’ άβλαβα όνειρά του
Έχεις, Καίτη Κόλλβιτς, δύναμη εκπληκτική,
ευαίσθητη και ταπεινή και θεία
πού ξεσκεπάζει τις οδυνηρές πληγές
πούσκαψε μικρομεγάλων η κακία.
Σαν το νυστέρι βουτάει με μαστοριά
μές στην ψυχή του αδικημένου η ματιά σου
και το κοντύλι σου η τέχνη τ’ οδηγεί
με τον παλμό μονάχα της καρδιάς σου ΄
της μητρικής καρδιάς σου όπου γνοιαστικά
πλανιέται απάνω από σχέδια ανθρωποχτόνα,
αδράχνει του πλησίον την αγωνία τη βαθειά
και δική μας την κάνει αγωνία κι’ αγώνα.
Έτσι όπως στένεις μπρός μας το σημερινό
βασανισμένον άνθρωπον-της ανθρωπιάς μηνύτρα,
γίνεσαι ένας θεός μας κοντινός πολύ,
ώ Καίτη Κόλλβιτς δυνατή
κ’ αισθαντικιά τεχνίτρα.
--
ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ
Της Κατοχής η φυλακή γκρεμίστηκε!
στ’ ανάθεμα οι λαχτάρες της Σειρήνας!
Φλόγες ζωής στους δρόμους ξεχυθήκανε
οι νέοι κ’ οι κοπέλες της Αθήνας.
--
Στερνά από αγώνες και τρομάρες δίνονται
ξέγνοιαστοι στα σεργιάνια, στα όνειρά τους.
Είναι το κύμα που το φράγμα αντίσκοβε,
οι σκλάβοι είναι που σπάσαν τα δεσμά τους.
--
Την ώρα αυτή του δειλινού την ξέχωρη
που ο έρωτας σαν λούλουδο τη δρέπει,
απάνω από τους νιούς πού σεργιανίζουνε
στο δάσος της Καισαριανής, δροσάτη η σκέπη.
--
Κι’ όπως διαβαίνουν μπρός στο Σκοπευτήριο
το θρυλικό,-η ώρα ανατριχιάζει-
ξάφνου λεβέντης απ’ το χώμα ορθώνεται,
βαθειά η καρδιά των νέων τρεμουλιάζει
--
Καθώς θωρούν το παληκάρι της Αντίστασης
μ’ ένα τριαντάφυλλο άλικο, βαλμένο
στο στήθος του που ο γερμανός του κάρφωσε,
στο στήθος το ντουφεκισμένο…
--
Μπρός στο τρανό της Λεβεντιάς Θυσιαστήριο
το ματωμένο παληκάρι προβοδάει
με κοίταμα γαλήνιο και περήφανο,
τη Λευτεριά που με τους νιούς περνάει.
--
ΣΤΟΝ ΗΝΙΟΧΟ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ
Ηνίοχε θριαμβευτή! χαρά μου το χυτό σπαθί
το χάλκινο κορμί σου.
Το χέρι σου το εφηβικό για κάθε αγώνα στιβαρό,
ξεφτέρι στην ορμή σου.
--
Το μάτι σου το λαμπερό πού πάει ολόϊσια στο σκοπό,
αλύγιστο τρυπάνι,
σα σκλάβα σου με συγκρατεί για κάποια αγάπη να μου πεί
σ’ ώρα που θα σημάνει.
--
Με βλέπει η σάλα η αυστηρή. Μουσείου σάλα παγερή
στα πόδια σου ν’ απλώνω,       
ώρες και μέρες στη σειρά πότε θλιμμένη μια χαρά
πότε φωτιά να υψώνω!
--
Σά μιάν αβάσταγη κραυγή τότε μου σκίζει το κορμί
τα σπλάχνα μου θερίζει,
προς την αντρίκεια σου γητειά με πάει μ’ ολάνοιχτα πανιά,
-γολέττα που αρμενίζει.
--
Θαρρώ πως είσαι ο μοναχός άντρας που εστάθη αληθινός
γόης και δαμαστής μου.
Θαρρώ πως είσαι ο μοναχός πού λίγυσες το κρύφιο εντός
της ύπαρξής μου.
--
Κάθε μου σκέψη ή λαγγεμό κρεμώ στο αινιγματικό
το ηδονικό σου στόμα,
και λέω πως ίσως σ’ αγαπώ με τέτοιο αλλοιώτικο καημό
γιατί είσαι ωραίος και γιατί
δε μίλησες ακόμα…
--
ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ
Χριστέ μου, απαρνήθηκα την πρωτινή ζωή μου.
Κι’ αν το φτωχό το Είναι μου ήτανε μια φορά
η τάβλα της τρελλής γιορτής για γλέντι που καλούσε
κάθε διαβάτη όπου ποθεί την άσεμνη χαρά.
--
Ήμουν εγώ, η Μαγδαληνή, το ζωντανό μεθύσι,
ένας ωραίος δαίμονας μ’ αχόρταστη καρδιά.
Μά ήρθες ο ξέχωρος εσύ και δάκρυσ’ η καρδιά μου,
σαν κάποιας σφαλιστής πηγής να βρήκες τα κλειδιά.
--
Της αρετής σου οι οχτροί μυρωδικά μου φέραν
πανάκριβα΄ στα πόδια σου, Χριστέ μου, τα σκορπώ.
Συχώρα με, συχώρα με! τα περασμένα αφήνω
για νάρθω στο γλυκύτατο που τάζεις ουρανό…
--
….Νάρδου και μύρου αρώματα σκορπίστηκαν τριγύρω
στου ήλιου τα στερνόφωτα που χάϊδευαν δειλά,
του Ναζωραίου το μέτωπο το σκεπτικό κι’ ωραίο,
και της πικρής αμαρτωλής τα ξέπλεκα μαλλιά.
--
Στου δειλινού την ιερή τη σιγαλιά γρικιέται
το σχώριο, ουράνιο κάλεσμα μ’ απόκοσμες φωνές.
Ο ήλιος έφυγε, ξανά για νάρθη να φωτίση
αμαρτωλής γονάτισμα κι’ αμαρτωλών χαρές…
--       

 Αθηνάς Ταρσούλη, ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ, Αθήνα 1951, σ.117-128
                  ΚΛΕΑΡΕΤΗ ΔΙΠΛΑ ΜΑΛΑΜΟΥ (1897-)

      Η Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου γεννήθηκε το 1897 στην Πρέβεζα, πατρίδα της μητέρας της, κι ανατράφηκε στη Λευκάδα, πατρίδα του πατέρα της. Νεαρή ακόμα, ήρθε στην Αθήνα. Εδώ άρχισε να γράφει από δώδεκα χρονών και να δημοσιεύει τραγούδια, και διηγήματα σε παιδικά περιοδικά. Το έμφυτο λογοτεχνικό της τάλαντο, που από τα πρωτόλειά της ακόμη μαρτυρούσε τη δημιουργική της φλέβα, δεν άργησε να εξελιχθεί και ν’ αναγνωριστεί από την αυστηρή κριτική. Ο «Νουμάς», η «Νέα Εστία» κι άλλα αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά φιλοξενούσαν πάντα διαλεχτή της συνεργασία της.
