Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Ποιητές της Αργολίδας

ΠΟΙΗΤΑΙ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ
      Παρασκευή βραδάκι, γυρνώντας από την δουλειά, οι καμπάνες σήμαιναν τους χαιρετισμούς στην Παναγία, Γ΄ Χαιρετισμοί. Ο κόσμος συνωστίζονταν στις εκκλησίες προσκυνώντας τις ιερές εικόνες, ανάβοντας το κεράκι τους, ψάλλοντας τα τροπάρια και τα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού, προσεύχονταν για τους δικούς τους, ζωντανούς και κεκοιμημένους. Στα νεκροταφεία ήσαν αναμμένα τα καντηλάκια των τάφων, λουλούδια στόλιζαν τα μνήματα, λιβάνι και δυόσμο μύριζε ο χώρος. Η Άνοιξη φέτος, ήρθε νωρίς, με ζέστες, ιώσεις, γρίπες, κρυολογήματα, συνάχια, κρεβατώματα, και πολλά υγρά με βιταμίνη C, για να αντέξεις τια απότομες αλλαγές του καιρού, και την κόκκινη σκόνη της Αφρικής, που σκεπάζει τους δρόμους και τα αμάξια, με αυτό το χρώμα της ώχρας που σου θυμίζει την αιώνια θνητότητά σου. Μια θνητότητα, που δεν πρόκειται να αποτυπωθεί στους τοίχους της νέας Πομπηίας. Με την αλλαγή της ώρας, 8 το βράδυ, έχει πλέον φως, η κίνηση στους δρόμους του Πειραιά, καθώς περιμένω-με τις ώρες-το λεωφορείο για το σπίτι, είναι μεγάλη. Κορναρίσματα, φωνές, φώτα που αναβοσβήνουν, λες και θέλουν να σε φλερτάρουν μερικές βδομάδες πριν έρθει το Πάσχα και λαμπρυνθούν οι ερωτευμένοι πιστοί και άπιστοι. Στην στάση που περίμενα, κάποιος ηλικιωμένος ρακοσυλλέκτης, είχε αραδιάσει την μικρή και φτωχή του πραμάτεια προς πώληση. Σταμάτησα δίπλα του, ανάμεσα στα πολλά μπιχλιμπιδάκια, σπασμένα κουκλάκια, πιατάκια του καφέ και φωτογραφίες του Πειραιά μιας άλλης εποχής, ένα βιβλίο μου κέντρισε το ενδιαφέρον, το γνώριζα από παλιά, «Ποιηταί της Αργολίδος», Αθήναι 1948, σελίδες 54. Πόσο πάει, ρώτησα. Αφού με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, με κόζαρε με τα κουρασμένα μάτια του, και μου λέει: «Τι να σου πάρω;» Έπιασε το βιβλίο, το ξεφύλλισε στα χέρια του και μου είπε: «Σου αρέσει η ποίηση;» Ναι του απάντησα χαμογελώντας. «Εντάξει, θα στο δώσω 10 ευρώ». Δεν γίνεται φτηνότερα, απάντησα. «Όχι» είπε βλοσυρά και κοφτά, που δεν μου άφηνε περιθώρια για άλλη συζήτηση.
«Κύριε εκέκραξα προς Σε, εισάκουσον τη φωνή της δεήσεώς μου…» ακούγονταν από τα μεγάφωνα της εκκλησίας της πλατείας Κοραή, καθώς τα αμάξια κορνάριζαν με μανία.
Ποίηση, ου μ’ εθέσπισεν, είπα από μέσα μου, παραφράζοντας το Σεφερικό απόφθεγμα, και αγόρασα την μικρή Ανθολογία. Οι παλιές αγάπες, μονολόγησα, σε ακολουθούν όπου και αν πας, όπως και οι παλιές γλυκές αμαρτίες, σκέφτηκα, και ανέβηκα στο λεωφορείο για το σπίτι.
     Η ολιγοσέλιδη αυτή ανθολογία, πενήντα έξι μόλις σελίδων, έχει διαστάσεις 17,5Χ25, και όπως αναφέρεται στον κολοφώνα του βιβλίου: «Οι Ποιηταί της Αργολίδος, τυπώθηκε στα τυπογραφεία του Ανδρέου Αθ. Σιδέρη σε 800 αντίτυπα τον Απρίλιο του 1948 με επιμέλεια των Γ.Ξ. Λογοθέτη και Γ. Α. Τσουκαντά και με εξώφυλλο του Φ. Κ. Σακελλαρίου».
