Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Μαρία η Αιγυπτία

Μαρία η Αιγυπτία, ή το Inferno του Έρωτος Λόγου

Se pia, Homo
O empia, ma risoluto
E, terribile deliberazione
Και ο Λόγος Σαρξ εγένετο, εν μέσω υδάτων προαιώνιων παθών.
Sacrum-Sacrum,  των ασπόνδυλων η σιγανή φωνή δέεται αιώνες τώρα. Από ανέκαθεν ο Λόγος του Έρωτος Ανθρώπου, μέσα στα σπήλαια της Αλταμούρας, πάνω στις κορυφές των Ιμαλάιων, στα ριζά του όρους Θαβώρ, στον Όλυμπο των μεγάλων σκανδάλων, αγωνίζονταν να μεταμορφώσει την σάρκα σε πνεύμα, το πάθος σε έλεος, τον έρωτα σε αθανασία, το σπέρμα σε αίμα, το δάκρυ του πόνου σε ιδρώτα ηδονής. Όταν  άφησε τη θάλασσα, και άρχιζε να κολυμπά στις έρημες ερημιές της αιδημοσύνης του, στα δάση των σκοτεινών πόθων του, στα ποτάμια των λάγνων επιθυμιών του, την σκυτάλη της νίκης επί των νικημένων ανέλαβε να διεκπεραιώσει η Γραφή. Τα μικρά σκοτεινά νουκλεϊκά οξέα της ανθρώπινης Σκέψης. Αυτές οι ακατανόητες κουκκίδες του Έρωτος Λόγου. Τα θανατηφόρα σημάδια των πληγών του Έρωτα. Τα πρόστυχα ίχνη της πρόσκαιρης αθανασίας του κάλλους. Η εκ των υστέρων αποδοχή και εξιλέωση των λάγνων βλεμμάτων. Με τον Έρωτα, χάνεται η παρθενία της αγάπης, και κερδίζεται η μητρότητα της μετάνοιας. Με την πράξη αυτή του Θείου αινίγματος, και την σύζευξη των ματωμένων σωμάτων, προετοιμάζονται οι μετερωτικές σπίθες της γλώσσας, να αφηγηθούν πάνω στο λευκό χαρτί του θανάτου της ύλης τα ελέη της αθανασίας. Οι λέξεις μετανοούν και αιμορραγούν, σημαίνοντας σταθερά: e li mestiers ecoutes, τα σώματα των ηδονών επαναλαμβάνουν τα πάθη τους με φλογερή ικανοποίηση. Οι άνθρωποι, το σώμα και η γραφή, διηγούνται την τραγικότητα της πλησμονής της σάρκας, όταν ο έρωτας Άλλος, είναι πάντα παρών με την απουσία του. Καιροφυλακτεί, να εισβάλει με τα όπλα της μνήμης, στο κενοτάφιο της γραφής για να δοξαστεί εκ των υστέρων. Ο Έρως και ο Θάνατος, η Γραφή και η Αθανασία, ο Θεός και ο Άνθρωπος, στο σκοτεινό αλωνάκι της Ψυχής παλεύουν αιωνίως. Ποιος θα καθυποτάξει ποιόν, ποιος θα απωθήσει πρώτος την φθορά του Χρόνου, ποιος θα ενώσει την διάσχιση των χωρισμένων σωμάτων, κανείς δεν έμαθε ακόμα. Ούτε ο παλαιός των ημερών της ζωής, ούτε ο έσχατος των ερωτευμένων της κόλασης κατόρθωσε να μας μεταφέρει τη απάντηση. Το Αμλετικό κρανίο παραμένει ακόμα βουβό και λαλίστατο συγχρόνως.
     Τα δε εντεύθεν, πως σοι διηγήσομαι, άνθρωπε; Ποια γλώσσα εξείποι ή ακοή παραδέξεται τα εν τω πλοίω και κατά την οδοιπορίαν γινόμενα; Άπερ μηδέ θέλοντας ποιείν τους αθλίους ηνάγκαζον εγώ η αθλία; Ούκ έστιν ασελγές ρητόν τε και άρρητον, ούπερ ου γέγονα τοις ταλαιπώροις διδάσκαλος. Και νυν, αββά μου, καταπλήττομαι, πως ήνεγκε τας εμάς ασωτίας η θάλασσα, πως ουκ ήνοιξεν η γη το στόμα και ζώσαν εις άδην κατήγαγε, την τοσαύτας ψυχάς παγιδεύσασαν. Αλλ’ ως έοικεν, την εμήν ο Θεός εζήτει μετάνοιαν, ου γαρ θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, αλλ’ ανέμει μακροθυμών την επιστροφήν εκδεχόμενος. Ούτω τοίνυν μετά σπουδής τοσαύτης ανήλθομεν εις Ιεροσόλυμα και όσας μεν ημέρας προς της εορτής εν τη πόλει διέτριψα, τοις ομοίοις εχρησάμην, μάλλον δε και χείροσιν, ου γαρ μόνοις ηρκέσθην τοις νεανοίσκοις, ους κατά την θάλασσαν είχον και κατά την οδόν υπουργούντάς μοι, αλλά πολλούς και άλλους ηχρείωσα, πολίτας τε και ξένους εις τούτο συλλέγουσα.