     Το πρώτο της βιβλίο τυπώθηκε το 1922. Ήταν μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Στο διάβα μου», που τα λυρικά τραγούδια της ευθύς αμέσως έδωσαν στην Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου τη θέση της στη σειρά των καλών μας σύγχρονων ποιητριών. Ύστερα από οχτώ χρόνια κυκλοφόρησε μιά σειρά διηγήματά της με τον τίτλο «Για λίγη αγάπη», που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Η Μαλάμου ήταν η πρώτη Ελληνίδα λογοτέχνισσα που η Ακαδημία την ετίμησε με βραβείο. Ο Φώτος Πολίτης έγραψε γι’ αυτά τα διηγήματα πως κρύβουν «δυσεύρετα προτερήματα» («Ελεύθερο Βήμα,25 Ιουνίου 1929). Στα 1935 δεύτερη σειρά διηγήματα με τον τίτλο «Γυναικείες ψυχές». Σ’ αυτά η συγγραφεύς εξετάζει με θερμό ανθρωπιστικό ενδιαφέρον τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και αφήνει να φαίνεται πως παρ’ όλη τη χειραφέτησή της η γυναίκα είναι αδικημένη. Ο Τέλλος Άγρας τοποθέτησε τις «Γυναικείες ψυχές» στη σειρά των διηγημάτων του Βουτυρά και του Ευστρατιάδη. Σαν «μνημεία χτισμένα με αγκωνάρια» λέει πως μοιάζουν. Κι ακόμη πώς κάποια απ’ αυτά κλείνουν «το τραγικό ρίγος των Ρώσων συγγραφέων» («Νεοελληνικά Γράμματα, 15 Σεπτεμβρίου 1935). Το 1939 η Μαλάμου έβγαλε ένα άλλο βιβλίο με τον τίτλο «Ιστορίες για μεγάλα παιδιά», που σημείωσε επιτυχία. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος έγραψε επαινετική κριτική στην εφημερίδα «Πρωϊα» γι’ αυτό το βιβλίο.
     Η ποιήτρια έχει ακόμη γράψει άρθρα φεμινιστικά, καθώς και ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε περιοδικά και εφημερίδες. Το κύριό της έργο είναι βέβαια πεζογραφικό, αλλ’ αυτό δεν την εμποδίζει να κρατεί θέση τιμητική στη σύγχρονή μας ποίηση. Για τα τραγούδια της έλαβε εγκωμιαστικές επιστολές από τον Ψυχάρη και τον Παλαμά. Ο μεγάλος ποιητής μας της αφιερώνει μάλιστα κι’ ένα ολόκληρο ποίημά του μέσα στους «Σκληρούς και δειλούς στίχους» με τον τίτλο «Στην Ποιήτρια».
Δειλινή μια γλύκα, θάλασσες, ουρανοί,
στο καράβι ξάφνου χύνεται μια φωνή,
κρυσταλλένια φωνή, κ’ έψελνε-
     -Μούσα Εσύ-
Της Ιόνιας φωτοθάλασσας το νησί,
το νησί που κ’ εσέ γέννησε δροσαυγή
στου λεβέντη στίχου πύρινη την πηγή.
«Η κρυσταλλένια φωνή» είναι η φωνή της ποιήτριας που απάγγειλε στίχους της μέσα στο πλοίο όταν πήγαινε στη Λευκάδα για τ’ αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Βαλαωρίτη, τότε που πήγε ξεπίτηδες γι’ αυτό το σκοπό και ο Κωστής Παλαμάς.
     Ρομαντική μαζί και δυναμική, κλείνοντας μέσα της την αρμονική χάρη της Επτανήσου με τον ηρωικό παλμό της Ηπείρου, που στάθηκαν οι πατρίδες των προγόνων της, η Μαλάμου φανερώνεται στ’ ανέκδοτα  τραγούδια της όπως και σ’ εκείνα της συλλογής της μια ώριμη και με πολύμορφες εκδηλώσεις ποιήτρια, που κατέχει τον τρόπο να συνταιριάζει την καλλιτεχνική συγκίνηση με το πολιτισμένο ύφος. Κι αν όλα τα τραγούδια της δεν είναι γραμμένα με την ίδια θέρμη, κι αν δεν δονούνται πάντα από τη βαθύτερη συναισθηματική χορδή, τα περισσότερα είναι κομμάτια διαλεχτά από πηγαία κι αυθόρμητη λυρική διάθεση, κρουστά στο νόημα, χωρίς φιλοσοφικά νεφελώματα, πλούσια σε περιγραφικό και συναισθηματικό στοιχείο. Η γυναικεία τρυφεράδα δένεται πολλές φορές αρμονικά με μιάν αρρενωπή νότα πλατύτερης πνοής. Οι στίχοι της είναι άψογοι στην τεχνική τους φόρμα, με ποικιλία μετρική και με αβίαστη ρίμα. Το φυσιολατρικό στοιχείο προβάλλει ανάγλυφο στην ποίησή της.
     Η αγάπη της στην φύση διοχετεύεται σε φωτεινές πολύχρωμες εικόνες, πότε απλά χαραγμένες, πότε πολυσύνθετες. Άλλοτε πάλι σχηματίζουν πλαίσιο σ’ ένα κεντρικό θέμα που αντιπροσωπεύει τη συμβολική, να πούμε, σύλληψη ή σύνθεση του τραγουδιού της.
     Η Μαλάμου είναι ποιήτρια ζωγράφος. Μεσ’ από τις αδρές πινελιές του λόγου ξέρει να φωτίζει με χρωματική ένταση τις παραστάσεις της ιδέας. Το βλέπουμε στα περισσότερα τραγούδια της, αρχίζοντας κιόλας  από το πρώτο της συλλογής, την «Εσπερινή γαλήνη», έναν πλουσιόχρωμο σε τονικές διαβαθμίσεις αγροτικό πίνακα. Κι ακόμη, θα έλεγα, μια φωτόχαρη μουσική σελίδα, που ενώ αρχίζει με ακόρντα φορτισμένα σβήνει λίγο λίγο σαν χαμηλόηχο ντιμινουέντο πού βυθίζει την ψυχή σε μυστικόπαθη ρεμβαστική μελαγχολία:
ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΓΑΛΗΝΗ
Στα θερισμένα ολόγυρα χωράφια ξεδιπλώνει
Μαλαμοϋφαντο χαλί τ’ αψύ το καλοκαίρι,
και τόσο πλούσια φωτερό, πού λές βαστάει ακόμα
πλατιά τη φλόγα του ηλίου που ρούφηξε ως τη δύση.
Γράφονται μαύρα στη βοσκή την ξέφαντη τα γίδια,
δύο κριάρια σα θεριά, μουγγά, κι αργοπαλεύουν.
Χάμου γυρτός ο πιστικός απόμακρα αγναντεύει,
στη στράτα, κάρο απ’ τη δουλειά που φέρνει τους εργάτες.
Πέφτει ολοένα σιωπηλά της νύχτας το σκοτάδι,
τα δέντρα στέκουνε βουβά, βουβά κι ωσάν θλιμμένα,
πού τα σκοτάδια φεύγουνε, σωπαίνουν τα κουδούνια,
πού ξεψυχάει το βογγητό τ’ αποσταμένου κάρου.