Της Ανθολογίας, προτάσσεται μονοσέλιδος πρόλογος του Γ. Ξ. Λογοθέτη.
Με το βιβλίο αυτό θα προστεθή μία ακόμα τοπική Ανθολογία στη Βιβλιοθήκη του Ελληνικού εμμέτρου λόγου.
Η έκδοσής μας δεν έχει μοναδικό σκοπό να παρουσιάση τους ποιητάς της Αργολίδος συγκεντρωμένος αλλά και έναν άλλον ακόμη, να περιλάβη στο μικρό αυτό βιβλίο τα πιο αξιόλογα ποιήματά των που έχουν ηθογραφικό, ιστορικό και φυσιολατρικό χαρακτήρα. Δηλαδή τα ποιήματα εκείνα, που μιλούν περισσότερο στις καρδιές των ανθρώπων αυτού του τόπου και θυμίζουν ήθη, έθιμα, πρόσωπα, μέρη και γεγονότα ενδιαφέροντα. Για το λόγο ακριβώς αυτό δεν περιλαμβάνονται, ίσως, στην επιλογή μας τα καλλίτερα και αντιπροσωπευτικότερα ποιήματα των ποιητών μας, αλλά εκείνα που συγκινούν εντονώτερα τους ξενιτεμένους από τον τόπο και χρόνο ανθρώπους της Αργολίδος.
Εννοείται, ότι στην προσπάθειά μας αυτή δεν εξεχάσαμε και την αισθητική και λυρική πλευρά.
Ο αναγνώστης του βιβλίου αυτού θα έχη υπ’ όψιν του και κάτι άλλο ακόμη. Ότι υπό τον όρο «Αργολίς» δεν εννοούμεν τη Διοικητική διαίρεσι, αλλά το Γεωγραφικό εκείνο χώρο, που αρχίζει από τις κορυφογραμμές του Αρτεμισίου και του Φαρμακά έως το υγρό νοητόν όριον, που συμπλέκονται τα κύματα του γραφικού Αργολικού με την καταγάλανη θάλασσα του Μυρτώου.
Στην περιοχή αυτή τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια έχει αναπτυχθή ένα ιδιαίτερο είδος του νεοελληνικού έμμετρου λόγου, μια πραγματική Σχολή, όπως εκείνες της Επτανήσου των Αθηνών και της Αλεξάνδρειας.
Ο στίχος των ποιητών της Αργολίδος έχει μέσα του ασίγαστη τη νοσταλγία προς το γενέθλιο τόπο και τη ζωή του σ’ ένα μουσικό φραστικό τόνο, που κλείνει περίεργο το συγκερασμό από το Μωραίτικο καυμό κι απ’ ένα επικό αλέγρο ύφος. Τα περισσότερα ποιήματά των είναι σωστά τραγούδια, που γλεντάει η καρδιά με τις χορδές της νοσταλγίας και το δοξάρι της μνήμης.
Στην κατάταξι των ποιητών ετηρήσαμεν την ηλικία της πνευματικής δημιουργίας των και όχι την αξίαν της. Μοναδική εξαίρεσι αποτελεί η αλλαγή των θέσεων του Περγιαλίτη με το Δάφνη και Παναγιωτόπουλο, που τους θεωρούμε περισσότερο αντιπροσωπευτικούς της Αργολικής Σχολής.
Γεώργιος. Ξ. Λογοθέτης
Αυτός είναι ο σύντομος πρόλογος της Ανθολογίας, που μας δίνει το στίγμα της και την ποιητικής της ταυτότητα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Λογοθέτη, για Αργολική Σχολή, πράγμα, που από όσο γνωρίζω, δεν έχει καθιερωθεί από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας, ή για να είμαστε ακριβέστεροι, από τους ιστορικούς και τους κριτικούς της πρωτεύουσας.