Η Αράχνη του Έρωτα che mi porta fortuna, τυλίγει τους πάντες με το πέπλο της λαγνείας της, απομυζά τους χυμούς της αμαρτωλότητός μου, καθιστώντας με saint των σαρκοβόρων σωμάτων.
Είμαι εκείνη που δοξάζουν και είμαι εκείνη που περιφρονούν
Είμαι η αγία και είμαι η πόρνη
Είμαι η παρθένα και είμαι η σύζυγος
Είμαι η γνώση και είμαι η αγνωσία
Είμαι η δύναμη και είμαι ο φόβος
Είμαι χωρίς θεό και είμαι το μεγαλείο του θεού.
         Τι είναι πιο τρομερό για ένα σώμα, να μην μπορεί ν’ αγαπηθεί ή να μην μπορεί ν’ αγαπήσει; Να μην μπορούν να το γνωρίσουν ή να μην μπορεί να γνωρίσει; Να μην μπορεί να δεχθεί τη ζωή ή να μην μπορεί να τη δώσει; Ποιος θα απαντήσει σε αυτά τα αιώνια ερωτήματα της ημετέρας σάρκας, που σέρνεται σαν κάμπια της ανάστασης πάνω στα μουχλιασμένα αντρικά σώματα, σε κορμιά που φωσφορίζουν από ηδυπάθεια, σε προκλητικές χειρονομίες έρωτος που περιμένουν απάντηση, στο φως της ημέρας.
E caddi come corpo morto cade
     Κολλημένοι μέσα στο γνωστικό χάος. Νύχτα χεριών, νύχτα ψηλαφισμών, πρωτόγονων αγκαλιασμάτων. Νύχτα πατριακή ανασεμιών. Νύχτα από τον χαίνοντα αποχωρισμό. Αιδοία, πρωκτοί, αδελφές, αδελφοί, στόματα, οπές, θυγατέρες, πατέρες, επίμονη συγγένεια χειλιών και γλώσσας, μητέρες, γιοί. Νύχτα του πλάνητα, του ξένου. Νύχτα της υδρίας και του αγγείου. Νύχτα πριν από το χειμώνα των ταμπού. Άνοιξη χειρονομιών. Ορδή τρυφερότητας. Αιμομικτικές κουστωδίες χεριών. Χάος αδελφικό. Σπέρμα κραυγών αδιαφοροποίητο. Αγκομαχητά των νεογέννητων της σκιάς. Εναγκαλισμοί του αδιασάφητου. Περιπλάνηση των απάτριδων στομάτων. Ηδονές πριν από την εκρίζωση. Κόμβοι σωμάτων, αναπνοών. Συγχώνευση επαναβρεθέντων.
    Η Μαρία περιστρέφεται, δαγκώνει, γλείφει, κυλιέται τυφλά σε θαμβωτικά σμιξίματα. Περισφιγμένη, πνιγμένη, ξεπνοημένη από χείλια και γλώσσες. Συζευγμένη με τη σκιά και κολλημένη στο χάος. Συγκολλημένη στους πόθους και τις κραυγές. Ενσωματωμένη τη μαγεία. Και χορτασμένη, κορεσμένη, ξεχειλισμένη, πλημμυρισμένη από το αδιασάφητο. Και, ασφαλώς, βαμμένη, φτιασιδωμένη, πασαλειμμένη με σπέρμα, με το ιριδωτό μέσα της ίχνος του χάους.
     Ζούμε τους αιώνες των κολασμένων μας χειρονομιών, των χεριών που διψούν για εποχές στην Κόλαση της Ποίησης, παράδοξο θαύμα και μυστήριο το βλέμμα που ερωτεύεται, το κοίταγμα που σε κολάζει, το άγγιγμα που ενώνει τις οσμές των σωμάτων. Η κίνηση του Άλλου, η υποχώρηση του Εσύ, τι πραγματικά φθείρει το Ωραίο του Έρωτα; Το Πνεύμα ή η Σάρκα;
Η Έρημος του Χρόνου της Αγάπης
ΤΑ ΜΕΛΙΑ
    Ένα βράδυ του καλοκαιριού, αφού η Μαρία με φίλησε στο αριστερό μάγουλο και μου είπε καληνύχτα, έσβησε το φως και βρέθηκα στη σκοτεινή κάμαρα. Καθώς τραγουδούσα για τον εαυτό μου, έβαλα το χέρι μέσα στο βρακάκι-μου για να έχω συντροφιά. Μούδιασα όμως και χνούδιασα. Μια γλύκα με τύλιξε γύρω-γύρω και δεν σταματούσα.