Και μοναχά, σάμπως ψυχές κρυφές να φτερουγίζουν,
τα λίγα τα ξερόσταχυα σιγαλινά θροΐζουν.
      Στο «Ξερριζωμένο δέντρο» κλείνει συγκινητικός συμβολισμός. Ο χτυπημένος γίγαντας που έπεσε βαρύς κάτω από του ξυλοκόπου το πελέκι είναι ο νικημένος άνθρωπος κάτω από τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας. Έρημος κ’ εγκαταλειμμένος απ’ όλους κείτεται στο χώμα, έχοντας ωστόσο στερνή παρηγοριά στην ώρα του θανάτου του: μια πιστή κι αφοσιωμένη ψυχή, την αγράμπελη, πού τον σφιχταγκαλιάζει πεθαίνοντας κι αυτή μαζί του.  Μά και πόσος ακόμα συμβολισμός κλείνεται μέσα στην τόσο παραστατική αγροτικήν εικόνα του αχαλίνωτου αλόγου που με την ασυγκράτητην ορμή του μας δείχνει τον ανθρώπινο πόθο απάνω στο μεγάλο φούντωμά του και την πάλη του κάτω από της λογικής το βασανιστικό χαλινάρι.
Ο ΠΟΘΟΣ
Τ’ άλογο φρένιασε με μιάς και κλώτσησε αφρισμένο ΄
την ώρια χαίτη ανέμισε κ’ εχύθη στο λιβάδι.
Τ’ ατσάλινό του το κορμί κρουστό, φωτολουσμένο,
στο διάβα του σαν άνεμος σκορπάει αρνιών κοπάδι.
Ο αγωγιάτης πηλαλάει κοντά λαχανιασμένος.
Τ’ αντάμωσε και μανιακά σφίγγει γερά το γκέμι…
Πόθε, πως μοιάζεις τ’ άλογο σαν τρέχεις μεθυσμένος
και σκλάβα μην του λογικού γίνει η ορμή σου τρέμει.
     Στη σειρά των φυσιολατρικών τραγουδιών της Μαλάμου ανήκουν και οι «Λεύκες» , ένα χαρούμενο και γεμάτο σκίτσο, φτιαγμένο με σβέλτες πινελιές δεξιοτέχνη ζωγράφου:
Γύρω από τ’ αλώνι λεύκες λιγερές
στέκονται πιασμένες
για χορό, σε στόφες ασημοφαντές
βγενικά ντυμένες.

Κι όπως τ’ αγεράκι τραγουδιού σκοπό
στα φτερά του φέρνει,
πρώτη λεύκα αρχίζει μούρμουρο απαλό,
δεύτερη το παίρνει.

Κι όλες σαν νυφάδες που ‘ναι στη σειρά
τραγουδούν αντάμα,
τ’ ουρανού τα φώτα, τα ψηλά βουνά,
τ’ αλωνιού το θάμα.
     Οι απλές αρμονίες της αγροτικής ζωής είναι διάχυτες μεσ’ από μελωδικούς δεκαπεντασύλλαβους στο «Σούρουπο στον κάμπο». Μια διαδοχική παρέλαση εικόνων, που θυμίζουν τους μουσειακούς πίνακες του Millet και του δικού μας Θωμόπουλου, γεμίζει με το πέρασμά της ηρεμία την ψυχή. Το σούρουπο είναι η γλυκειά ώρα που η φύση και τ’ ανθρώπινα πάθη γαληνεύουν γυρεύοντας το ξεκούρασμα από τον κάματο της ημέρας. Ο σκαφτιάς φεύγει από τον κάμπο με τα σύνεργα στον ώμο, ο κλαδευτής φορτώνει στο  ζώ του τα ξερόκλαδα, ο μπιστικός παίζει το σουράβλι του για να μαζευτεί το κοπάδι του, η κοπελιά γυρίζει απ’ το ποτάμι με τα πλυμένα ρούχα ΄ κι αυτό ακόμα το σκυλί που ακούραστο αλυχτούσε όλη μέρα, τώρα βουβό ακολουθάει την αργατιά όταν γυρίζει στο χωριό. Και ύστερα;
Μήτε φωνή, μηδέ λαλιά, Μέσ’ στα κλαδιά κρυμμένα
σωπαίνουνε προσμένοντας τον ύπνο τα πουλιά.
Αργό, απαλό κι ανάλαφρο το βράδι κατεβαίνει,
το πνέμα ανακλαδίζεται, σφραγίζοντας τα χείλια.
      Στιγμές υποβλητικές, που κάνουν το είναι μας να συγχωνεύεται μετουσιωμένο με τη γύρω γαλήνια φύση μέσα στο εξαϋλωμένο τοπίο. Τα χείλη σωπαίνουν, γιατί η ψυχή έχει στήσει μια μυστηριακή συνομιλία με το Άπειρο, που ρίχνει από ψηλά τους μελαγχολικούς τους ίσκιους. Όλα σκύβουν σ’ εκστατική προσευχή, αλλά και τρέμουν με την τόσο εύθραυστη σιωπή που τα περιστοιχίζει, μήπως και «σαν το γυαλί ραϊσει». Αν στην ψυχή της ποιήτριας βρίσκουν γλυκειάν απήχηση οι γαληνεμένες ώρες του σούρουπου, είναι και κάποια φλογερά μεσημέρια του καλοκαιριού, που τ’ οργιαστικό τους φως ανάβει την αψιά λαχτάρα της ζωής, της γεμίζει θάμπος κι ακατανίκητη νοσταλγία την καρδιά, κάνοντάς την θλιβερά να στενάζει.
ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Ήλιος, χαρά καλοκαιριού. Το χώμα σκάει και τρίζει
σα σπόρος φλογερός.
Μεσημεριάζουν τα πουλιά στη λεύκα που σωπαίνει
εκστατική από φως.
Γύρω κλειστά παράθυρα’ τα σπίτια ως να βαραίνει
πολύφωτη χαρά.
Έτσι, η καρδιά μου απ’ το πολύ το φέγγος θαμπωμένη
στενάζει θλιβερά.
     Το βαθύτερο φυσιολατρικό αισθητήριο της Μαλάμου, με άλλη τώρα ορμή μορφοποιημένο, εκδηλώνεται στα «Γαρούφαλα». Φτάνει η θέα των μυροβόλων και φανταχτερών ετούτων λουλουδιών να μεθύσει τη φαντασία της, να της ζωντανέψει τους κοιμισμένους πόθους, να της κεντρίσει με το φλογάτο χρώμα τους και με τη μυρωδιά τους το είναι της ολόκληρο, παρασυρμένο σε διονυσιακά πλανέματα και λάγνους οραματισμούς, αλλά και υποταγμένο με κόπο σαν «αδάμαστο άτι» κάτω από το γαλήνιο φως της Αττικής, που μας υποβάλλει τον συγκρατημό του πάθους, εξαϋλώνοντάς το στην ολύμπιά της αρμονία:
ΓΑΡΟΥΦΑΛΑ
Τα καυτά μεσημέρια, τα κρασιά τα πιο φίνα,
μου θυμίζετε, όταν σας θωρώ, στηλωμένα
στα γυμνά σας κοτσάνια σα σε πράσινη αχτίνα,
ώ γαρούφαλα πλούσια, με ζωή γιομισμένα.