Ακολουθούν οι εξής δέκα έξι ποιητές με τα ποιήματα:
Στέφανος Δάφνης,
ΑΡΓΟΣ-ΑΝΑΠΛΙ-ΝΤΟΜΝΑ Η ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΣΤΡΑ-ΨΥΧΗΣ ΙΑΤΡΕΙΟΝ
Σπύρος Παναγιωτόπουλος,
ΑΡΓΙΤΙΚΟ ΓΛΕΝΤΙ-ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ-ΣΤΟΥΣ ΜΥΛΟΥΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΡΙΟΥ-ΣΥΡΤΟΣ ΑΡΓΙΤΙΚΟΣ-ΕΛΕΓΕΙΑ
Γιάννης Περγιαλίτης,
Η ΒΑΡΚΟΥΛΑ-ΚΗΔΕΙΑ-ΣΤΟ ΔΗΜ. ΒΑΡΔΟΥΝΙΩΤΗ-ΤΑ ΔΥΟ ΦΙΛΑΚΙΑ
Γεώργιος Λογοθέτης,
ΕΡΑΣΙΝΟΣ-ΚΑΤΑΚΕΚΡΥΜΜΕΝΗ-ΑΡΓΕΙΤΙΚΟ-ΟΜΟΡΦΙΑ-ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ-ΑΡΓΕΙΤΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ
Αντώνης Αναπλιώτης,
ΝΑΥΠΛΙΟΝ-Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ!-ΧΑΛΕΠΑ-ΣΤΗ «ΣΟΥΣΤΑ» ΤΗΝ ΑΡΓΕΙΤΙΚΗ- ΑΡΓΟΣ-ΝΑΥΠΛΙΟΝ
Γεώργιος Α. Τσουκαντάς,
ΣΤΟΥΣ ΚΑΝΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΑ-ΕΝΑ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΟ ΠΡΩΙΝΟ-ΔΑΣΚΑΛΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ-ΟΝΕΙΡΟ
Αλέκος Μουτζουρίδης,
Η ΑΡΓΕΙΤΟΠΟΥΛΑ-ΨΑΡΟΜΑΧΑΛΑΣ-ΕΡΗΜΟΚΛΗΣΙ ΠΑΝΑΙΤΣΑΣ- ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Άγγελος Χαδιαράκος,
ΔΕ Μ’ ΑΦΗΝΕΣ-ΕΛΠΙΔΑ-ΑΝΑΠΛΙΩΤΙΣΑ ΚΙ’ ΑΡΓΕΙΤΙΣΑ-ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ- ΑΠΟΨΕ
Θεόδωρος. Κ. Κωστούρος,
ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΜΟΥΡΙΑΣ-ΣΤΟΝ Α. ΑΝΑΠΛΙΩΤΗ-ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ-ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΟ-ΤΥΨΗ-ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ
Ηρακλής. Θ. Μαλλώσης,
ΟΙ ΣΚΛΑΒΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΘΥΡΙΟΥ-ΤΑΞΙΔΙ-ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Σπύρος Δημόπουλος,
ΟΙ ΤΑΠΕΙΝΟΙ
Ανδρέας Χ. Χριστόπουλος,
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΕΠΙΣΤΡΑΤΟΥ
Τάκης Φρεδιανός,
ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Γεώργιος Θωμόπουλος,
ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΣΤΟ ΜΑΗ
Γεώργιος Κατσιούλας,
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Ρένος Γραικός,
ΜΑ ΤΩΡΑ.
Αυτοί είναι οι δέκα έξι ποιητές που περιλαμβάνει η τοπική αυτή ανθολογία. Ακολουθεί ένα μικρό δισέλιδο που περιλαμβάνει σύντομα βιογραφικά σημειώματα των ποιητών. Ο ποιητής Στέφανος Δάφνης, ψευδώνυμο του Θρασύβουλου Ζωιτόπουλου, συζύγου της ποιήτριας Αιμιλίας Κούρτελη, μαζί με τον ποιητή και ανθολόγο Σπύρο Παναγιωτόπουλο, είναι οι πιο γνωστοί στο ευρύ κοινό που ασχολούνται με τον ποιητικό λόγο. Από τους δέκα έξι αυτούς ποιητές, στο Άργος γεννήθηκαν οι έξι. Στο Ναύπλιο οι πέντε. Στις Σπέτσες οι δύο, ένας στην Αλεξάνδρεια, και ένας στο Δρέπανο της Ναυπλίας. Για τον Γεώργιο Τσουκαντά, δεν αναφέρεται τόπος γέννησης. Οι περισσότεροι από τους παρουσιαζόμενους γεννήθηκαν τέλη του 19ου αιώνα, αρχές του 20ου. Ένας, ο Τάκης Φρεδιανός χάθηκε νωρίς (1908), πριν εκδοθεί η ανθολογία, ο δε Στέφανος Δάφνης, ένα χρόνο πριν την έκδοσή της. Οι περισσότεροι, έχουν δώσει δείγματα ποιητικής τους γραφής, καθώς έχουν εκδώσει ποιητικές συλλογές, πολλοί από τους ποιητές που παρουσιάζονται, έχουν ασχοληθεί και με την συγγραφή θεατρικών έργων. Αρκετοί ασχολούνται με το εμπόριο, άλλοι είναι δημοσιογράφοι, αξιωματικοί, δημόσιοι υπάλληλοι. Ορισμένοι, έχουν βραβευτεί για έργα τους.