Όλο και πιο γρήγορα και πήγαινα να σκάσω. Κάτι βαρίδια σαν ζαχαρωτά ανέβαιναν από τις πατούσες-μου στην κοιλιά μου και γέμιζα ζάχαρη. Πηχτά μέλια τρέχανε από παντού και πνιγόμουνα στη γλύκα.
     Ξάφνου, και ενώ οι γλύκες είχαν πνίξει το λαρύγγι-μου, άρχισε να τρέμει το σπίτι και να πέφτει βροχή από τον ουρανό. Άνοιγε το χώμα και κατάπινε τα γύρω σπίτια, ένα-ένα.
Έβγαλα γρήγορα το χέρι μου από το βρακάκι μου.
«Θεούλη-μου» είπα. «Συχώρεσέ-με. Δεν θα το ξανακάνω.
Μη μου κόψεις τη ζωή!»
     Αλλά η γη γύρω-γύρω εξαφανιζόταν όλο και παραπάνω.
Ο Θεούλης είχε θυμώσει για τα καλά.
     Έβαλα τότε κι εγώ το χέρι-μου πάλι μέσα στο βρακάκι-μου και οι γλύκες ξαναγύρισαν. Τραγουδούσα και στον εαυτό μου.
     Καθώς το σπίτι εξαφανιζόταν μέσα στο τρύπιο χώμα, τα μέλια με περιλούσαν, και πέθανα στη γλύκα.
Η εκδίκηση της αθανασίας έναντι της σάρκας. Ποιος θα το πίστευε, ποιος θα το ονειρευόταν, ότι ο άνθρωπος σαρκάζει αυτό που λατρεύει. Ότι ο άνθρωπος σκοτώνει ότι ερωτεύεται. Ο Έρωτας ή ο Θάνατος οδηγεί στο μηδέν ενός τελειωμένου χρόνου που κολυμπά η Σάρκα του Λόγου, μέσω της παροδικότητας της Γραφής; Οι λέξεις, κυοφορούν την αγωνία της γέννας του έρωτα. Κυοφορούν την απόφαση της πράξης καθώς κατασπαράσσει την σάρκα του άλλου, χωρίς έλεος. Η ζωογόνα σαρκοφαγία της απόφασης της ύπαρξης να συνεχίσει να υπάρχει μέσα στο χάος της σκέψης. Πολύ πριν τα σώματα στυλίτες του έρωτα, μετατραπούν σε απολιθωμένα του φωσφόρου οστά.  Amore me fecit ψυχή πορνεύουσα.
Εγκάρδια και νηπτικά χαροποιός ο Χρόνος, υμνεί:
Χαίροις, ω Παιδός παγά!
Χαίροις, ω Πατρός μορφά!
Χαίροις, ω Παιδός κρηπίς!
Χαίροις, ω Πατρός σφρηγίς!
Χαίροις, ω Παιδός κάρτος!
Χαίροις, ω Πατρός κάλλος!
Χαίροις, δ’ άκραντος Πνοιά,
Κέντρον Κόρου και Πατρός
Τάν μοι πέμποις συν Πατρί
Άρδοισον ψυχάς ταρσούς,
Κράνετιραν θείων δώρων.
         Συνέσιος Κυρήνης    

Σήμερα, η ζωή μου όλη σήμερα, η ζωή που περνά και χάνεται, χάνεται, η στιγμή που ποτέ δεν πιάνεται, μάτια μου, να σε δω και ας τελειώσει ο χρόνος μου, σήμερα, η ζωή μου όλη σήμερα 
Υ. Γ. Τα διάφορα αποσπάσματα, παραλλαγμένα ή αυτούσια, προέρχονται από:
• Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, έκδοση Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα Αγίου Όρους 1987
• Jacques Lacarriere, Marie d’ Egypte. Μαρία η Αιγυπτία ή ο πυρπολημένος πόθος, μετάφραση Μίνως και Μαρία Πόθου, Χατζηνικολή 1983
• Έζρα Πάουντ, Σπουδή των Κάντο Ι-ΧΧΧ, μετάφραση-σημειώσεις Γιώργος Βάρσος, Πατάκη 1999
Ezra Pound, Personae-Τα Κάντο της Πίζας-Εκλογή απ’ τα Κάντο, μετάφραση Ηλίας Κυζηράκος, Δωδώνη 1984
• Μιγέλ ντε Ουναμούνο, Η αγωνία του Χριστιανισμού, μετάφραση Ιουλία Ιατρίδη, Οι Εκδόσεις των Φίλων 1970
• Μαργαρίτα Καραπάνου, η κασσάνδρα και ο λύκος, Ερμής 1977
• Σταμάτης Σπανουδάκης, Σήμερα

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Κυριακή 17 Απριλίου 2016
Πειραιάς, Μέρα που ο ουράνιος θόλος χαμογελά αινιγματικά