--
Των σατύρων τα λάγνα μου ιστοράτε γιορτάσια
στών καιρών βουτηγμένα τη μαγεύτρα στολή,
με το ξέφρενο σχήμα, τη βαθειά σας ανάσα,
των χρωμάτων τη σκάλα τη διπλή και τριπλή.
--
Κι όπου αν είστε, ή σε βάζο, ή στη γης, ή σε γλάστρα,
τ’ άρωμά σας κεντρίζει σαν πιοτό διαλεχτό,
πού μεθώντας τραβάει σ’ αγκαλιά-χαράς πλάστρα-
κάποιας θάλασσας πόθων που δεν έχει γιαλό.
--
Ώ γαρούφαλα, νιώθω την ψυχή σας, που πρώτα
θα ‘χει ζήσει στους τόπους, όπου ο Φοίβος οργιάζει,
και γι’ αυτό την ορμή της στ’ αττικά πράα φώτα
ως αδάμαστον άτι σα με κόπο υποτάζει.
     Μαζί με τις φυσικές ομορφιές της γης, η ποιήτρια τραγουδά τις ποικιλόχρωμες γοητείες της θάλασσας. Ο στίχος της, κ’ εδώ μελωδικά σφιχτοπλεγμένος, χαράζει μπρός μας πότε μια μυθολογική εικόνα δοσμένη μ’ επική πνοή, όπως στο «Νέο Οδυσσέα», πότε μιάν απαλόχρωμη ακουαρέλλα που πλαισιώνει το κεντρικό της θέμα και σχηματίζει την κατάλληλη ατμόσφαιρα γύρω από την ψυχική της ανάταση. Η γαλήνη είναι το πιο συνταιριασμένο κλίμα του ψυχικού της κόσμου, που ζει, κινείται κ’ εμπνέεται γύρω απ’ ό,τι κλείνει το γλυκό μυστήριο της εύγλωττης σιωπής μέσα στις ήρεμες εκτάσεις των οριζόντων. Στη μακαριότητα που η μεταξένια θάλασσα και τ’ αχνοϋφαντα βουνά παίρνουν κάτω από το φεγγαρίσιο φως, η Κλεαρέτη μετουσιώνεται. Με μια άχραντη θρησκευτικήν ανάταση υψώνει στο άπειρο τη διάφανη ψυχή της «ως άγιο δισκοπότηρο» για τη μετάληψη της θείας ομορφιάς.
ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ
Στρωτό μετάξι η θάλασσα μακρυά φεύγει και πάει
σ’ αγερινά βουνά.
Σά συλλογή πανάλαφρη του φεγγαριού η χλωμάδα
ν’ απλώνεται αρχινά.
Πάρε, βαρκάρη, τα κουπιά και πήγαινέ με κάπου
στεριά να μη θωρώ,
μόνο λιγ’ άστρα πάνωθες, ολόγυρα, και κάτου
το διάφανο νερό.
Γι’ άστρα, βαρκάρη, τα κουπιά κι ωσάν σκιά απογύρε
θαμπή στην κουπαστή
κ’ εγώ όπως δίνομαι βουβή, μεσ’ στη σιγή που λάμπει,
ονείρατα μεστή.
Κάπου σα στάλα διάφανη ψαρεύω την ψυχή μου,
ανέγγιχτος ανθός,
κι ως άγιο δισκοπότηρο υψώνω την απάνω
στου φεγγαριού το φως.
     Αλλά και κάποια χαριτωμένα όσο κ’ έντονα σε γραμμική σύνθεση τετράστιχα, που αξιόλογα θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε «θαλασσινά επιγράμματα», αποπνέουν την ιδιαίτερην εκείνη χρωματική δροσιά που βγαίνει από την ποιητική παλέττα της.  Είναι τα «Κοχύλια», αληθινά ποιητικά κοσμήματα, όλο αρμύρα, χρώμα και φρεσκάδα του πελάγου. Άλλο λαμπερό, άλλο θαμπότερο, άλλο διάφανο με συντεφένιους ιριδισμούς, τα «Κοχύλια» προβάλλουν σαν μια αριστοτεχνική σειρά θαλασσινών σκίτσων. Είναι «το άφθαστον υπόδειγμα της αβρής αισθητικής και υποβλητικής ζωγραφικής» έγραψε ο Ξενόπουλος («Έθνος», 5 Μαϊου 1922).
     Όσο απλή στη σύνθεση τόσο έντονη κ’ εντυπωσιακή είναι τούτη η μικρή θαλασσογραφία:
ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ
Αφρίζει ακόμα η θάλασσα, και μέσα στο λιμάνι
απ’ της φουρτούνας την ορμή βαρύς ο βόγγος φτάνει.
Αγέρας άγριος κυνηγά, κουρσάρος, μανιασμένα,
γοργή φρεγάδα που ‘ρχεται με τα πανιά σκισμένα.
     Με απαλόχρωμη συμβολική οπτασία μοιάζει στη διαφάνειά του και τούτος ο μικρός πίνακας:
ΠΟΜΠΗ
Ήμερο ατλάζι η θάλασσα και λεμονάνθια οι γλάροι,
τη βάρκα ραίνουν που γλιστρά, νυφούλα με καμάρι,
ανάμεσα στα δυό κουπιά, που σκλάβοι μπιστεμένοι
το δρόμο της ανοίγουνε, το δρόμο που πηγαίνει.
     Αλλά μήπως και το τετράστιχο που ακολουθεί δεν λαμποκοπάει από βαθειές ανταύγειες, όπου τρεμοσαλεύει κ’ ένας αισθησιακός ερωτιάρικος πόθος;
ΝΥΧΤΑ
Του Αυγούστου η νύχτα μύρωσε τη θαλπερή αγκαλιά της,
άστρων διαμάντια σκόρπισε στα ξέμπλεχα μαλλιά της
κ’ ύστερα σύρθηκε βουβά, ποθολυμένη εταίρα,
στο πέλαγος που νείρονται τέτοια χαρά όλη μέρα.
     Ένας άλλος μικρός πίνακας θυμίζει νυχτερινές θαλασσινές συνθέσεις του Χατζή ή του Βολωνάκη, ενώ σύγχρονα μας ξυπνάει τον οραματισμό μιάς απρόσμενης μυθολογικής εικόνας, το:
ΠΥΡΟΦΑΝΙ
Το κύμα αποκοιμήθηκε, κ’ η σκοτεινιά περίσσια,
βιγλάτορες της ερημιάς δυό μαύρα κυπαρίσσια,
κι ως Ποσειδώνας, τρίαινα κρατώντας, ξάφνου εφάνη
με το καμάκι ένας ψαράς ορθός στο πυροφάνι.
     Ο νους της ποιήτριας νοσταλγικά γυρίζει στο αγαπημένο της νησί, όπου ο βάρδος της δημοτικής μας μούσας είδε το φως της ζωής. Η Λευκάδα, μια από τις πιο πασίχαρες νύφες του Ιουνίου, προβάλλει με τις ομορφιές της, σαν «αγνό μαργαριτάρι», στη θύμησή της:
ΛΕΥΚΑΔΑ
Φορές φορές που με πλανά ο νους μου και στα πίσω
με πάει να σταματήσω,
γλυκοπιθύμητο νησί, μια μια κα΄θε σου χάρη
αγνό μαργαριτάρι.