Ας δούμε δείγμα γραφής τους
•ΑΡΓΟΣ
Ακόμη στ’ όνομά σου τρέμει, ακόμη
του Σκάμαντρου το θείο στοιχειό. Πατρίδα,
κι’ εμπρός στου Ορέστη ακόμη τη λεπίδα
της Τραγωδίας ορθή πετιέται η κόμη!
--
Του ροιζικού σου δόξα ως πέρα οι δρόμοι.
και το πλοίο σου νικάει την καταιγίδα,
κι’ ευτυχισμένο, ως πάει, γεμάτο ελπίδα,
το κυβερνούν του Ομήρου οι στίχοι-οι νόμοι.
--
Χαρά μου, που τα χτύπησε ο δικός σου
αέρας, πρώτη αυγή, τα βλέφαρά μου!
Χαρά μου, που στον κύκλο του φωτός σου
--
με δένει, σαν ευχή και σαν κατάρα,
από το χώμα ανεβατή στα κόκκαλά μου,
προγονική η ατρειδική λαχτάρα!
• ΨΥΧΗΣ ΙΑΤΡΕΙΟΝ
Γυναίκα, λέω να βάλουμε κι ένα βαρέλι με κρασί
που το Χειμώνα θάρχωνται κ’ οι φίλοι μας να πιούνε,
στο υπόγειο να το βάλουμε, με τη δροσιά την περισσή,
νάναι από κέδρο οι ντούγιες του για να μοσχοβολούνε.
--
Απ’ τη Νεμέα θα φέρουμε μούστο θυμώδη και ξανθό
σαν το λιοντάρι του Ηρακλή, που θάχη την ορμή του.
Ανήμερα τ’ Άη Δημητρίου (και με τον Άγιο βοηθό)
θ’ ανοίξουμε τον πείρο του, να πιούμε την ψυχή του!......
Στέφανος Δάφνης
• ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
«Κάστρο» ψηλό, περήφανο, κάτασπρη «Παναγία»,
«Ασπίδα» ωραία καμπυλωτή γεμάτη αρχαία μνημεία,
στενά σοκάκια φιδωτά, πέτρινα εσείς αλώνια,
πλατιά λειβάδια, ολόγεμα γαλήνην Απολλώνια.
--
Καλές καρδιές πονετικές που η λύπη σας βαραίνει:
τώρα που φεύγει η μηχανή και πέρα με πηγαίνει
στον Πόλεμο-που ένας Θεός το ξέρει αν θα γυρίσω-
πως την καρδιά μου δένετε και την κρατάτε πίσω!
Σπύρος Παναγιωτόπουλος
• ΚΗΔΕΙΑ
Στο ξόδι του, να, ορθός ο ναύτης πλέει
Νεκροπομποί τα κύματα ακλουθάνε
Αναμαλλιάρης ο Άνεμος τον κλαίει
Και οι Στεναγμοί της ξενητιάς βοηθάνε…
Γιάννης Περγιαλίτης
• ΚΑΤΑΚΕΚΡΥΜΜΕΝΗ
Στην Παναγιά του Βράχου μας, που λεν Παρτοκαλούσα,
-Του Κάστρου διαμαντόπετρα-την Κατακεκρυμμένη.
Στη χάρη της ανήμερα θ’ ανέβουνε στα λούσα
ντυμένοι να λειτουργηθούν όλοι οι καπαρωμένοι.