--
Περνώ ως αρμάθα στ’ αργυρό της θύμησης το νήμα,
απ’ το βουνό ως το κύμα,
τους βελουδένιους κάμπους σου, τη χώρα, τ’ ακρογιάλι,
με μπόρα ή μαϊστράλι,
το κάστρο το σπανιόλικο, τις βάρκες, τα καΐκια,
την αμμουδιά ως τα φύκια.
--
Κι ανιστορώ τις χρυσαυγές, των δειλινών τα θάμπη,
πού απαλοσβεί ό,τι λάμπει,
σαν μεσ’ στης ώρας βουτηχτό τα μάγια τα μεγάλα
σκυθρώπαζες μια στάλα,
πνιγμένα αντιβουίζοντας με τη στερνή καμπάνα
καημούς και γέλια πλάνα.
--
Την ώρα τούτη-ώ θύμηση!-όλα κρυφολαλούσαν
κι αχούς με πλημμυρούσαν.
Την ώρα τούτη ξέχωρα, Λευκάδα, ο νούς μου βάνει
που ανέγραφο στεφάνι
στην αγκαλιά σου μ’ έσφιγγε, ψυχήν απ’ την ψυχή σου,
σβώλο θαμπό της γης σου.
     Από τα αισθηματικά της τραγούδια, όπου τις πιο πολλές φορές το ερωτικό πάθος συνυφαίνεται με τη βαθύτερη θλίψη, γιατί ο χάρος σκότωσε την ευτυχία της ζωής της, περνάει ένας αέρας ανθρώπινου πόνου, που εκφράζεται ειλικρινά και αυθόρμητα, όπως το βλέπουμε στο «Μοιρολόγι». Μέσ’ στο μελωδικό ξετύλιγμα του δεκαπεντασύλλαβου ρυθμού του κλείνεται η απλή και βαθειά συγκίνηση ενός δημοτικού τραγουδιού:
Ποιός είδε κοκκινόμηλο να μαραθεί στον κλώνο,
ποιός είδε αητό να λαβωθεί κι από ψηλά να πέσει,
ποιός είδε αστέρι να σβηστεί, στ’ αγύριστα να πάει,
τον αγαπώ μου είδ’ αυτός, που πάει στον Κάτω Κόσμο.
--
Μάνα πικρή τον φύλαγε κ’ εγώ η Καλή κοντά του,
κι όλοι οι δικοί, κ’ η γειτονιά, κι όλος απάνω κόσμος.
Μα κείνος μας ξεγέλασε, μας έφυγε και πάει.
Γύρνα καλέ, γύρνα κακέ, γύρνα ακριβέ μου πίσω,
έλα στης μάνας την ποδιά κ’ έλα στην αγκαλιά μου.
Στρωμένη τάβλα σε καλεί, το σπίτι, τα καλά σου,
κι ώρα την ώρα καρτερώ ν’ ακούσω πάτημά σου.
     Καθώς καταλαβαίνουμε, ο καλός και ο ακριβός της δεν ήταν άνθρωπος κοινός. Εστάθηκε ένας ήρωας πολεμιστής που η δόξα τον σκέπασε με τις δάφνες της στο πεδίο της μάχης. Όλος ο βαθύτερος και μαζί περήφανος πόνος της ξεχύνεται αβίαστος γι’ αυτόν από το εμπνευσμένο τούτο τραγούδι:
ΤΑ ΚΟΛΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΑΛΗΚΑΡΙΟΥ
Άναστρη νύχτα και σιγή θανάτου ολόγυρά μου!
Με φεύγει ο ύπνος κι άγρυπνος ο πόνος μου έχει γίνει.
Εσύ π’ απαρνήθηκες τη γης και τον τρανό έρωτά μου
των πεθαμένων  στείλε μου τη ζηλευτή γαλήνη.
--
Τα κατατόπια τα παλιά με σέρνουν σκλάβα λύπης
κάτω απ’ τα δέντρα που μαζί μας βλέπαν μια φορά’
Νάτος ο δρόμος ο πλατύς, οι λεύκες στη σειρά,
μονάχα εσύ δε φαίνεσαι, μονάχα εσύ μου λείπεις.
--
Άσπρα κεριά δε σ’ άναψαν, αλλοί! στο λείψανό σου.
Γυναίκα δε σε σταύρωσε τα χέρια σου καμιά.
Πολεμιστής ξεψύχησες στη μάχη μοναχός σου
και το κορμί σου χάθηκε σα φύλλο στο βοριά.
--
Και τώρα κλαίω και μύρομαι, φτωχό δεντρί στο λόγγο
πού δέρνεται από δώ από κεί ζητώντας αντιστύλι.
Τίνος να κρούσω την καρδιά με το βαρύ μου βόγγο
και ποιός γλυκειά παρηγοριά, καλέ μου, να μου στείλει;
     Κ’ εξακολουθεί ο τόσο ανθρώπινος αυτός σπαραγμός της γυναίκας που έχασε τον λατρεμένον άντρα με την ίδια θλιμμένη αρμονία, γιατί νιώθει τον εαυτό της έρημο πιά χωρίς τον ίσκιο του. Και ο τρόμος της πνίγει την ψυχή και «σύγκορμη» παγώνει:
σαν το πουλί τ’ ανέστεγο που το σαστίζει η μπόρα….
και μοιάζει «σαν το στρατοκόπο που έχασε μεσάνυχτα το δρόμο». Γι’ αυτό και θέλει να κατέβει στου Άδη τα βασίλεια για να τον συναντήσει:
Πονώ, κι αν ήταν σα πικρά των πεθαμένων πλήθια
να ξέρω πώς θα σ’ εύρισκεν η μαύρη μου καρδιά,
μέσα στη βάρκα θα ‘μπαινα την ποθητή του χάρου
για να ‘ρθω, Αγαπημένε μου, κοντά σου μια βραδιά.
     Η Μαλάμου έχει στη συλλογή της και μερικά τραγούδια με θέμα μυθολογικό ή βιβλικό, όπως η «Σαλώμη». Το ερωτικό πάθος της αμαρτωλής κόρης της Ηρωδιάδας για το Βαφτιστή ξεσπάει ξέφρενο απ’ τη φουρτουνιασμένη της ψυχή, έρμαιο σ’ όλες τις εσωτερικές συγκρούσεις και μεταπτώσεις, από το σαρκικό φούντωμα του πόθου ως την ικεσία κι ως την απειλή, προετοιμάζοντας πεισματικά κι αμείλιχτα το θάνατο του άκαμπτου μπρός στα κάλλη της και θεοπαρμένου Γιοχανάν.
     Αν και αυτό το ποίημα, μεσ’ από τις εντυπωσιακές του εικόνες με τις αλληλοσυγκρουόμενες ψυχολογικές καταστάσεις της Σαλώμης, στην όλη του ρεαλιστική συγκρότηση κλείνει ζωντανή ενάργεια και δύναμη πάθους, δεν αντιπροσωπεύει την κεντρική ψυχοσύνθεση της ποιήτριας, που ακολουθώντας την αυτοεξέλιξή της βρίσκεται πιο πολύ μέσα στην ατμόσφαιρά της στα πνευματικότερου περιεχομένου τραγούδια της. Όμως αξίζει να το ακούσουμε και να ζήσουμε λίγες στιγμές μέσα στο φλογισμένο κι ασυγκράτητο πάθος της Σαλώμης.