--
Και θα το λέει ο αντίλαλος, σαν θα το λεν τα χείλη
του ψάλτη το τροπάρι της-τι μελωδία ψυχή μου!-
Και θα το λέει κορυδαλλός απ’ την ωραία Πύλη
λαρύγγι ξαστερόηχο του Παπανικοδήμου….
Γεώργιος Λογοθέτης
• ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ
Τι έχεις;
το δρόμο της ζωής πως θα περάσης νοιάζεσαι;
μη το στοχάζεσαι
και μη προσέχεις!
Τι έχεις;
το δρόμο της ζωής για να περάσεις βιάζεσαι;
γιατί κουράζεσαι;
και γιατί τρέχεις;
γραμμένο
κάθε σου βήμα!!.. μοναχά τη σκέψι σ’ άραξε
κ’ εντός της χάραξε
το πεπρωμένο!!
Άγγελος Χαδιαράκος
• ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΟ
Μην τα ξοδιάζεις της καρδιάς τ’ ατίμητα διαμάντια
σε φευγαλέα αισθήματα της άστατης σου Νιότης
γιατί, όταν στην αληθινή βρεθείς αγάπη αγνάντια
δε θάχεις να προσφέρεις πιά πετράδια στο Βωμό Της!
• ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ
Στοίχισα τη ζωή ενός βουτηχτή
που τόνε ξέσκισε ένας καρχαρίας
Σαν μ’ έβγαζε απ’ τ’ ακύμαντα νερά.
Εκείνος έχει τώρα ξεχαστή
Κι εγώ, λαμποκοπάω στα πλαδαρά
στήθη , μιας υπερώριμης κυρίας.
Θεόδωρος Κωστούρος
• ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Απόψε η νύχτα καθώς πέφτει,
μέσ’ απ’ της Μνήμης τον καθρέφτη
σαν οπτασία περνάει θαμπή,
μέσα στα κάτασπρα ντυμένη
και στ’ Απριλιού το φως λουσμένη,
των περασμένων η πομπή…
--
Τόποι κι’ ανθρώποι ζωντανεύουν
και με καλούν και με γυρεύουν
μορφές, που ακόμα τις ποθώ,
κι’ άλλες χαμογελώντας πάνε
κι άλλες δακρύζοντας περνάνε
μεσ’ απ’ της μνήμης το βυθό…
--
Και να! Σε βλέπω τώρα πάλι
μες στο παλιό, θαμπό, κρουστάλλι,
να τραγουδάς ακόμα, Εσύ,
μέσα στ’ Απριλιού το φως λουσμένη
χαμένη Νιότη μου, χρυσή!...
Ηρακλής Θ. Μαλλώσης
     Ποιήματα μια άλλης εποχής, ποιήματα της εποχής του ελληνικού μεσοπολέμου, γεμάτα νοσταλγία, τρυφερότητα, λυγρή ευαισθησία, μακρινοί απόηχοι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ξεχασμένοι ίσκιοι της Σολωμικής Άνοιξης, ποιήματα μνήμης και λήθης μιας Καβαφικής κάπως ατμόσφαιρας. Άλλα αρχαιόθεμα, όπως αυτό της Κλυταιμνήστρας, άλλα που υμνούν τον γενέθλιο τόπο με υπερηφάνεια και νοσταλγία, άλλα με αποχρώσεις θρησκευτικές, και μνήμες περασμένων ένδοξων στιγμών. Παραδοσιακή ποίηση, ρίμα γρήγορη και πεταχτή, λέξεις απλές, καθημερινές και κατανοητές και στον πιο αμύητο. Εικόνες λησμονημένες σαν τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες, φυλαγμένες μέσα σε σκονισμένα κουτιά, κρυμμένα στο πατάρι. Προσωπικές στιγμές και γεγονότα ενός κόσμου που χάθηκε και μένει μόνο η ποιητική του αποτύπωση. Και επανέρχεται στην μνήμη, και πάλι, χάρη στον πλανόδιο πωλητή του δρόμου, μικροπραγμάτων και βιβλίων. Τώρα που η χώρα κλυδωνίζεται μέσα στην α-ποιητικότητα των καιρών και των ανθρώπων.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Κυριακή 3 Απριλίου 2016
Πειραιάς, 3/4/2016
Καθώς τα πέπλα της νύχτας σκεπάζουν την πόλη, και η σελάνα ασημίζει τις νυσταγμένες ψυχές των ανθρώπων.