ΣΑΛΩΜΗ
Σά μανιασμένος σίφουνας ο Έρωτας με σπρώχνει
προς τη φωνή σου Γιοχανάν, πού η φυλακή τη διώχνει.
Κι απάνω από της στέρνας σου το σκέπασμα πεσμένη,
στα μάτια νιώθω και στο νου μια ζάλη να διαβαίνει.
--
Μια ζάλη που τα λόγια μου σου ρίχνει αψά στη στέρνα,
τόσο που θα σε κάψουνε απ’ την κορφή ως τη φτέρνα
σα στάλες πύρινες βροχής και θα σου μάθουν πόσο
με τη φωτιά μου σύγκορμον ποθώ να σε φουντώσω.
--
Θέλω τα χείλια σου, ποθώ τα μαύρα τα μαλλιά σου,
να λιώσω λαχταρώ ως κερί μέσα στην αγκαλιά σου.
‘Ω Γιοχανάν, λυπήσου με! ξεφρενιασμένη δούλα
για σε η Σαλώμη γίνηκε, η ωραία βασιλοπούλα.
--
Μάταιο σου λέω το κήρυγμα! Τα λόγια σου δε νιώθω
ζωσμένη τον εφτάδιπλο της αμαρτίας τον πόθο.
Έλα, ώ έλα! Νυφικό να φέρεις μου κανίσκι,
όλους τους πόθους των καιρών που παίζουν φλόγες κ’ ίσκιοι.
--
Φουρτουνιασμένος σίφουνας η Πιθυμιά νε βιάζει
καθώς ποτάμι ορμητικό που η θάλασσα το κράζει.
Αλλοί κι αλλοί σ’ ό,τι βρεθεί μπροστά μου να με κόψει,
και τρισαλλοί σου Γιοχανάν, μ’ αυτή την κρύα την όψη!...
      Ύστερ’ από αυτό το αισθησιακό παραλήρημα της μεθυσμένης από παθιασμένον έρωτα βασιλοπούλας για τον Βαφτιστή του Ναζωραίου κλείνουμε το κεφάλαιο της Μαλάμου μ’ έναν υποβλητικό στη γαλήνια και υπερούσια πνοή του ποίημα, όπου ο θάνατος μετουσιώνεται παίρνοντας τη μορφή ενός κομψού ιππότη, που η ποιήτρια, σαν ερωτευμένη μ’ αυτόν, του χαρίζει το πιο ωραίο, το πιο πολύτιμο τριαντάφυλλο: την καρδιά της. Πρωτότυπο στη σύλληψή του όσο και στο γοργό ξετύλιγμά του, το ποίημα τούτο είν’ ένα μικρό αριστούργημα που μαρτυράει πολιτισμένη έμπνευση και χάρη στης φαντασίας το παιχνίδισμα:
ΠΩΣ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΑ
Πώς ήθελα να πέθαινα
έτσι απλά κι ωραία…
Νάναι το πάρκο σιωπηρό,
περίλυπη η αλλέα,
και πέρα, προς το σβήσιμο
των δέντρων, καβαλλάρη
να βλέπω να ‘ρχεται σ’εμέ
το Χάρο να με πάρη.
--
Να ξεπεζεύει το κομψό
κορμί με σβελτοσύνη,
να μου προσφέρει τ’ άσαρκα
τα δάχτυλα βοήθεια,
κ’ εγώ να νιώθω πλάγι του
μια τέτοια εμπιστοσύνη!
Κ’ έτσι σαν κύμα ανάπαψης
στα πικραμένα στήθια.
-Πόσο καθάριο της ζωής
το νόημα μπροστά μου.-
--
Κ’ ενώ θα κάνει μου τιμές
εκείνος σαν ιππότης,
εγώ καθώς τριαντάφυλλο
να βγάλω την καρδιά μου,
 να του τη δώσω με ορμή
μιανής αγάπης πρώτης.
                    (Ανέκδοτο)
Η Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου έχει αναμφισβήτητα γνήσιο  ποιητικό ταλέντο. Το επιβεβαιώνουν τα τραγούδια της, τυπωμένα και ανέκδοτα, μεσ’ από τον λεπτό και τρυφερό παλμό τους, τη χρωματική ευαισθησία και τη διάχυτη του καλλιτεχνικού σε μουσικότητα ρυθμού τους.
--
Σημειώσεις:
Το ποίημα ΚΑΙΤΗ ΚΟΛΛΒΙΤΣ, που αφιερώνει η Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου στην φημισμένη του μεσοπολέμου εξπρεσιονίστρια γερμανίδα γλύπτρια και χαράκτρια (8/7/1897-22/4/1945) είναι από την ποιητική της συλλογή «ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ», Αθήνα 1955, σ.67-68.  Η γερμανίδα γλύπτρια και χαράκτρια Καίτε Κόλλβιτς υπήρξε μια δυναμική εικαστικός και καθηγήτρια καλών τεχνών. Τα έργα της διακρίνονται για τον βαθύ ανθρωπισμό τους, την αντιπολεμική τους ταυτότητα, την ρωμαλεότητα της φόρμας και των συνθέσεών τους, την αμεσότητα των μηνυμάτων τους. Οι πειραματικοί σχεδιασμοί της Κόλλβιτς  έχουν σαν θέμα τους πάντα τον αγώνα του ανθρώπου για ελευθερία και δικαιοσύνη. Το γυναικείο βλέμμα της επικεντρώνεται στους πολιτικούς αγώνες της εποχής της και, αποτυπώνεται, έντονα στις καλλιτεχνικές της δημιουργίες.  Η Κόλλβιτς, παρά του ότι έχασε μέλη της οικογένειάς της σε πολεμικές επιχειρήσεις του καιρού της, δεν λύγισε, αντιστάθηκε με την φωνή και προπάντων με το έργο της στα πολεμοχαρή σχέδια των πολεμοκάπηλων των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Υπήρξε μια ισχυρή θηλυκή καλλιτεχνική φυσιογνωμία του προηγούμενου αιώνα, με έντονο πολιτικό και αντιστασιακό κοινωνικό στιγματισμό στα έργα της. Στρατευμένη αντιμιλιταρίστρια, δυναμική προσωπικότητα άνοιξε νέους ορίζοντες στον χώρο της μοντέρνας εικαστικής έκφρασης. Επίσης, η στράτευσή της στον αγώνα υπέρ των γυναικών και του παγκόσμιου φιλειρηνικού κινήματος, όπως βλέπουμε σε χαρακτικά της, επηρέασαν μεταξύ άλλων τους δικούς μας έλληνες χαράκτες Τάσσο και Βάσω Κατράκη. Βλέπε τις θεματικές ενότητες: «περιστέρι», «μαζικές διαδηλώσεις» «πορείες αγωνιστών» κ΄ά. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα «Ημερολόγια και τα Γράμματά της» καθώς και «μια σύντομη ιστορία της μοντέρνας τέχνης».
Το ποίημα της Μαλάμου ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ, όπως και άλλα της, βλέπε ΜΠΛΟΚΟ, Ο ΣΙΦΟΥΝΑΣ, είναι νομίζω από τα καλύτερα ποιήματα που έχουν γραφεί από γυναικεία και όχι μόνο γραφίδα για την περίοδο της γερμανικής κατοχής και της αντίστασης. Ο ηρωικός τόνος του ποιήματος, η αγωνιστική διάθεση που το σύνολο ποιητικό  σώμα αποπνέει, φανερώνει τους αυθεντικούς ηρωικούς αγώνες των ελλήνων αγωνιστών πατριωτών την περίοδο της Κατοχής. Η ποιήτρια Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου, υπήρξε στην ατομική της ζωή μια δημοκρατικών φρονημάτων αγωνίστρια, σε αντίθεση με τον συντηρητικό στο φρόνημα αυτόχειρα ποιητή, που την σάρκασε σε στίχους του. Η ποιήτρια, δεν προέρχονταν μόνο από την Βενιζελογενή παράταξη της εποχής της, αλλά, υποστήριξε στα δύσκολα μετέπειτα για την ελλάδα χρόνια το ΕΑΜ. Σε προηγούμενο σημείωμα που δημοσίευσα για αυτήν υπάρχει σχετικό άρθρο. Η Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου υπήρξε μια δυναμική γυναικεία προσωπικότητα της εποχής της. Χειραφετημένη τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Το ποίημα βρίσκεται στις σελίδες 89-90 της ίδιας συλλογής.
Το αισθαντικό και ερωτικής διάθεσης ποίημα ΣΤΟΝ ΗΝΙΟΧΟ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ, είναι από την ίδια συλλογή σελίδα 83. Ωραίο ποίημα, η ποιήτρια υφαίνει τον θαυμασμό της με γυναικεία ηδυπάθεια και συγκρατημένο ερωτισμό, καθώς κοιτάζει το αρχαίο χάλκινο άγαλμα του Ηνίοχου, με τα εκθαμβωτικής ομορφιάς μάτια και το λάγνο εφηβικό πρόσωπο. Η «παγερή σάλα του Μουσείου»  δεν μπορεί να ανατρέψει την αισθαντική της ματιά, έρχεται σε αντίθεση με την ατομική γυναικεία θέρμη του λόγου της περιγραφής της, η ενατένιση του ωραίου εφήβου υπάρχει σε μια κοντράστ εικόνα της αναφοράς της για την παγερότητα του δωματίου που εκτίθεται ο Ηνίοχος των Δελφών. Έτοιμος να καλπάσει προς τα όνειρα των μελλόντων γενεών των θαυμαστών του. Με την αντίθεση αυτή μια απλή επίσκεψη στον ιερό τόπο  των Δελφών και το Μουσείο του, δίνει αφορμή στην ποιήτρια να ξεδιπλώσει την ερωτική της διάθεση, τον συγκρατημένο ερωτικό στοχασμό της γυναικείας της φύσης. Ο ωραίος έφηβος της γεννά αισθήσεις και συγκινήσεις, που έχουν να κάνουν με τα δικά της βιώματα και ζωή.
Το ποίημα της Μαλάμου, ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ είναι από την πρώτη της ποιητική συλλογή «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΜΟΥ», εκδ. Ελευθερουδάκης-Αθήναις 1922, σελ. 82. Η ευαίσθητη γυναικεία φύση της, δεν μένει ασυγκίνητη από την μεταμέλεια της Μαρίας Μαγδαληνής, μιας γυναίκας «ζωντανό μεθύσι», με βαρύνουσα θρησκευτική σημασία και εκκλησιαστικό συμβολισμό μέσα στο χριστιανικό δράμα. Η Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου, εικονογραφεί την ηθική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινείται η παρουσία της Μαρίας Μαγδαληνής, της πρωτινής της ζωής και αυτής μετά την μεταμέλειά της. Σκιαγραφεί σε πρώτο πρόσωπο, την εσωτερική σύγκρουση που συντελείται μέσα στην ψυχή της και που καταλαγιάζει την επιθυμία για αλλαγής της. Την αναστάτωση που έφερε στην ζωή της η γνωριμία της με Εκείνον, τον νέο νυμφίο της μέλλουσας ζωής της. Ο «ωραίος δαίμονας» άκουσε μέσα της το «ουράνιο κάλεσμα μ’ απόκοσμες φωνές» και μετεμορφώθη. Το ποιητικό βλέμμα της Μαλάμου όταν φωτογραφίζει πρόσωπα σύμβολα μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, είτε αυτά προέρχονται από την κλασική αρχαιότητα είτε από την μετέπειτα χριστιανική ή την σύγχρονή της κοινωνική πραγματικότητα, δεν είναι ούτε δηκτικό ούτε σαρκαστικό, δεν στηλιτεύει με πύρινα γράμματα συμπεριφορές και επιλογές ανθρώπων, απλά παραθέτει το πριν με το μετά με ποιητική συγκατάβαση. Την πρώτη κατάσταση με την κατοπινή. Αφουγκράζεται τα αδιέξοδα της ζωής των ανθρώπων και αυτά περιγράφει με περισσή τρυφερότητα και γυναικείο ενδιαφέρον. Παραδοσιακή η φωνή της με ανοίγματα σύγχρονου γυναικείου προβληματισμού και χειραφέτησης. Τα ιδεώδη της, δεν είναι θα γράφαμε «ανατρεπτικά», δεν έρχονται σε πολωμένη αντίθεση με τον κοινωνικό της περίγυρο, αλλά εμφορούνται από  τις αρχές και τις αξίες των νέων καιρών που αρχίζουν να χαράζουν στον ιστορικό ορίζοντα. Η Μαλάμου κινείται μέσα σε ένα ηθικό πλαίσιο κοινωνικών αναφορών για τον άντρα και την γυναίκα όπως η εποχή της επιβάλει στα άτομα να ζουν και να συμπεριφέρονται. Δημιουργεί όμως το δικό της πνευματικό στέγαστρο ανοχής και αποδοχής των πράξεών τους. Ενσωματώνει την δική της αμφισβήτηση στις νέες συνθήκες που περιγράφει.
Παραδοσιακός ο στίχος της ακολουθεί τους κανόνες της δεκαπεντασύλλαβης ροής του ποιητικού λόγου της εποχής της. Της Παλαμικής Σχολής. Κάτω από το δικό του στέγαστρο στεγάζεται και η ίδια. Σε ορισμένες της ποιητικές μονάδες η Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου χάνει τον βηματισμό της, και τερματίζει το ποίημα κάπως άδοξα και ίσως και «άχαρα». Οι λέξεις που χρησιμοποιεί για να οικοδομήσει τις εικόνες της δεν της βγαίνουν, ηχούν παράταιρες, είναι άρρυθμες, δεν βαδίζουν ούτε πάνω στα χνάρια των τεχνικών της παράδοσης, ούτε ακολουθούν την επέλαση του ελεύθερου στίχου και των τεχνικών του της εποχής της. Η ποιήτρια μάλλον έμεινε μετέωρη, χωρίς να κάνει το απαραίτητο άλμα αφήνοντας πίσω της τα ποιητικά χώματα του μεσοπολέμου που ήδη είχαν κορεστεί. Δεν εγκολπώθηκε τα νέα ποιητικά ιδεώδη και οράματα ούτε απαρνήθηκε τα αδιέξοδα της παραδοσιακής θεματολογίας ή φόρμας. Το Παλαμικό λίπασμα είχε αρχίσει να μην χρησιμοποιείται πλέον από τους νέους λογοτέχνες που άρχισαν να θαμπώνονται από τα νέα ρεύματα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού και την Καβαφική ερωτική μαγεία που καιροφυλακτούσε επικινδύνως για τους ποιητές της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Και σιμά, τα καινούργια σοσιαλιστικά ιδεώδη που ταρακουνούσαν συνειδήσεις και έδιναν νέες ελπίδες στους κουρασμένους και απαισιόδοξους νέους της ελλάδος εκείνη την περίοδο. Αυτά που υπόσχονταν μια νέα ελπίδα, μια νέα άφθαρτη κτίση ισότητας και δικαιοσύνης των ανθρώπων μέσα στην ιστορία. Η αυτοκτονία του ποιητή που την σάρκασε μέσα στους στίχους του, και μάλιστα στην Πρέβεζα, ήταν ένα μεγάλο σοκ για τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής της. Η ειρωνεία του, δεν ήταν επιδερμική, επιφανειακή, ήταν ευθύβολη απέναντι στο πολιτικό και στρατιωτικό και εν μέρει στο πνευματικό κατεστημένο της εποχής του, αλλά άδικη ως προς την Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου. Η Μαλάμου, δεν κραύγασε ποτέ έξαλλους πατριωτικούς παιάνες για νίκες στα βάθη της Μικράς Ασίας, για κατάκτηση της «Κόκκινης Μηλιάς» από τους έλληνες στρατιώτες, οδυνηρά οράματα που έσβησαν στα άνυδρα και ξερά χώματα του Αφιόν Καραχισάρ, στις όχθες του Σαγγάριου. Η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου του οποίου η Μαλάμου υπήρξε ένθερμος θαυμαστής ήταν διαφορετική. Τα καρυωτακικά βέλη στράφηκαν εναντίον της μάλλον περισσότερο από μια ποιητική «ιδιοτέλεια» ή σωστότερα ποιητική ανασφάλεια του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Τον ενοχλούσε η ποιητική συμπαράθεση του ονόματός του με ονόματα σαν της Μαλάμου, σαν του Μιλτιάδη Μαλακάση και άλλων ποιητών της γενιάς του. Και όμως, η Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου, διασταυρώθηκε καλλιτεχνικά με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη αρκετά χρόνια αργότερα, όταν μετέφρασε «Τα Άνθη του Κακού» του γάλλου ποιητή Σαρλ Μπωντλαίρ. Μια ποιητική ατμόσφαιρα που αναγνωρίζουμε στο έργο του Καρυωτάκη. Ο Καρυωτάκης αμφισβητώντας και ειρωνευόμενος τα δεσπόζοντα ρεύματα και πρόσωπα της εποχής του, συμπεριέλαβε και την Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου αδίκως μέσα σε αυτά. Όμως το «κακό» πρόλαβε να μπολιάσει τις μετέπειτα αναγνωστικές γενιές. Η ποιήτρια και πεζογράφος Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου αποκρυσταλλώθηκε η πνευματική της παρουσία μέσα στην σύγχρονη ελληνική γραμματεία ως η Καρυωτακική ποιητικά δακτυλοδεικτούμενη αξιολογικά. Αν η αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη έπαιξε ή είχε σημαντικό ρόλο στην αναγνώρισή του στα ποιητικά πράγματα μπορούμε ίσως να πούμε όχι αδίκως, ότι η ειρωνική στηλίτευση της Μαλάμου από τον αυτόχειρα ποιητή συνέβαλε στο κατοπινό της «θάψιμο», ή τουλάχιστον στην παραγνώρισή της. Και η διαφορά έγκειται-πέρα φυσικά από την ποιότητα των ποιητικών μεγεθών-ότι ο καρυωτακισμός συνέβαλε στην εδραίωση της ποιητικής φήμης του Κώστα Καρυωτάκη ενώ, αντίθετα ο αντί «Μαλαμισμός» του δεν εδραίωσε την φήμη της Κλεαρέτης Δίπλα Μαλάμου σαν ελληνίδας ποιήτριας. Μια οξυδερκείς εξέταση του μελετήματος της ποιήτριας και λαογράφου Αθηνάς Ταρσούλη, «Ελληνίδες Ποιήτριες» θα μας φανέρωνε μάλλον με σχετική ακρίβεια την αναγνωστική ποιητική συγκριτική του κύκλου των γυναικείων αυτών ποιητικών φωνών. Θα αναγνωρίζαμε κοινούς στόχους και κοινωνικά οράματα, κοινούς τόπους θεματικής δράσης και απεικόνισης προβληματισμών, ιδιαιτερότητες και επιρροές του γυναικείου ποιητικού λόγου του προηγούμενου αιώνα στην χώρα μας. Ίσως οφείλουμε να ριψοκινδυνεύσουμε μα νέα επανεξέταση του γυναικείου ποιητικού λόγου στην χώρα μας, απεγκλωβισμένου από την αντροκεντρική ματιά, αποδοχή ή απόρριψη. Να επαναδιαπραγματευθούμε ποιητικές συνθήκες αντρικής επιβράβευσης, φιλολογικές αντρικές σταθερές ακόμα και λογοτεχνικά ικριώματα που στήθηκαν από άντρες ποιητές για ομοτέχνους τους και γυναίκες ποιήτριες. Οδυνηρές ποιητικές διαδικασίες ίσως εξέτασης σε παράλληλες ράγες του αντρικού με τον γυναικείο ποιητικό λόγο, που ίσως αλλάξουν τις καθιερωμένες μέχρι σήμερα ποιητικές προμετωπίδες στην ιστορία της ελληνικής γραμματείας. Για μια Χαμηλή φωνή από άντρα ποιητή υπάρχει και μια Χαμηλή φωνή αξιολόγησής της από γυναίκα ποιήτρια. Ετερώνυμες και ετερόκλιτες ποιητικές φωνές συναντάμε τόσο στην αντρική όσο και στην γυναικεία ελληνική ποίηση.
Τα τεκμήρια της αναγνωστικής αποδοχής μέσα στην ιστορία της ελληνικής γραμματείας άραγε μπορούν να αν όχι να αμφισβητηθούν τουλάχιστον να διευρυνθούν και προς τα δύο ποιητικά φύλα; Αν ναι, τότε το Καρυωτακικό δίστιχο θα έχει επιτελέσει επάξια τον στόχο του μέσα στην ροή του ποιητικού χρόνου.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 8 Αυγούστου 2019
ΥΓ.
Άραγε, πως προοιωνίζεται το μέλλον της ελληνικής ποίησης; Σε καιρούς απομάγευσης του κόσμου μας και ανίερων τηλεοπτικών εικόνων. Είναι άραγε η Εικόνα ένας σύγχρονος των ημερών μας Νιτσεϊσμός;                                                                     


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου